Judy Wajcman

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

 

"Feminist Critiques of Science and Technology.

Technology as Masculine Culture."

From Judy Wajcman (1991), Feminism Confronts Technology.

University Park, PA: The Pennsylvania State University Press.

Αρχική Μετάφραση:

Κατερίνα Κουδούνη, Χριστιάνα Κούσιου, Βασιλική Κουλούρη, Λίνα Κυριακού, Σωτηρία Πεντεδήμου

 

 

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Το 1844 ο Μαρξ γράφοντας για τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών είπε ότι αυτή η σχέση είναι πιθανόν να κριθεί από ολόκληρο το επίπεδο της ανάπτυξης της ανθρωποκτονίας. Συγκεκριμένα από την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας οι οποίες οδηγούν και στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Σεβόμαστε την εικόνα που δημιουργεί η επιστήμη, η τεχνολογία και η ιατρική η οποία εικόνα ορίζεται περισσότερο ως λογική και διακριτή παρά ως συναισθηματική καθώς πλησιάζουμε τον 21ο αιώνα δεν είμαστε σίγουροι αν οι επιστήμες και η τεχνολογία είναι σε θέση να λύσουν μάστιγες της εποχής μας όπως οι φυσικές καταστροφές, η ανεργία και ο πόλεμος ή αν ακόμη αυτές προκαλούν αυτά τα προβλήματα. Αυτό ακριβώς το θέμα δημιουργεί μεγάλα ερωτήματα και κατ' επέκταση το ερώτημα για τη σχέση της επιστήμης και της κοινωνίας.

Η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος σε σχέση με την ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης, είναι σχετικά καινούργια προσπάθεια. Παρ' όλα αυτά έχουν δημιουργηθεί πολλές θεωρητικές διαμάχες περισσότερες από αυτές που δημιουργήθηκαν για την ισότητα των δύο φύλων και στην τεχνολογία.

Η Πολιτική της Επιστήμης ως Προς τα δυο Φύλα

Το ενδιαφέρον για τα δύο φύλα και την επιστήμη προκύπτει από το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα το οποίο αφορά κυρίως τη θέση των γυναικών στην επιστήμη. Πρακτικά οι γυναίκες επιστήμονες αναρωτήθηκαν για την ιστορική και κοινωνική σχέση μεταξύ του γένους και της επιστήμης από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Οι βιογραφίες σπουδαίων γυναικών επιστημόνων απέδειξαν ότι οι γυναίκες είχαν προσφέρει μεγάλο έργο στην επιστημονική εξέλιξη. Οι βιογραφίες της Rosalind Franklin της Barbara McClintock και της Evelyn Fax Keller είναι πιθανόν τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.

Οι εξαιρετικές αυτές γυναίκες άνοιξαν το δρόμο για τη συμμετοχή περισσοτέρων γυναικών στην επιστήμη.

Αυτό είναι αποδεικτικό στοιχείο για τους τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες κατάφεραν να εισέλθουν στην επιστήμη και παράλληλα να συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Πολλές μελέτες απέδειξαν ότι οικοδομικοί φραγμοί των επιστημών, εμπόδισαν τις γυναίκες να μελετούν μαθηματικά και επιστήμη λόγω του διαχωρισμού των δύο φύλων, της αντίληψης που επικρατούσε για την ανωτερότητα των ανδρών έναντι των γυναικών. Αυτό ακριβώς το γεγονός ώθησε τις γυναίκες μακριά από την επιστήμη. Σ' αυτό το επιχείρημα έρχεται να προστεθεί ακόμη ένα, η αντίληψη της κοινωνίας που θέλει τις γυναίκες μακριά από τα εργαστήρια και τις επιστημονικά πειράματα.

Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να τοποθετήσει όρια στην είσοδο περισσότερων γυναικών στην επιστήμη από την άποψη της μόρφωσης και τις επαγγελματικής αποκατάστασης. Η μελέτη των θετικών επιστημών και τα επιστημονικά επαγγέλματα είναι αξιόλογα και διαθέτουν ένα κύρος. Σε περίπτωση που δοθεί σε νεαρές γυναίκες η ευκαιρία και η ενθάρρυνση να μελετήσουν κάποια επιστήμη μπορούν αργότερα βαθμιαία να ασκήσουν και το επάγγελμα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα περισσότερες γυναίκες στις επιστήμες. Μ' αυτό τον τρόπο λύνεται η επιφόρτιση άλλων επαγγελμάτων και παράλληλα γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη ατόμων στις επιστήμες με την παράλληλη είσοδο ανδρών και γυναικών στις θετικές επιστήμες.

Ένα άλλο θέμα που τίθεται από την Sandra Harding (1986) και άλλες, επικεντρώνεται κυρίως στις γυναίκες στην κουλτούρα τους, στις φιλοδοξίες τους και τις αξίες τους. Κατά πόσο δηλαδή οι θεσμοί της επιστήμης μπορούν να διαμορφωθούν ώστε να δεχτούν τις γυναίκες. Στα επαγγέλματα των επιστημών δεν υπάρχουν ίσες ευκαιρίες, οι γυναίκες αναγκάζονται να προσαρμοστούν και πολλές φορές να ταυτιστούν με τους άνδρες ώστε να γίνουν αποδεκτές καθώς και να αναγνωριστεί το έργο τους. Αυτήν όμως τη διαδικασία δεν καλούνται να αντιμετωπίσουν οι άνδρες. Για παράδειγμα, στην πορεία για μια διακεκριμένη καριέρα απαιτείται διαρκής αγώνας και περίοδοι διαρκούς έρευνας και θυσίες. Αυτό συνεπάγεται ότι η δημιουργία οικογένειας και προσωπικών ευθυνών καθυστερεί. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί από τους άνδρες και οι γυναίκες επιστήμονες αναγκάζονται να προσαρμοστούν σ' αυτό ή και ακόμη να μην ακολουθήσουν αυτό το επάγγελμα. Αν η επιστήμη αντιμετωπίζεται ως καθαρά ανδρική εργασία τότε δεν προκαλεί απορία το γεγονός ότι πολλές γυναίκες δεν θέλουν να καλλιεργήσουν τις τυχόν επιστημονικές τους ικανότητες.

Όταν οι γυναίκες άρχισαν να στρέφονται προς την επιστήμη τέθηκε το ερώτημα γιατί η επιστήμη να χρησιμοποιείται μόνο από τους άνδρες. Χρησιμοποίησαν ως αποφασιστικό επιχείρημα τη βιολογία και πώς αυτό το γεγονός ήταν η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Η γυναικεία φύση είναι διαφορετική και κατώτερη και για αυτό ανίκανη να φέρει εις πέρας επιστημονικές μελέτες.

Οι ριζικές πολιτικές αλλαγές στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70 έθεσαν το ερώτημα αν η επιστήμη κάνει κατάχρηση της εξουσίας. Πολλές καμπάνιες της εποχής είχαν ως θέμα τους την κατάχρηση της επιστήμης και τις συνέπειές της προς το περιβάλλον και τον πόλεμο. Ισχυρίστηκαν δηλαδή ότι η επιστήμη μολύνει το περιβάλλον και παράλληλα προκαλεί πολέμους. Αρχικά η επιστήμη, στις δεκαετίες αυτές αντιμετωπίστηκε με απάθεια και ως ανάξιο επάγγελμα χρήσιμο μόνο για όσους είχαν την εξουσία στα χέρια τους. Σ' αυτό το επιχείρημα προστέθηκε και το ριζοσπαστικό επιστημονικό κίνημα των Μαρξιστών όπου είχε συνδυάσει την επιστήμη με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η πολιτική οικονομία, που ανθίζει την εποχή αυτή, ανέπτυξε τη θεωρία ότι η ανάπτυξη και η μορφή της σύγχρονης επιστήμης επικεντρώνεται στις ανάγκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Η ουδέτερη δηλαδή αντιμετώπιση της επιστήμης μετατράπηκε σε μεγάλης σημασίας έργο που προσφέρει και αυτό οδήγησε τους τομείς της επιστήμης σε ιστορική ανάπτυξη.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις αυτής της θέσης, σε συνδυασμό με το ριζοσπαστικό επιστημονικό κίνημα, είναι η διατύπωση ότι η επιστήμη διαμορφώνει την κοινωνία και ότι η πρώτη εξαρτάται από τη δεύτερη. Αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός ότι η κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την επιστήμη και έτσι την εγκαθιστά στους κόλπους της.

Κατά την ίδια περίοδο, αρχές της δεκαετίας του '70 ένα βιβλίο του Thomas Kuhn "The Structure of Scientific Revolutions" (1970) άνοιξε το δρόμο για την επιστημονική γνώση λέγοντας ότι η επιστήμη επηρεάζεται σε μέγιστο βαθμό από την κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί.

Περισσότερες έρευνες εξέτασαν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι επιστήμονες παράγουν επιστημονική γνώση και ήταν φανερό το γεγονός ότι οι κοινωνιολόγοι είναι αυτοί που διαμορφώνουν τη γνώση. Μελέτες, όμως, έφεραν αντιρρήσεις σ' αυτές τις επιστημονικές θεωρίες σχηματίζοντας μοντέλα και εικόνες από την ευρύτερη κοινωνία. Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι κοινωνικές και πολιτικές μελέτες εισέβαλαν στις επιστημονικές εκτιμήσεις για την αλήθεια ή τα ψέματα των διαφορετικών θεωριών. Δεχόμαστε ως γεγονός ότι διαφορετικές ομάδες επιστημόνων σε διαφορετικές περιστάσεις απέδειξαν διαφορετικά δεδομένα.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 συγγραφείς όπως η Carolin Merchant (1980), η Elizabeth Fee (1981), Evelyn Fox Keller (1985), Brian Easlea (1981), Nancy Hartsock (1983), Hillary Rose (1983) και Ludmilla Jordonova (1980) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δυτική επιστήμη ήταν καθαρά πατριαρχική. Εδώ δημιουργείται ένα νέο ερώτημα αντί του προηγουμένου –πώς οι γυναίκες μπορούν να συμβάλλουν στην επιστήμη και να παράγουν έργο– πώς η επιστήμη ενώ είναι ένα πατριαρχικό επάγγελμα, στο τέλος να χρησιμοποιείται από όλους ελεύθερα.

Η Επιστημονική Γνώση ως Πατριαρχική Γνώση

Το ζήτημα για τη συμμετοχή των γυναικών στην επιστημονική γνώση άρχισε παράλληλα με την εμφάνιση του φεμινιστικού κινήματος στη Βρεττανία και την Αμερική στη διάρκεια της δεκαετίας του '70.

Η ανάπτυξη της γυναικολογίας ως επιστήμη και η σεξουαλική δραστηριότητα των γυναικών αντιμετωπίστηκε αυστηρά από τις φεμινιστικές ομάδες. Το δεύτερο κίνημα του φεμινισμού βασίστηκε κυρίως στην ανάγκη για βελτίωση των γεννήσεων και στο δικαίωμα που έχουν οι γυναίκες στις εκτρώσεις. Παράλληλα μια νέα αμερικανική μελέτη με θέμα Witches Midwives and Nurses: A History of Women Headers, αναφέρθηκε στην αύξηση της ανδρικής παρουσίας στο επάγγελμα της γυναικολογίας και την περιθωριοποίηση της γυναίκας ως ιατρός.

Κατά την ίδια περίοδο μελετητές της ψυχιατρικής ερμήνευσαν τη γυναικεία κατάθλιψη ως παθολογικό αίτιο. Διερωτώμενες οι γυναίκες γιατί τα περιστατικά νοητικής αρρώστιας είναι περισσότερα στις γυναίκες από ό,τι στους άντρες απέδωσαν αυτή την ερμηνεία στη σεξουαλική προκατάληψη των ανδρών και απέδωσαν την κατάθλιψη σε ψυχολογικούς παράγοντες. Βάσει αυτού του παραδείγματος αποδεικνύεται ότι οι γυναίκες μπορούν να ερμηνεύσουν καλύτερα τα θέματα που τις αφορούν βασιζόμενες στις γνώσεις και τις ανάγκες τους.

Αφού η ιατρική επιστήμη είναι ανδροκρατούμενη τι γίνεται με τις υπόλοιπες επιστήμες. Μερικές φεμινίστριες επανεξετάζοντας την επιστημονική επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα, κατέληξαν ότι η θεμελιώδης επιστήμη είναι βασισμένη στην ανδρική αντικειμενικότητα, μελέτη και παρατήρηση. Αυτή η αντίληψη χαρακτηρίστηκε διχοτόμος και γενικότερα διχοτόμο χαρακτήρισαν τη δυτική αντίληψη για ανδροκρατούμενη επιστήμη.

Κουλτούρα εναντίον φύσης, πνεύμα εναντίον σώματος, λογική εναντίον συναισθήματος, αντικειμενικότητα εναντίον υποκειμενικότητας, δημοκρατία εναντίον μοναρχίας. Αυτές είναι μερικές διχογνωμίες όπως και αυτή, άνδρα εναντίον γυναίκας, στην περίπτωση ο δεύτερος σε μια διαμάχη πρέπει να ακολουθεί τον πρώτο και αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει η σχέση άνδρα-γυναίκας.

Υπάρχει μια αλληγορική σχέση μεταξύ της φύσης της γυναίκας και της φύσης γενικότερα, το πώς δηλαδή ο άνδρας μεταχειρίζεται και τις δύο. Μια ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της επιστήμης αποδεικνύει αυτή την αλληγορία και προτρέχοντας στις μεταφορικές έννοιες του βιασμού και της κακομεταχείρισης που αναφέρονται στα συγγράμματα του Sir Francis Bacon και στους άλλους πρωτεργάτες της μοντέρνας επιστήμης αποδεικνύεται το γεγονός αυτό.

Ο 18ος και 19ος αιώνας στη βιοϊατρική επιστήμη, στις χώρες Γαλλία και Βρετανία, αναπτύχθηκαν παρόμοιοι συμβολισμοί για την ερμηνεία της φύσης. ..."η επιστήμη και η ιατρική ως δραστηριότητες σχετίζονται με σεξουαλικούς συμβολισμούς και εκφράζονται με τον ορισμό της φύσης ως μια γυναίκα που αποκαλύπτεται, ξεγυμνώνεται και διαπερνάται από την ανδροκρατούμενη επιστήμη (Jordanova 1980, p. 45). Επομένως όπως η φύση, έτσι και η γυναίκα αντιμετωπίστηκε ως αντικείμενο μελέτης για τον άνδρα.

Μια άλλη θεωρία αυτή της Keller, λέει ότι οι άνδρες και γυναίκες έχουν διαφορετικές μαθητικές γνώσεις. Όπως το αρσενικό είδος διαχωρίζει τον εαυτό του από τη μητέρα του, έτσι μαθαίνει πολύ καλά να διαχωρίζει το αντικείμενο από το υποκείμενο, τον εαυτό του από τους άλλους. Σύμφωνα με την Keller ένας άνδρας επιστήμονας κυριεύεται από εφευρετικότητα και μαεστρία, γράφτηκαν στους κανόνες και μεθόδους της μοντέρνας επιστήμης. Μια ριζοσπαστική διαφοροποίηση της επιστημονικής μεθόδου περιγράφεται από την Keller (1983) επηρεαζόμενη από τη βιογραφία της Barbara McClintock. Η βραβευμένη με νόμπελ στη γενετική McClintock περιγράφεται ως επιστήμονας που συνέδεσε το υποκείμενο και το αντικείμενο με το "συναίσθημα του οργανισμού" και που το έργο της εμπλουτίστηκε με κατανόηση και σεβασμό προς τη φύση. Σύμφωνα με την Keller, η McClintock παρουσιάζει τους άνδρες από τη σκοπιά της μη διάκρισης φύλων στην επιστήμη και ότι η τελευταία αποτελείται από το συνδυασμό των ανδρικών και γυναικείων χαρακτηριστικών. Αντί να πανηγυρίζουν για την γυναικεία προσέγγιση της επιστήμης όπως κάνουν οι οικο-φεμινίστριες, αυτή η εργασία στην πιθανότητα της διάκρισης των δύο φύλων στην επιστήμη η οποία προκύπτει από την ατομικότητα.

Μια Επιστήμη Βασισμένη σε Γυναικείες Αξίες;

Αυτή η συζήτηση για την επιστήμη καθρεφτίζει τις γενικότερες σκέψεις, που απασχόλησαν τις φεμινίστριες τις 2 τελευταίες δεκαετίες. Αρχικά, η ισότητα θα μπορούσε να επιτευχθεί γκρεμίζοντας τα στερεότυπα των γενών: για παράδειγμα, δίνοντας στα κορίτσια καλύτερη εκπαίδευση, παρουσιάζοντάς τους ποικίλα πρότυπα και προγράμματα ίσων ευκαιριών καθώς και με το να ισχύσει νομοθεσία που να μην κάνει διακρίσεις. Πολλά φεμινιστικά κείμενα επικέντρωσαν την προσοχή τους στα στερεότυπα των γενών, και αρνήθηκαν οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Αυτή η πρώτη προσέγγιση, ο ελεύθερος φεμινισμός, βασίστηκε σε μία εμπειρική άποψη: αυτή της επιστήμης ως ουδέτερη. Ο σεξισμός και ο ανδροκεντρισμός, έτσι, θεωρήθηκαν προκαταλήψεις, προερχόμενες από την αυστηρή προσκόλληση στα ήδη υπάρχοντα μεθοδολογικά πρότυπα της επιστημονικής έρευνας.

Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του '70, μία ριζοσπαστική μορφή φεμινισμού, εμφανίστηκε και εξήγησε τη θηλυκότητα. Αυτοί οι συγγραφείς δίνουν έμφαση στις διαφορές των γενών και πανηγυρίζουν για αυτά που οι ίδιοι ονομάζουν κατηγορηματικά γυναικεία, όπως το μεγάλο ανθρωπισμό της γυναίκας, την ειρηνοφιλία, την καλλιέργεια και την πνευματική ανάπτυξη. Μερικοί από αυτούς τους συγγραφείς εγκατέλειψαν την ιδέα ότι αυτά που ήταν κατηγορηματικά γυναικεία είχαν ουσιαστικά προκύψει από την κοινωνία και έτσι άνθησε η αντίληψη ότι υπάρχουν βαθιά ριζωμένες διαφορές ανάμεσα στα δύο γένη.

Αυτή η στροφή προς την αντίληψη ότι υπάρχουν φυσικές ή ψυχολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο γένη είναι συνηθισμένη σε πολλές φεμινιστικές απόψεις για την επιστήμη. Υποστηρίζουν τις γυναικείες αξίες σα μία κυρίαρχη πλευρά της ανθρώπινης πείρας και αναζητούν μία νέα μορφή επιστήμης που θα ενσωματώνει αυτές τις αξίες. Σ' αυτό το σημείο, καλό θα ήταν να επισημάνουμε ορισμένα βασικά προβλήματα που σχετίζονται μ' αυτή την διεκδίκηση.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε είναι ότι οι αξίες που αποδίδονται στις γυναίκες προέρχονται από την ιστορική υποτέλεια της γυναίκας. Η πίστη στην αμετάβλητη φύση των γυναικών και ο συσχετισμός τους με την τεκνοποιία, την ανατροφή, τη ζεστασιά και τη δημιουργικότητα, πηγάζει από την καρδιά των παραδοσιακών και καταπιεστικών αντιλήψεων για τη γυναίκα. Είναι σημαντικό να εξετάσει κανείς πώς οι γυναίκες συνδέθηκαν με την ανατροφή και πώς η ανατροφή συνδυασμένη με τη μητρότητα, κατέληξε να καθοριστεί ως "γυναικεία", μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.

Έπειτα, η ιδέα της φύσης είναι από μόνη της κατασκευασμένη. Δηλαδή, οι αντιλήψεις για το φυσικό έχουν αλλάξει δραματικά στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας. Όπως η Marylin Strathern και άλλοι ανθρωπολόγοι έχουν επισημάνει: "στην πραγματικότητα δε μπορεί να δοθεί μία μόνο ερμηνεία για τη φύση ή την κουλτούρα στη δυτική σκέψη· δεν υπάρχει σταθερή διχοτόμηση, μόνο ένα σύμπλεγμα αντιθέτων" (Stathern, 1980, p. 177). Αυτές οι φεμινίστριες – ανθρωπολόγοι έχουν αμφισβητήσεις ότι σε όλες τις κοινωνίες ο ανδρισμός συνδέεται με την κουλτούρα και η θηλυκότητα με τη φύση. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει συμπεριφορά ή ερμηνεία που καθολικά και διαμέσου όλων των πολιτισμών να συνδέεται αποκλειστικά είτε με τον ανδρισμό είτε με τη θηλυκότητα. Αυτό που θεωρείται ανδρικό σε μερικές κοινωνίες θεωρείται γυναικείο ή ουδέτερο γένος σε άλλες και αντίστροφα. Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι ακόμα και εκεί όπου υφίσταται η διχοτόμηση φύσης – κουλτούρας, δε θα 'πρεπε να συμπεραίνουμε ότι οι δυτικοί όροι φύση και κουλτούρα είναι επαρκείς ή λογικές μεταφράσεις των κατηγοριών, όπως τις αντιλαμβάνονται άλλες κοινωνίες.

Αν κοιτάξουμε άλλους πολιτισμούς όπως αυτούς των Αφρικανών και των Ιθαγενών, θα δούμε ότι οι αντιλήψεις για τη φύση είναι αρκετά διαφορετικές από τις επικρατέστερες ευρωπαϊκές. Ο κόσμος τους θέλει μία πιο αρμονική σχέση μεταξύ της ανθρωπότητας και της φύσης, άποψη η οποία παραλληλίζεται με την καθαρά φεμινιστική άποψη για τον κόσμο. Και ό,τι οι Αφρικανοί και οι ιθαγενείς ορίζουν ως ευρωπαϊκό, είναι ίδιο μ' αυτό που οι φεμινίστριες ορίζουν ως ανδρικό.

Από τη στιγμή που αναγνωρίζεται ότι ο ανδρισμός, η θηλυκότητα αλλά και η ιδέα της φύσης, αλλάζουν κατηγορίες ερμηνειών, δεν έχει νόημα να βασίσουμε μία επιστήμη στην γυναικεία διαίσθηση που έχει τις ρίζες της στη φύση. Συγγραφείς όπως οι Keller, Rose και Hartsock, επίσης, απαιτούν μια επιστήμη που να ενσωματώνει τις γυναικείες αξίες, ωστόσο, διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τον ριζοσπαστικό φεμινισμό. Η Harding ομαδοποιεί αυτούς τους συγγραφείς και δίνει στην ομάδα αυτή το όνομα "φεμινιστική σκοπιά επιστημολογίας". Αυτή η πρόταση υποστηρίζει ότι "η κυρίαρχη θέση των ανδρών στην κοινωνική ζωή οδηγεί σε μερικές και συχνά παράλογες συνεννοήσεις, ενώ η υποτακτική θέση της γυναίκας δίνει τη δυνατότητα για πιο ολοκληρωμένες και λιγότερο παράλογες συνεννοήσεις" (Harding, 1986, p. 26). Αυτές οι φεμινιστικές κριτικές της επιστήμης θεμελιώνουν μία φεμινιστική επιστήμη πάνω στο χαρακτηριστικό της γυναικείας εμπειρίας –όπως οι ριζοσπαστικές φεμινίστριες εγκρίνουν μορφές επιστήμης βασισμένες στην υποκειμενικότητα, τη διαίσθηση και την αρμονία.

Η Harding, σωστά, παρατηρεί ότι τα γυναικεία χαρίσματα τα οποία οι φεμινίστριες "υμνούν", δεν είναι δυνατό να αντιστοιχούν στην εμπειρία όλων των γυναικών, καθώς η εμπειρία τους εξαρτάται από την κοινωνική τάξη, τη φυλή και την κουλτούρα. Αν μια νέα φεμινιστική επιστήμη είναι να δημιουργηθεί από την άποψη της γυναικείας εμπειρίας, θα έπρεπε να υπάρξει μια φεμινιστική επιστήμη βασισμένη στην εμπειρία, "των μαύρων, των Ασιατισσών, των ιθαγενών, των εργαζομένων ή των λεσβιών". Ακολουθώντας το παράδειγμα του φεμινιστικού μεταμοντερνισμού η Harding υποστηρίζει ότι το πρόβλημα των φεμινιστικών επιστημολογιών είναι ότι υποθέτουν πως υπάρχει μία μόνο προνομιακή θέση από την οποία μπορεί να εκτιμηθεί η επιστήμη. Δεν υπάρχει καμία γυναίκα στης οποίας την κοινωνική εμπειρία να μπορούν να βασιστούν ο φεμινιστικός εμπειρισμός και οι απόψεις του. Υπάρχουν, αντιθέτως, "σπασμένες ταυτότητες γυναικών". Αυτή η προσέγγιση είναι χρήσιμη στο ότι λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ ατόμων και τονίζει την τάση μεταξύ μίας μονιστικής και μίας θρυμματισμένης γενικής ιδέας του φεμινισμού.

Παρόλο ότι υπάρχουν τάξεις, φυλές και πολιτιστικές διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών, αυτό δε σημαίνει ότι μία γενολογική διαφορά είναι "είτε θεωρητικά ασήμαντη ή πολιτικά άσχετη" (Harding 1986, p. 18). Σχεδόν σε κάθε κουλτούρα, η γενολογική διαφορά είναι βασική στην κοινωνική οργάνωση και την προσωπική ταυτότητα. Οι αξίες που συνδέονται με την αρρενωπότητα σχεδόν παντού θεωρούνται υψηλότερες από όσες συνδέονται με τις γυναίκες. Οι γυναίκες έχουν το κοινό ότι περιθωριοποιήθηκαν από κάθε δυνατό οργανισμό της κοινωνίας, ειδικά από τους επιστημονικούς οργανισμούς. Αυτή η γνώση της παγκοσμιοποίησης της γυναικείας υποταγής δεν είναι αταίριαστη με την αναγνώριση των ειδικών και ποικίλων μορφών υποταγής. Διαφορετικές ομάδες γυναικών έχουν διαφορετικές ανάγκες και ενδιαφέροντα.

Ασπάζομαι την άποψη της McNeil (1987) ότι η λογική και η διαίσθηση πρέπει να θεωρούνται σαν ιστορικά συγκεκριμένα κοινωνικά προϊόντα και ότι θα πρέπει να επιδοθούμε σε κοινωνικές πρακτικές για τον επαναπροσδιορισμό τους. Η διατριβή της εκφράζει το νόθο δίλημμα των φεμινιστριών που νιώθουν υποχρεωμένες να διαλέξουν μεταξύ λογικής και γυναικείας διαίσθησης. Παραπέρα, είναι σημαντικό να φανεί ότι η βάση της ανδρικής δύναμης δεν είναι απλά προϊόν των ιδεών μας και της γλώσσας, αλλά όλων των κοινωνικών πρακτικών που τους δίνουν εξουσία πάνω στις γυναίκες. Οι ιδέες είναι στοχασμοί των κοινωνικών σχέσεων και για να τις μεταλλάξουμε πρέπει να μεταλλάξουμε το θεμελιώδη χαρακτήρα των επιστημονικών οργανισμών στη σύγχρονη κοινωνία και τις φόρμες της πολιτικής δύναμης που η επιστήμη απονέμει σε συγκεκριμένα κοινωνικά group.

Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί όταν θεωρούμε ως δεδομένο ότι η υιοθέτηση μιας "φεμινιστικής" επιστημονικής μεθόδου θα οδηγούσε σε διαφοροποιήσεις της επιστημονικής πρακτικής χωρίς εκ των έσω αλλαγές στις σχέσεις της δύναμης μέσα στην επιστήμη. Ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να πανηγυρίζουμε ενώ η φεμινιστική επιστήμη απλά θα συνέχιζε την ίδια επιστημονική πρακτική με άλλο όνομα!

Από την Επιστήμη στην Τεχνολογία

Ενώ έχει υπάρξει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη σχέση μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας την τελευταία δεκαετία, υπάρχει επίσης, μία ακόμη μεγαλύτερη προκατάληψη για τη σχέση τεχνολογίας και κοινωνικής αλλαγής. Η μεγάλη ανησυχία των φεμινιστριών υπήρξε, ο αντίκτυπος της νέας τεχνολογίας στις ζωές των γυναικών, και ειδικά στη δουλειά τους. Η αναγνώριση ότι τα οικιακά είναι επίσης εργασία, έστω και χωρίς αποδοχές, οδήγησε σε έρευνα του πώς η αύξηση της χρήσης οικιακής τεχνολογίας θα επηρεάσει το χρόνο που ξοδεύεται στο νοικοκυριό. Η εκμετάλλευση των γυναικών του τρίτου κόσμου σαν πηγή φτηνής εργασίας για την παραγωγή συστατικών μερών των υπολογιστών επίσης διερευνήθηκε. Πιο πρόσφατα υπήρξε έντονη συζήτηση για την ανάπτυξη της αναπαραγωγικής τεχνολογίας και τις επιπλοκές της στον έλεγχο της γυναικείας γονιμότητας.

Μέσω αυτών των ερευνών υπήρξε ένταση μεταξύ της άποψης ότι η τεχνολογία θα απελευθέρωνε τις γυναίκες –από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, νοικοκυριό– και της αντίθετης άποψης ότι οι περισσότερο νέες τεχνολογίες είναι καταστρεπτικές και καταπιεστικές για τις γυναίκες. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του '70, η Shulamith Firestone (1970) ανέπτυξε την άποψη ότι η πρόοδος στην αναπαραγωγική τεχνολογία κρατούσε το κλειδί για τη γυναικεία απελευθέρωση από το βάρος της βιολογικής μητρότητας. Ωστόσο, σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ανησυχία για τις επιπλοκές των νέων τεχνολογιών.

Το θέμα-κλειδί είναι το αν το πρόβλημα βρίσκεται στην ανδρική κυριαρχία στην τεχνολογία ή αν η τεχνολογία είναι ως ένα βαθμό έμφυτα πατριαρχική. Αν οι γυναίκες είχαν τον έλεγχο, θα χρησιμοποιούσαν την τεχνολογία για καλύτερους σκοπούς;

Μια αρχική δυσκολία στη σκέψη των φεμινιστικών ερμηνευτικών σχολίων για την τεχνολογία πηγάζει από την αποτυχία να διακριθεί η επιστήμη από την τεχνολογία. Ο John Staudenmaier (1985, pp. 83-120) σχολιάζει ότι αν και η σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας υπήρξε ένα μεγάλο θέμα στις επιστημονικές και τις τεχνολογικές μελέτες, η συζήτηση έχει βασανιστεί από τη σύγχυση αντικρουόμενων ορισμών των δύο θεμάτων. Η μόνη ομοφωνία που προέκυψε είναι ότι ο τρόπος που διαχωρίστηκαν τα όρια μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, και το πώς συνδέονται μεταξύ τους, αλλάζει από τη μια ιστορική περίοδο στην άλλη.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, έχουν γίνει προσπάθειες επανεξέτασης της σχέσης μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας. Το μοντέλο της σχέσης επιστήμης – τεχνολογίας το οποίο για μεγάλο χρονικό διάστημα απολάμβανε της αποδοχής ήταν το παραδοσιακό μοντέλο που θεωρεί την τεχνολογία εφαρμοσμένη επιστήμη. Αυτή η άποψη ότι η επιστήμη αποκαλύπτει και η τεχνολογία εφαρμόζει με ένα μη-δημιουργικό τρόπο είναι πια ξεπερασμένη. Κάθε μοντέρνα μελέτη για τις τεχνολογικές καινοτομίες, προσπαθεί να καταδείξει ότι εκτός του να εφαρμόζουν τη γνώση της επιστήμης, οι τεχνικοί (τεχνολόγοι) έχουν τις δικές τους διαφορετικές πηγές γνώσης, οι οποίες αποτελούν και τη βάση για καινοτόμες ενέργειες. Οι τεχνικοί, στηρίζονται και επεκτείνουν την ήδη υπάρχουσα τεχνολογία, αλλά το κάνουν αυτό με δημιουργικό και ευφάνταστο τρόπο. Με λίγα λόγια, το πρόσφατο μοντέλο της σχέσης επιστήμης – τεχνολογίας, χαρακτηρίζει τόσο την επιστήμη όσο και την τεχνολογία ως διακρινόμενες υπο-γνώσεις μίας σχέσης που βρίσκεται σε αλληλεπίδραση.

Αφήνοντας για λίγο τη σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι η λέξη τεχνολογία έχει τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερμηνείες. Αρχικά, η τεχνολογία είναι μία μορφή γνώσης, όπως και ο Staudenmaier. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι άχρηστα αν δεν ξέρεις πώς να τα χρησιμοποιήσεις, να τα επισκευάσεις κ.τ.λ. Αυτό το "know how", δε μπορείς να το κλείσεις σε λέξεις – ωστόσο, μπορεί να διδαχθεί, όπως γίνεται και σε διάφορους τομείς της μηχανικής.

Μερικοί συγγραφείς θα ήταν ευχαριστημένοι μ' αυτόν τον ορισμό, της τεχνολογίας ως μία μορφή γνώσης. Αλλά η τεχνολογία αναφέρεται και σ' αυτό που οι άνθρωποι κάνουν όπως και σ' αυτό που ξέρουν. Ένα αυτοκίνητο ή μία ηλεκτρική σκούπα είναι μία τεχνολογία, γιατί δίνει μορφή σ' ένα κομμάτι των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Άρα, η τεχνολογία αναφέρεται και στις ανθρώπινες δραστηριότητες και πρακτικές.

Κρυμμένο από την Ιστορία

Για αρχή, οι φεμινίστριες καταδεικνύουν την έλλειψη υλικού για τις γυναίκες και την τεχνολογία. Ακόμα και οι πιο διορατικές και ουμανιστικές εργασίες για τη σχέση μεταξύ τεχνολογίας, πολιτισμού και κοινωνίας, σπανίως αναφέρουν γένος. Οι συνεισφορές των γυναικών έχουν μείνει κατά πολύ έξω από την τεχνολογική ιστορία. Οι συνεισφορές στο "Technology and Culture", το περιοδικό-οδηγό στην ιστορία της τεχνολογίας, μας προμηθεύουν μ' ένα ακριβές βαρόμετρο γι' αυτό. Η έρευνα της Joan Rothscild (1983, pp. xii-xiv) στο περιοδικό, για άρθρα με θέμα τις γυναίκες ανακάλυψε μόνο 4 σε 34 χρόνια έκδοσης. Σ' ένα πιο πρόσφατο βιβλίο για το περιοδικό, ο Staudenmaier σημειώνει επίσης, την ασυνήθιστη προτίμηση του περιοδικού για τις αντρικές φιγούρες και την "χτυπητή" απουσία γυναικείας προοπτικής. Η ιστορία της τεχνολογίας θεωρεί τον εφευρέτη του πρωτότυπου, άντρα. Έτσι, όπως και στην ιστορία της επιστήμης, ένα αρχικό έργο των φεμινιστριών ήταν να αποκαλύψουν και να αποκαταστήσουν τις γυναίκες που έχουν συνεισφέρει στα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Υπάρχουν πλέον αποδείξεις ότι κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής εποχής, οι γυναίκες εφηύραν ή βοήθησαν στην εφεύρεση τόσο καθοριστικών μηχανών όπως η μηχανή βάμβακος, η ραπτομηχανή, ο αργαλειός Jacquard. Αυτού του είδους η ιστορική γνώση συχνά εναπόκειται σε πατενταρισμένες καταγραφές για να θυμίζουν τις ξεχασμένες γυναικείες εφευρέσεις. Σημειωτέον ότι πολλές γυναικείες εφευρέσεις χρεώθηκαν στους συζύγους τους γιατί με το όνομά τους φαίνονται στις καταγραφές των πατέντων. Αυτό εξηγείται από τα περιορισμένα περιουσιακά δικαιώματα των γυναικών καθώς και τον γενικό χλευασμό των γυναικών εφευρετών σ' εκείνη την εποχή (Pursell, 1981. Amran, 1984. Griffiths, 1985). Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, ακόμα και η ανακάλυψη των γυναικών-εφευρετών από τις πατενταρισμένες καταγραφές αποτιμά σοβαρά την συνεισφορά τους στην τεχνολογική ανάπτυξη. Σε πρόσφατο άρθρο για το ρόλο των πατεντών, η Christine MacLead (1987) παρατηρεί ότι πριν από το 1700, οι πατέντες δεν αφορούσαν πρωταρχικά την καταγραφή του ακριβούς εφευρέτη, αλλά αντίθετα αναζητούνταν με το όνομα του οικονομικού επενδυτή. Δεδομένου αυτού, είναι ακόμη λιγότερο αξιοπερίεργο που τόσο λίγα γυναικεία ονόματα βρίσκονται στις πατενταρισμένες καταγραφές.

Για όλες, με εξαίρεση ορισμένες ξεχωριστές γυναίκες, δεν ήταν αρκετή μόνη η δημιουργικότητα. Προκειμένου να συμμετάσχουν στην εφευρετική δράση της Βιομηχανικής Επανάστασης, τα κεφάλαια και οι ιδέες ήταν απαραίτητα. Μόνο το 1882 η "Married Women's Property Act" παρείχε στις Αγγλίδες νομική κατοχή και έλεγχο της προσωπικής τους περιουσίας ανεξαρτήτων των συζύγων τους. Η Dot Griffiths (1985) υποστηρίζει ότι το αποτέλεσμα ήταν ο αληθινός αποκλεισμός τους από τη συμμετοχή στον κόσμο των εφευρετών. Παράλληλα, στις γυναίκες αρνούνταν την πρόσβαση στην εκπαίδευση και ειδικότερα στη θεωρητική κατάρτιση στα μαθηματικά και τη μηχανολογία, πάνω στα οποία βασίζονταν οι περισσότερες εφευρέσεις και καινοτομίες της εποχής. Όσο οι επαγγελματικές δραστηριότητες μεγάλωναν και απομακρύνονταν από το σπίτι, οι γυναίκες της μεσοαστικής τάξης ολοένα και αφήνονταν σε μία ζωή με "καταναγκαστικό" ελεύθερο χρόνο. Σύντομα, η κατάλληλη μόρφωση για κορίτσια ήταν προσόντα όπως το κέντημα και οι μουσικές γνώσεις, που δεν συνέβαλλαν καθόλου στον κόσμο των εφευρετών. Για εκείνη την περίοδο, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για τις πιθανές συνεισφορές της Ada Lady Lovelace, της Grace Hopper και άλλων γυναικών στην εξέλιξη των υπολογιστών.

Για να κατανοήσουμε, όμως, πλήρως τη γυναικεία συνεισφορά στις τεχνολογικές εξελίξεις, ίσως χρειάζεται μία πιο ριζική προσέγγιση. Για αρχή, η παραδοσιακή σύλληψη της τεχνολογίας ξεκάθαρα καθορίζει την τεχνολογία σαν αντρική δραστηριότητα. Όπως είπα και πιο πάνω, η σύλληψη της τεχνολογίας είναι από μόνη της υπόλογη σε ιστορικές αλλαγές, και οι διαφορετικές εποχές και οι πολιτισμοί είχαν διαφορετικά ονόματα γι' αυτό που εμείς τώρα ονομάζουμε τεχνολογία. Η μεγαλύτερη έμφαση στη γυναικεία δραστηριότητα άμεσα υποδηλώνει ότι τα θηλυκά, και ειδικά οι μαύρες γυναίκες, ήταν μεταξύ των πρώτων τεχνολόγων. Εξάλλου, οι γυναίκες ήταν πάντα οι κύριοι συλλέκτες, επεξεργαστές και αποθηκάριοι τροφής από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας. Επομένως, είναι λογικό ότι αυτές ήταν που εφηύραν τα απαραίτητα εργαλεία και τις μεθόδους γι' αυτή τη δουλειά, όπως το ξύλο για το σκάψιμο, το λουρί για τη μεταφορά, το θεριστικό μαχαίρι και δρεπάνι, το γουδοχέρι. Λόγω αυτής της άποψης, η Autumn Stanley, εξηγεί τα πρώτα επιτεύγματα των γυναικών στην κηπουρική και τη γεωργία, όπως η αξίνα, το φτυάρι, το μπόλιασμα, η πρώιμη άρδευση.

Αν δεν υπήρχε η ανδρική προκατάληψη στο μεγαλύτερο ποσοστό της τεχνολογικής έρευνας, η σημασία αυτών των εφευρέσεων θα αναγνωριζόταν.

Υπάρχει ακόμη σημαντική δουλειά που πρέπει να γίνει, όχι μόνο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των γυναικών-εφευρετών, αλλά επίσης και για την ανακάλυψη των προελεύσεων και των δρόμων εξέλιξης της "γυναικείας σφαίρας" τεχνολογιών που συχνά θεωρούνται ανάξιες σημασίας.

Μια Τεχνολογία Βασισμένη σε Γυναικείες Αξίες;

Κατά τη δεκαετία του '80, οι φεμινίστριες έχουν αρχίσει να επικεντρώνουν στον ίδιο το χαρακτήρα του γένους μέσα στην τεχνολογία. Αυτά να θέτουν το ερώτημα του πώς οι γυναίκες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν περισσότερο ισότιμα μέσα σε μια ουδέτερη τεχνολογία, πολλές φεμινίστριες τώρα υποστηρίζουν ότι η ίδια η δυτική τεχνολογία ενέχει πατριαρχικές αξίες. Αυτή η στροφή έρχεται σε παραλληλία με τον τρόπο με τον οποίο η φεμινιστική κριτική της επιστήμης μετέθεσε τη σκέψη της από τη "γυναικεία ερώτηση" στην επιστήμη στην πιο ριζοσπαστική "επιστημονική ερώτηση" όσον αφορά το φεμινισμό. Η τεχνολογία, όπως και η επιστήμη, αντιμετωπίζεται ως κάτι βαθιά συνδεδεμένο με το αντρικό σχέδιο για επικράτηση και έλεγχο των γυναικών και της φύσης. Όπως πολλές φεμινίστριες πρόβαλαν επιχειρήματα για μια επιστήμη βασισμένη σε γυναικείες αξίες, υπήρξε και το αίτημα για μια τεχνολογία βασισμένη σε γυναικείες αξίες. Η Joan Rothschild (1983) στον πρόλογο μιας συλλογής φεμινιστικών απόψεων περί τεχνολογίας λέει ότι: "Η φεμινιστική ανάλυση προσπαθεί να αναδείξει το πώς το υποκειμενικό, η διαίσθηση και το παράλογο μπορεί να παίξει και παίζει κεντρικό ρόλο στην επιστήμη και την τεχνολογία μας". Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, παραπέμπει σε μια εξέχουσα αντρική φιγούρα του πεδίου, τον Lewis Mumford, προκειμένου να υποστηρίξει την άποψή της. Η σύνδεση που κάνει ο Mumford μεταξύ υποκειμενικών ορμών, βιοπαραγωγικών δυνάμεων και μιας γυναικείας αρχής είναι συνεπής μιας τέτοιας φεμινιστικής ανάλυσης, όπως είναι κι η έγκρισή του μιας περισσότερο ολιστικής θεώρησης της κουλτούρας και της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Και άλλοι άντρες συγγραφείς έχουν υποστηρίξει μια τεχνολογία βασισμένη σε γυναικείες αξίες. Ο Mike Cooley είναι ένας γνωστός επικριτής του τρέχοντος σχεδιασμού των τεχνολογικών συστημάτων κι έχει κάνει πολλά για να διαδώσει την ιδέα των ανθρωποκεντρικών τεχνολογιών. Στο "Architect of Bee?" (1980, σελ. 43) επιχειρηματολογεί πάνω στο ότι η τεχνολογική αλλαγή εμπεριέχει "αντρικές αξίες": "οι αξίες του Λευκού Άντρα Πολεμιστή, αντικειμένου θαυμασμού για τη δύναμη και την ταχύτητά του στο να εξολοθρεύει τους αδύναμους, κατακτηθέντες αντιπάλους και στο να διοικεί πολυάριθμους στρατούς αντρών που υπακούουν οποιαδήποτε υπόδειξή του... Η τεχνολογική αλλαγή στερείται των λεγόμενων γυναικείων αξιών, όπως της διαίσθησης, της υποκειμενικότητας, της εμμονής και της ευσπλαχνίας". Ο Cooley θεωρεί επιτακτική ανάγκη την εμπλοκή περισσότερων γυναικών στην επιστήμη και την τεχνολογία, έτσι ώστε να αμφισβητηθούν και να ισοσκελισθούν οι εμπλεκόμενες αντρικές αξίες. Στο "The Culture of Technology" ο Arnold Pacey (1983) αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις "Γυναίκες και στις Ευρύτερες Αξίες" ("Women and Wider Values"). Εντοπίζει τρεις ανατιθέμενες ομάδες αξιών εμπλεκόμενες στην πρακτική της τεχνολογίας – πρώτον, σ' εκείνες που δίνουν έμφαση στη δεξιοτεχνία, δεύτερον στις οικονομικές αξίες και τρίτον στις αξίες του χρήστη ή σ' εκείνες που είναι προσανατολισμένες στις ανάγκες. Οι γυναίκες αποτελούν παράδειγμα αυτής της τρίτης "υπεύθυνης" κατεύθυνσης, σύμφωνα με τον Pacey, αφού δουλεύουν με τη φύση σε αντίθεση με το αντρικό ενδιαφέρον το προσανατολισμένο στην κατασκευή και την κατάκτηση της φύσης.

Παραδόξως, η προσέγγιση αυτών των αντρών συγγραφέων είναι σε μερικά σημεία συγγενής του οικολογικού φεμινισμού (eco-feminism) μιας θεώρησης ου έγινε δημοφιλής μεταξύ των φεμινιστών κατά τη δεκαετία του '80. Αυτή η σύζευξη της οικολογίας και του φεμινισμού στηρίζεται στη "γυναικεία αρχή", την αντίληψη ότι οι γυναίκες βρίσκονται πλησιέστερα στη φύση απ' ό,τι οι άντρες και στο ότι οι τεχνολογίες που οι άντρες δημιούργησαν, βασίζονται στην κυριαρχία επί της φύσης κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο προσπαθούν να υποτάξουν τις γυναίκες. Οι οικολογικές φεμινίστριες (eco-feminists) επικεντρώνουν στη στρατιωτική τεχνολογία και στις οικολογικές επιπτώσεις άλλων μοντέρνων τεχνολογιών. Σύμφωνα μ' εκείνες, αυτές οι τεχνολογίες είναι προϊόντα μιας πατριαρχικής κουλτούρας που "εκφράζει τη βία σε κάθε επίπεδο". Ένα πρώιμο σύνθημα του φεμινιστικού αντιμιλιταριστικού κινήματος, "Πάρτε τα παιχνιδάκια από τα αγοράκια" ("Take the toys from the boys"), τράβηξε την προσοχή στο φαλλικό συμβολισμό του σχήματος των πυραύλων. Όμως, ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα αυτής της στάσης φαινόταν να είναι η αναπαράσταση των γυναικών ως εγγενώς προστατευτικών και ειρηνιστών. Τα προβλήματα αυτής της θέσης εκτέθηκαν παραπάνω αναφορικά με την επιστήμη τη βασισμένη σε ουσιαστικές γυναικείες αξίες. Η απάντηση αφορά την εξέταση του τρόπου με τον οποίο ο παραδοσιακός καταμερισμός της εργασίας μεταξύ γυναικών και αντρών γενικά περιόρισε τις γυναίκες σε μια στενή ζώνη εμπειρίας που αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τον ιδιωτικό κόσμο του σπιτιού και της οικογένειας.

Παρόλ' αυτά, η δύναμη αυτών των επιχειρημάτων έγκειται στο ότι προχωρούν πέρα απ τη συνηθισμένη σύλληψη του προβλήματος ως του αποκλεισμού των γυναικών από τις διαδικασίες του νεωτερισμού και από την απόκτηση τεχνολογικών δεξιοτήτων. Οι φεμινίστριες έχουν υποδείξει εμπόδια παντός είδους –κοινωνικές συμπεριφορές, την εκπαίδευση των κοριτσιών και τις εταιρικές πολιτικές όσον αφορά τους υπαλλήλους– στα οποία αποδίδουν την ανισορροπία στον αριθμό των γυναικών που ασχολούνται με τη μηχανολογία. Όμως σπάνια το πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η μηχανολογία συλλαμβάνεται και διδάσκεται. Συγκεκριμένα, η αποτυχία των φιλελεύθερων πολιτικών και των πολιτικών ίσων ευκαιριών έχει οδηγήσει συγγραφείς όπως τη Cynthia Cockburn στο να αναρωτιούνται μήπως οι γυναίκες αντιτίθενται ενεργά στην είσοδό τους στην τεχνολογία. Γιατί οι πρωτοβουλίες των γυναικών που σχεδιάστηκαν για να "σπάσουν" το μονοπώλιο των αντρών δεν έχουν επιτύχει; Αν και τα σχέδια διοχέτευσης γυναικών σε τεχνικές εργασίας ήταν μικρής κλίμακας, είναι δύσκολο να αποφευχθεί το συμπέρασμα ότι η ανταπόκριση των γυναικών ήταν προσωρινή και μάλλον αμφίθυμη.

Έχει κάποια βάση η άποψη της Cockburn ότι η απροθυμία "εισαγωγής" συνδέεται άμεσα με τα στερεότυπα των φύλων όσον αφορά την ερμηνεία της τεχνολογίας ως μιας δραστηριότητας κατάλληλης για άντρες. Όπως και με την επιστήμη, η ίδια η γλώσσα της τεχνολογίας –και ο συμβολισμός της– είναι αντρικοί. Δεν είναι απλώς θέμα απόκτησης δεξιοτήτων, γιατί αυτές οι δεξιότητες ενέχονται σε μια κουλτούρα αντρισμού ευρέως συνδεόμενη με την κουλτούρα της τεχνολογίας. Και στο σχολείο και στο χώρο εργασίας αυτή η κουλτούρα είναι ασύμβατη με τη θηλυκότητα. Επομένως, για να μπουν σ' αυτόν τον κόσμο, για να μάθουν τη γλώσσα του, οι γυναίκες πρέπει πρώτα ν' απαρνηθούν τη θηλυκότητά τους.

Η Τεχνολογία και ο Καταμερισμός Εργασίας

Θα στραφώ τώρα σε μια περισσότερο ιστορική και κοινωνιολογική προσέγγιση στην ανάλυση του φύλου και της τεχνολογίας. Η προσέγγιση αυτή έχει βασιστεί σε κάποια θεωρητικά θεμέλια παρεχόμενα από διανοητές που έχουν συνεισφέρει στη συζήτηση της δεκαετίας του '70 για την εργασιακή διαδικασία.

Ακριβώς όπως η ριζοσπαστική κίνηση για την επιστήμη είχε προσπαθήσει να αποκαλύψει τον ταξικό χαρακτήρα της επιστήμης, αυτοί οι συγγραφείς επιχείρησαν να επεκτείνουν την ταξική ανάλυση στην τεχνολογία. Κάνοντας κάτι τέτοιο, αντιπαρατίθεντο στη θεωρία του "τεχνολογικού ντετερμινισμού" που παραμένει τόσο διαδεδομένη.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, οι αλλαγές στην τεχνολογία είναι η πιο σημαντική αιτία κοινωνικής αλλαγής. Οι ίδιες οι τεχνολογίες είναι ουδέτερες και συγκρούονται με την κοινωνία από το εξωτερικό· οι επιστήμονες και οι τεχνικοί που παράγουν νέες τεχνολογίες θεωρούνται ανεξάρτητοι του κοινωνικού τους περιβάλλοντος και υπεράνω περιφερειακών συμφερόντων. Κάποιοι αναλυτές της εργασιακής διαδικασίας ήταν εξαιρετικά επικριτικοί μιας τεχνικιστικής παραλλαγής του Μαρξισμού σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της παραγωγικότητας θεωρείται ως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Αυτή η ερμηνεία αναπαριστούσε την ίδια την τεχνολογία ως κάτι πέρα από την ταξική πάλη.

Με την έκδοση του "Labor and Monopoly Capital" (1974) του Harry Braveman υπήρξε μια ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη συμβολή του Μαρξ σχετικά με τη σπουδή της τεχνολογίας, ιδιαίτερα σ' ό,τι έχει να κάνει με την εργασία. Ο Braveman έφερε την κριτική του Μαρξ για την τεχνολογία και τον καταμερισμό της εργασίας στο επίκεντρο της ανάλυσής του για τη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το βασικό επιχείρημα της φιλολογίας περί εργασιακής διαδικασίας που αναπτύχθηκε ήταν ότι οι σχέσεις καπιταλιστή-εργάτη είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την τεχνολογία της παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό. Ιστορικές μελέτες για την εξέλιξη και την εισαγωγή συγκεκριμένων τεχνολογιών κατέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο αυτές σχεδιάστηκαν με τη σκοπιμότητα να αποειδικεύσουν και να εξουδετερώσουν την ανθρώπινη εργασία. Αντί οι τεχνικές εφευρέσεις να αναπτύσσονται αμείλικτα, τα μηχανήματα χρησιμοποιήθηκαν από τους κατόχους και τους διαχειριστές του κεφαλαίου ως ένα σημαντικό όπλο στη μάχη για έλεγχο της παραγωγής. Έτσι, όπως και η επιστήμη, έτσι και η τεχνολογία γινόταν κατανοητή ως το αποτέλεσμα καπιταλιστικών κοινωνικών συσχετισμών.

Αυτή η ανάλυση πρόσφερε μια επίκαιρη πρόκληση για τη θεώρηση του τεχνολογικού ντετερμινισμού και, μέσω της έμφασής του στον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, έστρωσε το δρόμο για την ανάπτυξη μιας περισσότερο εξεζητημένης ανάλυσης των σχέσεων μεταξύ των φύλων και της τεχνολογίας. Πάντως, η προσέγγιση της εργασιακής διαδικασίας αγνοούσε την ανάμιξη του φύλου αφού ερμήνευε τις κοινωνικές σχέσεις της τεχνολογίας με ταξικούς αποκλειστικά όρους. Όμως, όπως έχει ξεκάθαρα θεμελιωθεί από το κοινωνικό φεμινιστικό κύμα σ' αυτή τη συζήτηση, οι παραγωγικές σχέσεις είναι δομημένες με βάση διαχωρισμούς ανάμεσα στα φύλα όπως και ανάμεσα σε τάξεις. Πρόσφατα κείμενα (Cockburn, 1983, 1985· Faulkner και Arnold, 1985· McNeil, 1987) με αυτόν τον ιστορικό προσανατολισμό αντιμετωπίζουν τον αποκλεισμό των γυναικών από την τεχνολογία ως συνέπεια του διαχωρισμού φύλων στην εργασία και της αντρικής κυριαρχίας επί των ειδικευμένων εργασιών, κυριαρχία που αναπτύχθηκε υπό το καπιταλιστικό καθεστώς. Μάλιστα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι πριν τη βιομηχανική επανάσταση οι γυναίκες είχαν περισσότερες ευκαιρίες να αποκτήσουν τεχνικές δεξιότητες, και ότι η καπιταλιστική τεχνολογία έχει γίνει περισσότερο αντρική από τις προηγούμενες τεχνολογίες.

Έχει ήδη γίνει λόγος για το πώς, στις πρώιμες φάσεις της εκβιομηχάνισης, οι γυναίκες αποκλείστηκαν από την ιδιοκτησία κεφαλαίου και την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Μεταθέτοντας το σημείο έμφασης, αυτοί οι συγγραφείς δείχνουν ότι το άκαμπτο μοντέλο των διαχωρισμών μεταξύ φύλων που αναπτύχθηκε εντός της εργατικής τάξης στα συμφραζόμενα των νέων βιομηχανιών έθεσε τα θεμέλια για την αντρική κυριαρχία επί της τεχνολογίας. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η κατασκευαστική δραστηριότητα μεταφέρθηκε στις βιομηχανίες, και το σπίτι διαχωρίστηκε από την αμειβόμενη εργασία. Η έλευση των μηχανημάτων ήταν μια θεμελιώδης πρόκληση για τις εργατικές δεξιότητες αφού τα εργαλεία κυριολεκτικά αφαιρέθηκαν από τα χέρια των εργατών και συνδέθηκαν με μηχανές. Όμως, όπως συνέβαινε να είναι οι άντρες εκείνοι που είχαν τεχνικές δεξιότητες κατά την περίοδο πριν τη βιομηχανική επανάσταση, οι ίδιοι βρίσκονταν και στη μοναδική θέση να διατηρήσουν το μονοπώλιο στις καινούργιες δεξιότητες που δημιουργήθηκαν με την εισαγωγή των μηχανών.

Οι άντρες τεχνίτες δε μπορούσαν να εμποδίσουν τους εργοδότες να προσελκύσουν γυναίκες στις νέες σφαίρες παραγωγής. Αντ' αυτού, οργανώθηκαν έτσι ώστε να διατηρήσουν συγκεκριμένα δικαιώματα σχετικά με την τεχνολογία αντιστεκόμενοι ενεργά στην είσοδο γυναικών στις συντεχνίες τους. Οι γυναίκες που έγιναν εργάτριες σε βιομηχανίες βρήκαν τον εαυτό τους να εργάζεται σε ανειδίκευτες δουλειές με τον ελάχιστο μισθό. "Είναι η πιο καταδικαστική πράξη των ειδικευμένων αντρών της εργατικής τάξης και των ενώσεών τους το ότι απέκλεισαν τις γυναίκες από τη δυνατότητα να γίνουν μέλη και τις εμπόδισαν να αποκτήσουν ικανότητες που θα τους είχαν εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση" (Cockburn, 1985, σελ. 39). Αυτός ο διαχωρισμός φύλων στην εργασία εντός του εργοστασίου σήμαινε ότι τα μηχανήματα σχεδιάζονταν από άντρες που είχαν άντρες υπόψη τους, από τον καπιταλιστή εφευρέτη ή από ειδικευμένους τεχνίτες. Η βιομηχανική τεχνολογία λοιπόν από τις αρχές της αντικατοπτρίζει την αντρική δύναμη όπως και την καπιταλιστική κυριαρχία.

Η αντρική κουλτούρα της τεχνολογίας είναι θεμελιώδης όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο διαχωρισμός φύλων στην εργασία αναπαράγεται ακόμα και σήμερα. Με το να εξασφαλίζουν τον έλεγχο βασικών τεχνολογιών, οι άντρες αρνούνται στις γυναίκες την πρακτική εμπειρία πάνω στην οποία στηρίζεται η εφευρετικότητα. Σημειώθηκε παραπάνω ο βαθμός στον οποίο η τεχνική γνώση ενέχει τη διαίσθηση και το "μαθαίνω μέσα από την πράξη". Η νέα τεχνολογία τυπικά δεν προκύπτει από ξαφνικές αναλαμπές έμπνευσης, αλλά από την υπάρχουσα τεχνολογία, μέσα από μια διαδικασία σταδιακής τροποποίησης και από νέους συνδυασμούς της υπάρχουσας τεχνολογίας. Ο νεωτερισμός είναι ως ένα βαθμό μια φανταστική διαδικασία, όμως αυτή η φαντασία εξαρτάται κυρίως από την εύρεση τρόπων με τους οποίους οι υπάρχουσες συσκευές μπορούν να βελτιωθούν και από την επέκταση των επιτυχημένων τεχνικών ενός τομέα σε καινούργια πεδία. Επομένως, με το να παρέχεται στις γυναίκες πρόσβαση μόνο στην επίσημη τεχνική γνώση δεν προσφέρονται και τα απαραίτητα μέσα για την εφευρετικότητα. Εμπειρία της υπάρχουσας τεχνολογίας είναι προϋπόθεση για την εφεύρεση νέας τεχνολογίας.

Η φύση των γυναικείων εφευρέσεων, όπως και αυτή των αντρικών, είναι μια λειτουργία χρόνου, τόπου και μέσων. Απομονωμένες στον τομέα της εργασίας και κυρίως περιορισμένες στην ιδιωτική σφαίρα του σπιτιού, η εμπειρία των γυναικών περιορίστηκε σοβαρά κι εκείνη όπως και η εφευρετικότητά τους. Μια ενδιαφέρουσα απόδειξη αυτού του στοιχείου βρίσκεται στο ότι οι γυναίκες που απασχολήθηκαν στα εργοστάσια πυρομαχικών κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έχει καταχωρηθεί ότι αναδιέταξαν τα όπλα που κατασκεύαζαν. Επομένως, στις περιπτώσεις που τους δόθηκε η ευκαιρία, οι γυναίκες έχουν αποδείξει την εφευρετική τους ικανότητα.

Έλλειψη: Η Διάσταση του Φύλου στην Κοινωνιολογία της Τεχνολογίας

Η ιστορική προσέγγιση αποτελεί πρόοδο των θεμελιωδών θέσεων, οι οποίες προσπαθούν να βασίσουν μια νέα τεχνολογία στις έμφυτες αξίες των γυναικών. Η βαθιά αποξένωση των γυναικών από την τεχνολογία αντιμετωπίζεται ως το στοιχείο που επέτρεψε ιστορικά την κατασκευή της τεχνολογίας ως αντρικής. Ο αποκλεισμός των γυναικών από την τεχνολογία γίνεται περισσότερο κατανοητός μέσω μιας ανάλυσης της τεχνολογίας ως μιας κουλτούρας που εκφράζει και εδραιώνει τις σχέσεις μεταξύ των αντρών. Αν η τεχνική ικανότητα είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της αντρικής ταυτότητας, γιατί πρέπει οι γυναίκες να φιλοδοξούν να την αποκτήσουν;

Μια τέτοια θεώρηση της τεχνολογίας και της σχέσης των φύλων, όμως, έχει εκφραστεί πολύ γενικά. Μόνο σε μετρημένες περιπτώσεις οι φεμινίστριες πραγματικά εισήλθαν στο "μαύρο κουτί" της τεχνολογίας για να κάνουν λεπτομερή εμπειρική έρευνα, όπως μερικά από τα πιο πρόσφατα κείμενα επιχείρησαν. Κατά τα τελευταία χρόνια, έχει προκύψει μια νέα κοινωνιολογία της τεχνολογίας η οποία μελετά την εφεύρεση, ανάπτυξη, σταθεροποίηση και τη διάδοση συγκεκριμένων εργαλείων. Είναι εμφανές από αυτήν την έρευνα ότι η τεχνολογία δεν είναι απλώς το προϊόν λογικών τεχνικών επιταγών. Αντ' αυτού, πολιτικές επιλογές ενέχονται στον ίδιο το σχεδιασμό και τις επιλογές της τεχνολογίας.

Οι τεχνολογίες προκύπτουν από μια σειρά συγκεκριμένων αποφάσεων που λαμβάνονται από κάποιες ομάδες ατόμων σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για τους δικούς τους λόγους. Έτσι, οι τεχνολογίες φέρουν τη σφραγίδα των ατόμων και των κοινωνικών συμφραζομένων μέσα στα οποία αναπτύσσονται. Ο David Noble (1984, σελ. xiii) εκφράζει εν συντομία αυτή την άποψη ως εξής: "Λόγω του ότι η τεχνολογία είναι κάτι συγκεκριμένο, οι άνθρωποι τείνουν να την αντιμετωπίζουν ως ένα αμείωτο κτηνώδες γεγονός, ένα δεδομένο αντί να τη βλέπουν ως ιστορία, ως κομμάτια των ανθρώπινων και κοινωνικών προσδοκιών". Η τεχνολογική αλλαγή είναι μια διαδικασία υποκείμενη μαχών για έλεγχο διαφορετικών ομάδων. Επομένως, τα αποτελέσματα εξαρτώνται πρωτίστως από την κατανομή ισχύος και πόρων μέσα στην κοινωνία.

Υπάρχει σήμερα μια εκτενής φιλολογία σχετικά με την ιστορία της τεχνολογίας και με την οικονομική της τεχνολογικής καινοτομίας. Οι ιστορικοί της εργασίας και οι κοινωνιολόγοι έχουν ερευνήσει τη σχέση μεταξύ κοινωνικής αλλαγής και διαμόρφωσης των διαδικασιών παραγωγής με μεγάλη λεπτομέρεια κι έχουν επίσης απασχοληθεί με την επίδραση της τεχνολογικής μορφής πάνω στις κοινωνικές σχέσεις. Η κοινωνιολογική προσέγγιση έχει απομακρυνθεί από τη μελέτη του μεμονωμένου εφευρέτη κι από την άποψη ότι ο τεχνολογικός νεωτερισμός είναι το αποτέλεσμα κάποιας εσωτερικής τεχνικής λογικής. Αντ' αυτού, επιδιώκει να υποδείξει τις επιδράσεις των κοινωνικών σχέσεων στην τεχνολογία, οι οποίες εκτείνονται από την καλλιέργεια ή την αναχαίτιση συγκεκριμένων τεχνολογιών επηρεάζοντας την επιλογή μεταξύ αντιθετικών δρόμων τεχνολογικής ανάπτυξης, ως την επίδραση στα χαρακτηριστικά κατασκευής συγκεκριμένων εργαλείων. Η τεχνολογική καινοτομία σήμερα απαιτεί σοβαρές επενδύσεις κι έχει γίνει μια συλλογική διαδικασία που διεκπεραιώνεται μέσα σε οργανισμούς / ιδρύματα. Επομένως, η εξέλιξη μιας τεχνολογίας είναι μια λειτουργία πολύπλοκων τεχνικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Ένα εργαλείο μπορεί να αντιμετωπιστεί ως "αποτέλεσμα της παγίωσης ενός συνόλου διαπραγματεύσεων, συμβιβασμών, αντιδικιών, αμφισβητήσεων και συμφωνιών οι οποίες τέθηκαν μεταξύ αντιπάλων σε δωμάτια γεμάτα καπνό και τερματικά ηλεκτρονικών υπολογιστών" (Law, 1987, σελ. 406).

Λόγω του ότι οι κοινωνικές ομάδες έχουν διαφορετικά συμφέροντα και πόρους, η αναπτυξιακή διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια αντιδικίες μεταξύ διαφορετικών απόψεων επί των τεχνικών απαιτήσεων της συσκευής. Επεκτείνοντας, η σταθερότητα κι η μορφή των εργαλείων στηρίζεται στην αποδοτικότητα και τους πόρους που οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες μπορούν να κινητοποιήσουν στην πορεία της αναπτυξιακής διαδικασίας. Έτσι, στην τεχνολογία της παραγωγής οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα βρίσκονται συχνά πίσω από την ανάπτυξη και την υιοθέτηση συσκευών. Στην περίπτωση της μιλιταριστικής τεχνολογίας η λειτουργία των γραφειοκρατικών και οργανωτικών συμφερόντων των κρατικών κέντρων αποφάσεων είναι αναγνωρίσιμη. Αυξανόμενη προσοχή δίνεται τώρα στην έκταση στην οποία η κρατική χρηματοδότηση της μιλιταριστικής τεχνολογίας διαμορφώνει την τεχνολογία των πολιτών.

Ως τώρα, πάντως, λίγη προσοχή έχει δοθεί στον τρόπο με τον οποίο τα τεχνολογικά αντικείμενα μπορούν να διαμορφωθούν από τη λειτουργία των συμφερόντων των φύλων. Αυτή η εθελοτυφλία στα θέματα των φύλων είναι ενδεικτική ενός γενικού προβλήματος με τη μεθοδολογία που υιοθετείται από τη νέα κοινωνιολογία της τεχνολογίας. Χρησιμοποιώντας μια συμβατική άποψη για την τεχνολογία, οι συγγραφείς αυτοί μελετούν τις κοινωνικές ομάδες που προσπαθούν να επηρεάσουν τη μορφή και την κατεύθυνση του τεχνολογικού σχεδίου. Εκείνο που παραβλέπουν είναι το γεγονός ότι η απουσία της επιρροής ορισμένων ομάδων μπορεί να είναι εξίσου σημαντική. Γι' αυτούς, η απουσία των γυναικών από την παρατηρούμενη αντιπαράθεση δεν σηματοδοτεί το ότι κινητοποιούνται τα συμφέροντα των φύλων. Για μια κοινωνική θεώρηση των φύλων, όμως, ο σχεδόν απόλυτος αποκλεισμός των γυναικών από την τεχνολογική κοινότητα υποδεικνύει την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η υποβόσκουσα δόμηση των σχέσεων των φύλων. Οι προτιμήσεις για διαφορετικές τεχνολογίες διαμορφώνονται από ένα σύνολο κοινωνικών ρυθμίσεων που αντικατοπτρίζουν την αντρική δύναμη στην ευρύτερη κοινωνία. Η διαδικασία της τεχνολογικής ανάπτυξης είναι κοινωνικά δομημένη μέσω ποικίλων κοινωνικών συμφερόντων που βρίσκονται εκτός των άμεσων συμφραζομένων του τεχνολογικού νεωτερισμού.

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε η τεχνολογική αλλαγή συγκρούεται με κάθε τομέα της δημόσιας και ιδιωτικής μας ζωής, από το μηχανικά καλλιεργημένο φαγητό που τρώμε ως τις αυξανόμενα εξεζητημένες μορφές επικοινωνίας που χρησιμοποιούμε. Όμως, όπως και με τη συζήτηση για την εργασιακή διαδικασία, η κοινωνιολογία της τεχνολογίας έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στις σχέσεις της αμειβόμενης παραγωγής, με ιδιαίτερη έμφαση στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης των προϊόντων. Κάνοντας κάτι τέτοιο, έχει αγνοήσει τις σφαίρες της αναπαραγωγής, κατανάλωσης και την άνευ αμοιβής παραγωγή που λαμβάνει χώρα στο σπίτι. Αντίθετα, η φεμινιστική ανάλυση μας τοποθετεί πέρα από τις πύλες του εργοστασίου για να δούμε ότι η τεχνολογία αναπτύσσεται το ίδιο και μέσα σ' αυτές τις σφαίρες.

Αναπόφευκτα ίσως, η φεμινιστική εργασία σ' αυτόν τον τομέα έχει προκαλέσει ως τώρα τόσες ερωτήσεις όσες απαντήσεις. Ο χαρακτήρας των κυρίαρχων συμφερόντων και των κοινωνικών ομάδων θα διαφέρει ανάλογα με τις συγκεκριμένες πτυχές της τεχνολογίας που θα ερμηνεύονται. Επομένως, χρειάζεται να εμβαθύνουμε με περισσότερο συγκεκριμένη και ιστορική λεπτομέρεια τώρα, στον τρόπο με τον οποίο σε ορισμένους τομείς της εργασίας και της προσωπικής ζωής, οι σχέσεις των φύλων επηρεάζουν τις τεχνολογικές επιχειρήσεις.

Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι μια προσέγγιση της τεχνολογίας με βάση το φύλο δε μπορεί να περιοριστεί σε μια άποψη που αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως ένα σύνολο ουδέτερων εργαλείων ελεγχόμενων από άντρες σύμφωνα με ίδια συμφέροντα. Ενώ είναι αλήθεια ότι οι άντρες κυριαρχούν επί των επιστημονικών και τεχνικών ιδρυμάτων, είναι πολύ πιθανό ότι θα έρθει κάποια στιγμή που οι γυναίκες θα αντιπροσωπεύονται περισσότερο σ' αυτές τις οργανώσεις χωρίς ν' αλλάζει η κατεύθυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης. Για να αναφερθεί μόνο μία περίπτωση: όλο και περισσότερες γυναίκες επιστρατεύονται στο αμερικανικό πρόγραμμα διαστημικής άμυνας, όμως δεν ακούμε να διαμαρτύρονται για τις ενασχολήσεις του. Παρόλ' αυτά, οι σχέσεις των φύλων είναι ένα εγγενές συστατικό της κοινωνικής οργάνωσης αυτών των ιδρυμάτων και των προγραμμάτων τους. Είναι δυνατόν να διαχωρισθούν οι σχέσεις των φύλων που εκφράζονται στις ευρύτερες κοινωνικές κατασκευές που τις δημιουργούν και τις διατηρούν. Κατά την ανάπτυξη μιας θεωρίας για τον χαρακτήρα της τεχνολογίας τον προσδιοριζόμενο από το φύλο, βρισκόμαστε αναπόφευκτα μπροστά στον κίνδυνο του να υιοθετήσουμε μια θεμελιακή θέση που βλέπει την τεχνολογία ως εγγενώς πατριαρχική ή του να χάσουμε το νήμα της κατασκευής των σχέσεων των φύλων μέσω μιας υπερβολικής έμφασης στην ιστορική ποικιλομορφία των κατηγοριών των "γυναικών" και της "τεχνολογίας".

 

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Η σύνδεση μεταξύ τεχνολογίας και ανδρισμού θεωρείται αυταπόδειχτη και δεν χρήζει επεξήγησης. Το παρακάτω όμως κεφάλαιο θα δείξει ότι αυτή η σχέση αν και είναι δυνατή είναι πιο περίπλοκη απ' ό,τι αρχικά φαίνεται.

Η αντίληψη της τεχνολογίας θεωρείται παραδοσιακά ανδρική υπόθεση. Συνήθως τείνουμε να σκεφτόμαστε την τεχνολογία μέσα σ' ένα πλαίσιο βιομηχανικών μηχανημάτων και αυτοκινήτων, για παράδειγμα, αγνοώντας άλλες μορφές της που επηρεάζουν πολλές όψεις της καθημερινής ζωής. Με λίγα λόγια, ο ίδιος ο ορισμός της τεχνολογίας ενέχει μια ανδρική χροιά. Αυτή η ανδρική κυριαρχία επί της τεχνολογίας συντελεί στο να εξαλείψει τη σημασία των γυναικείων τεχνών όπως είναι η μαγειρική, η κηπουρική, η φροντίδα των παιδιών. Και έτσι αναπαράγει το στερεότυπο που θέλει τις γυναίκες τεχνολογικά ανίκανες και ανίδεες. Συνεπώς αυτή ακριβώς η διαρκής δύναμη της ταύτισης μεταξύ τεχνολογίας και ανδρισμού δεν οφείλεται σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων αλλά είναι περισσότερο το αποτέλεσμα της ιστορικής και πολιτιστικής δόμησης τους.

Αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσει τις ιδεολογικές και πολιτιστικές διαδικασίες που συντελούν στο να δημιουργούν το "φυσικό" και έτσι συμβάλλουν στην αναπαραγωγή αυτής της στενής σχέσης ανάμεσα στους άνδρες και στις μηχανές. Ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που συντελεί στο διαρκή παραγκωνισμό των γυναικών από την τεχνολογία είναι το γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνολογική κουλτούρα παγιώνει τις σχέσεις μεταξύ των ανδρών. Για να δώσουμε έμφαση στους τρόπους με τους οποίους γενοποιείται η συμβολική αναπαράσταση της τεχνολογίας δεν θα αρνηθούμε το γεγονός ότι υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με την τεχνολογία. Επίσης, δεν θα υπονοήσουμε ότι όλοι οι άνδρες είναι τεχνολογικά καταρτισμένοι και ικανοί αλλά όπως και θα φανεί παρακάτω είναι η ίδια η ιδεολογία του ανδρισμού που ενέχει αυτόν τον άμεσο δεσμό με την τεχνολογία.

Άνδρες και Μηχανές

Δημιουργώντας τη βόμβα = Αρρενωπότητα και Τεχνολογία της Καταστροφής

Οι σύγχρονες φεμινιστικές εισηγήσεις για την ειρήνη, όπως και οι προγενέστερές τους, εστιάζουν την προσοχή τους στη σχέση ανάμεσα στον ανδρισμό και τον πόλεμο. Ο πόλεμος θεωρείται παραδοσιακά ανδρική υπόθεση και η σύνδεση ανάμεσα στη φυσική βία και τους άνδρες τόσο στη σφαίρα της δημόσιας όσο και στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής είναι εξαιρετικά δυνατή. Αρκετές φεμινίστριες μάλιστα ισχυρίζονται ότι ο πόλεμος, όπως και ο βιασμός είναι το αποτέλεσμα της έμφυτης επιθετικής ανδρικής φύσης. Τα πολεμικά όπλα θεωρούνται ανδρικά έτσι ώστε οι πύραυλοι κρουζ έχουν εξελιχθεί σε σύμβολο της ανδρικής δύναμης, το φαλλό. Ο πόλεμος αποτελεί παράδειγμα των ανδρικών πρακτικών καθώς η βία και η καταστροφή που εμπεριέχει αντηχεί και μέσα σε άλλες ανδρικές σχέσεις: σχέσεις με άλλες κουλτούρες, με το περιβάλλον και ειδικά με τις γυναίκες. Συνεπώς η απειλούμενη καταστροφή του γήινου πολιτισμού από τα πυρηνικά όπλα θεωρείται ως η αποκορύφωση της επιστήμης και τεχνολογίας που αναπτύσσεται και ελέγχεται από τους άνδρες. Πολλές φεμινίστριες έχουν εντοπίσει την πηγή της ανδρικής εμμονής με τα όπλα και τον πόλεμο σε βιολογικά και ψυχολογικά αίτια και κυρίως στο γεγονός ότι οι άνδρες χρειάζονται ένα υποκατάστατο για τα παιδιά που δεν μπορούν να συλλάβουν. Η ειρωνεία είναι ότι το πιο γνωστό κείμενο που υποστηρίζει αυτή την ριζοσπαστική άποψη, είναι γραμμένο από έναν άνδρα, τον Brian Easlea και ονομάζεται "Fathering the Onthin Kable" (1983).

Αναλύοντας τις φεμινιστικές αναλύσεις της ανάπτυξης της επιστήμης ως μια μορφή κυριαρχίας τόσο επί της φύσης όσο και επί των γυναικών, ο Easlea ερμηνεύει τη δημιουργία των πυρηνικών όπλων μέσα σ' ένα πλαίσιο ανδρισμού της επιστήμης. Υποστηρίζει ότι "ο αγώνας για τη δημιουργία πυρηνικών όπλων έχει κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος την υπογραφή της ανδρικής συμπεριφοράς στο κυνήγι και την εφαρμογή της επιστημονικής έρευνας". Το βιβλίο καταγράφει λεπτομερώς την ιστορία της ανακάλυψης της ραδιενέργειας και της ανάπτυξης της ατομικής βόμβας και περιγράφει ζωντανά τον ενθουσιασμό και τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των καταξιωμένων επιστημόνων που λαμβάνουν μέρος. Ο σκοπός του Easlea είναι να ασκήσει κριτική στο είδος του "τεχνολογικού ρασιοναλισμού" που υπαγορεύει τη δημιουργία της ατομικής βόμβας και αντανακλάται καθαρά στη δήλωση του J. Robert Oppenheimer "όταν βλέπεις κάτι τόσο γλυκό τεχνικά προχωράς μπροστά και το κάνεις και προβληματίζεσαι για το τι θα το κάνεις μόνο μετά την τεχνική επιτυχία".

Αυτό που μας εντυπωσιάζει δεν είναι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της δουλειάς που πραγματοποιήθηκε από αυτή την ομάδα ανδρών αλλά κυρίως η πρωταρχική ευχαρίστηση και γνήσια απόλαυση που γεύτηκαν πετυχαίνοντας την τεχνολογική τελειότητα "Κανείς δεν δούλευε κάτω από 15, 15, 17 ώρες την ημέρα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στη ζωή σου παρά αυτό το πάθος της πραγματοποίησης" (σελ. 84). Έβλεπαν τους εαυτούς τους ως πρωτοπόρους στα όρια του εφικτού, στην "φανταστική περιπέτεια" του να είναι οι πρώτοι που θα ελευθέρωναν την τρομερή δύναμη που υπήρχε κλεισμένη στον πυρήνα. Ιδιαίτερα ανατριχιαστική είναι η ανάγνωση της αντίδρασης των φυσικών του Λος Αλάμος στην εκτόξευση της βόμβας της Χιροσίμα. Καταξιωμένοι επιστήμονες ανακαλούν την αγαλλίαση, τον πανηγυρισμό και την υπερηφάνεια που ένιωσαν με την αποτελεσματικότητα του όπλου, το πώς ο Oppenheimer ικανοποιήθηκε από όλο το δυναμικό του εργαστηρίου σαν ένας "αξιόλογος πολεμιστής" και πως απόλαυσαν ένα "δείπνο με σαμπάνια που οργανώθηκε με ενθουσιασμό". "Η μόνη αντίδραση που θυμάμαι", διηγείται ο Richard Feynmann "είναι ο ενθουσιασμός και το κέφι... Συμμετείχα σ' αυτήν την ωραία κατάσταση, έπινα, μέθυσα, ενώ ο πανηγυρισμός είχε κατακλείσει ολόκληρο το Λος Αλάμος, την ίδια ώρα που οι άνθρωποι στη Χιροσίμα πάλευαν και πέθαιναν" (Easlea, 1983, σελ. 112). Η κύρια δικαιολογία πίσω από την εδραίωση του Σχεδίου του Μανχάταν ήταν ο φόβος της δημιουργίας ατομικών όπλων από τους Γερμανούς Ναζί. Ο Easlea παρόλ' αυτά ισχυρίζεται ότι ένα μεγάλο μέρος της εργασίας για την ατομική βόμβα εντάθηκε αφού οι Γερμανοί Ναζί υπέκυψαν στις συμμαχικές δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον Easlea οι άνδρες "γεννούν" την επιστήμη και τα όπλα για να αναπληρώσουν την έλλειψη της "μαγικής δύναμης" του να δώσουν ζωή σ' ένα παιδί. Ο συγγραφέας αυτό το στηρίζει στο γεγονός ότι πολλές φορές οι άνδρες χρησιμοποιούν επιθετικές μεταφορές που παραπέμπουν στα δύο φύλα για να περιγράψουν τη δουλειά τους, όπως για παράδειγμα το "Μικρό Αγόρι" (Little Boy) για την πρώτη βόμβα ουρανίου που έπεσε στη Χιροσίμα. Αυτό ακριβώς το ρητορικό σχήμα δηλώνει ασυνείδητα ανδρικά κίνητρα, τη "φαλλική ψυχολογία", η οποία και καθιστά εφικτές αυτές τις τεχνικές καινοτομίες. Οι άνδρες έχουν εμμονή με την απόκτηση δύναμης και δόξας και γι' αυτό ο συγγραφέας δανείζεται την άποψη της Σιμόν ντε Μπουβουάρ, ότι δηλ. οι ανδρικές επιτυχίες στο χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας συντελούν στο να παραχωρούν ένα αρρενωπό στάτους στους καταξιωμένους άνδρες επινοητές και έτσι να υπογράφουν διεκδίκηση στον ανδρισμό.

Δυστυχώς όμως η αναφορά του Easlea είναι κυρίως υπονοητική παρά αναλυτική. Όπως σχολιάζει ο Adam Farrar (1985, σελ. 61) οι μεταφορές της γέννας και του βιασμού "το μόνο που δείχνουν είναι ότι τα μέσα παρουσίασης σημαντικών πρακτικών σ' έναν ανδροκρατούμενο πολιτισμό είναι κατασκευασμένα με όρους προσφιλείς στους άνδρες. Δεν δείχνουν όμως ότι αυτές οι πρακτικές που τόσο παρουσιάζονται είναι απαραίτητα ανδρικές". Αν και δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό η εξέταση του Easlea των μεταφορών που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες όταν περιγράφουν τις εμπειρίες τους από την εκπόνηση δημιουργικής εργασίας, δεν αποτελεί γόνιμο έδαφος για να ισχυριστεί κανείς ότι η ανδρική δημιουργικότητα είναι σύμφυτη με το βιασμό και τη βία. Τα ατομικά κίνητρα δεν μπορούν να ερμηνευτούν άμεσα από το ρητορικό σχήμα της επιστήμης όπως και η ανακάλυψη της βόμβας δεν μπορεί απλά να εξηγηθεί μέσα στο πλαίσιο των ψυχοσεξουαλικών ανησυχιών των συγκεκριμένων ανδρών που την εφηύραν.

Τα σεξουαλικά ρητορικά σχήματα αποτελούσαν πάντα μέρος της υπόθεσης του πολέμου και τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι κατασκευαστές όπλων διαρκώς εκμεταλλεύονται το φαλλικό ρητορικό σχήμα και την υπόσχεση της σεξουαλικής κυριαρχίας που τόσο άνετα τα όπλα τους υπονοούν. Παρ' όλα αυτά αυτό το σχήμα δεν πηγάζει από συγκεκριμένα άτομα αλλά ενυπάρχει σ' ένα ευρύτερο πολιτιστικό περιεχόμενο. Η ανάλυση του Easlea δεν διαθέτει ακριβώς εκείνες τις κοινωνικές διαδικασίες που συμβάλλουν στη δημιουργία αυτού του είδους ανδρισμού και επικυρώνουν κατά κύριο λόγο τα συγκεκριμένα επιστημονικά και τεχνολογικά έργα.

Όπως σχολιάζει η Ludi Jordanova (1987, σελ. 156) "Τα ερωτήματα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το πώς και το γιατί η δημιουργικότητα κάθε είδους καθορίζεται μέσα σ' ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που ορίζεται από τα δύο φύλα και ποιες είναι οι επιπλοκές που αυτό το γεγονός επιφέρει στις σχέσεις εξουσίας". Άλλωστε το ότι οι τεχνολογικές επιχειρήσεις έχουν αναπτυχθεί ως ένα κατεξοχήν ανδρικό βασίλειο ίσως και να αποτελεί κατά ένα μεγάλο μέρος αντανάκλαση της ανδρικής κυριαρχίας σε όλους τους ισχυρούς ανδρικούς θεσμούς και να μην οφείλεται σε κάτι το συγκεκριμένο που ενέχει το ανδρικό πνεύμα.

Η Εμμονή με τον Έλεγχο

Πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζονται ανάμεσα στο ήθος της επιστημονικής κοινότητας στο Los Alamos και στον κόσμο αυτών που ασχολούνται πιστά με τα κομπιούτερ. Η άποψη αυτή κυριαρχεί στην αναφορά της Tracy Kidder (1982) για μια ομάδα ανδρών που κατασκευάζουν ένα νέο κομπιούτερ στο βιβλίο "The Soul of a New Machine". Για άλλη μια φορά και εδώ συναντάμε το συνδυασμό του επαγγελματικού ανταγωνισμού και της απόλυτης αφοσίωσης του μηχανικού στην προσπάθεια του να δημιουργήσει τον "τέλειο υπολογιστή", την οποία και τελικά επιτυγχάνει. Και πάλι σε όλο το βιβλίο είναι διάχυτος ο κόσμος των ανδρών που εργάζονται πολλές ώρες, φτάνουν στα όρια της αντοχής τους και σπάνε κάθε δεσμό με τον έξω κόσμο. Ένα στοιχείο που επίσης επαναλαμβάνεται είναι και οι σεξουαλικές μεταφορές κατά την περιγραφή της εργασίας τους.

Είναι πλέον ολοφάνερο πως οι άνδρες ταυτίζονται με την τεχνολογία και μέσω αυτής τους της ταύτισης δημιουργούν δεσμούς ο ένας με τον άλλο. Οι γυναίκες σπάνια εμφανίζονται σ' αυτές τις ιστορίες, παρά μόνο ως σύζυγοι που μένουν στο σπίτι. Αυτός ο κατεξοχήν ανδρικός χώρος εργασίας που διακατέχεται από δεξιοτεχνία αντικατοπτρίζεται στον κόσμο των χάκερς, ο οποίος και περιγράφεται πολύ καλά από την Sherry Turkle (1984) σ' ένα κεφάλαιο με τίτλο "Loving the Machine for itself". Βασισμένο σε εθνογραφική έρευνα στο ΜΙΤ, η Turkle περιγράφει τον κόσμο των χάκερς ως την επιτομή αυτής της ανδρικής κουλτούρας της κυριαρχίας, του ατομισμού και της μη ευαισθησίας. Μια στενή σχέση με τον υπολογιστή, αποτελεί σημαντικό υποκατάστατο και καταφύγιο από την αβεβαιότητα και περιπλοκότητα που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές σχέσεις σύμφωνα με την Turkle, αυτοί οι νέοι άνδρες έχουν μια έντονη ανάγκη να κυριαρχούν επί των πραγμάτων, ο εθισμός τους δεν σχετίζεται τόσο με τον προγραμματισμό των υπολογιστών αλλά με το παιχνίδι του ελέγχου.

Μορφές Ανδρισμού

Είναι αναγκαία μια διάκριση ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές ανδρισμού σε σχέση με διαφορετικά πεδία της τεχνολογίας. Το να ισχυριστεί κανείς ότι ο έλεγχος της τεχνολογίας αποτελεί και το κεντρικό σημείο του ανδρισμού δεν σημαίνει και πως υπάρχει μια τεχνολογία ή ένας συγκεκριμένος ανδρισμός. Υπάρχουν πολυάριθμες πολιτιστικές εκφράσεις του ανδρισμού όπως ακριβώς υπάρχουν και διαφορετικές τεχνολογίες. Ο ανδρισμός όπως και η θηλυκότητα αποκτούν ιστορικά και πολιτιστικά συγκεκριμένες μορφές. Αυτές οι ποικιλόμορφες εκδοχές του ανδρισμού αντανακλούν ταξικές διαφορές, εθνικές και εθνοτικές διαφοροποιήσεις.

Η μελέτη της κοινωνικής κατασκευής του ανδρισμού έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κομμάτι της κοινωνιολογίας του γένους. Ο Bob Connell (1985, 1987) έχει συμβάλλει σημαντικά σ' αυτό το χώρο, κάνοντας διακρίσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες πολιτιστικές μορφές ανδρισμού ή αλλιώς "ηγεμονικού ανδρισμού" και στις "υποδεέστερες" ή "περιθωριακές" μορφές. Με τον όρο "ηγεμονικός" εννοεί μια κοινωνική διαδοχή που όμως δεν έχει επιτευχθεί με τη βία αλλά μέσω της οργάνωσης της ιδιωτικής ζωής και άλλων πολιτιστικών διαδικασιών. Είναι λοιπόν κυρίαρχο πολιτιστικό ιδανικό του ανδρισμού, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τις προσωπικότητες της μεγάλης πλειοψηφίας των ανδρών. Αν και ο Connell χρησιμοποιεί τον όρο "ηγεμονικός ανδρισμός" στον ενικό, υπονοεί πως υπάρχει η καρδιά του κυρίαρχου ανδρισμού η οποία αντικατοπτρίζεται σε διαφορετικές μεταβλητές. Στη σύγχρονη δυτική κοινωνία, ο ηγεμονικός ανδρισμός συνδέεται άμεσα με την επιθετικότητα και την ικανότητα βίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μέχρι σε ποιο σημείο ο τεχνολογικός έλεγχος έχει άμεση σχέση με το αρχέτυπο του ηγεμονικού ανδρισμού. Η αντίληψη του ανδρισμού που βασίζεται στη φυσική σκληρότητα και στις μηχανικές γνώσεις είναι ιδιαίτερα έντονη στην κουλτούρα των μικρομεσαίων ανδρών. Ό,τι σχετίζεται με μηχανική εργασία, και μηχανήματα –βρωμιά, θόρυβος, κίνδυνος– είναι συνυφασμένο με ανδρικές αξίες. Σύμφωνα λοιπόν με τον ηγεμονικό ανδρισμό, όλες οι ικανότητες που σχετίζονται με τις μηχανές και τη φυσική δύναμη είναι θεμελιώδεις παράμετροι του ανδρικού status και αυτοπεποίθησης.

Ας επιστρέψουμε όμως στο παράδειγμα των κομπιούτερ χάκερς και ας εξετάσουμε πιο στενά τον τρόπο με τον οποίο ο ανδρισμός τους αναπαρίσταται. Με μια πρώτη ματιά, μπορεί να περιγράψει τον ανδρισμό τους ως αυτόν του επαγγελματία, υπολογιστή ορθολογιστή, του τεχνολογικού σπεσιαλίστα. Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους σκοπούς μας είναι ο τρόπος που μυθοποιούν την εργασία τους ενώ η κατασκευή του ηρωικού περιστρέφεται συνήθως γύρω από θέματα βίας και διαμάχης μεταξύ των ανδρών. Παρόλ' αυτά οι κομπιούτερ χάκερς αν και παρουσιάζονται ως ελιτίστες και ειδήμονες της τεχνολογίας, περιγράφονται ως παθολογικοί και μη γοητευτικοί.

Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν για αυτούς τους άνδρες η τεχνολογική τους εξειδίκευση συνδέεται με τη συνείδηση της δύναμης ή της έλλειψής της. Και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν αληθινά σημεία στην περίπλοκη σχέση μεταξύ γνώσης, δύναμης και τεχνολογίας. Η εμμονή με την τεχνολογία ίσως να είναι και μια προσπάθεια από τη μεριά των ανδρών που έχουν αποτύχει κοινωνικά να αναπληρώσουν αυτήν ακριβώς την έλλειψη δύναμης. Από την άλλη πλευρά όμως η καλή γνώση αυτής της τεχνολογίας παραχωρεί σ' αυτούς τους άνδρες κάποια δύναμη σε σχέση με άλλους άνδρες και γυναίκες που δεν κατέχουν αυτήν την εξειδίκευση. Παρέχοντας μια ψυχαναλυτική έκθεση των χάκερς η άποψη της Turkle για την αποτυχία τους είναι εξατομικευμένη και δεν απευθύνεται σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό περιεχόμενο μέσα στο οποίο οι χάκερς λειτουργούν. Ειδικότερα, υπάρχει στην έκθεσή της μικρή αναφορά στο βαθμό στον οποίο η εθνότητα, η τάξη και η ηλικία συμβάλλουν σ' αυτό που ονομάζουμε αποτυχία για τους άνδρες.

Στην κοινωνία μας το να αναμειγνύεται κανείς με τις πιο εξελιγμένες μορφές της τεχνολογίας σημαίνει ταυτόχρονα και το ότι διευθύνει το μέλλον και γι' αυτό αυτή η δραστηριότητα μυθοποιείται και τοποθετείται ψηλά στην κλίμακα αξιών. Η ειδικότητα σε άλλες μορφές τεχνολογίας, όπως αυτές με τις οποίες ασχολούνται αρκετοί μικρομεσαίοι άνδρες, π.χ. τα αυτοκίνητα δεν ενέχουν το ίδιο status. Ο υπερβολικός ανδρισμός που διακατέχει τη μικρομεσαία τάξη ανδρών πρέπει να εξεταστεί με βάση το υπόβαθρο της σχετικής της στέρησης, του χαμηλού τους status και της συγκριτικής αποδυνάμωσής τους στην ευρύτερη κοινωνία. Το σημείο αναφοράς εδώ είναι ότι παρόλο που η τεχνολογική εξειδίκευση αποτελεί κλειδί της δύναμης ανάμεσα στους άνδρες, δεν υπερισχύει άλλων πηγών δύναμης, όπως είναι η κοινωνική καταξίωση.

Ένα εξίσου κρίσιμο σημείο που πρέπει να εξεταστεί σχετικά με τις ανδρικές κουλτούρες της τεχνολογίας είναι το ότι η ιδεολογία του ανδρισμού χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετική ευελιξία. Η μηχανολογία αποτελεί ένα καλό παράδειγμα που καθρεφτίζει αυτή την άποψη. Από όλα τα σημαντικά επαγγέλματα, αυτό του μηχανολόγου δίνει λίγες ευκαιρίες στις γυναίκες και παράγει μια εικόνα αυστηρά ανδρική και εχθρική προς αυτές. Η μηχανολογία λοιπόν αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα μιας αρχετυπικά ανδρικής κουλτούρας γιατί ακριβώς ξεπερνάει τα όρια ανάμεσα στη σωματική και πνευματική εργασία ενώ ταυτόχρονα διατηρεί δυνατά στοιχεία του δυϊσμού σώματος-πνεύματος.

Κεντρικό στοιχείο της κοινωνικής δομής του μηχανολόγου αποτελεί η πόλωση ανάμεσα στην επιστήμη και στην ηθοπάθεια, το μαλακό και το σκληρό, τα αντικείμενα και τον άνθρωπο. Αυτή η κοινωνική δομή επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο σύστημα συμβόλων και μεταφορών που ταυτίζουν τη γυναίκα με τη φύση και τον άνδρα με τον πολιτισμό. Οι σεξουαλικές ιδεολογίες και τα στερεότυπα είναι αντιφατικά και ρευστά, αλλά τα συγκεκριμένα αντίθετα "αρσενικό / θηλυκό" και "λογική / συναίσθημα" είναι κεντρικά στη δυτική κουλτούρα. Η αντίληψη ότι η γυναίκα βρίσκεται πιο κοντά στη φύση από τον άνδρα, περιέχει διάφορα στοιχεία, όπως για παράδειγμα το ότι η γυναίκα είναι περισσότερο συναισθηματική παρά αναλυτική και αδύναμη σε σχέση με τον άνδρα. Στον αναπτυγμένο βιομηχανικό κόσμο, όπου η επιστημονική και τεχνολογική λογικότητα εκτιμώνται ιδιαιτέρως, αυτές οι συσχετίσεις παίζουν ένα δυναμικό ρόλο στην ιδεολογική δόμηση της γυναίκας ως κατώτερης. Τελικά, οι μηχανές προκαλούν στο ανδρικό φύλο δυνατά αισθήματα και μεγάλη ευχαρίστηση, ενώ όπως και αν οριστεί ο ανδρισμός σύμφωνα με την παραπάνω ιδεολογία, οι γυναίκες παρουσιάζονται ως ανίκανες ν' ακολουθήσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Στρατός: Μάχη, Ηρωισμός και Ανδρισμός

Αν υπάρχει ένας θεσμός στην κοινωνία μας που ασφαλίζει την ιδεολογία του ηγεμονικού ανδρισμού (hegemonic masculinity) είναι ο στρατός. Η σύγχρονη δυτική κοινωνία καλύπτεται από εικόνες των ανδρών ως ενθουσιωδών δολοφόνων, μέσα που πολεμικές ταινίες και στρατιωτικά παιχνίδια ή περιοδικά. Τα όπλα, το κύριο μέσο επιβολής, συνδέονται με το θάνατο και τον κίνδυνο και φυσικά, η αίσθηση της κυριαρχίας αυξάνεται από το φυσικό κίνδυνο που όλα αυτά περικλείουν. Η προθυμία των ανδρών να πεθάνουν, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα, την τιμή ή τις γυναίκες τους, είναι το κοινό στοιχείο των ανδρικών αλλά και των στρατιωτικών αρχών. Ο πόλεμος είναι η απόλυτη δοκιμασία για τον ανδρισμό των στρατιωτών και η νομιμοποιημένη έκφραση της ανδρικής βίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι στρατιωτικές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν αλλά και υπερασπίζονται το ανδρικό ήθος (masculine ethic).

Τόσο, όμως, ο πόλεμος όσο και τα όπλα θεωρούνται αποκλειστικά ανδρικές ασχολίες και οι εικόνες που τους περικλείουν αυτόματα απεικονίζουν τους άνδρες ως γενναίους πολεμιστές και τις γυναίκες ως απροστάτευτες συζύγους, μητέρες ή κόρες, των οποίων τη ζωή και την τιμή αγωνίζονται να προστατεύσουν οι στρατιώτες.

Την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι ακατάλληλες για το στρατό τη συναντάμε σ' ολόκληρο τον κόσμο. Στο κέντρο των επιχειρημάτων όλων όσων είναι αντίθετοι στη συμμετοχή τους σε πολεμικές επιχειρήσεις βρίσκονται οι πεποιθήσεις τους για την κατωτερότητα του γυναικείου σώματος. Οι πεποιθήσεις αυτές τους οδήγησαν στο να αποκλείσουν τις γυναίκες από το πεδίο των μαχών. Σύμφωνα με την Cynthia Enloe, "οι διακρίσεις ανάμεσα στους "μάχιμους" και στους μη-μάχιμους, ανάμεσα στο "μπροστά" (front) και το "πίσω" (back) πεδίο των μαχών είναι αυτές που δικαιολογούν το φυλετικό καταμερισμό εργασίας στο στρατό και διατηρούν τον "αρσενικό" ορισμό της μάχης, αλλά, πλέον, είναι δύσκολο να σταθούν.

[Υπάρχει κι άλλη μια διάσταση στο θέμα της ταύτισης του άντρα με τον πόλεμο και την παράλληλη περιθωριοποίηση της γυναίκας από τη μάχη. Μια διάσταση που ακόμα και οι ίδιες οι γυναίκες συμμερίζονται και ασπάζονται και η οποία σχετίζεται περισσότερο με τη γυναικεία ιδιοσυγκρασία: την φιλειρηνική φύση της γυναίκας, που έρχεται σε αντιδιαστολή με τη βίαιη του άντρα. Εξάλλου, ανέκαθεν οι γυναίκες θεωρούνταν συνεργάσιμες και μη-βίαιες, ενώ ο ρόλος τους ως μητέρες τις οδηγεί στο να υιοθετούν αξίες όπως η αύξηση, η ανάπτυξη και η διατήρηση. Αξίες που έρχονται σε αντίθεση με το θάνατο και την καταστροφή].

Αρκούν ορισμένα απλά γεγονότα για να στηρίξουν την άποψη αυτή. Παρ' όλο που οι γυναίκες απουσιάζουν από την πρώτη γραμμή του πυρός, οι ένοπλες δυνάμεις στηρίζουν πολλά σ' αυτές! Είτε ως υπάλληλοι γραφείου, είτε ως νοσοκόμες, είτε στην υπηρεσία των στρατιωτών, οι γυναίκες στρατιωτικοί προσφέρουν ό,τι τους επιτρέπεται σ' αυτόν τον ανδροκρατούμενο χώρο. Κανείς, εξάλλου, δεν μπορεί ν' αγνοήσει την προσφορά τους κατά τη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ωστόσο, πολλοί είναι αυτοί που συστηματικά αρνούνται αυτήν την προσφορά.

Γυναίκες και Μηχανές: Γνώση ή Κουλτούρα;

[ ελεύθερη μετάφραση - με πολλές παραλείψεις ]

Οι τεχνολογίες, όπως και οι άνθρωποι, είναι ήδη φυλετικά διαχωρισμένοι όταν εισέρχονται στο χώρο εργασίας. Οι περισσότερες γυναίκες δεν πλησιάζουν ποτέ τα ξένα εδάφη των αρσενικών περιοχών. Αυτός ο φυλετικός διαχωρισμός στην εργασία αντικαθρεπτίζει το γεγονός ότι οι πατριαρχικές σχέσεις είναι ένα ακέραιο τμήμα ολόκληρου του κοινωνικού μας συστήματος. Στις σύγχρονες κοινωνίες, το εκπαιδευτικό σύστημα, σε συνδυασμό με άλλους (κοινωνικούς) θεσμούς, είναι αυτό που διαιωνίζει φυλετικές ανισότητες από τη μια γενιά στην άλλη. Το σχολείο, η οικογένεια, τα ΜΜΕ, όλα αυτά, μεταδίδουν νοήματα και αξίες που ταυτίζουν τον ανδρισμό με τις μηχανές και την τεχνολογική ικανότητα. Αλλά και οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά, αντιδρούν και ακόμη βοηθούν ν' αναπαραχθούν μέσω της αντίδρασής τους αυτές οι κοινωνικές πρακτικές.

Η παλιά αντίληψη ότι για να δουλέψει κανείς με τις μηχανές (τόσο τις πολεμικές όσο και τις παραγωγικές) έπρεπε να είναι δυνατός, αποκλείοντας έτσι το λεγόμενο ασθενές φύλο από τις σχετικές διαδικασίες, είχε μια κάποια αξιοπιστία. Όμως, η ανδρική κυριαρχία και στις νέες τεχνολογίες μοιάζει πιο περίπλοκη, αφού ήταν κοινή πεποίθηση πολλών ότι με την ανάπτυξη της μικρο-ηλεκτρονικής και την όλο και μικρότερη σημασία της βαριάς βιομηχανικής τεχνολογίας, θα μειώνονταν τα φυλετικά στερεότυπα στο χώρο αυτό. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Ως ένα εντελώς νέο δείγμα τεχνολογίας, το computer θα μπορούσε να σπάσει το ρόδι!

Θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να είναι "φυλετικά ουδέτερο", χωρίς βασικές διαφορές και ειδικεύσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες χρήστες. Ακόμα, θα μπορούσε να είναι μια τεχνολογία φιλική, που οι γυναίκες θα προτιμούσαν. Άλλωστε, ταιριάζει και με τη θηλυκή φύση τους, αφού πρόκειται για μια καθαρή και καθιστική δουλειά, που απαιτεί λεπτομέρεια, ακρίβεια και ευκίνητα δάκτυλα. Παρ' όλα αυτά, πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν πως ο πολιτισμός μας όρισε ήδη τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ως εξέχουσες "αρσενικές" μηχανές, περιθωριοποιώντας τις γυναίκες από την τεχνολογία! Εστιάζοντας στους υπολογιστές, θα μπορέσουμε να παρατηρήσουμε πιο ξεκάθαρα τους κοινωνικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν σε μια νέα τεχνολογία να ενσωματωθεί στο αρσενικό κοινωνικό σύστημα.

Το σχολείο είναι συνήθως ο χώρος όπου οι νέοι άνθρωποι έρχονται σε μια πρώτη επαφή με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Όπως συμβαίνει και στον επιστημονικό και τεχνολογικό χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έτσι και στον κλάδο της επιστήμης των ηλεκτρονικών υπολογιστών υπάρχει μεγάλη διαφορά στον αριθμό των αγοριών και των κοριτσιών που τον ακολουθούν. Παρ' όλο που από τα μέσα της δεκαετίας του '70 σε πολλές χώρες υπάρχει νομοθεσία που απαγορεύει τις διακρίσεις, προγράμματα ίσων ευκαιριών και άλλες κυβερνητικές ή μη, πρωτοβουλίες, που στοχεύουν στο να εξαλείψουν κάθε ανισορροπία ή ανισότητα, ο αριθμός των κοριτσιών στα Βρετανικά Πανεπιστήμια που ακολουθούν την εν λόγω επιστήμη μειώνεται. Αν και η επιστήμη έχει διπλασιαστεί σε μέγεθος τα τελευταία χρόνια, οι γυναίκες δε φαίνονται να την προτιμούν. Κάτι που παρατηρείται και σε άλλες χώρες.

Αυτή η πτώση φαίνεται να συνδέεται με την μαζική εισαγωγή των υπολογιστών στα σχολεία. Εκεί, τα κορίτσια μαθαίνουν πολύ γρήγορα ότι οι υπολογιστές είναι μόνο για τα αγόρια! Διάφορες έρευνες αποδεικνύουν πως η παρουσίαση του θέματος απομακρύνει απ' αυτό τα κορίτσια, αφού οι υπολογιστές συνδέονται με τα μαθηματικά και τις επιστήμες, δύο κατ' εξοχήν ανδρικά θέματα που τα κορίτσια δε δείχνουν να προτιμούν.

Εκτός, βέβαια, από το σχολείο και η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενδιαφέροντος από τα παιδιά για την τεχνολογία. Στους κόλπους της, άλλωστε, ξεκινά και η κοινωνικοποίηση των παιδιών.

Τα παιχνίδια είναι μια σημαντική πηγή εμπειριών για τα παιδιά, διαφορετικών για τα δύο φύλα. Πολλά από τα παιχνίδια ενθαρρύνουν τα αγόρια να είναι θετικά και ανεξάρτητα, να λύνουν προβλήματα, να πειραματίζονται με κατασκευές και, πιο πρόσφατα, να κοιτούν την τεχνολογική πλευρά των παιχνιδιών τους με εμπιστοσύνη και οικειότητα. Όλες οι ικανότητες που αποκτούν τα παιδιά μέσα από την ενασχόλησή τους με αυτά τα παιχνίδια θέτουν τις βάσεις για μια περαιτέρω επιστημονική, μαθηματική και τεχνολογική γνώση. Αντιθέτως, τα "κοριτσίστικα" παιχνίδια, όπως οι κούκλες, ευνοούν την ανάπτυξη άλλων ικανοτήτων, που συνδέονται με τη φροντίδα και την κοινωνική αλληλόδραση.

Επιπλέον, αυτά τα παιχνίδια αντικατοπτρίζουν και την κοινωνική αλληλόδραση καθηκόντων ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες μέσα στην ίδια την οικογένεια. Όλες οι τεχνολογίες που σχετίζονται με το εξωτερικό νοικοκυριό και τη συντήρηση του αυτοκινήτου ανήκουν παραδοσιακά στην ανδρική σφαίρα αρμοδιοτήτων, ενώ οι γυναίκες χρησιμοποιούν κυρίως τις τεχνολογίες της κουζίνας και της καθαριότητας. Ακόμα και ο έλεγχος της τεχνολογίας της ψυχαγωγίας, όπως της τηλεόρασης και του video, ανήκει στους άνδρες. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ανήκουν και αυτοί σ' αυτή τη φυλετική στερεότυπη εικόνα της τεχνολογίας: υπάρχει η τάση ν' αγοράζονται οι υπολογιστές για τα αγόρια της οικογένειας, μια τάση που ενισχύεται και από τα διαφημιστικά πρότυπα. Εξάλλου, τα παιχνίδια για video και computer απευθύνονται σε μια μάλλον ανδρική αγορά, αποτελώντας παράλληλα και το βασικό πόλο έλξης για τα παιδιά. Με δεδομένο ότι σχεδιάζονται από άνδρες και απευθύνονται σ' αυτούς, δεν θα πρέπει ν' αποτελεί έκπληξη το ότι ανταποκρίνονται σε ανδρικές φαντασιώσεις. Τα πιο δημοφιλή από αυτά περιλαμβάνουν πυροβολισμούς, εκρήξεις, ταχύτητα και δράση, ενώ οι τίτλοι τους είναι μιλιταριστικοί (Destroy all Subs, Space Wars), δίνοντας έμφαση σε θέματα περιπέτειας και βίας. Το αποτέλεσμα της έκθεσης των παιδιών σ' αυτά τα παιχνίδια είναι διαφορετικό: τα περισσότερα αγόρια έχουν μια θετική πρώτη εμπειρία με τον υπολογιστή. Τα κορίτσια όχι!

Τα αγόρια έχουν πιο πολλές ευκαιρίες να παίξουν παιχνίδια στον υπολογιστή και να εξοικειωθούν μαζί του, μια και μαθαίνουν από τους γονείς τους ότι έχουν το δικαίωμα ν' αφοσιώνονται απόλυτα σε κάτι, ακόμα κι αν δεν φαίνεται να ωφελεί σε κάτι. Αντίθετα, τα κορίτσια αντιμετωπίζουν μια διαφορετική κατάσταση, αφού το περιβάλλον τους απαιτεί ν' ασχολούνται με το σπίτι και το νοικοκυριό ενώ αντιμετωπίζουν και την αυστηρότητα των γονιών τους σε οποιαδήποτε εξωσχολική ασχολία που τις κρατά μακριά από το σπίτι, όπως τα computer clubs.

Ζήτω η Διαφορά!

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στην άποψη ότι υπάρχουν και πολιτιστικοί παράγοντες που ευνοούν τον ανδρικό χαρακτήρα της τεχνολογίας, ξεκινώντας από το σχολείο και φτάνοντας ως και τα video games. Η έλλειψη εμπιστοσύνης ή ικανότητας απέναντι στην τεχνολογία γίνεται μ' αυτόν τον τρόπο κομμάτι της γυναικείας ταυτότητας καθώς και ένα φυλετικό στερεότυπο. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, για παράδειγμα, κατασκευάστηκε κοινωνικά ως αρσενικός χώρος και αποτελεί ένα ξένο πολιτιστικό στοιχείο για τα κορίτσια και τις γυναίκες.

Υπάρχουν αμέτρητες εκδοχές σχετικά με τη φυσική και πνευματική ικανότητα και υπεροχή των ανδρών, στις οποίες οφείλονται και όλα τα επιτεύγματά τους. Παραδοσιακά, η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα και στον τρόπο με τον οποίο ασχολούνταν με την τεχνολογία αποδιδόταν στη φυσική δύναμη ή αδυναμία με τις φεμινίστριες να αγωνίζονται σ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 για να διαψεύσουν αυτό το δόγμα της φυσικής διαφοροποίησης.

Καθώς η τεχνολογία μετατρέπεται από βιομηχανική σε τεχνολογία της πληροφορίας, με βασικό χαρακτηριστικό τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, η φυσική δύναμη ή αδυναμία δεν μπορεί πλέον να αποτελεί σημείο αναφοράς για όσους ασχολούνται μ' αυτήν. Βρέθηκαν, όμως, άλλες διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα και την ενασχόλησή τους με την τεχνολογία. Οι άντρες παρουσιάζονται ενθουσιασμένοι με το μηχάνημα, ως "hard masters" σε ό,τι αφορά τον προγραμματισμό ή την υπακοή σε κανόνες και ως ανταγωνιστικοί. Οι γυναίκες φέρονται να παρουσιάζουν ενδιαφέρον στον υπολογιστή μόνο ως απλό εργαλείο για χρήση, ως "soft masters" και πρόθυμες για συνεργασία. Επομένως, αυτό που προκύπτει είναι ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερες πιθανότητες να πετύχουν, όχι μόνο λόγω βιολογικών αλλά και σωματικών ψυχολογικών διαφορών. Αυτά τα επιχειρήματα είναι απομεινάρια δύο άλλων απόψεων: η πρώτη αφορά το παλαιό φυλετικό στερεότυπο που θέλει τις γυναίκες να είναι πολύ συναισθηματικές και να κινούνται πέρα από τη λογική. Το άλλο είναι μια άποψη του '60 και του '70, σύμφωνα με την οποία η εργατική τάξη και τα μαύρα παιδιά ήταν από τη φύση τους προορισμένα για λιγότερο αφηρημένους ή περισσότερο συγκεκριμένους τρόπους εκμάθησης. Η νέα, όμως, θέση που υποστηρίζουν οι φεμινίστριες είναι ότι η διαφορά δεν ισοδυναμεί πλέον με την κατωτερότητα ή την ιεραρχία. Η δουλειά της Sherry Turkle πάνω στο θέμα είναι κατατοπιστική.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της σε νέα παιδιά που ασχολούνται στο σχολείο με τον προγραμματισμό υπολογιστών, οι "hard masters" –κυρίως αγόρια– επιβάλλουν τη θέλησή τους στο μηχάνημα, έχοντας ως στόχο να το ελέγξουν. Τα κορίτσια είναι κυρίως "soft masters", μ' ένα πιο διαπραγματευτικό στυλ και στοχεύοντας στην αλληλόδραση και την επικοινωνία. Υπάρχουν, δηλαδή, δύο διαφορετικά και εύκολα διακρινόμενα στυλ ενασχόλησης με τον υπολογιστή: "hard and soft masters". Η Turkle, πάντως, είναι σαφής όταν δηλώνει ότι κανένας από τους δύο αυτούς τρόπους δεν είναι ανώτερος από τον άλλον. Είναι απλά διαφορετικοί και θα έπρεπε να γιορτάζεται αυτή η ποικιλία "επιστημολογικού πλουραλισμού". Επομένως, το πρόβλημα για τις γυναίκες είναι η διαφορετική αξία που αποδίδεται σ' αυτά τα δύο διαφορετικά στυλ.

Η επιδεξιότητα στη χρήση του υπολογιστή ορίζεται ως "hard mastery" και αναγνωρίζεται ως ο μοναδικός σωστός τρόπος προγραμματισμού. Η "soft mastery" είναι πολιτιστικά σχεδιασμένη ως κατώτερη. Ακόμα και ο τρόπος αξιολόγησης των επιδόσεών τους είναι φυλετικά προκατειλημμένος, αφού θεωρείται ότι παίρνουν το σωστό αποτέλεσμα αλλά ακολουθώντας τη λανθασμένη μέθοδο. Μόνο η ανδρική εφαρμογή αναγνωρίζεται ως η λογική προσέγγιση.

Η Turkle φαίνεται να επηρεάζεται από τη δουλειά των Evelyn Fox Keller (1983-85), Nancy Chodorow (1978) και Carol Gilligan (1982), οι οποίες υποστηρίζουν μια σημαντική θεωρία φυλετικής διαφοροποίησης στις γνωστικές ικανότητες.

Εφόσον αυτή η τοποθέτηση σημαίνει "την επιστροφή σε συμβατικές αντιλήψεις θεμελιώδους και κατανοητής γνωστικής, συναισθηματικής και ηθικής διαφοράς ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες" δεν είναι τόσο πειστική. Πρώτον γιατί, καθαρά εμπειρικά, υπάρχει σκεπτικισμός για τις αποδείξεις που παρέχονται και υποστηρίζουν την ύπαρξη φυλετικών διαφορών σε γνωστικό επίπεδο. Ο Martin Hughes (1988), για παράδειγμα, δεν εντόπισε τέτοιου είδους διαφορές. Προηγούμενες έρευνες για την μαθηματική ικανότητα των δύο φύλων πάντα τόνιζαν την έλλειψη εμπιστοσύνης και τη συμμόρφωση των κοριτσιών καθώς και την τάση που έχουν ν' ακολουθούν επιμελώς τους κανόνες. Γενικότερα, η έρευνα για σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα σε σχέση με τη συμπεριφορά που αναπτύσσουν έχει μια ύποπτη γενεολογία και είναι δύσκολο να μη συμπεραίνει κανείς πως η έρευνα βρίσκει αυτό που θέλει να βρει. Αν και οι έρευνες πράγματι βρίσκουν στοιχεία που αποδεικνύουν διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, η ποικιλία ανάμεσά τους είναι πιο σημαντική. Δεύτερον, είναι ξεκάθαρο ότι η γνώση δεν μπορεί να εξαιρεθεί από το κοινωνικό της περιεχόμενο για ν' αποκαλύψει καθαρή λογική σκέψη.

Εδώ και 10 χρόνια, με την εξέλιξη της ψυχολογίας, έχει αναγνωριστεί ότι η ανάπτυξη των παιδιών δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο συμβαίνει. Οι κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή της γνώσης του παιδιού. Το να παρουσιάζονται οι διαφορές στον τρόπο προγραμματισμού υπολογιστών ως διαφορές της ατομικής ψυχολογίας –όπως κάνει η Turkle– είναι σαν να προσλαμβάνεται ένας ατομικός τρόπος εκμάθησης, ενώ αυτό είναι μια συλλεκτική και κοινωνική διαδικασία. Το ψυχολογικό πλαίσιο σκέψης που επικρατεί στη δουλειά της αντί για το κοινωνιολογικό, την οδηγεί στο να αγνοήσει το ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο, στο οποίο λαμβάνει χώρα η εκμάθηση του υπολογιστή.

Το πρότυπο, που θεωρεί τα αγόρια πιο ανεξάρτητα και πιο προσανατολισμένα στην στρατηγική και τα κορίτσια πιο συγκεκριμένα και εξαρτώμενα, θυμίζει πολύ τις διαφορές που συζητά η Valerie Walkerdine (1989) στα γνωστικά στυλ που περιμένουν αλλά και ενθαρρύνουν οι δάσκαλοι στα δημοτικά σχολεία από τα αγόρια και τα κορίτσια. Στην κοινωνία μας, ο υπολογιστής κατασκευάστηκε κοινωνικά ως "ανδρικός χώρος". Τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά να συνδέουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα αγόρια και τους άντρες. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι τα κορίτσια τον πλησιάζουν λιγότερο συχνά και με λιγότερη αυτοπεποίθηση απ' ό,τι τα αγόρια. Μπορεί ακόμα να σημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικές φυλετικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται τα παιδιά με το μηχάνημα και στο τι σημαίνει γι' αυτά. Μπορεί ακόμα να τείνουν να το χρησιμοποιούν για διαφορετικό λόγο. Θα πρέπει, όμως, να είμαστε πολύ προσεκτικοί πριν πούμε ότι ακριβώς επειδή οι γυναίκες ακολουθούν διαφορετική διαδικασία, αυτό δηλώνει και μια θεμελιώδη διαφορά ικανότητας. Τέτοιου είδους διαφορές στο γνωστικό στυλ είναι η συνέπεια φυλετικών ανισοτήτων δυνάμεως.

Σ' αυτό το σημείο, πρέπει ν' αναφερθεί ότι οι πρώτοι προγραμματιστές ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν γυναίκες. Τη χρονική περίοδο 1940-1950, πολλές γυναίκες είχαν επιφορτιστεί τον προγραμματισμό, την κωδικοποίηση και το χειρισμό των υπολογιστών. Εξαιτίας των απαιτήσεων του πολέμου, οι γυναίκες στρατολογήθηκαν –τόσο ως πολίτες, όσο και ως στρατιωτικοί– ως εκπαιδευμένοι μαθηματικοί, για να υπολογίζουν στο χέρι τις ριπές των πυραύλων. Όταν ο ΕΝΙΑC (electronic numerical integrator and calculator), ο πρώτος υπολογιστής, δημιουργήθηκε στις Η.Π.Α. στις αρχές της δεκαετίας του '40, σ' αυτές τις γυναίκες ανατέθηκε ο προγραμματισμός του κι αυτές έγιναν γνωστές ως "ENIAC girls". Τότε, βέβαια, ο προγραμματισμός θεωρείτο κουραστική και χαμηλού επιπέδου δουλειά γραφείου, γι' αυτό και ανατέθηκε σε γυναίκες. Καθώς, με το πέρασμα του χρόνου, αναγνωρίστηκαν η επιδεξιότητα και η αξία του, άρχισε να θεωρείται ως δημιουργικό, νοητικό και απαιτητικό "ανδρικό επάγγελμα". Επομένως, ανάλογα με τις συνθήκες, διαφορετικά γνωστικά στυλ μπορούν να χαρακτηρισθούν "ανδρικά" ή "θηλυκά", ανάλογα με τη δύναμη και το κύρος που ενσωματώνουν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

[ ελεύθερη μετάφραση - με πολλές παραλείψεις ]

Όλη η επιχειρηματολογία που παρουσιάστηκε έχει ως σκοπό να δείξει πως η τεχνολογία είναι ένα πολιτιστικό προϊόν, το οποίο απαρτίζεται ιστορικά από ορισμένα είδη γνώσης και κοινωνικών πρακτικών καθώς και άλλες μορφές αναπαράστασης. Θεωρώντας την τεχνολογία ως πολιτισμό, αποκαλύπτεται η έκταση της σχέσης της με την ταυτότητα του ανδρικού γένους. Ο ανδρισμός και η θηλυκότητα δημιουργούνται το ένα σε σχέση με το άλλο και ό,τι είναι ανδρικό –σύμφωνα με την ιδεολογία της φυλετικής διαφοροποίησης– πρέπει να είναι η άρνηση του θηλυκού. Η διαφορετική έκθεση στην τεχνολογία κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η επικράτηση διαφορετικών μοντέλων-ρόλων, οι διαφορές στο σχολείο και ο ακραίος διαχωρισμός της αγοράς εργασίας, όλα οδηγούν σ' αυτό που ο Cockburn περιγράφει ως "την κατασκευή των ανδρών ως δυνατών, ικανών χειρονακτικά και προικισμένων τεχνολογικά και των γυναικών ως φυσικά και τεχνολογικά ανίκανων".

Το γένος δεν είναι μόνο διαφοροποίηση αλλά και δύναμη: αυτή η τεχνική επιδεξιότητα είναι μια πηγή πραγματικής ή δυνητικής δύναμης των ανδρών πάνω στις γυναίκες. Είναι ακόμα ένα τμήμα της γυναικείας εμπειρίας του να είναι εξαρτημένες από τους άνδρες. Παρ' όλα αυτά, η δημιουργία του ανδρισμού είναι μια πολύπλοκη διαδικασία.

Δεν υπάρχει ένας μονολιθικός ανδρισμός, ούτε όλοι οι άνδρες τα καταφέρνουν με την τεχνολογία. Η τεχνική ικανότητα είναι κεντρικό στοιχείο του κυρίαρχου πολιτιστικού προτύπου του ανδρισμού και η απουσία του το χαρακτηριστικό στοιχείο του γυναικείου στερεότυπου. Επομένως, η σχέση ανάμεσα σε άνδρες και μηχανές δεν είναι ούτε ουσιώδης ούτε αμετάβλητη κι έτσι υπάρχει η προοπτική για την αλλαγή της.