|
Αβραμίδης Δημήτρης [1678] Κυριακοπούλου Μαρία [1726] Χριστοδούλου Θεοδώρα [1786] Γεωργαράς Κωνσταντίνος [1805] |
Εργασία για το μάθημα
Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας
http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech
ΜΑΪΟΣ 1999 |
Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗΣ ΣΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
Η πρώιμη επιστημοσύνη στην
ενδοϋπολογιστική επικοινωνία (CMC: Computer-Mediated Communication) προσανατολιζόταν σε οργανισιακές χρήσεις των
υπολογισμών. Οι αρχικές ερωτήσεις που έγιναν ήταν πώς η CMC μπορούσε να βελτιώσει τις εργασιακές
διεργασίες όπως την ομαδική ανάληψη αποφάσεων. Αυτή η έρευνα, που διεξήχθη
αρχικά σε οργανισμούς και εργαστήρια , γενικά απέδειξε ότι οι υπολογιστές είναι
από τη φύση τους αφιλόξενοι σε κοινωνικές σχέσεις. Η επιστημοσύνη τελικά
συμπίπτει με αυτό που πολλοί χρήστες του CMC ήξεραν για πολύ καιρό:
Οι κοινωνικές σχέσεις γενικά
ευδοκιμούν συνδεδεμένες στο δίκτυο και πρακτικά
έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται από την αρχή του αλληλεπιδραστικού υπολογισμού. Για
πολλούς παρατηρητές και συμμετέχοντες η λέξη «κοινωνία» φαίνεται κατάλληλη για
πολλούς κοινωνικούς τομείς που ξεπροβάλλουν μέσα από αυτή την συνδεδεμένη στο
δίκτυο αλληλεπίδραση, λαμβάνοντας μία έννοια
διαπροσωπικής σχέσης καθώς και εσωτερικής οργάνωσης. Η χρήση της έχει
αποδειχθεί ότι είναι πιο βεβαρυμένη απ' ότι μερικοί από εμάς προβλέπαμε. Όπως
τονίζει ο Fernback (1997), «η λέξη κοινωνία είναι ένας όρος που φαίνεται
ευπροσδιόριστος στο ευρύ κοινό αλλά που είναι πολυ περίπλοκος και ακαθόριστος
σε ακαδημαϊκές διατριβές. Έχει περιγραφικές, δεοντολογικές και ιδεολογικές
συνεκδοχές … και περικλείει τόσο υλικές όσο και συμβολικές διαστάσεις» (p. 39). Παρά - ή ίσως και
εξαιτίας - της διαισθητικής γοητείας του όρου, αυτές οι δεοντολογικές και ιδεολογικές
συνεκδοχές έχουν καταστήσει αμφιλεγόμενη τη χρήση του στην ακαδημαϊκή και την
κοινή εργασία που περιβάλλει το CMC.
Η ενδοϋπολογιστική
επικοινωνία (CMC), λέγεται ότι θα μας οδηγήσει
κατευθείαν σε μια νέα κοινότητα τοπική, παγκόσμια και οτιδήποτε ενδιάμεσο. O Douglas Schuler (1996) δυναμικά έθεσε την ανάγκη για
νέες κοινότητες των οποίων η ύπαρξη θα βασίζεται στην επικοινωνιακή τεχνολογία.
Τα επιβλητικά επιχειρήματά του στηρίχτηκαν στη βάση ότι η τεχνολογία των
υπολογιστών, σε συνδυασμό με άλλες προσπάθειες, μπορεί να παίξει θετικό ρόλο
στο επαναχτήσιμο κοινοτήτων ενδυναμώνοντας βασικές αξίες (σελ34). Αλλά η παρουσία του χάους αμείλικτα
μας οδηγεί μακριά από αυτό το ιδανικό, καθώς η ανάγκη για έλεγχο γίνεται ολοένα
και μεγαλύτερη. Είναι πιο ακριβές να ισχυριστούμε, όπως έκανε κι ο Carey (1993), ότι όταν πρόκειται να
συσχετίσουμε CMC και κοινωνίες, υπάρχουν ιδέες που οι
άνθρωποι θέλουν ή χρειάζονται να είναι αληθινές, μόνο και μόνο επειδή θα ήταν
τρομακτικό να ζουν χωρίς αυτές (σελ.172). Ωστόσο παρόλο που είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε δίκτυα κοινοτήτων που
δεν σέβονται την τεχνολογία που εμπλέκεται σ’ αυτά, είναι ακόμη πιο δύσκολο να
υποστηρίξουμε ότι θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτά.
Είναι αδύνατο να υπολογίσει
κανείς πόσοι συμμετέχοντες στο Internet θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος των συνδεδεμένων στο δίκτυο κοινωνιών, αλλά πολλοί τρέφουν ισχυρά αισθήματα για
τις Usenet ομάδες νέων,
τις λίστες αλληλογραφίας, τα δωμάτια συζήτησης,
τα MUDs, MOOs και άλλους τύπους συνδεδεμένων στο δίκτυο
ομάδων. Συγγραφείς που τοποθετούν τους εαυτούς τους τόσο ως συμμετέχοντες όσο
και ως παρατηρητές συχνά τονίζουν το συναίσθημα κατά τη χρήση του «όρου»
κοινωνία. Στο βιβλίο που είναι σίγουρα το πιο διαβασμένο πάνω στο συγκεκριμένο
θέμα, ο Rheingold (1993) περιέγραψε τις virtual κοινωνίες σαν «κοινωνικές συναθροίσεις που αναδύονται από το Δίκτυο όταν
αρκετοί άνθρωποι διεξάγουν αυτές τις δημόσιες συζητήσεις για αρκετό χρονικό
διάστημα, με επαρκές ανθρώπινο αίσθημα, ώστε να σχηματιστούν πλέγματα προσωπικών σχέσεων» (p. 5). Το δοκίμιο της Weise (1996) για την
εισαγωγή της στην συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνική ζωή αποτελεί χαρακτηριστικό
δείγμα της γεμάτης συναίσθημα αίσθησης της καταγωγής που μπορούν να βρούν οι
άνθρωποι. Έχοντας μόλις μετακομίσει σε νέα πόλη, δουλεύοντας νύχτες, και ώντας
κοινωνικά απομονωμένη, η Weise περιέγραψε τον εαυτό της σαν να ερχόταν «στην κοινωνία με μια κραυγή
πόνου, νιώθοντας μόνη και θλιμμένη, και αυτές οι γυναίκες που δεν ήξερα κάθησαν
πλάι μου και πρόσφεραν παρηγοριά, είπαν τις δικές τους ιστορίες» (p. xi). Με σαφώς οικογενειακή στοργή, δίνει στη δική της ιστορία τον τίτλο
«Χίλιες θείες με modems».
Πολλοί κριτικοί διάβασαν και
θεώρησαν την ιστορία της Weise σαν μια βάση για να φοβηθούν την συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία - σε
συνθήκες ζωής που δεν της πρόσφεραν καθόλου τοπικά βασισμένη αίσθηση καταγωγής,
ούτε εντός δυκτύου αλληλεπιδράσεις με ανθρώπους που μπορεί ποτέ να μην
συναντούσε ικανοποίησαν αυτή την ανάγκη. Το κυριότερο μέλημα που υπόκειται στο
μεγαλύτερο μέρος της κριτικής για την συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία είναι ότι σε έναν όλο και περισσότερο
τεμαχισμένο εκτός δικτύου κόσμο, συνδεδεμένες στο δίκτυο ομάδες αντικαθιστούν την «πραγματική» (π.χ. γεωγραφικά τοπική)
κοινωνία, υστερώντας σε μερικές συνυφασμένες
εκτιμήσεις. Για παράδειγμα, ο Lockard (1997), υποστήριζε ότι «το να δεχτεί κανείς μόνο την
επικοινωνία στην θέση των ποικίλων λειτουργιών μιας κοινωνίας είναι σαν να
μειώνει πολύ την κοινή μας πίστη στην κοινωνία» (p. 225). Οι πιο σοβαρές
κατηγορίες κατά των συνδεδεμένων στο δίκτυο
κοινωνιών είναι η ομοιογένειά τους και η έλλειψη ηθικής δέσμευσης. Η επικοινωνία μέσω υπολογιστή (CMC), απ’ ότι φαίνεται, θα κάνει μέσω των ηλεκτρονικών μονοπατιών ότι οι
ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι δεν ήταν ικανοί να κάνουν – συγκεκριμένα, να μας
ενώσουν παρά να μας εξατομικεύσουν, να μας τοποθετήσουν στον έλεγχο του
«οχήματος» χωρίς, ωστόσο, να μας αποκόψουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Howard Rheingold είναι ένας από αυτούς που οραματίστηκαν τις εντός δικτύου κοινωνίες σαν
ένα είδος τελευταίας άνθισης της κοινωνίας, ένα μέρος όπου τα άτομα σχηματίζουν
τη δικιά τους κοινότητα με το να διαλέγουν σε ποιες άλλες κοινότητες να
ανήκουν. Το μεγαλύτερο μέρος τπυ Διαδικτύου (Internet) είναι οργανωμένο κατά ενδιαφέροντα,
επιτρέποντας στους ανθρώπους να σχηματίζουν ομάδες βασισμένες σε ομοιότητα. Καθώς
οι συμμετέχοντες μπορούν να φύγουν με ένα απλό κλικ, οι συνδεδεμένες στο δίκτυο
κοινωνίες «δεν υποχρεώνουν τους συμμετέχοντες να αντιμετωπίσουν ανομοιότητα» (Healy, 1997, p. 63). Η ομοιογένεια του Δικτύου (Net) βελτιώνεται περαιτέρω από το προφανές,
παρ' όλ' αυτά αγνοημένο, γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν έχι
πρόσβαση στο Διαδίκτυο και πιθανόν δεν θα έχει ποτέ. Η
τεχνολογία που καθιστά δυνατή την ύπαρξη των virtual κοινωνιών έχει τη δυνατότητα να επιφέρει τεράστια επιρροή
στους μέσους πολίτες σε σχετικό μικρό κόστος και σε πολλούς τομείς της
καθημερινής τους ζωής (διανοητικό, κοινωνικό, εμπορικό και πάνω απ' όλα
πολιτικό). Παρ' όλ' αυτά, είναι αδύνατο η τεχνολογία να μπορέσει να εκπληρώσει
αυτή τη δυνατότητα από μόνη της˙ αντίθετα, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί
έξυπνα και επίτηδες για το συγκεκριμένο σκοπό από ειδικά κατηρτισμένες ομάδες
ανθρώπων. Το Διαδίκτυο
εξυπηρετεί λιγότερο από «το ένα τοις εκατό του συνολικού ενήλικου πληθυσμού»
και διατηρείται «άγνωστο και άσχετο από την καθημερινή ζωή για τον ευρύ κόσμο» (Lockard, 1997, p. 228). Ο Healy (1997) και
ο Stratton (1997) εντόπισαν τo μυστηριώδες θέλγητρο της κοινωνίας του Διαδικτύου σε μία νοσταλγία για
την μικρή πόλη της ομογένειας. Ο Stratton έγραψε ότι «η Αμερικανική μυθοποίηση του Διαδικτύου ως μιας κοινωνίας
αντιπροσωπεύει ένα νοσταλγικό όνειρο για μια μυθική πρώιμα μοντέρνα κοινωνία
που επαναβεβαιώνει την κυριαρχία του λευκού, μεσο-αστού αρσενικού και των δικών
του πολιτιστικών παραδοχών» (p. 271). Ο Lockard (1997) το έθεσε πιο ωμά: «αν οι εκτός
δικτύου/μαύροι δρόμοι έχουν γίνει άθλιοι, πηγαίνετε να τους συνδέσετε με τις
συνδεδεμένες στο δίκτυο/ λευκές οπτικές ίνες» (p. 228).
Με άλλα λόγια, αυτές οι κριτικές
αναπλάθουν την πολυπαινεμένη ισοπέδωση των
φυλών, των κοινωνικών θέσεων και των κατηγοριών του CMC (e.g., Hiltz & Turoff, 1978; Kiesler, Siegel & McGuire, 1984; Rheinglod, 1993) ως μια αποφυγή της ηθικής ευθύνης να
αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αυτές οι κατηγορίες θίγουν εκτός δικτύου (Tabbi, 1997). Η «πραγματική» κοινωνία συνεπάγεται πολύ
περισσότερα από «την εθελοντική συναναστροφή ομοϊδεατών» (Healy, 1997, p. 61). Ο Rheingold στο βιβλίο του «Η Virtual Πραγματικότητα» συζητάει για το πως σχηματίζονται και διαμορφώνονται online οι φιλίες και για το πως οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά ο ένας με τον
άλλον για να αλληλοϋποστηριχτούν στις αναποδιές και τις κακοτυχίες τους. Είναι
ο πρώτος που έγραψε για τις εντός δικτύου κοινότητες με τρόπο που είχε
χαρακτήρα τόσο ταξιδιωτικού οδηγού όσο και ανθρωπολογικού. Αυτό το θεμελιώδες
κλασσικό βιβλίο εξερευνά ολόκληρη την virtual κοινότητα , ξεκινώντας με μια
επιλεκτική αλλά ταυτόχρονα κριτική ματιά στο γνήσιο εντός δικτύου σπίτι του
συγγραφέα: το Well (Whole Earth 'Lectronic Link - Παγκόσμιος Ηλεκτρονικός Σύνδεσμος), ένα καλιφορνέζικο
BBS (Bulletin Board System- ηλεκτρονική βάση δεδομένων). Αυτό
το βιβλίο θέτει το ερώτημα αν η διάκριση μεταξύ «virtual» και
«πραγματικών» κοινωνιών βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Στο βιβλίο «Η Virtual Πραγματικότητα» επιχειρηματολογεί ότι οι αληθινές σχέσεις
συμβαίνουν και οι πραγματικές κοινωνίες αναπτύσσονται όταν οι άνθρωποι
επικοινωνούν πάνω σε ένα κοινό εικονικό πεδίο. Η ανάλυση της Doheny-Farina (1996) για
την κοινωνία επεξηγεί τα υπονοούμενα αυτών των κριτικών:
Μια κοινωνία οριοθετείται από τον
χώρο, που περικλείει πάντα πολύπλοκες κοινωνικές και περιβαλλοντικές
αναγκαιότητες. Δεν είναι κάτι στο οποίο μπορεί κάποιος να προσχωρήσει εύκολα. Δεν
μπορείς να εγγραφείς σε μια κοινωνία όπως
εγγράφεσαι σε μια ομάδα συζήτησης στο δίκτυο. Πρέπει
να το ζήσεις. Είναι περιπλεγμένο, αντιφατικό
και εμπλέκει όλες μας τις αισθήσεις. (p. 37).
Από αυτή τη σκοπιά, από το να
εγκωμιάζουμε την συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία
θα έπρεπε να ανυσηχούμε ότι αυτή η εναλλακτική λύση για έναν όλο και
περισσότερο δύσκολο πραγματικό κόσμο θα έχει επιβλαβείς συνέπειες όσον αφορά
στους ηθικούς κανόνες και τις ηθικές αρχές εκτός δικτύου (Robins, 1995).
Αυτά τα επιχειρήματα είναι
ουσιαστικά για το αν αυτές οι συνδεδεμένες στο δίκτυο ομάδες δικαιούνται την
ετικέτα «κοινωνία» και για το πώς αυτές οι ομάδες (όπως και να έπρεπε να τις
αποκαλούμε) θα επηρεάσουν τις εκτός δικτύου κοινωνίες. Αυτά τα θέματα
δικαιούνται συζήτηση. Παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρωτεύουσες
ερωτήσεις για το που θα πρέπει να βασίζονται αυτές οι συζητήσεις. Πρώτον, η
συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία πράγματι
χρησιμεύει ως υποκατάστατο για την εκτός δικτύου κοινωνία με κάθε σημαντικό
τρόπο; Μερικές αποδείξεις δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Cody et al. (1997) και ο Joe (1997)
έχουν παρουσιάσει έρευνα η οποία εισηγείται ότι όσοι είναι μοναχικοί εκτός
δικτύου παραμένουν μοναχικοί και συνδεδεμένοι στο δίκτυο, ενώ εκείνοι που
συμμετέχουν σε συνδεδεμένες στο δίκτυο αλληλεπιδράσεις είναι επίσης πολύ
κοινωνικοί και εκτός δικτύου. Για τους περισσότερους χρήστες, τότε, οι
συνδεδεμένες στο δίκτυο κοινωνίες μπορούν επίσης να τους φέρουν σε καιρούς που παλιότερα ήταν μοναχικοί, δημιουργώντας στην
πραγματικότητα περισσότερη επικοινωνία χωρίς να επηρεάζουν την εκτός δικτύου
ζωή τους. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο συνδεδεμένος στο δίκτυο χρόνος θα
αντικαταστήσει τη δουλειά και την τηλεόραση πολύ περισσότερο από τον χρόνο
συναναστροφής με άλλους. Επιπλέον, όπως επιδεικνύουν τα δίκτυα κοινωνίας, οι
συνδεδεμένες στο δίκτυο κοινωνίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βελτιώσουν
γεωγραφικά τοπικές κοινωνίες (e.g., Doheny-Farina, 1996; Schuler, 1996). Εν ολίγοις, ενώ η θεωρία αφθονεί, δεν έχουμε
εμπειρικές βάσεις πάνω στις οποίες να εκτιμήσουμε το πώς (ή το αν) η
συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία επηρεάζει την εκτός δικτύου κοινωνία.
Ένα από τα λίγα
πράγματα στα οποία τα ενθουσιώδη μέλη των virtual κοινωνιών σε Ιαπωνία, Αγγλία,
Γαλλία και Η.Π.Α συμφωνούν, είναι ότι η διεύρυνση του φιλικού τους
περιβάλλοντος είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα στη συνεύρεση μέσω
υπολογιστή. Το CMC είναι ένας τρόπος να γνωρίζεις
ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν αισθάνεσαι την ανάγκη να συνυπάρχεις μαζί τους
σε ένα επίπεδο κοινότητας. Είναι ένας τρόπος τόσο για να έρθεις σε επαφή αλλά
και να διατηρήσεις μια απόσταση με τους άλλους. Ο τρόπος με τον οποίο συναντάς
ανθρώπους στον κυβερνοχώρο βάζει μια διαφορετική πινελιά στην συνύπαρξη: σε
παραδοσιακά είδη κοινοτήτων συνηθίζεται να συναντάμε ανθρώπους και μετά να τους
γνωρίζουμε. Ωστόσο virtual κοινωνίες μπορείς να γνωρίσεις
ανθρώπους και μετά να αποφασίσεις να τους γνωρίσεις. Επίσης, η συνύπαρξη μπορεί
να είναι πολύ περισσότερο εφήμερη στον κυβερνοχώρο, επειδή μπορείς να γνωρίσεις
ανθρώπους που ενδεχομένως δε θα γνώριζες σε φυσικό επίπεδο («Virtual Πραγματικότητα», H. Rheingold).
Η δεύτερη ερώτηση είναι: Τι
συμβαίνει εντός δικτύου που οδηγεί μερικούς ανθρώπους να το βιώσουν σαν κοινωνία
εξ' αρχής; Ενώ το κοινό ενδιαφέρον μπορεί να υπάρχει, δεν είναι αρκετό για να
δημιουργήσει μια αίσθηση κοινωνίας. Όπως ο καθένας που εγγράφεται σε πολλαπλές
λίστες αλληλογραφίας ή που διαβάζει διάφορες ομάδες νέων μπορεί να
πιστοποιήσει, αυτά διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά στο κατά πόσο μοιάζουν με
κοινωνία. Επιπλέον, μερικοί συμμετέχοντες σε μια συνδεδεμένη στο δίκτυο ομάδα
μπορεί να την βιώσουν σαν μια κοινωνία ενώ άλλοι μπορεί όχι (Ito, 1997). Παρά το
ενδιαφέρον μας για την συνδεδεμένη στο δίκτυο κοινωνία, έχουμε πολλή
περιορισμένη συστηματική κατανόηση για το τί συμβαίνει στις συνδεδεμένες στο
δίκτυο ομάδες. Αυτό το κεφάλαιο παρουσιάζει ένα εμφανιζόμενο μοντέλο
συνδεδεμένης στο δίκτυο κοινωνίας, που μας οδηγεί προς την απάντηση του
δεύτερου ερωτήματος.
Παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται
για μια άμεση επιρροή, αυτό το μοντέλο (το οποίο αρχικά προτάθηκε από την Baym, 1995b) συμφωνεί
με διάφορες πρόσφατες εφαρμογές της Benedict Anderson (1983) στο CMC (e.g., Jones, 1997; Stratton, 1997; Tepper, 1997). Η Anderson υποστηρίζει ότι όλες οι κοινωνίες πέρα από το
αρχέγονο πρόσωπο με πρόσωπο είναι προϊόντα τις φαντασίας, μία διαδικασία την
οποία επιτρέπουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Από το να ρωτούν αν οι
συνδεδεμένες στο δίκτυο κοινωνίες είναι αυθεντικές, οι λόγιοι του CMC επηρεασμένοι από την Anderson υποστηρίζουν την εξέταση του «στυλ με το
οποίο αυτές δημιουργούνται από τη φαντασία»Anderson, 1983, p. 6). Υποστηρίζω εδώ ότι
το «στυλ» μιας συνδεδεμένης στο δίκτυο κοινωνίας διαμορφώνεται από μια ομάδα
προϋπαρχόντων δομών, οι οποίες περιλαμβάνουν εξωτερικά πλαίσια, προσωρινή δομή,
υποδομή συστήματος, σκοπούς της ομάδας και
χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων. Κατά την επικοινωνιακή αλληλεπίδραση, οι
συμμετέχοντες στρατηγικά ιδιοποιούνται και εκμεταλλεύονται τους πόρους και τους
κανόνες που τους προσφέρουν αυτές οι δομές. Το αποτέλεσμα είναι ένα δυναμικό
σύνολο από συστηματικά κοινωνικά νοήματα που επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να
φανταστούν τους εαυτούς τους σαν μια κοινωνία. Πιο σημαντική είναι η εμφάνιση
των συγκεκριμένων τύπων έκφρασης της ομάδας, ταυτοτήτων, σχέσεων και
δεοντολογικών συμβάσεων. Για να ταξινομήσουμε
και να επεξεργαστούμε καθένα από αυτά τα ζητήματα, ενσωματώνω την έρευνά μου
στη Usenet ομάδα νέων rec.arts.tv.soaps (r.a.t.s.) με τις αναλύσεις άλλων για άλλες συνδεδεμένες
στο δίκτυο ομάδες.
Η έρευνα που εκτίθεται εδώ
προέρχεται από μια τριετή εθνογραφική μελέτη του rec.arts.tv.soaps (r.a.t.s.), της ομάδας νέων που έχει αφοσιωθεί στην ψυχαγωγική συζήτηση πάνω στις
καθημερινές σαπουνόπερες. Το Usenet συνδέει εκατομμύρια χρηστών σε ένα τεράστιο ρεύμα τοπικής φλυαρίας γνωστού
ως ομάδες νέων. Υπάρχουν περισσότερα από 13.000 ιεραρχικά οργανωμένες «ομάδες
νέων», καθένα από τα οποία (τουλάχιστον φαινομενικά) δρούν σαν ένα ανοικτό
φόρουμ για τη συζήτηση ενός συγκεκριμένου ενδιαφέροντος. Το πιο δημοφιλές θέμα
είναι το σεξ, αλλά και τα περισσότερα άλλα θέματα εμφανίζονται κάπου. Η
συζήτηση παίρνει τη μορφή των ασύγχρονων ηλεκτρονικών γραμμάτων (electronic letters - posts), πανομοιότυπα
με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείων, τα οποία αποστέλλονται από χρήστες από τις
δικές τους τοποθεσίες και διανέμονται αυτομάτως στις χιλιάδες τοποθεσίες του Usenet που λαμβάνει η ομάδα. Όπως υποστήριξα και
αλλού (Baym, 1996), η συνδιάλεξη σε αυτές τις αλληλογραφίες είναι
ένα υβρίδιο διαπροσωπικής και μαζικής επικοινωνίας καθώς επίσης και προφορικής
και γραπτής γλώσσας. Τα sites που πρόσφεραν πρόσβαση στο Usenet περιορίστηκαν κάποτε αρχικά στα πανεπιστήμια, τα εργαστήρια έρευνας, τις
εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και την κυβέρνηση, αλλά η πρόσφατη έξαρση στους
εμπορικούς παροχείς Διαδικτύου επιτρέπει στον καθένα που διαθέτει έναν
υπολογιστή, ένα modem, μια
τηλεφωνική γραμμή και επαρκές διαθέσιμο εισόδημα να συμμετάσχει. Τον Σεπτέμβριο
του 1997, το Usenet μετέφερε
έναν ημερήσιο μέσο όρο των 682.144 μηνυμάτων (Erol's, 1997). Οι ομάδες νέων προσπελαύνονται μέσω λογαριασμών
Διαδικτύου χρησιμοποιώντας πλοηγούς δικτύου ή ένα από ένα μεγάλο αριθμό
προγραμμάτων που καλούνται «αναγνώστες νέων» για την ανάγνωση και την συγγραφή
μηνυμάτων.
Στις αρχές τους 1990, όταν τα
δεδομένα που μελετήθηκαν εδώ συγκεντρώθηκαν, το r.a.t.s. ταξινομήθηκε σταθερά ως μια από τις 15 ομάδες
νέων με τη μεγαλύτερη κίνηση, μεταφέροντας περίπου 150 νέα μηνύματα κάθε ημέρα
(B. Reid, 1993). Από τότε, η κίνηση του Διαδικτύου έχει αυξηθεί
εκθετικά, οι ομάδες γύρω από το σεξ έχουν ξεπεράσει όλες τις άλλες, και το r.a.t.s. έχει χωριστεί σε τρεις ομάδες: το rec.arts.tv.soaps.abc, το rec.arts.tv.soaps.cbs και το rec.arts.tv.soaps.misc. Αυτές οι τρεις ομάδες που προέκυψαν
μεταφέρουν τώρα έναν ημερήσιο μέσο όρο 436 αποστελλούμενων- 196, 112 και 128
μηνυμάτων, αντίστοιχα- (Tile.net, 1997). Παρά το γεγονός ότι η συζήτηση για τις
σαπουνόπερες προφανώς συνεχίζει να ευδοκιμεί εντός δικτύου, οι τρεις ομάδες που
αποτελούσαν κάποτε το r.a.t.s. «λογοδοτούν» μόνο για
περίπου 0,06% των μηνυμάτων του Usenet.
Η δημιουργία και η
συμμετοχή σε νέες κοινωνίες είναι μία από τις πρωταρχικές ευχαριστήσεις που οι
άνθρωποι αντλούν από το CMC, καθώς δημιουργούνται χιλιάδες
από ενδοϋπολογιστικές ομάδες σε αναρίθμητα δίκτυα και σε συστήματα bulletin board (BBSs). Παρά τη δημοτικότητα των
ενδοϋπολογιστικών κοινωνιών και του αναπτυσσομένου όγκου εργασίας πάνω στο CMC, έχει γίνει λίγη δουλειά που να αφορά άμεσα την ενδοϋπολογιστική κοινωνία.
Οι πρώτοι ερευνητές
που προβληματίστηκαν πάνω στο CMC επικεντρώθηκαν στις εφαρμογές
της πάνω σε οργανισιακά περιεχόμενα, γεγονός φυσικό δεδομένων των περιοχών στις
οποίες εισήχθηκε το CMC. Το δικό μου επιχείρημα είναι ότι οι
διαφορετικές κουλτούρες που ξεπροβάλλουν στο CMC στηρίζονται στην επικοινωνιακή
πρακτική. Η κοινωνία δημιουργείται μέσω της αλληλενέργειας μεταξύ προϋπαρχόντων
δομών και της στρατηγικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης των πόρων και των
κανόνων που αυτές οι δομές προσφέρουν για συνεχή αλληλεπίδραση από τη μεριά του
συμμετέχοντα.
Η σημασία της
ενδοϋπολογιστικής επικοινωνίας και των ακολούθων της κοινωνικών δομών βρίσκεται
όχι μόνο στην ερμηνεία και αφήγηση, ενέργειες που μπορούν να διορθώσουν και να
σχηματίσουν και είναι αυτές με τις οποίες οι χρήστες της CMC είναι συνέχεια απασχολημένοι, αλλά και στην έννοια της κινητικότητας με
την οποία ο καθένας μπορεί να κινηθεί (αφηγηματικά ή και αλλιώς) μέσα στο
κοινωνικό χώρο. Η κινητικότητα έχει δύο έννοιες στη περίπτωση αυτή. Πρώτον
είναι καθαρά μία δυνατότητα να κινούμαστε από μέρος σε μέρος, χωρίς βιολογικά
να έχουμε ταξιδέψει. Αλλά και δεύτερον είναι μία δυνατότητα μετακίνησης
κατάστασης, τάξης, κοινωνικού ρόλου και χαρακτήρα. Όπως οι «κάτοικοι» του Nevsky Prospect που περιγράφησαν από τον Marshall Berman (1982), οι κάτοικοι του κυβερνοχώρου (ή του
δικτύου όπως αποκαλούνται μόνοι τους οι εφήμεροι κάτοικοι) έρχονται εδώ να δουν
και να τους δουν, να μεταφέρουν τα οράματά τους ο ένας στον άλλο, χωρίς
υστερόβουλο σκοπό, απληστία ή ανταγωνισμό (σελ.196). Η διαφορά μεταξύ αυτών στο δίκτυο
και αυτών στο δρόμο συμπεριλαμβάνεται σε μια διάκριση που έκανε ο Edward Soja (1989). «Καθώς ο χώρος, ο χρόνος και
η πραγματικότητα σκιαγραφείται και συμπεριλαμβάνει τις απαραίτητες αξίες του
φυσικού κόσμου, η διαστημικότητα, η προσωρινότητα και η κοινωνική
πραγματικότητα μπορούν να εκληφθούν σαν αφηρημένες διαστάσεις, οι οποίες μαζί
συμπεριλαμβάνουν όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης» (σελ.25). Στον κυβερνοχώρο η διαστημικότητα
είναι κοινώς απατηλή σαν διαίσθηση (τουλάχιστον μέχρι οι αναφορές του Gibson για την ενορατικότητά της πραγματοποιούνται) και η προσωρινότητα είναι
αμφίβολη από τη στιγμιαία ύπαρξη της CMC και της ικανότητας να
περιτριγυρίζουμε στο δίκτυο με δημιουργήματα λογισμικού, τα οποία είναι
αυτοματοποιημένοι αντιπρόσωποι ικανοί να λαμβάνουν πληροφορία και γενικά να
αλληλεπιδρούν στο δίκτυο. Αυτό που απομένει είναι η κοινωνική πραγματικότητα, η
οποία είναι και αυτή αμφίβολη και προβληματική. Αυτός που «συμμετέχει» στον
κυβερνοχώρο είναι μια δημόσια φιγούρα ή κάποια ιδιωτική φιγούρα με μια σχετική
αυτονομία, αλλά και ειδική αλληλεξάρτηση; Όπως προσέγγισε το θέμα ο Soja σε μια περίληψη της διαλεκτικής ανάμεσα στις έννοιες του χώρου και της
κοινωνικής ζωής,
Ο προσωρινός
σχηματισμός της κοινωνικής ζωής προσδιορίζει πώς η κοινωνική κίνηση και σχέση
(συμπεριλαμβανομένου και των ταξικών σχέσεων) είναι υλικά οργανωμένες και
φτιαγμένες πολύ στέρεες. Η διαδικασία της σύνθεσης και της σταθεροποίησης είναι
προβληματική γεμάτη αντιφάσεις και δυσκολία (μεγάλο μέρος της οποίας είναι
επαναλαμβανόμενο). Οι αντιφάσεις προέρχονται κυρίως από τη δυικότητα του
παραγόμενου χώρου καθώς και τα δύο έρχονται ως συνέπεια, προϋπόθεση και
περιβάλλον της κοινωνικής ενέργειας (σελ.129).
Άσχετα με το πόσο
λάθος έχει προσδιοριστεί ο χώρος στον κυβερνοχώρο, ο χώρος που καταλαμβάνουμε
ως κοινωνικά όντα, είναι επηρεασμένος από την CMC.
Προϋπάρχουσες
Επιρροές στο CMC
Ένα μεγάλο μέρος από
τη δουλειά πάνω στο CMC γίνεται βάσει της παραδοχής ότι ο
ίδιος ο υπολογιστής είναι η μοναδική επιρροή για επικοινωνιακά αποτελέσματα. Αυτό
μερικές φορές καλείται προσέγγιση «φιλτραρίσματος των σημάτων εισόδου» (Walther & Burgoon, 1992), διότι, από αυτή την άποψη, ο
υπολογιστής υποτίθεται ότι έχει χαμηλή κοινωνική παρουσία και, επομένως, στερεί
τα προέχουσες κοινωνικές νύξεις από τους αλληλεπιδρώντες. Επειδή οι
αλληλεπιδρώντες στην ενδοϋπολογιστική κοινωνία δεν μπορούν να δουν, να
ακούσουν, και να νιώσουν ο ένας τον άλλον, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους
συνήθεις υπαινιγμούς που αναφέρονται σε ευρύτερα γενικά πλαίσια και και
εκφράζονται μέσω της εμφάνισης, των μή-λεκτικών σημάτων και των χαρακτηριστικών
του φυσικού γενικού πλαισίου. Με τον τρόπο αυτό, η συνδιάλεξη γίνεται με τρόπο
διαφορετικό από την πρόσωπο-με-πρόσωπο αλληλεπίδραση. Έτσι, οι αλληλεπιδρώντες
κερδίζουν περισσότερη ανωνυμία καθώς το φύλο τους, η φυλή, η κοινωνική τάξη, η
εξωτερική εμφάνιση και άλλα χαρακτηριστικά της δημόσιας ταυτότητάς τους δεν
είναι άμεσα προφανή. Ως συνέπεια, λέγεται ότι η συμμετοχή διανέμεται πιο
ομοιόμορφα μεταξύ των μελών της ομάδας. Μερικοί ερευνητές συχνά εξισώνουν τη
συμμετοχή με την κοινωνική ισοπέδωση (Walther, 1992) και υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση των
υπολογιστών δυσχεραίνει την κυριαρχία και την επιβολή των απόψεων μεταξύ των
ανθρώπων (Baron, 1984). Αυτή η κοινωνική ισοπέδωση μερικές
φορές θεωρείται πλεονέκτημα του CMC, καθώς επιτρέπει στις γυναίκες
και στις μειονότητες που δεν είναι ακουστές στην κατά πρόσωπο αλληλεπίδραση να
ακουστούν (Baron, 1984). Από την άλλη, όταν εκφράζονται οι
γνώμες όλων, απαιτείται περισσότερος χρόνος για την λήψη μιας απόφασης, την
διεκπεραίωση ενός έργου, ή την επίτευξη ομοφωνίας (Sproull & Kiesler, 1991).
Ενώ η ισότητα του
συμμετέχοντα μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα του CMC, αυτές οι θεωρήσεις μερικών ερευνητών για το CMC ως κοινωνικά κλονισμένο οδηγούν σε έναν συντριπτικά αρνητικό χαρακτηρισμό
του κοινωνικού κλίματος του CMC. Η ανωνυμία και η έλλειψη
κοινωνικοσυναισθηματικών πληροφοριών, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται για να
εξαλείψει νόρμες για αλληλεπίδραση (Kiesler et al., 1984; Rice, 1984, 1989; Sproull & Kiesler, 1991). Καθώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να
δούν ή να ακούσουν τους άλλους να γελάνε, να κάνουν μορφασμούς, ή να δείχνουν
άλλες άμεσες αντιδράσεις στις δικές τους πράξεις, γίνονται λιγότερο κοινωνικά
επιφυλακτικοί και περισσότερο πιθανοί να γίνουν αγενείς (Baron, 1984; Kiesler et al., 1984).
Η έρευνα που οδηγεί σε
αυτή τη θεώρηση του CMC κριτικάρεται αυστηρά για πολλούς
λόγους. Στον τυπικό ερευνητικό σχεδιασμό του φιλτραρίσματος των σημάτων
εισόδου, μικρές ομάδες οδηγούνται σε πειραματικές ερευνητικές εγκαταστάσεις οι
οποίες είναι εφοδιασμένες να υποστηρίξουν υπολογιστική διάσκεψη. Στα μέλη των
ομάδων δίνεται ένα έργο που πρέπει να διεκπεραιώσουν και η χρονική περίοδος
στην οποία καλούνται να το ολοκληρώσουν. Διαφορές στον ερευνητικό σχεδιασμό
περιλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά της ομάδας και των μελών της, τα συστήματα
επικοινωνίας, τις συγκεκριμένες λειτουργίες ή εργασίες βάσει των οποίων
οργανώθηκαν οι ομάδες, και οι προσωρινές δομές της ομάδας (Hollingshead & McGrath, in press; Walther, 1992;
Walther & Burgoon., 1992). Παρ’ όλ’ αυτά, αυτές οι παραλλαγές
σπάνια αναφέρονται μέσα στην δουλειά. Κατά συνέπεια, πολλές από τις μελέτες
συγχέουν τους πειραματικούς σχεδιασμούς με πορίσματα (Hollingshead & McGrath, in press). Η μεταχείριση του συνδυασμού
όλων αυτών των παραγόντων σαν έναν απλό παράγοντα- τον υπολογιστή-
υπεραπλουστεύει τις δυνάμεις που επηρρεάζουν το CMC και δεν καθιστά τα
αποτελέσματα ούτε γενικεύσιμα ούτε συγκρίσιμα.
Πηγές Επιρροής του CMC
Μερικοί ερευνητές που
ενδιαφέρονται για προσανατολισμένες σε εργασίες χρήσεις του CMC εισηγούνται ότι CMC μοντέλα εμφανίζονται απρόβλεπτα από πολύπλοκες
αλληλεπιδράσεις μεταξύ πέντε παραγόντων: το εξωτερικό γενικό πλαίσιο στο οποίο
τίθεται η χρήση του CMC, την
προσωρινή δομή της ομάδας, την υποδομή του συστήματος υπολογιστών, τους σκοπούς
για τους οποίους χρησιμοποιείται το CMC και τα χαρακτηριστικά της ομάδας και των μελών της (Contractor & Seibold, 1993; Hollingshead & McGrath, 1995; Seibold, Heller & Contractor, 1994; Steinfield, 1986). Τώρα παρουσιάζω κάθε μία από αυτά τα σύνολα των
μεταβλητών.
Εξωτερικό Γενικό Πλαίσιο
Όλη η αλληλεπίδραση,
συμπεριλαμβανομένου και του CMC, είναι ταυτόχρονα τοποθετημένη σε πολλαπλά εξωτερικά γενικά πλαίσια. Παρά
να εξαφανίζονται όταν κάποιος συνδέεται, οι προϋπάρχουσες κοινωνίες ομιλίας
στις οποίες δρουν οι αλληλεπιδρώντες παρέχουν κοινωνικές συμφωνίες και
πρακτικές μέσω των οποίων αναπτύσσεται η αλληλεπίδραση εντός του γενικού
ενδοϋπολογιστικού πλαισίου. Η χρήση του CMC είναι πάντα εμφωλευμένη στις εθνικές και τις
διεθνείς κουλτούρες των οποίων είναι μέλη οι συμμετέχοντες σε αυτό. Απ' αυτό
εξάγουν μία κοινή γλώσσα (συνήθως αλλά όχι πάντα Αγγλικά), κοινούς τρόπους
ομιλίας, και επαρκείς διαμοιραζόμενες συμφωνίες. Η Turkle (1995) υπέδειξε ένα
είδος διαμοιραζόμενης συμφωνίας που διευκολύνει την πιθανότητα ύπαρξης της
συνδεδεμένης στο δίκτυο κοινωνίας. Υποστήριξε ότι καθώς οι σύγχρονοι
υπολογιστές έχουν αποκτήσει «προσωπικότητα», οι μακροχρόνιοι χρήστες
μοιράζονται μια πολιτιστική προθυμία να δεσμεύσουν μηχανογραφημένο χώρο ως
πραγματικό. O Dyrkton (1996) διατύπωσε μια
προκλητική αντι-ανάλυση, υποστηρίζοντας από την εμπειρία του από το e-mail στην Τζαμάικα ότι μερικές απόψεις του κόσμου
αποκλείουν ψυχολογική ανακούφιση με την εντός δικτύου αλληλεπίδραση. Ένα πιο
συγκεκριμένο εξωτερικό πλαίσιο είναι το συντριπτικά Αμερικάνικο, γενικά καλά
μορφωμένο, κυρίως λευκό, οικονομικά άνετο υπόστρωμα του πληθυσμού με πρόσβαση
και γνώση υπολογιστών που κυριαρχεί στο Διαδίκτυο (και στο οποίο η έρευνα της Turkle φαίνεται να εστιάζει). Αυτό αναμφίβολα περιορίζει
τον βαθμό στον οποίο διαφορετικοί άνθρωποι στιβάζονται μέσω της Usenet αλληλεπίδρασης, όπως υποστήριξαν πειστικά
οι προαναφερθείσες κριτικές.
Οι άμεσες καταστάσεις μέσω των
οποίων οι συμμετέχοντες έχουν την δική τους πρόσβαση στο δίκτυο υπολογιστών
μπορούν επίσης να επηρεάσουν την αλληλεπίδραση. Όταν οι συμμετέχοντες σε μια
ενδοϋπολογιστική ομάδα είναι όλοι υπάλληλοι του ίδιου οργανισμού ή όλοι
φοιτητές ενός μεγάλου κρατικού πανεπιστημίου, οι επιδράσεις αυτών των ομάδων με
ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά στην επικοινωνία θα παραμείνουν
αναπόφευκτα ισχυρές. Εν ολίγοις, το στυλ επικοινωνίας των συμμετεχόντων
προσανατολίζεται σε κοινές κοινωνικές πρακτικές πριν ακόμα αυτοί εισέλθουν στο CMC, πρακτικές που είναι απίθανο να
αντικατασταθούν από παρέμβαση υπολογιστή (Contractor & Seibold, 1993).
Μία έννοια των τρόπων με τους
οποίους τα γενικά πλαίσια μπορούν να επηρεάσουν την αλληλεπίδραση μπορεί κανείς
να αποκτήσει από μια ματιά στα τρία γενικά πλαίσια που περιβάλλουν το r.a.t.s. Αυτά περιλαμβάνουν το περιβάλλον του Διαδικτύου,
τα εξωτερικά περιβάλλοντα από τα οποία οι συμμετέχοντες εξάγουν πόρους
σχετικούς με ομάδες , ιδιαίτερα την κουλτούρα των οπαδών της σαπουνόπερας και
τα περιβάλλοντα μέσω των οποίων οι συμμετέχοντες αποκτούν πρόσβαση στο Usenet. Το περιβάλλον του Διαδικτύου παρέχει μία
βάση μέσω της οποίας τα paths των ατομικών συμμετεχόντων μπορούν να διασχίσουν το group προς τα έξω˙ μπορούν να συναντηθούν
σε άλλες ομάδες νέων, στο IRC (Internet Relay Chat), μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κ.ο.κ. Το ευρύτερο γενικό πλαίσιο του
Διαδικτύου παρέχει επίσης ένα μέρος από το λεξιλόγιο του group, συμπεριλαμβανομένου και ενός εκτεταμένου
καταλόγου αρκτικολέξων (μεταξύ αυτών, IMHO για το «In My Humble Opinion» και BTW για το «By The Way»). Πολλά από αυτά τα αρκτικόλεξα
εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε ερασιτεχνικές ομαδικές εκδόσεις στα πλαίσια του
πολιτιστικού επιπέδου των οπαδών την περίοδο του 1920 (H. Jenkins, personal communication, October 13,
1992). Το R.a.t.s. επίσης υιοθετεί νόρμες συμπεριφοράς από την
κουλτούρα του Usenet,
συμπεριλαμβανομένων και συμβάσεων για το πότε να παρατίθενται προηγούμενα
μηνύματα όταν κάποιος απαντά σε αυτά και πώς να εκδίδονται αυτά τα χωρία. Θα
επανέλθω στις νόρμες και στο λεξιλόγιο στην συζήτηση για τις προκύπτουσες
κοινωνικές έννοιες στο CMC.
Συμμετέχοντες έχουν
πρόσβαση στο r.a.t.s. μέσω προσωπικών λογαριασμών που σχεδόν πάντοτε αποκτούν λόγω της
φοιτητικής τους ιδιότητας ή λόγω των πόστων εργασίας τους. Αυτό το γενικό
πλαίσιο εργασίας επηρεάζει μερικές από τις διαμοιραζόμενες σπουδαιότητες της
ομάδας. Για παράδειγμα, πολλές απαντήσεις σε αστείες αλληλογραφίες αναφέρονται
συχνά στο εργασιακό περιβάλλον.
Παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν
απίθανο να εκτιμήσουμε τα δημογραφικά των συμμετεχόντων στο Usenet, δεν υπάρχει αμφοβολία ότι είναι κατά
πλειοψηφία άνδρες. Ο Savicki, ο Lingenfelter και ο Kelley, καθώς καταπιάστηκαν με τη μεγάλη βάση
δεδομένων Project-H των Usenet ομάδων νέων, ανακάλυψαν ότι το 73% από το δείγμα
αποστολέων ήταν άνδρες. Αντίθετα, οι συμμετέχοντες στο r.a.t.s. είναι κατά κύριο λόγο γυναίκες. Αυτό οφείλεται,
αναμφίβολα, στο γεγονός ότι είναι επίσης συμμετέχοντες και στην κουλτούρα του
λάτρη της σαπουνόπερας, που είναι κυρίως μία γυναικεία ομάδα με ιδιαίτερα
πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια οι
συμμετέχοντες στο r.a.t.s. μοιράζονται μια κοινή κουλτούρα η
οποία παίζει πρωτεύοντα ρόλο στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις εντός δικτύου και
διαμορφώνει μια κοινή αίσθηση σκοπού και δέσμευσης. Αυτή η εξωτερική υποκουλτούρα της λατρείας της
σαπουνόπερας έχει ουσιαστική σημασία για την αλληλεπίδραση στο r.a.t.s. Παρέχει μία αφθονία πόρων και πρακτικών με τις
οποίες οι συμμετέχοντες οργανώνουν την συνομιλία τους. Το να είσαι λάτρης της
σαπουνόπερας συνεπάγεται πολλά περισσότερα από αξιόπιστη επισκόπηση. Οι λάτρεις
της σαπουνόπερας είναι ιδιαίτερα εμπλεγμένοι θεατές, πολλοί έχουν παρακολουθήσει
τα ίδια shows για περισσότερα
από 20 χρόνια. Υποστηρίζουν μια ολόκληρη βιομηχανία σαπουνόπερας,
συμπεριλαμβανομένου όχι μόνο την παραγωγή των σαπουνοπερών, αλλά και διαφόρων
περιοδικών, εμπορικών δράσεων, ένα πλήθος φανατικών οπαδών, υψηλής τηλεθέασης θεάματα
απονομών βραβείων, δημόσιες εμφανίσεις διασημοτήτων και φιλανθρωπικά συμβάντα
ακόμα και κρουαζιέρες με διασημότητες. Οι οπαδοί ποικίλουν όσον αφορά στο ποιοι
εκμεταλλεύονται όλες αυτά τα προνόμια. Όταν εκατοντάδες από αυτούς τους οπαδούς
βρίσκονται μαζί, όπως είναι στο r.a.t.s., συγκεντρώνονται οι πληροφορίες που έχουν εξαχθεί από όλες αυτές τις
πηγές. Μια communicative practice στο r.a.t.s. που εμφανίζεται ως άμεση συνέπεια της λατρείας
της σαπουνόπερας είναι ο διαμοιρασμός των νέων που επιλέγονται από όλους αυτούς
τους πόρους. Από το ίδιο δείγμα (by the same token), μία από τις ανησυχίες για το Διαδίκτυο
που θίγει ο Τύπος που ασχολείται με τις σαπουνόπερες είναι η δυνατότητά του να
διασκορπίζει ψευδής φήμες (εξασφαλίζοντας έτσι έναν συνεχή ρόλο για τον έγκυρο
τύπο). Μια άλλη ενημερωτική πρακτική επικοινωνίας στο r.a.t.s., που σχετίζεται άμεσα με τις σαπουνόπερες, είναι
οι καθημερινές «ενημερώσεις» που επαναλαμβάνουν με εκπληκτικές λεπτομέρειες το
τί συνέβη στα θεάματα (βλ. Baym, 1995c για μια
πιο εκτεταμένη συζήτηση πάνω στις ενημερώσεις).
Όπως προσφέρουν πληροφοριακές
πρακτικές, τα πλαίσια των οπαδών των σαπουνόπερων προσφέρουν επίσης και
ερμηνευτικές πρακτικές που είναι κύριες για την επικοινωνία στο r.a.t.s. Αυτό περιέχει αναγνώριση με χαρακτήρες, αναγκάζοντας
τον πραγματικό κόσμο να υποστηρίζει ερμηνείες σεναρίων, διαλογίζοντας τη
σημασιολογία των καταστάσεων των σαπουνόπερων, και κριτικάροντας το θέαμα. Η
διερμηνεία της συμπεριφοράς των χαρακτήρων και των ψυχών είναι η πιο
συνηθισμένη δραστηριότητα στο r.a.t.s. (Baym, 1993). Οι σαπουνόπερες παρουσιάζουν κοινωνίες με
περισσότερους από σαράντα χαρακτήρες, οι οποίοι πολλοί από αυτούς υπάρχουν στα
θεάματα για χρόνια. Οι λάτρεις βρίσκουν τους περισσότερους χαρακτήρες
ενδιαφέροντες, χαρακτηρίζονται με μερικούς, μισούν άλλους, αγαπούν να μισούν
ορισμένους. Ενδιαφέρονται για το τι τους συμβαίνει, και βλέπουν και
διερμηνεύουν την ιστορία μέσω των αντιλήψεων των χαρακτήρων (Livingstone 1990). Η ανάγκη των ανθρώπων
να ζήσουν σε μια «ουτοπική κοινωνία» απαλλαγμένη από τα προβλήματα και τα άγχη
της καθημερινότητας, τους ωθεί στο να προσπαθούν να δώσουν ερμηνεία και
σημασιολογία στα γεγονότα που διαδραματίζονται στις σαπουνόπερες. Το σημαντικό
είναι ότι δε γίνονται απλοί δέκτες των όσων παρακολουθούν αλλά ισχυρά φίλτρα
των καταστάσεων ώστε να αποκομίσουν τα θετικά για εκείνους στοιχεία που θα τους
κάνουν να νοιώσουν καλύτερα. Συχνό είναι το φαινόμενο της ταύτισης του θεατή με
κάποιον από τους χαρακτήρες που παρουσιάζονται στη σαπουνόπερα μιας και αυτό
του δίνει τη δύναμη να δει και να αντιμετωπίσει την πραγματική ζωή με
διαφορετικό και πιο αισιόδοξο τρόπο. Για να διερμηνεύσουν τις ψυχές των
χαρακτήρων και να δουν πράγματα από τις δικές τους αντιλήψεις, οι συμμετέχοντες
πρέπει να κάνουν χρήση των δικών τους διαπροσωπικών και συναισθηματικών
εμπειριών όπως επίσης και άλλων επίσης περιοχών επιδεξιότητας. Επειδή οι
χαρακτήρες των σαπουνόπερων ζουν σε ένα κόσμο όπου η ζωή είναι πάντα εστιασμένη
στην προσωπική, στην οικογενειακή, στη σχεσιακή, και πάνω από όλα, στη συναισθηματική
πλευρά, οι θεατές πρέπει να φέρουν τη δικιά τους γνώση πάνω σε αυτούς τους
τομείς για να υπάρχει κάποια σύνδεση με την ερμηνεία. Η σχέση των θεατών με
τους χαρακτήρες, η κατανόηση των θεατών της κοινωνικό-συναισθηματικής
εμπειρίας, και η αφηγηματική δομή των σαπουνόπερων, μέσα στις οποίες στιγμές με
μεγάλη αγωνία πάντα ακολουθούνται από προσωρινά διακοπές, συνεργάζονται για να
εξασφαλίσουν ότι οι λάτρες θα χρησιμοποιήσουν αυτές τις διακοπές κατά τη
διάρκεια και ανάμεσα στα θεάματα για να συζητήσουν ο ένας με τον άλλο πιθανά
συμπεράσματα και πιθανές ερμηνείες των όσων έχουν δει (Allen, 1985, Ang, 1985; Brunsdon, 1989; Geraghty, 1991; Nochimson, 1992). Όταν οι λάτρες χρησιμοποιούν το r.a.t.s. για τέτοιες συζητήσεις, βασίζονται σε
προϋπάρχοντες πρακτικές των οπαδών των σαπουνόπερων.
Ο παράγοντας της
προσωπικής εμπειρίας σε διάφορες καταστάσεις παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο να
βοηθήσει το θεατή να ερμηνεύσει σωστά και να παραλληλίσει τη δικιά του
πραγματική ζωή με τη ζωή του πρωταγωνιστή. Η πληθώρα των συναισθηματικών
μεταβολών και σχέσεων που παρουσιάζονται σε μια σαπουνόπερα είναι αναμφισβήτητο
ότι πηγάζουν από την πραγματική ζωή, ανεξάρτητα αν οι σεναριογράφοι τέτοιων
θεαμάτων προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα «πέπλο τελειότητας» γύρω τους. Για το
λόγο αυτό οι συμμετέχοντες μέσα από τα δικά τους μάτια, έχοντας υπόψη παρόμοιες
προσωπικές καταστάσεις, βλέπουν και καταλαβαίνουν και μάλιστα τις άσχημες
καταστάσεις υπάρχει πιθανότητα να τις ερμηνεύσουν χειρότερα από ότι είχαν
ερμηνεύσει τη δικιά τους. Με αυτό το τρόπο νοιώθουν την αίσθηση της
ικανοποίησης και της ανακούφισης και καθησυχάζουν τον εαυτό τους ότι δε
βρίσκονται στη χειρότερη κατάσταση. Όταν υπάρχει σύγκριση και ανταλλαγή απόψεων
για τις καταστάσεις που διαδραματίζονται σε μια σαπουνόπερα η αίσθηση της
«ανωτερότητας» σε σχέση με αυτά που έχει βιώσει ο άλλος, τα οποία φαίνονται
μέσα από τις ερμηνείες που δίνει, γίνεται πιο έντονη.
Ένα τρίτο πλαίσιο που επηρεάζει
το r.a.t.s. τη στιγμή που αυτή η
μελέτη διεξάχθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες προσέγγιζαν το r.a.t.s. μέσω προσωπικών εκτιμήσεων που σχεδόν πάντα
λάμβαναν από το σχολείο τους ή από τους χώρους που εργαζόντουσαν. Αυτό το
πλαίσιο εργασίας επηρέασε μερική από την μοιραζόμενη σημαντικότητα μέσα στην
ομάδα. Απαντήσεις σε αστείες αλληλογραφίες, για παράδειγμα, συχνά αναφερόμενες
στο περιβάλλον εργασίας, όπως με το «Γελούσα τόσο δυνατά που όλοι ξέρανε ότι Δε
δούλευα». Επιπλέον, η αντίληψη των συμμετεχόντων ο ένας για τον άλλο όπως
διαπλάθεται (ένα περιοδικά επαναλαμβανόμενο θέμα στις μελέτες που έκανα) σίγουρα
συνδέεται σε αυτό το πλαίσιο.
Προσωρινή Δομή
Πολλοί ερευνητές έχουν επισημάνει
ότι η προσωρινή δομή του CMC
μπορεί να είναι είτε σύγχρονα είτε ασύγχρονα. Ο Walther (1996, p.29) ακόμα πήγε τόσο μακριά ώστε να προϋποθέσει αυτή
την απόσταση σαν μία από τις «δύο δομικές ιδιοκτησίες» του CMC. Με τη σύγχρονη επικοινωνία, όλοι οι
συμμετέχοντες είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο συγχρόνως και διαβάζουν και
απαντούν στους άλλους αμέσως. Στο Internet, αυτό εξηγείται με τις
Multi-User [Object Oriented] Domains (MUDs / MOOs) και Internet Relay Chat
(IRC). Με την ασύγχρονη επικοινωνία,
οι συμμετέχοντες δεν χρειάζεται να είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο συγχρόνως και
μπορούν να διαβάσουν και να απαντήσουν σε διαφορετικές στιγμές, όπως στην
περίπτωση των ομάδων νέων και των λιστών μηνυμάτων. Ο Hollingshead και ο McGrath (1995) διεύρυναν αυτή
τη διχοτομία ώστε να περιλαμβάνει τρεις ακόμα τρόπους που η αλληλεπίδραση
μπορεί προσωρινά να δομηθεί. Πρώτον, η ομάδα μπορεί να συναντηθεί μόνο μια
φορά, για περιορισμένο χρόνο, επικοινωνώντας είτε συγχρονισμένα είτε ασύγχρονα.
Δεύτερον, η ομάδα μπορεί να πραγματοποιήσει μια σειρά από συναντήσεις, και πάλι
είτε συγχρονισμένα είτε ασύγχρονα. Τρίτον, η ομάδα μπορεί να συνεχίσει μια
συνεχής ασύγχρονη συνάντηση για μια παρατεινόμενη περίοδο χρόνου. Διαφορές στις
προσωρινές δομές επηρεάζουν την διαθεσιμότητα των άμεσων ανατροφοδοτήσεων, τη
δυνατότητα να συνθέσεις και να ξαναγράψεις μηνύματα προτού τα στείλεις, τον
αριθμό των μελών μιας ομάδας που συμμετέχουν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα, οι ερμηνείες μερικών λεκτικών και μη φαινομένων (όπως οι παύσεις),
και άλλες μεταβλητές που άμεσα επηρεάζουν μιας ομάδας τα επικοινωνιακά μοντέλα.
(e.g., Baym, 1996; Werry, 1996)
Η προσωρινή δομή του r.a.t.s., όπως με όλες τις ομάδες νέων Usenet (και συνδεδεμένες στο δίκτυο λίστες
μηνυμάτων), είναι αυτή της συνεχόμενης ασύγχρονης συνάντησης. Μηνύματα
αποθηκεύονται σε κάθε τοποθεσία για όση χρονική περίοδο έχει απομείνει στον
διαχειριστή του συστήματος να αποφασίσει, συνήθως όχι περισσότερο από δύο
εβδομάδες. Μέχρι τα παλιά μηνύματα να διαγραφούν, οι αναγνώστες μπορούν να
εισέρχονται με την άνεσή τους να διαβάζουν ή να απαντούν σε ότι έχει φτάσει. Αυτή η προσωρινή δομή προσφέρει τόσο προκλήσεις όσο και
δυνατότητες. Επειδή τα μηνύματα φτάνουν σε χρονολογική παρά σε επίκαιρη σειρά,
μπορεί να είναι δύσκολο να διατηρήσεις την επίκαιρη συνοχή (αν και πολλοί
αναγνώστες νέων προσφέρουν στρατηγικές στους χρήστες για να το ξεπεράσουν
αυτό). Το γεγονός ότι πράγματα μπορούν να διαβαστούν και να απαντηθούν
όταν κάποιος βρει τον κατάλληλο χρόνο για αυτόν κάνει δυνατό σε περισσότερους
ανθρώπους να συμμετέχουν, να συλλογίζονται και να συγγράφουν τα μηνύματά τους
πριν τα στείλουν. Επίσης επιτρέπει στους ανθρώπους να απαντούν σε πολλά
μηνύματα με τη μια.
Η δυνατότητα που
παρέχεται στους συμμετέχοντες από το CMC της ελευθερίας χρόνου και
χώρου προδιαθέτει όλο και περισσότερο κόσμο να επικοινωνεί ενδοϋπολογιστικά. Η
σύγχρονη ή ασύγχρονη επικοινωνία μεταξύ των συμμετεχόντων σημαίνει αύξηση της
δυνατότητας να επικοινωνήσεις με το δικό σου ξεχωριστό τρόπο, χωρίς να είσαι
αναγκασμένος να συμπεριφέρεσαι μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, και ταυτόχρονα
επικοινωνία με πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, κάτι που είναι σχεδόν αδύνατο να
γίνει στην απλή ζωή.
Η προσωρινή δομή του r.a.t.s. επίσης επηρεάζεται από το γεγονός ότι η χρήση
της τοποθετείται σε περιβάλλοντα γραφείου. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι
συμμετέχοντες στο r.a.t.s. προσπελαύνουν την
ομάδα ενώ βρίσκονται στη δουλειά, τα περισσότερα μηνύματα γράφονται κατά τη
διάρκεια των εργάσιμων ωρών, Δευτέρα με Παρασκευή, ενώ πολύ λιγότερος
συνωστισμός δημιουργείται κατά τη διάρκεια των νυχτών και σαββατοκύριακων. Επίσης
η προσωρινή δομή της συμμετοχής επηρεάζεται από την προσωρινή δομή των
σαπουνόπερων. Επειδή υπάρχουν πέντε καινούργια επεισόδια κάθε βδομάδα και οι
ιστορίες συνεχώς αναπτύσσονται, είναι μόνο σχετικό να απαντήσουν σε
αποστελλόμενα για λίγες μέρες. Οι περισσότερες απαντήσεις στα r.a.t.s. αποστέλλονται μέσα σε 48 ώρες από την αυθεντική
ημερομηνία αποστολής (Baym, 1994). Τα προσωρινά
πρότυπα της σχέσης είναι μια σημαντική συνισταμένη της προσωρινής δομής που
παραμένει ανεξερεύνητη στην επιστημοσύνη CMC. Τα στοιχεία από το r.a.t.s. δείχνουν ότι τέτοια πρότυπα μπορεί να
σχετίζονται με εξωτερικά πλαίσια μέσα στα οποία τοποθετείται η αλληλεπίδραση.
Είναι σαφές ότι η
δυνατότητα ελεύθερης χρήσης της ενδοϋπολογιστικής επικοινωνίας προσελκύει όλο
και περισσότερους ανθρώπους. Δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι πολλά μηνύματα και
συζητήσεις γίνονται κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και στο χώρο της εργασίας
όπου υπάρχει εξέλιξη των καταστάσεων της ζωής του συμμετέχοντα. Όπως ακριβώς
γίνεται και στις σαπουνόπερες, η ζωή των ανθρώπων αναπτύσσεται και έχει
ενδιαφέρον περισσότερο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αφού τότε ο καθένας
εργάζεται, συναναστρέφεται με περισσότερους ανθρώπους και γενικότερα έχει
περισσότερα γεγονότα και συμβάντα της ζωής να περιγράψει στους άλλους. Η ένταση
της εβδομάδας «γεννά» θέματα για συζήτηση και προκαλεί τη διάθεση των
συμμετεχόντων να μοιραστούν τις εμπειρίες τους.
Σύστημα Υποδομής
Όπως παρουσιάζουν οι διαφορές
στις πιθανές προσωρινές δομές, οι υποδομές ενός δικτύου υπολογιστών σκιαγραφούν
μια αλληλεπίδραση κατά πολλούς τρόπους. Ο Seibold et al (1994) υποστηρίζει ότι τα συστήματα διαφέρουν κατά τρεις
γενικούς τρόπους: στη φυσική διαμόρφωση, στη προσαρμοστικότητα του συστήματος,
και στο επίπεδο εξυπηρέτησης του χρήστη. Η φυσική διαμόρφωση περιλαμβάνει
τέτοιες μεταβλητές όπως πόσοι υπολογιστές υπάρχουν, πως χωρικά διαμοιράζονται,
και η ταχύτητα του συστήματος. Είναι σημαντικό να
είναι γνωστά αυτά μιας και χαρακτηρίζουν την αποδοτικότητα και αξιοπιστία του
συστήματος. Η προσαρμοστικότητα του συστήματος περιλαμβάνει τέτοιες
μεταβλητές όπως η ικανότητα για ανώνυμες εισόδους και η προγραμματιστικότητα
του συστήματος. Η
επαναχρησιμοποίηση, η διαθεσιμότητα και ευρεία χρήση κάποιου συστήματος
δημιουργούν ένα σύστημα ανταγωνιστικό. Η
εξυπηρέτηση του χρήστη ενσωματώνει τις συνιστώσες της ικανότητας να υποστηρίξει
πολλαπλές εργασίες, ευελιξίας και ευκολίας εκμάθησης, και άλλα. Η δυνατότητα δηλαδή που παρέχει ένα σύστημα στο χρήστη
για εύκολη και κατανοητή χρήση του κάνει ένα σύστημα πιο ελκυστικό. Μια
διαφορά ε κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά τροποποιεί τις δυνατότητες που
είναι διαθέσιμες στο χρήστη όπως αυτές αναπτύσσονται σε οργανωμένα
επικοινωνιακά συστήματα.
Το r.a.t.s. επηρεάζεται σημαντικά από τη δομή του Usenet και των ομάδων νέων μέσα στα οποία
διαβάζεται και γράφεται. Είναι πέρα του σκοπού αυτού του κεφαλαίου να
περιγράψει πλήρως τη δομή του Usenet ή των ομάδων νέων· ο
αναγνώστης αναφέρεται σε καθένα από πολλούς διάσημους οδηγούς του διαδικτύου. Εδώ
θέλω να αναφέρω μερικά εμφανή χαρακτηριστικά του Usenet και των αναγνωστών νέων που επηρεάζουν
προκύπτοντα κοινωνικά πρότυπα στις ομάδες Usenet. Η παρατήρηση ότι υπάρχουν μειωμένα μη λεκτικά
σινιάλα στο CMC γίνεται τόσο
συχνά που είναι ξεπερασμένο, αλλά παραμένει (παρόλα αυτά προσωρινά) ένα
καθοριστικό χαρακτηριστικό για τα συστήματα CMC (Culnan & Markus, 1987; Walther, 1996; Walther & Burgoon, 1992). Αυτή η ποιότητα
ήταν που οδήγησε νωρίς τους ερευνητές να συλλάβουν το CMC σαν ένα κοινωνικά διαταραγμένο χώρο, αλλά, όπως
θα αναφέρω, αυτή η σπανιότητα των face-to-face σινιάλων έχει ως αποτέλεσμα περισσότερο
καινοτομικών εναλλακτικών λύσεων παρά έλλειψη εκφραστικότητας. Είναι γνωστό ότι
πολλοί άνθρωποι έχουν πρόβλημα έκφρασης όταν βρίσκονται πρόσωπο-με-πρόσωπο με
κάποιον και συζητούν. Η αμεσότητα αυτής της περίπτωσης προκαλεί αισθήματα
φόβου, αμηχανίας και διστακτικότητας αφού είσαι αναγκασμένος να αντεπεξέλθεις
στις απαιτήσεις των συζητήσεων έγκαιρα. Αντίθετα η ενδοϋπολογιστική επικοινωνία
σου αφήνει ένα περιθώριο σκέψης και καλύτερης έκφρασης δημιουργώντας έτσι μια
πιο ευχάριστη εικόνα για το πρόσωπό σου στο συνομιλητή σου. Επιπλέον έχεις τη
δυνατότητα να παρουσιάσεις τις ανησυχίες και τα πιστεύω σου με το δικό σου
μοναδικό τρόπο.
Το Usenet σκιαγραφεί και την προσωρινή δομή και τη δομή
συμμετοχής της αλληλεπίδρασης. Σκιαγραφεί την προσωρινή δομή γιατί ένα συνεχές
ασύγχρονο μέσο. Ένα άλλο στοιχείο της προσωρινής δομής αποδιδόμενο στην υποδομή
του Usenet είναι το γεγονός
ότι τα περισσότερα αποστελλόμενα διανέμονται στις άλλες τοποθεσίες μέσα σε
χρόνο λεπτών ή ωρών, αν και μερικές τοποθεσίες μπορεί να μη λάβουν μηνύματα για
μέρες. Έτσι απαντήσεις σε μηνύματα μπορεί να έρθουν μέσα σε λίγα λεπτά ή σε
πολλές μέρες. Σε μερικές τοποθεσίες, απαντήσεις μπορεί να φτάσουν πριν από τα
αυθεντικά αποστελλόμενα. Συνημμένα κομμάτια μιας συζήτησης διαρκούν μέρες ή
βδομάδες. Το Usenet επίσης
σκιαγραφεί τη δομή συμμετοχής της αλληλεπίδρασής του. Το Usenet ενώνει εκατομμύρια ανθρώπους, καθένας από
τους οποίους μπορεί να διαβάσει οτιδήποτε αποστέλλεται σε οποιαδήποτε ομάδα
λαμβάνεται από την τοποθεσία τους. Η μείωση των
χιλιομετρικών αποστάσεων που δημιουργούν οι διάφορες ομάδες νέων έχει ως
αποτέλεσμα τη διεθνοποίηση όλων των κρατών και τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ
ανθρώπων από διαφορετικούς λαούς και άρα διαφορετικές κουλτούρες. Επειδή οποιοσδήποτε μπορεί να διαβάσει ή να
συμμετέχει, όλες οι Usenet
αλληλεπιδράσεις είναι δημόσιες. Οι άνθρωποι ποτέ δε
ξέρουν ποιοί είναι όλοι οι αναγνώστες των μηνυμάτων τους. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ανταλλαγές απόψεων και ιδεών
παρουσία πολλών συμμετεχόντων με αποτέλεσμα να έχουμε κοινοποίηση των όσων
συμβαίνουν πέρα από διαπροσωπικές σχέσεις.
Καινούρια μέσα, όπως η
καλωδιακή μετάδοση, το Internet, και νέες χρήσεις των μέσων,
όπως οι WWW σελίδες που επιτρέπουν για την
προσωποποίηση τα λεγόμενα «browser cookies», ακόμα και οι ταμειακές
μηχανές των παντοπωλείων που σαρώνουν και συλλέγουν δεδομένα του αγοραστή και
επιστρέφουν δελτία που απευθύνονται προς το συγκεκριμένο αγοραστή, σηματοδοτούν
ακόμα μια άλλη μετατόπιση της αποσαφήνισης του Virilio για τη σχέση του
κινηματογράφου με το θέατρο: Τώρα, κάθε μέλος ενός ακροατηρίου, ή μιας
κοινότητας, μπορεί, στην πραγματικότητα να δει κάτι που είναι διαφορετικό αλλά,
παρ’ όλα αυτά, απευθυνόμενο στη μάζα . Η σημασία αυτού δεν μπορεί να
υποτιμηθεί. Οι Daniel Dayan και Elihu Katz (1992) όρισαν «μεσο-παραγόμενες κοινωνικές δομές» που «δεν περιορίζονται
από τη γεωγραφία» (σελ. 16), και τις οποίες συνέκριναν και αντιπαρέθεσαν στις
«κοινότητες της καλής γειτνίασης και της μοιραζόμενης πνευματικότητας» (σελ.
132) όμοιες σε πολλές περιπτώσεις με την εβραϊκή γιορτή seder (που συζητείται με οξύτητα παρακάτω σ’ αυτό το βιβλίο από τον Mark Poster σε σχέση την «κυβερνοεβραϊκή» e-mail λίστα).
Τα γεγονότα των μέσων, όπως η seder, απαιτούν ανθρώπους σε
διαφορετικά μέρη, την ίδια ώρα, για να συμμετέχουν σε καθιερωμένα, ή
τελετουργικά, γεγονότα. Η σύγκριση είναι αναγκαστική, συγκεκριμένα όταν
λαμβάνει κάποιος υπόψιν του τα γεγονότα των μέσων σε παγκόσμια κλίμακα. Δε
χρειάζεται να υπενθυμίσουμε σε κάποιον τα πολλά τέτοια γεγονότα που βίωσε ο
δυτικός (και περιστασιακά, και αυξανόμενα μη δυτικός) κόσμος: Απόλλων 11, η
δολοφονία του JFK, ο θάνατος της πριγκίπισσας Diana, οι ανθρωπιστικές βοήθειες και άλλα. Αξίζει να ρωτήσουμε πόσο συχνά
αισθανόμαστε μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας σε σύγκριση με μια πιο τοπική
κοινότητα. Καθώς επεκτάθηκαν οι ορίζοντές μας, μήπως συνάμα κατέρρευσαν πάνω
μας με τέτοιο βάρος που μας αναγκάζει να στραφούμε μέσα στους εαυτούς μας; Ποια
είναι τα απόλυτα νοήματα του «δημόσιου» και «ιδιωτικού» σε έναν κόσμο όπου τα
γεγονότα των μέσων και τα «προσωποποιημένα» μέσα μπορούν να συνυπάρξουν;
Η αλληλεπίδραση στο Usenet είναι επίσης σκιαγραφημένο από τα πολλά
προγράμματα αναγνωστών νέων που χρησιμοποιούνται για να διαβάσουν και να
αποστείλουν στις ομάδες. Ενώ πρώιμα οι αναγνώστες νέων βεβιάζουν τους
συμμετέχοντες να διαβάζουν τα αποστελλόμενα με χρονολογική σειρά (περισσότερο
από σύγχρονη), οι συνδεδεμένοι αναγνώστες νέων που έχουν γίνει κοινώς αποδεκτά
επιτρέπουν στους ανθρώπους να επιλέξουν ποια αποστελλόμενα θέλουν να διαβάσουν
από ένα μενού που οργανωμένο με βάση το θέμα και χαρακτηριστικά στοιχεία. Τρία
ιδιαίτερα σημαντικά χαρακτηριστικά των αναγνωστών νέων είναι οι επικεφαλίδες
που αυτόματα προσαρτώνται στο πάνω μέρος όλων των αποστελλομένων, το σύστημα
στίξης που προσφέρουν, και η δυνατότητα για τους αναγνώστες να διαλέξουν ποιο
αποστελλόμενο διαβάζουν. Η ελευθερία επιλογής
μηνυμάτων τους επιτρέπει να διαβάζουν μηνύματα που τους ενδιαφέρουν άμεσα
κερδίζοντας έτσι χρόνο.
Οι επικεφαλίδες μεταφέρουν
πληροφορίες σχετικά με τον αποστολέα, το θέμα του μηνύματος, το χρόνο που το
μήνυμα εστάλη και πολλά άλλα. Αυτή η πληροφορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και
χρησιμοποιείται, από τους αναγνώστες νέων να κατηγοριοποιήσει τα μηνύματα και
από τους συμμετέχοντες για να αποφασίσουν τι θέλουν να διαβάσουν και τι να
παραλείψουν. Είναι σημαντικό, εξαιτίας της πληθώρας
μηνυμάτων που αποστέλλονται σε αυτές τις λίστες, κυρίως το θέμα του μηνύματος
να είναι όσο το δυνατό πιο επεξηγηματικό έτσι ώστε οι παραλήπτες να
εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα επιλογής καλύτερα.
Το επικαλούμενο υλικό αυτόματα μαρκάρεται, συνήθως με ένα «>» στην
αρχή κάθε γραμμής. Οι απαντήσεις μετά μπορούν να ενσωματωθούν κατευθείαν στα
αυθεντικά μηνύματα στα σχετικά σημεία. Αυτό το σύστημα, μαζί με τη χρήση του
προσδιορισμού του θέματος στις επικεφαλίδες, επιτρέπει στα αποστελλόμενα να
είναι σαφώς συνδεδεμένα. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά των αναγνωστών νέων, θα
ήταν δύσκολο να πλοηγήσεις το χείμαρρο των φαινομενικά μη συνδεδεμένων
μηνυμάτων. Τελικά, ο προσδιορισμός του θέματος και του αποστολέα στα μενού των
αναγνωστών νέων επιτρέπει στους χρήστες να αποφεύγουν θέματα ή μηνύματα από
συγκεκριμένους ανθρώπους. Δηλαδή, πολλοί αναγνώστες
νέων επιτρέπουν στους χρήστες να δημιουργούν KILL αρχεία που αναγνωρίζουν υποδείγματα στις επικεφαλίδες και διαγράφουν
μηνύματα που ταιριάζουν με αυτά τα υποδείγματα. Για μια πλήρης συζήτηση του πως η δομή του Usenet επηρεάζει την πρακτική στο r.a.t.s., ο αναγνώστης μπορεί να αναφερθεί στο Baym (1995a). Μια ωραία ανάλυση των επηρεασμών της σύγχρονης εσωτερικής δομής στη IRC ομιλία μπορεί να βρεθεί στο Werry(1996).
Σκοποί της Ομάδας
Οι σκοποί ενάντια
στους οποίους οι αλληλεπιδράσεις της ομάδας προσανατολίζονται επηρεάζει επίσης
την ομιλία. Οι οργανωτικοί
θεωρητικοί έχουν γίνει οι πιο άμεσοι στο να διευθύνουν τους σκοπούς της ομάδας.
Ο Hollingshead και ο McGrath (1984) εισηγήθηκαν την πιο σαφή άποψη, υποστηρίζοντας ότι οι τύποι εργασίας
έχουν προηγούμενες δομές που επηρεάζουν τις διαδικασίες επικοινωνίας. Προσεγγίζοντας
μια προηγούμενη διατύπωση από τον McGrath (1984), υποστηρίζουν ότι οι εργασίες μεταβάλλονται όταν
είτε απαιτούν ότι η ομάδα γεννά ιδέες είτε σχέδια, είτε επιλέγουν ανάμεσα στις
απαντήσεις είτε στις λύσεις, είτε διαπραγματεύονται συγκρουόμενες απόψεις είτε
συγκρουόμενα ενδιαφέροντα, είτε εκτελούνται παρουσιάσεις σε ανταγωνισμό με
αντιπάλους είτε εξωτερικά πρότυπα. Αυτοί οι τέσσερις τύποι εργασιών διαφέρουν
στο ότι είτε ο καθένας είτε όχι απαιτεί «τη μεταφορά της πληροφορίας ανάμεσα
στα μέλη της ομάδας, ή ακόμα απαιτεί τη μεταφορά των τιμών, των ενδιαφερόντων,
των προσωπικών δεσμεύσεων και των αρεσκειών» (p.51). Έτσι η εργασία στο
χέρι επηρεάζει την έκταση μέχρι την οποία οι άνθρωποι εμπλέκονται ή επενδύουν
στο τι λένε στο CMC, όπως
επίσης επηρεάζουν και πιο προφανείς παράγοντες, όπως είναι τα θέματα που θα
θιγούν.
Όπως ο όρος εργασία υποδηλώνει,
αυτή η τυπολογία αναφέρεται σε ακριβείς στόχους τύπων που ένας θα έδινε σε
μικρές ομάδες εργασίας. Το ψυχαγωγικό CMC επίσης είναι οργανωμένο γύρω από σκοπούς, αν και οι στόχοι μεταβάλλονται
από το πόσο ακριβείς είναι. Αν και αυτό είναι μια σημαντική
επίγνωση, περιορίζεται να δει όλο το CMC σαν προσανατολισμένη εργασία
γιατί μια καλή αντιμετώπιση του CMC είναι πρωταρχικά κοινωνική. Είναι
ενδιαφέρον ότι έχει υπάρξει μικρή απασχόληση για ψυχαγωγικές χρήσεις του CMC γιατί υπάρχει καλός λόγος να πιστεύεις ότι είναι η πιο διάσημη χρήση του CMC. Μια σημαντική ποσότητα της κίνησης στο Prodigy® , Compuserve, και άλλα αλληλεπιδρώντα, εμπορικά, δίκτυα υπολογιστών και στο Usenet είναι ψυχαγωγική (Grimes, 1992). Επιπλέον η κοινωνική χρήση του CMC επεκτείνεται γρήγορα καθώς ο αριθμός των modems που χρησιμοποιούνται μεγαλώνει
και καθώς εμπορικά δίκτυα, Usenet, και ανεξάρτητα BBSs συνεχίζουν να προσφέρουν ένα αυξανόμενο φάσμα φόρουμ αυξάνοντας τον αριθμό
των συμμετεχόντων. Ο ρόλος
που παίζεται στα MUDs
πιθανότατα να έχει τους πιο ακριβείς στόχους γύρω από τους οποίους η ομάδα
πρέπει να οργανωθεί. Για παράδειγμα, ο Ito (1997) το έγραψε «αποκτώντας πόντους εμπειρίας,
οικονομικών κερδών και επιπέδων» (p.90). Οι ομάδες Usenet δημιουργήθηκαν να υπηρετούν τον
ακαθόριστο ακριβή σκοπό ιδιαίτερων θεμάτων «συζήτησης», αλλά που συνεπάγεται
συγκεκριμένους σκοπούς που συχνά διατηρούνται υπονοούμενα. Η ανάλυση της
επικοινωνιακής πρακτικής στο r.a.t.s. αποκαλύπτει ότι η συζήτησή τους αποσκοπεί σε πολλούς σκοπούς. Μερικοί
επηρεάζονται από τα εξωτερικά πλαίσια των οπαδών των σαπουνόπερων. Άλλοι
εμφανίζονται ανάμεσα στην αλληλεπίδραση των ομάδων. Ο
λόγος που τα μέλη μιας ομάδας νέων ή μηνυμάτων μπορούν να επηρεαστούν από
πολλούς εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες των ομάδων είναι ότι
αντιλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο αυτού του είδους την επικοινωνία σαν μια
«εξερεύνηση» του εαυτού τους. Πιο συγκεκριμένα τα μέλη μιας ομάδας ανάλογα με
τα καθημερινά ερεθίσματα και τις εμπειρίες της ζωής δημιουργούν ερωτήματα και
αποζητούν λύσεις μέσω εκτενών συζητήσεων στις λίστες μηνυμάτων ή ακόμα και μέσω
της ταύτισής τους με πρόσωπα από διάφορες σαπουνόπερες. Οι διαφορετικές απόψεις
και εμπειρίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των μελών έχουν σαν αποτέλεσμα τη
διαμόρφωση και του ανάλογου κλίματος.
Μια ματιά στο Usenet δείχνει τη δημοτικότητα της κοινωνικής και ψυχαγωγικής χρήσης του CMC. Μέσα στις 20 πιο διαβασμένες ομάδες συζήτησης το Μάρτιο του 1993 (B. Reid, 1993a), το 25%
(4.629 μηνύματα) όλων των μηνυμάτων ήταν σε ομάδες οργανωμένα να συζητηθούν
κοινωνικά θέματα αρχίζοντας από τον πολιτικό ακτιβισμό μέχρι την ινδιάνικη
κουλτούρα. Σχεδόν το 20% των μηνυμάτων ήταν σε ομάδες που συζητούσαν το σεξ. Αν
το αναγνωστικό κοινό αγγίζει την περιέργεια των χρηστών, ο αριθμό των μηνυμάτων
που κάθε ομάδα γεννά αγγίζει τις δημιουργικές ανησυχίες των χρηστών. Στις
ομάδες της υψηλότερης σε ένταση συζήτησης, το 50% (24.983 μηνύματα) των
μηνυμάτων ήταν σχετικά με κοινωνικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της ινδιάνικης
κουλτούρας, έκτρωση, ομοφυλοφιλία, και όπλα. Άλλο 40% (20.025 μηνύματα) των
μηνυμάτων σε αυτές της υψηλής κίνησης ομάδες ήταν με ομάδες οπαδών που
συζητούσαν αθλητικά, θεάματα της τηλεόρασης, και ταινίες. Εν ολίγοις, το Usenet χρησιμοποιείται, πάνω από όλα, για κοινωνική αλληλεπίδραση σε θέματα
περισσότερο προσωπικά παρά επαγγελματικά ενδιαφέροντα. Ένα γενικό μοντέλο του CMC απαιτεί μια πιο προσαρμοστική κατανόηση από τους σκοπούς της ομάδας.
Μια κοινή ανακάλυψη κατά την
ενασχόληση με τους λάτρες των σαπουνόπερων είναι ότι η δυνατότητα να συζητήσεις
για σαπουνόπερες με άλλους είναι ένα εκτιμώμενο ερέθισμα να παρακολουθήσεις (Rubin & Perse, 1987), και έχοντας
άλλους με τους οποίους το να συζητήσεις τη σαπουνόπερα αυξάνει το βαθμό στον
οποίο οι άνθρωποι περιμένουν να πάρουν ευχαρίστηση από την παρακολούθηση της
σαπουνόπερας (Babrow, 1989). Ο πρωταρχικός στόχος γύρω από τον οποίο η
αλληλεπίδραση δομείται στο r.a.t.s. είναι να εντείνει την
ευχαρίστηση της εμπλοκή της σαπουνόπερας. Όπως εισηγούμαι στην κουβέντα μου για
το πλαίσιο του οπαδού της σαπουνόπερας, το να εντείνεις την ευχαρίστηση της
σαπουνόπερας μέσω συζήτησης, είτε μεσολαβεί ένας υπολογιστής είτε όχι, σημαίνει
πρακτικές συνεργατικής ερμηνείας και διαμοιραζόμενης πληροφορίας. Η συζήτηση
συχνά αναπτύσσεται να φέρει σε πέρας αυτά τα ζητήματα άμεσα πέρα από τη σαπουνόπερα.
Σε αυτές τις στιγμές, το r.a.t.s. εξυπηρετεί σαν ένα
φόρουμ για τη συζήτηση και τη διαπραγμάτευση ιδιωτικών θεμάτων που είναι
δύσκολο να συζητηθούν δημοσίως. Τα θέματα που έχουν αναφερθεί σε αυτές τις
εκτενείς συζητήσεις κυμαίνονται από σωματική τιμωρία, σεξουαλική
κακομεταχείριση και βία, ξυλοδαρμός συζύγων, και ρατσισμός σε αρραβώνες, γάμους
και εγκυμοσύνες. Η χρήση του r.a.t.s. σαν ένα φόρουμ για συζήτηση σχετικά με θέματα πέρα από τη σαπουνόπερα,
θέματα που συχνά είναι εξαιρετικά προσωπικά και συναισθηματικά φορτισμένη,
δείχνει ότι ενώ μερικοί σκοποί είναι προκαθορισμένοι, άλλοι μπορούν να
εμφανιστούν μέσα από μια αλληλεπίδραση ομάδας. Για αυτούς που ασχολούνται με
αυτή τη προσωπική συζήτηση για εκτενείς περιόδους χρόνου, διατηρώντας φιλίες και
γνωριμίες γίνεται ένας άλλος σκοπός για την αλληλεπίδραση. Παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο της «αποκάλυψης» του
εαυτού και της ελευθερίας της έκφρασης των συμμετεχόντων. Αρχίζουν να βιώνουν
καταστάσεις μέσα στις οποίες αισθάνονται άνετα σα να βρίσκονται σε περιβάλλοντα
οικεία εκμυστηρεύοντας, χωρίς δισταγμούς και ταμπού, πράγματα που έχουν να
κάνουν με δική τους προσωπική ζωή. Αυτή η κατάσταση αποδεικνύει ακόμη μια φορά
την αμεσότητα και την δύναμη που μπορεί να έχει η ενδοϋπολογιστική επικοινωνία
χωρίς να εμποδίζεται από οποιουδήποτε είδους εμπόδιο, φυσικό ή τεχνικό. Μερικοί από τους σκοπούς του r.a.t.s., τότε, είναι να προσφέρουν πληροφορίες για το τι
έχει συμβεί και τι θα συμβεί στα θεάματα, να διερμηνεύσει τα θεάματα, να
διαπραγματευτεί ιδιωτικά θέματα σε δημόσιο χώρο και να υποστηρίξει σχέσεις. Ενώ
μερικούς από σκοπούς του CMC
μπορεί να δοθούν, αυτή η συζήτηση δείχνει ότι η ολοκληρωτική λίστα των σκοπών
είναι ένα ερώτημα για εμπειρική ανάλυση.
Χαρακτηριστικά Συμμετέχοντα
Τα χαρακτηριστικά της ομάδας και
του μέλους είναι ο τελικός παράγοντας που έχει αναφερθεί να επηρεάζει τα
συμπεράσματα του CMC. Ένα
σημαντικό χαρακτηριστικό ομάδας είναι το μέγεθος, το οποίο μεταβάλλεται από
τρία μέχρι χιλιάδες. Άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά ομάδας είναι η συγγραφή, η
συνδεδεμένη αλληλεπιδραστική ιστορία των μελών, και αν η ομάδα είναι ιεραρχικά
δομημένη είτε όχι (Baron, 1984; Hollingshead & McGrath, 1995; Seibold et al, 1994). Τα αυτοτελή μέλη
διαφέρουν στους βαθμούς τους εξάσκησης στο μέσο, στην ικανότητα και εμπειρία
εργασίας, στην εμπειρία με νέες τεχνολογίες, και συμπεριφορές απέναντι στη
τεχνολογία (Hollingshead & McGrath, 1995; Seibold et al, 1994). Συγκεκριμένα οι αντιλήψεις των συμμετεχόντων
έχουν το προνόμιο του σημαντικού καθοριστικού παράγοντα των επικοινωνιακών
συμπερασμάτων, όπως ο Dyrkton (1996) και η Turkle (1995) συζητούν σε ένα επιμορφωτικό απόσπασμα. Σε ένα
οργανωτικό πλαίσιο, ο Steinfield (1986) βρήκε ότι η αντίληψη του μέσου του συμμετέχοντα
ήταν ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας του αν οι άνθρωποι το
χρησιμοποιούν κοινωνικά ή όχι. Αυτά πιθανότατα να χρησιμοποιούν τους
υπολογιστές κοινωνικά τα αντιλαμβάνονται σαν ανώτερα στην κοινωνική παρουσία. Οι
συμμετέχοντες στο r.a.t.s. εμπλέκονται με την
ομάδα εθελοντικά. Πολλοί δουλεύουν πάνω στους υπολογιστές καθημερινά και είναι
λίγο πολύ έμπειροι στο να τους χρησιμοποιούνε για διαπροσωπική επικοινωνία. Όπως
τα εκατομμύρια άλλων που χρησιμοποιούν τους υπολογιστές κοινωνικά, οι
συμμετέχοντες στο r.a.t.s. συχνά βλέπουν τον
υπολογιστή σαν μια «παιδική χαρά» (E. M. Reid, 1991). Τελικά, όπως η εργασία από τον Cody et al (1997) και τον Joe (1997) υποδείχνει, οι
συμμετέχοντες διαφέρουν στη κοινωνικότητα που ξεπερνά το επικοινωνιακό μέσο. Αν
και δεν είχα σκοπό να αποτιμήσω την εκτός δικτύου κοινωνικότητα των συμμετεχόντων
στο r.a.t.s., ένας μπορεί να
φανταστεί ότι μια ομάδα με περισσότερους κοινωνικούς συμμετέχοντες θα είναι πιο
πιθανό να καλλιεργήσει μια αίσθηση κοινωνίας.
Το r.a.t.s. ήταν μια μεγάλη ομάδα ακόμα πριν διαχωριστεί, με
πολλούς εκατοντάδες ανθρώπους να αποστέλλουν κάθε μήνα. Το 1993 το εκτιμώμενο
αναγνωστικό κοινό ήταν 41,000 (B. Reid, 1993). Οι πρόσφατες εκτιμήσεις του Tile.net είναι πιο
συντηρητικές, τοποθετώντας το αναγνωστικό κοινό κάθε κλάδου ομάδας γύρω στους
10,000 (Teli.net, 1997). Ακριβείς μορφές αναγνωστικού κοινού είναι
αδύνατο να επιτευχθούν, και δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να ξεχωρίσεις τους
ανθρώπους που διαβάζουν όλα τα μηνύματα κάθε μέρα από αυτούς που ρίχνει μια
ματιά μια φορά και δεν επιστρέφει ποτέ. Οι συμμετέχοντες ταξινομούνται γεωγραφικά
σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Καναδά. Μια μερίδα ανθρώπων συμμετέχουν
από την Ευρώπη, την Αυστραλία, και τη Νέα Ζηλανδία. Οι δουλειές τους ποικίλουν.
Υπάρχουν φοιτητές, νοσοκόμες, γραμματείς, μηχανικοί, επιστήμονες, δάσκαλοι, και
άλλοι. Η πληθώρα των ειδικοτήτων και των
επαγγελμάτων που κατά καιρούς είναι μέλη σε ομάδες αποδεικνύει ότι η
επικοινωνία με άλλες κουλτούρες και η πρόσβαση μέσω ενός υπολογιστή σε θέματα
που σε ενδιαφέρουν είναι εύκολη και εφικτή από τον οποιονδήποτε αρκεί να υπάρχει
θέληση. Αν και μπορεί να μοιράζονται
ένα κοινό ενδιαφέρον και κοινωνικοπνευματικά πλαίσια, αυτοί οι συμμετέχοντες
ποτέ δε θα αλληλεπιδράσουν όταν δεν είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο. Πολλοί
αλληλεπιδρώντες, παρόλα αυτά, εισέρχονται στο r.a.t.s. με προϋπάρχουσες εξοικειώσεις από άλλες ομάδες Usenet.
Οι συμμετέχοντες στο r.a.t.s., όπως έχω πει, είναι κυρίως γυναίκες, αν και
υπάρχουν και πολλοί άνδρες εμπλεκόμενοι. Ο Savicki et al. (1996) βρήκε ότι η ισορροπία του γένους των ομάδων νέων
λιγοστή αλληλεπίδραση με τα πρότυπα γλώσσας (αν και τονίζουν ότι υπήρχαν
ξεκάθαρα και πολλοί άλλοι παράγοντες στο παιχνίδι). Οι ομάδες με περισσότερους
άνδρες χρησιμοποιούν λίγο πιο ρεαλιστική γλώσσα και απαιτούν δράση, ενώ αυτές
με λιγότερους άνδρες είναι πιο πιθανό να αποκαλύψουν τον εαυτό τους και να
προσπαθήσουν να εμποδίσουν ή μειώσουν την ένταση. Η Herring (1994, 1996) έχει
περιγράψει ένα συνδεδεμένο με το δίκτυο γυναικείο στυλ που το αποκαλεί
υποστηρικτικό/εξασθενημένο. Αυτό το στυλ «εξιδανικεύει αρμονική διαπροσωπική
αλληλεπίδραση» (1996, p.137). Σε αυτό το στυλ
«οι απόψεις παρουσιάζονται μέσα σε μια περιστοιχισμένη μόδα, συχνά με εκκλήσεις
για επιβεβαίωση από την ομάδα» (1996, p.119). Αυτή η διαφορά
συμπεριφοράς και αντιμετώπισης της ενδοϋπολογιστικής επικοινωνίας μεταξύ του
ανδρικού και του γυναικείου φύλου αποδεικνύει άλλη μια φορά ότι η ισότητα των
δύο φύλων είναι φύση αδύνατη. Η ωριμότητα και η λεπτότητα που αντιπροσωπεύει το
γυναικείο φύλο αντισταθμίζονται με το δυναμισμό και το «τσαγανό» που διαθέτει ο
ανδρικός πληθυσμός. Είναι λοιπόν προφανές ότι τα μέλη της ομάδας r.a.t.s είναι στην πλειοψηφία τους
γυναίκες μιας και περιλαμβάνει πιο ευαίσθητες έννοιες και καταστάσεις. Η περιγραφή της Herring ταιριάζει καλά με το στυλ διαφωνίας των
συμμετεχόντων του r.a.t.s., όπως τεκμηριώνεται
στο Baym (1996). Σε αντίθεση, παρόλα αυτά, οι Witmer και Katzman (1997) βρήκαν ότι οι γυναίκες στο δικό τους δείγμα από
τη βάση δεδομένων Project-H ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο πιθανό να
γίνουν έξαλλες από ότι ήταν οι άνδρες. Στο r.a.t.s. υπάρχει ένα κοινωνικό ταμπού ενάντια στη
προσβολή του ενός από τον άλλο, και οι συμμετέχοντες ρητά εκτιμούν την
φιλικότητα, υποστηρίζοντας τα ευρήματα των Savicki et al. και Herring. Ο Gender επίσης επηρεάζει τα θέματα που συζητήθηκαν· τα προσωπικά θέματα που παράγονται, για
παράδειγμα, είναι συχνά αυτά που ιδιαίτερα επηρεάζουν τις γυναίκες.
Επειδή οι συμμετέχοντες στο r.a.t.s. έχουν διαφορετικές εμπειρίες, καθένας φέρνει
μοναδικούς πόρους στην ομάδα. Ο συσχετισμός των οποίων εξαρτάται από τις
παραποιήσεις των σεναρίων της σαπουνόπερας. Οι έχοντες γνώση του νόμου, για
παράδειγμα, έχον τη δυνατότητα να ανοίγουν δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο
«σοφό» για έναν εισαγγελέα στο All My Children να προτιμήσει μια «εντολή προστασίας» από
το να ζητήσει για μία «εντολή περιορισμού» κατά του ψυχωτικού πρώην συζύγου
της.
Αυτοί που διαβάζουν τον τύπο της
σαπουνόπερας έχουν την δυνατότητα να φέρνουν πόρους από πληροφορίες εκ των έσω.
Αυτοί που βλέπουν καθημερινά και έχουν χρόνο μπορεί να ταχυδρομούν τακτικές
ενημερότητες των εκπομπών. Καθώς οι σαπουνόπερες καλύπτουν μια ακτίνα
προσωπικών θεμάτων, οι συμμετέχοντες διαφέρουν ανάλογα με τις σχετικές
εμπειρίες μπορούν να προσκομίσουν στην διαδικασία της εξήγησης.
Τελικά οι συμμετέχοντες καλύπτουν
μία ευρεία ακτίνα συγγραφικής ικανότητας, χιούμορ-εξυπνάδας και οξυδέρκειας. Όλα
μαζί, η γνώση των συμμετεχόντων, η γνώμη τους, η εμπειρία τους και η ικανότητά
τους εξασφαλίζουν παραπάνω από αρκετούς πόρους για να μετατρέψουν την
παρακολούθηση της σαπουνόπερας σε μία εταιρεία κοινόχρηστης συνεργασίας.
Περίληψη
Προφανώς είναι λάθος
να βλέπουμε τα πρότυπα στο CMC σαν απ’ ευθείας αποτελέσματα
του μέσου. Όπως η δουλεία που σχολιάστηκε παραπάνω, υπάρχουν τουλάχιστον 5 πηγές επιρροής-επίδρασης
στον CMC, κάθε μία από τις
οποίες επηρεάζει την επικοινωνία μίας δοθείσας ομάδας. Κάθε μία από αυτές τις
πηγές -εξωτερικά πλαίσια, χρονική δομή, υποδομή συστήματος, προθέσεις ομάδας
και χαρακτηριστικά συμμετεχόντων- είναι από μόνη της συγκροτημένη από
μεταβλητές. Επιπρόσθετα αυτοί οι ήδη περίπλοκοι παράγοντες επηρεάζουν η μία την
άλλη με τρόπους όχι αναμενόμενους, καθώς όταν το εξωτερικό πλαίσιο της
σαπουνόπερας επηρεάζει του κανόνες χρονικού συσχετισμού ή προθέσεις της ομάδας.
Τελικά η συζήτηση των προθέσεων στο r.a.t.s. επιδεικνύει ότι όποιες απόψεις από τις 5 κατηγορίες επιρροής είναι
σχετικές με την ομάδα μπορεί να είναι εμφανιζόμενος παρά προβλέψιμος. Μπορεί να
μην είναι δυνατόν να καθοριστούν οι συγκεκριμένοι παράγοντες που θα συνδυαστούν
για να επηρεάσουν τα CMC
συμπεράσματα-εξαγόμενα σε ένα συγκεκριμένο γκρουπ προκαταβολικά μιας
πραγματικής αλληλεπίδρασης, αφήνοντας τη θα είναι η σύγκρουση αυτών των
παραγόντων. Έρευνα στο CMC
πρέπει να ασχολείται με αυτούς τους παράγοντες, αν τα ευρήματα είναι για
σύγκριση με αυτά άλλων σπουδών και οι όψεις και διαφορές των συνδεδεμένων στο
δίκτυο κοινωνιών αντιληπτές.
Οικειοποίηση
Η ιδέα ότι τα CMC γκρουπ εμφανίζονται μοιράστηκε από τους Contractor
και Seibold (1993). Στην εργασία τους επάνω στα Συστήματα
Υποστήριξης Ομαδικής Απόφασης (Group Decision Support Systems - GDSS), παρασύρθηκαν από τον Gibbens και διαφώνησαν ότι οι συμμετέχοντες
οικειοποιούνται κανόνες και πόρους από προϋπάρχουσες πηγές μέσο κοινωνικής
αλληλεπίδρασης. Tα εξαγόμενα της χρήσης του CMC εξαρτώνται από το πώς οι συμμετέχοντες οικειοποιούνται τους κανόνες και
τους πόρους από τις προυπάρχουσες πηγές επιρροής μέσω της κοινωνικής τους
αλληλεπίδρασης. Οι οικειοποιήσεις αυτές βασίστηκαν στην
αντίληψη των μελών των κανόνων της ομάδας για εποικοδομητική συζήτηση και στο
περιεχόμενο και πρότυπο της ομαδικής αλληλεπίδρασης. Η θεωρία της Δομής και η
θεωρία Συστημάτων Αυτόματης Οργάνωσης χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να εξηγήσουν
ότι η αλληλεπιδραστική οικειοποίηση των μελών της ομάδας των προϋπαρχόντων
κανόνων και πόρων δημιουργεί δομή πέρα από τα ήδη υπάρχοντα. Ο γενεσιουργός
μηχανισμός της δομής της ομάδας βρίσκεται στην επαναλαμβανόμενη αλληλεπίδραση
ανάμεσα στην δομή και στην αλληλεπίδραση. Τα πρότυπα της οικειοποίησης που
εμφανίζονται σε ενδοϋπολογιστικές ομάδες μπορούν να επιτυγχάνουν σταθερότητα,
μπορούν να εμφανιστούν κυκλικά ή μπορούν να κυμαίνονται, ανάλογα με το
ταίριασμα ανάμεσα στους παράγοντες της χρονικής δομής, εξωτερικών πλαισίων,
επικοινωνιακοί σκοποί και χαρακτηριστικά συμμετεχόντων. Η ιδέα της
«οικειοποίησης» είναι κατάλληλη. Μάλλον παρά να βλέπεις συμμετέχοντες στο CMC σαν να λειτουργούν με τρόπους που
υπαγορεύτηκαν από τους διαθέσιμους πόρους, ή κανόνες, υποδηλώσεις
οικειοποίησης. Οι συμμετέχοντες διαλέγουν από τι είναι διαθέσιμο σε καιρούς
χρησιμοποιώντας πράγματα με απροσδόκητους τρόπους, σε καιρούς που δεν
χρησιμοποιούν μερικές από τις δυνατότητές.
Οι Contractor και Seibold (1993) άφησαν τον ορισμό της
οικειοποίησης με ασάφεια. Ο μελετητής κοιτάζει πως, γενικά, οι ομάδες
οικειοποιούνται αυτό που προσφέρεται και μετατρέπουν δυνατότητες σε κοινωνικές
δομές έχουν αφεθεί χωρίς συγκεκριμένους δείκτες στο που ή τι θα κοιτάξουν στην
αναζήτηση της «οικειοποίησης». Απαντήσεις στις ερωτήσεις μπορούν να βρεθούν στο
αναπτυσσόμενο σώμα της εργασίας σε πολλά από τις κοινωνικές επιστήμες που
προσεγγίζουν τον πολιτισμό ως ένα σύστημα δυναμικά επαναδημιουργημένο μέσω της
αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις προϋπάρχουσες δομές και στις πρακτικές της
καθημερινής ζωής (Ortner, 1984). Αυτή η πρακτική
προοπτική διαρρέει από την δουλειά του Γάλλου κοινωνιολόγου Bourdieu (1977) και πολλών
μελετητών της κοινωνικοποίησης της γλώσσας, συμπεριλαμβάνοντας τους Miller και Hoogsta (1992), Ochs (1988), και Schieffelin (1990). Αυτοί οι
μελετητές έχουν χρησιμοποιήσει εθνογραφία για να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν
τα ενδιαφέροντα προς ποια μέλη του πολιτισμού, προσανατολισμού της
αλληλεπίδρασής τους και τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούν
πολιτιστικούς πόρους, ειδικά την γλώσσα για να επιτύχουν και να εκτιμήσουν
πολιτιστικές ερμηνείες. Αυτή η εργασία έχει δείξει ότι ακόμα και οι πιο γήινες
αλληλεπιδράσεις απαιτούν ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν προϋπάρχοντες πόρους,
προικισμένους με κοινωνικές ερμηνείες που δημιουργούν και επικαλούνται τύπους
γεγονότων, ταυτότητες, σχέσεις και κανόνες. Ο Πολιτισμός συνεχώς
ξαναδημιουργείται και τροποποιείται μέσω της επικοινωνιακής χρήσης των πόρων
για να επικαλούνται κοινωνικές ερμηνείες. Χρησιμοποιώντας μία θεωρία του εκτός
δικτύου πολιτισμού για να εξηγήσει εντός δκτύου οι ομάδες κληροδοτούν τεκμήρια
που λειτουργούν σε τρόπους σύγκρισης. Δεδομένου ότι η ερώτηση εδώ είναι τι
ποιότητες των συνδεδεμένων στο δίκτυο ομάδων κάνουν τους ανθρώπους να θέλουν να
τους περιγράψουν στην γλώσσα της εκτός δικτύου κοινωνίας, βγαίνει μόνο νόημα
εάν «γυρίσουν» σε μοντέλα της εκτός δικτύου ζωής. Η πρακτική θεωρία του
πολιτισμού είναι ειδικά εφαρμόσιμη επειδή στην εστίασή της στην επικοινωνιακή
αλληλεπίδραση, το πρωταρχικό (και αναμφισβήτητα το μοναδικό) χαρακτηριστικό στα
εντός και εκτός δικτύου κοινοτικά μερίδια. Αυτή η συνοπτική περιγραφή της
πρακτικής προσέγγισης συνιστά ότι ο ερευνητής ενδιαφέρεται για
ενδοϋπολογιστικών ομάδων οικειοποίησης των αναγκών των πόρων, για να δει την
επικοινωνιακή δημιουργία της κοινωνικής ερμηνείας ως κέντρο στην διαδικασία
οικειοποίησης. Η εργασία που εγώ σχολίασα στο πρώτο μέρος εστίασε σε
προϋπάρχουσες δομές. Αυτές οι δομές δεν κάνουν μια ομάδα. Η κοινωνική οργάνωση
αναδεικνύει με μία δυναμική διαδικασία της οικειοποίησης στην οποία οι
συμμετέχοντες επικαλούνται δομές προς δημιουργία ερμηνειών με τρόπους όπου οι
ερευνητές ή οι σχεδιαστές του συστήματος μπορεί να μην προβλέψουν. Αυτές οι
καινοτομίες μπορεί να επηρεάσουν τις δομές. Όπως έγραψε ο Lemos (1996) στην ανάλυσή του
για το Γαλλικό Δίκτυο υπολογιστών Mintel, η τεχνολογία «αναλαμβάνει μία δική της ζωή ή έχει παρθεί και
πραγματοποιείται από διαφορετικές δυνάμεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης». Στο
επόμενο μέρος, γυρίζω στην δημιουργία της κοινωνική ερμηνείας διαμέσου της
καθημερινής ενδοϋπολογιστικής αλληλεπίδρασης.
Ανερχόμενες Κοινωνικές
Ερμηνείες
Όλες οι αλληλεπιδράσεις,
συμπεριλαμβανομένης αυτής η οποία είναι προσανατολισμένη στο καθήκον, περιέχουν
κοινωνικές ερμηνείες και με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν ένα κοινωνικό πλαίσιο (Goodwin & Duranti, 1992; Watlawick, Beavin & Jackson, 1967). Οι κοινωνικές
ερμηνείες που δημιουργούνται στο CMC έχουν γίνει το επίκεντρο σε μελέτες του Συμβουλίου Δελτίων Συστημάτων (Bulletin Board Systems σε απλές πόλεις που φροντίζουν
για συγκεκριμένα ενδιαφέροντα συμπεριλαμβανομένου και της διανομής software και πρωταγωνιστικών παιχνιδιών (Myers,1987a,1987b)),
τοπικά δίκτυα και ένα πανεπιστημιακό δίκτυο
κατοικημένο βασικά από φοιτητές υπολογιστών (Hellerstein, 1985), MUDS και MOOS, λίστες επιστολών και Usenet καθώς και σε Internet Relay Chat (IRC), το οποίο είναι ένας τρόπος αλληλεπίδρασης στο Internet με τον οποίο μπορούν οι άνθρωποι να επικοινωνούν συγχρόνως σε διαφορετικά
«κανάλια» από διάσπαρτες τοποθεσίες (E. Reid,1991). Αυτή η έρευνα έδειξε ότι τα μέλη αυτών των ομάδων
δημιουργικά κατορθώνουν τα χαρακτηριστικά του συστήματος ώστε να μπορούν να
παίξουν με τις νέες μορφές εκφραστικής επικοινωνίας, για να εξερευνήσει πιθανές
δημόσιες ταυτότητες, για να δημιουργήσει ούτως ή άλλως ανεπιθύμητες σχέσεις και
για να δημιουργήσει πρότυπα συμπεριφοράς. Όταν και αν αυτά τα ανερχόμενα
χαρακτηριστικά γνωρίσματα αναπτύσσονται σε σταθερή ομάδα-συγκεκριμένης
κατανόησης, η ομάδα αποκομίζει τη δυνατότητα να μπορεί να απεικονιστεί ως μία
κοινωνία. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες της συνδεδεμένης στο δίκτυο κοινωνικής
ερμηνείας που σχολιάζω εδώ είναι υποδειγματικές. Δεν εννοώ μόνο να προτείνω ότι
είναι οι μοναδικοί τρόποι για να κατηγοριοποιήσουμε συνδεδεμένες στο δίκτυο
κοινωνικές ερμηνείες, ούτε ότι περιέχουν όλες τις πιθανές συνδεδεμένες στο
δίκτυο κοινωνικές ερμηνείες. Θα ανακεφαλαιώσω τώρα κάθε μία από αυτές τις 4
όψεις της δημιουργίας της κοινωνίας με περισσότερες λεπτομέρειες, προτείνοντας
πως κάθε μία μπορεί να συσχετίζεται με τους παράγοντες του εξωτερικού πλαισίου,
χρονικής δομής, υποδομή συστήματος, σκοποί ομάδων και χαρακτηριστικά συμμετεχόντων.
Μορφές Έκφρασης
Το υπολογιστικό μέσο συχνά
χρησιμοποιείται για να διαδίδει μορφές εκφραστικής επικοινωνίας που συνήθως
συνδέεται με την πρόσωπο-με-πρόσωπο επικοινωνία (Fox, 1983; Dorst, 1990). O Fox βρήκε ότι τα δίκτυα υπολογιστών στα
Λύκεια πολύ γρήγορα έγιναν ένας τρόπος για να μοιράζονται αστεία, ανέκδοτα και
γρίφοι. Η επιτυχία της Usenet ομάδας rec.humor δείχνει επίσης την μετάδοση της
εκφραστικής επικοινωνίας μέσω CMC. Παρ’ όλα αυτά, ο Fox
πήγε παραπέρα διαφωνώντας ότι το CMC χρησιμοποιήθηκε για εκφραστικούς λόγους προτείνοντας (με αξιοσημείωτη
διορατικότητα) ότι στο τέλος ο φορέας θα οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων μορφών
εκφραστικής επικοινωνίας. Ο Bakhtin (1986) ήταν ανάμεσα σε αυτούς που διαφώνησαν ότι όπως οι
ομάδες αναπτύσσονταν με τον καιρό, δημιούργησαν ομαδικές-ακριβείς ερμηνείες.
Τελικά νέες μορφές διαλέκτου ή
στυλ μοναδικά σε αυτήν την κοινωνία αναπτύχθηκαν. Η ανάλυση του Cherny (1995) για το «ELSEMOO» είναι μια επίδειξη του πως νέες μορφές
εκφραστικότητας έχουν δημιουργηθεί και τυποποιηθεί σε μοναδικούς πολύγλωσσους
«καταγραφείς» ως μέρος της διαδικασίας αλληλεπίδρασης σε κοινωνίες με computer-μεσολαβητές. Μερικές
από αυτές τις καινοτομίες είναι τρόποι για να εκφράσουν επίδραση, νέο λεξιλόγιο
νέα είδη ανέκδοτων και αστείων και νέες κατηγόριες να μιλούν όλοι μαζί.
Μεγέθη Smiley, εικόνες γραφικών φτιαγμένες χωρίς σημεία
στίξης είναι το πιο διάσημο είδος του νέου εκφραστικού παραδείγματος. Χαμογελούν,(J ),
παίζουν το μάτι πονηρά (;-}), και κατσουφιάζουν (L ). Μπορούν να υποδείξουν αν ένα σχόλιο είναι χιουμοριστικό ή σαρκαστικό. Μπορεί
να υποδείξουν καλή διάθεση, απογοήτευση, έκπληξη και μια ακτίνα με αλλά emoticons. Επίσης μπορεί να προτείνουν μια γενικότερη φιλικότητα. Οι πιο
δημιουργικοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υποδείξουν την ταυτότητα του
χρηστή, σαν όταν ένα «8» έχει αντικατασταθεί για την άνω και κάτω τέλεια για να
δείξει ότι το ποστερ φοράει γυαλιά. Το
ενδεχόμενο για «emoticons» να
διευκολύνουν την κοινωνία , έχει ήδη γίνει γνωστό στην συλλογή τους στο «Smiley οπτικά λεξικά». Συνταγμένα από χρήστες,
τα λεξικά κατανέμουν αυτά τα emoticons στην πραγματικότητα το ίδιο καλά με ντουζίνες από αγνές αστείες που ήθελαν
να εκπροσωπήσουν πράγματα τόσο δυσνόητα όσο buck-toothed βαμπίρ. Το ότι το ρεπερτόριο των μεγεθών Smiley είναι κωδικοποιημένο σε λαϊκά λεξικά και
ανεπίσημα ανακυκλωμένο μεταξύ των χρηστών δείχνει ότι οι χρήστες γνωρίζουν ότι
οι κοινωνίές τους έχουν ομάδα-συγκεκριμένες μορφές έκφρασης και παίρνουν
ενεργούς ρόλους στην κωδικοποίηση αυτών των εκφράσεων.
Πέραν αυτών των emoticons, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να
εκφράσεις όχι προφορικές πληροφορίες. Για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες
χρησιμοποιούν αστερίσκους ή κεφαλαία γράμματα για έμφαση (π.χ. Baym, 1995; Danet, 1995) και σαφείς
προφορικές περιγραφές συμπεριφοράς. Επειδή οι άνθρωποι όταν αστειεύονται στο CMC δεν μπορούν να ακούσουν το κοινό τους να
γελά αυτός που ψυχαγωγεί συχνά περιγράφει τον εαυτό του σαν «σαν να κυλιέται
στο πάτωμα γελώντας», μερικές φορές συντέμνει το ROFL. Κινήσεις σε φανταστικά διαστήματα των
ενδοϋπολογιστών. Σε πρωταγωνιστικούς ρόλους μπορεί να περιγραφούν με μεγάλη
ακρίβεια (Panet & Ruedenberg, 1992). Άλλες εκφραστικά
φορτωμένες καινοτομίες περιέχουν νέα αρκτικόλεξα και λεξιλόγιο, νέα είδη
αστείων και νέες κατηγορίες ομαδικών συζητήσεων συγχρόνως.
Οι χρήστες του r.a.t.s. προσαρμόζουν αυτές τις επικοινωνιακές
καινοτομίες από άλλα CMC
πλαίσια και επίσης δημιουργούν τις δικές τους μορφές έκφρασης. Η ανταπόκριση σε
χιουμοριστικά γράμματα που αναφέρθηκε παραπάνω, «γέλασα τόσο δυνατά που ο
καθένας ήξερε ότι δεν δούλευα» είναι ένας r.a.t.s. -συγκεκριμένος τύπος. Μια ακόμα r.a.t.s. - συγκεκριμένη εκφραστική καινοτομία είναι το
αρκτικόλεξο, IOAS, που
σημαίνει «είναι μόνο σαπουνόπερα» και επαναλαμβάνεται σα λέξη ή φράση που
αποτελεί αντικείμενο διαλογισμού σε στιγμές που το show είναι μη ρεαλιστικό ή όπως και να’ χει
απογοητευτικό. Τα ακρώνυμα είναι απλώς μέρος του ομαδικού-συγκεκριμένου
λεξιλογίου που έχει αναδειχθεί. Το r.a.t.s. επίσης ανακαλύπτει μεγάλο
μέρος λεξιλογίου συγκεκριμένων ομάδων που είναι φορτωμένο με εκφραστικές
διαθέσεις. Οι χαρακτήρες της
σαπουνόπερας έχουν επονομαστεί για παράδειγμα. Days of Our Lives Marlena
«έγινε» «Big Bird» όπου σαν Carly μετονομάστηκε «Camel Lips». Την ημέρα που ο χαρακτήρας της Natalie στο All My Children
τραυματίσθηκε θανάσιμα σε τροχαίο δυστύχημα το παρατσούκλι του άλλαξε από «Nat» σε «Splat». Όπως τα Smiley οπτικά-λεξικά, λίστες με μετονομασίες πολύ συχνά
συντάσσονται και στέλνονται στην ομάδα ή μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για
τους μπερδεμένους νεοεισελθέντες. Ξανά η ενεργή συλλογή και κωδικοποίηση των
μορφών εκφραστικότητας του γκρουπ επιδεικνύει την αυτό-αυτοπάθεια των κοινωνιών
με ενδοϋπολογιστές.
Το r.a.t.s επίσης έχει αναπτύξει μοναδικές μορφές αστείων. «Οι
νόμοι της σαπουνόπερας», για παράδειγμα, απαριθμεί κοινές «συσκευές» αφήγησης
όπως «αν έκανες σεξ μόνο μια φορά θα ήσουν έγκυος». Η δημιουργία «αναπάντητων
ερωτήσεων» στον All My Children σχολιασμό παρομοίως βρίσκει το χιούμορ στο να
αποσπά στην προσοχή στον παραλογισμό του κόσμου της σαπουνόπερας και προβάλλοντας
ικανότητα στο διάβασμα του στυλ της σαπουνόπερας (Baym 1995). Νέες κατηγορίες επικοινωνίας επίσης έχουν
βρεθεί στο r.a.t.s., μερικές δανεισμένες
από το Usenet. Αυτές
περιλαμβάνουν τις «ενημερώσεις» οι οποίες ξαναλένε τους «χαλάστρες» της
σαπουνόπερας οι οποίοι προβλέπουν τι θα γίνει στα θεάματα «προβλέψεις»,
εικασίες για το τι θα γίνει στο θέαμα, και σχολιασμοί του «ΤΑΝ» εφαπτόμενοι στο
θέμα των σαπουνόπερων. Ο Tepper (1997) έγραψε σχετικά με την κοινωνικοπολιτική πρακτική
του «κεφάτου τραγουδιού» σε ένα Usenet γκρουπ, όπου ρωτώντας προφανώς ηλίθιες ερωτήσεις έγινε μια μορφή αστείων
χρησιμοποιημένη για διάκριση των εσωτερικών των ομάδων από τους εξωτερικούς.
Αυτές οι καινοτόμες μορφές
έκφρασης που παρουσιάζονται σαν μέρος της δημιουργίας της κουλτούρας των
ενδοϋπολογιστών είναι συσχετισμένες με κάθε έναν από τους παράγοντες που
συζητήθηκαν νωρίτερα. Το εξωτερικό πλαίσιο του να είσαι «στο Δίκτυο» παρέχει
εξοικείωση με μία ακτίνα από εναλλακτικές μορφές εκφραστικότητας. Εξωτερικά
πολιτιστικά στυλ σχετικά με την έκφραση της επίδρασης προτείνονται όταν η χρήση
τους μπορεί να είναι κατάλληλη. Η χρονική δομή των ομάδων CMC τους δίνει χρόνο να αναπτύξουν ανάγκες
για μορφές έκφρασης (ανάγκες που θα επηρεαστούν από τους σκοπούς της ομάδας)
και χρόνο για να κωδικοποιήσει συγκεκριμένες (ιδιαίτερες) μορφές. Η υποδομή του
συστήματος μπορεί να απενεργοποιήσει αρκετές εθιμοτυπικές μορφές έκφρασης, αλλά
επίσης προσφέρει τα εργαλεία και τις συνδέσεις για να φτιαχτούν νέες μορφές. Τελικά,
τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων παρέχουν την δημιουργικότητα που «γεννάει»
και διαλέγει μεταξύ ανερχόμενων μορφών της εκφραστικής επικοινωνίας.
Ταυτότητα
Το CMC είναι συχνά ανώνυμο, αλλά, δίνοντάς του λίγο
χρόνο, οι άνθρωποι δημιουργούν συνδεδεμένες στο δίκτυο ταυτότητες. Η άποψη που έχει προκύψει από διάφορες ενδείξεις συνίσταται
στο ότι ο υπολογιστής δημιουργεί ανωνυμία, η οποία οδηγεί στην αύξηση της
κοινωνικής συστολής και μια αύξηση αποστολής οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών
μηνυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, η ανωνυμία έχει αποκτήσει την έννοια σαν κάτι το
αναπόφευκτο και προβληματικό μαζί. Το εύρημα ότι οι άνθρωποι προσβάλλονται
περισσότερο όταν χρησιμοποιούν την ανωνυμία στο CMC έχει επίσης βρεθεί στο πεδίο εργασίας στο BBSs και IRC (Myers,1987a, 1987b; E. Reid, 1991). Πολλές αναλύσεις έχουν επικεντρωθεί στο πως
ανώνυμοι χρήστες μπορούν να αλλάξουν φύλα, εμφανίσεις, σεξουαλικό
προσανατολισμό και αμέτρητα άλλα συνήθως αναπόσπαστα ενδεχόμενα του δημόσιου
εαυτού τόσο καλά όσο παίρνουν πολλαπλές ταυτότητες (π.χ.
Carpenter, 1983 - McRae, 1997 - Myers, 1987 - E.M. Reid, 1991,
1995 - Stone, 1999 - Turkle, 1995). Γενικά, η εργασία στις συνδεδεμένες στο δίκτυο
ταυτότητες παρουσιάζει μία μορφωτική μαγεία για το πως η ανωνυμία μπορεί να
χρησιμοποιηθεί για να ανακαλύψει εναλλακτικές εκδοχές για τον εαυτό του καθενός
και να εμπλακεί σε αδοκίμαστες μορφές αλληλεπίδρασης, θεωρητικά
προβληματίζοντας την διάκριση του «πραγματικού εαυτού». Ο E.M. Reid (1991) έγραψε ότι: «οι χρήστες του IRC είναι ικανοί να εκφράσουν και να
πειραματιστούν με εκδοχές της προσωπικότητάς τους όπου η κοινωνική αναστολή
γενικά θα τους ενθαρρύνει να εξαφανίσουν». Η Carpenter (1983) το παρουσίασε αυτό όταν
έγραψε για την απόπειρα του «compusex» ή sex αλληλεπίδρασης που μεταφέρθηκε διαμέσου του CompuServe
δικτύου. Δίνοντας τους χρόνο οι ανώνυμοι χρήστες του CMC φτιάχνουν ταυτότητες για τους εαυτούς τους. Οι Stone (1995) και Turkle (1995) και οι δύο συνδεδεμένοι σε αυτή την μεταμοντέρνα
κατάσταση, στην οποία οι ταυτότητες έχουν γίνει πιο κομματιαστές και εύκαμπτες.
Ακόμα και σε συστήματα που δεν είναι ανώνυμα, παρόλα αυτά, οι ταυτότητες είναι
ενεργητικές και συνεργάσιμες, δημιουργημένες από συμμετέχοντες μέσω
επικοινωνιακής πρακτικής, διαδικασιών ονοματισμού,
δημιουργίας ρόλων και αυτο-αποκάλυψης.
Το προφανές σημείο αφετηρία στην
δημιουργία μίας ταυτότητας είναι η επιλογή του ονόματος Myers (1987) έγραψε ότι
«ονόματα μετατρέπονται σε σήματα-κατατεθέντα, διακριτικές ατομικές οσμές από
τις οποίες οι χρήστες αναγνωρίζονται καθώς είτε φίλοι ή εχθροί μέσα σε μία κατά
τα άλλα ασάφεια και ανώνυμο BBS περιβάλλον επικοινωνίας» (p. 240). Ανώνυμα CMC συστήματα δίνουν στους ανθρώπους την
ευκαιρία να αλλάξουν το όνομά τους από μόνοι τους (Myers, 1987-E.M. Reid, 1991). Αλλά συστήματα επισυνάπτουν πραγματικά
ονόματα, όπως κάνουν αρκετοί Usenet αναγνώστες νέων, αλλά οι χρήστες μπορούν ακόμα να υπογράφουν τα μηνύματά
τους με ονόματα που έχουν διαλέξει για τους εαυτούς τους. Οι Bechar-Israeli (1995) πρόσφεραν μία ανάλυση ενός ονόματος κάποιου
χρήστη που είχε επιλέξει, που δείχνει την παιχνιδιάρικη και παραστατική φύση
του συνδεδεμένου στο δίκτυο ονομασμού.
Οι Walter και Burgoon (1992), μελετώντας ένα CMC σύστημα που δεν ήταν ανώνυμο, βρήκαν ότι
οι συμμετέχοντες εξακολουθούσαν να αναπτύσσουν «παρατσούκλια» και
χρησιμοποιώντας υπογραφές για στόλισμα. Λαμβάνοντας
μία κοινωνική-πληροφορία -διαδικασία προοπτικής, οι Walter και Burgoon πρότειναν ότι η δημιουργική επαύξηση των ονομασιών εξουδετερώνει τα
υπέρμετρα υψηλά επίπεδα της αβεβαιότητας του ενός για τον άλλον σε ένα χώρο με
ενδοϋπολογιστές. Αυτό υποστηρίχθηκε επιπλέον από αναφορές ότι τα ονόματα
επαυξάνονται επίσης με σκοπό να καθορίσουν ταυτότητα σε άλλα άϋλα μέσα
επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου και του Citizens Bond (CB) ράδιου (Dannefer & Poushinsky, 1977 - Kalcik, 1985) και γήινα υπόγεια γκράφιτι (Castleman, 1982). Το μέσο του υπολογιστή
προσφέρει την ευκαιρία όχι μόνο για επαύξηση κάποιου ονόματος αλλά και την
δημιουργία φανταστικών ταυτοτήτων για κάθε έναν. Ο Kalcik σημειώνει ότι στην επιλογή ενός on-air ονόματος, οι χρήστες CB
έχουν την επιλογή μεταξύ να προσπαθήσουν σε εναλλακτική προσωπικότητα ή να
είναι απλώς οι εαυτοί τους. Έγραψε: «Συζητώντας τίτλους και ταυτότητες, τότε
μερικά σημαντικά ενδεχόμενα της CB κοινωνίας περιλαμβάνουν την επιλογή ανάμεσα... στην δυνατότητα της
φαντασίας και πραγματικών ταυτοτήτων και των διαχωρισμών τους ή στην διατήρηση
και των δύο, δίπλα-δίπλα». Ένας από τους χρήστες του
ΒΒS τον οποίο εξέτασε ο Myers (1987b), ένας 14-χρονος, που είχε αυτοονομαστεί «ο Καθηγητής» του είπε: «μπορείς
να κανείς τον χαρακτήρα πίσω από το ψευδώνυμο ακριβώς σαν και εσένα, έναν
συνδυασμό και των δυο, ή ακόμα να φτιάξεις με ποικιλία ανάλογα με την
κατάσταση» (σ. 256). Οι ανώνυμοι χρήστες μπορούν
να αλλάξουν φύλα (γένη), εμφανίσεις, και αναρίθμητες άλλα, συνήθως αναπόσπαστες
εκδοχές του δημόσιου εαυτού. Οι άνθρωποι μπορούν επίσης να πάρουν πολλαπλές
ταυτότητες (Carpenter, 1983; E. Reid, 1991).
Και οι δύο Dannefer
και Poushinsky (1977) και Myers (1987) ανακάλυψαν ότι οι συμμετέχοντες υπερεκτιμούν την
ανωνυμία τους και την προστατεύουν φυλώντας προσεκτικά την απελευθέρωση
προσωπικών πληροφοριών. Για τον Myers αυτό σήμαινε κανένα από τα θέματα του θα συμπλήρωνε τις έρευνες του
επακριβώς. Παρόλο που αρχικά απογοητεύθηκε, οι παραπέρα συνεντεύξεις του και
παρατηρήσεις αποκάλυψαν την σημαντικότητα αυτών των κατά τα φαινόμενα άχρηστων
δεδομένων. Τέτοιες πληροφορίες, ολοκληρώνει, εξαιρούνται των συζητήσεων
εξαιτίας των εκφράσεων ελευθερίας που συνοδεύουν την ανωνυμία. Ένας ενεργός
συμμετέχων του New Orkans BBS που «εμφανίζεται με το όνομα «Andromeda X», του είπε: «κρατώ την
ταυτότητά μου κρυφή όχι επειδή φοβάμαι την επαφή με τους ανθρώπους που γνωρίζω
στο BBS αλλά επειδή η
ανωνυμία είναι μέρος της μαγείας» (1987b) (p. 259).
Κρίνοντας από την μελετηρή
προσοχή που δόθηκε στις ανώνυμες CMC αλληλεπιδράσεις και των χρησιμοτήτων στο παιχνίδι των ταυτοτήτων κάποιος
θα σκεφτεί ότι περισσότερες συνδεδεμένες στο δίκτυο αλληλεπιδράσεις είναι
ανώνυμες και λίγοι άνθρωποι ποτέ δρουν ως οι εαυτοί τους. Η πραγματικότητα
φαίνεται να είναι ότι αρκετοί, πιθανόν πολλοί, κοινωνικοί χρήστες του CMC δημιουργούν συνδεδεμένους στο δίκτυο
εαυτούς, συνεπείς με τις εκτός δικτύου ταυτότητές τους. Ο E.M. Reid (1991) έγραψε για τα «ειδύλλια των δικτύων» στα οποία
άνθρωποι συναντώνται και ερωτεύονται με το IRC. Οι χρήστες CB Kalcik (1985) μελέτησε και επέλεξε να συναντήσει
πρόσωπο-με-πρόσωπο και με αυτό τον τρόπο άφησαν την σκόπιμη ανωνυμία. Η Hellerstein (1985) επίσης σχολίασε
τους αλληλεπιδρώντες του CMC
οι οποίοι δείχνουν να αλληλεπιδρούν σαν οι εαυτοί τους. Στο r.a.t.s. οι άνθρωποι συνήθως χρησιμοποιούν τα δικά τους
ονόματα. Μερικοί υιοθετούν παρατσούκλια, αλλά οι
περισσότεροι που χρησιμοποιούν παρατσούκλια επίσης δημοσιοποιούν τα πραγματικά
τους ονόματα μέσα στα ίδια μηνύματα. Μία διακεκριμένη προσωπικότητα του r.a.t.s., για παράδειγμα χρησιμοποιεί τα αρχικά ως όνομα
αλλά ολόκληρο το όνομά της εμφανίζεται στα κεφαλαία. Η χρήση των πραγματικών
ονομάτων είναι αναμφισβήτητα μερικώς οφειλόμενη στην γενική κατεύθυνση του Usenet απέναντι στην χρήση των πραγματικών
ονομάτων. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες στο r.a.t.s. ενεργά αποθαρρύνουν την ανωνυμία, προτείνοντας ότι το Usenet δεν είναι η μόνη επιρροή στην δημιουργία
των r.a.t.s. ταυτοτήτων. Όταν η
διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κάποιου ανθρώπου είναι κατά τα φαινόμενα
μία τυχαία συλλογή γραμμάτων και αριθμών και δεν υπάρχει ούτε όνομα ούτε
υπογραφή, οι άνθρωποι συχνά ζητούν για ένα όνομα όταν ανταποκρίνονται. Διαφωνώ
ότι αυτή η αποστροφή στην ανωνυμία σχετίζεται με την φύση του σχολιασμού της
σαπουνόπερας και τους ανερχόμενους σκοπούς της ομάδας. Όπως πρότεινα, το r.a.t.s. λειτουργεί εν μέρει ως δημόσια σφαίρα στην οποία
οι άνθρωποι μπορούν να συζητούν κανονικά προσωπικά-κοινωνικά-αισθηματικά
θέματα. Η σαπουνόπερα συνεχώς αξιολογείται για κοινωνικό-αισθηματικό ρεαλισμό,
ο οποίος συνεπάγεται μία αξιόλογη αυτό-αποκάλυψη από συμμετέχοντες σε υψηλά
προσωπικά θέματα. Η χρήση πραγματικών ονομάτων βοηθά να δημιουργείται ένα
γνωστοποιημένο περιβάλλον μέσα στον οποίο αυτού του είδους η αποκάλυψη μπορεί
να πάρει φωνή.
Αυτό το οικείο περιβάλλον το
κάνει κατάλληλο για τους ανθρώπους ώστε να χτίσουν ταυτότητες μέσα από σαφή
εσωτερική αποκάλυψη (self-disclosure), μέχρι τη στιγμή που μια πολύ αγαπητή αποστολέας που φέρει το όνομα «Granma» (γιαγιά) αποκάλυψε ότι είναι γιαγιά,
φοιτήτρια πανεπιστημίου, και ανάμεσα σε άλλες ιδιότητες, πρώην stripper. Βλέπουμε
δηλαδή ότι μέσα από τέτοιου είδους αναπτυσσόμενες ενδοϋπολογιστικές σχέσεις ο
άνθρωπος αρχίζει να νιώθει οικείος με το περιβάλλον και να εκμυστηρεύεται στους
άλλους τις εμπειρίες του, τις ανυσηχίες του, τα μυστικά του. Είναι δηλαδή κάτι
σαν την πρώτη μέρα ενός παιδιού στην κατασκήνωση. Αρχικά απλώς θα εξερευνήσει
το χώρο και θα είναι διστακτικό στο να δημιουργήσει σχέσεις με τα άλλα παιδιά. Μόλις
όμως συνηθίσει την ιδέα του χώρου, τότε συμπεριφέρεται όπως και στην αυλή του
σπιτιού του παρέα με τους καλύτερους του φίλους. Η Granma μοιράστηκε με την ομάδα ακόμα και τη χαρά
της και τη συγκίνηση όταν η κόρη που είχε δώσει για υϊοθεσία πριν από χρόνια,
ήρθε με τη δική της κόρη να μείνει μαζί της. Οι συμμετέχοντες εξατομικεύουν
επίσης τους εαυτούς τους με το να παίρνουν ξεχωριστούς ρόλους μέσα στην ομάδα. Όπως
έχω πραγματευτεί κάπου αλλού (Baym, 1993), μόνο μερικοί
συμμετέχοντες μπορούν να ανταπεξέλθουν στο ρόλο του προσαρμογέα για τα επισόδια
κάποιας συγκεκριμένης μέρας. Επειδή καμιά
κατασκήνωση δεν μπορεί να είναι ίδια με την αυλή του σπιτιού του παιδιού που
αναφέραμε πριν, εκείνο θα ήθελε ίσως να φτιάξει μια όμοιά της στα όρια της
κατασκήνωσης. Γι’ αυτό ορισμένοι δημιουργούν ρόλους για τους εαυτούς
τους φτιάχνοντας νέες κατηγορίες ταχυδρομίου, όπως έκανε ο άνθρωπος που εφηύρε
τις AMC «μη απαντώμενες
ερωτήσεις».
Ένα άλλο μέσο δημιουργίας
ταυτότητας, ένα το οποίο σχετίζεται με την ονοματολογία, είναι η δημιουργία
ενός «αρχείου υπογραφής». Τα αρχεία υπογραφής (ή αλλιώς «sig files») προσάπτονται αυτόματα στο κάτω μέρος της αλληλογραφίας από τον αναγνώστη
νέων του αποστολέα. Συνήθως περιέχουν ένα όνομα, μια e-mail διεύθυνση (και τώρα μια www διεύθυνση). Άλλα συστατικά που συχνά συμπεριλαμβάνονται είναι κάποια
εδάφια, κάποιες εταιρικές δηλώσεις αποποίησης και ορισμένα σχέδια που γίνονται
χρησιμοποιώντας σύμβολα στίξης και γράμματα. Τα σχέδια μπορεί να δείχνουν
ποδήλατα στα αρχεία υπογραφής των ποδηλάτων, ταύρους στην περίπτωση των
φιλάθλων του Πανεπιστημίου του Τέξας, ή αναπαραστάσεις των ονομάτων τους. Τα
αρχεία υπογραφής, επειδή εμφανίζονται στο σώμα κάθε αλληλογραφίας ενός
συγκεκριμένου αποστολέα, είναι τις πιο άμεσες και ισχυρά οπτικές ενδείξεις ταυτότητας. Αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για τη δημιουργία
ηλεκτρονικής ταυτότητας (τόσο για την ένδειξη αυθεντικών μηνυμάτων όσο και για
την επίσιμη ηλεκτρονική του παρουσία) εκμεταλλεύτηκαν αρκετές εταιρείες με την
πώληση ηλεκτρονικών υπογραφών με «ημερομηνία λήξης».
Μέσα από αυτές τις εφαρμογές, οι
συμμετέχοντες είναι ικανοί να δημιουργήσουν αλληλεπιδραστικά αναγνωρίσιμες
προσωπικότητες για τους εαυτούς τους σε αυτό το ενδεχόμενα ανώνυμο περιβάλλον. Όπως η ανάπτυξη της προσωπικότητας και του χαρακτήρα ενός
παιδιού εξαρτάται από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει και από το οποίο
δέχεται επιρροές, έτσι και η δημιουργία των κοινωνικών ταυτοτήτων
σχετίζεται καθαρά με την αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που συζητήθηκαν
στο προηγούμενο τμήμα. Η προσωρινή δομή της ομάδας επηρεάζει την ικανότητα
δημιουργίας ταυτότητας. Χωρίς αρκετό χρόνο, καμιά από τις εφαρμογές που
συζητήθηκαν εδώ για σχηματισμό ταυτότητας μπορεί να γίνει. Σε μια ανάλυση
σχετική με το Usenet, ο Walther (1996) ανέφερε ότι η
τυχαία εμφάνιση γεγονότων και ειδικά ψυχικών που φαίνεται να σχετίζονται αλλά
δεν εξηγούνται με συμβατικούς μηχανισμούς μπορεί να γίνει αρκετά σημαντική στο
χειρισμό εντύπωσης, καθώς οι συμμετέχοντες μπορούν να έχουν περισσότερο
στρατηγικό έλεγχο πάνω στις παρουσιάσεις των εαυτών τους, ειδικά όταν το CMC είναι ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ τους. Μεμονωμένες
ταυτότητες πρέπει να κατανοηθούν μέσα σε όρους της δικιάς τους προσωρικής δομής× μια από τις πιο σημαντικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων που
αλληλογραφούν είναι η συχνότητα με την οποία γράφουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι
γράφουν λιγότερο από δυο φορές το μήνα, ενώ ελάχιστοι γράφουν πολλές φορές κάθε
εβδομάδα (Baym, 1993). Επίσης, ορισμένοι άνθρωποι οι οποίοι γράφουν
μόνο λίγες φορές κάθε μήνα μπορεί να συμμετέχουν αρκετά ώστε η αθροιστική
συνεισφορά τους να σφυρηλατεί ένα ξεχωριστό ρόλο στην κοινωνία.
Εξωτερικά πλαίσια και ομαδικές
επιδιώξεις επηρεάζουν επίσης το σχηματισμό της ταυτότητας. Αυτό φαίνεται στο r.a.t.s. όπου η ανωνυμία αποθαρρύνεται και η εσωτερική
αποκάλυψη ενθαρρύνεται ως αποτέλεσμα του πλαισίου της σαπουνόπερας και των
πρακτικών στόχων που συνεπάγεται η συζήτησή του. Η ικανότητα του να είναι
κάποιος ανώνυμος ή να επισυνάπτει αρχεία υπογραφής εξαρτάται στην υποδομή του
συστήματος. Τα ανώνυμα συστήματα θα παρέχουν ένα μεγαλύτερο εύρος δυνατοτήτων. Παρολ’
αυτά, ακόμα και σε συστήματα που δεν είναι ανώνυμα, η ταυτότητα κατασκευάζεται
δημιουργικά μέσα από τη χρήση της αυξανόμενης ονοματολογίας, αρχείων υπογραφής,
εσωτερική αποκάλυψη , και υϊοθέτηση ρόλου. Οι ίδιες οι προσωπικότητες
προέρχονται, φυσικά, από τα προσόντα της ιδιοσυγκρασίας των χαρακτηριστικών των
συμμετεχόντων. Όσο και να θέλει να προσποιηθεί
κάποιος, αυτό που θα καταφέρει θα είναι μια παραλλαγή του εαυτού του βασισμένη
στις εμπειρίες και τις αδυναμίες του, άσχετα αν ο ίδιος έχει την ψευδαίσθηση
ότι είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Η έκταση με την οποία οι άνθρωποι
χρησιμοποιούν CMC ως ένα μέσο
επινόησης προσωπικότητας, επαναδημιουργίας των ταυτοτήτων τους, ή ένα συνδιασμό
των δυο παραπάνω, και οι τρόποι με τους οποίους το κάνουν, είναι κεντρικά
θέματα με την κατασκευή ενός ενδοϋπολογιστικού κοινωνικού κόσμου. Ταυτόχρονα,
αυτά τα κοινωνικά πλαίσια και οι κοινωνικοί περιορισμοί πάνω στην εντός δικτύου ταυτότητα πρέπει να εξετάζονται στις
συζητήσεις της φαινομενικά ατελείωτης διαθέσιμης ανεξαρτησίας των εντός δικτύου
προσωπικοτήτων.
Σχέσεις
Οι CMC συμμετέχοντες μπορούν να έχουν όχι μόνο
ταυτότητες, αλλά και σχέσεις με τους άλλους συμμετέχοντες. Σε ορισμένες
περιπτώσεις, οι άνθρωποι πηγαίνουν στο CMC με
προϋπάρχουσες φυσικές σχέσεις, όπως στην περίπτωση που συνάδελφοι του ίδιου
γραφείου χρησιμοποιούν CMC (Baron, 1984; Seibold et al., 1994; Steinfield, 1986). Σε άλλες περιπτώσεις, οι άνθρωποι γνωρίζουν ο
ένας τον άλλο από προηγούμενες ενδοϋπολογιστικές αλληλεπιδράσεις σε διαφορετικά
πλαίσια. Ο Myers (1987b) βρήκε ότι πολλοί από τους ανθρώπους στο BBS του είχαν ήδη δημιουργήσει σχέσεις και σε
άλλα BBSs. Οι συνδρομητές σε
πολλαπλές λίστες ηλεκτρονικού ταχυδρομίου ή οι αναγνώστες πολλαπλών Usenet ομάδων νέων γνωρίζουν ότι ακόμα και σε ένα απέραντο δίκτυο όπως το
Διαδίκτυο, οι ίδιοι άνθρωποι διασχίζουν μονοπάτια επανειλημμένως.
Οι άνθρωποι επίσης δημιουργούν
καινούργιες σχέσεις μέσα σε ενδοϋπολογιστικές ομάδες. Οι
Walther και Burgoon (1996) συζητούσαν ότι τα προβλήματα που έθεταν οι υπολογιστές
για τη δημιουργία σχέσεων είναι εύκολο να υπερνικηθούν. Η κοινωνική πληροφορία
που δεν ήταν διαθέσιμη με την αμεσότητα του φυσικού πλαισίου μπορεί να κερδιθεί
με με λέξεις μέσα από την ενδοϋπολογιστική αλληλεπίδραση_ «η διαδικασία της κοινωνικής
εισχώρησης» απλά παίρνει περισσότερο χρόνο. Χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση
ανάλυσης παράγοντα σε μια ανάπτυξη σχέσης, ανακάλυψαν ότι τα ποσοστά μεταξύ των
συμμετεχόντων στις κοινωνικά επιθυμητές διαστάσεις της ηρεμίας/χαλάρωσης,
ανεπισημότητας, δεκτικότητας/εμπιστοσύνης και κοινωνικού προσανατολισμού
αυξήθηκαν με το χρόνο, ενώ τα ποσοστά της υπεροχής μεταξύ τους μειώθηκαν. Με
άλλα λόγια, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο με τρόπους που
αντικατοπτρίζουν μια μεγαλύτερη αίσθηση της κοινωνικής σχέσης. Οι Parks και Floyd (1996) διεξήγαγαν μια
τυχαία έρευνα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των συμμετεχόντων στο Usenet και βρήκαν ότι περίπου τα δύο τρίτα από
αυτούς (60.7%) είχαν δημιουργήσει μια προσωπική σχέση μέσα από το Usenet. Είναι πολύ
φυσικό ο άνρωπος να δημιουργήσει προσωπικές σχέσεις μέσα σε ενδοϋπολογιστικές
ομάδες. Από τη στιγμή που έχει αποδεχτεί το περιβάλλον, η ηλεκτρονική γνωριμία
δεν υστερεί σε τίποτα από μια γνωριμία σε ένα μπαρ. Οι γυναίκες ήταν
ελαφρώς πιο πιθανό από ότι οι άνδρες να έχουν δημιουργήσει εντός δικτύου
σχέσεις, αλλά οι καλύτεροι προάγγελοι ήταν η διάρκεια και η συχνότητα
αλληλογραφίας σε μια συγκεκριμένη ομάδα νέων. Μολονότι οι περισσότερες σχέσεις
που ανέφεραν τα θέματά τους δεν ήταν έντονα οικεία, εμφάνισαν «συγρατημένα»
επίπεδα αφοσίωσης σε αυτές τις φιλίες (καθώς μετρήθηκαν με μια καθορισμένη
κλίμακα που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της αφοσίωσης στις φυσικές
σχέσεις).
Η εργασία του Myers (1987b) και της Hellerstein (1985) προτείνουν ότι ορισμένοι από τους πιο συχνούς CMC χρήστες ευδοκιμούν σε σχεσιακές
πιθανότητες του μέσου. Οι συχνοί χρήστες του συστήματος του Πανεπιστημίου της
Μασσαχουσέτης που μελέτησε η Hellerstein είπαν ότι η πρωταρχική χρήση που έκαναν στο σύστημα ήταν για να
επικοινωνήσουν με φίλους. Ανέφεραν ότι αφιέρωναν περισσότερο χρόνο σε
ενδοϋπολογιστικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις παρά σε τηλεφωνικές ή φυσικές
επικοινωνίες. Ο Myers βρήκε
δύο ειδών ειδήμονες ανάμεσα στους συχνούς χρήστες, τους τεχνολογικά έξυπνους
και τους σχεσιακά έξυπνους, οι οποίοι κυριαρχούν στη ροή των μηνυμάτων. Αυτοί
που ονόμαζε «κοινωνικοί ειδήμονες», όσοι εστιάζονται σε σχεσιακά ενδιαφέροντα
μέσα στην ομάδα, αποκτούσαν τη δύναμή τους από την ικανότητα που είχαν να
γαλουχούν και να κατευθύνουν τη ροή των εντός δικτύου σχέσεων. Είδαν τον
υπολογιστή σαν μια κοινωνία και τα δίκτυα επικοινωνίας σαν βασισμένα σε
κοινωνικές σχέσεις. Διερμήνευσαν το επικοινωνιακό πλαίσιο σαν την έκφραση των
αξιών και είδαν το αποτέλεσμα της επικοινωνίας σαν τη δημιουργία των ρόλων. Με άλλα λόγια, η ενδοϋπολογιστική κοινωνία θεωρήθηκε ώς
κοινωνία μιας ξένης χώρας που μόλις μάθεις τη γλώσσα και την κουλτούρα της
μπορείς να ενεργήσεις όπως και στον τόπο σου! Η ανάλυσή μου της
αλληλεπίδρασης του r.a.t.s. (Baym, 1994) δείχνει ότι οι συχνοί αλληλογραφείς του θέματος All My Children ήταν πιο πιθανό να παρακολουθούν
διαπροσωπικές ευθυγραμμίσεις της αλληλεπίδρασης σε σχέση με τους λιγότερα
συχνούς. Είναι πιο πιθανοί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιούν ονόματα ανθρώπων
όταν ανταποκρίνονται στα μηνύματά τους και να παραδέχονται ρητά απόψεις άλλων.
Οι άνθρωποι που
γνωρίζονται εντός δικτύου μπορεί αργότερα να μεταφέρουν τη σχέση αυτή εκτός
δικτύου αν προκύψει μια τέτοια πιθανότητα, όπως ήταν η περίπτωση που εξέτασε ο Kalcik (1985) με
τους χρήστες των CBs. Έτσι οι εντός δικτύου σχέσεις συχνά μετακινούνται σε τουλάχιστον ένα
επιπλέον κανάλι. Οι Parks και Floyd (1996) βρήκαν ότι το 35.3% των ανταποκριτών τους
χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο, το 28.4% χρησιμοποιούσε το ταχυδρομείο και το 33.3%
συνέχιζε τις σχέσεις σε φυσικό επίπεδο. Αφού λοιπόν
είπαμε νωρίτερα ότι οι ενδοϋπολογιστικές γνωριμίες βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο
με οπουδήποτε άλλου είδους γνωριμία, τί πιο φυσικό από το τελειώσεις ένα «talk» ή ένα «e-mail» με μια από τις φράσεις:
τηλεφώνησέ μου, περιμένω γράμμα σου, πότε θα σε δω; Η Hellerstein (1985) στην εργασία της βρήκε αυτή τη σχεσιακή
μετακίνηση εκτός δικτύου επίσης. Στο r.a.t.s. οι άνθρωποι συχνά κανονίζουν τοπικές συγκεντρώσεις ή συναντήσεις όταν
ένας συμμετέχων επισκέπτεται την περιοχή όπου κατοικούν άλλοι. Λίγοι από τους r.a.t.s. συμμετέχοντες στην πόλη μου, για παράδειγμα,
συναντιώνταν κάθε λίγους μήνες για φαγητό, για να δουν μαζί ορισμένα επισόδια
του All My Children ή για να επισκευτούν το r.a.t.s.ter.
Αν και γενικώς θεωρείται ως μια
αρνητική συνέπεια του CMC,
ακόμα η φαινομενική αντισχεσιακή πρακτική της αποστολής οργισμένων, υβριστικών
ή εχθρικών μηνυμάτων μπορεί να μετερμηνευτεί ως ένα είδος καλόβουλης σχέσης. Ο Myers (1987a, p. 241) περιέγραψε την αποστολή οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών μηνυμάτων
ως ένα είδος παιχνιδιού όπως όλοι μας μικροί έχουμε
μιλήσει κορακίστικα (βάζοντας κάποιο γράμμα μεταξύ των συλλαβών). Μολονότι
ο Myers δεν έκανε τη
σύγκριση, η αποστολή οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών μηνυμάτων μπορεί να
συγκριθεί με φόρμες τυπικών προσβολών οι οποίες είναι δημοφιλείς σε ομάδες
συνομίλικων παιδιών και υπηρετούν για την αναγνώρισή τους ως μέλη σε αυτές τις
ομάδες (Bronner, 1988). Αυτό αποδεικνύεται από ένα BBS χρήστη του Myers ο οποίος έγραψε σε έναν καινούργιο χρήστη: «έχει
πολύ πλάκα να προσβάλλει ο ένας τον άλλον αλλά μην εμπλακείς». Η αποστολή
οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών μηνυμάτων είναι μια δημιουργούμενη φόρμα
σχέσης που απολαμβάνεται από μια συναισθηματική απόσταση (ο Myers το περιέγραψε ως «chest-thumbing display of on-line egos»). Η αποστολή οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών
μηνυμάτων είναι αρκετά σπάνιο και αποδοκιμάζεται ρητά στο r.a.t.s. όπου, όπως θα περιγράψω, η ευγένεια είναι
κανόνας.
Σχεσιακή ανάπτυξη μεταξύ των CMC συμμετεχόντων σχετίζεται επίσης και με
τους πέντε παράγοντες εξωτερικών πλαισίων, υποδομής του συστήματος, προσωρινής
δομής, στόχοι της ομάδας, και χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων. Εξωτερικά
πλαίσια, όπως οι φυσικές τοποθεσίες των συμμετεχόντων, σαφή οριοθέτηση της
ικανότητας των ανθρώπων να συναντιούνται ή την πιθανότητα να είναι ήδη γνωστοί.
Το εξωτερικό πλαίσιο άλλων δικτυακών αλληλεπιδράσεων επηρεάζεται παρόμοια
άσχετα αν οι συμμετέχοντες μπορεί ήδη να γνωρίζονται μεταξύ τους όταν μπαίνουν
σε μια ομάδα. Η υποδομή του συστήματος παρέχει τους συνδέσμους μεταξύ όποιων
σχέσεων μπορούν να σχηματιστούν. Το αν θα
ακολουθήσουν οι συμμετέχοντες τους συνδέσμους είναι δική τους υπόθεση. Όσο
με την ανάπτυξη εκφραστικών επικοινωνιών και ταυτοτήτων, η σχεσιακή ανάπτυξη
στηρίζεται στην παρουσία μιας συμβάλλουσας προσωρινής δομής. Στο CMC, όπως και στην πραγματική ζωή, οι σχέσεις
χρειάζονται χρόνο για να γίνουν. Επειδή ο σκοπός του r.a.t.s. είναι να συζητήσει σαπουνόπερες, μια διαδικασία,
όπως έχω δείξει, η οποία εμπλέκει μια δίκαιη ποσότητα εσωτερικής αποκάλυψης και συζήτησης προσωπικών θεμάτων, η δημιουργία
φιλικών σχέσεων γίνεται ένας από τους επείγοντες σκοπούς της ομάδας. Οι σαπουνόπερες, αν και θίγουν παρατραβηγμένα γεγονότα της
καθημερινής ζωής, απευθύνονται σε αρκετά ευαίσθητα άτομα που ταυτίζονται με τους
χαρακτήρες των επεισοδίων. Έτσι συζητώντας για τα καυτά θέματα που απασχολούν
τη σειρά είναι σα να εκμυστηρεύονται τα προβλήματά τους και τις χαρές τους σε
τρίτους ανθρώπους. Αυτοί λοιπόν οι τρίτοι άνθρωποι δεν μπορεί παρά να είναι
φίλοι τους. Η επιρροή των χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων στο
σχηματισμό σχέσεων εξετάζεται ξεχωριστά στην έρευνα του Myers ότι η πιο σχεσιακά προσανατολισμένη ως
προς τη μεριά του χρήστη αντίληψη του υπολογιστή ήταν ως ένα μέρος στο οποίο οι
σχέσεις μπορούν να αναπτυχθούν. Η έκταση στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις
αναπτύσονται εντός δικτύου φαίνεται να επηρεάζεται κατά μέρος από την παρουσία
σχετικά λίγων συχνών χρηστών των οποίων οι προοπτικές του μέσου τους οδηγούν
στην ενθάρρυνση της δημιουργίας διαπροσωπικών δεσμών με τρόπο που μπορεί να
είναι ελαφρώς διακριτικός. Η ισορροπία των φύλων μιας ομάδας μπορεί επίσης να
επηρεάζει τον αριθμό των σχέσεων που σχηματίζονται όσο και τις συνομιλίες στις
οποίες εμφανίζονται. Σε μια ομάδα στην οποία η
ισορροπία των φύλων δε διατηρείται (και υπερτερούν οι αρσενικοί) αν ένας άντρας
μπει με γυναικείο όνομα θα έχει πολύ περισσότερες προσκλήσεις για επικοινωνία,
παρά αν έμπαινε με το πραγματικό του. Οι CMC σχέσεις συχνά αναπτύσονται σε φυσικές σχέσεις που
μετά μπορούν να παραμείνουν ως ενδοϋπολογιστικές σχέσεις. Η έκταση στην οποία
οι CMC ομάδες σφετερίζονται
το μέσο ως μια δημόσια σχεσιακή συζήτηση, και οι τρόποι με τους οποίους γίνεται
αυτό, είναι σημαντικά θέματα στην κοινωνική κατασκευή των ενδοϋπολογιστικών
κοινωνιών.
Κανόνες Συμπεριφοράς
Οι συνεχιζόμενες ομάδες CMC έχουν τη τάση να αναπτύσσουν κανόνες
συμπεριφοράς όπως επίσης και διαμοιραζόμενες έννοιες, προσωπικότητες, και
σχέσεις. Μερικοί κανόνες εξαπλώνουν ευρείς συνδυασμούς από CMC χρήστες. Για παράδειγμα, ο Myers (1987b) έγραψε ότι «υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη παραδοχή της εθνικής BBS κοινωνίας- με θετικούς και αρνητικούς
κανόνες συμπεριφοράς» (p.264). Ο Werry (1996) συζητά τους
κανόνες IRC. Υπάρχουν επίσης
και κανόνες που εξαπλώνονται στο Usenet. Οι McLaughlin, Osborne & Smith (1995) παρήγαν μια κατηγορία-επτά «ταξινόμηση της
παραπονούμενης διοίκησης στο Usenet» σχεδιασμένη πάνω σε μια σειρά αποστελόμενων παραπόνων στις ομάδες Usenet με τα αρχικά
αποστελόμενα να διανέμονται μέσα στο δίκτυο. Προσδιορίζουν κανόνες που έχουν
σχέση με τη λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας, τη σπατάλη του εύρους ζώνης, τις
μεταφορές εύρους δικτύου, τις συγκεκριμένες μεταφορές ομάδων νέων, τις ηθικές
παραβάσεις, την ακατάλληλη γλώσσα, και τα τεκμηριωμένα λάθη.
Κανόνες επίσης αναπτύσσουν στο
επίπεδο συγκεκριμένης ομάδας, όπως η τέταρτη κατηγορία του McLaughlin et al. (1995) δείχνει. Οι ομάδες του Usenet που συζητούν θεάματα της τηλεόρασης και ταινίες συχνά έχουν ένα κανόνα ότι
οι καταστροφείς του κόσμου πρέπει να συμπεριληφθούν στις θεματικές
γραμμές των αποστελλομένων που προδίδουν την ιστορία από πριν. Αυτό επιτρέπει
σε αυτούς που δε θέλουν το θέαμα που έχει καταστραφεί από αυτή την
αναβαθμισμένη πληροφορία να αποφεύγουν τέτοια αποστελλόμενα. Οι προγραμματιστές
του συστήματος και οι συμμετέχοντες σε κάθε υποκουλτούρα μπορούν επίσης να
δημιουργήσουν μοναδικά δεοντολογικά πρότυπα (Hellerstein, 1985). Οι χρήστες
συνεχώς ενισχύουν τους κανόνες με το να δημιουργούν δομικές και κοινωνικές
κυρώσεις εναντίον εκείνων που κακομεταχειρίζονται την έννοια του συστήματος της
ομάδας (Mnookin, 1996; E. M. Reid, 1991). Έτσι όπως όταν
παίρνουμε μια κλήση της αστυνομίας πρέπει να συμμορφοθούμε αν θέλουμε να
ξαναοδηγήσουμε, έτσι γίνεται και στην ενδοϋπολογιστική κοινωνία. Τα πρωτόκολλα του Usenet, ή όπως ονομάζονται εντός
δικτύου netiquette, περιλαμβάνουν κανόνες που αποσκοπούν
στο να αποτρέπουν άλλους από το να αναγκάζονται να διαβάσουν άχρηστο υλικό, να
περιορίζουν την έκταση σην οποία κάποιος μπορεί να δημιουργεί ψευδείς
ταυτότητες, να προστατεύουν το ιδιωτικό περιβάλλον του ατόμου και άλλα. Το
ρεπερτόριο των emoticons που χρησιμοποιούνται στο Usenet συνοδεύεται επίσης και από έναν αριθμό κανόνων σχετικά με τη σωστή τους
χρήση, συμπεριλαμβάνοντας τί είδους μηνύματα πρέπει να μαρκάρονται και
τονίζοντας πότε τα smiley faces είναι πάρα πολλά. Οι ομάδες έχουν διαφοροποιημένους κανόνες
για την κύρωση τους. Οι Smith, McLaughlin και Osborne (1997) βρήκαν σημαντικές παραλλαγές ανάμεσα στις ομάδες
στο ύφος των κατηγοριών για παραβάσεις του δικτυακού πρωτοκόλλου (netiquette).
Έχω ήδη αναφέρει έναν αριθμό από
δεοντολογικές μεταφορές που έχουν εισαχθεί μέσα στο r.a.t.s. Όλα τα δικτυακά πρωτόκολλα (netiquette) από το Usenet χρησιμοποιούνται στην ομάδα. Αποσπάσματα χρησιμοποιούνται, διασκευάζονται,
και διορθώνουν πηγές ιδιοτήτων, όλα να είναι συμβατά με τα πρότυπα του Usenet. Ταυτότητες παρουσιάζονται σχετικά σωστά.
Τα emoticons χρησιμοποιούνται
για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις. Έχω επίσης συζητήσει κανόνες που έχουν
αναπτυχθεί μέσα στις ομάδες. Το ταμπού ενάντια στην αποστολή οργισμένων,
υβριστικών ή εχθρικών μηνυμάτων μεταξύ άλλων είναι ένας τέτοιος κανόνας, και
αυτό ταιριάζει ακόμα και όταν επιπλήττουμε άλλους για τη συμπεριφορά τους. Ο
προσωρινός κανόνας της σχέσης της ομάδας, ο οποίος κάνει ακατάλληλο να
αποστείλεις απάντησης περισσότερο από 4 ή 5 μέρες μετά από την ημέρα που το
αυθεντικό μήνυμα εστάλη, είναι ένας άλλος εμφανιζόμενος κανόνας. Είναι σα να αδιαφορείς για το συνομιλητή σου, που έστω και
αν ισχύει αυτό θα πρέπει να του απαντήσεις μέσα σε 4 ή 5 μέρες λέγοντάς του να
μη σε ξαναενοχλήσει! Όπως έδειξα στην ανάλυσή μου για τα μηνύματα
χαρακτηριστικά διαφωνιών και συμφωνιών στο r.a.t.s. (Baym, 1996), αυτοί οι κανόνες
είναι διεισδυτικοί, επιδεικνύοντας τα γλωσσικά πρότυπα μιας ομάδας.
Ο τελευταίος κανόνας στο r.a.t.s. που θέλω να συζητήσω έχει σχέση με τις
σαπουνόπερες και παρουσιάζει μια ιδιαίτερα οργανωμένη καινοτομία εκ μέρους των
συμμετεχόντων. Επειδή όλες οι σαπουνόπερες έχουν συζητηθεί στο r.a.t.s., αλλά λίγες αν κάποιοι συμμετέχοντες
παρακολουθούν κάθε σαπουνόπερα, η ανάγκη προέκυψε να προσδιοριστεί ποια
σαπουνόπερα διευθυσιοδοτεί ένα έγγραφο. Η ομάδα απάντησε σε αυτή την ανάγκη με
το να καθιστά συμβατικά ακρώνυμα για να υποδεικνύουν κάθε σαπουνόπερα και να τα
χρησιμοποιεί στην αρχή κάθε γραμμής θέματος. Οι συμμετέχοντες μπορούν να
χρησιμοποιούν αυτές τις υποδείξεις για να διαγράφουν αυτόματα μηνύματα για
σαπουνόπερες που δεν παρακολουθούν. Είναι παράλογο
να συζητάς για μαγειρική όταν δεν ξέρεις πώς να βράσεις ένα αβγό. Άλλωστε όλοι
μας γνωρίζουμε πόσο εκνευριστικά είναι τα μηνύματα που για να καταλάβεις ότι δε
σε αφορούν πρέπει πρώτα να τα διαβάσεις μέχρι τη μέση. Αυτός ο κανόνας
δικτυακού πρωτοκόλλου (netiquette), πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο στο r.a.t.s., συστηματικά ενδυναμώνεται. Αυτοί που
παραλείπουν τις συντομογραφίες των σαπουνόπερων στις γραμμές θέματος, είτε από
άγνοια είτα από αμέλεια, πιθανότατα να τιμωρηθούν και δημοσίως και μέσω του
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Οι κανόνες που αναπτύσσονται στο r.a.t.s., και, θυμίζω, σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα, είναι
άμεσα συσχετιζόμενοι με τους σκοπούς της ομάδας. Αυτό είναι να συναντήσουν τις
ανάγκες της κοινωνίας, ανάγκες που είτε δίνονται είτε παρουσιάζονται, ώστε να
αναπτυχθούν πρότυπα συμπεριφοράς και μέθοδοι κύρωσης ακατάλληλης συμπεριφοράς. Το
ταμπού της αποστολής οργισμένων, υβριστικών ή εχθρικών μηνυμάτων στο r.a.t.s. και η φιλία της διαφωνίας, για παράδειγμα,
χρησιμεύει στο να διατηρήσει στο r.a.t.s. ένα ασφαλές περιβάλλον για τα είδη εσωτερικής αποκάλυψης και εκφράσεις
γνωμών που αναμιγνύονται στην ερμηνεία των σαπουνόπερων. Το σύστημα είναι
φανερά μια επίδραση στους εμφανιζόμενους κανόνες· πράγματι πολλοί από τους κανόνες περιστρέφονται
γύρω από τη κατάλληλη χρήση των δυνατοτήτων του συστήματος. Τα συστήματα επίσης
προσφέρουν διαφορετικούς τύπους από μέσα για να ενισχύσουν τους κανόνες. Σε
συστήματα όπως τους AOL's «φακέλους», όπου η αποστολή είναι
περιορισμένη, ακατάλληλα μηνύματα απλά μπορούν να τραβηχτούν πριν πότε
εμφανιστούν. Είναι δηλαδή σαν ένα ακριβό εστιατόριο
που όλοι μπορούν να μπουν ελεύθερα αρκεί να φορούν επίσιμο ένδυμα. Στις
απεριόριστες ομάδες του Usenet, αντίθετα, οι άνθρωποι στρέφονται στο να καταισχύνουν άλλους με το να
τραβούν την προσοχή στις παραβιάσεις τους. Τα εξωτερικά πλαίσια επηρεάζουν τους
κανόνες με το να προσφέρουν προϋπάρχοντα πρότυπα και προωθώντας τις ανησυχίες
γύρω από τις οποίες αναπτύσσονται τα δεοντολογικά συστήματα. Ο κανόνας του r.a.t.s. της προσωρινής σχέσης σχετίζεται με το εξωτερικό
πλαίσιο των οπαδών της σαπουνόπερας, προκύπτοντας από τη συνεχιζόμενα
αναπτυσσόμενη δομή της ιστορίας της σαπουνόπερας. Η προσωρινή δομή, όπως πάντα,
προσφέρει χρόνο για να αναπτυχθούν κανόνες αλλά επίσης γίνεται και η ίδια θέμα
για κανόνες. Στις συνεχιζόμενες ομάδες, οι κανόνες θα αναπτυχθούν σχετικά με το
πως χρησιμοποιείται ο χρόνος, και αυτές οι εμφανιζόμενες προσωρινές δομές
προωθούν δομή αλληλεπίδρασης. Τέλος, τα χαρακτηριστικά της ομάδας και του
συμμετέχοντα, περιλαμβάνοντας, και το γένος, παίζουν ρόλο στο να αποφασιστεί τι
συμπεριφορές οι άνθρωποι θα υπομείνουν και τι δε θα υπομείνουν.
Η Εμφανιζόμενη Κοινωνία
Μια από τις πολλές
ερωτήσεις που πρέπει να θέσουμε σχετικά με τις ενδοϋπολογιστικές κοινωνίες
είναι η εξής: Ποια είναι η φύση της δέσμευσης του ατόμου-μέλους προς αυτές; Στο
φυσικό κόσμο, τα μέλη μιας κοινότητας πρέπει να ζουν μαζί. Όταν το να είσαι
μέλος σε μια κοινότητα είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζήτημα του αν είσαι ή όχι
συνδρομητής σε έναν πίνακα ανακοινώσεων (bulletin board) ή σε μια ηλεκτρονική ομάδα
συζήτησης, είναι διαφορετική η φύση της αλληλεπίδρασης απλά επειδή κάποιος
μπορεί να αποδεσμευτεί με λίγες ή καθόλου συνέπειες; Όπως τόνισε ο Vilem Flusser (1986) υπάρχει μια ακριβής
διάκριση, οντολογική και πνευματική, ανάμεσα «στους κόσμους που εμείς έχουμε
σχεδιάσει [και] … σ’ αυτό που μας έχει δοθεί, όπως ο περιβάλλον κόσμος» (σελ. 242).
Αυτή η συζήτηση έχει δείξει ότι
οι συμμετέχοντες στο CMC
αναπτύσσουν φόρμες έκφρασης που τους επιτρέπει να επικοινωνούν με τη κοινωνική
πληροφορία και να δημιουργούν και κωδικοποιούν συγκεκριμένες έννοιες της
ομάδας, κοινωνικά να διαπραγματεύονται συγκεκριμένες ταυτότητες της ομάδας,
φόρμες σχέσεων που εξαπλώνονται από το εύθυμα ανταγωνιστικό στο βαθιά ρομαντικό
και που κινείται ανάμεσα στο δίκτυο και στην πρόσωπο-με-πρόσωπο αλληλεπίδραση,
και δημιουργούν κανόνες που εξυπηρετούν για να οργανώνουν αλληλεπίδραση και να
διατηρούν επιθυμητά κοινωνικά κλίματα. Αυτές οι
κοινωνίες, που επεκτείνονται σε Internet Relay Chat, ιδιωτικά BBS, Usenet, εμπορικά δίκτυα και άλλα, δημιουργούν
μοιραζόμενες κοινωνικές πραγματικότητες μέσα από αλληλεπιδραστική
διαπραγμάτευση. Αυτή η εργασία προτείνει ότι η δημιουργία ενός μέσου έκφρασης
επικοινωνίας, ταυτότητας, σχέσεων και κανόνων μέσα από ομιλητική άσκηση στις
ενδοϋπολογιστικές ομάδες είναι βασική για τη διαδικασία δημιουργίας κοινωνίας. Η αλληλεπίδραση δε δουλεύει από μόνη της. Τα
μέσα στα οποία οι συμμετέχοντες σχεδιάζουν όταν συνθέτουν τα μηνύματά τους, και
οι κανόνες που διαμορφώνουν το τι μπορούν να κάνουν, προέρχονται από ένα πλήθος
από εξωτερικές πηγές. Οι παράγοντες της προσωρινής δομής, εξωτερικά πλαίσια,
σύστημα εσωτερικής δομής, οι σκοποί της ομάδας, και χαρακτηριστικά των
συμμετεχόντων και της ομάδας έχουν προταθεί ως οι πιο εμφανείς προϋπάρχουσες
δυνάμεις στην ανάπτυξη της κοινωνίας της υπολογιστικής διαμεσολάβησης. Αυτές οι
δυνάμεις επηρεάζουν η μια την άλλη επηρεάζοντας εμφανιζόμενες κοινωνικές
διαστάσεις της ομάδας.
Ο Dorst (1990, p.183) κατέληξε ότι το CMC «είναι ένας υπερβολικά ενεργός
λαογραφικός χώρος, μάσα στον οποίο κοινωνικές και πνευματικές δυνάμεις
λειτουργούν και καταχωρούνται.» Οι κοινωνικές και πνευματικές δυνάμεις που έχω
εξετάσει εδώ συχνά εμφανίζονται σε σταθερά υποδείγματα ανάμεσα σε μια ομάδα. Είναι
αυτά τα σταθερά υποδείγματα των κοινωνικών εννοιών, εμφανιζόμενα μέσω μιας
συνεχιζόμενης ομιλίας μιας ομάδας, που επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να
φαντάζονται τους εαυτούς τους μέρος μιας κοινωνίας. Λέγοντας ότι η αίσθηση της
κοινωνίας εμφανίζεται από τις σταθερές κοινωνικές έννοιες δε σημαίνει ότι αυτές
οι έννοιες δεν αμφισβητούνται ποτέ. Απεναντίας, συνεχόμενες προκλήσεις είναι
ένα εσωτερικό μέρος κοινωνικής ζωής στις περισσότερες εντός δικτύου κοινωνίες. Οι
Stivale (1997) και Connery (1997), για παράδειγμα, έγραψαν για νεοφερμένους που
τους ρωτούσαν για έννοιες της εντός δικτύου ομάδας οι οποίες δεν είχαν
προσαρμοσθεί κοινωνικά για να μοιράζονται. Ο Connery πίστευε σε αυτούς τους ερωτηθέντες νεοφερμένους,
λέγοντας ότι αυτοί εμποδίζουν την απολίθωση της κοινωνίας με το να υποσκάπτουν
την εξουσία που έρχεται από την αφρόκρεμα ης κοινωνίας, ισχυρίζοντας ότι «η
ελευθερία της ομάδας σαν μια δημόσια σφαίρα μπορεί μόνο να αναζωογονηθεί από
τους ανυπάκοους νεοφερμένους που περιφρονούν τους κανόνες και τις εξουσίες που
αναπόφευκτα αναπτύσσονται σε μακροχρόνιες ομάδες» (p.177). Η συνεχιζόμενη
δυνατότητα μιας ομάδας εντός δικτύου να υποστηρίξει την αίσθηση της κοινωνίας
σίγουρα εξαρτάται από τη δυναμική ευελιξία με την οποία διαπραγματεύεται τις
προκλήσεις.
Είναι επίσης πιθανό, φυσικά, ότι
μερικές ομάδες δε θα δημιουργήσουν ένα σταθερό σύνολο από κοινωνικές έννοιες
ούτε θα προσφέρουν μια αίσθηση από κοινωνία συγκεκριμένης ομάδας. Υπάρχουν
αμέτρητοι λόγοι που η κοινωνία μπορεί να μην εμφανιστεί εντός δικτύου. Μπορεί
να υπάρχει ανεπαρκής αλληλεπίδραση ώστε να υποστηρίξει την ανάπτυξη εννοιών
συγκεκριμένης ομάδας. Μια ομάδα της οποίας οι συμμετέχοντες εργάζονται αρκετά ή είναι θεματικά προσανατολισμένοι μπορεί να
επιλέξουν να μην αναπτυχθούν κοινωνικά. Σε μερικές ομάδες, όπως η ινδιάνικης
κουλτούρας ομάδα νέων που ο Mitra (1997) αναλύει, ο πυρήνας των κοινωνικών εννοιών ανάμεσα
στην ομάδα μπορεί να γίνει πεδίο μάχης, έχοντας ως αποτέλεσμα μια ανοιχτά
διχασμένη ομάδα να προσφέρει λίγη, ή οσοδήποτε, αίσθηση κοινωνίας (αν και μπορώ
να φανταστώ κάθε διχόνοια μέσα στην ομάδα μπορεί να νοιώσει μια αίσθηση
κοινωνίας κληροδοτούμενη από τις εναντιώσεις τις προς τους άλλους).
Τι, αν οτιδήποτε, μπορούμε να
πάρουμε από την ανάλυση εδώ προσπαθώντας να υπολογίσουμε την αξία ή την
επίδραση των εντός δικτύου κοινωνιών; Μια από αυτές τις εμφανιζόμενες κεντρικές
συνέπειες του μοντέλου είναι ότι είναι πλήρως ντετερμινιστικό να αντιλαμβάνεται όλες τις «virtual κοινωνίες» σαν ένα μοναδικό φαινόμενο και για
αυτό το λόγο να τις εκτιμήσουμε με μοναδική κρίση. Το r.a.t.s. είναι εκεί έξω με αμέτρητες χιλιάδες από εντός
δικτύου ομάδες που τροποποιούνται πάρα πολύ. Μερικές ομάδες είναι σίγουρα κακές
για την εκτός δικτύου ζωή, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι
περισσότερες είναι κακές. Η έρευνα που έχω επανεξετάσει και το μοντέλο που έχω
προτείνει δείχνει ότι οι ομάδες εντός δικτύου κινούνται μέσα στη δομή της εκτός
δικτύου ζωής παρά τίθενται αντίθετα σε αυτή. Η ένδειξη περιλαμβάνει τη
διαπεραστικότητα των εκτός δικτύου περιεχομένων στην εντός δικτύου
αλληλεπίδραση και τη μετατόπιση των εντός δικτύου σχέσεων σε εκτός δικτύου. Υπάρχουν
πολλά ακόμα που πρέπει να κατανοηθούν για τις πολλές πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις
ανάμεσα στην εντός δικτύου και τοπική κοινωνία πριν διαγράψουμε οποιαδήποτε από
τις δύο.
Ο πρόδρομος του Internet John Quarterman (1993) είπε: «Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση
διαμόρφωσαν μια καινούργια κοινωνία.Τα δίκτυα υπολογιστών θα κάνουν το ίδιο. Ίσως
αυτή τη φορά μπορέσουμε να αποφύγουμε ορισμένα λάθη» (σελ 49). Ο καθένας φυσικά θα το ευχόταν αυτό. Όμως
κάποιος θα πρέπει επίσης να αναρωτηθεί «τί σημαίνει τεχνολογία και πρόοδος;» (Terry & Calvert, 1997, σελ. 2). Είναι σημαντικό στην επιτυχία των προσπαθειών για το χτίσιμο κοινοτήτων,
κανένας να μη εμπλέκει την εξουσία πίσω από αποφάσεις που προορίζονται για το
σχεδιασμό και την οργάνωσή τους.
Σημείωση: ό,τι είναι με μωβ
χρώμα είναι σχόλια που προστέθηκαν από εμάς. Ό,τι είναι με μπλε χρώμα είναι προσθήκες από τις εργασίες:
1. The Emergence of On-Line Community, Nancy K. Baym
2. Information, Internet, and Community: Notes Toward an Understanding of Community in the Information Age, STEVEN G. JONES
Αναφορές
Allen, R. C. (1985). Speaking of soap operas. Chapel Hill: University of North Carolina
Press.
Anderson, B. (1983). Imagined communitites: Reflections on the origin and spread of
nationalism. London: Verso.
Ang, I. (1985). Watching Dallas: Soap opera and the melodramatic imagination. New
York: Routledge.
Babrow, A. S. (1989). An expectancy-value
analysis of the student soap opera audience. Communication Research, 16, 155-178.
Bakhtin, M. M. (1986). Speech genres & other late essays.
Austin: University of Texas.
Baron, N. S. (1984). Computer-mediated
communication as a force in language change. Visible language, 18(2), 118-141.
Baym, N. K. (1993). Interpreting soap
operas and creating community: Inside a computer-mediated fan culture. Journal of Folklore Research, 30,
143-176.
Baym, N. K. (1994). Communication, interpretation and relationships: A study of a
computer-mediated fan community. Unpublished doctoral dissertation,
University of Illinois, Urbana-Champaign.
Baym, N. K. (1995a). From practice to
culture on Usenet. In S. L. Star (Ed.), The
cultures of computing (pp. 29-52). Oxford, UK: Basil Blackwell.
Baym, N. K. (1995b). The emergence of
community in computer-mediated communication. In S. G. Jones (Ed.), Cybersociety: Computer-mediated community
and communication (pp. 138-163). Thousand Oaks, CA: Sage.
Baym, N. K. (1995c). The performance of
humor in computer-mediated communication.
Journal of Computer-Mediated Communication [On-line], 1(2). Available: http://207.201.161.120/jcmc/vol1/issue2/baym.html
Baym, N. K. (1996). Agreement and
disagreement in a computer-mediated group. Research
on Language and Social Interaction, 29, 315-346.
Bechar-Israeli, H. (1995). From
(Bonehead) to (cLoNehEAd): Nicknames, play and identity on Internet relay chat.
Journal of Computer-Mediated
Communication [On-line], 1(2). Available: http://207.201.161.120/jcmc/vol1/issue2/bechar.html
Bourdieu, P. (1977). Outline of a theory of practice. Cambridge, UK: Cambridge,
University Press.
Bronner, S. J. (1988). American children's folklore. Little
Rock, AK: August House.
Brunsdon, C. (1989). Text and audience.
In E. Seiter, H. Borchers, G. Kreutzer, & E. Warth (Eds.), Remote control: Television, audiences, and
cultural power (pp. 116-129). New York: Routledge.
Carpenter, T. (1983, September 6). Reach
out and access someone. The Village Voice,
pp. 9-11.
Castleman, C. (1982). Getting up: Subway graffiti in New York.
Cambridge: MIT Press.
Cherny, L. (1995). The MUD register: Conversational modes of action in a text-based vitual
reality. Unpublished doctoral dissertation, Stanford University, Palo Acto,
CA.
Cody, M. J., Wendt, P., Dunn, D.,
Pierson, J., Ott, J., & Pratt, L. (1997, May). Friendship formation and creating communities on the Internet: Reaching
out to the senior population. Paper presented at the Annual Meeting of the
International Communication Association, Montreal, Canada.
Connery, B. A. (1997). IMHO: Authority
and egalitarian rhetoric in the virtual coffeehouse. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp. 161-180). New
York: Routledge.
Contractor, N. S., & Seibold, D. R. (1993) . Theoretical frameworks for the study of structuring processes in group decision support systems. Adaptive structuration and self-organizing systems theory. Human Communication Research, 19(4),528-563.
Culnan, M. J., & Markus, M. L. (1987). Information technologies. In F. Jablin, L.L. Puntman, K.H. Roberts, &L.W. Porter (Eds), Handbook of organizational computing: An interdisciplinary perspective (pp.420-443). Newbury Park, CA: Sage.
Danet, B. (1995). Playful expressivity and artfulness in computer-mediated communication. Journal of Computer-Mediated Communication [On-Line],1(2). Available : http://207.201.161.120/jmcm/vol1/issue2/genintro.html
Danet, B., & Ruedenberg, L. (1992, October0. “Smiley “ icons: Keyboard kitsch or new communication code? Paper presented at the Annual Meeting of the american Folklore Society, Janksonsville, FL.
Dannefer, W. D., & Pousinsky, N. (1997). Language and community: CB in perspective. Journal of Communication, 27, 122-126.
Doheny-Farina, S. (1996). The wired neighborhood. New Haven, CT: Yale University Press.
Dorst, J. (1990). Tags and burners, cycles and networks: Folklore in the telectronic age. Journal of Folklore Research, 27,179-190.
Dyrkton, J. (1996). Cool runnings: The coming of cybereality in Jamaica. In R. Shields (Ed.), Cultures of Internet: Virtual spaces, real histories, living bodies (pp. 49-57). London :Sage.
Erol’s (1997). Usenet Statistics (1997/09/16-1997/09/17) [On-Line]. Available: http://thereisnocabal.news.erols.com/feedinfo (Accessed September, 17, 1997).
Fernback, J. (1997). The individual within the collective: Virtual ideology and the realization of collective principles. In S. G. Jones (Ed.), Virtual culture (pp.36-54). London: Sage.
Fox, W. S. (1983). Computerized creation and the diffusion of folkloric materials. Folklore Forum, 16, 5-20.
Geraghty, C. (1991). Women and soap opera. Cambridge, MA: Polity.
Goodwin, C. & Duranti, A.(1992). Rethinking context: An introduction. In A. Duranti & C. Goodwin (Eds.), Rethinking context: Language as an interactive phenomenon (pp. 1-42). Cambridge, UK: Cambridge University Press.
Healy, D. (1997). Cyberspace and place: The Internet as middle landscape on the electronic frontier. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp.55-71). New York: Routledge.
Hellerstein, L. N. (1985). The social use of electronic communication at a major university. Computers and the Social Sciences, 1, 191-197.
Herring, S. (1994). Politeness in computer culture: Why women thank and men flame. In M. Bucholtz, A. C. Liang, L. Sutton, & C. Harris (Eds.), Cultural performances: Proceedings of the third Berkeley women and language conference (pp. 278-293). Berkeley, CA: Women and Language Group.
Herring, S. (1996). Posting in a
different voice: Gender and ethics in computer-mediated communication. In C.
Ess (Ed.), Philosophical approaches to computer-mediated communication (pp.
115-145). Albany: SUNY Press.
Hiltz, S. R., & Turoff, M.
(1978). The network nation: Human communication via computer. Reading,
MA: Addison-Wesley.
Hollingshead, A. B., & McGrath,
J. E. (1995). The whole is less than the sum of its parts: A critical review of
research on computer-assisted groups. In R. Guzzo & E. Salas (Eds.), Team
effectiveness and decision making in organizations (pp. 46-68). San
Francisco: Jossey-Bass.
Ito, M. (1997). Virtually embodied:
The reality of fantasy in a multi-user dungeon. In D. Porter (Ed.), Internet
culture (pp. 87-110). New York: Routledge.
Joe, S. K. (1997, May). Socioemotional
use of CMC: Self-disclosure in computer-mediated communication. Paper
presented at the Annual Meeting of the International Communication Association,
Montreal, Canada.
Jones, S. G. (1997). The Internet
and its social landscape. In S. G. Jones (Ed.), Virtual culture (pp.
7-35). London: Sage.
Kalcik, S. (1985). Women’s handles
and the performance of identity in the CB community. In R. Jordan &
S.Kalcik (Eds), Women’s folklore, women’s culture (pp. 99-108).
Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Kiesler, S., Siegel, J., &
McGuire, T. W. (1984). Social psychological aspect of computer-mediated
communication. American Psychologist, 39(10), 1123-1134.
Lemos, A. (1996). The labyrinth of Minitel.
In R. Shields (Ed.), Cultures of Internet: Virtual spaces, real histories.
Living bodies (pp. 33-48). London: Sage.
Livingstone, S. M. (1990).
Interpreting a television narrative: How different viewers see a story. Journal
of Communication, 40, 72-85.
Lockard, J. (1997). Progressive
politics, electronic individualism and the myth of virtual community. In D.
Porter (Ed.), Internet culture (pp. 219-232). New York: Routledge.
McGrath, J. E. (1984). Groups:
Interaction and performance. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.
McLaughlin, M. L., Osborne, K. K.,
& Smith, C. B. (1995). Standards of conduct on Usenet. In S.G. Jones (Ed.),
CyberSociety: Computer-mediated community and communication (pp.
90-111). Thousand Oaks, CA: Sage.
McRae, S. (1997). Flesh made word:
Sex, text, and the virtual body. In D. Porter (Ed.), Internet culture
(pp. 73-86). New York: Routledge.
Miller, P. J., & Hoogstra, L.
(1992). Language as a tool in the socialization and comprehension of cultural
meanings. In T. Schwartz, G. White, & C. Lutz (Eds.), New directions in
psychological anthropology (pp. 83-101). New York: Cambridge University
Press.
Mitra, A. (1997). Virtual
commonality: Looking for India on the Internet. In S. G. Jones (Ed.), Virtual
culture (pp. 55-79). London: Sage.
Mnookin, J. L. (1996). Vitrual(ly)
law: The emergence of law in LambdaMOO. Journal of Computer
Mediated-Communication [On-line], 2 (1). Available: http://207.201.161.120/jcmc/vol2/issue1/lambda.html
Myers, D. (1987a). A new environment
for communication play: On-line play. In G. A. Fine (Ed.), Meaningful play,
playful meaning (pp. 231-245). Champaign, IL: Human Kinetics.
Myers, D. (1987b). "Anonymity
is part of the magic": Individual manipulation of computer-mediated
communication contexts. Qualitative Sociology, 19(3), 251-266.
Nochimson, M. (1992). No end to
her: Soap opera and the female subject. Berkeley: University of California
Press.
Ochs, E. (1988). Culture and
language development. Cambridge, UK: Cambridge University Press.
Ortner, S. B. (1984). Theory in
anthropology since the sixties. Comparative Studies in Society and History,
26(1), 126-166.
Parks, M. R., & Floyd, K.
(1996). Making friends in cyberspace. Journal of Communication, 45(1),
80-97.
Reid, B. (1993, August 6). Usenet
readership report for July, 1993. news.lists.
Reid, B. (1993, August 6). Electropolis: Communication and community on
Internet Relay Chat. Unpublished Master’ s Thesis, University of Melbourne,
Australia.
Reid, E. (1995). Virtual wolds:
Culture and imagination. In S. G. Jones (Ed.), CyberSociety: Computer-mediated communication and community
(pp.164-183). Thousand Oaks, CA: Sage.
Rheingold, H. (1993). Virtual communities. Reading, MA:
Addison-Wesley.
Robins, K. (1995). Cyberspace and
the world we live in. In M. Featherstone & R. Burrows (Edw.), Cyberspace/cyberbodies/cyberpunk: Cultures
of technological embodiment (pp.135-156). London: Sage.
Rubin, A.M., & Perse, E.M.
(1987). Audience activity and soap opera involvement: A uses and effects
investigation. Human Communication
Research, 14(2), 246-268.
Savicki, V., Lingenfelter, D., & Kelley, M. (1996). Gender language style in group composition in Internet discussion groups. Journal of Computer-Mediated Communication [On-Line], 2(3). Available: http://207.201.161.120/jcmc/vol2/issue3/savicki.html
Schieffelin, B. (1990). The give and take of everyday life.
Cambridge, UK: Cambridge University Press.
Schuler, D. (1996). New community networks: Wired for change.
Reading, MA: Addison-Wesley.
Seibold, D. R., Heller, M. A., &
Contractor, N. S. (1994). Group decision support systems (GDSS): Review,
taxonomy, and research agenda. In B. Kovacic (Ed.), Organizational communication: New perspectives (pp. 143-168).
Albany: SUNY Press.
Smith, C. B., McLaughlin, M. L.,
& Osborne, K. K. (1997). Conduct control on Usenet. Journal of Computer-Mediated Communication [On-Line], 2(4). Available:
http://207.201.161.120/jcmc/vol2/issue4/smith.html
Steinfield, C. W. (1986).
Computer-mediated communication in an organizational setting: Explaining
task-related and socioemotional uses. In M. L. McLaughlin (Ed.), Communication yearbook, Vol. 9
(pp.777-804). Beverly Hills, CA: Sage.
Stivale, C. J. (1997). Spam:
Heteroglossia and harassment in cyberspace. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp.133-144). New York:
Routledge.
Stone, A. R. (1995). The war of desire and technology at the
close of the mechanical age. Cambridge: MIT Press.
Stratton, J. (1997). Cyberspace and
the globalization of culture. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp. 253-276). New York: Routledge.
Tabi, J. (1997). Reading, writing,
hypertext: Democratic politics in the virtual classroom. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp.133-144). New York:
Routledge.
Tepper, M. (1997). Usenet
communities and the cultural politics of information. In D. Porter (Ed.), Internet culture (pp.133-144). New York:
Routledge.
Tile.net. (1997). Newsgroup descriptions [On-Line].
Available: http://tile.net/news
(Accessed September 17, 1997).
Turkle, S. (1995). Life on the screen: Identity in the age of
the Internet. New York: Simon & Schuster.
Walther, J. (1996).
Computer-mediated communication: Impersonal, interpersonal and hyperpersonal
interaction. Communication Research,
23(1), 3-43.
Walther, J. B., & Burgoon, J. K.
(1992). Relational communication in computer-mediated interaction. Human Communication Research, 19(1),
50-88.
Watzlawick, P., Beavin, J., &
Jackson, D. (1967). Pragmatics of human
communication: A study of interactional patterns, pathologies, and paradoxes.
New York: W. W. Norton.
Weise, E. R. (1996). A thousand
aunts with modems. In L. Cherny & E. R. Weise (Eds.), Wired women, (pp.vii-xv). Seattle: Seal.
Werry, C. C. (1996). Linguistic and
interactional features of Internet Relay Chat. In S. Herring (Ed.), Computer-mediated communication: Linguistic,
social, and cross-cultural perspectives (pp.47-63). Amsterdam: John
Benjamins.
Witmer, D., & Katzman, S.
(1997). On-line smiles: Does gender make a difference in the use of graphic
accents? Journal of Computer-Mediated
Communication [On-Line], 2(4). Available: http://207.201.161.120/jcmc/vol2/issue4/witmer1.html
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος