Richard Coyne

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ

VIRTUAL ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

"Representation and Reality: The Phenomenology of Virtual Reality."

From Richard Coyne (1995), Designing Information Technology in the Postmodern Age: From Method to Metaphor.

Cambridge, MA, & London: The MIT Press.

Αρχική Μετάφραση:

Κατερίνα Δούκα, Στέλλα Πατρινιού

 

 

Η virtual πραγματικότητα είναι μία τεχνολογία των υπολογιστών που (παράγει) αισθητηριακές πληροφορίες, ώστε να δημιουργήσει την πειστική ψευδαίσθηση ότι ο χρήστης της τεχνολογίας βυθίζεται σε έναν τεχνικό κόσμο – έναν κόσμο που υπάρχει μόνο μέσα στον υπολογιστή. Η τεχνολογία κάποιες φορές ορίζεται ως τεχνολογία εμβάπτισης. Χρησιμοποιεί εξειδικευμένο “υλικό” και “λογισμικό” ώστε να παρέχει μία υψηλού επιπέδου αλληλεπίδραση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον υπολογιστή. Στη virtual πραγματικότητα γενικά χρησιμοποιούνται ειδικά κράνη που φέρνουν διοπτρικές εικόνες μπροστά στα μάτια του χρήστη (στρερεοπτική). To κράνος επίσης επιτρέπει στον θεατή να παρακολουθεί τις τρισδιάστατες εικόνες που αλλάζουν ανάλογα με τις δικές του κινήσεις. Διάφορες μηχανές, όπως τηλεκοντρόλ, το τρισδιάστατο ποντίκι και το γάντι δεδομένων επιτρέπουν την αφή, την κίνηση και την αίσθηση των “δυνητικών αντικειμένων”. Χρησιμοποιώντας αυτήν την τεχνολογία ο καθένας μπορεί να εκμεταλλευτεί και να προχωρήσει διαμέσου ενός τρισδιάστατου περιβάλλοντος, όπως το εσωτερικό ενός κτιρίου.

Οι προτεινόμενες άμεσες πρακτικές εφαρμογές της τεχνολογίας ελέγχουν ρομπότ σε απομακρυσμένες και επικίνδυνες τοποθεσίες εκλεπτυσμένες επεμβάσεις και κάνουν δυνατούς τους “περιπάτους” σε ημιτελή σχέδια, όπως είναι αυτά των κτιρίων – παρόλο που η virtual πραγματικότητα αναμένεται να εφαρμοστεί στις καλές τέχνες, την ψυχαγωγία, την εκπαίδευση και την επικοινωνία. Εκτεταμένες έρευνες των διάφορων εφαρμογών έχουν κάνει οι Helsel και Roth και Hattinger. Η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας λέγεται ότι παρέχει επίσης τη δυνατότητα για νέες τάσεις στην αλληλεπίδραση ανθρώπου - υπολογιστή και θεωρείται ότι παρέχει ένα νέο μέσο σχεδίασης στις τρεις διαστάσεις.

Η μελέτη της virtual πραγματικότητας είναι συναρπαστική εξαιτίας των πρακτικών δυνατοτήτων που φαίνεται ότι ανάγονται μπροστά μας αλλά, επίσης, χάρη στους υπαινιγμούς που έχουν γίνει για τους “νέους κόσμους” των αισθήσεων που θα δημιουργηθούν τους ηλεκτρονικούς κόσμους του “κυβερνοχώρου”. Σύμφωνα με τον Heim "το τελικό σημείο ενός virtual κόσμου είναι να εξαφανίσει τους περιορισμούς ενός αγκυροβολημένου κόσμου ώστε να σηκώσουμε την άγκυρα… ώστε να εξερευνήσουμε εντελώς νέα μέρη για να ρίξουμε την άγκυρά μας”. Η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας λένε μερικοί ότι μπορεί να απεικονίσει τον “ιδεατό χώρο” και να κάνει δυνατή τη χρήση “virtual μεταφορών για νοερά μοντέλα γύρω από την οργάνωση του ιδεατού χώρου”.

Επίσης θεωρείται ότι η τεχνολογία αυτή είναι πάρα πολύ σημαντική ως προς το γεγονός ότι θα δημιουργήσει προκλήσεις για ορθόδοξες απόψεις για την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τους Helsel και Roth, η virtual πραγματικότητα είναι ένα θέμα “που θα εγείρει περισσότερα (και ίσως πιο σημαντικά) ερωτήματα για τη φύση της πραγματικότητας που η ανθρώπινη φυλή έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα”. Άλλοι προσθέτουν ότι επίσης προκαλεί τις απόψεις μας για το σώμα μας και τον εαυτό μας. Όπως λέει ο Walser, “η εξαρτημένη αντίληψή μας από ένα μοναδικό και αμετάβλητο σώμα θα δώσει τη θέση της σε μία πολύ πιο απελευθερωμένη αντίληψη του “σώματος” αρκετά διαθέσιμου και γενικά “limiting”. Σύμφωνα με κάποιους, που θα διαπιστώσουμε ότι με την virtual πραγματικότητα μπορούμε να μπούμε σε ένα άλλο σώμα, ανάλογα με το τι απαιτεί η κατάσταση. Αυτό θα έχει σημαντικές επιδράσεις : “Η ικανότητα να αλλάζει κανείς ριζικά και υποχρεωτικά την εικόνα του σώματος του πρόκειται να επιφέρει βαθιές ψυχολογικές επιδράσεις, εγείροντας το ερώτημα στον καθένα του τι θεωρεί τον αυτό του ότι είναι. “Η virtual πραγματικότητα θα παρέχει επίσης ασφαλείς χώρους. Οι χώροι αυτοί μπορούν να σχηματιστούν οπουδήποτε δεν θα υπάρχει κίνδυνος. Σύμφωνα με τον Heim, “Ο κίνδυνος και η προσοχή διεισδύουν στον πραγματικό (υπάρχοντα) κόσμο, ενώ η δυνητική πραγματικότητα μπορεί να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια όπως ο νόμος του άσυλου στις δημοκρατικές χώρες”.

Χωρίς να αναιρούν αυτούς τους ισχυρισμούς, οι ισχύουσες διαφημιστικές εκδηλώσεις της virtual πραγματικότητας είναι περισσότερο εγκόσμιες και περιλαμβάνουν εξομοιωτές, όπως οι εξομοιωτές πτήσης (παρόλο που δεν εκμεταλλεύονται την στερεοπτική) παιχνίδια σε στοές και βόλτες στο πάρκο. Τη στιγμή που γράφεται αυτό οι ερευνητές της virtual πραγματικότητας θεωρούν ότι η τεχνολογία βρίσκεται σε ένα στάδιο στοιχειωδών γνώσεων σε σχέση με τις δυνατότητες εξέλιξής της. Οι εικόνες είναι απότομες, ο διαχωρισμός είναι μικρός, οι σκηνές που σχεδιάζονται πρέπει να είναι πολύ απλές και υπάρχουν προβλήματα στην προσπάθεια προσαρμογής του εξοπλισμού για μεμονωμένους χρήστες. Το ολοκληρωμένο περιβάλλον που θα απορροφά το χρήστη δεν είναι ακόμα έτοιμο, στο οποίο οι εικόνες θα προβάλλονται απευθείας στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού και οι χρήστες θα φορούν στολές με ειδικούς ευαισθητοποιητές/σένσορες και κάρτες δεδομένων.

Μελετώντας τους ισχυρισμούς γύρω από τη virtual πραγματικότητα διαπιστώνουμε ότι η τεχνολογία είναι πολύτιμη, διότι ενισχύει άμεσα τους ισχυρισμούς με συγκεκριμένες υποθέσεις σχετικές με τη χρήση της τεχνολογίας των υπολογιστών, ιδιαίτερα στην αλληλεπίδραση ανθρώπου- υπολογιστή HCI (Human computer interface) και στην έρευνα για το σχεδιασμό υποβοήθειας υπολογιστή CAD (Computer Aided Design). H virtual πραγματικότητα φέρνει αυτές τις υποθέσεις στα άκρα και οποιαδήποτε δοκιμασία τους θα έχει επιπλοκές για άλλες πλευρές της έρευνας του CAD. Από όσα έχουμε υπογραμμίσει ως τώρα, υπάρχει περίπτωση να χρειαστεί κάτι ένας ερευνητής HCI, CAD ή virtual πραγματικότητας; Σε αυτό το κεφάλαιο, αναφέρομαι περισσότερο στη σκέψη του Heidegger για τη φύση του να βρίσκεται στον κόσμο και στο σχολιασμό του για το τι συμβαίνει όταν φτάνουμε την τεχνολογία στα άκρα.

Η ιδέα της virtual πραγματικότητας στηρίζεται σε συγκεκριμένες υποθέσεις για την αντίληψη και την αναπαράσταση. Εδώ δίνεται μόνο μία σύντομη περίληψη αυτών των υποθέσεων. Γενικά, μιλώντας, φαίνεται να υπάρχουν δύο σχολές σκέψης για την αντίληψη και την αναπαράσταση, που κυριαρχούν στην έρευνα για το HCI, CAD και τη virtual πραγματικότητα. Η δυνητική πραγματικότητα κυρίως βασίζεται στη μία. Παρακάτω θα δούμε ότι και οι δύο σχολές είναι επηρεασμένες από τις θεωρίες του Heidegger για την αλήθεια.

Απόψεις για την Αντίληψη Βασισμένες σε Δεδομένα και στον Κονστρουκτιβισμό

Μία άποψη για την αντίληψη είναι βασισμένη σε δεδομένα. Η αντίληψη θεωρείται ευρέως ως ένα θέμα δεδομένων που εμφυτεύτηκε στο μυαλό από το περιβάλλον. Αυτό θεωρείται το αρχικό στάδιο για μία θεωρία αντίληψης. Σύμφωνα με τον Fisher, “αποκτούμε ακατέργαστες πληροφορίες στην διαδικασία αλληλεπίδρασης με τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε”.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη, χρειαζόμαστε όλο και περισσότερη εμβάθυνση στις αισθήσεις για να επιτύχουμε την αίσθηση του αληθινού – “περισσότερη” με την έννοια μεγαλύτερης ποσότητας δεδομένων και υψηλότερου βαθμού λεπτομέρειας. Αυτή η υπόθεση είναι εμφανής στην απαίτηση για virtual ρεαλισμό στην έρευνα των γραφικών του υπολογιστή γενικά. Όπως γράφει ένα βιβλίο γραφικών υπολογιστή, στον αληθινό κόσμο “υπάρχει διαφορετική υφή σε κάθε επιφάνεια, λεπτές διακυμάνσεις χρωμάτων, σκιές, ανακλάσεις και μικρές ανωμαλίες (λακούβες στο πάτωμα, ξεφλουδίσματα της μπογιάς, σημάδια στον τοίχο). Όλα αυτά συνδυάζονται στο μυαλό μας για να δημιουργήσουν την εμπειρία του virtual πραγματικού.. “Αυτή η άποψη, επίσης, σχεδόν χαρακτηρίζει το σώμα ως μία περίπλοκη μηχανή εισαγωγής, οι κόρες μας και ο σβέρκος είναι εκλεπτυσμένα μηχανήματα που δίνουν τη δυνατότητα στους stereo – αισθητήρες μας να κινούνται ελεύθερα είμαστε στοιχεία σε μία πληροφορική οικολογία που δημιουργεί τη χρήσιμη ψευδαίσθηση που ονομάζουμε “πραγματικότητα”.

Θα ήταν σπάνιο μία τέτοια άποψη να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος άλλων απόψεων. Η άποψη που βασίζεται σε δεδομένα, κάποιου συμπεράσματος άλλων απόψεων. Η άποψη που βασίζεται σε δεδομένα, βρίσκεται σε ένταση με την αντίθεση άποψη, που υποστηρίζει ότι οι αισθήσεις μας δημιουργούνται πρωταρχικά – τον κονστρουκτιβιστικό προσανατολισμό, πάνω στον οποίο στηρίζουμε απλά παραδείγματα και στοιχεία από το περιβάλλον. Άρα μπορούμε να εμβαθύνουμε σε οποιοδήποτε περιβάλλον σε συνάρτηση με την πνευματική μας κατάσταση, τα ενδιαφέροντά μας, τις εμπειρίες μας, τις προσωπικές και συλλογικές προσδοκίες και βέβαια την οικειότητά μας με το μέσο. Η άποψη λεει ότι οι εξομοιωτές επηρεάζουν γιατί οι χρήστες εμβαθύνουν στο αντικείμενο και επηρεάζουν γιατί οι χρήστες εμβαθύνουν στο αντικείμενο και στην κουλτούρα στην οποία η εξομοίωση τους μεταφέρει. Το ίδιο ισχύει και για τα παιχνίδια στον υπολογιστή και για την ψυχαγωγία. Το ενδεχόμενο της κονστρουκτιβιστικής θεωρίας της αντίληψης είναι ευρέως αναγνωρισμένο αλλά δεν προσφέρει τα ίδια πλεονεκτήματα σε μια αναζήτηση στη virtual πραγματικότητα. Η κονστρουκτιβιστική θεωρεία υποστηρίζει ότι η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας δεν χρειάζεται να αγωνιστεί ώστε να αποκτήσει ρεαλισμό με καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη εισαγωγή αισθητηρίων οργάνων.

Η άποψη που στηρίζεται σε δεδομένα και η κονστρουκτιβιστική θεωρία της αντίληψης σπάνια είναι ανεξάρτητες. Η νόηση του περιβάλλοντος (ο αντικειμενικός κόσμος) και του οργανισμού (υποκειμενικός) συνδυάζονται στην οικολογική άποψη για την αντίληψη του J.J Gibson. Σύμφωνα με τον Gibson, ο οργανισμός μπλέκεται τόσο με το περιβάλλον του, ώστε δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει το ένα χωρίς το άλλο. Ο Hagen συνοψίζει τη θέση του Gibson: “Το να καθορίσουμε ή να περιγράψουμε το περιβάλλον του οργανισμού σημαίνει να χαρακτηρίσουμε, με γενική ορολογία, τον ίδιο τον οργανισμό. Το να περιγράψεις τον οργανισμό σημαίνει να εντοπίσεις το γενικό χαρακτήρα του περιβάλλοντός του”.

H virtual πραγματικότητα φαίνεται να υποστηρίζει την άποψη που λεει ότι οι εικόνες που γενικεύονται από την τεχνολογία και παρουσιάζονται στο θεατή είναι αόριστες, απαράλλακτες, αιχμαλωτίζουν την ουσία της σκηνής και είναι ανεξάρτητες ως προς τον θεατή. Οτιδήποτε παρέχεται από ένα σύστημα virtual πραγματικότητας είναι ένα παγκόσμιο πεδίο εισαγωγής αισθητηρίων οργάνων. Οι θεατές μπορεί να εναποθέσουν τη δική τους συμβολή σε αυτό το πεδίο και επομένως να δεσμευτούν σε ένα είδος “φιλτραρίσματος” παρόλο που αυτές οι συμβολές δείχνουν να τραβούν λιγότερο την προσοχή μιας έρευνας virtual πραγματικότητας – η οποία φαίνεται να οδηγείται από την ανάγκη για μεγαλύτερη και καλύτερη εισαγωγή δεδομένων στις αισθήσεις. Αγνοώντας την κατασκευαστική φύση της αντίληψης, αναφέρει ότι ένα σύστημα virtual πραγματικότητας για βατράχους δεν θα είχε μεγάλη διαφορά από αυτό για τους ανθρώπους.

Η Θεωρία της Αντιστοίχησης και οι Κονστρουκτιβιστικές Θεωρίες της Αναπαράστασης

Όμοιες διακρίσεις ισχύουν στην κατανόηση του πως λειτουργούν η αναπαράσταση και η παρουσίαση των virtual εικόνων. Η θεωρία της αντιστοίχησης της αναπαράστασης στηρίζεται στην ιδέα ότι η αναπαράσταση συσχετίζεται με ότι βρίσκεται στον αντικειμενικό κόσμο. Άρα, σύμφωνα με το Hagen, οι εικόνες με προοπτική είναι ρεαλιστικές γιατί “υπάρχει μία βήμα προς βήμα χαρτογράφηση των ορατών επιφανειών του κόσμου στο σχέδιο της εικόνας και από εκεί στο μάτι”. Η σχετική θεωρία επίσης υποστηρίζει ότι ο κόσμος περιέχει δομές τις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε και να απεικονίσουμε. Η πλεονεκτική άποψη είναι ότι η γεωμετρία και η αριθμητική δημιουργούν τις βασικές θεωρίες του κόσμου. (Μερικοί σχολιαστές πιστεύουν ότι είτε αυτές οι δομές υπάρχουν στον έξω κόσμο είτε εντοπίζονται στην πνευματική ιδιοσυστασία του παρατηρητή, η κατάληξη είναι η ίδια). Η πλεονεκτική θεωρία υποστηρίζει ότι, εάν μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε τη βασική γεωμετρία του κόσμου σε ένα σύστημα υπολογιστή τότε η αναπαράσταση αυτής της πληροφορίας μια ακριβής αναδόμηση της πραγματικότητας. Αυτό φαίνεται ότι είναι υπονοούμενο για τη δικαιολόγηση της έρευνας των τεχνικών της γεωμετρίας των φράκταλ, όπως σκιαγράφησε ο Barnsley.

H κλασική γεωμετρία προσφέρει μία πρώτη προσέγγιση για την δομή των φυσικών αντικειμένων. Είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε με τα σχέδια των τεχνολογικών προϊόντων και, πολύ προσεγγιστικά, με τις μορφές των φυσικών δημιουργιών. Η γεωμετρία των φράκταλ είναι μία επέκταση της κλασικής γεωμετρίας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευαστούν ακριβή μοντέλα φυσικών δομών από μία φτέρη ως και γαλαξίες… Μπορείς να περιγράψεις το σχήμα ενός σύννεφου με τέτοια ακρίβεια, όπως ένας αρχιτέκτονας μπορεί να περιγράψει ένα σπίτι.

Η βάση στις γεωμετρικές θεωρίες του κόσμου είναι επίσης φανερή στην έρευνα για το CAD (computer aided design), όπως υπέδειξε ο Mitchell.

Αποτελώντας τη βάση κάθε μέσου σχεδιασμού είναι κάποια μέθοδος γεωμετρικής περιγραφής – κάποια στρατηγική για τη χρησιμοποίηση γεωμετρικών οντοτήτων που θα περιγράφουν τρισδιάστατα φυσικά δημιουργήματα.

Σε ένα σύστημα CAD οι γεωμετρικές οντότητες απεικονίζονται συμβολικά μέσα στο πλαίσιο ενός καρτεσιανού συστήματος συντεταγμένων και κάποιο hardware επίδειξης χρησιμοποιείται για τις μεταφράσει σε οπτικά ισοδύναμες μορφές.

Η πρωτοκαθεδρία της γεωμετρίας είναι επίσης εμφανής σε μοντέλο για το πώς τα αισθητικά δεδομένα φτάνουν στο μάτι, όπως στον εντοπισμό ακτίνας, μία τεχνική για την αναπαραγωγή φωτορεαλιστικών εικόνων στον υπολογιστή. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο εντοπισμός ακτίνας αντιγράφει την πραγματική φυσική του περάσματος του φωτός μέσα από τους φακούς.

Ενθυμούμενοι τις διακρίσεις του Scruton και του Mitchell, η ιδέα της αλήθειας στην αναπαράσταση συνεπάγεται όταν μιλάμε για βαθμούς αντιστοίχησης. Κάποιες αναπαραστάσεις φαίνεται ότι είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από άλλες. Αυτό είναι υπονοούμενο στις διακρίσεις που γίνονται ανάμεσα σε ρεαλιστικές, μορφικές και αφηρημένες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις μπορούν επίσης να είναι ακριβείς ή ασαφείς, εμφανείς (πραγματικές) ή συνεκδοχικές (υπονοούμενες) και μπορεί να ακολουθούν μία συνέχεια, όπως σημειώνεται στο βιβλίο των γραφικών υπολογιστή των Foley και Van Dam.

Στο ένα άκρο της συνέχειας βρίσκονται παραδείγματα αυτού που συχνά αποκαλείται φωτογραφικός ρεαλισμός (ή φωτορεαλισμός). Αυτές οι εικόνες επιχειρούν να συνθέσουν το πεδίο των εντάσεων του φωτός που θα συγκεντρώνονται στο φιλμ μιας κάμερας, η οποία θα στόχευε τα αντικείμενα που απεικονίζονται. Καθώς φτάνουμε στο άλλο άκρο της συνέχειας, βρίσκουμε εικόνες που προσφέρουν σταδιακά λιγότερα οπτικά χαρακτηριστικά..

Σύμφωνα με κάποιους, ο καλύτερος τρόπος αναπαράστασης είναι αυτός που δεν χρειάζεται να μαζέψει και μετά να ξετυλίξει τις έμφυτες πληροφορίες μιας σκηνής μέσω μιας φωτογραφίας αλλά αντιμετωπίζει ένα διπλότυπο αληθινής σκηνής. Σύμφωνα με τον Fisher, “Μία πραγματικά πληροφοριακή φωτογραφία που είναι επιπρόσθετης ένας απλός αναπληρωτής μιας πληροφορίας, θα έκανε διπλή την φυσικότητα μιας αληθινής σκηνής, την οποία όφειλε να απεικονίσει”. Η θεωρία αντιστοίχησης της αναπαράστασης γενικεύει ορισμένα ενδιαφέροντα έρευνας, όπως είναι τα μοντέλα ανάπτυξης (υπολογιστικοί αλγόριθμοι) για να παράγει υψηλότερου βαθμού φωτορεαλισμό και τεχνικές ανάπτυξης στην αποθήκευση, εξέλιξη και παρουσίαση πιο λεπτομερειακών δεδομένων. Αυτό περιλαμβάνει την ανάπτυξη απεικονίσεων με ακριβή δεδομένα, ολοκληρωμένων και κανονικών δεδομένων δομών και καλύτερης εξομοίωσης της προοπτικής του χρώματος, της υφής, της ποιότητας, του φωτισμού, της σαφήνειας, της συγκέντρωσης, της κίνησης και της θαμπάδας. Η virtual πραγματικότητα προσθέτει στοιχεία σε άλλα δεδομένα αισθητηρίων οργάνων, όπως ο ήχος, η αφή και η κίνηση. Σύμφωνα με τους Foley και Van Dam, στην περίπτωση των οπτικών εικόνων, το ζητούμενο είναι “να παράγεις εικόνες υπολογιστή, οι οποίες είναι τόσο ρεαλιστικές, ώστε ο παρατηρητής πιστεύει ότι η εικόνα είναι το αληθινό αντικείμενο και όχι ένα συνθετικό αντικείμενο, το οποίο υπάρχει μόνο στη μνήμη του υπολογιστή”. Αυτό είναι ένα είδος εξέτασης για τον φωτορεαλισμό και την virtual πραγματικότητα. Ο στόχος επιτυγχάνεται όταν δεν μπορούμε να διακρίνουμε την εικόνα του υπολογιστή από την αληθινή, παρόλο που αυτός ο στόχος είναι ουτοπικός. Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑI, artificial intelligence) θα αναρωτιόταν κανείς ποιο είναι το τελικό στάδιο της έρευνας; Ποιο είναι το κατώφλι της σοφίας στο οποίο μπορούμε να πούμε ότι έχει επιτευχθεί ένα ικανοποιητικό ποσοστό πειστικής ψευδαίσθησης; Κάποια από τα τεράστια άλυτα τεχνικά προβλήματα περιλαμβάνουν την εξομοίωση της κίνησης (το περπάτημα), την προσπάθεια να συγκεντρώνεται το μάτι ανάλογα με την απόσταση του αντικειμένου από το θεατή, τη δυνατότητα να ενοποιήσουμε όλες τις θεωρίες και τις τεχνικές που τελικά δομούν την αντίληψή μας για την πραγματικότητα.

Η virtual πραγματικότητα διεγείρει, παράλληλα, την περιέργεια, οδηγώντας τις αριθμητικές και τις γεωμετρικές θεωρίες σε ένα λογικό άκρο. Εάν λειτουργήσει η virtual πραγματικότητα θα δικαιώσει μία πλευρά του καρτεσιανισμού – τη μείωση του διαστήματος σε αριθμό.(Αυτό είναι όμοιο με την Τεχνική Νοημοσύνη σαν ένα τεστ καρτεσιανής γνώσης. Εάν λειτουργήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη, τότε η λογική και οι αριθμοί θα αποτελούσαν τη βάση της ανθρώπινης σκέψης).

Η δεύτερη κοινή άποψη για την αναπαράσταση, όσον αφορά την προοπτική είναι κονστρουκτιβιστική, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση του “ρεαλισμού” πρέπει να διδαχτεί. Η αναπαράσταση είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Ο Hagen συνοψίζει αυτή τη θέση: “μαθαίνει κανείς να διαβάζει τις λέξεις μιας γλώσσας”. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η γλώσσα της αναπαράστασης είναι μία αυθαίρετη αίσθηση. Περιλαμβάνει την αναγνώριση ότι ο καθορισμός των δομών είναι ανθρώπινη προβολή, και μπορεί να υπάρχουν πολλές δομές. Αυτή μάλλον είναι μία λιγότερο πλεονεκτική άποψη στην έρευνα της virtual πραγματικότητας από αυτή της αναπαράστασης σαν αντιστοίχηση. Υποστηρίζοντας τη βασική αρχή της έρευνας, οι Helsel και Roth κάνουν αναφορά στην πρόκληση που τίθεται από την κονστρουκτιβιστική θεωρία στην έρευνα. Είναι κοινό μυστικό ότι η ιστορία πάντοτε επηρεάζεται από τη θέση του ιστορικού- άρα για να κάνεις σχεδιασμούς, μοντέλα και άλλα τεχνητά έργα, πρέπει να θάψεις τις προκαταλήψεις των δημιουργών τους: “πως μπορεί ένα άτομο ή μια ομάδα με προσοχή και ευαισθησία και με βαθιά εκτίμηση για τις πολιτισμικές, φυλετικές, θρησκευτικές και γενετικές διακρίσεις, να δημιουργήσει συστήματα virtual πραγματικότητας”.

Εάν η κονστρουκτιβιστική θεωρία είναι πιο πιστευτή, σημαίνει ότι η πράξη είναι ανώτερη οποιασδήποτε σχετικής θεωρίας (μια θεωρία που περιέχει την ανάπτυξη του Turbayne ενός γλωσσικού μοντέλου όρασης). Οποιοδήποτε σχέδιο ή μοντέλο έχει νόημα χάρη στην απορρόφησή μας σε ένα πολιτισμό συγκεκριμένων εφαρμογών και στο περιεχόμενο των δικών μας εφαρμογών. Υπάρχει ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε τα σχέδια και τα μοντέλα, τέτοιος, που δεν χρειάζεται να αντιπροσωπεύουν τίποτα. Είναι ένα μέσο ανταλλαγής. Τα σχέδια των καταστημάτων, τα σχέδια της δουλειάς, τα διαγράμματα, οι οδηγίες και τα προγράμματα έχουν την ίδια “κατάσταση αναπαράστασης”. Το καθένα πρέπει να ενταχθεί σε ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο εφαρμογών. Αυτή είναι μία οικεία σκέψη για τους ερευνητές των υπολογιστών, του HCI, του CAD και της virtual πραγματικότητας, αλλά δεν αποτελεί χαρακτηριστικό στη συγγραφή τους για τις εικόνες. (Η συζήτηση γύρω από τις μελέτες των μέσων είναι πιο ευρεία παρ΄ όλα αυτά).

Η ιδέα της πράξης είναι ως ένα βαθμό “αιχμάλωτη” από την ιδέα της γλώσσας (εφόσον δεν βλέπουμε χρήση της γλώσσας ακολουθεί ένα σύστημα κανόνων). Δεν υπάρχει θεωρία της πράξης – για το λόγο αυτό είναι σημαντικές οι κοινωνίες ακαδημαϊκών που λένε ότι οι γραφικές εικόνες αντιστοιχούν σε κάτι και ότι ο ρεαλισμός είναι στενή και ακριβής αντιστοίχηση.

Η προτεραιότητα στην πρακτική ανάγνωση σχεδίων ισχύει και τα σχέδια εργασίας, στις τρισδιάστατες εικόνες υπολογιστή και στο σχεδιασμό μορφών. Μαθαίνουμε να “διαβάζουμε σχέδια”. Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι σχεδιασμού. Η εκτίμηση και η κατανόηση ενός σχεδίου αλλάζει με τον καιρό, καθώς γινόμαστε μέλη μιας κοινότητας που ξέρει να εκτιμά. Κλίνουμε προς το πλεονέκτημα της “ακριβούς προοπτικής”, αλλά τα προοπτικά σχέδια δεν είναι ανώτερα από τις μεσαιωνικές εικόνες λόγου χάρη, που υιοθετούν μια διαφορετική σύμβαση, ή πιο ρεαλιστική. Οι διαφορετικές συμβάσεις βρίσκονται στο παιχνίδι και οι συμβάσεις δημιουργούν συμβάσεις.

Παρόμοιες διαφωνίες ισχύουν σε μοντέλα και σχέδια υπολογιστών όπως στα σχέδια κτιρίων. Η ποιότητα και η καταλληλότητα της αναπαράστασης εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιείται το μοντέλο του υπολογιστή. Δεν υπάρχει καμία ουσιαστική, απόλυτα αντίστοιχη, κανονική περιγραφή από την οποία μπορούν να προκύψουν όλες οι άλλες.

Εφαρμόζοντας την κονστρουκτιβιστική θεωρία σε συστήματα virtual πραγματικότητας, μπορεί να υποθέσουμε ότι μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε αυτά τα συστήματα μέσα από ορισμένες πρακτικές. Όσο για την κονστρουκτιβιστική θεωρία της αντίληψης, η έρευνα δεν χρειάζεται να αποζητά το ρεαλισμό. Ο υπολογιστής μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα μέσο, όπως όλα τα υπόλοιπα, με τις ιδιοσυγκρασίες του. Η ιδέα ότι οι εικόνες του υπολογιστή μπορεί παντοτινά είναι σαν εικόνες υπολογιστή δεν θα έπρεπε να μας αποθαρρύνει, και η εμπειρία της virtual πραγματικότητας μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα και χρήσιμη, ανεξάρτητα από το τι συσχετίζεται ή όχι – μια άποψη διαδομένη σε όσους συνηγορούν υπέρ των υπολογιστικών γραφικών σαν ένα μέσο διαφορετικό από το ρεαλισμό.

Όπως είναι φυσικό, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δυο απόψεις την εκτίμηση των εικόνων μέσω συσχέτισης ή μέσω δόμησης. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να τις εναρμονίσουμε και η προηγούμενη είναι πλεονεκτική, όσον αφορά την πορεία του ΗCI, CAD και της virtual πραγματικότητας. Είναι το σημείο τομής ενός τέτοιου διλήμματος, στο οποίο η εφαρμογή της σκέψης του Heidegger αποδεικνύεται πολύτιμη για άλλη μια φορά.

O Heidegger και τα Πράγματα

Όπως έχουμε δει, ο Heidegger ενδιαφερόταν πολύ για την τεχνολογία που φτάνει στα άκρα- για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην έρευνα της γενετικής- την εξερεύνηση του διαστήματος και τους υπολογιστές. Βρισκόμαστε σε μια τεχνολογική εποχή και σύμφωνα με τον Heidegger, η τεχνολογία έχει τώρα τόση δύναμη, ώστε ορίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο σε σχέση με αυτή: “ολόκληρη η ύπαρξη μας αντιμετωπίζει την πρόκληση…να αφιερωθεί στον σχεδιασμό και τον υπολογισμό του κάθε τι… και να μεταφέρει αυτό το χειρισμό και στο παρελθόν πέρα από κάθε όριο”. Ο Heidegger φυσικά απέρριπτε τους υπολογιστές. Το 1960 σχολίασε “σήμερα, ο υπολογιστής υπολογίζει χιλιάδες σχέσεις σε ένα δευτερόλεπτο. Παρά τις τεχνικές χρήσεις (οι σχέσεις) δεν είναι απαραίτητες”.

Το κονστρουκτιβιστικό ζήτημα στην περίπτωση της αναπαράστασης, μπορεί να αντιμετωπισθεί σαν μια δύσκολη πρώτη προσέγγιση στη σκέψη του Heidegger. Ο Heidegger έδωσε προτεραιότητα στην συνηθισμένη και κοινή πράξη της δημιουργίας έναντι στην εξειδικευμένη πράξη της κονστρουκτιβιστικής θεωρίας. Οι θεωρίες είναι εσωτερικές και ανήκαν σε συγκεκριμένες πρακτικές επιστημονικών και σχετικών κοινοτήτων. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια πιο ριζική ανάγνωση της σκέψης του Heidegger. Εκείνον τον απασχόλησε η δόμηση νέων τρόπων κατανόησης του κόσμου, που γκρεμίζουν τις συμβάσεις, με τις οποίες πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα (1) στην αλήθεια και την πραγματικότητα ως σχέση και (2) στην αλήθεια και στην πραγματικότητα ως καθορισμένες από την κοινωνική δομή – το οποίο επίσης αντιμετωπίζεται ως δίλημμα ανάμεσα στο αντικειμενικό και στο υποκειμενικό. ‘Όλα αυτά και άλλες διακρίσεις, τα είδε ως μία ατυχή κληρονομιά δύο χιλιάδων χρόνων Δυτικής Φιλοσοφικής Ιστορίας, μια ιστορία που έφτασε στο αποκορύφωμά της με τον ορισμό του Descartes για την κυριαρχία του διαχωρισμού ανάμεσα στο σκεπτόμενο όν και τον κόσμο των αντικειμένων.

Ο Heidegger επηρεάστηκε πολύ και από τα τελευταία κείμενα του δέκατου όγδοου αιώνα του Γερμανού ποιητή Hoelderlin, από τον οποίο, προς απογοήτευση του μοντέρνου αναγνώστη, δανείστηκε ρομαντικές μεταφορές, όπως η γη, ο ουρανός, οι θεοί και οι θνητοί για να διερευνήσει τα επιχειρήματά του.

Αξίζει να σταθούμε για λίγο σε μερικά επιχειρήματα του Heidegger, ενάντια στην ιδέα της virtual πραγματικότητας, πριν ασχοληθούμε με τις απόψεις του για την αλήθεια, μέσω των οποίων είναι δυνατό να συγκεντρώσουμε κάποιες θετικές προτάσεις για την πορεία της έρευνας για τη virtual πραγματικότητα.

Πρώτον, ο Heidegger έθεσε ένα σοβαρό αντεπιχείρημα στην προτεραιότητα του Descartes για το διαχωρισμό υποκειμένου – αντικειμένου, που αποτελεί τη βάση των αντιθέσεων που προηγουμένως (η αντίληψη και η αναπαράσταση ως μια εισαγωγή αισθητικών δεδομένων και αντιστοιχήσεων, ενάντια στην κοινωνική κατασκευή). Ενώ ο Descartes ξεκινούσε υποστηρίζοντας ότι το μοναδικό πράγμα που δεν χωρά αμφιβολία είναι ότι ο ίδιος αμφέβαλε (άρα έθετε την προτεραιότητα του υποκειμένου), ο Heidegger, στόχευε στη βασική εμπειρία να εμπλεκόμαστε και να αφοσιωνόμαστε στη διαδικασία της δημιουργίας, στην οποία δεν υπάρχει υποκείμενο ή αντικείμενο. Τέτοιοι διαχωρισμοί (υποκείμενο - αντικείμενο) αναδύονται στην περίπτωση κάποιας ασυνέχειας στη δουλειά μας – μια κατάρρευση. Είναι ρευστά, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα και παράγωγα και αντικατοπτρίζουν τις πολιτισμικές μας προλήψεις και προκαταλήψεις. Ομοίως, η αντίληψη γνησίων αισθητικών δεδομένων είναι ουτοπική. Κανείς δεν την έχει βιώσει. Είναι ένα χρήσιμο κατασκεύασμα συγκεκριμένων ειδών επιστημονικής και φιλοσοφικής έρευνας.

Ο Heidegger προσπάθησε να αντιστρέψει τη σοφία του Καρτέσιου ότι η κατανόηση του κόσμου και της θέσης μας σε αυτόν μπορεί να επιτευχθεί μελετώντας απλά μέρη για να δημιουργήσουμε με ένα περίπλοκο όλο – ο αριθμός ως βάση κατανόησης του διαστήματος, η λογική ως βάση κατανόησης της σκέψης, τα αισθητικά δεδομένα ως βάση για την κατανόηση της ύπαρξης στον κόσμο. Ο Heidegger θα είχε λίγο χρόνο για μια τεχνολογία που ισχυρίζεται ότι εξομοιώνει την πραγματικότητα δημιουργώντας μία εμπειρία από γεωμετρικές συντεταγμένες ή που μπλοκάρει τον θεατή με αισθητικά δεδομένα και μετά ισχυρίζεται ότι έχει πει κάτι για την πραγματικότητα.

Δεύτερον, ο Heidegger διαφώνησε έντονα με την αντίληψη του “να υπάρχεις”, “έχοντας δημιουργηθεί” – αυτό που όριζε “παραγωγική μεταφυσική”. Αυτό σημαίνει να χρησιμοποιείς την τεχνολογία σαν μεταφορά για το πώς κατανοούμε τα πράγματα στη φύση, σαν κατασκευάσματα, όπως ο τεχνολογικός εξοπλισμός, μόνο που είναι χωρίς σκοπό. Ομοίως, η παραγωγική μεταφυσική παρουσιάζει την τέχνη ως κάτι που φτιάχτηκε, όπως ο εξοπλισμός, αλλά με “πρόσθετη αξία”. Είναι πιθανόν ο Heidegger να είχε σκεφτεί την ιδέα της κατασκευής της πραγματικότητας (ή του ομοιώματος της) παρόλο που τα δεδομένα και οι αλγόριθμοι είναι αβάσιμα. Η ιδέα είναι η βασική αναγωγή – η βασική εκδήλωση της παραγωγικής μεταφυσικής. Είναι σαν να λέμε η φύση δομήθηκε άρα ας την αναδομήσουμε σε έναν υπολογιστή.

Τρίτον, σύμφωνα με τον Heidegger,η αρχέγονος κατανόηση της ύπαρξης στον κόσμο είναι μια αδιαφοροποίητη εμπλοκή. Τα πράγματα φανερώνονται μέσω κατάρρευσης σε μια κατάσταση. Η ιδέα της virtual πραγματικότητας είναι ότι τα πάντα στο πεδίο της όρασης παρουσιάζονται στις αισθήσεις. Ο Heidegger παρατήρησε ότι η επιστήμη λειτουργεί σε μια υπόθεση του “όντος”. Αντιμετωπίζει τα πράγματα όπως πάντα “παρόντα ανα πάσα στιγμή”, έτοιμα για τον έλεγχό μας και κατανοητά- μια χρήσιμη άσκηση, μέσα στα όρια. Με αυτή τη λογική, η virtual πραγματικότητα είναι μια λογοτεχνική ενεργοποίηση της Καρτεσιανής οντολογίας. Κυκλώνει το άτομο σαν ένα απομονωμένο υποκείμενο σε ένα πεδίο αισθήσεων. Κάνοντας αυτό επιχειρεί να μετατρέψει την ύπαρξη σε ένα φαινόμενο του “όντος”. Ο ισχυρισμός είναι ότι τα πάντα βρίσκονται εκεί, μπροστά στο υποκείμενο.

Επειδή όλα όσα προτείνει ο Heidegger για την ύπαρξή μας υποδεικνύουν ότι δεν είμαστε έτσι φτιαγμένοι (υποκείμενα σε απόδειξη των αισθητικών δεδομένων) το ολοκληρωτικά συνειδητοποιημένο περιβάλλον της virtual πραγματικότητας θα εμφανιστεί στην καλύτερη περίπτωση εξωπραγματική και στη χειρότερη ένας κόσμος χωρίς διαφοροποιήσεις, που θα μας καθοδηγεί μεμιάς όλους προς μιας κατεύθυνση.

Τέταρτον, η σκοτεινή πλευρά της τεχνολογίας βρίσκεται στο ότι σκοπεύει να κάνει τα πάντα προσιτά, σαν μια δυνατότητα προς εκμετάλλευση. Ο Heidegger διακρίνει ότι μερικά τεχνολογικά μέσα δίνουν πολλές δυνατότητες ότι μπορούν να εφαρμοστούν σε νέες εκκολαπτόμενες μορφές ανθρώπινων πρακτικών, και μάλιστα ότι αποκαλύπτουν κάτι για το περιβάλλον που βρίσκονται. Συμπληρώνοντας το παράδειγμα του Heidegger με το ποτάμι, το ποτάμι αποκαλύπτει τις όχθες του αλλά και το χαρακτήρα του ποταμού σύμφωνα με το τρόπο που αντανακλάται στο νερό αλλά και από το φράγμα που χρειάζεται να κατασκευαστεί για να αντέξει τη ροή του. Σε αντίθεση ένα υδροηλεκτρικό σχέδιο δεν μπορεί να προβάλλει τίποτα σημαντικό για τον ποταμό. Το ποτάμι δίνει τη δυνατότητα να εξεταστεί σαν πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Heidegger, η υδροηλεκτρική τεχνολογία φέρνει όλα τα πράγματα στο ίδιο επίπεδο. Μας λέει ότι ο ποταμός δεν είναι διαφορετικός από την εξώρυξη του άνθρακα από το έδαφος. Βέβαια υπάρχουν ακατάλληλες γέφυρες και κατάλληλα υδατοφράγματα (και το παράδειγμα είναι ρομαντικό, εμπνευσμένο από τον ύμνο του Hoelderlin για τον Ρήνο), αλλά η άποψη του Heidegger είναι ξεκάθαρη. Ορισμένες τεχνολογίες προβάλλουν ένα ισοπεδωτικό χαρακτηριστικό σύμφωνα με το οποίο (ολόκληρα στρώματα) του περιβάλλοντος ή η εμπειρία μας μειώνονται σε κάποιο κοινό παρανομαστή όπως ενέργεια, δεδομένα ή μετρήσεις.

Θα μπορούσαμε επίσης να αποσπάσουμε παρόμοια παραδείγματα από τον χώρο των υπολογιστών. Ένα σύστημα σχεδίασης σε υπολογιστή μας εξυπηρετεί με πολλούς τρόπους όπως την προβολή των γεωμετρικών και μεταφορικών απόψεων της γραμμής, του χρώματος καθώς και της σύνθεσης στην εξάσκηση του σχεδιασμού. Η τεχνολογία δεν έχει απαιτήσεις πληρότητας

Δεν σκοπεύει να παρουσιάσει την τελευταία λέξη στο σχεδιασμό ούτε την απόλυτη εμπειρία σχεδιασμού αλλά και ούτε να μειώσει τον σχεδιασμό σε ένα σύνολο γεωμετρικών υπολογισμών. Αυτοί οι στόχοι βέβαια δεν περικλείονται σίγουρα στην έρευνα που περιβάλλει την τεχνολογία. Από την άλλη, η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας φαίνεται ότι προκύπτει από το στόχο της παρουσίασης της τελευταίας λέξης στην πραγματικότητα. Το καθετί θα περιγράφεται και θα απεικονίζεται. Η virtual πραγματικότητα στον υπολογιστή παίζει την “πραγματική πραγματικότητα”. Σε αυτό τον κόσμο ακόμα και οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να αποτελούν αντικείμενα. Μέσα σε αυτή την τεχνολογία, θα είναι “πασιφανές” ότι η καταλληλότητα της πραγματικότητας είναι απλώς ένα ζήτημα επεξεργασίας δεδομένων, όπως με τον υδροηλεκτρικό υδατοφράκτη, αφού όλα γίνονται μια δυνατότητα για εκμετάλλευση.

Πέμπτον, ο Heidegger ακόμα έγραψε για τη φύση των πραγμάτων - καθημερινών αντικειμένων όπως κανάτες και παπούτσια. Είναι περιττό να πούμε ότι δεν έβλεπε τα πράγματα σαν απλές συλλογές χαρακτηριστικών. Από την πλευρά αυτή της ευαισθητοποιημένης εκτίμησης της φύσης, της υλικότητας και της κουλτούρας (ειδικότερα στο πολύπλοκο επιχείρημα του για την σύγκρουση μεταξύ της “γης” και του “κόσμου”), είναι απίστευτο να φανταστούμε ότι μπορούμε να σχεδιάσουμε ένα κοσμικό πράγμα όπως η κανάτα, σε έναν υπολογιστή όπου το μοντέλο θα επιδεικνύει τα πάντα εκτός του σκοπού για τον οποίο σχεδιάστηκε: ότι δηλαδή μπορούμε να την ζεστάνουμε με τα χέρια μας, ότι μπορούμε να αισθανθούμε τη διαφορά βάρους της μόλις τη γεμίσουμε με νερό και λουλούδια, ότι μπορούμε να την κρατήσουμε ψηλά και να ακούσουμε τη θάλασσα, ή ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε την αλλοιωμένη μορφή μας μέσα από τα σταγονίδια καθώς την μετακινούμε έξω από το ψυγείο. Αυτά τα παράδοξα δεν είναι περιττά σε ότι χρειάζεται στο να υπολογίσεις μια κανάτα και να αποκτήσεις την εμπειρία της.

Αυτά τα επιχειρήματα προτάσσουν ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της virtual πραγματικότητας και ότι πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο συζητούμε για αυτή όπως και να αλλάξουμε τις αξιώσεις που γίνονται για αυτή. Ωστόσο είναι περισσότερο εύλογο να ασχοληθούμε με πιο θετικές μελέτες από το να διαβάζουμε Heidegger. Κρατώντας βαθιά στο μυαλό μας αυτές τις παγίδες και με γνώση των περιορισμών της, ίσως πρέπει να εξετάσουμε ποια πιθανή χρήση θα έχει η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας.

Αλήθεια και Αναπαράσταση

Στο “Όν και το Χρόνο" ("Being and Time") ο Heidegger ευθέως απηύθυνε το ζήτημα της αλήθειας ως αντιστοιχία. Τα επιχειρήματα του έχουν να πουν κάτι για τις αληθινές απεικονίσεις και ως αποτέλεσμα και για την απαίτηση της τεχνολογίας της virtual πραγματικότητας για ρεαλισμό. Ο Heidegger δεν είχε αντίρρηση στην άποψη της αλήθειας ως αντιστοιχία αλλά το έθεσε ως πιο αρχέγονη αντίληψη της αλήθειας. Αναρωτήθηκε, πως είναι δυνατή η άποψη της αντιστοιχίας από την αρχή. Πριν λοιπόν κάνουμε μια δήλωση ότι κάτι αντιστοιχεί σε μια κατάσταση των πραγμάτων, πρέπει να υπάρχει μια κατάλληλη συμπεριφορά ή διάθεση μεταξύ του πράγματος και της κατάστασης σχέσεων για την οποία μιλάμε. Υποστήριξε ότι αυτό που μας δίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την αντιστοιχία από την αρχή είναι η διάθεσή μας να είμαστε ανοιχτοί στη φύση των πραγμάτων. Σε μια “αυθεντική” κατάσταση καλλιεργούμε την ελευθερία τα πράγματα να υποδηλώνουν τον εαυτό τους. Σύμφωνα με τον Heidegger, η ιδέα της υποδήλωσης ήταν προφανής στο αυθεντικό νόημα της ελληνικής λέξης για την λέξη αλήθεια “αλήθεια”. “Αλήθεια” σήμαινε μη υπόκρυψη ή αποκάλυψη× η ιδέα της αλήθειας συνυφασμένη με μια ακόλουθη φιλοσοφική ανησυχία για την ιδέα της ορθότητας της αντιστοιχίας. Όπως και σε πολλά από τα επιχειρήματα του Heidegger (σχετικά με την αντίληψη, τη γνώση, την πράξη, την θεωρία, την ύπαρξη και την αλήθεια) υπάρχει μια έλξη σε κάτι πιο βασικό πιο αρχέγονο από ότι κρύβεται στη σύγχρονη ορθοδοξία που ζούμε.

Στην περίπτωση της αλήθειας ως αποκάλυψη όμως τι είναι αυτό που αποκαλύπτεται; Πρωταρχικά είναι ένας κόσμος που αποκαλύπτεται ο οποίος μέσα από αυτά τα περιεχόμενα γίνεται αντιληπτός ως πολιτισμός ή ως άποψη του πολιτισμού - ίσως ως άποψη της ανθρώπινης πράξης. Ο Heidegger παρουσιάζει παραστατικά πως η τέχνη αποκαλύπτει έναν κόσμο. Περιγράφει ένα ζευγάρι παπούτσια ενός χωρικού που αποτυπώνονται σε ένα πίνακα του van Gogh. Ανακαλύπτουμε από τα σημάδια της φθοράς και της λάσπης για τη κοπιαστική ζωή του αγρότη. Είναι λιγότερο ενδιαφέρον να σημειώσουμε αν ο πίνακας είναι απόλυτη ομοιότητα ενός πραγματικού αντικειμένου από το να ερευνήσουμε τι αποκαλύπτει ή καλύτερα πόσο αληθινή είναι η δουλειά στην εικόνα. Η ιδέα της αληθινής ομοιότητας έχει νόημα μόνο σε ένα εξειδικευμένο τομέα, όπως στην πράξη της κατασκευής ή ανάλυσης θεωρητικών εκθέσεων.

Ποια όμως είναι η άμεση αξία της ιδέας της αλήθειας (ως αποκάλυψη) έξω από τις εκτιμήσεις που αφορούν την τέχνη; Μπορούμε να ανατρέξουμε σ’ ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα στον Heidegger σε αυτό του Ελληνικού ναού. Μια σύγχρονη ανάλυση θα επεξεργαζόταν το σύνολο των ανθρώπων, τα φυτά, την τυπογραφία, τα οποία είναι σταθερά και αναλλοίωτα και που μάλιστα ίσως να αποτελούσαν τον ιδανικό χώρο για να κτιστεί ένας ναός. Ο ναός προστέθηκε σε αυτό το σύστημα σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο χρόνο. Ωστόσο, εξετάζοντας την αποκαλυπτική φύση του ναού (μία σκέψη για “το πόση πραγματικά αλήθεια” υπάρχει στο ναό) αναγκαζόμαστε να τα ερευνήσουμε όλα από την αντίθετη πλευρά. Σύμφωνα με τον Heidegger ο ναός “αποκαλύπτει έναν κόσμο”. Φέρνει το φυσικό περιβάλλον (τη γη) στο παρόν (το οποίο είναι απλώς ένας εντονότερος τρόπος για να δείξει ότι “πράγματι αποκαλύπτει κάτι γι΄ αυτό” και αποτελεί μια ταυτοπροσωπία για τους ανθρώπους του τον χρησιμοποιούν, μια εξωτερική όψη των εαυτών τους (κόσμος). Πως όμως ο ναός έφερε το φυσικό περιβάλλον στο παρόν; Η ακεραιότητα του αποκαλύπτει την εφήμερη φύση των δέντρων και του ωκεανού. Τα φέρνει στο παρόν μέσω των προσφορών τους (αποκαλύπτει τις πολλές τους προσφορές). Οι κολώνες αντανακλούν τις ακτίνες του ήλιου, το σούρουπο και παρ΄ όλα αυτά αποκαλύπτουν τον ουρανό. Στην περίπτωση του ναού ως αυθεντική δουλειά, ως τμήμα της καθημερινής πρακτικής μας φέρνει παράλληλα την καθημερινότητα στο παρόν. Στην εποχή μας ο ελληνικός ναός αποτελεί μουσειακό στοιχείο και το πόσο εφαρμόζονται αυτές οι απόψεις είναι αμφίβολο γιατί μερικές ίσως έχουν χαθεί ή αλλάξει. Ο κόσμος είναι πλέον αυτός των γνωριμιών, του τουρισμού, της πολιτιστικής τέχνης, της ζωγραφικής, της ακαδημαϊκής υποτροφίας, των μαθημάτων ιστορίας, της νοσταλγίας και πολλών άλλων. Παρομοίως, μια γέφυρα αποκαλύπτει (μας φέρνει το παρόν) τις όχθες του ποταμού και την κίνηση του ίδιου του νερού. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι όμως ότι ήδη υπάρχουν και ότι απλώς η γέφυρα τα φέρνει στην επιφάνεια. Προκειμένου να επιβεβαιώσεις την ύπαρξη πολλών πραγμάτων οδήγησε στο να κάνεις ισχυρισμούς ύπαρξης να υποθέτεις δηλαδή ότι όλα βασικά υπάρχουν και ότι είναι παρόντα.

Αλλά και τι μπορούμε να πούμε για τις αποκαλυπτικές δυνατότητες των σχεδίων, όπως τις μακέτες - σχέδια ενός ναού ή ενός ποταμού; Η ορθόδοξη προσέγγιση θα έλεγε ότι τα σχέδια κρύβουν πληροφορίες για αντικείμενα, υλικά μεγέθη και τοπικούς υπολογισμούς όπως οδηγίες στο σχέδιο ανταποκρίνεται στο πως θα αναδειχτεί η κατασκευή. Ο Heidegger ωστόσο δεν συζητάει απλώς για τα σχέδια αλλά γράφει για ισχυρισμούς, (ακριβείς διατυπώσεις σε μια γλώσσα) και μπορούμε να εκτιμήσουμε την λογική των επιχειρηματιών του Heidegger στην οποία η ορθόδοξη άποψη έχει δεύτερη θέση.

Υπάρχουν κατασκευαστικές πρακτικές - οι δραστηριότητες των οικοδόμων και των εμπόρων, οι οποίοι χρησιμοποιώντας τα δικά τους τεχνάσματα για να χτίσουν τους ναούς και τα γεφύρια με επιδεξιότητα (όπως βλέπουμε στην άσκηση συγκεκριμένων τεχνικών ικανοτήτων, σαν το χτίσιμο απλών κτιρίων ή την κατασκευή επίπλων χωρίς προσχέδια και άγνωστες οικοδομικές πρακτικές) σύμφωνα με τις γνώσεις τους. Τα σχέδια είναι παρεμβάσεις σε αυτές τις πρακτικές. Τα σχέδια έχουν νόημα μόνο μέσω της γνώσης των τεχνικών πρακτικών της παραγωγής και του διαβάσματος προσχεδίων αλλά και τις τοπικής κατασκευής. Ως τέτοια, τα σχέδια περιέχουν νύξεις ή διορθώσεις στην πρακτική μέθοδο: Αντί να βάλεις το τσιμέντο της κολώνας ως το δοκάρι, τοποθέτησε ένα στύλο άνθρακος ανάμεσά τους: αντί να προεκτείνεις τα παρτέρια πέρα από τον τοίχο, σταμάτησε την οροφή στο παραπέτασμα. Ως παρεμβολές στην κατασκευαστική πρακτική, τα σχέδια αποκαλύπτουν στοιχεία από την ίδια πρακτική του κατασκευαστή στον ίδιο τον κατασκευαστή και αισίως, στον σχεδιαστή. Οι πετυχημένοι αρχιτέκτονες φαίνεται ότι είναι αυτοί που έχουν αναπτύξει αυτή την αρμονική σχέση με τη τοπική πρακτική κατασκευής και πετυχημένοι οι χτίστες που έχει γίνει γνωστό ότι άλλαξαν τις πρακτικές τους μετά από τη συνεργασία τους με τους αρχιτέκτονες. Κάτω από αυτή τη διάσταση, τα σχέδια θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποκαλύπτουν την ιδιότητά τους να αλλάξουν τον κόσμο της πράξης. Αυτή η αποκάλυψη περιλαμβάνει μια προδιάθεση με την οποία είναι δυνατό να υιοθετήσουμε τη περιορισμένη γλώσσα ότι “αυτή η γραμμή αναλογεί σε έναν τοίχο” και να “τοποθετήσουμε το παράθυρο Α στον τοίχο Χ”. Σύμφωνα με αυτή τη Χαϊντεγκεριανή λογική που αφορά τα σχέδια εργασίας, αν τα σχέδια από την αρχή δεν κρύβουν έναν τέτοιο κόσμο, δεν είναι δυνατό να ανταποκρίνονται σε τίποτα αλλά και ούτε να παρέχουν καμιά οδηγία.

Παρομοίως, ένα ολοκληρωμένο σύστημα CAD και ένα πληροφοριακό υλικό αποκαλύπτει πολυδιάστατες συμβουλευτικές πρακτικές, συμβολαιογράφους, και θεσπισμένες αρχές. Διαφορετικά ίσως παραπλανηθούμε και οδηγηθούμε να σκεφτούμε ότι το μοντέλο των πληροφοριακών στοιχείων ανταποκρινόταν αρχικά στην ουσία της κατασκευής μιας φόρμας. Ανάλογα, μια φωτορεαλιστική προσέγγιση από υπολογιστή φαίνεται ότι κρύβει έναν κόσμο εμπειρογνώμων σε γραφικά υπολογιστών και αγοραστικών πρακτικών. Τί υποδηλώνει ένα σύστημα virtual πραγματικότητας; Πώς είναι η αλήθεια στην πράξη σε ένα σύστημα virtual πραγματικότητας; Προκειμένου να απευθύνουμε αυτά τα ερωτήματα, είναι πιο κατατοπιστικό να κατατάξουμε πιο προσεκτικά σε μια άποψη αποκάλυψης που μέχρι τώρα απλώς αιωρούταν. Μια σημαντική άποψη του Heidegger είναι η ιδέα της αποκάλυψης και του ρόλου της διαφοράς.

Η Τεχνολογία Ανοίγει Νέους Ορίζοντες μέσω της Διαφοράς

Η επιστήμη και οι αλληλένδετοι τομείς της φαίνεται ότι βασίζονται πολύ στη σημασία της ομοιότητας: αυτή η κατάσταση είναι παρόμοια με εκείνη την κατάσταση. Η επιστήμη ερευνά τις δομές των πραγμάτων και των φαινομένων. Αναμένεται ότι μόλις φτάσουμε κάτω από την επιφάνεια και ανακαλύψουμε τι κοινό έχουν τα πράγματα, θα τα καταλάβουμε καλύτερα. Τα φαινόμενα είναι αφηρημένα και παράλληλα μπορούν να περιγραφούν. Το μέσο της αφαίρεσης είναι συνήθως αυτό της κατηγοριοποίησης, της οντότητας της ιδιότητας και της ποσότητας ή του αριθμού, της φόρμουλας, της λογικής και του κανόνα. Το ενδιαφέρον της ομοιότητας είναι προφανές στην αναζήτηση των δομών που υπογραμμίζουν τη γλώσσα και των κοινωνικών πρακτικών (όπως στο δομισμό). Είναι επίσης προφανές στο σχεδιασμό τοπίων όπως στην αρχιτεκτονική, για της αναγνωρίσεις τυπολογιών, γενικών φορμών και των αρχών κατηγοριοποίησης.

Στο χώρο των γραφικών μέσω υπολογιστή, οι εικόνες του υπολογιστή συνήθως θεωρούνται πολύ ενδιαφέρουσες γιατί μοιάζουν με φωτογραφίες. Είναι επίσης διαδεδομένο ότι οι εικόνες είναι συναρπαστικές γιατί κατά κάποιο τρόπο μοιάζουν με το ακριβές αντικείμενο. Προφανώς η virtual πραγματικότητα μας ελκύει γιατί με τη δυνατότητα να μοιάζει τόσο πολύ στον πραγματικό κόσμο μας ξεγελά και ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια κατασκευασμένη πραγματικότητα.

Στη συζήτησή μας στο κεφάλαιο 3 για την αποδόμηση, εξετάσαμε την άποψη του Derrida για το ρόλο της διαφοράς στη γλώσσα. Δεν είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε σε βάθος για να ανακαλύψουμε στοιχεία στην ανθρώπινη σκέψη για την αρχαιότητα της διαφοράς αντιτιθέμενης στην ομοιότητα. Ο Saussure υποστήριζε ότι είναι η διαφορά που κάνει τη γλώσσα δυνατή - η διαφορά ανάμεσα σε μια λέξη (“cat") και σε μια άλλη λέξη (“sat"). Εμφανέστατα η κατηγοριοποίηση δεν θα ήταν υπαρκτή χωρίς τη διαφορά. Ο Foucault επιδεικνύει το θρίαμβο της διαφοράς στην προσπάθειά του να παρουσιάσει την ομοιομορφία: “Η δύναμη του κανονικού.... εξειδικεύεται κάνοντας δυνατή τη μέτρηση των κενών, τον καθορισμό των επιπέδων, τον ίδιο χωρισμό ειδικοτήτων... που όλα αποτελούν την ανάδειξη της διαφοράς του καθενός. Όπως έχουμε δει, ο Derrida δίνει μεγάλη έμφαση στη φύση της διαφοράς, ακόμα και στο σημείο της δημιουργίας μιας νέας λέξης (différance) που υπονοεί (σε σχέση με τη γλώσσα) “ότι το νόημα πάντα διαφέρει, ίσως στο σημείο μιας ατέλειωτης συμπληρωματικότητας, με το ρόλο της σημασίας. Το να επικεντρωθεί στη διαφορά είναι επιδοθείς σε ατέλειωτες ανακαλύψεις. Αντιθέτως, καθορισμός της ομοιότητας φαίνεται να τελειώνει μια συζήτηση. Αν σκοπεύουμε να μάθουμε τι είναι ίδιο στα αντικείμενα, τότε η έρευνά μας τελειώνει μόλις ανακαλύψουμε το στόχο μας. Ενώ, η διαφορά αποκαλύπτει και άλλη διαφορά. Η διαφορά επιπλέον ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της διαλεκτικής, τους αποκαλυπτικούς συσχετισμούς μεταξύ δύο οντοτήτων που συζητήσαμε στο κεφάλαιο 2. (Σκοπεύουμε να επικροτήσουμε την ανακάλυψη της ομοιότητας ως βάση που ενώνει τους ανθρώπους. Από τη σκοπιά της σημασίας της διαφοράς, μια “αυθεντική” κοινότητα δεν είναι μια στην οποία όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο αλλά μια στην οποία οι διαφορές είναι πιο εμφανείς).

Το θέμα της διαφοράς εμπίπτει στο σκεπτικό του Heidegger. Ο Heidegger μιλάει για την αποκαλυπτική φύση της τριβής ανάμεσα σε αυτό που ορίζει ως “γη” και “κόσμο”. Παραδοσιακά λεγόμενα αναφορικά με τις τέχνες επικεντρώνονταν στο είδος και στη μορφή: πώς δόθηκε μορφή στα αντικείμενα, πως η φύση συνδέεται με τον πολιτισμό, πως το χάος ρυθμίζεται με την τάξη. Γενικά ήταν μια υπόθεση που αφορούσε το πώς η μορφή επιβάλλονταν στην ύλη. Αυτό αναπόφευκτα οδήγησε στην ορθόδοξη διαλεκτική του αντικειμένου και του υποκειμένου. Ο Heidegger ξαναέφερε στην επιφάνεια το θέμα μέσω νέων μεταφορών, ή μάλλον παλιών, αρχέγονων μεταφορών. Για τον Heidegger ο καθορισμός μεταξύ της γης και του κόσμου. Μάλλον κάτι διαφορετικό από χαοτική ή άμορφη, η γη είναι κάτι που δεν είναι γνωστό. Αυτό το οποίο “αποκαλύπτει” είναι επίσης και αυτό το οποίο κρύβει. Η γη προσφέρει τη μεγαλύτερη αντίσταση στην “αποκάλυψη” (αλήθεια) η οποία γίνεται δυνατή μέσω της τέχνης. Ο Κόσμος είναι ευνόητος με όρους όπως η κουλτούρα των ανθρώπων, με το νόημα της ιδέας του Heidegger για ένα ποίημα. Ωστόσο, αντί να διαβεβαιώσει ότι τα έργα τέχνης προβάλλουν χαρακτηριστικά κρυμμένα στη φύση, που σημαίνει ότι αποκαλύπτει ή μιμείται τη φύση, ο Heidegger λέει ότι σε ένα έργο τέχνης ή σε ένα τεχνητό φαινόμενο, “η γη υψώνεται μέσα από τη δουλειά”. Αυτή η ύψωση είναι προς την κατεύθυνση ενός κόσμου, με τον οποίον αναπόφευκτα υπάρχει μια διαμάχη. Ο Kockelmans περιγράφει το φαινόμενο με τα ακόλουθα λόγια: “Η διαμάχη και η τριβή ανάμεσα στον κόσμο και στη γη είναι καθορισμένη στη Gestalt [γενικώς, μια ολιστική δομή] της δουλειάς και δείχνει τον εαυτό της μέσα και από μέσα της”.

Πώς μπορούμε να μεταφράσουμε αυτό τον ευγενή χαρακτηρισμό της σημασίας της διαφοράς σε συνδυασμό με το MCI, CAD και τη virtual πραγματικότητα; Σύμφωνα με τον Heidegger ένα σχέδιο (π.χ. από τον Duerer) “δεν καλύπτει τη ρωγμή... ανάμεσα στο μέτρο και αυτό που είναι έξω από το μέτρο”. Σε κάθε σχέδιο, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα, σε ένα τακτικό σχέδιο και σε αυτό που ορίζει την τάξη. Η μακέτα ενός καθεδρικού αποτελεί μια διαλεκτική (η συσχέτιση μεταξύ δύο οντοτήτων απαρτισμένες από τη διαφορά) ανάμεσα σε ένα σύστημα χωρικής και δομικής οργάνωσης (κόσμος) και της υλικότητας του τοπίου, πέτρα, τσιμέντο, ξύλο και γυαλί κλπ). Υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη (κύρια φροντίδα του κόσμου του σχεδιαστή) και την πραγματοποιημένη υλικότητα του κτιρίου (γη). Κάτω από αυτή τη σκοπιά, αναγνωρίζοντας ένα σύστημα πλέγματος (αυτό που κάνει το ένα κτίριο όμοιο με το άλλο) στην ανάλυση ενός κτιρίου είναι αναλογικά μηδαμινή. Το συναρπαστικό σ’ ένα κτίριο βρίσκεται στη διαφορά των συστημάτων τάξης που του έχουν υποβάλλει (π.χ. η επιβολή της Χριστιανικής τάξης πάνω σε μια Ισλαμική στο τζαμί της Κόρντομπας), η καταστροφή του πλέγματος και οι αποκλίσεις από το κανονικό. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει θεωρία της διαφοράς, με την έννοια μαθηματικής ή συμβολικής φόρμας με την οποία μπορούμε να μαντέψουμε. Είναι όμως ενδιαφέρον το τι περνάει ανάμεσα από τα κενά το οποίο είναι και το παν.

Όπως παρουσιάστηκε με τα παραπάνω, τα σχέδια εργασίας ανοίγουν έναν κόσμο μέσω της διαφοράς, για τον εργολάβο. Πρώτα από όλα υπάρχουν διαφορές όσον αφορά τα σημάδια. Η διαφορά μεταξύ δύο σημείων στο σχέδιο μας δίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ένα σύνολο σημείων ως παράθυρο και ένα άλλο σύνολο ως πόρτα. Δεύτερον υπάρχει ένας τεράστιος κόλπος ανάμεσα σε αυτό που το σχέδιο υποτίθεται ότι παριστάνει και σε αυτό που ουσιαστικά πραγματοποιείται. Αυτή η διαφορά είναι το κτίριο κατασκευασμένο με υλικά στο χώρο και τη διαδικασία κατασκευής σαν ένα είδος διαλεκτικής. Τρίτον, σ΄ ότι μέχρι τώρα έχουν περιγράψει ως τελειωτικό, αυτό που το σχέδιο δεν περιγράφει είναι τις ικανότητες και την εμπειρία του κατασκευαστή και αυτών στο εμπόριο. Με αυτόν τον τρόπο, τα σχέδια αποκαλύπτουν τον κόσμο της κατασκευαστικής πρακτικής μέσω της διαφοράς. Τέταρτον, υπάρχουν τεχνικές κριτικές των κτιριακών κατασκευών στις οποίες εμπλέκονται τα σχέδια. Ο οικοδόμος θα έκανε ένα πράγμα (ίσως να κτίσει τον τοίχο αποκλειστικά με τούβλο) ωστόσο τα σχέδια έχουν παραχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβεβαιώσουν ότι κάτι καλύτερο θα επιτευχθεί (ίσως ξύλινα πλαίσια γύρω από τα παράθυρα). Τα σχέδια φέρνουν στο φως την ίδια την πρακτική του οικοδόμου. Παρόμοιες εξηγήσεις που συνδέονται με την χρήση της διαφοράς θα παρουσιαστούν και στην περίπτωση των ολοκληρωμένων μοντέλων CAD.

Πώς όμως η διαφορά εξυπηρετεί στη περίπτωση της τεχνολογίας υπολογιστών και ιδιαίτερα στη δυνητική πραγματικότητα; Η τεχνολογία αποκαλύπτει, προβάλλει και ανοίγει ένα νέο κόσμο, αλλά όχι απαραιτήτως αυτόν που κατά μια έννοια ανάμεναν οι συγγραφείς της virtual πραγματικότητας. Ο κόσμος αποκαλύπτεται μέσω της διαφοράς.

Κατά πρώτον, η virtual πραγματικότητα φέρνει στη συμπλοκή ανάμεσα στη “γη” και τον “κόσμο” μια αιχμηρή ανακούφιση. Αν την εκλάβουμε στην απόλυτη υλικότητα “η γη” είναι ότι ακριβώς η δυνητική πραγματικότητα προσπαθεί να αιχμαλωτίσει στα μοντέλα της. Και το κάνει αυτό με την προσφυγή της στον “κόσμο” των αριθμών και της γεωμετρίας.

Δεύτερον, οι προσδοκίες της virtual πραγματικότητας διαφέρουν από την πραγματοποίηση τους ως συστήματα υπολογιστών. Η διαλεκτική που αυτό παράγει αποτελεί τη βάση των προγραμμάτων έρευνας του κόσμου της ερευνητικής πρακτικής.

Τρίτον η virtual πραγματικότητα μας ενημερώνει για την πραγματικότητα, κυρίως εξαιτίας των ορίων της τεχνολογίας. Ένα μοντέλο δυνητικής πραγματικότητας δεν μπορεί παρά να είναι ένας “κοντινός κόσμος”. Είναι απίθανο να προσφέρει ασφάλεια σε πραγματικές απειλές όπως η πείνα και η ηλεκτροπληξία. Η πραγματική έκταση της virtual πραγματικότητας είναι απίθανο να εκτιμήσει όπως η πραγματική real estate. Η virtual πραγματικότητα είναι αδύνατο να φροντίσει για τη διατροφή των ανθρώπων. Με κάθε υπολογισμό, το να περπατάς σε ένα δυνητικό κτίριο δεν είναι καθόλου όμοιο με το να περπατάς σε ένα πραγματικό κτίριο. Αν πάλι επεκτείνουμε αυτό το ζήτημα ίσως γίνει γνωστό ότι η αντανάκλαση ανάμεσα στη δυνητική πραγματικότητα και την πραγματικότητα θα γεννήσει νέα υποστήριξη για τις μη - καρτεσιανές ιδέες του διαστήματος και της αισθητήριας εμπειρίας - ένας μη καρτεσιανός κόσμος διανοητικής αναζήτησης. Με αυτή την εύνοια η virtual πραγματικότητα θα μας είχε ενημερώσει για την πραγματικότητα.

Τέταρτον, ο χαρακτήρας πηγής δυνατοτήτων της τεχνολογίας ίσως βρίσκεται ακριβώς στη διαφορά μεταξύ της εμπειρίας της virtual πραγματικότητας και της εμπειρίας της πραγματικότητας. Πράγματι, είναι η διαφορά μεταξύ της virtual πραγματικότητας και της πραγματικότητας που καθοδηγεί την έρευνα. Οι ερευνητές της virtual πραγματικότητας θέλουν τους ανθρώπους να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ραδιενεργές ουσίες με ετοιμότητα και χωρίς να μολυνθούν, να διεξάγουν λεπτές χειρουργικές σε μικροσκοπικά όργανα που εμφανίζονται με πλάτος αρκετών γιαρδών, να δουν απευθείας μέσα από την ανθρώπινη σάρκα όπως με τις ακτινογραφίες, να αποσυντίθενται μέσα από τους τοίχους, να πηδάνε από κτίρια, να μικραίνουν αντικείμενα έτσι ώστε κάποιος να μπορεί να τα βλέπει ως μοντέλα και έπειτα να τα μεγεθύνει ώστε κάποιος να μπορεί να κινείται μέσα τους. Η πραγματικότητα δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιες περιπτώσεις. Ούτε βεβαίως σε αφήνει να επαναλάβεις αυτό που μόλις έκανες, ούτε να αποθηκεύσεις τα αποτελέσματα του σε μια δισκέτα, ούτε να ζωγραφίσεις με σπρέι στο διάστημα, ούτε να κολυμπήσεις σε μια πισίνα ψυχεδελικών χρωμάτων. Τμήμα αυτού του σκεπτικού, της μη πραγματικότητας της δυνητικής πραγματικότητας δηλαδή, εκφράζονται από τον Heim, αν και θεωρούσε αυτή τη μη πραγματικότητα προαιρετική και όχι αναπόφευκτη: “Κάτι λιγότερο από τα πραγματικό προκαλεί την δύναμη της φαντασίας και της οπτικοποίησης”.

Επανακτώντας τη Virtual Πραγματικότητα

Αυτοί οι συλλογισμοί πάνω στη σκέψη του Heidegger για την αλήθεια έχουν οδηγήσει σε μια θεώρηση της διαφοράς. Η ιδέα της αλήθειας ως αντιστοίχηση έχει οδηγήσει στη πιο αρχέγονη (βασική) αντίληψη της αλήθειας ως αποκάλυψη. Από αυτή τη σκοπιά, η virtual πραγματικότητα αποτυγχάνει να μας εντυπωσιάσει με τις προσπάθειες της να μας αποκαλύψει κάτι νεότερο για την πραγματικότητα, με την εύνοια που προέβλεπαν συγκεκριμένοι συγγραφείς της. Η άποψη του Heidegger επιπλέον δεν υποστηρίζει το καταρτισμένο με δεδομένα μοντέλο περισυλλογής στο οποίο η έρευνα της virtual πραγματικότητας έχει βασιστεί. Επομένως, η virtual πραγματικότητα αποτυγχάνει επίσης, στις προσπάθειες της να μας παρουσιάσει αντιστοιχίες με την πραγματικότητα στο με ποιες παραισθήσεις να μας πείσει.

Από την άποψη αυτού του σχόλιου, κάθε εικόνα και σε επέκταση κάθε μοντέλο υπολογιστή όπως παρουσιάζεται στις αισθήσεις μέσω της τεχνολογίας της virtual πραγματικότητας υποδηλώνει έναν κόσμο. Αυτοί οι κόσμοι είναι τα απεριόριστα, εναλλακτικά και επικίνδυνα μονοπάτια της ανθρώπινης πράξης (πολιτισμού). Το οικοδόμημα της αντιστοίχησης κτισμένο στην επιφάνεια αυτού του κόσμου (για να εμπλέξουμε και τις μεταφορές του Heidegger) θα μπορούσε να εμφανιστεί σχεδόν οπουδήποτε. Εφοδιασμένος με ακουστικά και σύνολο δεδομένων, ίσως να ήμουν εντυπωσιασμένος με το πόσο καλά η εμπειρία ανταποκρίνεται σε αυτό που νόμιζα ότι θα είναι σαν να παρατηρείς ένα μοντέλο υπολογιστή με ακουστικά και σύνολο δεδομένων. Αυτό το οποίο θα ήταν σαν να έχει σημεία, γραμμές και πλάνα στο σχέδιο κτιρίου σε ένα καρτεσιανό κενό, κινούνταν μπροστά στα μάτια μου. Αναρωτήθηκα αν ονειρευόμουν; Όλα αυτά αποτελούν ανταποκρίσεις (αντιστάσεις) σε ένα συγκεκριμένο χώρο πλαίσιο. Η έρευνα της virtual πραγματικότητας δεν μπορεί να αγνοήσει το υπόστρωμα ενός “κεκλεισμένου κόσμου” που ανακαλύφθηκε μέσω της τεχνολογίας, αν και το όλο ζήτημα ήταν απλώς ένα θέμα άμεσης χαρτογράφησης ανάμεσα σε αντικείμενα, μοντέλα υπολογιστών και κάτι στο μυαλό.

Άραγε θα είχε εφευρεθεί η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας αν η αντίληψη και η αναπαράσταση δεν είχαν συλληφθεί κυρίως ως προς την είσοδο δεδομένων και την αντιστοίχηση; Ένας άλλος τρόπος να δει κάποιος την εφεύρεση της τεχνολογίας είναι να εκτιμήσει τη δύναμη της μεταφοράς για να καθοδηγήσει σχέδια έρευνας που αναλύονται καλύτερα στο κεφάλαιο 7. Από αυτή την οπτική, η τεχνολογία της virtual πραγματικότητας δεν είχε ανάγκη από θεωρίες αντίληψης ή αντιπροσώπευσης για να προωθηθεί. Στο κόσμο μέσα στο οποίο η τεχνολογία αναπτύχθηκε υπάρχουν πολλές προνομιούχες μεταφορές που ενισχύουν τη τεχνολογική άποψη της εμπειρίας. Ο χαρακτηρισμός του Heidegger “της παραγωγικής μεταφυσικής” (φυσικές οντότητες όπως έχουν δημιουργηθεί) είναι ένα παράδειγμα. Αλλά τεχνολογίες όπως η virtual πραγματικότητα παζαρεύουν σκληρά και με άλλες τεχνολογίες, με τις οποίες φαίνεται να συνδέεται μεταφορικά. Απόψεις της τεχνολογίας της virtual πραγματικότητας έχουν ειδωθεί φορώντας οπτικά ακουστικά διαστημική στολή, παίρνοντας ναρκωτικά, όντας σε σκηνή, κουνώντας μαριονέτες. Αυτές και άλλες μεταφορές έχουν επεκτείνει τις απόψεις της virtual πραγματικότητας και το πρόγραμμα έρευνάς της. Επομένως η έρευνα της virtual πραγματικότητας βελτιώνεται με την αναζήτηση νέων μεταφορών, οι οποίες ανοίγουν νέες δυνατότητες.

Η έρευνα της virtual πραγματικότητας μπορεί να ενισχυθεί αν κάποιος αναλογιστεί πόσο διαφορετική είναι από τις μεταφορές από τις οποίες προέκυψε. Όταν συνειδητοποιούμε ότι η virtual πραγματικότητα δεν αφορά κινούμενες μαριονέτες, παρατηρούμε ότι δεν είμαστε περιορισμένοι και ότι μπορούμε να πετύχουμε κάτι καλύτερο από ψυχαγωγία. και ότι ακόμα οι μαριονέτες μπορούν να μεταβληθούν σε αυτούς που τις χειρίζονται και ούτω καθ΄ εξής. Η εμπειρία της virtual πραγματικότητας δεν είναι απλώς για να περπατάς μέσα σε κτίρια, ή για να πετάς μέσω αυτής, ή για να περνάς μέσα από τοίχους και να μεγεθύνεις ή να συρρικνώνεις ένα κτίριο. Ένα γεωμετρικό μοντέλο δεν μπορεί να είναι σαν το αληθινό αντικείμενο όσο “κινούμαστε” μέσα από αυτό και πειραματιζόμαστε με διάφορες γεωμετρικές μετατροπές και σχεδιασμούς (ισομετρικούς ή αξονομετρικούς). Η αναγνώριση της διαφοράς στο παιχνίδι της μεταφοράς ανοίγει το δρόμο για δυνατότητες νέων μεταφορών. Το ζήτημα της διαφοράς μας φέρνει ξανά στην αντίληψη του Heidegger περί αποκάλυψης.

Η συζήτησή μας για την virtual πραγματικότητα μας βάζει να αναλογιστούμε την μεταφορά και τη διαφορά, οι οποίες εμφανώς παίζουν ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμαστε την τεχνολογία της πληροφορίας. Στα δύο επόμενα κεφάλαια, αναπτύσσω το θέμα της μεταφοράς πιο ολοκληρωμένα, αρχικά επανεκτιμώντας τη σχέση μεταξύ της θεωρίας των συστημάτων και της έρευνας και ανάπτυξης της τεχνολογίας της πληροφορίας.