Anne Balsamo

ΤΟ VIRTUAL ΣΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

 

"The Virtual Body in Cyberspace. Feminism for the Incurably Informed.

The Role of the Body in Feminist Cultural Studies of Science and Technology."

From Anne Balsamo (1996), Technologies of the Gendered Body:

Reading Cyborg Women.

Durham & London: Duke University Press.

Αρχική Μετάφραση:

Ευαγγελία Δράκου, Έφη Κυρινοπούλου, Άννα Μαλιαρού, Έφη Μπερεκέτη, Κατερίνα Νικολοβιένη

 

 

 

ΤΟ VIRTUAL ΣΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ

Αυτό το κεφάλαιο κάνει διάφορες υποθέσεις σχετικά με το σώμα στα ηλεκτρονικά σύνορα. Κατά μία άποψη, το σύνορο αυτό είναι μία φανταστική (φαντασιακή) κατασκευή που ορίζει έναν ορίζοντα περιστασιακής πολιτιστικής σκέψης. Από την άλλη πλευρά όμως, είναι ένας αληθινός χώρος της κύριας κουλτούρας: το ηλεκτρονικό σύνορο ορίζει τον χώρο της ανταλλαγής πληροφοριών,που ήδη υπάρχει στην ροή των βάσεων δεδομένων, των τηλεφωνικών δικτύων και των οπτικών ινών, στις μνήμες των υπολογιστών και σε άλλα τμήματα των διαδικτυακών ηλεκτρονικών υπηρεσιών.

Η μεταφορά του συνόρου υπονοεί την δυνατότητα μιας αχανούς ανεξερεύνητης περιοχής. Οι υπέρμαχοι των ηλεκτρονικών υπολογιστών, γνωστοί ως χάκερς, κατοικούν σε συνοριακά χωριά: προχωρημένοι πρόσκοποι/οδοιπόροι αποτελούν τους μέχρι σήμερα άγνωστους ιούς, τα σκουλήκια και τα Τρωικά άλογα που σχεδιάστηκαν πού απλά για να χαρτογραφήσουν το διαδίκτυο μέσα στο οποίο απελευθερώθηκαν.

Στην προσπάθειά του να αναπτύξει (επεξεργαστεί) την δυτική μεταφορά του συνόρου, ο John Barlow εξηγεί ότι στις καινούριες μικρές πόλεις "κύρια οδός είναι ο κεντρικός μικρο-υπολογιστής.. Οι συναντήσεις στην πόλη είναι συνεχείς και οι συζητήσεις ποικίλουν από σεξουαλικές ορέξεις μέχρι καταλόγους αποδοκιμασιών".

Κατά μία πιο υλική έννοια, τα ηλεκτρονικά σύνορα περιλαμβάνουν σταθμούς-εργασίας, χειριστές αρχείων, διαδίκτυα, πίνακες ανακοινώσεων καθώς και κώδικες προγραμμάτων εφαρμογής, υπηρεσίες πληροφοριών όπως η Prodigy και η CompuServe, και on line δεδομένα.

Τα σύνορα αυτά λειτουργούν σαν την εσωτερική δομή της βιομηχανίας υπολογιστών / πληροφοριών και σαν τέτοια οργανώνει την περαιτέρω ανάπτυξη και την διάδοση των τεχνολογιών και των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μία από τις πιο διαδεδομένες εφαρμογές (των υπολογιστών) της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε η κατασκευή του virtual περιβάλλοντος, ευρύτερα γνωστό σήμερα σαν virtual πραγματικότητα.

Από το 1987, η virtual πραγματικότητα μετατράπηκε σε βιομηχανία και βρίσκεται στην καρδιά μιας αναδυόμενης υποκουλτούρας που περιλαμβάνει παραγόμενες πραγματικότητες με την βοήθεια του κομπιούτερ, επιστημονική φαντασία, φαντασιακές επιστήμες και δυναμικά αναπτυσσόμενες νέες τεχνολογίες οπτικοποίησης. Η ερώτηση-κλειδί σ’ αυτό το κεφάλαιο αφορά στον ρόλο του σώματος σ’ αυτόν τον σχηματισμό.

Για να θέσουμε τις βάσεις της συζήτησης όσον αφορά το σώμα στον κυβερνοχώρο, προσφέρω ένα κείμενο για τις πολιτιστικές πλευρές της βιομηχανίας της virtual πραγματικότητας, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσής της σε μία κυβερνοπάνκ υποκουλτούρα, τις μεντιακές της οπτικές και τα προσφερόμενα εμπορεύματα.

Αναφερόμενη σ’ ένα ταξίδι μέσα στον κυβερνοχώρο, αναρωτιέμαι πώς η καταστολή του σώματος πετυχαίνεται τόσο εύκολα και για τις συνέπειες αυτής της απόσπασης από το σώμα. Ολοκληρώνω, θέτοντας διάφορα ερωτήματα σχετικά με την βιοπολιτική της virtual πραγματικότητας.

Marketing στον Κυβερνοχώρο

Οι virtual τεχνολογίες χρησιμοποιούν προγράμματα γραφικών για την δημιουργία ενός χώρου τρισδιάστατου, κομπιούτερ παραγόμενου, όπου ο χρήστης/συμμετέχων διαδρά και χειρίζεται δια μέσου περιφερειακών συρμάτων. Στην σύγχρονη επιστημονική φαντασία, ο τρισδιάστατος χώρος η virtual περιβάλλον αναφέρεται ως κυβερνοχώρος. Ένας χώρος που πρωτοχρησιμοποίησε ο William Gibson στο μυθιστόρημά του "Neuromancer" και που τώρα κερδίζει την αποδοχή των τεχνικών της virtual πραγματικότητας για να ονομάσουν τον εσωτερικό χώρο των προγραμμάτων της πραγματικότητας αυτής. Στην φαντασιακή του μορφή, ο κυβερνοχώρος αναφέρεται ως "the matrix" ("η μήτρα”), ή "το δίκτυο" μια συνοπτική ονομασία για το δίκτυο προερχόμενη από τις σχέσεις μεταξύ κονσόλων και φορητών υπολογιστών. Στα κυβερνοπάνκ μυθιστορήματα ο "αληθινός" γεωγραφικός αστικός χώρος αναφέρεται σαν "the sprawl" (“η εξάπλωση") κι ενώ οι χάκερς συχνά πρέπει να κρύβονται ή να χαράσσουν τον δρόμο τους δια μέσου αυτού, η πραγματική δράση πάντα αφορά στον πληροφοριακά κατασκευασμένο χώρο του "matrix".

Στην εμπορική του μορφή, ο κυβερνοχώρος περιγράφει το ηλεκτρονικό matrix ή virtual περιβάλλον. Επίσης είναι καταγεγραμμένος ως το Trademark της Autodesk μία από τις δύο πιο φημισμένες εταιρίες παραγωγής εξοπλισμού software για virtual πραγματικότητα.

Το απαραίτητο Hardware του κυβερνοχώρου περιλαμβάνει ένα σετ από συρμάτινα γυαλιά που ακολουθούν τα ίχνη της κίνησης του κεφαλιού και συνδέονται μ’ έναν υπολογιστή που “τρέχει” VR software. Το 1985, ένας μουσικός με χρήση υπολογιστών ονόματι Jargon Lanier ίδρυσε μία εταιρία, την VPL που περηφανεύεται ότι είναι ο πρωτοπόρος στην VR και τον οπτικό προγραμματισμό. Περισσότερο γνωστός από τα προϊόντα του ο Lanier έγινε η cult φιγούρα στην υποκουλτούρα της VR, της οποίας τα μέλη περιλαμβάνουν τεχνολογικούς εφευρέτες, διάσημες πολιτιστικές εικόνες, σχεδιαστές παιχνιδιών και ερμηνευτές / επεξεργαστές υπολογιστών. Ο Lanier πολύ συχνά ισχυρίζεται ότι "οτιδήποτε έχει ο φυσικός κόσμος, το έχει και η virtual πραγματικότητα".

Το Monde 2000, το αγαπημένο περιοδικό των χάκερς, στην δεκαετία ’90 προσφέρει μια ματιά στην υποκουλτούρα που διαμορφώνεται μέσα και γύρω από τον κυβερνοχώρο. Αυτό είναι τμήμα της προσέλκυσης ουσιαστικών αναγνωστών του Mondo: μας εντάσσει στο ήδη διαμορφωμένο σύνολο. Τρεις είναι οι παράγοντες που διακρίνονται: η λεία, πυκνή οπτικά techno-art σελιδοποίηση, οι εικονοκλαστικές αναφορές από τα ηλεκτρονικά σύνορα και οι διαμεσολαβημένες συνεντεύξεις με κορυφαία πρόσωπα της τεχνολογίας του δρόμου, όπως ο William S. Boroughs και ο Timothy Leary. Παράλληλα προωθεί ανερχόμενους οραματιστές του κυβερνοχώρου όπως ο Lanier και ο J. P. Barlow, κριτικούς του κυβερνοχώρου (K. Acker, A.Ronell, T. Nelson) καθώς και διάφορα ροκ γκρουπ, καλλιτέχνες, συμβούλους smart drug και υποκινητές της ηλεκτρονικής βιομηχανίας. Με άλλα λόγια, το Mondo 2000 δημοσιεύει τους παράγοντες-κλειδιά της νέας υποκουλτούρας: ιδρυτές, μυθικά διηγήματα ταυτότητας, εξειδικευμένο λεξιλόγια και πολλή τεχνολογία. Επομένως, το Mondo 2000 μετατρέπεται σε βασικό όργανο της κυβερνοπάνκ βιομηχανίας και δημοσιοποιεί την παγκόσμια σκέψη αυτών που είναι εθισμένοι στις δυνατότητες της ζωής στον μικρόκοσμο.

Επί του θέματος, το Mondo 2000 κερδίζει όπου η “Μηχανική Νύφη” του McLunhan χάνει, χωρίς ρητορικές ερωτήσειςκαι για το μεγαλύτερο μέρος, χωρίς πολιτιστική κριτική. Όταν ο McLunhan στηριζόταν σε διαφημίσεις του περιοδικού που έκρυβαν την δυσοίωνη σύμπραξη σεξ και τεχνολογίας, το Mondo 2000 έγινε το περιοδικό που θα εξυμνούσε αυτήν την σύμπραξη στις διαφημίσεις για την κυβερνοπανκ κουλτούρα. Ακόμα, παρά την τεχνολογική του λάμψη, το Mondo 2000 κατά περίεργο τρόπο προβάλλει την αντιπολιτισμική ρητορική του ’60. Αυτό δείχνει την νοσταλγία των ’90 για την μόδα και την φαντασία της δεκαετίας ’60. Έτσι, ένα άρθρο μπορεί να αναφέρεται σε θέματα ρετρό όπως ιστορίες του δρόμου, οδηγίες για παρασκευή φαρμάκων/ναρκωτικών, εικόνες μόδας και περιθωριακά ρεπορτάζ. Η διαφορά έγκειται ΄στο ότι στα ’90 τα ναρκωτικά προορίζονται για τους έξυπνους, τα παραισθησιογόνα έχουν αντικατασταθεί από τα παραισθησιογενή, το Underground είναι συγκρότημα και το καλύτερο σεξ είναι το virtual. Στην περίληψη της παράστασης "Η φωνή του χωριού", ο Shalom Gorewitz ονόμαζε τους καλλιτέχνες και τους χάκερς του κυβερνοχώρου “gonzo techno-hippies".

Πράγματι η αντίθεση ανάμεσα στην ρητορική κατά της κουλτούρας και του τεχνολογικού ελιτισμού οδηγεί σ’ ένα ενδιαφέρον επίπεδο για την προώθηση των τεχνολογιών της virtual πραγματικότητας. Το Mondo 2000 δεν προφασίζεται την δημοκρατία και δεν προσπαθεί να εισχωρήσει συμβουλεύοντας τους αναγνώστες ότι "τα αζήτητα χειρόγραφα καίγονται την πανσέληνο και ότι τα αζήτητα έργα τέχνης θα τα σκανάρουν ηλεκτρονικά, θα τα αλλάξουν και θα εμφανιστούνε απίστευτη μορφή σε άλλα περιοδικά". Οι διαφημίσεις θα συνδέονται με ομάδες προϊόντων όπως για παράδειγμα το καινούριο μυθιστόρημα του Sterling και Gibson, η επανεκτύπωση της εργασίας του Leary και ο τηλεφωνικός κατάλογος της Avita Ronell. Αλλά η ικανοποίηση της αναγνώρισης είναι μεγάλη. Άρθρα παρουσιάζουν την κατάλληλη συμπεριφορά στην "Νέα Αταξία Πραγμάτων" ενώ παράλληλα σου υποδεικνύουν με έμμεσο τρόπο τι / ποιόν πρέπει να γνωρίσεις / διαβάσεις / αγοράσεις προκειμένου να γίνεις μέλος, εκ μιμήσεως μόνο.

Αν και συνδεδεμένοι ηλεκτρονικά οι κυβερνοπάνκς είναι διασκορπισμένοι απ’ άκρη σ’ άκρη ενώ σύμφωνα με το Mondo το καλύτερο μέρος για να ζεις είναι στην Δυτική ακτή. Επομένως, ενώ η αληθινή ιστορία με την ανάπτυξη της τεχνολογίας της virtual πραγματικότητας σχηματίζεται σ’ ολόκληρη την Αμερική καθώς και στην Βρετανία, Αυστραλία και Ιταλία ακολουθώντας την λογική των συνόρων, τα καλύτερα (μυθικά) γεγονότα του κυβερνοχώρου έχουν πραγματοποιηθεί στην δική μας Αμερικάνικη Άγρια Δύση.

Φυσικά η βιομηχανία της virtual πραγματικότητας περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από την υποκουλτούρα που οραματίζεται το Mondo 2000. Όσον αφορά το πεδίο των δημόσιων σχέσεων (PR), αυτό περιλαμβάνει εκδηλώσεις με την μορφή media events, όπως το "Cyber-Arts International" που εμφανίστηκε σαν το διεθνές συνέδριο για τις αναδυόμενες τεχνολογίες στους τομείς: τέχνη, ψυχαγωγία και εκπαίδευση και το "Cyberthon", μια ιστορία πολυμέσων για την virtual πραγματικότητα επιχορηγούμενη από το Whole Earth Institute. O R. Kadrey περιγράφει τον 24ωρο τεχνολογικό καταιγισμό του cyberthon No1: Στις 6 και 7 Oκτωβρίου 1990 το Whole Earth Institute του Σαν Φρανσίσκο μετέτρεψε το επίπεδο ήχου του Colossal Pictures στην μεγαλύτερη ιστορία virtual πραγματικότητας στον κόσμο. Περίπου 400 άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά και να δοκιμάσουν μία ολόκληρη σειρά από virtual τεχνολογίες. Περίπου 300 νικητές διαγωνισμού είχαν την ευκαιρία φωρώντας τα ειδικά γάντια και γυαλιά να “διεισδύσουν” πραγματικά στον virtual κόσμο που σχεδίασαν ομάδες της Autodesk Sense 8 και το VPL του Lanier. Κατα ειρωνικό όμως τρόπο οι ανακοινώσεις του συνεδρίου που δημοσιεύτηκαν στο Mondo ή μέσα από ηλεκτρονικούς πίνακες ανακοινώσεων συχνά στηρίζονται στην ρητορική της πραγματικότητας για να τραβήξουν την προσοχή του κοινού ώστε να συμμετέχει στο συνέδριο.

Για παράδειγμα, προσφέρουν όσον αφορά την τιμή “πραγματικά” προγράμματα virtual πραγματικότηταςκαι εξοπλισμό. Η συμμετοχή για το Cyber-Arts κόστιζε 400$ και επέτρεπε στον σύνεδρο να επισκευτεί ειδικά εκθέματα όπως την Cyber-Arts Gallery και Product Expo όπου κάποιος μπορούσε βιώσει ζωντανά την virtual πραγματικότητα παίρνοντας μέρος σε διαδραστικές μουσικές συναυλίες (όπου το κοινό κατευθύνει την μουσική) ή σε μία “ζωντανή” άσκηση για την παραγωγή ολοκληρωμένων μέσων. Η κυβερνοπάνκ νύχτα στην Cyber-Arts με χορηγό το Mondo 2000, υποσχόταν μια βραδιά κομψής ψυχαγωγίας και hi-tech παραισθησιογόνων η οποία ολοκληρώθηκε με τον κορυφαίο των εκδηλώσεων T. Leary και μιας νέου είδους θεατρικής ψυχαγωγίας. Οι προτροπές για ζωντανή εμπειρία, οι επιδείξεις και η παρουσίαση συστημάτων software αποτελούν κάτι περισσότερο από ένα ειρωνικό κείμενο κάτω από υπερμεντιακά VR θέματα. Ακόμα, εστιάζουν την προσοχή μας στην διαδικασία όπου οι τεχνολογίες VR μεταρέπονται σε αγαθά, μέσα από το πάντρεμα των ανθρώπων και των προιόντων.

Για όλο τον ντόρο γύρω από τα μέσα, η ανταπόκριση του κοινού στην virtual πραγματικότητας δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση είναι "στο επίπεδο του Kitty Hawk, περισσότερο PR (δημόσιες σχέσεις) παρά VR", όπως έγραψε ένας συμμετέχων στην λίστα συζητήσεων. Η σοβαρή έρευνα VR όμως είναι μία άλλη υπόθεση. Συχνά αναφέρεται ότι κάποιοι επιστήμονες των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν συμπαθούν τον όρο virtual reality (VR), που διατύπωσε αρχικά ο J. Lanier, το μαύρο πρόβατο του VRL. “Ο όρος “virtual environment” καλύτερα ταιριάζει στον τομέα της επιστημονικής έρευνας” ισχυρίζεται ένας καθηγητής των computer graphics σ’ ένα άρθρο του στο “Chronicle of Higher Education” το 1991. “Το VR είναι το άπιαστο όνειρο σαν την τεχνητή νοημοσύνη”. Αν και δεν υπάρχει επίσημη ιστορία του VR, η επιστήμη των κομπιούτερ και τα computer graphics αποτελούν τα θεμέλιά του. Οδηγεί στον N. Wiener στα 1940 και την επιστήμη της κυβερνητικής όπως και στην αρχή της ιστορίας των μηχανημάτων υπολογισμού. Άλλες ιστορικές συνεισφορές περιλαμβάνουν έρευνα κατά την εποχή του ’60 σε δισδιάστατες και τρισδιάστατες οπτικές, εργασίες (’70) πάνω σε συστήματα οπτικών συνδυασμών. Κατά την δεκαετία ’80, η έρευνα σχετικά με την VR προοδεύει στους τομείς του διαπροσωπικού σχεδιασμού, την τηλερομποτική, τους οπτικούς αισθητήρες, τις παραμέτρους προσωμοίωσης και την επεξεργασία και παρουσίαση της εικόνας.

Ο M. Krueger, ο οποίος μερικές φορές αναφέρεται ως ο θεμελιωτής της τεχνητής πραγματικότητας, έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά περιεκτικό δοκίμιο πάνω στην ιστορία αυτού του πεδίου, στο οποίο εξηγεί ότι αν και χρειάστηκε κάποιο χρονικό διάστημα για να γίνει γνωστή και κατανοητή η τεχνητή πραγματικότητα εξαιτίας κάποιων κοινών εμποδίων στην τεχνολογική έρευνα (λίγες εφημερίδες και σπάνιοι οικονομικοί πόροι για χρηματοδότηση για τις νέες τεχνολογίες) και ορισμένων πολιτιστικών εμποδίων (όπως τα βραβεία Golden Fleece και οι γεωγραφικές αποκλίσεις)-ο διαδραστικός ηλεκτρονικός υπολογιστής αποτελεί πλέον συνήθεια. Ακόμα, αναφέρει ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την έρευνα της VR ήταν η έλλειψη αναγνώρισης και αξιολόγησης των πιθανών εφαρμογών της στην ευρύτερη αγορά. Πέρα από το ενδιαφέρον της ΝΑΣΑ για head mounted παρουσιάσεις για αναγνώριση και παράδοση όπλων, κανένας δεν φαντάστηκε ποτέ τις δυνατότητες των συστημάτων διάδρασης.

Το σκηνικό άλλαξε στα μέσα της δεκαετίας ’90. Εφαρμογές της VR στις τηλεπικοινωνίες, χειρουργική προσωμοίωση και σχεδιασμός με την βοήθεια του κομπιούτερ τραβούν το ενδιαφέρον των σχεδιαστών της εποχής. Στην βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών η VR αντιμετωπίζεται από τις επιχειρήσεις σαν μία ελκυστική και συνεχόμενη πηγή εσόδων και επενδύσεων που απαιτεί την ανάπτυξη νέων προϊόντων συμπεριλαμβανομένων και εξοπλισμών, όπως γάντια δεδομένων, καλωδιωμένες στολές head mounted tracking devices, goggles, headphones, miniaturize LCD screens και ψηφιακές κάμερες. Τα προϊόντα αυτά και τα προγράμματά τους είναι απίστευτα ακριβά όχι μόνο να αποκτηθούν αλλά ακόμα και να τα "κυνηγήσει" κάποιος. Ένα πρόγραμμα κυβερνοχώρου με την ονομασία "Μια πραγματικότητα δομημένη για δύο" ή RB2, της μάρκας VPL προσφερόταν το 1991 στην τιμή των 250.000 $. Το πρόγραμμα αυτό συνοδευόταν από δύο σετ κεφαλιού, δύο σετ γάντια δεδομένων κι ένα πανίσχυρο μικρό-κομπιούτερ.

Ένας από τους κύριους στόχους των πολυθόρυβων επιδείξεων και συναντήσεων με θέμα την virtual πραγματικότητα είναι η δημιουργία αυξημένου επενδυτικού ενδιαφέροντος αλλά και μίας αγοράς για VR εφαρμογές, Μέλη της κυβερνοπάνκ υποκουλτούρας-οι οποίοι ταυτόχρονα είναι προγραμματιστές, σχεδιαστές και τεχνικοί-φαίνεται να έχουν σαν δεδομένο την οικονομική δυνατότητα ώστε να δημιουργήσουν μια αγορά για τα προϊόντα τους. Ο Randal Walser, ο οποίος διετέλεσε και μάνατζερ της Autodesk Cyberspace Project, στην περιγραφή που κάνει για το σχέδιο ενός cyberspace playhouse για σπορ και γυμναστική εξηγεί:

“Το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς σχετικά με τον σχεδιασμό κυβερνοχώρου για σπορ, είναι ότι τα Sporting decks θα πρέπει να έχουν προσεγμένα props όπως τα συμαρμολογούμενα ποδήλατα και οι κεκλιμένοι ποδόμυλοι, καθώς επίσης και ότι τα sporting houses κερδίζουν χρήματα με το να νοικιάζουν χρόνο σ’ αυτά τα decks. O σκοπός ενός κυβερνοχώρου για σπορ δεν είναι μόνο να προσφέρει διασκέδαση και να κρατάει σε φόρμα τους ανθρώπους, αλλά και να βοηθάει ώστε τα sporting houses να παραμένουν στην αγορά με το να διατηρούν τα decks τους γεμάτα παίκτες’’.

Άλλοι φουτουριστές οραματίζονται υψηλού επιπέδου εγκαταστάσεις κυρίως για διασκέδαση και υπηρεσίες για τον ελεύθερο χρόνο και θα επιθυμούσαν βαθύτατα να "τραβήξουν" το backing της Disney ή της Universal και να έχουν θεματικά πάρκα ενώ συχνά χρησιμοποιούν την ρομποτική επενδύοντας έτσι στην ανάπτυξη των Dream Parks που στηρίζονται στον ρόλο που παίζουν τα διαδραστικά περιβάλλοντα. Αυτές οι υποθέσεις για το μέλλον της VR οδηγούν στο βασικό μήνυμα που δηλώνει και τον ουσιαστικό χαρακτήρα της: η ανάπτυξη του κυβερνοχώρου και του μάρκετινγκ για την προώθησή του θα έχει πολλά κέρδη.

Συνοπτικά οι παράγοντες-κλειδιά αυτής της υποκουλτούρας περιλαμβάνουν φημισμένα και πετυχημένα τεχνάσματα (πχ. Mondo 2000 και οι γνωστές ταινίες Lawnmower man και Johnny Mnemonic), έναν μεγάλο αριθμό θεμελιωτών, ειδική ορολογία προερχόμενη από την επιστήμη των κομπιούτερ (τεχνολογία και προγραμματισμός) και την υπόσχεση για νέα αγαθά high-tech. Κατά περίεργο όμως τρόπο, την ίδια στιγμή που προωθεί τον φυλετισμό της νέας τεχνολογίας (sexiness) και είναι χωρίς ντροπή ελιτίστικη, παράλληλα προωθεί μια αντιπολιτιστική σκέψη όσον αφορά την δυνατότητα αντίστασης στα πλαίσια της ενσωματωμένης κουλτούρας. Τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις όπως τεχνολογία / αντικουλτούρα, επιδράσεις της πραγματικότητας / πραγματικές επιδείξεις (παραστάσεις), επιστήμη / δημόσιες σχέσεις δείχνουν ότι η κυβερνοπάνκ υποκουλτούρα είναι ενεργά συνδεδεμένη με το έργο των προοδευτικών πολιτισμικών νοημάτων.

Όσο περνάει ο καιρός το μέλλον της virtual πραγματικότητας είναι άρρηκτα δεμένο με την καπιταλιστική δομή της βιομηχανίας της τεχνολογίας της πληροφορίας. Τώρα που διάφοροι πολιτισμικοί οραματιστές έστρεψαν την προσοχή τους στο πώς φαντάζονται το μέλλον της virtual πραγματικότητας, διαβεβαιώνουν ότι αυτό θα είναι σίγουρα διαρθρωμένο σε μορφή εμπορεύματος. Τα διάφορα γεγονότα που έχουν συμβεί τραβούν την προσοχή μας στο σημείο όπου οι τεχνολογίες μετατρέπονται σε εμπορεύματα τεχνολογίας, τεχνολογικά αγαθά.

Όσο αντιπολιτιστική, όσο τα μέλη αυτής της υποκουλτούρας, η βιομηχανία της virtual πραγματικότητας στην ουσία διαλαλεί μία συγκεκριμένη μυθολογία κι έναν αριθμό από μεταφορές και αντιλήψεις οι οποίες δεν γίνεται παρά να επαναλαμβάνουν τις αγωνίες και τις προκαταλήψεις του σύγχρονου πολιτισμού. Κι όπως ισχυρίζεται ο Jack Zipes "το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των περισσότερων διαμεσολαβούμενων (από τα μέσα) παραμυθιών είναι η ευτυχής επιβεβαίωση του συστήματος που τα παράγει". Πολλές φορές ο δημοφιλής τύπος έχει σχολιάσει ότι οι προσομοιωμένες εμπειρίες προσφέρουν ευκαιρίες για ασφαλή δράση σ’ έναν ριψοκίνδυνο κόσμο. Με τον όρο ‘ηλεκτρονικό LSD’ ή ‘ηλεκτρονική εξωσωματική εμπειρία’, η VR στην γνωστή της μεντιακή μορφή είναι κάτι παραπάνω από μία απόδραση από την συμβατική πραγματικότητα, μία διέξοδος γι αυτούς που αντιμετωπίζουν τους σοβαρούς περιορισμούς που επιβάλει η πραγματικότητα με την μορφή της συγκροτημένης ιδεολογίας, των τετελεσμένων κοινωνικών δομών, ακόμα και του φυσικού σώματος.

Μία παραδοσιακή ιδεολογική κριτική της βιομηχανίας της VR μάλλον θα ξεκινούσε επεξεργαζόμενη την συμμετοχή της σε προ-βιομηχανικά καπιταλιστικά μοντέλα παραγωγής και θα συνέχιζε εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο η αντίθετη υποκουλτούρα στην ουσία προωθεί απόψεις της ανώτερης τάξης όπως τα δημιουργικά μυαλά, ο υπερατομικισμός και ο εξέχων υποκειμενισμός. Στο δοκίμιό του με τον τίτλο "Hacking away at the counterculture" o Andrew Ross αναπτύσσει το πώς "η ιστορία ειπωμένη από την αριστερή πλευρά σχετικά με τις νέες πολιτιστικές τεχνολογίες, αποτελεί μέρος του μονολιθικού κοινωνικού ελέγχου, που κατακτήθηκε με προσπάθειες μέσα από ένα ατελείωτο εσωτερικά συνδεδεμένο σύστημα δικτύων επιτήρησης". Αλλά στην συνέχεια αναφέρει ότι "αυτή δεν είναι και η καλύτερη ιστορία".

Συμφωνώ ότι αυτού του είδους η ιδεολογική κριτική μπορεί να είναι κάπως απόλυτη. Όταν μιλάμε για νέες τεχνολογίες είναι σημαντικό να αποφεύγουμε την παγίδα του τεχνολογικού ντετερμινισμού που θεωρεί ότι αυτές οι τεχνολογίες οπωσδήποτε θα επεκτείνουν τον ηγεμονικό έλεγχο μιας τεχνολογικής ελίτ, καθώς έχουν περιορισμένη επιρροή. Αν και οι τεχνολογίες VR φαίνεται να υπάγονται στην παραγωγή ενός αριθμού πολιτισμικών ιστοριών που αναπαράγουν τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας. Ίσως μία καλύτερη προσέγγιση για την εκτίμησή τους είναι η ανάπτυξη της χρησιμότητας και των τρόπων με τους οποίους αυτές οι τεχνολογίες ορίζονται από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτιστικές δυνάμεις.

Μία από τις πιο συνηθισμένες απόψεις σχετικά με την VR είναι ότι προσφέρει τα τεχνολογικά μέσα για την δημιουργία ατομικών πραγματικοτήτων απελευθερωμένων από τις καθορισμένες ταυτότητες. Αν και οι προωθητές της VR έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους κυρίως στις υποκειμενικές και εκφραστικές της διαστάσεις κάτι που φαίνεται στις διαφημιστικές εκστρατείες για τα VR games, οι χρήστες πιστεύουν ότι το φυσικό σώμα δεν έχει σημασία στον virtual κόσμο. Αν και ορισμένα παιχνίδια μπορεί πολύ σύντομα να επιτρέπουν στους παίκτες να σχεδιάζουν τα δικά τους αεροπλάνα και κουκλάκια – προσωμοιώσεις του εαυτού τους-πιο συχνά η Virtual πραγματικότητα παρουσιάζεται σαν ένα περιβάλλον έξω από το σώμα, ένας χώρος απόδρασης από την αληθινή ενσωμάτωση σε φύλα.

Προτού αναλύσω την βιωμένη εμπειρία της VR ανακάλυψα ότι αυτή η ιδεατή απάρνηση του σώματος επιτυγχάνεται μέσα από την υλική καταστολή του φυσικού σώματος. Η φαινομενική εμπειρία του κυβερνοχώρου εξαρτάται και απαιτεί την ηθελημένη καταστολή του υλικού σώματος. Λέγοντας κάτι τέτοιο, διαφωνώ με την ιδεολογική κριτική της VR τεχνολογίας. Από την φεμινιστική πλευρά είναι φανερό ότι η καταστολή του σώματος κρύβει μια φυλετική προκατάληψη στον υποθετικό εξωσωματικό κόσμο. Διαφωνώντας ότι αυτή η καταστολή αποτελεί ένα τεχνολογικό φαινόμενο, δεν ισχυρίζομαι ότι είναι καθ’ ολοκλήρου καθορισμένη από την τεχνολογία. Αντίθετα θα αναπτύξω τον τρόπο με τον οποίο οι virtual τεχνολογίες αρθρώνουν πολιτιστικές ιστορίες σχετικά με το techno-σώμα, έτσι ώστε αυτές οι τεχνολογίες να έχουν την επίδραση της πολιτογράφησης του φαινομένου του έχοντος φύλο σώματος.

Ένα Ταξίδι μέσα στον Κυβερνοχώρο

Οι εφαρμογές virtual πραγματικότητας επιτρέπουν στους χρήστες ν’ αλληλεπιδρούν με τρισδιάστατες αναπαραστάσεις πληροφοριών. Ένας υποστηρικτής virtual πραγματικότητας μπορεί ν’ αλληλεπιδράσει μ’ ένα περιβάλλον αποθηκευμένων πληροφοριών και να κινηθεί μέσα στις πληροφορίες που αναπαρίστανται γραφικά. Σύμφωνα με ένα άρθρο στο Industry Week, με την virtual πραγματικότητα "μπορείς να φανταστείς τα μοντέλα CAD ζωντανά…Μπορείς να μπεις μέσα τους. Μπορείς να τα κάνεις σε οποιαδήποτε κλίμακα. Μπορεί για παράδειγμα να είναι μοντέλα μορίων και εσύ να μπορείς να εισχωρήσεις μέσα σ’ αυτά τα μόρια με όλο σου το σώμα και να εξερευνήσεις τη δομή τους". Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κυβερνοχώρος είναι ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι χρήστες του κομπιούτερ μπορούν να πλοηγούν.

Όλα τα συστήματα virtual πραγματικότητας έχουν αν κάνουν με την διεπαφή του σώματος και της τεχνολογίας στη χρήση κάποιου είδους βιο-συσκευής. Οι πιο γνωστές συσκευές είναι τρεις: α) Nintendo Power Glove, β) μία βάση για το κεφάλι που περιλαμβάνει οθόνες LCD, γ) μια στολή, η οποία είναι μια δικτυωμένη φόρμα.

Αν και το πρώτο ταξίδι κάποιου με την virtual πραγματικότητα μπορεί να είναι ανεπιτυχές, βλέπει κανείς την ευκολία με την οποία αντιλαμβάνεται τη θέα η οποία παρουσιάζεται σε μικρούς φακούς που βρίσκονται τοποθετημένοι στο μπροστινό μέρος του κράνους του.

Το σημείο επαφής με τους εσωτερικούς χώρους της virtual πραγματικότητας είναι μέσω μιας οπτικής προοπτικής που αλλάζει καθώς ο χρήστης γυρίζει το κεφάλι του. Οι αλλαγές που φαίνονται ότι συντελούνται στην οθόνη συμπίπτουν μ’ αυτές που θα περίμενε κανείς να δει αν γύριζε το κεφάλι του στην πραγματικότητα. Αν και κάποιοι χρήστες virtual πραγματικότητας έχουν αναφέρει ότι υπάρχει ένα κενό χρόνου ανάμεσα στις σκηνές καθώς γυρίζει κάποιος το κεφάλι, άλλοι δε βλέπουν καμία διαφορά.

Για πολλούς ο συγχρονισμός της αλλαγής σκηνής ανταποκρίνεται με τις αλλαγές που θα περίμενε κάποιος καθώς θα γύριζε το κεφάλι του στην πραγματικότητα. Η πιο ανησυχητική επίπτωση ενός ταξιδιού virtual πραγματικότητας ήταν η ανικανότητα να "δικαιολογήσει" κάποιος την οπτική του, αφού θα κινούσε την "άποψη" του μέσα την οθόνη. Επειδή οι σκηνές μοιάζουν ως κινούμενα σχέδια σε υπολογιστές, υπάρχουν κάποια οπτικά σημεία που μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις ως σημάδια για το κατάλληλο σημείο της σκηνής. Επίσης, σε πολλά προγράμματα δεν υπάρχει βαρύτητα και έτσι δε γίνεται να προσανατολιστεί κάποιος στη σκηνή χρησιμοποιώντας το σώμα του.

Στα περισσότερα προγράμματα virtual πραγματικότητας, ένας χρήστης έρχεται σ’ επαφή με την virtual πραγματικότητα μέσω ενός αποχωρισμένου από το σώμα βλέμματος, μιας κινούμενης "προοπτικής" – που μιμείται την κίνηση μιας αποχωρισμένης από το σώμα κάμερας. Αυτό είναι μια πτυχή αυτού που λέγεται φιλμική φαινομενολογία, όπου η κάμερα προσομοιώνει την κίνηση της προοπτικής, που σπάνια περιλαμβάνει ένα οπτικό αυτό-παραπεμπτικό έλεγχο του σώματος, σαν το όχημα αυτής της προοπτικής. Ο αποχωρισμός από το σώμα του ματιού επιτυγχάνεται μέσω του επιδέξιου χειρισμού της κάμερας να προσεγγίσει το ύψος και τη γωνία της άποψης ενός βλέμματος.

Αυτό που κάνει εντύπωση ωστόσο είναι ο τρόπος που έχει ομαλοποιηθεί τεχνικά η απώθηση του σώματος. Το σώμα, σαν αισθητήριο όργανο (σένσορας) δεν είναι τίποτα παραπάνω από υπέρβαρο γι’ αυτόν που ταξιδεύει στον κυβερνοχώρο.

Οι Βιοπολιτικές των Virtual Σωμάτων

Αυτό που φαίνεται καθαρά στις επαφές με τις εφαρμογές virtual πραγματικότητας είναι ότι οι οπτικοποιημένες τεχνολογίες δε μιμούνται απλώς ή αναπαριστούν την πραγματικότητα – την αναδημιουργούν εικονικά. Η διαφορά όμως ανάμεσα στην πραγματικότητα που κατασκευάζεται στον κόσμο της virtual πραγματικότητας και την πραγματικότητα που κατασκευάζεται στην καθημερινή ζωή είναι επιστημολογίας και όχι οντολογίας. Και οι δύο είναι πολιτισμικές και τεχνολογικές κατασκευές, κορεσμένες από τα μέσα και άλλες μορφές καθημερινής τεχνολογίας. Με σεβασμό στην virtual πραγματικότητα, δε βγαίνει πλέον νόημα να ρωτήσουμε ποιανού η πραγματικότητα παρουσιάζεται στον κόσμο της virtual πραγματικότητας, της βιομηχανίας ή της υπό-κουλτούρας. Αυτό που πρέπει μάλλον ν’ αναρωτηθούμε είναι γιατί κατασκευάζεται η πραγματικότητα και πώς αυτή η πραγματικότητα συνδέει τις σχέσεις ανάμεσα στις τεχνολογίες, τα σώματα και τις πολιτισμικές αφηγήσεις. Αυτό που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι οι "πραγματικότητες" που κατασκευάζονται ενσωματώνουν τις επιθυμίες αυτών που τις δημιουργούν.

Η φεμινιστική επιστημολογία έχει μια σειρά άλλων ερωτήσεων αναφορικά με την πραγματικότητα του κυβερνοχώρου. Ποιές είναι οι βιοπολιτικές των virtual σωμάτων στον κυβερνοχώρο, δηλαδή πώς οι τεχνολογίες virtual πραγματικότητας προσλαμβάνουν τα κοινωνικά και πολιτισμικά "στιγματισμένα" σώματα; Αυτές οι ερωτήσεις ξεκινούν με το υλικό σώμα και προχωρούν σε καθιερωμένα και κοινωνικά θέματα. Ποια είναι η σχέση του υλικού σώματος με την αισθητήρια προσομοίωση που παρέχει η virtual πραγματικότητα; Ποιες είναι οι φαινομενολογικές διαστάσεις του τεχνολογικά διαμεσολαβημένου σώματος; Η virtual πραγματικότητα μετατρέπει τις υποκειμενικότητες που βασίζονται στο σώμα; Δημογραφικά, τι είδους σώματα ανήκουν στον κυβερνοχώρο: ανθρωποειδή; Όταν οι virtual πραγματικότητες αγοράζονται και πωλούνται, ποιος ωφελείται;

Σ’ ένα επίπεδο, η virtual πραγματικότητα επιτρέπει την πρόθυμη αιώρηση δυσπιστίας με την οποία κάποιος που συμμετέχει προσαρμόζει τον τρόπο που οι αισθητήριες πληροφορίες επεξεργάζονται. Κάποιες αισθήσεις ξαναεθυγραμμίζονται (όραση χωρίς βαρύτητα) για να επεξεργαστούν την προσομοιωμένη εμπειρία, ενώ άλλοι ρυθμιστές της πραγματικότητας καταστέλλονται.

Για τον Michael Spring το βασικό πρόβλημα αντίληψης είναι ν’ αναπτύξει κανείς ένα ρωμαλέο μοντέλο για να φανταστεί τη διασυνδεσιμότητα των δεδομένων. Οι ερευνητές virtual πραγματικότητας παλεύουν να κατανοήσουν τη διαδικασία οικοδόμησης της πραγματικότητας. Σχεδόν ενστικτωδώς καταλαβαίνουν την αναγκαιότητα να καθορίσουν τη σχέση ανάμεσα στις virtual αναπαραστάσεις και την ερμηνεία, αλλά συχνά καταφεύγουν σε μηχανιστικά μοντέλα της επικοινωνιακής διαδικασίας. Σκιαγραφώντας τη διαφορά ανάμεσα στον κινηματογράφο και τον κυβερνοχώρο, για π.χ. ο Randal Walser γράφει: "όπου ένα έργο απεικονίζει μια πραγματικότητα σ’ ένα κοινό, ο κυβερνοχώρος παρέχει ένα virtual σώμα και ένα ρόλο στον καθένα απ’ το κοινό". Εδώ ο Walser εξηγεί τις σχέσεις ανάμεσα σ’ ένα φιλμ, την αναπαράσταση και την οπτική.

Οι εφαρμογές virtual πραγματικότητας τις περισσότερες φορές δείχνουν μικρή κατανόηση των δυναμικών της virtual αναπαράστασης, πόσο μάλλον της θεαματικότητας, της υποκειμενικότητας ή της φαινομενολογικής ενσάρκωσης. Εντέλει, όπως μας υπενθυμίζει ο Jaron Lanier: "ο,τι έχει ο φυσικός κόσμος, το έχει επίσης και η virtual πραγματικότητα". Έτσι λοιπόν το ερώτημα είναι, τι ακριβώς προσφέρει;

Αυτό που προσφέρουν αυτές οι συναντήσεις με την virtual πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση ελέγχου της πραγματικότητας, της φύσης και κυρίως του ανυπότακτου και φυλετικά "στιγματισμένου" σώματος. Δεν είναι σύμπτωση που η virtual πραγματικότητα εμφανίστηκε το ’80, κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας όπου το σώμα κατανοείται ως ιδιαίτερα ευάλωτο σε μολύνσεις όπως επίσης και σε κριτικές που αφορούν το γένος, τη φυλή, την εθνικότητα και τις ικανότητες. Με τη virtual πραγματικότητα έχουμε την εικόνα μιας υφηλίου ελεύθερων σωμάτων. Παρά τις ρητορικές αρνήσεις ότι δεν ήταν ένας πόλεμος Nintendo, η κάλυψη των μέσων μαζικής ενημέρωσης στον κόλπο του Περσικού δίνει άπειρα παραδείγματα της ανάπτυξης του αποχωρισμένου από το σώμα τεχνολογικού βλέμματος. Η όραση των βομβών πιθανότατα ήταν το πιο εντυπωσιακό και παραπλανητικό παράδειγμα της αποπλανητικής δύναμης ενός αποχωρισμένου από το σώμα βλέμματος να αποκρύψει τη βία της πραγματικότητας. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές – virtual πραγματικότητα, Nintendo κτλ – δε δημιουργούν αποχωρισμένους από το σώμα πολίτες. Αντίθετα, είναι τα ίδια επιπτώσεις των κοινωνικών αλλαγών που έχουν ήδη συντελεστεί.

Ο "κυβερνοχώρος" – ως μια δημοφιλής κοινωνική κατασκευή – μας προσφέρει έναν τρόπο να σκεφτούμε για την τοποθεσία της κοινωνίας στο μεταβιομηχανικό καπιταλισμό.

Αν και πρόκειται για έναν δομημένο χώρο, είναι αδύνατο να χαρτογραφηθεί. Δεν υπάρχει αρχιμήδειο σημείο απ’ το οποίο να δημιουργήσουμε μια ολοκληρωμένη οπτική γωνία. Πλούσιος σε πληροφόρηση, αν ξέρεις τι ψάχνεις, η εμπειρία του κυβερνοχώρου είναι πάντα υποθετική.

Η Sallie Tisdale στο άρθρο της για την virtual πραγματικότητα στο Esquire παρατηρεί "μια παράξενη έλλειψη αφήγησης στο Cyberthon, τόσο μέσα όσο και έξω από τους virtual κόσμους". Πρόκειται για μια απουσία πλοκής – δεν υπάρχει ακόμα υπόθεση, ούτε κοσμολογία". Εν μέρει αληθεύει αυτό. Αυτοί που προωθούν τη virtual πραγματικότητα είναι επιστήμονες πληροφορικής και hackers και όχι κριτικοί πολιτισμικών φαινομένων και τις περισσότερες φορές το παραδέχονται. Απ’ την άλλη πλευρά, αυτές οι νέες τεχνολογίες εμπλέκονται στην αναπαραγωγή μιας τουλάχιστον παραδοσιακής αφήγησης: η πιθανότητα υπερβατικότητας, όπου το φυσικό σώμα και οι κοινωνικές του ερμηνείες μπορούν να ουδετεροποιηθούν.

Τις υποσχέσεις των σωμάτων που συνδέονται με την virtual πραγματικότητα περιγράφει ο Scott Fisher στο άρθρο του "Virtual περιβάλλοντα":

"Οι δύο χρήστες θα συμμετέχουν και θ’ αλληλεπιδρούν σ’ ένα εικονικό κοινό περιβάλλον, αλλά ο καθένας θα το αντιλαμβάνεται από τη δικιά του οπτική γωνία. Ο αντικειμενικός σκοπός είναι να παρέχεται ένας παγκόσμιος χώρος συνεργασίας, στον οποίο απομονωμένοι συμμετέχοντες θα μπορούν να αλληλεπιδρούν δυνητικά με κάποιες πτυχές των διαπροσωπικών συναντήσεων, ενώ παράλληλα θα έχουν πρόσβαση στα προσωπικά τους δεδομένα…Με την ικανότητα ολόσωμης παρακολούθησης, θα είναι επίσης δυνατόν για κάθε χρήστη ν’ αναπαρίσταται σ’ αυτόν το χώρο με τη δικά του virtual αναπαράσταση που θα έχει όποια μορφή έχει αυτός επιλέξει – ένα είδος ηλεκτρονικής προσωπικότητας…αυτές οι virtual μορφές μπορεί να ποικίλουν από φιγούρες της φαντασίας μέχρι άψυχα αντικείμενα ή από διαφορετικές μορφές σε διαφορετικούς ανθρώπους."

Στην virtual πραγματικότητα, μπορούμε να έχουμε ο,τι σώμα θέλουμε, το οποίο δε λεει τίποτα για το σώμα που ήδη έχουμε. Τι είδος ενσάρκωση θα διάλεγαν οι άνθρωποι αν μπορούσαν να σχεδιάσουν τα virtual σώματα; Αν κοιτάξουμε αυτούς που ήδη συμμετέχουν σε προγράμματα αναδόμησης του σώματος – π.χ. αισθητικοί, πλαστικοί χειρούργοι, bodybuilding- θα δούμε ότι τα σώματα που δημιουργούν δείχνουν πολύ παραδοσιακά σημάδια φύλων και γενών. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις για να υποθέσουμε ότι ένα δημιουργημένο σώμα δεν εγγυάται μια πολιτισμικά αναπλασμένη ταυτότητα. Ούτε η "ελευθερία από ένα σώμα" σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα εξασκήσουν την "ελευθερία να είναι" οποιοδήποτε άλλο είδος σώματος απ’ αυτό που ήδη έχουν ή επιθυμούν.

Μέσα στον κυβερνοχώρο ή έξω, οι σχέσεις ανάμεσα στα κυβερνητικώς συνδεδεμένα σώματα συχνά αναπλάθουν παραδοσιακές ετερογενείς ταυτότητες φύλων.

Στις σύγχρονες αφηγήσεις κυβερνοπάνκ, όπως και στις εφαρμογές virtual πραγματικότητας, οι ήρωες του κυβερνοχώρου είναι συνήθως άνδρες των οποίων η φυλετική ταυτότητα είναι λευκή. Οι συμπαίκτριες του κυβερνοχώρου είναι συνήθως όμορφες, σεξουαλικές και δυναμικές γυναίκες. Ο κυβερνοχώρος προσφέρει στους λευκούς άνδρες μια ξελογιαστική υποχώρηση από το βάρος των πολιτισμικών ταυτοτήτων τους. Μ’ αυτήν την έννοια, είναι εμφανές ότι αν και ο κυβερνοχώρος φαίνεται ν ‘αναπαριστά ένα έδαφος απαλλαγμένο από το βάρος της ιστορίας, στην πραγματικότητα θα λειτουργήσει σαν άλλη μια πλευρά για τη τεχνολογική επιγραφή του στιγματισμένου σώματος. Έτσι παρά το γεγονός ότι οι τεχνολογίες virtual πραγματικότητας προσφέρουν ένα νέο στάδιο για τη κατασκευή των ταυτοτήτων, είναι πιθανό πιο παλαιές ταυτότητες να συνεχίσουν να είναι πιο καλές και συνεπώς πιο παραγωγικές.

Η Επανάρθρωση των Παλαιών Ταυτοτήτων στις Νέες Τεχνολογίες

Το virtual σώμα δεν είναι ούτε απλά μια επιφάνεια πάνω στην οποία είναι γραμμένες οι κυρίαρχες αφηγήσεις της δυτικής κουλτούρας, ούτε μια αναπαράσταση πολιτισμικών προτύπων σωμάτων ή σεξουαλικών επιθυμιών. Έχει μεταμορφωθεί στο μέσο της ίδιας της πολιτισμικής έκφρασης επηρεασμένης, ψηφιοποιημένης και τεχνολογικά δομημένης στα virtual περιβάλλοντα. Οι επαυξημένες τεχνολογίες οπτικής το κάνουν δύσκολο να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε το υλικό σώμα σαν μια κατευθυνόμενη οντότητα ή να συνεχίσουμε να διαχωρίζουμε το εσωτερικό απ’ το εξωτερικό του, την επιφάνεια απ’ το βάθος του. Καθώς το virtual σώμα αναπτύσσεται σαν ένα μέσο πληροφόρησης και κρυπτογράφησης, η οργανική ακεραιότητα του υλικού σώματος σαν ένα κατευθυνόμενο φυσικό αντικείμενο είναι τεχνολογικά αποδομημένο. Αν σκεφτόμαστε το σώμα όχι σαν ένα προϊόν, αλλά ως μια διαδικασία, μπορούμε να κάνουμε ερωτήσεις για το πώς το σώμα παρουσιάζεται διαφορετικά σε διαφορετικές πραγματικότητες.

Αν και η φετιχιστική φύση τέτοιων τεχνολογικών συσκευών εφοδιάζει τις φαντασίες των τεχνικών virtual πραγματικότητας, οι πιθανότητες να πραγματοποιηθούν αυτές οι φαντασίες πιθανώς καθορίζονται περισσότερο από τα κοινωνικοοικονομικά συμφραζόμενα της εταιρικής χορηγίας απ’ ότι απ’ την υπόσχεση ασφαλούς virtual σεξ.

Ακόμα καθώς η τεχνολογία virtual πραγματικότητας υπόσχεται μια νέα μορφή διϋποκειμενικότητας, συνεισφέρει σε μια μέχρι τούδε άγνωστη επιδημία πολιτισμικού αυτισμού. Η οικειότητα ξαναορίζεται τώρα σαν ένα προσόν αλληλόδρασης ανάμεσα στο ανθρώπινο σώμα και τη μηχανή. Τι γίνεται όμως με την ιδέα της ιδιωτικότητας και της υγιεινής; Ποιος θα έχει πρόσβαση στις εφαρμογές virtual πραγματικότητας και κυρίως στα δίκτυα που εξυπηρετούν σαν υποδομή της αναδυόμενης κοινωνίας πληροφοριών;

Η αισθητήρια διαδικασία είναι ένας γόνιμος τομέας επιστημονικής έρευνας. Στην πραγματικότητα, γοητευόμαστε απ’ την πιθανότητα ότι μπορεί να είμαστε ικανοί να παρακολουθούμε τεχνολογικά τη λειτουργία του εγκεφάλου. Πολλές νέες τεχνολογίες οπτικής, όπως για π.χ. ΡΕΤ (Position Emission Imagining), MRI (Magnetic Resonance Imaging) και MEG (Magnetoencephalogy), προσφέρουν τρόπους να παρακολουθούμε τη λειτουργία του εγκεφάλου. Όμως αν και αυτές οι τεχνολογίες προσφέρουν νέες προοπτικές για επιστημονική έρευνα, η πιθανότητα για να δημιουργηθούν νέα "βιολογικά βασισμένα" δεδομένα της λειτουργίας του σώματος σημαίνει ότι αυτή δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη τεχνολογία.

Το γεγονός ότι νέες τεχνολογίες φαντασίας παράγουν "καλύτερες" εικόνες για την ανθρώπινη ανατομία δεν εγγυάται ότι οι γιατροί χρησιμοποιούν τις εικόνες να παράγουν "καλύτερες" διαγνώσεις για τους ασθενείς. Από αναλογία, το γεγονός ότι οι virtual πραγματικότητες προσφέρουν νέα περιβάλλοντα πληροφοριών δεν εγγυάται ότι οι άνθρωποι θα χρησιμοποιήσουν την πληροφόρηση με καλύτερο τρόπο.

 

ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΜΕΝΟΥΣ

(Ελεύθερη απόδοση του πρώτου τμήματος από τους μεταφραστές)

Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, ο άνθρωπος γνώριζε ένα περιβάλλον, το φυσικό. Τα δέντρα, το νερό, ο ουρανός, τα κτίρια, τ’ αυτοκίνητα και φυσικά οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Σήμερα, αρχές του 21ου αιώνα, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Δεν υπάρχει φυσικό περιβάλλον, αλλά ηλεκτρονικό· δεν υπάρχει ύλη, αλλά η απουσία της, δεν υπάρχει αίσθηση, με την έννοια της οσμής, της όρασης και της αφής, αλλά φαντασία. Δεν υπάρχει άνθρωπος, αλλά ένα τεχνητό κατασκεύασμα που υπάρχει και λειτουργεί μέσα σ’ έναν φαντασιακό κόσμο, περιτριγυρισμένο από υποκατάστατα και δημιουργήματα πέραν από κάθε πραγματικότητα.

Αυτό που μόλις περιγράψαμε αποτελεί την αρχή και τη βάση για τα όσα θα αναφερθούν παρακάτω και για ν’ απαντήσουμε σ’ ένα βασικό ερώτημα: τελικά, εφ’ όσον γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι δεν υπάρχει σώμα, πως προσδιορίζεται η γυναικεία φύση; Υπάρχει γυναίκα στο νέο αυτό περιβάλλον ή είναι ένα ακόμη δημιούργημα τοποθετημένο μέσα στις νέες διαστάσεις που αυτό προσδιορίζει;

Για ν’ απαντήσουμε σ’ όλα τα παραπάνω πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ τη βάση του ζητήματος. Η πραγματικότητα είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει διαμορφωθεί ένα καινούριο περιβάλλον μέσα στο οποίο πολλοί απ’ εμάς, ειδήμονες και μη, κινούμαστε. Η άλλη απόλυτα αποδεκτή πραγματικότητα είναι ότι το νέο αυτό περιβάλλον υπάρχει και λειτουργεί εκτός των ορίων της πραγματικής πραγματικότητας. Παραμένει στα όρια της εικονικότητας, του φαντασιακού. Αυτό το νέο περιβάλλον ορίζεται ως κυβερνοχώρος κι αποτελεί μια νέα κοινωνία με τους δικούς της νόμους, τους δικούς της κανόνες, τα δικά της όρια και περιθώρια, εν ολίγοις, γύρω απ’ αυτή τη κοινωνία έχει αναπτυχθεί και διαμορφωθεί μια εντελώς νέα κουλτούρα που φέρει τα χαρακτηριστικά της. Η επονομαζόμενη, κυβερνοκουλτούρα είναι αυτή που προσδιορίζει τη νέα τάξη πραγμάτων και φέρνει αντιμέτωπους όλους εμάς με νέα ήθη και νέες πρακτικές.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτό το νέο είδος κουλτούρας αποτελεί το μεταίχμιο του μεταμοντερνισμού που επιβάλλει ένα είδος μισανθρωπισμού αναλύοντας την ταυτότητα του μεταμοντέρνου ανθρώπου σε συνάρτηση με τη μηχανή. Αυτό που είναι σημαντικό να σημειωθεί είναι ότι απ’ αυτήν την άνιση σύγκριση, τελικά αυτό που συντελείται είναι μια αποδόμηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Η μηχανή, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, που τόσο έντονα και βαθιά έχει εισβάλλει στη ζωή του ανθρώπου, σταδιακά αποδυναμώνει την έννοια του ανθρώπινου σώματος, εκμηδενίζοντας την ιερή εικόνα ενός ουσιαστικού υποκειμένου, με τον ίδιο τρόπο που η virtual πραγματικότητα του κυβερνοχώρου εργάζεται για την εξουδετέρωση της συμβατικής ανθρωπιστικής άποψης περί μιας απροβλημάτιστης κι αβίαστης πραγματικότητας.

Από πού αντλούμε πληροφορίες για να καταλήξουμε σ’ ένα τέτοιο συμπέρασμα; Μα απ’ όλη αυτή την φιλολογία και παραφιλολογία που συνοδεύει την νέα τεχνολογία: περιοδικά και video-παιχνίδια, για να μην μπούμε στα άδυτα των αδύτων που είναι το internet, παραπέμπουν στην άποψη ότι ο άνθρωπος σαν οντότητα, αλλά και σαν έννοια, σιγά – σιγά πεθαίνει. Ενώ μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε ότι τεχνολογία και άνθρωπος είναι δυο αντιφατικές έννοιες, τάρα πια οι θεωρίες έχουν αλλάξει. Το περιεχόμενο όλων αυτών των παιχνιδιών και των περιοδικών προ0βάλλουν και προωθούν ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο το όραμα της ύπαρξης του μεταμοντέρνου ανθρώπου δεν γίνεται αντιληπτό σαν μια συνεχή κόντρα ανάμεσα σε τεχνολογία και άνθρωπο, αλλά οι δυο αυτές έννοιες εμφανίζονται περισσότερο σαν παρακείμενες, παρά σαν αντιθετικές. Η άποψη αυτή, που φαίνεται να κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο, προτείνει την παρουσία μιας συνέχειας ανάμεσα στους όρους "άνθρωπος" και "τεχνολογία", πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θεωρεί τη σχέση μεταξύ τους περισσότερο σαν δεσμό παρά σαν διχοτόμηση. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό το σχήμα, η ανθρώπινη ταυτότητα γίνεται κατανοητή και ορίζεται σαν μια αξία κάπου μεταξύ των δυο ιδανικών άκρων. Γιατί κάπου εδώ έχουμε καταλήξει: να θεωρούμε το μηχάνημα (το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα, αν όχι την ίδια την τεχνολογία) σαν ισοδύναμο και κύριο ανταγωνιστή της ανθρώπινης ευφυΐας και ψυχοσύνθεσης.

Δημιουργείται λοιπόν ένα νέο είδος ανθρώπου, ο τεχνολογικός άνθρωπος, που διακρίνεται σε τρία είδη: ο συνθετικός άνθρωπος, ο παραγωγός συνθετικών ανθρώπων και μια μπασταρδεμένη ράτσα των δύο παραπάνω, που δεν είναι άλλη από τους ανθρώπους κατασκευασμένης νοημοσύνης. Αυτά τα τρία είδη υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στα όρια ενός αποδομημένου παγκόσμιου δικτύου, γνωστού σε μας ως κυβερνοχώρος. Ο χώρος αυτός αποτελεί ένα μπερδεμένο σύνολο ορίων, μέσα στο οποίο το άτομο, το οποίο έχει αφεθεί στις προσωπικές του δυνατότητες, θα προσπαθήσει να χαρτογραφήσει τη σχέση ανάμεσα στο απτό φυσικό πλαίσιο και την ολότητα των διεθνικών ενσωματωμένων πραγματικοτήτων.

Το σημείο στο οποίο όλα αυτά τα περιοδικά και παιχνίδια μπορούν να γίνουν αποκαλυπτικά για την πιθανή τύχη της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν είναι τόσο το πραγματικό κοινωνικό τους περιεχόμενο, γιατί αυτό θα μπορούσε κανείς να το εντάξει στα πλαίσια της υπερβολής. Αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσει κανείς είναι πως τοποθετείται η τεχνολογική διαμόρφωση της ανθρώπινης ζωής σ’ έναν πολυεθνικό καπιταλισμό. Πολλά θέματα παρουσιάζονται σαν πειράματα, όσον αφορά τις σκέψεις που γίνονται για τις κοινωνικές συνέπειες των νέων τεχνολογιών, οποιαδήποτε από τις οποίες θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν μια οργανωτική προοπτική για τη δρομολόγηση ενός ερμηνευτικού χάρτη της νέας κοσμολογίας.

Η καπιταλιστική παραγωγή ηλεκτρονικού εθισμού, οι επαναλαμβανόμενες πρακτικές των μελών της επιτροπής επαγρύπνησης για το video και ο πολλαπλασιασμός των τηλεοπτικών καναλιών αφιερωμένων σε νέες μορφές πορνογραφίας είναι μερικά απ’ αυτά. Επιπλέον, σ’ ότι αφορά τον σκεπτικισμό που υπάρχει γύρω απ’ τις δυναμικές των νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών, τα μέσα αυτά παρέχουν μια κριτική αποτίμηση της εμπορευματοποίησης της πληροφορίας.

Το ότι η αλήθεια είναι φτηνή, η πληροφορία όμως κοστίζει, είναι μια γενική αλλά πολύ αληθινή αρχή της νέας τάξης πραγμάτων στην οποία ζούμε, και αποκαλύπτεται σε κάθε πτυχή του περιεχομένου κάθε μέσου της νέας τεχνολογίας. Η πληροφορία δεν μπορεί να έχει κανένα λόγο ύπαρξης εκτός κι αν έχει νόημα. Και το νόημα αυτό προσδιορίζεται μόνο σε συνάρτηση με την κοινωνία, την κουλτούρα και τις αξίες που την θεμελιώνουν. Η πληροφορία δεν είναι απλώς μια ποσοτική οντότητα, αλλά περισσότερο μια κατάσταση γνώση, η οποία επαναπροσδιορίζει αναγκαστικά την έννοια του σώματος ως μια γνωσιολογική οντότητα θεμελιώνοντας έτσι, θέλοντας και μη, την υλική βάση της ανθρώπινης υπόστασης.

Η ιδεολογική κριτική της καπιταλιστικής πληροφοριακής οικονομίας, που προκύπτει απ’ τη διεξοδική ανάλυση περιεχομένου των νέων μέσων, οδηγεί σε μια συχνά καταπιεσμένη διάσταση της εποχής της πληροφορίας: το θεσμό του πληροφοριακά πλήρης σώματος – ατόμου. Το πρόβλημα δεν είναι απλά ότι η πληροφορία κοστίζει ή ακόμα κι ότι αντιγράφεται εκθετικά, αλλά πολύ περισσότερο, ότι η πληροφορία δεν είναι ποτέ απλώς απέραντη.

Για να επανέλθουμε τώρα στο ζήτημα του virtual body, μπορεί κανείς να προσδιορίσει τέσσερα είδη ηλεκτρονικής ενσάρκωσης: το προφανές σώμα, το σώμα υπό εξαφάνιση, το αναπαράγων σώμα και το καταπιεσμένο σώμα. Οι τέσσερις αυτοί κεντρικοί χαρακτήρες συμβολίζουν τις διαφορετικές και ποικίλες σχέσεις που μπορεί κανείς να έχει, τόσο σ’ ένα θεωρητικό, όσο και σ΄ ένα φαντασιακό επίπεδο, σ’ έναν μη υλικό χώρο πρόσβασης κι ανταλλαγής πληροφοριών. Το ζητούμενο είναι πως φτάνουμε σ’ αυτές τις πληροφορίες. Μέχρι τώρα με το μυαλό μας, που επεξεργαζόταν το κάθε στοιχείο, αξιοποιώντας ή απορρίπτοντας καθετί. Από ‘δω και πέρα την εργασία αυτή θα εκτελεί ένα μικροτσίπ, πανομοιότυπου αυτού που υποτίθεται ότι διαθέτει ο καθένας από ‘μας στον εγκέφαλο του. Τελικά και το τελευταίο οχυρό τείνει προς κυριαρχία; Όπως φαίνεται ναι ! Το μυαλό, ο εγκέφαλος μας, παύει να έχει αξία σαν ζωτικό όργανο του ανθρώπινου οργανισμού. Ένα μικροτσίπ έρχεται να το αντικαταστήσει, προκειμένου να εκτελεί όλες ή και περισσότερες απ’ τις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Αποτέλεσμα; η αίσθηση της ζωής είναι ανύπαρκτη. Όλα προγραμματίζονται και υλοποιούνται από ένα μηχάνημα, μπροστά σε μια οθόνη διαμέσου της χρήσης του κατάλληλου εξοπλισμού. Ο άνθρωπος, ως ζωντανή και πολυσύνθετη οντότητα, έχει μηδενική πρωτοβουλία. Ακόμα και η αίσθηση του να κάνει κανείς έρωτα, είναι virtual και ψηφιακά κωδικοποιημένη. Δεν υπάρχει σώμα ν’ αγγίξεις. Υπάρχει μόνο μια αποδομημένη πραγματικότητα που βρίσκεται κάπου μεταξύ φθαρτού κι αφθαρσίας. Δεν ταξιδεύεις εσύ μέσα σ’ αυτήν, όπως κανονικά θα έπρεπε, αποδεχόμενος αυτήν όπως ακριβώς είναι, αλλά εσύ την ταξιδεύεις, διαμορφώνοντας την όπως την θέλεις και προσαρμόζοντας την στις δικές σου ανάγκες. Κι αυτό ακριβώς είναι που την κάνει ακόμη πιο ψεύτικη και σκληρή για τον άνθρωπο.

Περνώντας σ’ ένα φιλοσοφικό επίπεδο, διαπιστώνει κανείς ότι η νέα τάξη πραγμάτων επιβάλλει έναν κόσμο χωρίς μνήμη και κατά συνέπεια χωρίς λήθη, κι αυτό έχει σαν φυσικό αποτέλεσμα να καταλύεται και να εκμηδενίζεται η ανθρώπινη προσωπικότητα. Χωρίς μνήμη, δεν υπάρχει μυαλό. Χωρίς λήθη, δεν υπάρχει ψυχή. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει άνθρωπος. Η μνήμη του ατόμου έχει συμπυκνωθεί σε μια δισκέτα, η απώλεια κι η επανάκτηση της οποίας επιτυγχάνεται με την τοποθέτηση κι επανατοποθέτηση της. Απώλεια της δισκέτας σημαίνει εξαφάνιση του παρελθόντος του ατόμου, κατ’ επέκτασιν και του μέλλοντος του.

Δεν υπάρχει πλέον η έννοια της ανθρώπινης συνείδησης. Όλα βρίσκονται στο φάσμα ενός υπολογιστή. Εάν αυτός λειτουργήσει, θα λειτουργήσει ολόκληρο το ανθρώπινο σύστημα, κι αν σκεφτεί κανείς πόσο ευάλωτο είναι το μηχάνημα σ’ όλους αυτούς τους υιούς που κυκλοφορούν, τότε μπορούμε ν’ αναλογιστούμε πόσο εύκολα προσπελάσιμοι γινόμαστε και πόσο τρωτοί είμαστε.

Ξαναγυρνώντας τώρα στο ζήτημα του σώματος, συνειδητοποιούμε ότι σώμα και μυαλό δεν αποτελούν ενότητα για τις νέες τεχνολογίες, αλλά δύο διαφοροποιημένες μεταξύ τους έννοιες. Δεν μιλάμε πια για σώμα, αλλά για μετενσάρκωση του σώματος στη μηχανή. Δεν μιλάμε για ύλη, αλλά για ένα πλατωνικό δημιούργημα ζωντανό και υπαρκτό μόνο μέσα στη φαντασία που δημιουργεί η virtual πραγματικότητα. Δεν έχουμε πλέον την αίσθηση της αφής κυριολεκτικά, αλλά αισθανόμαστε αυτό που νομίζουμε ότι αισθανόμαστε.

Πολλοί μπορεί να είναι εκείνοι που κουράστηκαν απ’ όλη αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση μηχανής – ανθρώπου, κι αποφάσισαν να μην εμπλακούν σ’ αυτήν την διαδικασία, να μην γίνουν δέσμιοι αυτού που ονομάζουμε επιτεύγματα νέας τεχνολογίας. Δυστυχώς όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Το ίδιο το σύστημα παρασύρει τα μέλη του κοινωνικού συνόλου κι αν παρ’ όλ’ αυτά καταφέρουν να εξακολουθούν να είναι αμέτοχοι, τότε κάποια στιγμή, το ίδιο το σύστημα θα τους αποβάλλει απ’ τους κόλπους του, εφ’ όσον χωρίς αυτό δεν θα είναι σε θέση να συναλλαγούν, μια και από ‘δω και πέρα τα πάντα θα μορφοποιούνται στα πλαίσια μιας μηχανής, οπότε το να την αρνείσαι να την αποδεχτείς και να ακολουθήσεις τις εντολές της θα σε αποκλείσει από ουσιαστικές ζώνες της καθημερινότητας, κατατάσσοντας σε στους κοινωνικά απροσάρμοστους.

Πρόκειται για μονόδρομο, απ’ τον οποίο αν βγεις, είτε θα καταστραφείς απ’ την πρόσκρουση με το αντίθετο ρεύμα, είτε θα περιθωριοποιηθείς, μην έχοντας τη δυνατότητα πια να προλάβεις τις εξελίξεις, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα χάσεις την ιδιότητα που σε κατέτασσε στους δρώντες και ενεργοποιημένους κοινωνικά οργανισμούς.

Έχοντας συζητήσει όλα τα παραπάνω, τίθεται τώρα πια το ερώτημα: εφ’ όσον δεν υπάρχει πλέον σώμα, αλλά μετενσάρκωση σε μια μηχανή, κι εφ’ όσον δεν υπάρχει πια μυαλό, αλλά μικροτσίπ, είναι δυνατόν να γίνεται διαχωρισμός σε αρσενικό και θηλυκό; Είναι δυνατόν να εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιες έννοιες, όταν πολύ πιο ζωτικές και πιο σημαντικές, που προϋπάρχουν και στηρίζουν τη παρουσία του φύλου, τείνουν προς κατάργηση;

Μια προσεχτικότερη, κι όχι απαραίτητα σε βάθος ματιά στα μοντέλα που προβάλλει ο κυβερνοχώρος, αποκαλύπτει ότι η εικόνα που κυριαρχεί σε σχέση με τα δυο φύλα δεν απέχει και πολύ από τη γραφικότητα των ανδρικών εφηβικών φαντασιώσεων. Για να γίνουμε πιο σαφής, το σώμα (ότι κι αν αυτό τελικά είναι) στην κουλτούρα του κυβερνοχώρου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πια σαν απόλυτα προσδιορισμένο απ’ το φύλο του κι απ΄ τη φυλή στην οποία ανήκει.

Στην κοινωνία του κυβερνοχώρου τα cyborgs (πλάσματα που εξωτερικά έχουν τη μορφή ανθρώπου, εσωτερικά όμως είναι ένα μηχάνημα) ακολουθούν την εξής πολιτική: σ’ ότι αφορά τη μορφή, οι γενετήσιες διαφοροποιήσεις μεταξύ των χαρακτήρων, διατηρούν μια δόση της πραγματικότητας, παρ’ όλ’ αυτά το γυναικείο σώμα κωδικοποιείται ως σώμα σε συνάρτηση με κάποιο άλλο, ενώ το ανδρικό, ως σώμα σε απομόνωση απ’ τα άλλα. Απ’ τα δρώμενα τόσο στα διάφορα περιοδικά, όσο και στα video παιχνίδια, διαπιστώνει κανείς ότι οι γενετικές διαφοροποιήσεις των δρώντων υποκειμένων αντικατοπτρίζουν τη σχέση που έχουν με τον τεχνολογικό χώρο της πληροφορίας (πχ δυο από τους χαρακτήρες ενός διάσημου στο εξωτερικό περιοδικού τέτοιων θεμάτων, χρησιμοποιούν δραστικά τις διαστάσεις τις κυβερνογενετικής → η μελέτη των μηχανισμών επικοινωνίας και ελέγχου στους Η/Υ και στον ανθρώπινο εγκέφαλο ← προκειμένου να επικοινωνήσουν μ’ άλλους ανθρώπους. Κάποιοι άλλοι, έχουν εθιστεί στις δυνατότητες που προσφέρει ο κυβερνοχώρος και ιδιαίτερα αυτή που προσφέρει διέξοδο απ΄ τη μοναξιά των υλικών σωμάτων τους).

Η φυλετική διάκριση ανάμεσα στους ήρωες αποκαλύπτεται απ’ τον τρόπο που εκδηλώνεται η σεξουαλική επιθυμία από και προς ένα άτομο περισσότερο, παρά από χαρακτηριστικά που από μόνα τους υποδηλώνουν φυλετικά χαρακτηριστικά (πχ μια από τους βασικούς χαρακτήρες είναι το επίκεντρο αντικείμενο και υποκείμενο της σεξουαλικής επιθυμίας, ενώ σε κάποιους άλλους που δεν υπάρχει εμφανής φυλετική ένδειξη, ακριβώς αυτή η απουσία οδηγεί στα συμπεράσματα περί φυλετικής κατάταξης).

Γενικά, θα έλεγε κανείς ότι το συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι τελικά, το φύλο και η φυλή θ’ αποτελέσουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του μεταμοντέρνου ανθρώπου. Παρά το γεγονός δηλαδή ότι μέχρι τώρα μιλούσαμε διαρκώς για την απειλή που ασκείται στο σώμα και στο μυαλό, ως υλικές και θεωρητικές υποστάσεις, απ’ την τεχνολογική μετενσάρκωση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τελικά χωρίς την υλικότητα του σώματος, ή χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν τη φύση του, δεν μπορεί να υπάρξει η οποιαδήποτε ανάλυση και δεν μπορεί να σταθεί κανένα επιχείρημα.

Επομένως, και προκειμένου να κλείσουμε, έχοντας κλείσει τον κύκλο μας μ’ αυτή τη προηγούμενη παράγραφο, θα έλεγε κανείς ότι τέτοιου είδους έντυπα και παιχνίδια δεν είναι σε θέση να μας δώσουν μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι έγινε, γίνεται ή πρόκειται να γίνει. Φυσικά κι έχουν μια αλληγορική διάσταση, όχι όμως ότι αυτό που προτείνουν είναι κι αυτό που τελικά θα συμβεί.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι ότι όπου κι αν μας πάει ή την πάμε την τεχνολογία, μερικές αρχές θα παραμένουν πάντα οι ίδιες, έστω κι αν στην επιφάνεια μοιάζουν πολύπλοκες, δυσνόητες ή ανθρωπιστικά απόμακρες.

Εάν ο άνθρωπος παραβιάσει τις βάσεις του δεν θα μπορέσει να πάει παραπέρα. Πρέπει σ’ αυτές να στηριχτεί, γιατί αυτές είναι το μέλλον του. Ρομαντισμός; Μάλλον, κοινή λογική. Εξάλλου το λεει και το τραγούδι: "όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν..."

Η Βιοπολιτική της Νέας Πληροφορικής Τεχνολογίας

Η μελέτη του περιοδικού Synners επίσης υπονοεί ότι μια πολιτική κριτική οποιασδήποτε τεχνολογίας είναι δύσκολο να αποδοθεί αφηρημένα. Οι τεχνολογίες έχουν πάντα πολλαπλά αποτελέσματα. Ο καθορισμός του νοήματος αυτών των αποτελεσμάτων δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Για παράδειγμα, πολλά άρθρα σε εφημερίδες σχετικά με την virtual πραγματικότητα, ισχυρίζονται ότι οι υπηρεσίες που προσφέρει αυτή (η πραγματικότητα), όπως είναι η “Virtual Βάλερι” και περίπου άλλα 900 ροζ τηλέφωνα, είναι τεχνολογίες του ασφαλούς (χωρίς επαφή) σεξ. Ένας μάλιστα ειδικός αφροδισιολόγος στην Ατλάντα φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι οι υπηρεσίες της virtual πραγματικότητας σε σεξουαλικά θέματα θα είναι η βασική σεξουαλική βοήθεια μέχρι το τέλος της δεκαετίας, υπολογίζοντας ακόμα και τους παθογενετικά συνετούς. Παρ’ όλα αυτά παρατηρώ, ότι το ίδιο ακριβώς φαινόμενο ενσωματώνει νέες μορφές κοινωνικού και πολιτισμικού αυτισμού. Η Brenda Laurel, σχεδιάστρια και ερευνήτρια των προγραμμάτων virtual πραγματικότητας, αναφέρει: “Πολλοί άνδρες στην Αμερική μου λένε ότι ένας από τους λόγους που ασχολήθηκαν μ’ αυτή τη δουλειά ήταν για να αποδράσουν από την κοινωνική πλευρά του να είναι άνδρες -να αποδράσουν ως γυναίκες συγκεκριμένα”.

Η Sandy Stones μελετά ηλεκτρονικές κοινότητες και όσους “κινούνται” στον κυβερνοχώρο-συμπεριλαμβανομένων και των μηχανικών της virtual πραγματικότητας, όπως και όσων δουλεύουν στις ροζ υπηρεσίες. Στη δική της ανάλυση του virtual συστήματος, καταλήγει ότι ο κυβερνοχώρος διαχωρίζει και ενσωματώνει την ίδια στιγμή μια καινούργια “μόδα” σχετικά με το φύλο: Η επιθυμία να διασταυρωθούν τα όρια του ανθρώπου με τη μηχανή., να εισχωρήσουν το ένα στο άλλο και να καταμετρηθούν, πράγμα που είναι μέρος της μνήμης του κυβερνοχώρου, μοιάζει σε πολλά χαρακτηριστικά και σε αντίληψη με τον άδηλο πόθο που νιώθει ένας άνδρας για μια γυναίκα. Συνεχίζοντας διαφωνεί: “Για να εισχωρήσει κανείς στον κυβερνοχώρο πρέπει να εξοικειωθεί μ’ αυτόν. Πρέπει να “φορέσει” τον επικίνδυνο και αποπλανητικό κυβερνητικό χώρο, όπως ένα ένδυμα. Με άλλα λόγια, να γίνει γυναίκα”. Ακόμα κι όταν μελετά στο εργαστήριο, το διαχωρισμό του φύλου στις ενδο-cyber επαφές και διασυνδέσεις, η Stone ανακαλύπτει μια υπαρκτή αμφισημία στις κυβερνοχωρικές τεχνολογίες, οι οποίες συνδέονται με την ύπαρξη ενός φυσικού σώματος. Όσο κι αν κάποιοι κάνουν λόγο για νέες μορφές εικονικής “διασταύρωσης”, η Stone σθεναρά υποστηρίζει ότι:

“Κανένα σχηματιζόμενο σώμα, όσο όμορφο κι αν είναι, δε θα εξαφανίσει το θάνατο ενός κυβερνο-punk με AIDS. Ακόμα και στην εποχή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, η ζωή ανήκει πάντα στα ανθρώπινα σώματα και μόνο μέσα σ’ αυτά μπορεί να τη ζήσει κανείς”.

Αν, από τη μια πλευρά, οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες, όπως είναι η virtual πραγματικότητα, δημιουργούν νέο περιεχόμενο στις γνωστικές, καλλιτεχνικές, γλωσσικές και σεξουαλικές διεργασίες του ανθρώπινου σώματος, τότε επίσης αναγνωρίζουν και νέες μορφές ελέγχου των επιθυμιών του υλικού σώματος. Μελέτες για καινούργιους κώδικες στην ηλεκτρονική επικοινωνία, έδειξαν ότι η ανωνυμία που προσφέρεται από την οθόνη του υπολογιστή προωθεί το χρήστη σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, ακόμα και σε παρανομίες, όπως είναι οι παραβιάσεις σε αρχεία, η υποκλοπή των υπηρεσιών e-mail, και τον τρελλό βιασμό. Ωστόσο, παρ’ όλη την ανωνυμία που προσφέρουν, αναπαράγουν στερεοτυπικά μοντέλα συνομιλίας για τα δύο φύλα.

Στον κυβερνοχώρο, οι hackers επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω καναλιών του διαδικτύου που βασίζονται σε κείμενα. Κι όπως παραδέχονται, αυτά τα κείμενα χρησιμοποιούν γλώσσα που είναι απαλλαγμένη από κάθε μορφής φυλετικών, ρατσιστικών και εθνικών διαχωρισμών. Ωστόσο, αυτή η δήλωση αμφισβητείται τόσο από τις γυναίκες ερευνήτριες της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όσο και από τις γυναίκες χρήστες του διαδικτύου. Αυτό προέκυψε και μέσα από μια “ηλεκτρονική συζήτηση” στην οποία συμμετέχουν όσοι “κινούνται” στον κυβερνοχώρο και ονομάστηκε “Future Culture “(Μελλοντική Κουλτούρα). Το κεντρικό θέμα της συζήτησης ξεκίνησε από μια φοιτήτρια που “σύχναζε” στον κυβερνοχώρο και ονομάστηκε “Ουτοπία”. Τα λόγια της φοιτήτριας ήταν τα εξής:

“Μπορεί να είναι η φαντασία μου αλλά μου φαίνεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που συμμετέχουν στη συζήτηση είναι άνδρες. Για να μην αναφερθώ σ’ όλο τον πληθυσμό του διαδικτύου που γενικά συνομιλεί. Θα ήθελα να παρακινήσω και τις γυναίκες να συμμετάσχουν στη συζήτηση, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι υπάρχει καμία.

Αλήθεια υπάρχει;”

Θέλοντας να απαντήσει στα λόγια της φοιτήτριας ένας άνδρας συνομιλητής σημείωσε ότι:

“Αν δεν το έχετε παρατηρήσει, ο κύριος όγκος των ανθρώπων στο διαδίκτυο είναι άνδρες. Πρόκειται για το 80 % και σε ορισμένους τομείς το ποσοστό είναι μεγαλύτερο”.

Μια άλλη γυναίκα συνομιλητής υποστήριξε ότι:

“Θέλω να θέσω μια πολύπλοκη ερώτηση. Είναι πολλές οι γυναίκες που δεν παραδέχονται ότι παρακολουθούν τη συζήτηση, από φόβο μήπως και πέσουν θύματα πιθανής παρενόχλησης μέσω του διαδικτύου. Βέβαια, αν το σκέφτονται έτσι, πιθανόν να ανήκουν στον πιο θαρραλέο, γενναίο και συνάμα ηλίθιο τύπο γυναίκας.

Που αφήνει εμένα αυτό;

Ναι, είμαι γυναίκα που ασχολούμαι με το Internet, διαβάζω για τους κυβερνο-punk και γενικά ασχολούμαι με κομπιούτερ. Δεν σχεδιάζω προγράμματα, δεν κάνω τεχνική δουλειά. Απλώς, γράφω. Διαβάζω. Είμαι ένα σχετικά έξυπνο άτομο”.

Μετά την παραπάνω δήλωση, ακολούθησε μια ερώτηση από έναν άνδρα συνομιλητή: Αν πιστεύουν και οι άλλοι, όπως ο ίδιος, ότι οι γυναίκες που συμμετέχουν στον κυβερνοχώρο δεν είναι καθόλου ελκυστικές.

Η άποψη του παραπάνω συνομιλητή δεν βρήκε ανταπόκριση στους άλλους άνδρες του διαδικτύου και αυτό φαίνεται στα λόγια ενός άνδρα που του απάντησε ότι:

“Η αντίληψη για την φυσική ομορφιά υπάρχει μόνο στη συμβατή πραγματικότητα. Στο διαδίκτυο δεν ισχύει. Εκεί μέσα (στο διαδίκτυο) όλοι είμαστε μικροί κόκκοι σώματος που κινούμαστε μέσα στο ηλεκτρικό ρεύμα”.

Τελικά το ερώτημα παραμένει. Γιατί οι γυναίκες δεν ενδιαφέρονται για τη συζήτηση “Ουτοπία”.Μια γυναίκα συνομιλητής προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα:

“Θέλετε να μάθετε γιατί δεν θέλω να συμμετάσχω στη συζήτηση “Ουτοπία”; Γιατί είμαι ένα υπεύθυνο άτομο. Και ως τέτοιο άτομο καταλήγω να κάνω ή περιμένουν οι άλλοι από εμένα να κάνω όλες τις “βρώμικες” δουλειές. Όλες τις μικρές λεπτομέρειες, που όλοι οι άλλοι μέσα στο σπίτι δε σκέφτονται να κάνουν. Όπως είναι το πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, το μαγείρεμα, κάποιες μικροεπισκευές μέσα στο σπίτι, μέχρι και το πέταγμα των σκουπιδιών. Αυτό δεν το τονίζω για να δείξω ότι παίζω τον “τυπικό” ρόλο μιας γυναίκας, αλλά γιατί τόσοι άνδρες και τόσες γυναίκες άφησαν όλες αυτές τις δουλειές να πέσουν στα χέρια μου. Και δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι, αν δεν ασχοληθώ εγώ μ’ αυτές τις δουλειές, τελικά κάποτε θα γίνουν. Ίσως εκπλαγείτε αν ανακαλύψετε για πόσο καιρό είναι ικανοί οι άνθρωποι να αγνοούν τα σκουπίδια ή τα πιάτα. Ή πόσοι άνθρωποι δεν ξέρουν να χρησιμοποιήσουν ένα κατσαβίδι ή να κρατήσουν ένα σφυρί.

Επιπλέον, είναι και το θέμα της ασφάλειας. Υπάρχει αυτή η αντίληψη που κυκλοφορεί, κυρίως στο διαδίκτυο, ότι ο χώρος των κομπιούτερ προωθεί ποικίλες ενέργειες βίας. Και αν τελικά καταλήξουμε ότι για κάθε γυναίκα αντιστοιχούν περίπου 50 άνδρες, πως μπορεί να εγγυηθεί κανείς για την ασφάλειά της;

Έτσι, μιλώντας για τις δυσκολίες σε θέματα ασφάλειας, για σκουπίδια, μαγείρεμα και καθάρισμα, πως θα μπορέσεις να ανταποκριθείς στις δύσκολες “θάλασσες” των ηλεκτρονικών κομπιούτερ, πως θα επιβιώσεις εκεί, σε ποιά σκαριά θα κοιμηθείς και που θα βρεις θαλασσοπόρους να σε καθοδηγήσουν;

Και που θα βρεις τα λεφτά για την προσπάθεια; Κι αν τελικά αποφασίσεις να πας σε ένα νησί, πως θα αντιμετωπίσεις τους μόνιμους κατοίκους του; Τι θα κάνεις αν κάποια είδη ζώων απειλούνται με εξαφάνιση στο συγκεκριμένο νησί; Τι θα κάνεις με τους φυγάδες από αυτόν τον κόσμο που πονά, που ψάχνουν για κάποιο μέρος στον πλανήτη να δραπετεύσουν;”

Όπως κάποιος άλλος άνδρας συνομιλητής επεσήμανε, αυτά αποτελούν επικείμενα πρακτικά θέματα για συζήτηση, αλλά δεν είναι απόρροια της μη συμμετοχής των γυναικών στο διαδίκτυο. Το αρχικό θέμα της παραπάνω ομιλήτριας είχε ξεκαθαριστεί στη βασική συζήτηση: Οι κατάλογοι των ηλεκτρονικών συζητήσεων έχουν κατασκευαστεί πάνω σε συγκεκριμένους κώδικες παρεμβατικών επικοινωνιών που τις περισσότερες φορές είναι εχθρικές προς τις γυναίκες συμμετέχοντες στο διαδίκτυο. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, η on-line επικοινωνία έχει κατασκευαστεί κυρίως για μια επικοινωνία σε άλλη βάση και φανερά υπόκεινται σε γενετικές, κοινωνικές, ηλικιακές και φυλετικές διακρίσεις.

Η Hoai-An Truong, μέλος του οργανισμού BAWIT (Bay Area Women In Telecommunication) γράφει σχετικά με το θέμα:

“Παρά το γεγονός ότι, το διαδίκτυο ως σύστημα, επισκιάζει τα φυσικά χαρακτηριστικά των χρηστών, πολλές γυναίκες πιστεύουν ότι το φύλο τους,τους ακολουθεί στην on-line επικοινωνία και θέτει μια βάση για την κοινωνική και ιδιωτική ενδο-επικοινωνία στο διαδίκτυο, σε τέτοιο βαθμό που μερικές γυναίκες σκόπιμα επιλέγουν την υιοθέτηση μιας ουδέτερης ταυτότητας ή αρνούνται να εκφράσουν τη γνώμη τους. Κι αυτό συμβαίνει για να μην αποκαλυφθεί το φύλο τους”.

Κι έτσι, παρατηρείται το εξής παράδοξο:

Ο κυβερνοχώρος, ενώ ουσιαστικά είναι ένα μέρος όπου το φυσικό σώμα δεν παίζει κάποιο ρόλο, για τις γυναίκες είναι διαφορετικά. Η ψευδής άρνηση του σώματος (κυρίως από τους άνδρες χρήστες) απαιτεί την επιθετική άρνηση (από τις γυναίκες χρήστες), έτσι ώστε η επικοινωνία να είναι εφικτή. Για μερικές γυναίκες αυτή η άρνηση του φυσικού τους σώματος, απλώς δεν αξίζει την προσπάθεια για επικοινωνία στο διαδίκτυο. Από την πλευρά των ανδρών, η διαπίστωση αυτή δεν γίνεται καν αντιληπτή.

Γεωγραφίες Κυβερνοχωρικών Τοπίων που Έχουν Φύλο

Σε μια θεωρητική κριτική της ψυχανάλυσης και της κοινωνικής ιστορίας των τάξεων, που ονομάζεται “Landscape for a Good Woman", η Carolyn Steedman εκτιμά ότι η αυτοβιογραφία είναι χρήσιμη για την παραγωγή της πολιτισμικής κριτικής, γιατί “οι προσωπικές ερμηνείες του παρελθόντος χρόνου - οι ιστορίες δηλαδή που οι άνθρωποι εξηγούν πως κατέληξαν τελικά στον τόπο που κατοικούν - είναι συνήθως σε βαθιά και αδιευκρίνιστη διαμάχη με τα επίσημα ερμηνευτικά τεχνάσματα του πολιτισμού. Η Steedman περιγράφει τη διαμάχη που η ίδια βίωσε, όταν εξέλαβε την πολιτισμική θεωρία ως προσωπική:

“Η κατασκευή της ταξικής και σχολικής ανάλυσης και η πολιτισμική κριτική, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη ζωή της μητέρας μου. Η χρησιμότητα του βιογραφικού και αυτοβιογραφικού πυρήνα ενός βιβλίου είναι ότι προσφέρει πολλά από τα παιδικά βιώματα, τις ανησυχίες των παιδικών χρόνων και τις αναζητήσεις”.

Η γραφή ιστοριών που δεν επικεντρώνονται σε ένα κυρίαρχο πολιτισμό, κυρίως η ιστορία της για την working-class παιδική της ηλικία και έναν μη εξουσιοδοτημένο πατέρα, η Steedman ταυτόχρονα αναθεώρησε τη γνώση που προέρχεται από τη ψυχαναλυτική θεωρία και τα παρεκβατικά τυπικά της πολιτισμικής κριτικής. Πιο συγκεκριμένα, συνδέει έναν αυτοβιογραφικό απολογισμό της working-class childhood με τον βιογραφικό απολογισμό του ταξικού διαχωρισμού της μαμάς της, για να γίνει το περιεχόμενο μιας αφηγηματικής κριτικής της κλασσικής ψυχαναλυτικής μελέτης (Freud¢ s story of Dora): Η πρόθεση της Steedman είναι να ξεκαθαρίσει τη σχέση μεταξύ των αφηγήσεων του ανθρώπου και των αφηγήσεων της ιστορίας. Ο απώτερος σκοπός της είναι να δείξει ότι οι working -class histories, όποια μορφή κι αν έχουν ως μελέτες ή ως αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, έρχονται συχνά σε αντίθεση με τα τυπικά “ερμηνευτικά τεχνάσματα” του κυρίαρχου πολιτισμού. Υπονοούμενο στην εργασία της Steedman είναι το επιχείρημα ότι, προκαλώντας τέτοια διαμάχη δημιουργείται η ευκαιρία να ασχοληθεί κανείς με την κωδικοποίηση των τυπικών ερμηνειών.

Παρ’ όλο που μπορούν να γραφτούν διάφορες πλευρές αυτής της διαμάχης, προτείνω ότι η “διφορούμενη διαμάχη” ανάμεσα στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις που άνοιξαν αυτό το κεφάλαιο και το κυρίαρχο, αν και όχι επίσημα, για την ερμηνευτική θεωρία της εποχής μας -τον μεταμοντερνισμό-αφορά την τάση να γιορτάζουμε το διαρκές παρόν.

Ο Steve Best και ο Doug Kellner αναγνώρισαν αυτή την τάση ως “ριζοσπαστικό παροντισμό” και τόνισαν ότι: “Ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε επαφή με τις γενεολογικές και ιστορικές αναμνήσεις που είχε καθώς μεγάλωνε και που τον βοήθησαν να δημιουργήσει ιστορική συνείδηση για να έχει έτσι ένα πλούσιο και πολυδιάστατο παρόν".

Η μελέτη του παρόντος αυξάνει σε δύο τα ιδεολογικά θέματα για την ηλικία της πληροφορίας: Πρώτον, την κατασκευή των κοινωνικών θεωριών μέσα από τις αφηγήσεις ξεχωριστών virtual μυαλών και δεύτερον, την κατασκευή των τεχνολογικών ιστοριών γραμμένων χωρίς γυναίκες, εργάτες, πολιτικούς.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταλήξω συζητώντας για τη γενετική πλευρά της εξέλιξης αυτών των τεχνολογιών, ότι έχουν αναγνωριστεί ως το κεντρικό θέμα στην Νέα Εποχή και στην ηλικία της πληροφορίας: μικροηλεκτρονική, τηλεπικοινωνιακά διαδίκτυα και άλλες μορφές των τεχνολογιών των υπολογιστών. Οι γυναίκες μόλις πρόσφατα δείχνουν κάποιο ενδιαφέρον στην τεχνολογική γνώση, καινοτομία και εργασία. Και έτσι, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα νέο φαινόμενο φεμινισμού που αγνοεί τους σωστούς κώδικες για να εισχωρήσει στην τεχνολογία.

Ο Ρόλος του Φύλου στην Ιστορία της Τεχνολογίας

Η συγκέντρωση ενός βασικού βιογραφικού υλικού για τη συμμετοχή των γυναικών σε ανδροκρατούμενους τεχνικούς και επαγγελματικούς τομείς-όπως είναι οι φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά, η στρατιωτική επιστήμη και η αστρονομία-δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το ιστορικό υλικό που είναι διαθέσιμο, φωτίζει όλα εκείνα τα εμπόδια που οι γυναίκες έπρεπε να υπερπηδήξουν για να προωθήσουν το ενδιαφέρον τους και την έρευνα τους σε επιστημονικούς και τεχνολογικούς τομείς. Τα εμπόδια αυτά πηγάζουν από την τυπική απαγόρευση των γυναικών στην εκπαίδευση και από τους νομικούς περιορισμούς για τα περιουσιακά δικαιώματα των γυναικών, πράγμα που ανάγκασε πολλές γυναίκες να κάνουν τις ανακαλύψεις τους κάτω από το όνομα του αδελφού ή του συζύγου τους. Ύστερα από 24 χρόνια αρθρογραφίας στο περιοδικό Technology and Culture σχετικά με τη συμπεριφορά του γένους και των γυναικών, η Joan Rothschild εκτιμά ότι ένας από τους λόγους της έλλειψης συζήτησης για το γένος στην ιστοριογραφία της τεχνολογίας είναι η συνέπεια της κυριολεκτικής επικράτησης του αρσενικού γένους στην τεχνολογία. Αυτή η σύνδεση έχει σοβαρά αντικρουστεί από πρόσφατες φεμινιστικές μελέτες που επιδιώκουν να φωτίσουν όχι μόνο τη συμβολή των γυναικών στην ιστορική ανάπτυξη των διαφόρων τεχνολογιών αλλά κυρίως να ξαναθυμηθούν την ιστορία της τεχνολογίας από τη φεμινιστική της πλευρά. Ο Autumn Stanley, από την άλλη, αμφισβητεί ότι η ιστορία της τεχνολογίας παραλείπει τη γυναικεία παρουσία, λόγω της κατηγοριοποιημένης απόκλισης των τεχνολογιών, στην οποία οι γυναίκες συντέλεσαν στην ανάπτυξη “μη κατάλληλων” τεχνολογιών: στο σημείο αυτό καταγράφει την παρασκευή φαγητού, την παιδική φροντίδα και τεχνολογίες που αφορούν γυναικολογικά θέματα. Άλλες φεμινίστριες διερευνούν κοινωνικούς διακανονισμούς που μειώνουν την “αρσενική” επικράτηση της τεχνολογίας που ενδόμυχα επηρεάζει τη ζωή των γυναικών, όπως είναι η τεχνολογία των οικιακών συσκευών καθώς επίσης και μελέτες σε συγκεκριμένους τομείς που ακόμα κυριαρχούνται από άνδρες επιστήμονες ή ερευνητές.

Όπως έχω ήδη αναφέρει, η σχέση των γυναικών με την τεχνολογία και την εργασία ήταν από την αρχή προβληματική. Η εξάπλωση των υπαλληλικών επαγγελμάτων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησε στη θηλυκοποίηση ορισμένων επαγγελμάτων. Οι γυναίκες προτιμούνται να προσλαμβάνονται απ’ ότι οι άνδρες, γιατί πληρώνονται λιγότερο. Αυτό οδήγησε στην εξάπλωση των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές μορφές της γυναικείας εργασίας έγιναν αντικείμενα ανάλυσης από το επιστημονικό μάνατζμεντ. Τα καθήκοντα έγιναν ρουτίνα και λογικοποιήθηκαν. Οι λογιστές και άλλοι υπάλληλοι γραφείου έγιναν “βοηθοί μηχανών που εκτελούσαν προκαθορισμένους επαναληπτικούς υπολογισμούς”. Αυτή η επαναληπτική διαδικασία ήταν το τέλειο υλικό για τα αυτόματα κομπιουτεράκια (για υπολογισμούς αριθμών). Παρ’ όλο που μερικοί ιστορικοί εκτιμούν ότι η εισαγωγή των κομπιούτερ (για υπολογισμούς αριθμών) και των ηλεκτρονικών υπολογιστών (όπως είναι σήμερα) έγινε κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής εξάπλωσης και επιπλέον είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των υπαλληλικών εργασιών διαθέσιμων σε άνεργους εργάτες, ωστόσο οι νέες θέσεις εργασίας ήταν συχνά στρωματοποιημένες, όσον αφορά το φύλο του εργαζόμενου. Και φυσικά οι πιο καλοπληρωμένες και με προοπτική θέσεις καταλαμβάνονταν από άνδρες.

Στο σημείο αυτό θέλω να παραθέσω μια μικρή σημείωση: ότι οι γυναίκες είχαν ασχοληθεί με την ηλεκτρονική επικοινωνιακή τεχνολογία σε εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών τουλάχιστον από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτές οι εργασίες είχαν αντίθετα αποτελέσματα στην εργασία των γυναικών. Από τη μια αυξάνονται οι πιθανότητες για νέες θέσεις εργασίας αλλά από την άλλη μειώνονται τα προσόντα που είχαν οι υπάλληλοι γραφείου, οι οποίοι προσλαμβάνονταν για το χειρισμό των μηχανών.

Για να έχουμε μια ολοκληρωμένη άποψη για τον αντίκτυπο αυτών των τεχνολογιών στη ζωή των γυναικών, πρέπει να γνωρίζουμε ότι πολλές γυναίκες που έχασαν τις θέσεις εργασίας τους με την εισαγωγή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, δεν αντιμετώπισαν το γεγονός ως επαγγελματική αποτυχία. Μάλιστα κάποιες απ’ αυτές, όπως ήταν η μητέρα μου, ανυπομονούσαν να ασχοληθούν με την πραγματική εργασία που προορίζονταν, δηλαδή το γάμο και τη μητρότητα.

Μέσα σε 10 χρόνια που ο ηλεκτρονικός υπολογιστής έγινε μαζικό καταναλωτικό προιόν, πραγματοποιήθηκε ένα μπέρδεμα στον εργασιακό χώρο, τόσο στο σπίτι, όσο και στο γραφείο. Επίσης έγινε συνήθεια να ασκούμε κριτική στην άποψη ότι τα κομπιούτερ αύξησαν την παραγωγική διαδικασία, την πρωταρχική γραμμή μάρκετινγκ για την πώληση προσωπικών υπολογιστών σε εταιρείες και εργοστάσια. Κάποιοι κριτικοί διαμαρτύρονται ότι ο αληθινός αντίκτυπος των κομπιούτερ και των διεθνών συστημάτων ήταν η αύξηση της ποσότητας του χρόνου που απαιτεί η παραγωγή εγγράφων, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η μηχανοποίηση της εργασίας μειώνει την ποιότητα των εργασιακών συνθηκών, λόγω της φυσικής ανησυχίας και του τεράστιου όγκου των πληροφοριών.

Κοινωνιολογικές έρευνες που μελετούν τα φυλετικά θέματα για την ενασχόληση με την τεχνολογία, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην έλλειψη προσόντων και την απόλυση των γυναικών ως υπαλλήλων γραφείου σε διάφορες επιχειρήσεις. Ενώ αυτές οι μελέτες για τις γυναίκες ως εργαζόμενες είναι σημαντικές για την κατανόηση του κοινωνικού και οικονομικού αντίκτυπου των κομπιούτερ και της σύγχρονης τεχνολογίας, ωστόσο δεν υπάρχει σχεδόν καμία έρευνα διαθέσιμη σχετικά με τη δημιουργική ή τη μορφωτική χρήση των επικοινωνιακών τεχνολογιών από τις γυναίκες, ή για το ρόλο των γυναικών στην ιστορία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αλλά υπάρχει πάντα μια κλασική προκατάληψη σε αυτές τις έρυνες: Με το να επικεντρώνεται το ενδιαφέρον στην χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις γυναίκες στο χώρο της εργασίας, αυτές οι μελέτες περιορίζουν την κριτική τους διερεύνηση σε αυτές τις γυναίκες που έχουν πρόσβαση σε αυτό που ονομάζουμε “υψηλή” τεχνολογία, πράγμα που υπερβαίνει το εφικτό επίπεδο προσόντων για τις περισσότερες γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Έτσι, το ερώτημα για την απασχόληση των γυναικών και την ηλεκτρονική τεχνολογία μπορεί να τεθεί σε νέα βάση: Για παράδειγμα, ο Les Levidow έκανε μια έρευνα για τις γυναίκες που φτιάχνουν τα μικροσκοπικά τσιπς από σιλικόνη, τα οποία χρησιμοποιούνται ως υλικά για τη δημιουργία φτηνών εξαρτημάτων και ανταλλακτικών για ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Εξάλλου, σε αφθονία τόσο στην Πολιτεία Silicon Valley, όσο και στην Μαλαισαική, η πλειοψηφία των εργατών που φτιάχνουν τα τσίπς είναι γυναίκες μετανάστες που πληρώνονται με ελάχιστη αμοιβή.

Παρ’ όλα αυτά, ένας άλλος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το ερώτημα σχετικά με τη θέση των γυναικών στην ιστορία της τεχνολογίας, ένας τρόπος που συνδέεται κυρίως με ταξικά ζητήματα, είναι να τεθεί η ερώτηση “Ποιός μετράει;" Αυτό οδηγεί στην εξέταση τόσο αυτών που ορίζουν το ποιος μετράει σαν παραδείγματα ταυτοτήτων, όσο και αυτών μου αντιμετωπίζονται σαν αριθμοί ή περιπτώσεις στην κατάρτηση μιας βάσης δεδομένων. Η πολιτική των βάσεων δεδομένων θα είναι ένα σημεντικό θέμα για τη δεκαετία του ’90 καθώς ένα μεγάλο μέρος επιχειρήσεων, υπηρεσιών και δημόσιων υπηρεσιών θα λειτουργούν και “on-line”. Ο καθορισμός του ποιός έχει πρόσβαση στα δεδομέν και το πως μπορεί κανείς να αποκτήσει πρόσβαση στα δεδομένα που υποτίθεται βρίσκονται στη διάθεση του κοινού, σαν ένα πολυδιάστατο έργο που περιλαμβάνει τη χρήση υπολογιστή, ικανότητα και πρόσβαση στο δίκτυο και εκπαίδευση στον εντοπισμό και στη υπερπηδηση εμποδίων για την πρόσβαση σε κυβερνητικές βάσεις δεδομένων. Ακόμα και μία από τους κύριους συντονιστές δεδομένων στο U.S Geological Survey διαβεβαιώνει ότι "οι αγορές δεδομένων, η πρόσβαση στα δεδομένα και η διασπορά των δεδομένων είναι τώρα θέματα περίπλοκα, ασαφή και ευαίσθητα. Επίσης προβλέπει ότι " αυτά θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα τα πιο σημαντικά ζητήματα της δεκαετίας".

Τα ζητήματα της κοινής πρόσβασης και του status της πληροφορίας στην εποχή των υπολογιστών τώρα μόλις αρχίζουν να τραβάνε την προσοχή του κοινού. Οπως λέει ο Kenneth B. Allen, "οι ίδιεες τεχνολογίες που μας δίνουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε, να επεξεργαστούμε και να διαδώσουμε την πληροφορία" μπορούν με έναν ειρωνικό σχεδόν τρόπο, να "απειλήσουν την πρόσβαση του κοινού στις κυβερνητικές πληροφορίες". Το θέμα του δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση πρέπει να ελεγχθεί και να παρακολουθηθεί από συνηγόρους των πολιτών που αντιλαμβάνονται καλά τη λειτουργία των υπολογιστών. Το ερώτημα, λοιπόν, γίνεται, από θα προέλθουν αυτοί οι συνήγοροι; Δύο απαντήσεις μας έρχονται αμέσως στο νου: θα είναι είτε επκπαιδευμένοι είτε εκλεγμένοι. Φεμινίστριες διαννοούμενες και καθηγήτριες μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση πρώτον με το να προωθούν τις γυναίκες φοιτήτριες να μελετούν θέματα που αφορούν τις πολιτικές πληροφόρησης και έπειτα με το να υποστηρίζουν τις γυναίκες υποψήφιες για τα ομοσπονδιακά και εθνικά συμβούλια που διαχειρίζονται θέματα πληροφόρησης.

Αυτές οι υποφήφιοι και οι φοιτήτρις σίγουρα θα αντιμετωπίσουν πολλά δύσκολα ζητήματα που αφορούν επιθέσεις σε ό,τι αφορά το σώμα τους, την πληροφόρηση, ακόμα μπορεί να δεχτούν και μηνύσεις. Το Council for State Goverments περιγράφει ένα σχέδιο νόμου που είχε κατατεθεί το 1993: το Prenatal Exposure to Controlled Substances Act. Αυτή η πράξη θα απαιτούσε "το προσωπικό πυ κουράρει χρήστες ουσιών να αναφέρει στην Κοινωνική Πρόνοια κάθε έγγυο γυναίκα που είναι αλκοολική ή ναρκομανής". Τα θετικά αποτελέσματα ενός τέτοιου νόμου θα απαιτούσε από τις πολιτείες να "θεραπεύουν τις αλκοολικές και τις ναρκομανείς γυναίκες". Οι αρνητικές συνέπειες, όπως ηαύξηση της εγκληματικότητας των εξαρτημένων εγγύων δεν αναφέρονται, καν. Αυτός ο νόμος θα μπορούσε, όπως αναφέρει η Jennifer Terry, να λειτουργήσει σαν "τεχνολογία-φύλακας" η οποία εξασφαλίζει στο αγέννητο παιδί δικαιώματα τα οποία αρνείται στη μητέρα του: για τις άπορες μητέρες οι καθημερινές επεμβάσεις μέσω της Κοινωνικής Πρόνοιας και της Δικαιοσύνης, μπορούν να υπονομεύσουν το απυρόβλητο της ιδιωτικής ζωής.

Η Πολιτισμική Δόμηση της Νέας Εποχής

Συνθέτοντας αυτό τον απολογισμό του ανερχόμενου πολιτισμικού μορφώματος, με έμφαση στις πρακτικές και στις μορφές ενσωματώσεων,, γίνεται ξεκάθαρο ότι χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά για την επεξεργασία των τρόπων με τους οποίους συνδέεται αυτό το νέο μόρφωμα με τις κυρίαρχες παραγωγικές, καταναλωτικές, επικοινωνιακές και εξουσιαστικές δομές. Προσπάθησα να δείξω τον τρόπο με τον οποίο τα υφιστάμενα ιδεολογικά ερευνητικά έργα όπως η καταστολή της ιστορίας, η καταπίεση του σώματος μέσα από τη χρήση των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας. Η εξέταση του ευρύτερου πολιτισμικού μορφώματος προτείνει κυρίως νέα αντικείμενα μελέτης για τον φεμινισμό τώρα και στο μέλλον: παγκόσμιοι εργάτες, εν οικω εργάτες, μηχανικοί γνώσης, επιστήμονες σε εταιρίες, αστυνομία σκέψης και μόνιμα προσωρινοί εργάτες. Λέγοντας την ιστορία του κυβερνοπάνκ για τον συντονισμό της τεχνολογίας και της τεχνικής κατάρτισης και πως αυτή γίνεται αντικείμενου εταιρικού ελέγχου, το βιβλίο Sinners μας δίνει μια αντι-μυθολογία της εποχής της πληροφορίας -όχι ότι η πληροφορία θα είναι δωρεάν αλλά ότι θα κοστίζει και μάλιστα πολύ. Μέσω της μεταφεμινιστικής απεικόνισης των δυνατών θηλυκών σωμάτων που ανταγωνίζονται χαλιναγωγημένα ή αστεία ανδρικά σώματα, το δίνει μια εναλλακτική πρόταση για την τεχνολογική ενσωμάτωση που είναι συμφωνη με την γενετική ιστορία της τεχνολογίας: όπου η τεχνολογία δεν αποτελεί το μέσο φυγής από το σώμα ή το μέσο υπέρβασης του σώματος,, αλλά μάλλον το μέσο επικοινωνίας και σύνδεσης με άλλα σώματα. Το Sinners επίσης, θέτει ερωτήματα σεχετικά με το νόημα της φυλής στην εποχή της πληροφορίας. Πως γίνεται η αποσύνδεση από το σώμα μέσω της τεχνολογίας να αποτελεί ένα σχόλιο για την επιθυμία υπέρβασης των φυλετικών ταυτοτήτων; πώς τα υλικά σώματα στιγματίζονται από το χρώμα τους μέσα από τις τεχνολογικές συναντήσεις; πώς παρουσιάζονται οι φυλετικές ταυτότητες στους μύθους τεχνολογικής προόδου; παρά το γεγονός ότι είμαστε αθεράπευτα πληροφορημένει, δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες σχετικά με τις ενσωματωμένες πλευρές των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης. Για να το πούμε πιο απλά, χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα για να κάνουμε μια ολοκληρωμένη ανάλυση της εποχής της πληροφορίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν βάση για κριτικές πολιτικές επεμβάσεις.

Το Sinners επίσης, θίγει την σημασία της μυθολογίας των κυβερνοπάνκ για τη δόμηση των φεμινιστικών σπουδών επιστημονικών και τεχνολογικών μορφωμάτων. Η Gina και η Sam αποτελούν ενδιαφέροντα μοντέλα για τη φεμινιστική θεωρία από την άποψη ότι οι τεχνολογικές τους ικανότητες και τα ταλέντα τους δίνουν έμφαση στην ανάγκη που υπάρχει οι φεμινίστριες ακτιβίστριες να ενισχύσουν τις γυναίκες να αναπτύξουν ταλέντα σε ό,τι αφορά τις τεχνολογίες και για τις φεμινίστριες καθηγήτριες να προωθήσουν την τεχνολογική εκπαίδευση. Η πρόκληση είναι τώρα το πώς θα ενωθεί η ισχύς που προκύπτει από τη γνώση της τεχνολογίας με τα γυναικεία θέματα ημερησίας διάταξης ενώ συγχρόνως παλεύουμε εναντίον ενός βιομηχανικού ιμπεριαλισμού ο οποίος με μεγαλη προθυμία απορροφά το εξοικειωμένο με τη τεχνολογία ανθρώπινο δυναμικό για να εργάζονται προς όφελος ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το ερώτημα είναι πώς να ενισχύσουμε τους τεχνολογικούς μεσάζοντες ώστε να εργαστούν προς όφελος της σωστής κοινωνικής αλλαγής.

Ο ΡΌΛΟΣ ΤΟΥ ΣΏΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΈΣ ΣΠΟΥΔΈΣ ΕΠΙΣΤΉΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΊΑΣ

Στην εισαγωγή του βιβλίου της "Women's Oppression Today" ("Η Καταπίεση των Γυναικών Σήμερα", έκδοση του1988), η Michele Barrett, παρουσίασε λεπτομερώς έναν αναθεωρημένο χάρτη της σύγχρονης φεμινιστικής σκέψης, ένα πεδίο που έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στα 8 χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την πρώτη έκδοση του βιβλίου. Ένα από τα νέα πεδία φεμινιστικής έρευνας που διαπραγματευόταν ήταν ο σωματικός φεμινισμός που είχε πρωτοεμφανιστεί στις εργασίες πολλών αυστραλιανών φεμινιστριών, ιδιαίτερα της Elizabeth Grosz. Η Grosz ονομάζει σωματικό φεμινισμό "την αντίληψη μιας σωματικότητας που είναι συμβατή με τους γυναικείους αγώνες εναντίον των πατριαρχικών δομών της κοινωνίας και υπέρ της δημιουργίας αυτοπροσδιοριζόμενων όρων και αναπαραστάσεων". Με αυτή τη δήλωση η Grosz περιγράφει το ερευνητικό έργο που απασχόλησε πολλές φεμινίστριες κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’80 και των αρχών της δεκαετίας του ’90: πώς να αποκαταστήσουμε μια αντίληψη του σώματος που δεν υπαινίσσεται μια αμετάβλητη ταυτότητα για τα έχοντα σεξουαλική ελκυστικότητα σώματα.

Αυτή η εργασία συνάντησε διάφορες και διαφορετικές αντιδράσεις· ενώ κάποιες φεμινίστριες θεωρούσαν ότι η επαναφορά της συζήτησης στα θέματα του σώματος ήταν αναχρονιστική, και περιορισμένη, άλλες φεμινίστριες υποστήριζαν ότι το σώμα ήταν και θα εξακολουθούσε να είναι το πρωταρχικό πεδίο σύγκρουσης για τα δικαιώματα των γυναικών στο τέλος του εικοστού αιώνα. Σ’ αυτό το τελευταίο κεφάλαιο, κάνω μια σύντομη ανασκόπηση της εργασίας της Grosz σχετικά με τον "σωματικό φεμινισμό", την οξυδέρκεια και τη διορατικότητα που αυτή προσφέρει στη μελέτη του τεχνο-σώματος.

Η Grosz ισχυρίζεται ότι το βιβλίο της Vοlatile Bοdies (Ιπτάμενα Σώματα) αποτελεί "ένα συμβολισμό του σώματος το οποίο κινείται από την περιφέρεια στο κέντρο της ανάλυσης, έτσι ώστε τώρα να μπορεί να κατανοηθεί σαν την ίδια την "ουσία της υποκειμενικότητας". Το επιχείρημά της βασίζεται σε μια εκτενή εξέταση των βασικών έργων που αφορούν στη φιλοσοφία του σώματος -από τον Freud, Lacan, Merleau-Ponty, Nietzsche, Foucault, μέχρι τους Deleuze και Guattari. Η πρόθεσή της να εστιάσει την προσοχή της, πρώτα, στη δουλειά ανδρών θεωρητικών, ήταν για να επεξεργαστεί το υφιστάμενο ιστορικό οικοδόμημα για να διαπραγματευτεί έπειτα το σώμα σαν μια καθολική δομή περιβεβλημένη με κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου της, ωστόσο, επικεντρώνεται στις εργασίες γυναικών και φεμινιστριών που θέλουν να επανεξετάσουν το σώμα και τις ιδιαιτερότητες που έχει το κάθε φύλο. Η Grosz προχωράει στην καρδιά της διαμάχης του "σωματικού φεμινισμού" όταν θέτει μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με το οντολογική θέση του υλικού σώματος:

Τί είναι οντολογικά το σώμα; Ποια είναι η ουσία του, η ύλη του; Ποια είναι η μορφή του; Γεννιέται το σώμα ή διαμορφώνεται; Ή υπάρχει μια κάποια σχέση μεταξύ του δεδομένου και της πολιτισμικής τάξης; Είναι τα σώματα σεξουαλικά ουδέτερα, ακαθόριστα, ή ερμαφρόδητα, είναι εγγεγραμμένο σε αυτά να παράγουν τις συγκεκριμένες μορφές του φύλου τις οποίες γνωρίζουμε; Ή πήπως έχουν τα σώματα (όλα τα σώματα, ακόμα και τα μη-ανθρώπινα, όπως συνεπάγεται) μια συγκεκριμένη σεξουαλική διάσταση (είτε αυτή είναι αρσενική είτε θηλυκή, είτε ερμαφρόδητή) η οποία είναι φυσικά και πολιτισμικά εγγεγραμμένη στο σώμα, σύμφωνα με τη μορφολογία του; Με άλλα λόγια, είναι η διαφορά του φύλου πρωταρχική και η σεξουαλική εγγραφή ένα πολιτισμικό επικάλυμμα ή μια επαναγραφή / επαναδιατύπωση μιας προηγούμενης οντολογικής διαφοροποίησης; Ή είναι η σεξουαλική διαφοροποίηση ένα προϊόν διαφόρων μορφών εγγραφής πολιτισμικά συγκεκριμένων σωμάτων;

Εν συντομία, το ερώτημα γίνεται: ποιο είναι οντολογικά πρότερο, οι σεξουαλικές διαφορές του υλικού σώματος ή οι πολιτισμικές συμπαραδηλώσεις της σεξουαλικής διαφοροποίησης; Όταν η Grosz λέει ότι η απάντηση σε τέτοια ερωτήματα θα απαιτούσε πολύπλευρη διερεύνηση ανάμεσα στις διαπλεκόμενες πρακτικές που κάνουν το σώμα να αποκτά σημασία όχι μόνο για το άτομο αλλά και για το κοινωνικό σύστημα ευρύτερα, ξεκινάει μια πυκνή έρευνα για άλλες διανοούμενες φεμινίστριες. Αυτό που θέλει να κάνει, γενικά, η Grosz είναι να επεξεργαστεί ένα μοντέλο ανάλυσης που συνδέει την υποκειμενικότητα με "τις ιδιαιτερότητες του σεξουαλικού σώματος" και που βλέπει το υποκείμενο "όχι πια σαν μια οντότητα – φυσική ή υλική-αλλά, ουσιαστικά, σαν ένα αποτέλεσμα της γνήσιας διαφοράς που συνθέτει όλες τις καταστάσεις της υλικότητας".

Βρίσκω αυτή την αντίληψη της σεξουαλικής διαφοράς σαν αυτή που είναι αρχέτυπη και συνάμα μονίμως εκτοπισμένη, σαν μια "μεταβολή" πολύ χρήσιμη για την επεξεργασία της τεχνολογικής παραγωγής των σωμάτων που έχουν φύλο. Οι τεχνολογίες του σώματος όχι μόνο χειραγωγούν τη διαφορά αλλά και την αναπαράγουν. Οι σεξουαλικές διαφορές είναι συνάμα η πρώτη ύλη και το προϊόν της τεχνολογικής παραγωγής των σωμάτων που έχουν φύλο. Προτείνοντας αυτό το βιβλίο σαν μια συμβολή στην ανάπτυξη του σωματικού φεμινισμού, ασχολήθηκα λιγότερο με τη διαπραγμάτευση των φιλοσοφικών επεκτάσεων μιας νέας υλικότητας της σεξουαλικής υποκειμενικότητας παρά με την περιγραφή των τρόπων με τους οποίους οι ταυτότητες που έχουν φύλο παράγονται τεχνολογικά για τα υλικά σώματα. Εδώ η τεχνολογία κατανοείται με τη σημασία που της δίνει ο Foucault – εννοώντας όχι μόνο μηχανές και συσκευές / επινοήματα αλλά επίσης κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές δυνάμεις.

Οι νέες τεχνολογίες σώματος, τις οποίες διαπραγματευτήκαμε σ’ αυτό το βιβλίο είναι μέρος ενός ανερχόμενου πολιτισμικού μορφώματος του τεχνο-σώματος. Τα παρεκβατικά στοιχεία αυτής της εργασίας περιλαμβάνουν ανόμοιες μορφές, από την ειδησεογραφία των εφημερίδων και των εικόνων των περιοδικών μέχρι την ιατρική έρευνα και τις σελίδες από τον κατάλογο του Sears. Πιστεύω ότι αυτή η μελέτη είναι μια διερεύνηση του πολιτισμικού μηχανισμού που δομεί τα έχοντα φύλο σώματα. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση των θεσμικών πρακτικών, των κοινωνικών σχέσεων, των μορφών ομιλίας και των συστημάτων λογικής που εξετάζω, αποτελούν μια εκδήλωση αυτού του πολιτισμικού μηχανισμού, απομονωμένου μέσω της διερμηνευτικής μου πράξης του "διαβάζοντας το σώμα στη σύγχρονη αμερικάνικη κουλτούρα". Ο χαρακτηρισμός αυτής της υλοποίηση ως μηχανισμού, ακολουθώντας τον Foucault, σημαίνει ότι πρόκειται για ένα δομημένο φαινόμενο που παράγει συγκεκριμένα υλικά αποτελέσματα στο επίπεδο του σώματος. Ο όρος είναι κάπως αποπροσανατολιστικός γιατί η ιδέα ενός μηχανισμού ή μιας μηχανής υποδηλώνουν μια καθορισμένη οντότητα που διευθύνεται από έναν ενήμερο πράκτορα,με σκοπιμότητες. Αν ο πολιτισμικός μηχανισμός του σώματος που έχει φύλο έχει καθορισμένα όρια, πρέπει να τα ανακαλύψω· κάθε διερεύνηση ενός διαλογικού site άνοιγε άλλα sites προς διερεύνηση. Σε σύνδεση με τα παραπάνω, έχω ακόμα να ανακαλύψω τον μοναδικό υπεύθυνο πράκτορα που καθοδηγεί την παραγωγή σωμάτων που έχουν γένος. Αυτό έιναι ένα δυναμικό μόρφωμα· η αντιπροσωπεία, η πρόθεση και οι πολιτικές συνέπειες είναι διασκορπισμένες ανάμεσα σε ανθρώπους, ιδρύματα και τεχνολογίες. Στο τέλος, είναι σημαντικό να θυμάστε ότι αυτά τα κεφάλαια δίνουν έναν απολογισμό μιας ιστορικά συγκεκριμένης υλοποίησης της πολιτισμικής διαμόρφωσης του τεχνο-σώματος.

Επίσης, συμβάλλοντας στις μελλοντικές μελέτες της ιστορίας, προσπάθησα να περιγράψω το φάσμα των μορφών των τεχνολογικών συστηματοποιήσεων στη μεταμοντέρνα κουλτούρα.. Οι τεχνολογικές πρακτικές, όπως το bodybuilding, η πλαστική χειρουργική, και η virtual reality εξαρτώνται, και μάλιστα συμβάλλουν, στην καταπίεση, στον θεμελιώδη θρυμματισμό και στην εμπορευματοποίηση του υλικού σώματος. Τα μέρη του σώματος που έχουν αποκοπεί εναρθρώνονται σε ένα πολιτισμικά προσδιοριζόμενο "σύστημα διαφορετικότητας" που αποδίδει διαφορετική αξία σε διαφορετικά σώματα σύμφωνα με τις παραδοσιακές δύο "φύσεις". Με αυτό τον τρόπο, η αφηρημένη έννοια της "διαφοράς" των φύλων θεωρείται ως διακριτικές ταυτότητες (φύλου). Παρακολουθώντας την ανάπτυξη των τεχνολογιών σώματος, περιέγραψα τους διάφορους τεχνολογικούς μηχανισμούς διά των οποίων οι παραδοσιακές αφηγηματικές των ταυτοτήτων φύλου επαναλαμβάνονται και επαναγράφονται πάνω στα υλικά σώματα.

Όπως είδαμε και στο πρώτο κεφάλαιο, είναι εμφανές ότι το υλικό σώμα είναι μια σημαντική, συμβολική πηγή στην πολιτισμική έκφραση και αν και το "σώμα" μπορεί να γίνει αντικείμενο έρευνας ως μια ασυνάρτητη discursive δομή, η συμβολική του μορφή πάντα δομείται με την αλληλεπίδραση με τα πραγματικά, υλικά σώματα. Ξεκινώ με την υπόθεση ότι το φύλο λειτουργεί σαν ένα οργανωμένο σύστημα διαφοροποίησης που θεμελιώνει σχέσεις ισχύος και γνώσης, τα κεφάλαια επικεντρώνονται στους τρόπους με τους οποίους η σημαντικότητα του γένους αναπαράγεται στην εφαρμογή των νέων τεχνολογιών.

Για παράδειγμα, εξετάζοντας τις τεχνολογίες εικονοποίησης που χρησιμοποιούνται στην πλαστική χειρουργική, μπορούμε να δούμε τη διαδικασία μέσω της οποίας οι νέες τεχνολογίες συνδέονται με τις παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με το φύλο, μία αντίληψη που θέλει το γυναικείο σώμα να είναι το προνομιούχο αντικείμενο ηδονικών βλεμμάτων. Τα ανδρικά σώματα, αντίθετα, παρουσιάζονται ως απολύτως ικανά, εργατικά σώματα των οποίων οι αναλογίες είναι σημαντικές στο βαθμό που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση μιας εργασίας. Και ακόμα, μετά από εις βάθος μελέτη των ιατρικών εγχειριδίων σχετικά με τις τεχνικές της πλαστικής χειρουργικής, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο δυαδικός κώδικας του γένους είναι ένας μόνο κώδικας σημειολογίας από όλους αυτούς που επηρεάζουν την πρακτική των χειρουργικών επεμβάσεων. Ένας άλλος επίσης σημαντικός κώδικας είναι αυτό της φυλετικής ταυτότητας. Δεδομένου του ότι η δομή των λευκών προσώπων αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία των ιδανικών χειρουργικών στόχων, τα χαρακτηριστικά των μαύρων και των ασιατών χαρακτηρίζονται ως ανώμαλα, ως τέτοια που έχουν την ανάγκη διορθωτικής πλαστικής χειρουργικής, όπως στην περίπτωση του "κινέζικου" σχιστού ματιού.

Με την ίδια σχεδόν λογική, οι τεχνολογίες αναπαραγωγής, επίσης επανεγγράφουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί φύλου στο υλικό σώμα, με το να παρέχουν τα μέσα εκείνα που χρειάζονται για την άσκηση εξουσίας πάνω στη σάρκα του γυναικείου σώματος. Αυτό γίνεται με δύο τρόπους: πρώτα με την παρέμβαση στην ψυχολογική λειτουργία του γυναικείου σώματος και έπειτα με την παροχή της τεχνολογικής υποδομής για τη θεσμοποίηση των εποπτικών πρακτικών. Επιπλέον, η πραγματικότητα που σχεδιάζεται από αυτές τις νέες τεχνολογίες απαιτεί την επαναδιατύπωση δικαιωμάτων και ευθυνών. Με την χρησιμοποίηση νέων τεχνολογιών αναπαραγωγής έρχεται και η πολιτισμική δημιουργία μιας ομάδας νέων δυνατοτήτων και κοινωνικών παραγόντων – το έμβρυο, ο ανάδοχος γονιός, ο δότης/-ρια σπέρματος ή ωαρίου-καθένας από τους οποίους μπορούν τώρα να διεκδικήσουν κάτι από το αποτέλεσμα της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Έτσι, γεννιούνται νέα ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά διλήμματα. Επιπλέον, αυτές οι δυνατότητες προετοιμάζουν το έδαφος για την ανάπτυξη άλλων κοινωνικών διευθετήσεων/διακανονισμών. Επειδή αυτές οι νέες συνθήκες προκύπτουν μέσα σε ένα διφορούμενο σκηνικό και ως αποτελέσματα διαφόρων θεσμικών γεγονότων, είναι δύσκολο να δει κανείς τους τρόπους εκείνους με τους οποίους μεταμορφώνεται σιγά-σιγά η πραγματικότητα. Ο σκοπός της φεμινιστικής κριτικής είναι –στη φαντασία και στη θεωρία-να παράσχει ένα προληπτικό πλαίσιο για την κατανόηση των αλλαγών όπως αυτές συμβαίνουν στα σώματά μας και πίσω από την πλάτη μας.

Οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες, όπως η virtual reality, και τα δίκτυα υπολογιστών ουσιαστικά λειτουργούν ως πολιτισμικά στάδια για την αναπαράσταση του φύλου. Στο βασίλειο του κυβερνοχώρου, των τεχνο-αισθήσεων, η τεχνολογική μεταμόρφωση της ταυτότητας (σε ό,τι αφορά το φύλο) είναι περισσότερο δυνητική παρά πραγματική. Οι υποσχέσεις υπέρβασης του σώματος, της ουδετερότητας του φύλου και "αχρωματοψίας" αποτελούν τη βάση της ιδεολογίας της εποχής της πληροφορίας· η αναπαράσταση του φύλου υποτίθεται ότι άνοιξε το δρόμο στο τεχνολογικό ξεθώριασμά του. Κι ακόμα, οι διακρίσεις, σε ό,τι αφορά το φύλο εξακολουθούν να υπάρχουν στο νέο κοινωνικό χώρο του δυνητικού (virtual) κόσμου. Οι προσομοιώσεις του σώματος στους υπολογιστές αντιγράφουν πιστά τα παραδοσιακά φύλα για χρήστες που έχουν φύλο· η Virtual Valerie και οι playmates του Penthouse κυκλοφορούν τώρα και σε CD-ROM. Ενώ η έλξη των cyber-punk για την χαρά της αλληλεπίδρασης φαίνεται να επαναβεβαιώνει ένα σώμα υλικό στην καρδιά των νέων τεχνολογικών συγκρούσεων, στην πραγματικότητα αποτελούν έλξεις που βασίζονται στην καταπίεση του υλικού σώματος. Αν κάποιος διευρύνει το πεδίο ανάλυσης για να συμπεριλάβει το δίκτυο σχέσεων διά των οποίων οι πραγματικότητες που μεσολαβούνται από υπολογιστές παράγονται σε υλικό (hardware), λογισμικό (software), και wetware-γίνεται εμφανές ότι η απελευθέρωση των λίγων γίνεται εις βάρος των πολλών. Αν και συχνά η επικοινωνία μέσω δικτύων υπολογιστών διαφημίζεται σαν το μέσο για την εφαρμογή των δημοκρατικών ιδανικών, οι πολιτισμικές πολιτικές που οριοθετούν αυτές τις τεχνολογίες είναι στην ουσία βαθειά συντηρητικές.

Η δουλειά των φεμινιστικών πολιτισμικών σπουδών, πιο γενικά, είναι να πουν και να γράψουν τις ιστορίες εκείνες που θα συνέξουν φαινομενικά απομονωμένες στιγμές επιχειρηματολογίας – ιστορίες και συνέπειες - σε μία αφηγηματική που μας βοηθάει να κατανοήσουμε τις αλλαγές όπως αυτές προκύπτουν. Οι μυθοπλαστικές αφηγηματικές ένα διπλό σκοπό σε αυτή την προσπάθεια. Από τη μια μεριά, μπορούν να κατηγοριοποιήσουν πολιτισμικές ανησυχίες – όπως ήταν προφανές όταν διάβαζα τα βιβλία κυβερνοπάνκ επιστημονικής φαντασίας που συνθέτουν την αρσενική, ετεροφυλοφιλική δομή της επιθυμίας. Ωστόσο, λειτουργούν επίσης σαν εκφραστικά μέσα που προσφέρουν γνωστικούς χάρτες των ανερχόμενων πολιτισμικών διακανονισμών. Τόσο το βιβλίο της Atwood, The Handmaid’s Tale, όσο και του Cadigan's, Synners, δίνουν ένα παράδειγμα αυτής της πρακτικής της κατάρτισης χάρτη. Η ανάγνωση χαρτών βασισμένων σε κείμενα είναι ένα μέρος μόνο της κριτικής εργασίας των φεμινιστικών πολιτισμικών σπουδών, ειδικά καθώς το ενδιαφέρον στρέφεται στη μελέτη επιστημονικών και τεχνολογικών δομών. Αυτή η προσπάθεια απαιτεί επίσης τη διερεύνηση των υφιστάμενων εξουσιαστικών και γνωσιολογικών σχέσεων που λειτουργούν σαν το θεμέλιο λίθο τόσο για τη άσκηση της ιατρικής όσο και της επιστήμης όσο και της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών. Αν και αυτό περιλαμβάνει απαραίτητα και μια ανάλυση για την παραγωγή και τη νομοθεσία της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης, σε αυτό το βιβλίο με απασχόλησε περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο αυτή η γνώση κυκλοφορεί στην δημοφιλή κουλτούρα και στην καθημερινή ζωή και πως κατασκευάζει τις υλικές συνθήκες στις ζωές των γυναικών. Με το γεγονός ότι επικεντρώνω το ένδιαφέρον μου στις διακειμενικές διασυνδέσεις ανάμεσα στις πολιτιστικές αφηγήσεις και στην επιστημονική συζήτηση, ελπίζω να τονίσω την πολιτιστική πλευρά της επιστήμης και της τεχνολογίας. Θεωρώ και τις δύο ότι είναι τεχνολογίες που υπερέχουν του πολιτισμού όσο είναι και τεχνολογίες που ασχολούνται με το γένος στα υλικά σώματα.

Ο σκοπός για την ανάγνωση του σώματος μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό δεν είναι μόνο για να ασχοληθούμε με τις κυρίαρχες πολιτιστικές ασχολίες, κυρίως με αυτές που τις απασχολεί η θέση του έχοντος φύλου σώματος στην μεταμοντερνικότητα, αλλά επίσης για να προτείνουν μια βάση για φεμινιστική δουλειά στο μέλλον. Ο σκοπός της ανάγνωσης του σώματος μέσα στην τεχνολογία είναι για να συγκεκριμενοποιήσει θέσεις για άμεσες πολιτικές επεμβάσεις και κοινωνική αλλαγή. Έχω διαφωνήσει μέσω του βιβλίου ότι το γένος δεν είναι μόνο ένα αποτέλεσμα της κυκλοφορίας της αντιπροσώπευσης και της συζήτησης αλλά επίσης το αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών σχέσεων της εξουσίας. Αυτοί οι διακανονισμοί είναι ιστορικές αρθρώσεις που πρέπει να συνεχώς να αναπαράγονται, οι οποίες εξηγούν την επίμονη επιγραφή της διαλιστικής ταυτότητας του γένους στις αλλεπιδράσεις ανάμεσα στα υλικά σώματα και στα τεχνολογικά επιτεύγματα. Αλλά το γεγονός ότι αυτοί οι διακανονισμοί πρέπει συνεχώς να αναπαράγονται επίσης υπονοεί την πιθανότητα αυτές οι αρθρώσεις να διασπαστούν. Έχω τονίσει επανειλημένα ότι προκειμένου να ενωθούν στην πάλη για τον επαναπροσδιορισμό της φυλετικής ταυτότητας του τεχνολογικού σώματος, οι φεμινίστιες πρέπει να καταλάβουν πως το νόημά του είναι τεχνολογικά και ιδεολογικά ακλόνητες. Στον ορίζοντα υπάρχουν κρίσιμα θέματα για φεμινιστικές πολιτιστικές μελέτες της επιστήμης και της τεχνολογίας: τα πολιτικά της πληροφορίας, ο παγκόσμιος διαχωρισμός υης τεχνολογικής εργασίας και η παραγωγική εκμετάλλευση των γυναικών. Αυτά τα θέματα δεν δημιουργήθηκαν μόνο μέσα από την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών αλλά μάλλον προέκυψαν μέσα από την άρθρωση ανάμεσα σε τεχνολογίες, πολιτιστικές αφηγήσεις και κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές δυνάμεις.

Μέσα από αυτό το βιβλίο, έχω προσφέρει πολεμικά επιχειρήματα για τις επιπτώσεις της ανάπτυξης αυτών των τεχνολογιών, οι οποίες δεν εξυπηρετούν πάντα τα συνφέροντα των γυναικών, πράγμα που θα μπορούσαν και να κάνουν. Παρόλο που είμαι καχύποπτη για το τι υπόσχεται η μεταφορά του σώματος στην τεχνολογία, ώστόσο παραμένω έκπληκτη από αυτές της νέες τεχνολογίες για το σώμα. Έχω ασχοληθεί επίσης και με άλλες φεμινιστικές πολιτιστικές μελέτες: για θέματα που αφορόυν την κατασκευή των ιστορικών αφηγήσεων, τη συγγραφή της πολιτιστικής κριτικής, τη μόρφωση των γυναικών και την πολιτική προσταγή να μορφώσουμε τους εαυτούς μας γύρω από τη νέα επιστημινική και τεχνολογική πρόοδο. Σε όλα τα σημεία του βιβλίου, θεωρώ το σώμα ως μια πλευρά αμοιβαίας οργανικής ανάδρασης ανάμεσα σε ομιλίες για το σώμα και την υλικότητα συγκεκριμένων σωμάτων. Το σώμα ακόμα εξυπηρετεί για το συλλογισμό σχετικά με τις φεμινιστικές ιστορίες και το μέλλον των φεμινιστριών και τους πολιτικούς σκοπούς του φεμινιστικού πολιτιστικού κριτικής πιο διαδεδομένα.