| Βασιλάκης
Γιώργος (1560)
Δρόσος Νίκος (1573) Καραμούτσιου Εύη (1587) Κασσιός Αλέξης (1674) Μπαλωμένου Γιάννα (1605) Παπαγγελής Σάκης (1617) |
Εργασία Για το Μάθημα Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech Μάϊος 1999 |
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ-ΦΕΤΙΧ ΚΑΙ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΕΝΗ ΦΥΣΗ:
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ
BRYAN PFAFFENBERGER
Πανεπιστήμιο της Βιτρζίνια
Η έννοια της τεχνολογίας γίνεται χρήσιμη μόνο όταν αποκαλύπτονται οι σιωπηρές της προκαταλήψεις.
Για να κατανοήσουμε την εξελικτική σημασία της ανθρώπινης τεχνολογικής δραστηριότητας, προτείνω οι ανθρωπολόγοι να αφήσουν στην άκρη τους μύθους της Πάγιας Θεώρησης (για παράδειγμα ΄΄η ανάγκη είναι η μητέρα της εφεύρεσης΄΄,η έννοια των τεχνουργημάτων είναι ένα φαινομενικό ζήτημα στύλ΄΄,η ιστορία της τεχνολογίας είναι μια σταδιακή πρόοδος από τα εργαλεία στις μηχανές΄΄) και να θεωρήσουν την ανθρώπινη τεχνολογική δραστηριότητα λαμβάνοντας υπ’ όψην την έννοια του κοινωνικοτεχνολογικού συστήματος. [“Archaelogical Reasearche on Style” Michelle Hegmon]
Στο Δυτικό Λόγο υπάρχουν
δύο πόλοι μυθικού σκέπτεσθαι, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι με τον όρο:
ο τεχνολογικός ντετερμινισμός και η τεχνολογική υπνοβασία. Ο πρώτος πόλος
περιγράφει την τεχνολογία ως την αιτία κοινωνικών σχηματισμών και ο δεύτερος
αρνείται την ύπαρξη αιτιολογικής σύνδεσης. Εντούτοις και οι δύο μεταμορφώνουν
τις κοινωνικές επιλογές και τις κοινωνικές σχέσεις που εμφανίζονται σε
οποιοδήποτε τεχνολογικό σύστημα. Για να αντιπαρέλθουμε σε αυτές τις έννοιες,
η τεχνολογία επαναπροσδιορίζεται εδώ ως ένα συνολικό κοινωνικό φαινόμενο,
με την έννοια που έχει χρησιμοποιήσει ο Mauss. Είναι ταυτόχρονα υλικό,
κοινωνικό και συμβολικό φαινόμενο. Η δημιουργία και η χρήση μιας τεχνολογίας
λοιπόν, σημαίνει εξανθρωπισμός της φύσης. Αυτό σημαίνει την έκφραση ενός
κοινωνικού οράματος, τη δημιουργία ενός ισχυρού συμβόλου και τη δική μας
ενασχόληση σε μια μορφή ζωής. Συνεπώς η μελέτη της τεχνολογίας εξυπηρετείται
ορθά με τα ερμηνευτικά εργαλεία της συμβολικής ανθρωπολογίας. Η άποψη αυτή
εξηγείται σε μια συνοπτική ανάλυση
προγραμμάτων αποίκησης βασισμένων σε αρδευτικά έργα στη Σρι – Λάνκα.
Ο Μαρξ έγραψε ότι η μελέτη της τεχνολογίας είναι ύψιστης σπουδαιότητας για τις ανθρώπινες επιστήμες: “αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τη φύση, τη διαδικασία με την οποία διατηρεί τη ζωή του” (Marx 1938). Λίγοι ανθρωπολόγοι θα αμφισβητούσαν την άποψη αυτή. Ωστόσο, οι κοινωνικοί και οι πολιτισμικοί ανθρωπολόγοι σπάνια στρέφουν την πλήρη ισχύ των θεωρητικών τους εργαλείων πάνω στο θέμα. Αυτό νομίζω ότι είναι άδικο, εφόσον οι μοναδικές υπαίθριες μέθοδοι και ο ολιστικός προσανατολισμός της ανθρωπολογίας καθιστούν το πεδίο επωφελές για τη μελέτη της τεχνολογίας.
Οι κοινωνικοί και οι πολιτισμικοί ανθρωπολόγοι, έχουν αναμφίβολα συνεισφέρει σημαντικά στη μελέτη της ύπαρξης και των στρατηγικών στη μεταλλευτική βιομηχανία, όπως η άρδευση (Beardsley 1964, Downing & Gibson 1974, Geertz 1972, Gray 1973, Hunt & Hunt 1976, Leach 1959), η αλιεία (Acheson 1981), η εξόρυξη μεταλλευμάτων (Godoy 1985, J. Nash 1979, Taussig 1980), η βιομηχανία (Holzberg & Govannini 1981), και η επίδραση των τεχνολογικών αλλαγών (ιδιαίτερα της βιομηχανοποίησης) σε παραδοσιακές κοινωνίες (π.χ. Bodley 1982, Mitchell 1973, Nash 1967, Pelto 1973, Sharp 1952, Wallace 1978). Εντούτοις, χωρίς να υποτιμηθεί η συνεισφορά αυτών των μελετών, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει στις περισσότερες από αυτές μια περίεργη παράλειψη. Η τεχνολογία σπάνια παρουσιάζεται σε αυτές τις μελέτες ως ένα θέμα, το οποίο από μόνο του είναι πραγματικά ενδιαφέρον. Αντίθετα οι ανθρωπολόγοι συχνά εξισώνουν την τεχνολογία με τον υλικό πολιτισμό και την θεωρούν ως δεδομένη. Η τεχνολογία απεικονίζεται ως κάτι βασικά ξένο προς την ανθρώπινη ζωή και μία δύναμη, στην οποία πρέπει να προσαρμόζονται οι κοινωνίες και οι πεποιθήσεις. Για παράδειγμα, στην ανθρωπολογία εξόρυξης μεταλλευμάτων υπάρχει μια προφανής “έλλειψη ενδιαφέροντος στην παραγωγική διαδικασία και στον ίδιο το χώρο εργασίας”, την οποία μια μονογραφία μεγέθους ενός βιβλίου σχετική με εξόρυξη μεταλλευμάτων μπορεί να αναπτύξει σε “μία ή δυο σελίδες” (Godov 1985:211). Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι, για τους περισσότερους ανθρωπολόγους, η τεχνολογία βρίσκεται πέρα από τα όρια του επιστημονικού ενδιαφέροντος.
Πράγματι, η τεχνολογία αντιμετωπίζεται σαν κάτι που υπάρχει απλά για να διευκολύνει τη ζωή μας. Όμως σπάνια συνδέεται με την κοινωνία και την ανθρώπινη ζωή. Και αναμφίβολα αυτό είναι τουλάχιστο περίεργο, αφού προέρχεται από τις κοινωνικές σχέσεις και είναι βαθειά συνδεδεμένη με αυτές. Κάθε τεχνολογία είναι συνυφασμένη με ένα σύνολο κοινωνικών συμπεριφορών και εννοιών. Είναι λοιπόν αρκετά ανησυχητικό να θεωρείται από τους ανθρωπολόγους σαν ένα θέμα χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας τα τελευταία χρόνια αποδεικνύει ότι έχει μπει καλά στη ζωή μας και ο σωστός προσδιορισμός του κοινωνικού της ρόλου είναι περισσότερο επιτακτικός από ποτέ.
Η έλλειψη ενδιαφέροντος προς την τεχνολογία συνδυάζεται με μια εξίσου αξιοπρόσεκτη έλλειψη προσοχής στον προσδιορισμό του όρου. Για παράδειγμα, στις 1.255 σελίδες του Εγχειριδίου κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας του Honigmann, ο όρος χρησιμοποιείται επιφανειακά και χωρίς ορισμό σε έξι σελίδες μόνο. Μια έρευνα των Κοινωνιολογικών Αποσπασμάτων που διεξάχθηκε με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή, αποκάλυψε ότι από τα 8.355 άρθρα που ανακτήθηκαν σε μια ελεύθερη αναζήτηση κειμένου για τον όρο ανθρωπολογία και για άλλους συγγενείς όρους, μόνο τριάντα οκτώ άρθρα περιείχαν τη λέξη “τεχνολογία” στα αποσπάσματά τους ή στις λέξεις – κλειδιά του θέματος και μόνο τέσσερα άρθρα την περιείχαν στους τίτλους τους. Κανένα από τα άρθρα δεν όριζε τον όρο.
Η έλλειψη προσοχής στον ορισμό του όρου προκαλεί τουλάχιστον έκπληξη, σε μια επιστήμη που ασχολείται με τη δια-πολιτιστική μετάφραση και την κριτική εθνοκεντρικών προϊόντων. Εδώ, λοιπόν, έχουμε έναν όρο, ο οποίος, αναμφίβολα, βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτού που οι Δυτικοί (και οι Δυτικοποιημένοι) τείνουν να εξυμνήσουν για τον εαυτό τους. Θα ήταν πραγματικά εκπληκτικό, εάν αυτό δε διαχεόταν εντελώς με εκείνο που ο Mills (1963:435) είχε αποκαλέσει “οι εθνοκεντρικότητες της έννοιας”. Έτσι λοιπόν, το πρώτο βήμα προς την ανθρωπολογία της τεχνολογίας είναι το “άδειασμα των πολιτιστικών αποσκευών” ή προηγούμενων αντιλήψεων, οι οποίες νοερά συνδυάζονται με τον όρο τεχνολογία. Όπως θα αποδειχθεί, το βήμα αυτό διασαφηνίζει την αναξιοπιστία της πολιτισμικά τροφοδοτούμενης Δυτικής έννοιας της τεχνολογίας και, επιπλέον, επιτάσσει τον επανακαθορισμό του όρου προς χρήση από τους ανθρωπολόγους. Επίσης, καταδεικνύει γιατί η τεχνολογία αποτελεί από μόνη της αντικείμενο ενδιαφέροντος για τη συμβολική και ερμηνευτική ανθρωπολογία.
Τεχνολογία και Δυτική ιδεολογία
Οι καθορισμοί του όρου τεχνολογία που βρίσκονται σε εγχειρίδια, θέτουν σοβαρές αμφιβολίες για τη χρήση του όρου στον ανθρωπολογικό λόγο. Συχνά, για παράδειγμα, η τεχνολογία ορίζεται ως το ολικό άθροισμα των “ορθολογιστικών” και “αποτελεσματικών” τρόπων ενίσχυσης του “ελέγχου στη φύση” από τον άνθρωπο (εναλλακτικοί όροι: “εξουσία στη φύση”, “κυριαρχία στη φύση”, κτλ.). Για παράδειγμα τεχνολογία είναι “οποιοδήποτε εργαλείο ή τεχνική, φυσικό εφόδιο ή μέθοδος ενέργειας ή δημιουργίας, με το οποίο επεκτείνεται η ανθρώπινη ικανότητα” (Schon 1967).
Ένας από τους ορισμούς της τεχνολογίας είναι αυτός που δίνει ο Spier(93:2): Η τεχνολογία είναι όλα εκείνα τα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να τροποποιήσει ή να ελέγξει το φυσικό του περιβάλλον. Αυτός ο ορισμός δεν είναι καθόλου ικανοποιητικός γιατί θεωρεί δεδομένο τον εγγενή σκοπό του ανθρώπου να κυριαρχήσει πάνω στη φύση. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Ο ιστορικός Lynn White (1967) σημειώνει ότι υπάρχει ένας εν δυνάμει δεσμός μεταξύ αυτών των όρων και της αφετηρίας της Χριστιανικής μεταφυσικής, η οποία υπαγορεύει την ανθρώπινη κυριαρχία επί του φυσικού κόσμου. Σύμφωνα με τον White, αυτή η παράδοση έχει οδηγήσει τη Δύση στο κατώφλι μιας σοβαρής και αυτοκαταστροφικής οικολογικής κρίσης. Είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί με την ανάλυση του White σχετικά με την προέλευση αυτής της εγγενώς ιδεολογικής έννοιας της τεχνολογίας, ο ίδιος παρέχει επαρκή επιχειρήματα, για να αντιμετωπιστεί ο όρος με κάποια δυσπιστία. Τουλάχιστον, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η έννοια της τεχνολογίας έχει κανονιστικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την Πάγια Θεώρηση και σχεδόν κάθε άλλο ανθρωπολογικό ορισμό της τεχνολογίας η τεχνική είναι μια αποτελεσματική πράξη σε αντίθεση με την μαγεία ή την θρησκεία. Ο Spier ξεκαθαρίζει αυτή τη θέση αφαιρώντας από την έννοια της τεχνολογίας κάθε μαγικό-θρησκευτικό στοιχείο με το οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να ελέγξουν την φύση.
[“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια κρύβονται ακόμα μεγαλύτεροι κίνδυνοι. Η πολιτιστικά τροφοδοτούμενη έννοια του όρου “τεχνολογία” φέρει δύο σιωπηρές σημασίες, δύο απολύτως μυθικές απόψεις του κόσμου σε σχέση με την τεχνολογία, οι οποίες επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο, με τον οποίο κατανοούμε την τεχνολογία και αντιμετωπίζουμε τη σχέση που έχει με τη ζωή μας. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, αυτές οι δύο σιωπηρές σημασίες βρίσκονται σε προφανή αντίθεση η μία με την άλλη. Όμως κάτω από αυτές υποβόσκει μια βαθιά κρυμμένη ενότητα.
Τεχνολογική Υπνοβασία
Η πρώτη από αυτές τις σιωπηρές έννοιες έχει ονομαστεί τεχνολογική υπνοβασία από τον πολιτικό επιστήμονα Langdon Winner (1986). Σύμφωνα με την υπνοβατική αυτή άποψη, η οποία έχει προέλθει από το Δυτικό πολιτισμό, η σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία είναι απλά “πολύ εμφανής για να αξίζει σοβαρό συλλογισμό”. Η σχέση αυτή απλά αποτελείται από το “ποιείν”, το οποίο ενδιαφέρει μόνο τους μηχανικούς και τους τεχνικούς, καθώς επίσης και το “χρειν”, το οποίο ισοδυναμεί με ένα “περιστασιακό, αβλαβές, [και] μη-δομημένο συμβάν”. Είναι κατανοητό ότι η χρήση αποτελεί ένα άμεσο ζήτημα. Παίρνεις ένα εργαλείο, το χρησιμοποιείς και το αφήνεις στην άκρη. Σύμφωνα με αυτή τη λανθασμένη άποψη, η έννοια της χρήσης της τεχνολογίας δεν είναι “τίποτα πιο πολύπλοκο από μια περιστασιακή, περιορισμένη και μη – προβληματική αλληλεπίδραση” (5-6). Από αυτή την άποψη, η τεχνολογία είναι πνευματικά και ηθικά “ουδέτερη”. Δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή και ο “αντίκτυπός” της εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιείται.
Ο Winner ισχυρίζεται ότι, το λάθος σε αυτό τον ονειρικό προσανατολισμό της τεχνολογίας, είναι η άρνηση των πολλών τρόπων, με τους οποίους η τεχνολογία παρέχει δομή και νόημα στη ζωή του ανθρώπου. Αυτό το σημείο τονίστηκε ιδιαίτερα από τον Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία (Marx and Engels 1976:31):
O Winner επιμένει ότι αυτό που πρέπει να αναγνωριστεί είναι ότι:
Τεχνολογικός Ντετερμινισμός
Η δεύτερη σιωπηρή έννοια που παρέχεται με τον όρο τεχνολογία, αυτή που έρχεται σε τόσο έντονη αντίθεση με την πρώτη, είναι ακριβώς αυτή του τεχνολογικού ντετερμινισμού, την οποία ο Winner είναι που αποφεύγει τόσο προσεκτικά. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε καθαίρεση της τεχνολογίας ως τρόπο του “ποιείν” και του “χρειν”. Αντίθετα, η τεχνολογία θεωρείται ως ένας ισχυρός και αυτόνομος παράγοντας, ο οποίος υπαγορεύει τους τρόπους της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής του ανθρώπου.
Όπως η τεχνολογική υπνοβασία, έτσι και ο τεχνολογικός ντετερμινισμός λειτουργεί συχνά σαν μια σιωπηρή, μη-εξετασμένη υπόθεση στον ακαδημαϊκό λόγο. Στη σύλληψη αυτής της έννοιας φαίνεται ότι όλη η ιστορία έχει υπαγορευθεί από μια αλυσίδα τεχνολογικών γεγονότων, στα οποία οι άνθρωποι ήταν κάτι περισσότερο από απλοί θεατές. Αυτή η άποψη είναι τόσο βαθιά κωδικοποιημένη, ώστε η αυτονομία της τεχνολογίας αποτελεί συχνά προϋπόθεση χωρίς άλλο σχόλιο. Πράγματι, σε ακαδημαϊκά συγγράμματα συχνά η ιδέα σχετικά με την τεχνολογία λειτουργεί “με τον απατηλό τρόπο της αδιαφιλονίκητης υπόθεσης” (Staudenmaier 1985: 143).
Ωστόσο, ορισμένοι ακαδημαϊκοί, καθιστούν αυτή τη θέση ρητή και την υπερασπίζονται, ισχυριζόμενοι ότι η τεχνολογία είναι εφαρμοσμένη επιστήμη. Εφόσον η επιστήμη προοδεύει γρήγορα, ο ρυθμός της τεχνολογικής ανάπτυξης είναι – σύμφωνα με αυτή την άποψη – τόσο γρήγορος, ώστε η τεχνολογία βρίσκεται εκτός ελέγχου. Δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε τις δικές μας δημιουργίες ή να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας ενάντια σε αυτές. Ωστόσο, υπάρχουν επαρκείς λόγοι αμφισβήτησης ότι η τεχνολογία είναι εφαρμοσμένη επιστήμη με αυτή την απλοϊκή, μονοδιάστατη έννοια. (Fores 1982). Η σχέση μεταξύ τεχνολογίας και επιστήμης είναι πολύπλοκη, δυναμική και ιστορικά πρόσφατη. Πολλές σημαντικές εφευρέσεις του δέκατου όγδοου και δέκατου ένατου αιώνα, όπως η ατμομηχανή, δεν ήταν ουσιαστικά το αποτέλεσμα της εφαρμογής της επιστήμης. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος της επιστήμης του εικοστού αιώνα προέρχεται από μια προσπάθεια να ανακαλυφθεί γιατί ορισμένες τεχνολογίες λειτουργούν τόσο καλά. Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες καθιστούν δυνατές ορισμένες νέες κατευθυντήριες γραμμές επιστημονικής αναζήτησης και μαζί με αυτές ορισμένες νέες τεχνολογίες. Ακόμα και όταν μια νέα τεχνολογία ενσωματώνει επιστημονικά ευρήματα, δεν καθοδηγείται μόνο από την επιστήμη. Η δημιουργία μιας νέας τεχνολογίας δεν είναι απλά η εφαρμογή της επιστήμης σε τεχνικά θέματα. Είναι επίσης, και ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση οικονομικών περιορισμών, η υπερνίκηση νομικών εμποδίων και η προσπάθεια προσηλυτισμού των πολιτικών που καταβάλλει κάποιος (Hughes 1983). Σε αυτή την περίπτωση, η μορφή μιας τεχνολογίας απορρέει από την αλληλεπίδραση αυτών των ετερογενών στοιχείων, καθώς διαπλάθονται σε ένα δίκτυο αλληλένδετων συνιστωσών (Law 1987). Ωστόσο, όσο απάνθρωπη μπορεί να φαίνεται η τεχνολογία μας, είναι εντούτοις ένα προϊόν ανθρώπινων επιλογών και κοινωνικών διαδικασιών.
Άλλοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η σύγχρονη τεχνολογία γίνεται μια αυτόνομη δύναμη επειδή, από τη στιγμή που υιοθετείται, οι οργανωτικές της προσταγές απαιτούν την κυριαρχία τεχνικών προτύπων αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας έναντι εναλλακτικών προτύπων, όπως η υγεία και η ασφάλεια του εργάτη, η διατήρηση του περιβάλλοντος και οι αισθητικές αξίες (Ellul 1962). Έτσι, στην προγενέστερη άποψη του Chapple (1941), το ίδιο το γεγονός ότι η βιομηχανική παραγωγή απαιτεί ορθολογιστική οργάνωση, υπαγορεύει την κυριαρχία αυτών των προτύπων. Επιπλέον, ο Salz (1955) ισχυρίστηκε ότι οι τεχνικές και οργανωτικές προσταγές της βιομηχανοποίησης “παραμένουν οι ίδιες, ανεξάρτητα από ποιος ή τι είδους οντότητες κατέχει, χρηματοδοτεί και διαχειρίζεται μια δεδομένη παραγωγική μονάδα... και ανεξάρτητα από τους ευρύτερους σκοπούς που εξυπηρετεί η βιομηχανοποίηση” (1955:5). Συνεπώς, η εισαγωγή μιας παραγωγικής μονάδας και του αυτοματοποιημένου εξοπλισμού, σημαίνει εισαγωγή προτύπων αποδοτικότητας τα οποία χρειάζεται ένα εργοστάσιο, και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα – ακόμα και σε ένα σοσιαλιστικό περιβάλλον – είναι η εκμετάλλευση και η υποβάθμιση των εργατών του εργοστασίου (π.χ. Gottfried 1982). Εντούτοις, έχουν πράγματι κατασκευαστεί αποδοτικά εργοστάσια, τα οποία δεν οδηγούν στον υποβιβασμό των συνθηκών εργασίας (Noble 1979) και τα χρονικά της βιομηχανοποίησης στον Τρίτο Κόσμο μαρτυρούν πολυάριθμες περιπτώσεις, στις οποίες τα πρότυπα αποδοτικότητας αποσύρονται από το προσκήνιο έναντι άλλων. Ακόμα και στη Δύση, όπου εισάγονται αυτοματοποιημένα μηχανήματα, δεν υπάρχει απαραίτητος, αναπόφευκτος “αντίκτυπος” στις κοινωνικές σχέσεις (Attewell & Rule 1984). Αντίθετα, το αποτέλεσμα προέρχεται από τις κοινωνικές και πολιτικές επιλογές που έχουν γίνει από τους μηχανικούς, τους διευθυντές και τους εργάτες (Noble 1986).
Το γεγονός οτι ένα κοινωνικοτεχνικό σύστημα είναι πετυχημένο και αναπτύσσεται δεν σημαίνει οτι είναι το μόνο δυνατό σύστημα που θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί κάτω από ορισμένες συνθήκες. Η κοινωνική επιλογή, οι τακτικές, οι εναλλακτικές τεχνικές και ο κοινωνικός επαναπροσδιορισμός των αναγκών και των βλέψεων είναι όλα στοιχεία που παίζουν ρόλο στην άνοδο των κοινωνικοτεχνικών συστημάτων. Επιπλέον, ένα κοινωνικοτεχνικό σύστημα δεν είναι στατικό. Για να διατηρηθεί η σταθερότητα του χρειάζεται συνεχείς επιπρόσθετες τεχνικές και κοινωνικές τροποποιήσεις. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Είναι βέβαιο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η σχέση μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας μπορεί να είναι απλή και αποδεσμευμένη από προβλήματα. Για παράδειγμα, η αντικατάσταση ενός ταύρου από ένα τρακτέρ αναγκάζει έναν αγρότη να εισέλθει ανεπιστρεπτί σε μια διεθνή οικονομία πετρελαίου και ανταλλακτικών. Εντούτοις, πέρα από εμφανή επιχειρήματα, όπως το παραπάνω, η έκβαση μιας δεδομένης καινοτομίας υπόκειται ακόμη σε σημαντικές τροποποιήσεις εξαιτίας κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δυνάμεων. Επομένως, είναι ουσιαστικά λάθος να ισχυρίζεται κανείς ότι η τεχνολογία φέρει μαζί της οποιοδήποτε απαραίτητο ή συνεπακόλουθο πρότυπο κοινωνικής ή πολιτικής εξέλιξης. Η βιβλιογραφία σχετικά με τον αντίκτυπο της τεχνολογίας της Πράσινης Επανάστασης παρέχει ένα αποκαλυπτικό επιχείρημα σχετικό με το θέμα (π.χ. Farmer 1977). Η εμπειρία αποδεικνύει ότι η τεχνολογία δεν παράγει απαραίτητα τις υψηλότερες αποδόσεις που έχουν προβλεφθεί από τους υπερασπιστές της. Επίσης δεν παράγει απαραίτητα την κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση που είχε προβλεφθεί από τους επικριτές της. Μια καινούργια ή εισαχθείσα τεχνολογία, όπως αυτή, επιφέρει απλά μια καινούργια σειρά από δυνατότητες σε μια κατάσταση. Εάν οι άνθρωποι κεφαλαιοποιήσουν αυτές τις δυνατότητες, εξαρτάται από την ικανότητά τους να αντιληφθούν το αναδιαρθρωμένο πολιτικό πεδίο, να θέσουν καινούργιους στόχους για τους ίδιους και να κινητοποιήσουν το προσωπικό και τους πόρους προς αναζήτηση αυτών των νέων στόχων.
Οι κατασκευαστές των συστημάτων πρέπει να σχεδιάσουν πανω σε υπάρχοντες κοινωνικούς και πολιτισμικούς πόρους τους οποίους θα πρέπει να τροποποιήσουν ώστε να λειτουργούν κατάλληλα μέσα στο εκάστοτε σύστημα. Από αυτή την άποψη ένα κοινωνικοτεχνικό σύστημα είναι ένα από τα πρωταρχικά μέσα με τα οποία οι άνθρωποι παράγουν τον κοινωνικό τους κόσμο. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Εδώ, είμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά αοριστιών, των οποίων η έκβαση δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Συνοπτικά, είναι δύσκολο να διατηρηθεί η θέση των ντετερμινιστών στις συγκριτικές σπουδές. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα για επιστροφή στις αρχές της τεχνολογικής υπνοβασίας. Το γεγονός ότι η τεχνολογία είναι κοινωνικά δομημένη (Pinch & Bijker 1984) υποδηλώνει ότι έχει κοινωνικό περιεχόμενο, δεν είναι “ουδέτερη”. Οι Pinch & Bijker περιγράφουν την κοινωνική δομή της τεχνολογίας με τον ακόλουθο τρόπο. Στο ξεκίνημα της μια νέα τεχνολογία εμφανίζεται με μια ποικιλία μορφών. Η διαδικασία είναι ανάλογη με τα φαινόμενα πολλαπλασιασμού ειδών μιας ακτινωτής διαφοροποίησης βιολογικών μορφών σε μια σειρά κενών θέσεων. Μερικές μορφές “επιβιώνουν”, άλλες “πεθαίνουν”. Σε αυτή τη διαδικασία, ο παράγοντας που καθορίζει την επιβίωση δεν είναι απλώς (ούτε καν εμφανώς) οικονομικός, τεχνικός ή ορθολογιστικός. Αντιθέτως, η μορφή που επιβιώνει, είναι αυτή που έχει επιλεγεί από μια κοινωνική ομάδα, η οποία επιτυγχάνει να επιβάλλει τις επιλογές της έναντι ανταγωνιστικών μορφών (και ενάντια στις αντιρρήσεις ασθενέστερων ομάδων). Όπως τονίζουν οι Pinch & Bijker, τέτοιου είδους κοινωνικές ομάδες περιλαμβάνουν θεσμούς και οργανισμούς, καθώς και οργανωμένες και μη-οργανωμένες ομάδες ατόμων, αλλά το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι “όλα τα μέλη [της κοινωνικής ομάδας] έχουν το ίδιο σύνολο εννοιών..., οι οποίες προσαρτώνται σε ένα συγκεκριμένο τεχνούργημα” (1984:30, η δική μου έμφαση). Συνοπτικά, η κοινωνική δομή της τεχνολογίας λαμβάνει χώρα, όταν ένα σύνολο εννοιών κυριαρχούν έναντι κάποιων άλλων και εκφράζεται στο τεχνικό περιεχόμενο του τεχνουργήματος. Έτσι, σύμφωνα με τον Noble, η τεχνολογία είναι “μια σκληραγωγημένη ιστορία” ή “ένα παγωμένο τεμάχιο της ανθρώπινης και κοινωνικής προσπάθειας” (1986:xi).
Το κοινωνικό όραμα, το οποίο είναι συνυφασμένο με την τεχνολογία, είναι κάποιες φορές σαφώς εμφανές και σκόπιμο, όπως στο τώρα διάσημο παράδειγμα με τις χαμηλές γέφυρες του Λoνγκ Άϊλαντ. Ο σχεδιαστής τους, ο Robert Moses, τις προόριζε να εμποδίζουν τα λεωφορεία, έτσι ώστε να περιοριστεί ο πληθυσμός του Λονγκ Άϊλαντ στους λευκούς της “ανώτερης” και “ευκατάστατης μεσαίας” τάξης που είχαν δικό τους αυτοκίνητο (Winner 1980: 121 – 3). Και προς τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, το ριζοσπαστικό δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού χρησιμοποίησε ακριβώς το ίδιο κόλπο για να πετύχει ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό σκοπό. Κατασκευάζοντας πολύ στενές τις σήραγγες του Μετρό στο Παρίσι, υπερβολικά στενές για τραίνα που λειτουργούν σε σιδηροτροχιά 4 ποδιών & 8.5 ιντσών, το συμβούλιο απέτρεψε τις ιδιωτικές εταιρείες σιδηροδρόμων από το να σφετεριστούν το Μετρό για τους δικούς τους σκοπούς. (Akrich 1987).
Ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια, οι τεχνολογίες εξακολουθούν να φέρουν ένα καθορισμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Οποιαδήποτε τεχνολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα σύστημα, όχι απλά σύστημα εργαλείων, αλλά επίσης σύστημα συσχετιζόμενων κοινωνικών συμπεριφορών και τεχνικών. Για παράδειγμα, αυτό ακριβώς εννοούμε, όταν αναφερόμαστε στην “κατεργασία ξύλου” ή την “άρδευση”. Θα μπορούσε κανείς να το αναπτύξει περαιτέρω. Η τεχνολογία αποτελείται απαραίτητα από πρακτική γνώση ή τεχνογνωσία, η οποία παρόλο που συχνά αντιστέκεται στην κωδικοποίηση και την έκφραση με λέξεις (Ferguson 1977), πρέπει κάπως να γίνει κοινή και να μεταδοθεί, όπως κάθε άλλη όψη του πολιτισμού (Layton 1974). Η τεχνολογία μπορεί πράγματι να προσδιοριστεί ως μια σειρά λειτουργικά πανομοιότυπων κοινωνικών συμπεριφορών. Καμιά τεχνολογία δεν μπορεί να υπάρξει, εκτός αν οι άνθρωποι που τη χρησιμοποιούν, μπορούν να τη χρησιμοποιούν συνέχεια. Μέχρι το σημείο που οι τεχνολογικές συμπεριφορές είναι πανομοιότυπες, η διείσδυση υλικών στοιχείων (π.χ. εργαλεία, πόροι, κτλ.) και κοινωνικής επικοινωνίας (διασπορά, μαθητεία, κτλ.) αποτελεί προϋπόθεση (Tornatzky et al. 1983: 2). Επίσης, το προϊόν της τεχνολογίας, ο υλικός πολιτισμός, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πρακτικό όργανο. Ταυτόχρονα, η τεχνολογία είναι ένα κοινωνικό αντικείμενο, το οποίο είναι προικισμένο με αρκετό νόημα για να παραπλανεί εκείνους που ασχολούνται με τη δημιουργία ή τη χρήση του. Έτσι λοιπόν η τεχνολογία είναι ουσιαστικά κοινωνική και όχι “τεχνική”. Επομένως, όταν κάποιος εξετάζει τον “αντίκτυπο” που έχει μια τεχνολογία στην κοινωνία, είναι υποχρεωμένος να εξετάσει τον αντίκτυπο των κοινωνικών συμπεριφορών και εννοιών που ενσωματώνει αυτή η τεχνολογία.
Ο διαχωρισμός του τεχνικού μέρους της τεχνολογίας και του κοινωνικού μέρους της είναι αρκετά δύσκολος. Συνήθως αντιλαμβανόμαστε μόνο το τεχνικό μέρος της τεχνολογίας για αυτό είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι υπάρχει και μια κοινωνική μεταβλητή. Το κοινωνικό περιεχόμενο της τεχνολογίας εκφράζει την προσαρμογή της στο σύνολο των κοινωνικών θεσμών και αξιών. Επομένως η τεχνολογία επηρεάζει την κοινωνική δομή και ταυτόχρονα επηρεάζεται απο αυτήν.
Κοντολογίς, ο τεχνολογικός ντετερμινισμός κινείται σε εύσχημο έδαφος. Η τεχνολογία δεν αποτελεί μια ανεξάρτητη, μη-κοινωνική μεταβλητή, η οποία έχει “αντίκτυπο” στην κοινωνία ή τον πολιτισμό. Αντιθέτως, κάθε τεχνολογία είναι ένα σύνολο από κοινωνικές συμπεριφορές και ένα σύστημα εννοιών. Για να επαναδιατυπώσουμε το επιχείρημα: όταν εξετάζουμε τον “αντίκτυπο” που έχει η τεχνολογία στη κοινωνία, μιλάμε για τον αντίκτυπο που έχει ένα είδος κοινωνικής συμπεριφοράς σε ένα άλλο (MacKenzie & Wajman 1984) – ένα επιχείρημα, το οποίο ο Μαρξ συνέλαβε με καθαρότητα και λεπτότητα (MacKenzie 1984). Θα επιστρέψουμε σε αυτό το επιχείρημα, όμως τώρα είναι δυνατό να αποκαλυφθεί η ενότητα που υποστηρίζει την τεχνολογική υπνοβασία και το εμφανές αντίθετό του, τον τεχνολογικό ντετερμινισμό.
Αντικείμενα-φετίχ
Το εντυπωσιακό σχετικά και με τις δυο αφελείς απόψεις περί τεχνολογίας, την άποψη που δίνει έμφαση σε μη-ενσωματωμένους τρόπους κατασκευής και δημιουργίας (τεχνολογική υπνοβασία) και την άλλη άποψη που διεκδικεί την αυτονομία της τεχνολογίας (τεχνολογικός ντετερμινισμός), είναι ότι και οι δύο μειώνουν σοβαρά ή συγκαλύπτουν τις κοινωνικές σχέσεις της τεχνολογίας. Στην άποψη της τεχνολογικής υπνοβασίας, το “κατασκευάζειν” αφορά μόνο τους μηχανικούς και το “ποιείν” μόνο τους χρήστες. Ολόκληρο το δίκτυο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που είναι συνδεδεμένα με το “κατασκευάζειν” και επηρεάζονται από το “ποιείν” είναι κρυμμένο. Σύμφωνα με την άποψη του τεχνολογικού ντετερμινισμού, η ίδια η τεχνολογία (συνήθως εννοείται ως υλικός πολιτισμός) θεωρείται ως κάτι που είναι ξεχωριστό από το δίκτυο. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με την άποψη αυτή, η τεχνολογία είναι μια ανεξάρτητη μεταβλητή, στην οποία οι μορφές κοινωνικών σχέσεων και πολιτικής θεωρούνται ως εξαρτημένες μεταβλητές. Έτσι υπάρχει πράγματι μια κρυμμένη ενότητα που υποστηρίζει αυτές τις θέσεις, οι οποίες φαίνεται ότι βρίσκονται σε προφανή αντίθεση. Η τεχνολογία κάτω από την επίδραση του Δυτικού πολιτισμού, θεωρείται σαν μια μη-ενσωματωμένη οντότητα, κενή από κοινωνικές σχέσεις, η οποία αποτελείται εξολοκλήρου από εργαλεία και προϊόντα. Με άλλα λόγια, βρίσκεται μπροστά μας αυτό, το οποίο ο Μαρξ θα ονόμαζε μορφή-φετίχ: αυτό που στην πραγματικότητα παράγεται από τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, εμφανίζεται μπροστά μας σε μια φανταστική μορφή, όπως οι σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.
Η αρχή περί φετιχισμού του Μαρξ πηγάζει από την πραγματεία του για τα αγαθά στο καπιταλιστικό περιβάλλον. Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι ο κόσμος των αγαθών-φετίχ, είναι όπως οι “ομιχλώδεις περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Σε αυτό τον κόσμο οι παραγωγές του ανθρώπινου εγκεφάλου εμφανίζονται ως ανεξάρτητα όντα προικισμένα με ζωή, τα οποία έχουν σχέση μεταξύ τους καθώς και με το ανθρώπινο γένος” (Marx 1938: 43). Όπως το θέτει και ο Godelier (1977: xxv), φετιχισμός είναι
Η τεχνολογία στον ανθρωπολογικό λόγο
Δυστυχώς οι ανθρωπολόγοι έχουν καθυστερήσει να ανιχνεύσουν την κρυμμένη επιρροή της τεχνολογικής υπνοβασίας και του τεχνολογικού ντετερμινισμού (Digard 1979). Για παράδειγμα, κάτω από την επίδραση της άποψης περί υπνοβασίας, η τεχνολογία απλά δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Οι τρόποι του “ποιείν” και του “χρειν” θεωρείται ότι αξίζουν περιγραφής, μόνο όταν διατηρούν την απόδειξη ενός τρόπου ζωής που εξαφανίζεται. Έτσι βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με ζοφερούς καταλόγους τέτοιων πραγμάτων, όπως τα τόξα και τα καζάνια, καθώς παρατήρησε ο Spier, τα οποία είναι “βαρετά, χωρίς φαντασία, μυωπικά και ένοχα της γενίκευσης από το συγκεκριμένο”" (1970: 143).
Το επακόλουθο αυτής της άποψης είναι ότι η τεχνολογία, η οποία εξάλλου αποτελεί απλό θέμα “ποιείν” και “χρειν”, δεν καθορίζει τις πολιτιστικές και κοινωνικές μορφές, παρά μόνο με τρόπους, για τους οποίους είναι τόσο φανερό ότι δεν αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα, η κηπουρική φανερά προηγήθηκε της άρδευσης, όμως τέτοιες παρατηρήσεις μας δίνουν πολύ λίγες πληροφορίες για τους πολιτισμούς που μελετάμε. Αυτό ήταν ένα επιχείρημα που έθεσε ο Boas και μια ολόκληρη γενιά αμερικανών ανθρωπολόγων, οι οποίοι αρνήθηκαν ότι οι προσπάθειες για να συνδεθεί η τεχνολογία με την κοινωνική οργάνωση ή τον πολιτισμό θα μπορούσαν να προχωρήσουν πέρα από το εμφανές. Αυτό που είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον Boas, ήταν η απόδειξη, όπως εκείνος θεώρησε, ότι ανόμοιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να συσχετιστούν με εκπληκτικά όμοιες πολιτιστικές μορφές. “Έχουμε απλές βιομηχανίες και σύνθετη οργάνωση” (1940:266 – 267), έγραψε, καθώς και “ποικίλες βιομηχανίες και απλή οργάνωση”. Η Ruth Benedict (1948:589) συμφωνώντας με τη ριζοσπαστική άρνηση του Boas σχετικά με ένα απαραίτητο δεσμό μεταξύ τεχνολογίας και πολιτισμού, ισχυρίστηκε ότι “ο άνθρωπος σε οποιαδήποτε κατάσταση τεχνολογικής εξέλιξης μπορεί να δημιουργήσει τους θεούς του στην πιο ποικίλη μορφή τους”. Η θέση αυτή είναι παλιά στην αμερικάνικη ανθρωπολογία και διαθέτει σύγχρονους υπερασπιστές.
Υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς, όπως οι L.A. White (1959), Wittfogel (1959) και Harris (1977), οι οποίοι απαντούν εκ μέρους του τεχνολογικού ντετερμινισμού και εντοπίζουν σημαντικές ανακαλύψεις της πολιτιστικής εξέλιξης στα πρότυπα της τεχνολογικής αλλαγής. Η τεχνολογία, κατά την ντετερμινιστική άποψη, θεωρείται ότι εξελίσσεται σύμφωνα με τη δική της αυτόνομη λογική: “το ραβδί για το σκάψιμο έπρεπε να προηγηθεί του αρότρου, το άναμμα με τσακμακόπετρα έπρεπε να προηγηθεί του σπίρτου και ούτω καθεξής” (Harris 1968: 232). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι επιπτώσεις αυτής της εξελικτικής διαδικασίας για κοινωνική οργάνωση και πολιτισμό είναι τακτικές και προβλέψιμες: όταν, για παράδειγμα, το άροτρο αντικαθιστά την αξίνα, ο διαχωρισμός της εργασίας με βάση το φύλο αλλάζει με προβλέψιμους τρόπους (Newton 1985: 214). Ο Wittfogel, για να αναφέρουμε άλλον ένα ντετερμινιστή θεωρητικό, πίστευε ότι τα συστήματα άρδευσης μεγάλης κλίμακας συνεπάγονται γραφειοκρατική συγκέντρωση και πολιτικό δεσποτισμό. Και για τον Harris, τα παράξενα ήθη και οι περίεργες πρακτικές των πολιτισμών των φυλών, όπως η ανθρωποθυσία και η μαγεία, έχουν εύκολη εξήγηση: έχουν κάποιο κρυμμένο τεχνοοικονομικό ορθολογισμό, ο οποίος αποκαλύπτεται μόνο όταν περιορίζονται αυτές οι πρακτικές στους “κρυμμένους” υλικούς σκοπούς (π.χ. Harris 1974). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν υπάρχουν εκπλήξεις στη ζούγκλα των εθνογραφικών δεδομένων. Κάθε χαρακτηριστικό που φαίνεται περίεργο, μπορεί να αναλυθεί στον υποκείμενο τεχνοοικονομικό ορθολογισμό του.
Τι θα μπορούσε να μας πει η άποψη των κοινωνικοτεχνικών συστημάτων για εκείνο το είδος ρήξης που εμφανίζεται οταν μια μοντέρνα βιομηχανική τεχνολογία ή ένα τεχνούργημα υιοθετείται από μια ΄΄παραδοσιακή΄΄ κοινωνία. Μια παραλλαγή της Πάγιας Θεώρησης υποστηρίζει ότι η παγκόσμια διανομή των μηχανικών τεχνουργημάτων θα ξεριζώσει αναπόφευκτα τα θεμέλια των ΄΄αυθεντικών΄΄ παραδοσιακών πολιτισμών και θα παρασύρει όλους τους ανθρώπους στην καταναλωτική ιδεολογία. Σε αυτή την άποψη επισημαίνεται μια εκδοχή του τεχνολογικού ντετερμινισμού το δόγμα ότι επειδή υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να φτιαχτεί ή να χρησιμοποιηθεί ένα υλικό τεχνούργημα, κάθε πολιτισμός που θα το υιοθετήσει θα αναγκαστεί να αναπτύξει τις ίδιες κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις. Ωστόσο επειδή η κοινωνική πληροφορία είναι τόσο ακατέργαστα κωδικοποιημένη σε τεχνουργήματα είναι εντελώς απίθανο ένα μεταφερόμενο τεχνούργημα να καταφέρει να φέρει μαζί του την ιδεολογική δομή που το παρήγαγε. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Και οι δύο αυτές ανθρωπολογικές εκδοχές της πολιτιστικής θεωρίας της Δύσης είναι αξιόλογες για τον εγγενή δογματισμό τους, που από μόνος του αποτελεί δείγμα της ιδεολογικής του καταγωγής. Οι υποστηρικτές της υπνοβασίας αρνούνται ότι στο ξεκίνημα υπάρχει μια ευαπόδεικτη σχέση μεταξύ τεχνολογίας και πολιτισμού. Οι ντετερμινιστές θεωρούν ότι μια τέτοιου είδους σχέση υπάρχει πάντα. Κοντολογίς, και οι δύο απόψεις αντιμετωπίζουν την τεχνολογία με μορφή-φετίχ. Και οι δύο συγκαλύπτουν τις βασικά κοινωνικές συμπεριφορές, τις οποίες οι άνθρωποι υιοθετούν, όταν δημιουργούν ή χρησιμοποιούν μια τεχνολογία.
Εξανθρωπισμένη φύση
Η ανθρωπολογία της τεχνολογίας πρέπει να θεμελιωθεί όχι πάνω σε απλοϊκές και ιδεολογικά διαμορφωμένες προτάσεις, αλλά στην αναγνώριση του ρόλου του φετιχισμού – και ιδιαίτερα, στη συγκάλυψη της βαθιάς διείσδυσης και της δυναμικής αλληλεπίδρασης των κοινωνικών μορφών, των πολιτισμικών αξιών και της τεχνολογίας (Spier 1970:6 – 9). Για να αντικρούσει κανείς την περίπλοκη δύναμη του φετιχισμού, είναι απαραίτητο να δει την τεχνολογία με ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο: να την εξετάσει όχι μέσω του φετιχισμού της τεχνολογικής υπνοβασίας ή του ντετερμινισμού, αλλά ως εξανθρωπισμένη φύση.
Για να πει κανείς ότι η τεχνολογία είναι εξανθρωπισμένη φύση, πρέπει να επιμένει ότι είναι ένα βασικά κοινωνικό φαινόμενο: είναι μια κοινωνική δομή της φύσης που μας περιβάλλει και που υπάρχει μέσα μας και από τη στιγμή που επιτευχθεί, εκφράζει ένα ενσωματωμένο κοινωνικό όραμα, καθώς επίσης μας εισάγει σε αυτό που θα ονόμαζε ο Μαρξ μορφή ζωής. Η διείσδυση του πολιτισμού και της φύσης που περιγράφεται εδώ, είναι, κοντολογίς, του είδους, το οποίο ο Mauss (1967) εύκολα θα ονόμαζε ολοκληρωτικό: οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι τεχνολογική, είναι επίσης και ταυτόχρονα πολιτική, κοινωνική και συμβολική. Έχει μια νόμιμη διάσταση, μια ιστορία, περιλαμβάνει ένα σύνολο από κοινωνικές σχέσεις και έχει ένα νόημα.
Μέχρι στιγμής από τη συγκάλυψη των κοινωνικών σχέσεων και της πολιτιστικής διάστασης της τεχνολογίας αυτή η άποψη λογικά επιβάλλει την αναγνώριση της διείσδυσης της τεχνολογίας σε κοινωνικές μορφές και συστήματα εννοιών. Οποιαδήποτε μελέτη του “αντίκτυπου” της τεχνολογίας είναι κατά συνέπεια η μελέτη μιας πολύπλοκης αιτιολογικής αλληλεξάρτησης μεταξύ μιας μορφής κοινωνικής συμπεριφοράς και μιας άλλης. Δεν τίθεται θέμα να βρεθεί ένα συμπαθητικό και αποτελεσματικό αιτιακό τόξο, το οποίο να οδηγεί από μια ανεξάρτητη μεταβλητή σε μια εξαρτημένη, λόγω του ότι τα αιτιολογικά τόξα πηγαίνουν και στις δύο κατευθύνσεις (ή το καθένα σε μία κατεύθυνση), ακόμα και όταν φαίνεται ότι εμφανίζονται και στα πιο απλά περιβάλλοντα. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κανείς να δελεαστεί και να θεωρήσει τον πολιτισμό των λαών του Kung San στη νοτιοδυτική Αφρική, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα ήταν κυνηγοί και συλλέκτες, σαν το προϊόν της περιβαλλοντολογικής κυριαρχίας που επήλθε από την τεχνολογική ανάπτυξη χαμηλού επιπέδου μέχρι, μέχρι όμως να μάθει ότι ο λαός του Kung San ανάβει τακτικά και εσκεμμένα φωτιά σε χωράφια με χόρτα και έτσι διαμορφώνει το περιβάλλον, το οποίο μπορεί να θεωρήσουμε ότι τους διαμορφώνει. Ο Lee παρατηρεί ότι “οι άνθρωποι μαγειρεύουν το περιβάλλον τους όσο καιρό μαγειρεύουν το φαγητό τους” (1979:147). Η δυναμική αλληλεπίδραση και διείσδυση πρέπει να αναμένεται από θεωρητική άποψη. Σε αντίθεση, οι ισχυρισμοί μονόδρομης αιτιολόγησης είναι ύποπτες και απαιτούν ριζική αμφισβήτηση.
Η θεώρηση της τεχνολογίας ως εξανθρωπισμένης επιστήμης, δεν απλοποιεί, δυστυχώς, τα πράγματα. Αντίθετα, εξαναγκάζει σε αναγνώριση της σχεδόν απίστευτης πολυπλοκότητας που έχει σχέση με οποιονδήποτε ουσιαστικά δεσμό μεταξύ των ανθρώπινων τεχνολογικών μορφών και του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι βέβαιο ότι τα ερωτήματα που εγείρει αυτή η σχέση φαίνονται αρκετά απλά στην επιφάνεια (π.χ. “Ποιος είναι ο αντίκτυπος των προγραμμάτων άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή στους χωρικούς της Σρι – Λάνκα;”). Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, η ανακάλυψη των επιδράσεων που έχει μια δεδομένη τεχνολογία στην κοινωνία είναι, όπως σημειώνουν οι MacKenzie και Wajman, “μια έντονα δύσκολη και προβληματική άσκηση”. Για παράδειγμα, σκεφτείτε τον αντίκτυπο του μικροτσίπ στην εργασία:
Παραδείγματα από την παγκόσμια ιστορία, μας έχουν δείξει ότι τεχνολογίες με κοινές προοπτικές, εφαρμοζόμενες όμως σε διαφορετικές κοινωνίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, μπορεί να έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.
Ένα παράδειγμα: Προγράμματα αρδευτικών αποικιών στη Σρι-Λάνκα
Για να περιγράψουμε αυτή τη προσέγγιση, απαιτείται περισσότερος χώρος από αυτόν που μπορούμε να διαθέσουμε εδώ, αλλά μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τις ευρύτερες γενικές γραμμές μιας μελέτης διατυπωμένης με τους όρους που αναπτύσσονται εδώ, για λόγους περιγραφής. (Οι παραπομπές θα παραλειφθούν για λόγους βραχυλογίας. Βλέπε Praffwnberg n.d. για πλήρη περιγραφή).
Οι πολίτες του νησιού της Σρι-Λάνκα μέχρι πρότινος ανησυχούσαν για την ανάπτυξη προγραμ-μάτων αποικιών άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή, εκ των οποίων το τελευταίο περιλαμβάνει το μαζικό Έργο Ανάπτυξης του Mahaweli. Το έργο αυτό στοχεύει στην πλήρη ανάπτυξη των δυνατοτήτων άρδευσης του μακρύτερου ποταμού της Σρι-Λάνκα μήκους 208 μιλίων, του Mahaweli Ganga. Ένας βασικός σκοπός του έργου αυτού, όπως και των προγενέστερών του, είναι να επανεγκαταστήσει ακτήμονες χωρικούς σε γη που έχει αρδευτεί πρόσφατα μέσα στην Ξηρή Ζώνη της χώρας. Παρόλο που το ατελείωτο ακόμα έργο έχει αυξήσει την παραγωγή ρυζιού στη Σρι-Λάνκα, και έχει βοηθήσει στην απελευθέρωση της χώρας από την εξάρτηση από τις εισαγωγές ρυζιού, η οικονομική απόδοση των νέων κοινοτήτων που παράγουν ρύζι υπολείπεται των προσδοκιών. Η κοινωνική απόδοση του έργου είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Μέχρι στιγμής, από την απελευθέρωση ακτημόνων αγροτών από τη δουλεία των χρεών και την αγροτική εκμίσθωση, οι οικισμοί του Mahaweli εμφανίζονται να αναπαράγουν τα αντίθετα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας, για την οποία σχεδιάστηκε το έργο, με σκοπό να την θεραπεύσει.
Τα αποτελέσματα του Έργου του Mahaweli αντηχούν την απογοητευτική απόδοση των προγενέστερών του που είχαν στιγματιστεί από σοβαρές ατέλειες στη διαχείριση και τη διανομή των υδάτινων πόρων. Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι λόγοι είναι ως προς τη φύση τους “τεχνικοί”. Από τη στιγμή της έναρξής τους πριν από δεκαετίες, στα αναπτυξιακά αρδευτικά έργα έχουν χρησιμοποιηθεί αρχές λειτουργίας με βάση τη βαρύτητα-φυσική ροή. Στα έργα αυτά ο ποταμός φράσσεται και εκτρέπεται, μέσω διωρύγων, σε αγροτικούς οικισμούς. Ο όγκος και η πίεση της παροχής νερού στα έργα άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή είναι πάντα μεγαλύτερα στην κορυφή του συστήματος. Φυσικά δεν μας εκπλήσσει ότι οι άποικοι που βρίσκονται στην κορυφή των αρδευτικών έργων, εκεί όπου η παροχή νερού είναι συνεχής και άφθονη, χρησιμοποιούν δύο ως εφτά φορές περισσότερο νερό απ’ ότι χρειάζονται. Ταυτόχρονα, οι άποικοι στο απώτατο άκρο των έργων δέχονται ανεπαρκή ποσότητα νερού ή καθόλου νερό. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση, στην οποία οι κάτοικοι της κορυφής τείνουν να γίνουν πλούσιοι και αυτοί που μένουν στο απώτατο άκρο τείνουν να γίνουν φτωχοί, ώστε τελικά να χάνουν τη γη τους από τοκογλύφους και κερδοσκόπους γης.
Οι άποικοι της κορυφής χρησιμοποιούν το περίσσευμα νερού για να απελευθερώνονται από το έξοδο να προσλαμβάνουν εργάτες για να καθαρίζουν τα αγριόχορτα (το άφθονο νερό κάνει τη δουλειά τους) και να εξασφαλίζουν για μια άφθονη σοδειά. Επενδύουν τα κέρδη τους ενθαρρύνοντας τους υπαλλήλους διαχείρισης της άρδευσης (με ποικίλους τρόπους) να κρατούν τις θυρίδες ρύθμισης ροής ανοιχτές και με το να οδηγούν λιγότερο τυχερούς άποικους σε υψηλότοκα δάνεια (τα οποία συχνά έχουν ως αποτέλεσμα να γίνουν οι οφειλέτες ενοικιαστές στη που ήταν κάποτε δική τους). Στο τέλος αυτές οι κοινωνικές διαδικασίες οδήγησαν στην αναπαραγωγή μερικών χαρακτηριστικών παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας (όπως άποικους - ακτήμονες, αγροληψία, δουλεία χρεών) τα οποία το έργο σαφώς στόχευε να καταπολεμήσει.
Το γεγονός ότι εμφανίστηκε στο προσκήνιο αυτή η ανομοιότητα στο εισόδημα μεταξύ αποίκων της κορυφής και του απώτατου άκρου δεν είναι άξιο απορίας, εάν συλλογιστεί κανείς αυτό που θα αποκαλούσε ένας παρατηρητής “τα σκληρά δεδομένα της υδραυλικής”, δηλαδή, την αποφασισμένη τάση της τεχνολογίας άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή να ανταμείψει τους αποίκους της κορυφής και να τιμωρήσει τους αποίκους του απώτατου άκρου. Αυτή η τάση μπορεί να καταπολεμηθεί με την κατασκευή εκτεταμένων συστημάτων υπαίθριων καναλιών και αυτοματοποιημένων συστημάτων διανομής, όμως τέτοιου είδους συστήματα επιβαρύνουν τόσο πολύ το κόστος του έργου, ώστε παύει πλέον να είναι οικονομικά αποδοτικό. Αν κάποιος κατασκευάσει ένα αρδευτικό σύστημα που να μην έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, το φαινομενικά αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι οικονομική ανομοιότητα μεταξύ των αποίκων της κορυφής και των αποίκων του απώτατου άκρου.
Η τεχνολογία επομένως προσφέρει τις δυνατότητες για τη σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, για να προβλεφθεί το αποτέλεσμα μιας τεχνολογίας θα πρέπει να μελετηθούν τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας όπου θα εφαρμοστεί. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση έχουμε δυο τεχνολογίες όπου η μια θεωρητικά καλύπτει τις ανάγκες του έργου αλλά είναι οικονομικά ασύμφορη, ενώ η δεύτερη συμφέρουσα μεν ανεπαρκής δε, αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρέτησε το σκοπό της. Θα μπορούσαμε επομένως να εντοπίσουμε τα αίτια της κατάστασης που προέκυψε, είτε σε λανθασμένη εκτίμηση των συνιστωσών της κοινωνίας, είτε στην έλλειψη σχεδιασμού, είτε στην τοποθέτηση άλλων προτεραιοτήτων π.χ. οικονομικών. Ανεξάρτητα πάντως από τα αποτελέσματα, είναι πλέον φανερό ότι η το “αντίκτυπο” της τεχνολογίας ορίζει μια αλληλεξάρτηση μεταξύ μιας μορφής κοινωνικής συμπεριφοράς και μιας άλλης.
Παρ’ όλα αυτά η ερμηνεία αυτή καταφέρνει ένα χτύπημα στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, μια αντίληψη για την οποία η ανθρωπολογία της τεχνολογίας δυσπιστεί σε θεωρητικά επίπεδα. Με μια πιο προσεκτική εξέταση, χρησιμοποιώντας εθνογραφικό υλικό που παρέχεται από την ίδια τη Σρι-Λάνκα, αποδεικνύεται ότι τα “τα σκληρά δεδομένα της υδραυλικής” δεν είναι τόσο καθοριστικά για τις κοινωνικές σχέσεις, κάτι που πρέσβευε η άποψη αυτή. Έπειτα, οι κάτοικοι της Σρι-Λάνκα άρδευαν χωράφια ρυζιού για δύο χιλιετίες, και καθώς συνέβαινε αυτό τα παραδοσιακά χωριά της Σρι-Λάνκα είχαν επινοήσει διάφορες τακτικές που χρησιμοποιούσαν για να περιορίσουν, ή να διαψεύσουν, τις αναμφίβολες οικονομικές ανομοιότητες των συστημάτων άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή. Για παράδειγμα, σε ένα χωριό που μελετήθηκε από τον Leach, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις των αποίκων της κορυφής και του απώτατου άκρου ήταν πάντοτε συνδεδεμένες, ακόμα και στις μεταβιβάσεις περιουσίας, έτσι ώστε τα οφέλη από τις εκμεταλλεύσεις της κορυφής να αντισταθμίζονται από τις κυρώσεις των εκμεταλλεύσεων του απώτατου άκρου. Η τακτική αυτή συνοδευόταν από ένα σύνθετο σύστημα δικαιωμάτων στην άρδευση νερού, το οποίο αποθάρρυνε την απώλεια λόγω σπατάλης των εκμεταλλεύσεων της κορυφής και ρύθμιζε το πεδίο δράσης της αγροτικής δραστηριότητας σύμφωνα με την ποσότητα του νερού που υπήρχε. Στην “καρδιά” του συστήματος υπήρχε η σαφής αναγνώριση ότι, σε ένα αρδευτικό παραγωγικό σύστημα, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η πρόσβαση μόνο στη γη αλλά και στο νερό. Μεταγενέστερη έρευνα έδειξε ότι τέτοιες συνήθειες είναι κοινές σε παραδοσιακά, κοινοτικά αρδευτικά συστήματα.
Ο υλικός πολιτισμός δεν παίζει αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσαρμογής μιας ανθρώπινης ομάδας στο περιβάλλον της. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Ο σκοπός εδώ δεν είναι να περιγράψουμε με ρομαντικό ύφος τις παραδοσιακές αρδευτικές συνήθειες αλλά να πούμε απλώς ότι η τεχνολογία άρδευσης με βαρύτητα-φυσική ροή δεν είναι απλώς ένα γεγονός, δηλαδή φράγματα, αύλακες και νερό. Η τεχνολογία αυτή είναι ένα σύστημα ανθρώπινων κοινωνικών συμπεριφορών, το οποίο χαρακτηρίζεται από την απόδοση ή τη μη-απόδοση των δικαιωμάτων σχετικών με το νερό. Εάν αποδίδονται δικαιώματα στη γη αντί των δικαιωμάτων στο νερό, ένα πιθανό αποτέλεσμα (απουσία των αντισταθμιστικών συνηθειών) είναι η κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση. Ο ελαττωματικός σχεδιασμός των αρδευτικών αποικιών της Σρι-Λάνκα, έγκειται στο γεγονός ότι η ανάγκη για σχεδιασμό διαδικασιών κατανομής του νερού και τα δικαιώματα στην τεχνολογία έχουν αγνοηθεί επίμονα και παντελώς. Οι λόγοι για αυτή την αβλεψία μπορεί να γίνουν γνωστοί μόνο με την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτιστικών συνθηκών, κάτω από τις οποίες δομήθηκε η τεχνολογία.
Οι σχεδιαστές του έργου στη Σρι-Λάνκα οραματίστηκαν κοινωνίες με ισχυρούς, ανεξάρτητους κτηματίες – αγρότες, οι οποίοι διαθέτουν εξασφαλισμένη γαιοκτησία. Έτσι, προστατευμένοι από την εκμετάλλευση και τη φτώχεια, αυτοί οι αγρότες θα αντιμετώπιζαν φυσικά τον προστάτη τους, την πολιτεία, με αφοσίωση και πίστη. Αυτή η ιδέα, η οποία έχει προφανώς την καταγωγή της στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, πραγματοποιήθηκε με τη συντηρητική πολιτική ηγεσία της Σρι-Λάνκα (ίσως με βρετανική ενθάρρυνση), έπειτα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου ακτημοσύνη και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός αυξάνονταν απειλητικά στην πυκνοκατοικημένη νοτιοδυτική παράκτια περιοχή. Η επέκταση των αρδευτικών εγκαταστάσεων στην αραιοκατοικημένη Ξηρή Ζώνη έγινε αντιληπτή σαφώς ως ένας τρόπος εξημέρωσης ή προσάρτησης αυτού του επικίνδυνου (και όλο και περισσότερο λούμπεν) αγροτικού προλεταριάτου. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ακόμα περισσότερα στοιχεία στην κοινωνική δομή αυτής της τεχνολογίας από αυτή το σημάδι δυτικής πολιτικής ευαισθησίας. Αυτό που την κατέστησε τόσο χρήσιμη είναι ότι ταιριάζει απόλυτα με μια συγκεκριμένη φόρμα πολιτικής νομιμοποίησης της Σρι-Λάνκα.
Η πολιτική ελίτ της Σρι-Λάνκα βρίσκει τη νομιμότητά της, εν μέρει, σε ένα γηγενές πολιτικό πλαίσιο, το οποίο πηγάζει από την αρχαία πολιτιστική παράδοση των Sinhala (ή ακριβέστερα, από σύγχρονες ερμηνείες αυτής της παράδοσης). Οι αρχαίοι βασιλιάδες Sinhala νομιμοποιούσαν την εξουσία τους κατασκευάζοντας αρδευτικά έργα και οι σύγχρονοι πολιτικοί – ιδιαίτερα αυτοί που κυβερνούν στο Ενωμένο Εθνικό Κόμμα (UNP) – μιμούνται το παράδειγμά τους. Οι αρχικοί εισηγητές των αρδευτικών έργων, οι ηγέτες του UNP, ο D.S. Senayake και ο γιος του Dudley, ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τους αρχαίους βασιλιάδες της Ξηρής Ζώνης. Ο διάδοχός τους στο UNP, ο Πρόεδρος J.R. Jayawardene, συχνά περιγράφεται σαν ένας Boddhisattva, ο οποίος σαν τους παλιούς βασιλιάδες, φέρνει νερό, ευημερία και δικαιοσύνη (dharma) στους ανθρώπους. Σε μια ετήσια εκδήλωση, μιμείται τον παλιό βασιλιά οδηγώντας τους βούβαλους μέσα σε ένα χωράφι για να κάνει το πρώτο όργωμα της εποχής.
Η ίδια ελίτ αντλεί την νομιμότητά της από μια άλλη πηγή, επίσης: έναν πολιτικά κατασκευασμένο μύθο για τον επιβλαβή αντίκτυπο που έχει η οικονομία της αποικιακής φυτείας στην αγροτική κοινωνία. Αυτός ο μύθος επιμένει ότι οι φυτείες, οι ιδιοκτήτες των οποίων είναι ξένοι, σε συνωμοσία με τη βρετανική αποικιακή αυτοδιοίκηση, στέρησαν από παραδοσιακά χωριά την απαραίτητη για την επέκταση γη και με το τρόπο αυτό σηματοδότησαν την έναρξη ενός μοχθηρού κύκλου τεμαχισμού της γης, ο οποίος τελικά κορυφώθηκε διαδεδομένη ακτημοσύνη, αγροληψία, φτώχεια και ηθική κατάπτωση σε μεγάλες μάζες αγροτών. Με την αναζήτηση της ανεξαρτησίας και την υπόσχεση επανόρθωσης των αδικιών με την ανάπτυξη αρδευτικών αποικιών, η γηγενής πολιτική ελίτ της Σρι-Λάνκα βρήκε μια επιτυχημένη φόρμουλα για πολιτική νομιμότητα. Είναι βέβαιο ότι για να περιγραφεί αυτή η αντίληψη σχετικά με τον αντίκτυπο που είχε η φυτεία ως “μύθος”, δεν πρέπει να τον αρνούμαστε, επειδή μπορεί να ενέχει μια δόση αλήθειας. Πρέπει όμως να επιμείνουμε ότι, όπως όλοι οι μύθοι, έτσι και αυτός τείνει να εφαρμόζεται άκριτα. Το γεγονός αυτό πουθενά δεν λειτούργησε πιο ολέθρια απ’ ότι στο κοινωνικό πρόγραμμα των αρδευτικών αποικιών .
Οι κοινωνικοί στόχοι των αρδευτικών αποικιών σκόπευαν ρητά από την αρχή να προλάβουν τον τεμαχισμό της γης, ο οποίος θεωρήθηκε ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αύξηση της ακτημοσύνης κατά τη διάρκεια και μετά από την αποικιοκρατική περίοδο. Έτσι λοιπόν τα αγροτεμάχια στις αποικίες – αποτιμημένα και πάγια αγροτεμάχια μέχρι 5 εκτάρια γης για καλλιέργεια ρυζιού με άρδευση – δεν δόθηκαν στους αποίκους από την αρχή αλλά τους απονεμήθηκαν με διαρκή μίσθωση και έγιναν αδιαίρετα. Ο αγρότης θα μπορούσε να το κληροδοτήσει στους διαδόχους του μόνο εάν όριζε ένα διάδοχο.
Παρόλο που αυτό το κοινωνικό όραμα μπορεί να ήταν πολιτικά ικανοποιητικό, δεν θα μπορούσε να είναι πιο ακατάλληλο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Σρι-Λάνκα. Εστιάζοντας την προσοχή στην πολιτικά εμπορεύσιμη εικόνα των δικαιωμάτων εξασφαλισμένης γαιοκτησίας για τους αγρότες, το σύστημα αυτό αποτυγχάνει να κάνει γνωστή τη σπουδαιότητα των δικαιωμάτων για νερό για σταθερές αρδευτικές κοινότητες και έτσι καταδικάζει τους οικισμούς ακριβώς στην κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση, την οποία τα έργα σκόπευαν να αποφύγουν. Διαγραμμένο επίσης ήταν και το είδος του προσεκτικού ενδο-οικογενειακού τεχνάσματος αγροτικών εκμεταλλεύσεων ώστε, στις παραδοσιακές κοινότητες της Σρι-Λάνκα, να βοηθούνται οι αγρότες να συγκεντρώνουν μια αρκετά οικονομική αγροτική εκμετάλλευση. Στον εστιασμένο πολιτικά φακό του σχεδιασμού του έργου, αυτά τα τεχνάσματα εμφανίζονται ως “τεμαχισμός” και χαρακτηρίζονται – συχνά λανθασμένα – ως μη-επιθυμητοί δείκτες οικονομικής παρακμής. Τελικά, ο ατομιστικός ατομικισμός του κοινωνικού προγράμματος του έργου, συνδυασμένος με τις ποικίλες κοινωνικές καταγωγές των ίδιων των αποίκων, έχει επιδράσει ενάντια στο σχηματισμό συστημάτων ανταποδοτικότητας και κοινής χρήσης των πόρων, βασισμένων στη συγγένεια. Σε επιτυχημένες αρδευτικές κοινότητες τέτοιου είδους συστήματα συχνά λειτουργούν για να περιορίσουν τις διαδικασίες κοινωνικοοικονομικής διαφοροποίησης οδηγώντας σε κάτι που ισοδυναμεί με διαδικασία ενδοκοινοτικής μεταφοράς κεφαλαίου, όπως βοηθούν οι οικογένειες η μία την άλλη (για παράδειγμα προσλαμβάνοντας συγγενείς με τιμές πολύ υψηλότερες από τον οικονομικό μισθό).
Αυτό που δεν αποκλείστηκε από το σχεδιασμό του έργου, εντούτοις, ήταν οποιοσδήποτε νομικός ή πολιτικός μηχανισμός για να εμποδίσει την “πώληση” των αγροτεμαχίων των αποίκων στους mudalalis, μια τάξη από “αυτοδημιούργητους” γαιοκτήμονες και τοκογλύφους οι οποίοι για πολύ καιρό καταληστεύουν τους αγρότες σε όλη τη Σρι-Λάνκα. Τέτοιου είδους πωλήσεις είναι παράνομες εξαρχής, αλλά κοινές στην πράξη. Από τη στιγμή που διατηρούνται τίτλοι για τη γη και όχι για το νερό, οι άποικοι του απώτερου άκρου μένουν πίσω στο συναγωνισμό για νερό και πλούτο, και παραδίδουν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις τους στους κερδοσκόπους. Μερικοί καταλήγουν ως μισθωτές στην ίδια τους τη γη, μια διευθέτηση, η οποία μπορεί κάλλιστα να προσφέρει στο μισθωτή περισσότερη οικονομική ασφάλεια απ’ ότι ήταν δυνατό όταν ήταν ένας φτωχός “ιδιοκτήτης” της συγκεκριμένης γης. Επιπρόσθετα, η απαγόρευση του τεμαχισμού της γης αψηφά τις κληρονομικές συνήθειες των αποίκων στης Σρι-Λάνκα. Αρκετοί άποικοι προτιμούν να “πουλήσουν” τα αγροτεμάχιά τους (παράνομα) από το να έρθουν αντιμέτωποι με την ενοχλητική και δυσάρεστη προοπτική να ευνοήσουν ένα κληρονόμο έναντι των υπολοίπων. Άλλοι παράγοντες όπως οι ανωμαλίες στην παροχή νερού, η μεταβλητότητα της αγοράς ρυζιού, η αύξηση της τιμής του λιπάσματος και των μικροβιοκτόνων καθώς επίσης και η κακοδιαχείριση, συμβάλλουν στην “πώληση” των αγροτεμαχίων στους mudalalis. Σ’ ένα αποικιακό έργο, ένας mudalali βρέθηκε να έχει συσσωρεύσει “αγροτεμάχιο” έκτασης 100 εκταρίων εκλεκτής γης ρυζιού που είχε αρδευτεί με δημόσια δαπάνη. Δεν υπάρχει τίποτα το νέο στις δραστηριότητες των mudalalis. Αυτό που είναι νέο είναι η μαζική δημόσια επένδυση στα αποικιακά προγράμματα, τα οποία έχουν δημιουργήσει νέες πλούσιες ευκαιρίες για τις δραστηριότητες των mudahali. Πράγματι, τα προγράμματα δημιουργούν καινούργιους mudalalis. Κάνουν τους αποίκους της κορυφής πλούσιους, έτσι ώστε να μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφορετικές εναλλακτικές σταδιοδρομίες, τον τρόπο των mudalalis για δανεισμό χρημάτων, δωροδοκία και κερδοσκοπία από τη γη.
Ήταν γνωστό για αρκετό καιρό ότι οι παλαιότερες αρδευτικές αποικίες προωθούσαν την κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση, όμως η νέα φάση αρδευτικής ανάπτυξης στο Πρόγραμμα Επιταχυνόμενης Ανάπτυξης του Mahaweli (AMDP) στόχευε στην παρεμπόδιση αυτών των διαδικασιών, χρησιμοποιώντας την ακριβή τεχνική λύση της κατασκευής καναλιών σε ομάδες αποίκων. Για λόγους, οι οποίοι δεδομένης της παραπάνω ανάλυσης δεν προκαλούν έκπληξη, , αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να αποδίδει. Οι διαδικασίες κοινωνικοοικονομική διαφοροποίησης αποδίδουν καλά στην πράξη με τις καινούργιες αποικίες που λειτουργούν με το πρόγραμμα AMDP. Οι διακυμάνσεις των τιμών, οι ανωμαλίες στην παροχή νερού και άλλα προβλήματα συχνά οδηγούν τον άποικο στον mudalali, ο οποίος παρά την πρόθεσή του να εκμεταλλευτεί τον αγρότη και να του στερήσει τη γη του, του προσφέρει μεγαλύτερη καθημερινή ασφάλεια απ’ ότι τα χρηματοδοτούμενα από την κυβέρνηση προγράμματα. Απουσία συγγενών στις ατομικευμένες κοινότητες-αποικίες, δεν υπάρχει καμία άλλη βοήθεια, όταν ένα παιδί αρρωσταίνει ή όταν χρειάζονται καινούργια ρούχα για ένα σημαντικό γεγονός. Η “τεχνική λύση” των υπαίθριων καναλιών, κοντολογίς, δεν έχει αποδώσει πολύ καλά επειδή μόνο η υλική συνιστώσα της τεχνολογίας έχει αλλάξει. Οι κοινωνικές, νομικές και μυθικές συνιστώσες έχουν απομείνει μόνες τους και εκθέτουν τον αγρότη-άποικο σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον στο οποίο η οικονομική διαφοροποίηση είναι ουσιαστικά εξασφαλισμένη.
Βλέπουμε επομένως για ακόμα μια φορά ότι η τεχνολογία δεν έχει να κάνει μόνο με υλικά ζητήματα, και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η τεχνική αναβάθμιση των καναλιών άρδευσης δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε πως η τεχνολογία είναι μια πολυδιάστατη έννοια, που προκειμένου να εξυπηρετήσει, να διαμορφώσει και να αλληλεπιδράσει με τον άνθρωπο και το περιβάλλον του, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται συνολικά και με σεβασμό σε όλες τις συνιστώσες της.
Μια επιτυχημένη τεχνολογική καινοτομία συμβαίνει μόνο όταν όλα τα στοιχεία του συστήματος, τόσο το κοινωνικό όσο και το τεχνολογικό έχουν τροποποιηθεί έτσι ώστε να δουλεύουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Συμπέρασμα
Η τεχνολογία, προσδιορισμένη ανθρωπολογικά, δεν είναι ένας υλικός πολιτισμός αλλά περισσότερο ένα ολικό κοινωνικό φαινόμενο με την έννοια που του έχει αποδώσει ο Mauss, ένα φαινόμενο που παντρεύει το υλικό, κοινωνικό και το συμβολικό σε ένα σύνθετο δίκτυο σχέσεων. Η τεχνολογία είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα υλικό αντικείμενο, το οποίο φαίνεται να επηρεάζεται από τη δυτική κλίση για φετιχισμό, την τάση να κλονίζει τις ανθρώπινες σχέσεις από τις κοινωνικές σχέσεις που τις παράγουν. Κάθε τεχνολογία είναι ένας ανθρώπινος κόσμος, μια μορφή εξανθρωπισμένης φύσης που συνενώνει κάθε πλευρά της ανθρώπινης προσπάθειας. Για να δομηθεί μια τεχνολογία δεν αρκεί απλώς η ανάπτυξη εργαλείων και τεχνικών. Χρειάζεται, επίσης, η δόμηση κοινωνικών και οικονομικών συμμαχιών, η επινόηση νέων αρχών για τις κοινωνικές σχέσεις και η παροχή νέων μέσων για μύθους που παρέχει ο πολιτισμός. Ο “αντίκτυπος” που έχει η τεχνολογίας της άρδευσης στην κοινωνία και που διαμορφώνεται στα προγράμματα αρδευτικών αποικιών στη Σρι-Λάνκα, δεν μπορεί να νοηθεί, παρά μόνο εάν η τεχνολογία αυτή θεωρηθεί στην ολότητά της, μια ολότητα που δεν περιλαμβάνει μόνο τα “σκληρά δεδομένα της υδραυλικής” (τη σιωπηρή ανομοιότητα μεταξύ των αποίκων της κορυφής και των αποίκων του απώτατου άκρου) αλλά, περισσότερο, τις επιλογές, τις οποίες έχουν κάνει οι σχεδιαστές του έργου για τον καθορισμό των κοινωνικών σχέσεων, και ιδιαίτερα, τους ισχυρούς πολιτικούς μύθους που τους οδήγησαν σε αυτές τις επιλογές.
Με την εγκατάλειψη των μελετών του υλικού πολιτισμού στο ξεκίνημα του 20ού αιώνα η ανθρωπολογία έχασε ένα μέσο για την ανάπτυξη της προσέγγισης της τεχνολογίας απο πολλούς επιστημονικούς κλάδους. Ξαναεδραιώνοντας την κοινωνική ανθρωπολογίας της τεχνολογίας και του υλικού πολιτισμού θέτουμε για μια φορά ακόμα τα θεμέλια για την εποικοδομητική επικοινωνία ανάμεσα σε κοινωνικούς ανθρωπολόγους , εθνοαρχαιολόγους , αρχαιολόγους και φοιτητές της ανθρώπινης εξέλιξης. [“Social Anthropology of Technology” Bryan Pfaffenberger]
Ωστόσο, αυτό που μένει να αποδεχτεί κανείς είναι ότι οι κοινωνικές και μυθικές διαστάσεις της τεχνολογικής καινοτομίας μπορούν να γίνουν απόλυτα εμφανείς όταν γίνεται αντιληπτό ότι αποτυγχάνουν. Μετά από την καταστροφή του Challenger, για παράδειγμα, το πρόγραμμα για το αμερικανικό διαστημικό λεωφορείο θεωρήθηκε ως προϊόν, όχι επιστήμης και λογικής, αλλά περισσότερο πολιτικού συμβιβασμού, ελαττωματικής επικοινωνίας και συγχυσμένων στόχων. Εάν όμως επιτύχει κάποια καινοτομία, η κοινωνική και μυθική διάσταση μένει στο παρασκήνιο. Η επιτυχία της καινοτομίας θα αποδοθεί στην αλάνθαστη πλοήγηση της πραγματικής πορείας του έργου, η οποία έχει προδιαγραφεί από τους νόμους της φύσης, την αποδοτικότητα και τη λογική.
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιτυχία ή αποτυχία αποκλειστικά της τεχνολογίας. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την τεχνολογία σαν μαύρο κουτί που αν μας οδηγεί στην επιτυχία δεν μας ενδιαφέρει το περιεχόμενό του, ενώ αν αποτύχει το ανοίγουμε για να το αναλύσουμε και να επιρρίψουμε ευθύνες. Η τεχνολογία δεν είναι ανεξάρτητη από τον άνθρωπο, αλλά οι συνιστώσες της μπλέκονται με μια πολύπλοκη σχέση με τον ανθρώπινο πολιτισμό. Μπορούμε να εθελοτυφλούμε μπροστά σε μερικές συνιστώσες της αλλά δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε εντελώς. Όταν συμβαίνει όμως αυτό, παύει να υπάρχει η σχέση αλληλεπίδρασης που θα έπρεπε, και η τεχνολογία μοιάζει να λειτουργεί ερήμην του ανθρώπου.
Εδώ υπάρχει ακόμα μια παγίδα του μυαλού, η οποία είναι ακόμα πιο ύπουλη από το φετιχισμό. Ο ισχυρισμός ότι μόνο μια αποτυχημένη τεχνολογία είναι κοινωνικά δομημένη (και επαγωγικά, ότι οι επιτυχημένες τεχνολογίες δεν είναι κοινωνικά δομημένες) παραβιάζει την αρχή της συμμετρίας στην κοινωνιολογική εξήγηση: πρέπει να χρησιμοποιούμε τις ίδιες επεξηγηματικές αρχές για να χαρακτηρισθεί μια επιτυχημένη καινοτομία ως αποτυχημένη (Latour 1987). Πολλά παραδείγματα – για παράδειγμα η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία (Flink 1975) – μπορεί να καταταχθεί στις επιτυχημένες τεχνολογίες, στις οποίες ο τεχνικός σχεδιασμός προδίδει την εκτεταμένη συνύφανση υλικών και τεχνικής με τα κοινωνικά οράματα και τις μυθικές αρχές. Όμως πρέπει να προχωρήσουμε περαιτέρω. Η δημιουργία μια νέας τεχνολογίας δεν είναι μόνο η δημιουργία ενός τεχνουργήματος, αλλά και ενός νέου κόσμου κοινωνικών σχέσεων και μύθων, στον οποίο οι ορισμοί του τι “αποδίδει” και του τι είναι “επιτυχημένο” δομούνται από τις ίδιες τις πολιτικές σχέσεις που δημιουργεί η τεχνολογία. Ωστόσο, σίγουρα θα μπορούσε κανείς να αντικρούσει το αν “αποδίδει” ή όχι η τεχνολογία, αλλά αυτή η αντίκρουση παρεμποδίζει το πλαίσιο των στοιχείων ότι η δημιουργία μια “επιτυχημένης” τεχνολογίας απαιτεί επίσης τη δημιουργία και τη διασπορά των προτύπων που την καθορίζουν ως επιτυχημένη (MacKenzie 1987). Για παράδειγμα, στη Σρι-Λάνκα, το δίκτυο των πολιτικών σχέσεων που δημιουργήθηκε στα φράγματα και στις διώρυγες – ένα δίκτυο, το οποίο περιλαμβάνει την εισροή ξένης οικονομικής βοήθειας, την παροχή προσοδοφόρων συμβολαίων κατασκευών και τη δημιουργία χρεωμένων κοινοτήτων – είναι τόσο μεγάλης αξίας για την κυρίαρχη κυβέρνηση του Ενωμένου Εθνικού Κόμματος, ώστε οι “αποτυχίες” του έργου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, παρά μόνο ιδιωτικά και ανεπίσημα. Το έργο μπορεί να έχει βυθίσει γενιές αποίκων στη Σρι-Λάνκα σε χρέη, να έχει καταστρέψει την οικολογία των ποταμών σε κοιλάδες και να έχει δημιουργήσει νέα πλαίσια πολιτικής βίας, όμως κανένα από αυτά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς την υπονόμευση του πολιτικού οικοδομήματος εντυπωσιακών διαστάσεων και πολυπλοκότητας. Όσον αφορά στους κυβερνητικούς αξιωματούχους της Σρι-Λάνκα, το έργο AMDP αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτοί οι υπάλληλοι αποτελούν μέρος μιας τεράστιας επιχείρησης, η σταθερότητα και η αντοχή της οποίας εξαρτάται, εν μέρει, από την κατασκευή νέων προτύπων “επιτυχίας” και, εξίσου, από την αντίσταση στις εισβολές εξωτερικών και ανεπιθύμητων προτύπων “αποτυχίας”. Εάν επιτύχουν, η τεχνολογία μετατρέπεται σε ένα “μαύρο κουτί”: λίγοι είναι αυτοί που αμφισβητούν το σχεδιασμό του ή τα πρότυπα που καθορίζουν την επιτυχία του (MacKenzie 1987) και οι κοινωνικές ρίζες του εξαφανίζονται.
Κοντολογίς, η τεχνολογία είναι μια πρώτης τάξης σύνθετη δύναμη και αντικρούεται μόνο φραστικά σε σχέση με τις δυνατότητές της (για να παραφράσουμε τον Geertz) να μας παραπέμπει σε συμπλέγματα σπουδαιότητας τα οποία εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε. Για αυτό το λόγο αποτελεί ένα κατάλληλο – πράγματι κρίσιμο – θέμα ανθρωπολογικής μελέτης.
Σημείωση
Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στους Mel Cherno, W. Bernard Carlson, H. L. Seneviratne, τα σχόλια των οποίων σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του άρθρου με βοήθησαν να διαμορφώσω αυτό το επιχείρημα, για το οποίο εγώ ο ίδιος αναλαμβάνω την ευθύνη. Οφείλω επίσης ευχαριστίες, στο Τμήμα Μηχανολογίας και Εφαρμοσμένης Επιστήμης του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια για την επιδότηση της θερινής έρευνας, η οποία διευκόλυνε τη σύνθεση αυτής της έκθεσης.
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος