Κατερίνα Δάρα [1569]
Βαγγέλης Μπαντράς [1607]
Μιχάλης Νεάρχου [1656]
Κώστας Γιωτόπουλος [1563]
Γιάννης Τσιάμης [1637]
Εργασία
Για το Μάθημα
Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας
http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάϊος 1999


Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Donald MacKenzie & Judy Wajcman

Εισαγωγή

Ζούμε σε έναν κόσμο πραγμάτων που έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο. Συνήθως, έχουμε αυτό τον κόσμο σαν κάτι δεδομένο. Δε ρωτάμε γιατί το ψυγείο μας κάνει ένα ενοχλητικό βουητό, ή γιατί κάποια από τις οικιακές μας συσκευές έχει το συγκεκριμένο σχήμα. Σκεφτόμαστε τον ηλεκτρισμό μόνο όταν πρέπει να πληρώσουμε το λογαριασμό, ή όταν διακόπτεται η παροχή του. Μια ηλεκτρική λυχνία είναι ένα αντικείμενο που δεν προκαλεί κανένα σχολιασμό. Όταν η τεχνολογία όντως έρχεται στο προσκήνιο – όπως έχει συμβεί με τα πυρηνικά όπλα και την πυρηνική ενέργεια, με το microchip, με τα παιδιά του σωλήνα – αισθανόμαστε πολλές φορές ανίσχυροι να επηρεάσουμε τη ροή των γεγονότων. Η τεχνολογική αλλαγή φαίνεται να έχει τη δική της λογική, για την οποία ίσως να διαμαρτυρόμαστε ή ακόμα και να προσπαθούμε να τη σταματήσουμε, αλλά ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να τη μεταβάλλουμε ριζικά.

Αν καταφύγουμε σε ότι έχουν γράψει οι κοινωνιολόγοι σχετικά με την τεχνολογία, θα διαπιστώσουμε μια επικρατέστερη προσέγγιση που ωστόσο κάνει πολύ λίγα για να αλλάξει αυτό το σκηνικό. Κοινωνιολόγοι τείνουν να επικεντρώσουν στην ‘επίδραση’ της τεχνολογίας, στον ‘αντίκτυπο’ της τεχνολογικής αλλαγής στην κοινωνία. Αυτό είναι ένα απολύτως βάσιμο ενδιαφέρον, αλλά δεν αφήνει ένα κύριο και ίσως πιο σημαντικό ερώτημα να διατυπωθεί και κατ’ επέκταση να απαντηθεί. Τι έχει διαμορφώσει την τεχνολογία ώστε αυτή να έχει επιδράσεις; Τι προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί τις τεχνολογικές αλλαγές των οποίων τον αντίκτυπο βιώνουμε ;

Το επίκεντρο σε αυτό το κείμενο είναι οι απαντήσεις που έχουν δοθεί σε αυτό το συχνό και αναπάντητο ερώτημα. Συγκεκριμένα, ενδιαφερόμαστε για τους κοινωνικούς παράγοντες που έγιναν αφορμή για τεχνολογική αλλαγή. Σε τι έκταση και πώς το είδος της κοινωνίας που ζούμε επηρεάζει το είδος της τεχνολογίας που παράγουμε ; Τι ρόλο παίζει η κοινωνία στο πώς το ψυγείο έχει αυτόν το θόρυβο, στο γιατί η λάμπα είναι όπως είναι, στο γιατί οι πυρηνικοί πύραυλοι είναι σχεδιασμένοι με ένα συγκεκριμένο τρόπο ;

Ουσιαστικά, η φιλοσοφία της τεχνολογίας δεν έχει ακόμα ερευνηθεί. Ο δρόμος για την εξέταση της φύσης και της σημαντικότητας της τεχνικής βοήθειας στην ανθρώπινη δραστηριότητα είναι κάτι που πολλοί ερευνητές δεν έχουν επισημάνει. Σήμερα, η τεχνολογία εμπλουτίζει σχεδόν τα πάντα στην κοινωνία μας. Είναι αρκετοί εκείνοι που πιστεύουν ότι η τεχνολογία θα πρέπει να ερευνηθεί από αυτούς που αναπτύσσουν τους νεωτερισμούς του σήμερα και του αύριο. Τα άτομα αυτά κατανοούν ότι η τεχνολογία μελλοντικά θα βοηθά, έτσι δε βρίσκουν λόγο να ανησυχούν για τα προβλήματά της και τη φιλοσοφία της. Η τεχνολογία μπορεί να προοδεύει τόσο γρήγορα που απλά πράγματα γίνονται πολύπλοκα με τις παρούσες συσκευές. Υπάρχουν επίσης νέα νομικά προβλήματα που επιβάλλονται και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εν’ όψη της τεχνολογικής προόδου. Η τεχνολογία επηρεάζει τη ζωή οποιουδήποτε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και είναι αδύνατο να αποφύγουμε την εξέλιξή της. Η τεχνολογική αλλαγή μπορεί να φανεί σαν αιτία και οποιοσδήποτε και οτιδήποτε σαν το αποτέλεσμα”. Ο άνθρωπος θα πρέπει να προσαρμοστεί καθώς νέες συσκευές, τεχνικές και συστήματα έχουν αντίκτυπο στη ζωή του σήμερα και θα γίνουν δεύτερη φύση του αύριο.

Ο σκοπός μας είναι διπλός. Κατά πρώτο λόγο, ευχόμαστε να παρέχουμε στους αναγνώστες ,του ακαδημαϊκού χώρου ή και εκτός αυτού, μια συλλογή από κατατοπιστικά άρθρα που αμφισβητούν το ότι η κοινωνία διαμόρφωσε την τεχνολογία. Κατά δεύτερο λόγο, θέλουμε να πείσουμε εκείνους τους συνάδελφους κοινωνιολόγους που δεν έχουν ήδη πειστεί, να μελετήσουν αυτό το θέμα πιο σοβαρά και συστηματικά. Ευχόμαστε να μην εγκαταλείψει κανένας την έρευνα για τις επιδράσεις της τεχνολογίας στην κοινωνία αλλά θα θέλαμε τουλάχιστο τον ίδιο χρόνο για τη μελέτη των επιδράσεων της κοινωνίας στην τεχνολογία.

Μια τέτοια μετατόπιση του επίκεντρου έχει συνέπειες. Αν η σκέψη μας επικεντρώνει στην επίδραση της τεχνολογίας στην κοινωνία, τότε θα τείνουμε να θέτουμε ερωτήσεις όπως, ‘Πώς μπορεί η κοινωνία να προσαρμοστεί καλύτερα στην αλλαγή της τεχνολογίας ;‘. Θα θεωρούμε την τεχνολογική αλλαγή σαν ένα δεδομένο, ανεξάρτητο παράγοντα και τις κοινωνικές μας ενέργειες σα μια έκταση από (λίγο ως πολύ) παθητικές αντιδράσεις. Εναλλακτικά, αν επικεντρώσουμε στην επίδραση της κοινωνίας στη τεχνολογία, τότε η τεχνολογία παύει να είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας. Η τεχνολογία μας, γίνεται, όπως το οικονομικό και πολιτικό μας σύστημα, μια άποψη του τρόπου που ζούμε κοινωνικά. Γίνεται κάτι του οποίου οι αλλαγές αποτελούν μέρος ευρύτερων αλλαγών στον τρόπο που ζούμε. Γίνεται ακόμα κάτι του οποίου τις αλλαγές ίσως να θεωρούμε μια ενδιαφέρουσα διαμόρφωση –αν και πρέπει να προειδοποιήσουμε από την αρχή ότι το να λες ότι η τεχνολογία είναι κοινωνικά διαμορφωμένη δεν ισοδυναμεί με το να λες ότι μπορεί απαραίτητα να μεταβληθεί εύκολα. Αναλογικά, πολιτικά συστήματα έχουν διαμορφωθεί, ξεκάθαρα, από τις ευρύτερες κοινωνίες των οποίων είναι μέρος, αλλά η αλλαγή τους δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε μια άμεση συνέπεια μιας ατομικής ή συλλογικής απόφασης που προσπάθησε να τα αλλάξει.

Οι όροι ‘τεχνολογία’ και ΄κοινωνία’ είναι σύνθετοι. Καθώς αυτό το κείμενο προχωρεί, θα διαλευκάνουμε κάποιες από τις ομάδες των κοινωνικών σχέσεων και των κοινωνικών θεσμών που συνολικά δημιουργούν την έννοια ‘κοινωνία’. Εδώ θα διευκρινίσουμε ένα μόνο σημείο: ότι το να μιλάς για την κοινωνική διαμόρφωση της τεχνολογίας δεν υπαινίσσεται ότι οι μοναδικοί παράγοντες που συντελούν σ’ αυτό είναι εκείνοι που διαπερνούν-διαποτίζουν μια ολόκληρη κοινωνία. Όπως θα δούμε, πολύ συγκεκριμένοι κοινωνικοί οργανισμοί και κοινωνικά ενδιαφέροντα έχουν να παίξουν σημαντικό ρόλο επίσης.

Σχετικά με την ‘τεχνολογία’ μπορούμε να πούμε κάτι παραπάνω. Ο όρος είναι ασταθής. Τα όριά του με την ‘επιστήμη’ δεν είναι ξεκάθαρα, όπως και με την ‘τέχνη’ ή την ‘οικονομία’. Επιπρόσθετα, είναι ασαφές και το πώς βλέπουμε αυτές τις οριακές αλλαγές από τη μια ιστορική περίοδο στην άλλη. Επιπλέον, και ίσως πιο σημαντικό, ο όρος ‘τεχνολογία’ έχει τουλάχιστο τρία διαφορετικά εννοιολογικά επίπεδα. Στο πιο βασικό επίπεδο, η ‘τεχνολογία’ αναφέρεται σε ομάδες φυσικών αντικειμένων – σε αυτοκίνητα, ηλεκτρικές σκούπες ή υπολογιστές. Στο σημείο αυτό, το ερώτημα της ‘κοινωνικής διαμόρφωσης της τεχνολογίας’ έχει ένα αρκετά ξεκάθαρο νόημα: συζητάμε για την επίδραση των κοινωνικών παραγόντων στο σχεδιασμό και τη διαμόρφωση αυτών των φυσικών αντικειμένων. Ωστόσο κάποιοι συγγραφείς είναι ευχαριστημένοι με ένα τέτοιο περιορισμένο ορισμό της τεχνολογίας. Ένα αντικείμενο όπως ένα αυτοκίνητο ή μια ηλεκτρική σκούπα είναι μόνο μια τεχνολογία, παρά ένας αυθαίρετος όγκος θεμάτων, γιατί σχηματίζει ένα μέρος από μια ομάδα ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ένας υπολογιστής χωρίς προγράμματα και προγραμματιστές είναι απλώς μια άχρηστη συλλογή από κομμάτια μετάλλου, πλαστικού και σιλικόνης. Επομένως η ‘τεχνολογία’ αναφέρεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες καθώς επίσης και σε αντικείμενα. Για παράδειγμα η ‘κατασκευή από μέταλλο’ είναι μια τεχνολογία : αλλά αυτό υποδηλώνει ότι η τεχνολογία περιλαμβάνει το τι κάνουν οι εργάτες καθώς και τους κλίβανους που χρησιμοποιούν. Και όταν αρχίζουμε να μιλάμε για το τι κάνουν οι εργάτες μπορεί να ειπωθεί ότι ήδη μιλάμε για την κοινωνία, όχι για κάτι ξεχωριστό που επηρεάζεται από την κοινωνία.

Τρίτον, η τεχνολογία αναφέρεται στο τι οι άνθρωποι γνωρίζουν όπως και στο τι κάνουν. Η τεχνολογία είναι γνώση, όπως τονίζει ο Layton. Τα τεχνολογικά ‘πράγματα’ είναι ανούσια χωρίς τη γνώση του πώς θα τα χρησιμοποιήσεις, θα τα επιδιορθώσεις, θα τα σχεδιάσεις και τέλος θα τα φτιάξεις. Αυτή η γνώση συχνά δε μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Είναι περισσότερο παραστατική παρά απλώς λεκτική ή μαθηματική (Ferguson 1977). Αλλά μπορεί επίσης να συστηματοποιηθεί και να διδαχθεί. Αυτή όντως είναι η παλαιότερη έννοια της ‘τεχνολογίας’, μια προ-χρονολόγηση της χρήσης του όρου στην έννοια ‘υλικό’-‘τεχνολογία’ ως συστηματικοποιήμενη γνώση των πρακτικών τεχνών.

Αυτά τα διαφορετικά εννοιολογικά επίπεδα της ‘τεχνολογίας’ αξίζει να γίνουν αντιληπτά για ότι θα επακολουθήσει. Ο σκοπός μας όμως δεν είναι να επιχειρήσουμε να βελτιώσουμε έναν ορισμό. Το υπόλοιπο αυτού του δοκιμίου είναι οργανωμένο ως ακολούθως: Πρώτα συζητάμε σε μεγαλύτερη έκταση την ιδέα ότι η τεχνολογία έχει επίδραση στην κοινωνία, συγκεκριμένα μια έκδοση αυτής της ιδέας (εσφαλμένη κατά την άποψή μας) γνωστή σαν ΄τεχνολογικός ντετερμινισμός’. Στη συνέχεια ξεκινάμε πιο συστηματικά να κάνουμε την ερώτηση ‘ Τι διαμόρφωσε την τεχνολογία ;’ Συζητούμε επιχειρήματα για το ότι η κοινωνία διαμόρφωσε την τεχνολογία κι έπειτα επιχειρήματα για το ότι τη διαμόρφωσε η προηγούμενη τεχνολογία . Τελικά, και στο μεγαλύτερο μέρος, παρουσιάζουμε διάφορα μονοπάτια μέσω των οποίων η κοινωνία διαμόρφωσε την τεχνολογία.

Τεχνολογικός Ντετερμινισμός

Η μόνη πιο σημαντική θεωρία για σχέση μεταξύ της τεχνολογίας και της κοινωνίας είναι ο ‘τεχνολογικός ντετερμινισμός’. Αυτή είναι η θεωρία στην οποία όντως η τεχνολογία είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας και οι αλλαγές της προκαλούν κατ’ επέκταση κοινωνικές αλλαγές. Στην πιο ισχυρή της εκδοχή, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι η αλλαγή στην τεχνολογία είναι η πιο σημαντική αιτία για την αλλαγή στην κοινωνία.

Σύμφωνα με τον τεχνολογικό ντετερμινισμό, η τεχνολογία εισβάλλει στην κοινωνία από έξω απ’ αυτή. Υπάρχει ένας παραλληλισμός με θεωρίες του 19ου αιώνα σχετικά με τον ‘κλιματικό ντετερμινισμό’, όπου είχε ειπωθεί ότι το κλίμα (ένας ανεξάρτητος παράγοντας, πάνω στον οποίο οι κοινωνίες δεν είχαν καμιά επίδραση) διαμόρφωσε τη φύση της κοινωνίας. Μερικές φορές μπορούμε να δούμε την τεχνολογική αλλαγή σαν κάτι έξω από την κοινωνία, με τον ίδιο τρόπο σαν τον καιρό, όπως όταν μια ‘οπισθοδρομική’ κοινωνία επηρεάζεται από την ανώτερη τεχνολογία μιας πιο ‘προχωρημένης’ με την οποία έρχεται σε επαφή. Κάποιες άλλες φορές, μπορούμε να δούμε την τεχνολογία σαν κάτι έξω από την κοινωνία μόνο μεταφορικά. Από αυτή την άποψη οι τεχνολόγοι που παράγουν νέα τεχνολογία είναι πραγματικά μέλη της κοινωνίας, αλλά η δραστηριότητα τους είναι κατά μια πολύ σημαντική έννοια ανεξάρτητη από την συμμετοχή τους στην κοινωνία. Στην πιο συνηθισμένη εκδοχή του τεχνολογικού ντετερμινισμού, αυτοί οι τεχνολόγοι αναγνωρίζονται ως ‘εφαρμοσμένη επιστήμη’, ως αυτούς που λύνουν τις πρακτικές επιπλοκές των καινούργιων τεχνολογικών ανακαλύψεων κι εκείνων που απλά φαίνονται σαν καινούργιες, ως αυτούς που διαθέτουν μια πιο ακριβή διορατικότητα μέσα στην φυσική πραγματικότητα. Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν, οι τεχνολόγοι ακολουθούν τη λογική αυτών των ανακαλύψεων προκειμένου να τις μετατρέψουν σε νέες τεχνικές και νέες συσκευές και τότε αυτές οι τεχνικές και συσκευές παρουσιάζονται στην κοινωνία κι έχουν (συχνά απρόβλεπτες) ‘επιδράσεις’ – αυτός είναι ο πιο διαδεδομένος απολογισμός για το πώς η τεχνολογία γίνεται ένας ανεξάρτητος παράγοντας.

Οι ντετερμινολόγοι ερμηνεύουν την τεχνολογία ως τη βάση της κοινωνίας στο παρελθόν, στο παρόν ακόμα και στο μέλλον. Σύμφωνα με την πιο ακραία τους θέση, ολόκληρη η φόρμα της κοινωνίας είναι καθορισμένη από την τεχνολογία: οι νέες τεχνολογίες μετασχημάτισαν κάθε επίπεδο της κοινωνίας. Ο ανθρώπινος παράγονταςκαι οι κοινωνικοί διακανονισμοί φαίνεται να έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Έτσι το πρώτο μέρος του τεχνολογικού ντετερμινισμού είναι ότι η τεχνική αλλαγή είναι κατά μια έννοια αυτόνομη, ‘εκτός’ της κοινωνίας, κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Το δεύτερο μέρος είναι ότι η τεχνική αλλαγή προκαλεί κοινωνική αλλαγή. Μερικές φορές αναφέρεται ότι οι κοινωνικές αλλαγές μπορούν να είναι απόλυτα συγκεκριμένες. Έτσι οι Ogburn και Nimcoff (1964,571-5) παραθέτουν μια λίστα από τουλάχιστο 150 κοινωνικές επιδράσεις από το ραδιόφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το ότι ‘οι διαφορές της κουλτούρας ανά περιοχές γίνονται λιγότερο αποφασισμένες’.

Αυτή η προοπτική, της αυτονομίας της τεχνολογίας, δίνει την αίσθηση ότι η τεχνολογία βρίσκεται εκτός ελέγχου και επηρεάζεται από τον τρόπο που οι τεχνοκράτες μπορούν να οδηγήσουν σε απρόβλεπτα αποτελέσματα. Ο κοινωνιολόγος Jacques Ellul στο βιβλίο του “The Technological Society” ισχυρίζεται ότι η τεχνική έχει γίνει αυτόνομη: έχει διαμορφώσει έναν «παμφάγο» κόσμο που υπακούει στους δικούς του νόμους και που έχει αποκηρύξει όλη την παράδοση”( Ellul, 1964 π. 14). Παρουσιάζει πολύπλοκα τεχνολογικά συστήματα σα να έχουν διαμορφωθεί περισσότερο από την τεχνολογία παρά από την κοινωνία. Ο Ellul διακήρυττε ότι δε μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη αυτονομία εν’ όψη της τεχνολογικής αυτονομίας” (Ellul, 1964 p. 138). Η τεχνολογία που φαίνεται να μην την ελέγχει κανείς έχει περισσότερο δικό τηςθέλω”, τους δικούς της “σκοπούς” παρα καθαρά τεχνικές λειτουργίες.

Για κάποιους πιο σοβαρούς θεωρητικούς, η τεχνολογία παρουσιάζεται σα μια αυτόνομη δύναμη αλλά όχι σαν ένα ενσυνείδητο ον με δική του θέληση. Γι’ αυτούς η τεχνολογική αυτονομία μπορεί να αναφέρεται κύρια στους τρόπουςμε τους οποίους μια τεχνολογία, κάτω από τον έλεγχο του σκοπού για τον οποίο έχει φτιαχτεί, μπορεί να έχει απρόβλεπτες επιδράσεις στη χρήση και στην “ανάγκη” για άλλες τεχνολογίες.

Η ιδέα της αυτονομίας της τεχνολογίας χαρακτηρίζεται, μερικές φορές, περίπλοκη. Η αξίωση της τεχνολογικής αυτονομίας μπορεί να μας αποδυναμώσει , προτείνοντας ότι η τεχνολογία είναι κάτι μυστήριο και ανεξήγητο. Ο ρόλος μας ως υπεύθυνοι και με ανοιχτούς ορίζοντες, πολίτες είναι να δεχτούμε και να προσαρμοστούμε χωρίς διαμαρτυρία τη νέα τεχνολογία σαν γεγονός. Κι όπως τοποθετείται ο Raymont Williams “αν η τεχνολογία είναι η αιτία, μπορούμε να τροποποιήσουμε προς το καλύτερο τις επιδράσεις της ή να επιζητήσουμε τον έλεγχό τους.

Κάποιοι πιο φουτουριστικοί σχολιαστές, όπως ο Large(1980), αξιώνουν την εκδοχή του microchip. Υποστηρίζουν ότι η μικροηλεκτρονική επανάσταση προκαλεί τον ερχομό στο προσκήνιο μιας νέας φόρμας της κοινωνίας. Έχει ειπωθεί ότι θα υποχρεωθούμε να αλλάξουμε τις ιδέες μας σχετικά με την εργασία και την αργία καθώς το chip ‘βάζει εκατομμύρια στην ανεργία’ (σημειώστε την ακολουθία της αιτίας και του αποτελέσματος σε αυτή τη δήλωση). Είναι συνήθως αποδεκτό ότι έχουμε επιλογές. Για παράδειγμα μπορούμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας κοινωνίας με εξαιρετικά μειωμένο ωράριο εργασίας για όλους και μιας κοινωνίας με μια elite που θα έχει ένα πλήρες ωράριο και μια μάζα από μόνιμα άνεργους. Αλλά η έκταση των επιλογών είναι περιορισμένη, και μάλιστα από τη νέα τεχνολογία. Είναι ακριβώς οι αλλαγές στην τεχνολογία που φέρνουν τη νέα ‘κοινωνία της αργίας’ ή ‘κλειστή βιομηχανική κοινωνία’. Ο ρόλος μας ως οντότητες είναι να διαλέξουμε καλύτερα την πιο πολιτισμένη εκδοχή αυτής της τεχνολογικά ορισμένης νέας κοινωνίας.

Ο τεχνολογικός ντετερμινισμός δεν είναι πάντα φουτουριστικός. Έχει επίσης απασχολήσει σα μια ιστορική θεωρία, που εξηγεί γιατί προηγούμενες φόρμες της κοινωνίας ήρθαν στο προσκήνιο και ξεπεράστηκαν. Ενώ θα είναι μια υπέρ-απλούστευση να παρουσιάσουμε τη θεωρία του σαν ένα ευθύ τεχνολογικό ντετερμινισμό, η εκτίμηση του ιστορικού Lynn White για τον ερχομό μιας φεουδαλικής κοινωνίας αποκαλύπτει πώς μπορεί να κατασκευαστεί μια τεχνολογικά ντετερμινιστική κοινωνία. Με τον όρο ‘φεουδαλική’ εννοεί μια ‘κοινωνία όπου επικρατεί μια αριστοκρατία μαχητών προικισμένων με γη ‘ (White 1978,38). Αποδίδει τον ερχομό αυτής της κοινωνίας στη δυτική Ευρώπη και τη διάχυση προς τα δυτικά, στην εφεύρεση του αναβολέα. Πριν τον αναβολέα, το να μάχεσαι πάνω σε ένα άλογο είχε το ρίσκο της πτώσης. Χτυπώντας πολύ δυνατά με ένα ξίφος, ή κάνοντας ξαφνικά επίθεση με μια λόγχη, οι έφιπποι πολεμιστές κείτονταν ατιμωτικά στο χώμα. Επειδή ο αναβολέας πρόσφερε στους αναβάτες μια πολύ πιο ασφαλή θέση στο άλογο, ‘συνέδεε αποτελεσματικά άλογο και αναβάτη ως μια μαχητική μονάδα ικανή να βιαιοπραγήσει χωρίς προηγούμενο‘. Αλλά αυτός ήταν ένας δαπανηρός ωστόσο και αποτελεσματικός τρόπος για να πραγματοποιηθεί μάχη. Απαιτούσε έντονη εξάσκηση, οπλισμό και άλογα για πόλεμο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, μόνο μέσα από μια αναδιοργάνωση της κοινωνίας ώστε αυτή να υποστηρίζει μία ομάδα από ‘εκλεκτούς’ έφιππους πολεμιστές, ικανούς κι εξοπλισμένους για να πολεμήσουν με αυτόν τον ‘νέο και ιδιαίτερο τρόπο’.

 

Έχει η τεχνολογία ‘επιδράσεις’ ;

Το παράδειγμα του αναβολέα και του φεουδαλισμού μας δείχνει τα προβλήματα της δεύτερης εκδοχής του τεχνολογικού ντετερμινισμού, που υποστηρίζει ότι η τεχνολογική αλλαγή προκαλεί κοινωνική αλλαγή. Αφήνοντας στο περιθώριο θέματα από αρχαιολογικές και ιστορικές μαρτυρίες (για τις οποίες παραπέμπουμε στους Hilton και Sawyer 1963), μπορούμε άμεσα να σημειώσουμε μια σοβαρή δυσκολία στο να δούμε τον αναβολέα σαν την αιτία του φεουδαλισμού. Ο ίδιος ο White το αναγνωρίζει (1978,28) : ‘μια καινούργια συσκευή ανοίγει μερικώς μια πόρτα, δεν υποχρεώνει κάποιον να μπει’. Η συσκευή από μόνη της δεν εξαναγκάζει κοινωνίες να την υιοθετήσουν. Είναι γνωστές αρκετές περιπτώσεις όπου τεχνολογίες που αργότερα κρίθηκαν χρήσιμες ή απαραίτητες δεν έγιναν αποδεκτές ή τουλάχιστο υπήρξε έντονη αντίσταση (Morison 1966). Τα χαρακτηριστικά μια κοινωνίας παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην απόφαση για το ποιες τεχνολογίες θα υιοθετηθούν. Μόλις παραδεχτούμε το πιο πάνω – και είναι δύσκολο να δει κάποιος πώς κάτι τέτοιο μπορεί να απορριφθεί δίκαια – η τεχνολογία μάλλον φαίνεται ως ένας λιγότερο γνήσιος ανεξάρτητος παράγοντας.

Ακόμα πιο καταστροφικό σε έναν απλό ντετερμινισμό είναι το γεγονός ότι, η ίδια τεχνολογία μπορεί να έχει διαφορετικές ‘επιδράσεις’ σε διαφορετικές καταστάσεις. Μεταξύ των Φράγκων, ο αναβολέας ‘προκάλεσε’ φεουδαλισμό. Ωστόσο δεν είχε τόσο μεγάλη επίδραση, για παράδειγμα στην Αγγλοσαξονική Αγγλία πριν την κατάκτηση της Νορμανδίας. Δεν υπάρχει τίποτα το έντονα μυστήριο σχετικά με αυτό. Προκειμένου να εξηγήσουμε γιατί αποπειράθηκε η δημιουργία ενός φεουδαλικού συστήματος και γιατί κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, αναπόφευκτα, θα πρέπει να αναφερθούμε σε μια ευρύτερη ομάδα από κοινωνικές συνθήκες παρά στην στρατιωτική τεχνολογία μόνο –στην αποκήρυξη της ευρωπαϊκής αγοράς που έκανε τη γη τη μοναδική αξιόπιστη πηγή πλούτου, στην πιθανότητα (κάτω από ορισμένες συνθήκες κι όχι άλλες) της δήμευσης της γης για τη ανακατανομή σε φεουδαλικούς ιππότες, και σε άλλες. Αφού αυτές οι άλλες συνθήκες δεν είναι απαραίτητα οι ίδιες παντού, είναι αναμενόμενο ότι ο αναβολέας δεν είχε παντού τις ίδιες ‘επιδράσεις’. Όντως, είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί θα πρέπει η τεχνολογία να μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή κι όχι όπως οι άλλες συνθήκες.

Έτσι η ιδέα της τεχνολογίας που έχει άμεσες κοινωνικές ‘επιδράσεις’ είναι καθ’ ολοκληρία πολύ απλή. Η αποτίμηση των επιδράσεων μιας δεδομένης τεχνολογίας στην κοινωνία είναι μία έντονα δύσκολη και προβληματική διαδικασία, παρά τη προφανή διαύγεια της ερώτησης και τη συνεχή επιθυμία υποστηρικτών της έρευνας που θέλουν να μάθουν την απάντηση. Ας πάρουμε ένα κρίσιμο παράδειγμα-την επίδραση του microchip στην εργασία. Είναι σχετικά εύκολο να μαντέψει κανείς τι ποσοστό από τις υπάρχουσες εργασίες θα γίνονται αυτόματα από την παρούσα ή την αναμενόμενη τεχνολογία των υπολογιστών. Αλλά δεν είναι αυτή η επίδραση του microchip στην εργασία, ακριβώς γιατί το ερώτημα δε μπορεί να προσεγγιστεί σε δίκαιη βάση κάτω από μια τέτοια απομόνωση. Για να γνωρίζει κάποιος την επίδραση του microchip στα επίπεδα της εργασίας, θα πρέπει να γνωρίζει την κλίμακα του βαθμού με τον οποίο θα υιοθετηθεί σε διαφορετικές τοποθεσίες, την πιθανή τοποθεσία και τη φύση των βιομηχανιών που θα παράγουν τεχνολογία για υπολογιστές, τις έμμεσες οικονομικές επιδράσεις της δημιουργίας και παράλληλα της καταστροφής θέσεων εργασίας, τον πιθανό ρόλο των ενεργειών του εργατικού σωματείου και τη πολιτικής της κυβέρνησης, την αλληλεπίδραση όλης αυτής της εξέλιξης σε μια χώρα με το τι γίνεται στις άλλες, την ανάπτυξη ή την παρακμή της παγκόσμιας οικονομίας ( Freeman, Clark και Soete 1982, Cooper και Clark1982). Με άλλα λόγια, η απάντηση στο ερώτημα για την επίδραση μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας στην κοινωνία απαιτεί από κάποιον να έχει μια καλή θεωρία για το πώς λειτουργεί η κοινωνία. Η απλότητα της ερώτησης είναι παραπλανητική: Το να απαντηθεί κατάλληλα, συχνά προϋποθέτει μια κατανόηση του συνόλου των δυναμικών μιας κοινωνίας κι έτσι είναι μάλλον μια από τις δύσκολες ερωτήσεις προς απάντηση.

Θα ήταν τρομερό λάθος να περάσουμε από το συμπέρασμα που λεει ότι οι τεχνολογικές επιδράσεις δεν είναι τόσο απλές στο συμπέρασμα ότι η τεχνολογία δεν έχει καθόλου επιδράσεις. Η άποψη του Langdon Winner η οποία είναι μία από τις προσπάθειες σκεπτικισμού που έχουν σαν στόχο την αποδυνάμωση της αντίληψης που ισχυρίζεται ότι η τεχνολογία είναι από μόνης της ουδέτερη, δηλαδή η τεχνολογία από μόνη της δεν έχει επιδράσεις, αλλά επιδράσεις έχει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία επιλέγει να την χρησιμοποιήσει. Όπως αναφέρει ο Langdon Winner η τεχνολογία έχει την δυνατότητα να επηρεάζει την πολιτική, και αυτό με δύο έννοιες. Η τεχνολογία μπορεί να σχεδιαστεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, έτσι ώστε να παρουσιάζει καινούργιες κοινωνικές επιλογές και να εξαφανίζει άλλες. Για παράδειγμα οι μηχανικοί οδικών έργων σχεδιάζουν τους δρόμους με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνουν ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων και να εμποδίζουν άλλες. Πολλές φορές όχι μόνο τα διάφορα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά της τεχνολογίας επηρεάζουν την πολιτική, αλλά και μερικά είδη τεχνολογικών επιτευγμάτων είναι από μόνα τους πολιτικά. Ακόμα και αν είναι εσφαλμένο να δούμε τις τεχνολογίες σαν κάτι που απαιτεί συγκεκριμένα πρότυπα κοινωνικών σχέσεων για να προχωρήσει μαζί τους, μερικές είναι πιο συμβατές με μερικούς κοινωνικούς δεσμούς από ότι άλλες. Επομένως η βασική ενεργειακή πολιτική γύρω από την πυρηνική τεχνολογία, η οποία απαιτεί πλουτώνιο, μπορεί να αυξήσει την πίεση για περισσότερη κρατική επιτήρηση για να εμποδιστεί η κλοπή του πλουτωνίου και κάτω από αυτές τις συνθήκες αρχίζουν να διαβρώνονται οι βασικές πολιτικές ελευθερίες.

Διαβάζοντας την πιο πάνω παράγραφο μας γεννήθηκε η απορία τι εννοεί ο Langdon Winner με το να αναφέρει ότι η τεχνολογία επηρεάζει την πολιτική. Μας φάνηκε εκ πρώτης όψεως μια λανθασμένη αντίληψη, οι άνθρωποι είναι που έχουν πολιτική και όχι τα αντικείμενα. Έτσι μας κίνησε το ενδιαφέρων να το ψάξουμε περισσότερο. Παρουσιάζοντας δύο τρόπους με του οποίους διάφορα τεχνουργήματα έχουν πολιτικές δυνατότητες στο άρθρο του " Do artifacts have politics ? " μας βοήθησε να καταλάβουμε τι εννοούσε με το λεει ότι η τεχνολογία επηρεάζει την πολιτική. Καταρχήν με τον όρο πολιτική ο Winner εννοεί " τον διακανονισμό της δύναμης και της εξουσίας σε ανθρώπινους συνδέσμους ως επίσης και την δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα μέσο αυτών των διακανονισμών". Έτσι για παράδειγμα στην αναφορά που γίνεται στην πιο πάνω παράγραφο όπου αναφέρεται ότι οι μηχανικοί οδικών έργων με τον τρόπο που σχεδιάζουν τα διάφορα κατασκευαστικά έργα επηρεάζουν την πολιτική αναφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο ο Robert Moses αρχιμηχανικός δημοσίων έργων στην Νέα Υόρκη από το 1920-1970 σχεδίαζε της γέφυρες σε ορισμένες περιοχές χαμηλότερες του κανονικού ούτως ώστε από αυτούς τους συγκεκριμένους δρόμους να περνάνε μόνο αμάξια και μηχανές και να μην μπορούν να περάσουν λεωφορεία. Ο λόγος είναι πολύ απλός οι λευκοί αμερικάνοι οι οποίοι ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση και άρα θα μπορούσαν να έχουν αμάξια και μηχανές να μπορούν να περνούν από τους συγκεκριμένους δρόμους αντίθετα οι μαύροι, οι φτωχοί, και οι μετανάστες οι οποίοι ήταν πιο φτωχοί και άρα σαν μέσα μεταφοράς θα χρησιμοποιούν τα λεωφορεία να μην μπορούν να περάσουν κάτω από αυτές τις γέφυρες και άρα να μην προσεγγίζουν αυτές τις περιοχές.

Επιπλέον, η υιοθέτηση διαφόρων τεχνολογιών είναι μακροπρόθεσμη και πολύ σημαντική: οι τεχνολογίες δεν μπορούν να ανταλλαχθούν πάντα κατά βούληση. Για παράδειγμα, τα οδικά και σιδηροδρομικά συστήματα παραμένουν για αρκετό καιρό μετά τον θάνατο των σχεδιαστών τους. Το εθνικό δίκτυο ηλεκτρισμού είναι μια μεγάλη επένδυση όπου καμιά κοινωνία δεν θα ήθελε να ζει χωρίς αυτό –ωστόσο, το δίκτυο θα προκαλούσε προκατάληψη σε σχέση με μια μεγάλη και συγκεντρωμένη πηγή ενέργειας, όπως η πυρηνική, αντί μιας μικρής έκτασης τοπικών πηγών ενέργειας όπως η ηλιακή ή η αιολική. Η υιοθέτηση της πυρηνικής ενέργειας όμως θα αφήσει στις επόμενες γενιές τα πυρηνικά απόβλητα και θα έχουν το πρόβλημα να αναπτύξουν μια τεχνολογία που θα μπορεί να διαχειρίζεται τα πυρηνικά απόβλητα, έστω και αν αυτοί δεν υιοθέτησαν την πυρηνική ενέργεια σαν πηγή ενέργειας τους. Ο Marx (Marx 1968,97) έγραψε κάποτε ότι ‘οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους, μα δεν την φτιάχνουν όπως τους ευχαριστεί, δεν την φτιάχνουν κάτω από τις περιστάσεις που έχουν διαλέξει από μόνοι τους αλλά κάτω από τις περιστάσεις, απευθείας, όπως έρχονται, όπως διαδίδονται από το παρελθόν’. Μεταξύ των περιστάσεων που διαδίδονται από το παρελθόν είναι συχνά πολύ σημαντική η τεχνολογική κληρονομιά των προηγούμενων γενεών.

Ενδεικτικά αναφέρουμε το πρόβλημα των πυρηνικών αποβλήτων. Δημιουργούμε αυτά τα απόβλητα χωρίς να έχουμε την δυνατότητα να τα επεξεργαστούμε και να τα καταστρέψουμε προσδοκώντας ότι στο μέλλον κάποιοι άλλοι θα βρουν κάποιο τρόπο να τα επεξεργασθούν ή να τα απαλλαχθούν μεταφέροντας τα σε κάποιο άλλο πλανήτη. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που αργήσει πάρα πολύ να βρεθεί αυτή η λύση και η ζωή μας πάνω σε αυτό τον πλανήτη γίνει ανυπόφορη τι θα κάνουμε για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα μήπως θα προσπαθήσουμε να τα θάψουμε σε κάποια υποανάπτυκτη χώρα δίνοντας τους κάποια χρήματα έστω για να λύσουν κάποιες σημερινές τους ανάγκες αλλά καταστρέφοντας όλες τις επόμενες γενεές που θα ζήσουν σε αυτόν τον τόπο; Αξίζει τον κόπο να χρησιμοποιούμε αυτή την μορφή ενέργειας με τις επιδράσεις που έχει είτε στην καθημερινή μας ζωή ή στην ζωή των μελλοντικών γενεών.

Τελικά, τα τεχνολογικά συμπεράσματα είναι βιολογικά, οικολογικά καθώς και κοινωνικά. Οι τεχνολογίες μπορούν να μας θρέφουν, να μας ντύνουν, και να μας παρέχουν προστασία, όπως επίσης μπορούν και να μας σκοτώσουν και να μας δηλητηριάσουν. Οι τεχνολογίες μπορούν να διατηρήσουν ή να φθείρουν το περιβάλλον μας, γι’ αυτό και οι ‘οικολογικές’ κριτικές των τεχνολογιών έχουν πολύ μεγάλη σημασία, έπαιξαν για παράδειγμα μεγάλο ρόλο στην απαγόρευση της ανάπτυξης του υπέρ-ηχητικού αεροπλάνου Concorde (Horwitch 1982). Οδήγησαν στην κατασκευή εναλλακτικών ή ριζοσπαστικών τεχνολογιών με ήπιες οικολογικές επιπτώσεις (Dickson 1974, Boyle and Harber 1976). Το ρίσκο το οποίο υπόκειται το περιβάλλον από την τεχνολογία δεν είναι ένα απλό ζήτημα. Το πώς οι κοινωνίες βλέπουν τις φυσικές δυνατότητες και τους φυσικούς περιορισμούς που κληρονόμησαν από το περιβάλλον τους και το ρίσκο το οποίο βάζουν το περιβάλλον είναι έντονα μεταβλητό μέσα από διαφορετικές κοινωνίες και μερικές φορές και μέσα στις ίδιες (Douglas 1975). Είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί ομοφωνία στο ρίσκο το οποίο υπόκειται το περιβάλλον από αμφισβητήσιμες τεχνολογίες, όπως για παράδειγμα η πυρηνική ενέργεια.

 

Τι είναι αυτό που διαμορφώνει την τεχνολογία ?

Θα επικεντρωθούμε στην υπόθεση ότι οι τεχνολογικές αλλαγές είναι αυτόνομες και βρίσκονται ‘έξω’ από την κοινωνία στην οποία λαμβάνουν χώρα. Η ερώτηση μας είναι τι είναι αυτό που διαμορφώνει την τεχνολογία πριν αυτή να λάβει χώρα δηλαδή προτού να έχει αποτελέσματα. Ιδιαίτερα, τι ρόλο παίζει η κοινωνία στην διαμόρφωση της τεχνολογίας ;

Η προοπτική της κοινωνικής διαμόρφωσης της τεχνολογίας προέρχεται από την κοινωνική και οικονομική έρευνα πάνω στον τομέα της τεχνολογίας, προκειμένου να αναλύσουμε τόσο το περιεχόμενο των τεχνολογιών όσο και τις λεπτομερείς διαδικασίες του νεωτερισμού(MacKenzie & Wajcman 1985, Bijker & Law 1922). Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με παραδόσεις οι οποίες, με το να αντιμετωπίζουν την τεχνολογία σαν ένα ξεχωριστό παράγοντα από την κοινωνία και όχι υποκείμενο στην κοινωνική ανάλυση, περιορίζουν τον σκοπό της συστηματικής έρευνας του αντίκτυπου της κοινωνίας- για παράδειγμα, οι κοινωνικές προσαρμογές φαίνεται να απαιτούνται λόγω της τεχνολογικής προόδου. Η κοινωνική διαμόρφωση της τεχνολογίας εμφανίστηκε στο προσκήνιο, μέσω μιας κριτικής του τεχνολογικού ντετερμινισμού”, με αποδείξεις ότι συγκεκριμένα μονοπάτια της τεχνολογικής αλλαγής ήταν αναπόφευκτα και απαιτούσαν ένα είδος κοινωνικής αλλαγής. Μελέτες έδειξαν ότι η τεχνολογία είναι ένα κοινωνικό προΐόν, σχεδιασμένο κάτω από τις συνθήκες της δημιουργίας του και της χρήσης του. Σε κάθε στάδιο, τόσο της δημιουργίας όσο και της υλοποίησης των νέων τεχνολογιών μια ποικιλία τεχνικών επιλογών ήταν διαθέσιμες. Κάθε μια επιλογή διαμορφώθηκε από μια σειρά ευρέων κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών και πολιτικών παραγόντων. Έτσι η μελέτη της τεχνολογίας επιτρέπει στον άνθρωπο να δει από μέσα την επιστήμη και την τεχνολογία, προσφέροντάς του την προοπτική να κινηθεί πέρα από αμυντικές και αντιδραστικές αντιδράσεις σε ότι αφορά την τεχνολογία.

Ωστόσο, λέγεται, ότι η επιστήμη διαμορφώνει την τεχνολογία και η επιστήμη από μόνη της ανακαλύπτει την πραγματικότητα, ανεπηρέαστη από την κοινωνία.

Υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία είναι λανθασμένα με αυτή την ιδέα. Πρώτο ξέρουμε ότι η επιστήμη επηρεάζεται από την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται. Όχι μόνο το κοινωνικό πλαίσιο επηρεάζει το βαθμό και την κατεύθυνση της ανάπτυξης της επιστήμης αλλά μελέτες έχουν δείξει πολλές περιπτώσεις όπου τα μοντέλα αλλά και οι εικόνες που χρησιμοποιούνται στις επιστημονικές θεωρίες έχουν παρθεί από την ευρύτερη κοινωνία όπου κοινωνικοί και πολιτικοί προβληματισμοί έχουν μπει στους επιστημονικούς υπολογισμούς διαφορετικών θεωριών σαν αλήθεια ή ψέμα. Ακόμη το επίπεδο του ‘γεγονότος’, δηλαδή του πειράματος και της παρατήρησης, είναι κοινωνικό και διαφορετικές ομάδες επιστημόνων κάτω από διαφορετικές περιστάσεις έχουν δείξει ότι έχουν βγάλει διαφορετικά ‘γεγονότα’. Διάφορες πρόσφατες συλλογές (Barnes και Shapin 1979, Collins 1981 και 1982, Barnes και Edge 1982, Knorr-Cetina και Mulkay 1983) και ένα σημαντικό survey (Shapin 1982) έδωσαν χρήσιμη εισαγωγή σε αυτή την βιβλιογραφία.

Επιπλέον, είναι τώρα όλο και περισσότερο κατανοητό το ότι η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν χωρίς καμία έννοια γίνει δύο πολύ στενά συνδεδεμένες διεργασίες. Το να κοιτάζεις προς τα πίσω είναι πολύ δύσκολο γιατί οι άνθρωποι σε προηγούμενους καιρούς δεν χειρίζονταν με την δική μας αντίληψη την ‘επιστήμη’ και την ‘τεχνολογία’(Mayr 1976) και υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στους ιστορικούς που μελέτησαν αυτό το θέμα (Mousson και Robinson 1969, Mathias 1972). Όμως σαν συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα η συνεισφορά των διεργασιών που τώρα βλέπουμε σαν επιστήμη στο τι θα ονομάζαμε τεχνολογία είναι συχνά οριακή. Ο νερόμυλος, το αλέτρι, το κλωστήριο ακόμα και οι ατμομηχανές, αυτές οι μεγάλες και κρίσιμες ανακαλύψεις δεν ήταν οι εφαρμογές κάποιας προ-υπάρχουσας επιστήμης( Cardwell 1971 και 1972b).

Όπου επιστήμη και τεχνολογία είναι συνδεδεμένες, όπως συχνά τις βλέπουμε σε αυτόν τον αιώνα, είναι λάθος να δούμε το δεσμό τους ως ένα δεσμό μονόπλευρο όπου η τεχνολογία είναι μονόπλευρα εξαρτώμενη από την επιστήμη. Η τεχνολογία έχει συνεισφέρει στην επιστήμη τόσο όσο και η επιστήμη στην τεχνολογία. Ας δούμε την μεγάλη εξάρτηση της επιστήμης στους υπολογιστές, όπου χωρίς αυτούς όλες οι μοντέρνες επιστημονικές ειδικότητες δύσκολα θα μπορούσαν να υπάρξουν. Οι τεχνολόγοι ψάχνουν τις επιστημονικές τους πηγές για να λύσουν τα προβλήματα που τους απασχολούν ούτως ώστε να πετύχουν τους στόχους που έχουν βάλει. Αυτά τα προβλήματα όπως επίσης και οι στόχοι είναι τόσο σημαντικοί ώστε να εξηγηθούν όσο και η διαθέσιμη επιστήμη.

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο θα επιχειρηματολογήσουμε για το ότι η τεχνική αλλαγή είναι αυτόνομη, είναι λιγότερο κοινός αλλά ωστόσο περισσότερο αληθοφανής. Αυτό που πρέπει να λέγεται δεν είναι αν η επιστήμη διαμορφώνει την τεχνολογία αλλά αν η τεχνολογία διαμορφώνει την επιστήμη (Ellut 1964, 85-94, Winner 1977, 57-73). Για να καταλάβουμε την ισχύ αυτής της πρότασης, είναι αναγκαίο να δούμε τι είναι λανθασμένο σύμφωνα με την γνώμη κάποιου μεγάλου εφευρέτη. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι μεγάλες ανακαλύψεις λάμβαναν χώρα όταν οι ιδιοφυΐες είχαν εκλάμψεις δηλαδή όταν μια ριζοσπαστική καινούργια ιδέα παρουσιάζεται από μόνη της έτοιμη στο μυαλό του εφευρέτη. Αυτός ο τρόπος σκέψης ενισχύεται από αρκετές δημοφιλείς τεχνολογικές ιστορίες.

Μία σημαντική διαφωνία με αυτή την αντίληψη για τις εφευρέσεις τέθηκε από μία ομάδα Αμερικάνων συγγραφέων με πιο σημαντικό τον William Ogburn οι οποίοι συγγραφείς από το 1920 και μετά δημιούργησαν την επιστήμη της κοινωνιολογία της τεχνολογίας (Westrum 1983). Σε ένα άρθρο του 1922 ο Ogburn μαζί με την συνεργάτιδα του Dorothy Thomas ανέφεραν ότι οι εφευρέσεις πολλές φορές ήταν αναπόφευκτες. Πολλές φορές αν παρουσιάζονταν τα βασικά συστατικά μιας εφεύρεσης τότε αναπόφευκτα θα είχαμε και μια καινούργια εφεύρεση. Για παράδειγμα αν έχουμε μια βάρκα και μια ατμομηχανή τότε έχουμε για εφεύρεση το ατμόπλοιο (Ogburn και Thomas 1922,90). Οι Ogburn και Thomas θεώρησαν σα βασική απόδειξη του αναπόφευκτου μιας εφεύρεσης το ότι πολλές εφευρέσεις έγιναν ανεξάρτητα από πολλά άτομα.

Μία κριτική της εμπνευσμένης αντίληψης της εφεύρεσης μπορεί να βρεθεί στις δουλείες αρκετών συγγραφέων όπως ο Usher(1954), ο συνεργάτης του Gilfillan(1953a και 1953b) και ο Thomas P. Hughes(1971 και 1983 όπως επίσης και σελίδες 39-52 σε αυτό το βιβλίο). Η δουλειά του Hughes είναι πολύ καλά εμπεριστατωμένη γιατί επικεντρώνεται στους μεγάλους κλασικούς εφευρέτες όπως ο Thomas Edison (γραμμόφωνο, ηλεκτρικό λαμπτήρα) και Elmer Sperry (γυροπυξίδα, και οι αυτόματοι πιλότοι αεροπλάνων και σκαφών).

Ο Hughes δεν είχε σκοπό να δυσφημήσει τα επιτεύγματα όσων ατόμων ανέφερε αλλά η δουλεία του επιδείκνυε ότι η εφεύρεση δεν είναι θέμα ξαφνικής έμπνευσης. Η επιστήμη επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την λεπτομερή και προσεκτική τροπολογία της ήδη υπάρχουσας τεχνολογίας. Είναι μία παραγωγική και εφευρετική διαδικασία, αλλά η φαντασία βρίσκεται πίσω από όλους τους τρόπους με τους οποίους μια επινόηση μπορεί να βελτιώσει και να επεκτείνει την εμβέλεια διάφορων επιτυχημένων τεχνικών μιας περιοχής σε άλλες καινούργιες περιοχές.

Ένας σημαντικός αριθμός τεχνικών αλλαγών αλλάζει εντελώς την αντίληψη μας για την ‘εφεύρεση’. Η τεχνητή αλλαγή κατά τον Gilfillan (1953a,5) είναι συχνά ’μια διαρκή προσθήκη μικρών αλλαγών… που πιθανότατα δεν έχουν ούτε αρχή ή τέλος ούτε ορίζονται με όρια’, ο Gilfillan παρατήρησε αυτή τη διαδικασία κατά την μεγάλη εξέλιξη των πλοίων (1935b). Οι πρωτεργάτες αυτών των διαδικασιών είναι συχνά ανώνυμοι, σίγουρα όχι ‘μεγάλοι εφευρέτες’, και συχνά εργάτες χωρίς προηγούμενη τεχνική ή επιστημονική εκπαίδευση. Μπορούμε καλύτερα να δούμε αυτήν τη διαδικασία σαν μια διαδικασία συλλογής μάθησης παρά μια ατομική καινοτομία.

Μία καινούργια τεχνολογία εμφανίζεται μέσα από μια ήδη υπάρχουσα τεχνολογία με μια διαδικασία βαθμιαίας αλλαγής και σε συνδυασμό με την ήδη υπάρχουσα. Ακόμα αυτό που εμείς μπορεί με μερικές δικαιολογίες να θέλουμε να λέμε επανάσταση στην τεχνολογία, χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια για να γίνει. Η σημαντική μελέτη του Constant (1980) πάνω στην τρόπο αλλαγής της προώθησης των αεροσκαφών από προπέλες σε jet το δείχνει καθαρά. Η επαναστατική αυτή μέθοδος βασιζόταν πάνω στην ήδη υπάρχουσα τεχνολογία των turbo jet των τουρμπίνων νερού και αερίου.

Έτσι η υπάρχουσα τεχνολογία είναι επομένως μια σημαντική προϋπόθεση για μια καινούργια τεχνολογία. Η συγκεκριμένη τεχνολογία παρέχει τις βάσεις για τις συσκευές και τις τεχνικές που πρέπει να τροποποιηθούν όπως επίσης και ένα πλούσιο σύνολο εναλλακτικών πηγών διαθέσιμων για επινοητικές χρήσεις πάνω σε καινούργιες ρυθμίσεις. Αλλά εδώ τίθεται το ερώτημα είναι η μόνη δύναμη που επηρεάζει την διαμόρφωση της καινούργιας τεχνολογίας ? Σε αυτήν την ερώτηση θα λέγαμε όχι και αυτό μπορούμε να το δούμε εξετάζοντας το πιο ακόλουθο: δηλαδή η υπάρχουσα τεχνολογία δεν είναι μια συνθήκη της καινούργιας τεχνολογίας αλλά μια ενεργή δύναμη που διαμορφώνει την ανάπτυξη της. Αυτές οι προσπάθειες εστιάζονται γύρω από το τεχνολογικό ‘παράδειγμα’(paradigm) και το τεχνολογικό ‘σύστημα’.

Η ιδέα του τεχνολογικού ‘παραδείγματος’ (Constant 1980, Dosi 1982) είναι μια επέκταση των ιδεών του Thomas Kuhn του επιστημονικού παραδείγματος’(1970). Στην δουλεία του Kuhn, το ‘παράδειγμα’ έχει δύο κύριες έννοιες οι οποίες είναι συσχετιζόμενες, αλλά, διακεκριμένες μεταξύ τους. Το ‘παράδειγμα’ είναι ένα υπόδειγμα, δηλαδή ένα ξεχωριστό επιστημονικό πρόβλημα του οποίου η λύση είναι αποδεκτή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για μελοντική εργασία. Επομένως, η εξήγηση του Newton για την διάθλαση του φωτός, από τις δυνάμεις των σωματιδίων που πίστευε ότι το αποτελούν, συνιστά ένα ‘παράδειγμα’ για περισσότερη έρευνα πάνω στην οπτική – οι ερευνητές ψάχνουν να βγάλουν παρόμοιες επεξηγήσεις για άλλα οπτικά φαινόμενα (Worral 1982). Δηλαδή το ‘παράδειγμα’ σε αυτή την πρώτη αίσθηση του υποδείγματος παίζει ένα κρίσιμο ρόλο για το ανάλογο ‘παράδειγμα’ σε μια δεύτερη πιο ευρεία αίσθηση.

Η συζήτηση των ‘παραδειγμάτων‘ στην τεχνολογία είναι λιγότερο εκτενής από ότι θα μπορούσε να είναι, γιατί έχει εστιασθεί στην δεύτερη σημασία του ‘παραδείγματος’, παρά την σαφή δήλωση του Kuhn ότι η πρώτη σημασία του ‘παραδείγματος’ είναι, φιλοσοφικά, πιο βαθιά. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έννοια του ‘παραδείγματος’ εφαρμοζόμενου σε τεχνολογική αλλαγή μας οδηγεί σε σημαντικά φαινόμενα. Ειδικά τεχνικά επιτεύγματα έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο σαν υποδείγματα, σαν μοντέλα για περαιτέρω ανάπτυξη (Sahal 1981a και 1981b). Στο πεδίο τις πυραυλικής τεχνολογίας για παράδειγμα οι γερμανικοί πύραυλοι V-2 έχουν παίξει αυτόν τον ρόλο στην ανάπτυξη των πυραύλων στη μεταπολεμική Αμερική και Ρωσία. Επειδή η τεχνολογική γνώση δεν μπορεί να μετατραπεί σε ένα σύνολο προφορικών κανόνων, η ύπαρξη ενός πραγματικού υποδείγματος είναι μια ζωτική πηγή σκέψης. Οι Αμερικανοί κατείχαν τους πραγματικούς γερμανικούς πύραυλους όπως επίσης και την ομάδα που τους είχε σχεδιάσει ενώ οι Ρώσοι κατασκεύασαν προσεκτικά με την βοήθεια μερικών από τους σχεδιαστές τους τα ακριβή αντίγραφα των πραγματικών πυραύλων. Με μία σημαντική επέκταση του μοντέλου των V-2 προέκυψαν οι σημερινοί βαλλιστικοί πύραυλοι.

Αν οι τεχνολόγοι μπορέσουν να επεξεργασθούν ένα ‘παράδειγμα’ παίρνοντας ένα τεχνολογικό επίτευγμα και μοντελοποιώντας το πάνω στην μελλοντική τους δουλειά, αυτό το επίτευγμα γίνεται πολύ δελεαστικό (Dosi 1982). Αλλά για να το κάνεις αυτό θα έχεις χάσει πιθανώς το πιο σημαντικό σημείο της έννοιας του ‘παραδείγματος’ κατά τον Kuhn: το ‘παράδειγμα’ δεν είναι κανόνας, ο οποίος πρέπει να ακολουθείται μηχανικά, αλλά μια πηγή για να χρησιμοποιείται. Θα υπάρχουν πάντα περισσότεροι από ένας τρόποι για να χρησιμοποιήσεις μια πηγή, αναπτύσσοντας το ‘παράδειγμα’. Πράγματι ομάδες τεχνολόγων κάτω από διαφορετικές περιστάσεις έχουν αναπτύξει το ίδιο ‘παράδειγμα’ διαφορετικά. Για παράδειγμα οι Αμερικάνοι και οι Ρώσοι σχεδιαστές έχουν αναπτύξει πολύ διαφορετικούς πυραύλους παρόλο που είχαν το ίδιο ‘παράδειγμα’ τους V-2 (Holloway 1977και1982, Berman και Baker 1982).

Ακριβώς πόσα μπορούν να αποκρύβουν θεωρώντας τη μετέπειτα εξέλιξη ενός μοντέλου απλά σαν μια ‘τεχνολογική τροχιά’ που ακολουθεί μια ‘εσωτερική λογική’, μελετώνται σε άλλη μια μελέτη του Hughes (1969). Εδώ η ‘τροχιά’ που μελετάται, είναι αυτή διαδοχικών διεργασιών για τη σύνθεση χημικών με τη μέθοδο της ‘υδρογόνωσης’ -συνδυασμός με υδρογόνα σε υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις με τη βοήθεια καταλυτών. Ο Hughes εξετάζει τη τροχιά αυτής της εργασίας στη γερμανική χημική βιομηχανία I. G. Farben και τους προγόνους της. Ξεκινώντας από το στιγμιότυπο-μοντέλου της διαδικασίας των Haber-Bosch για τη σύνθεση αμμωνίας, η εταιρεία προχώρησε στη σύνθεση ξυλοοινοπνεύματος και τελικά στη σύνθεση πετρελαίου(από κάρβουνο). Μια “φυσική” τροχιά πραγματικά, αλλά που στη πράξη, όπως δείχνει ο Hughes, σε κάθε της φάση επηρεαζόταν από κοινωνικούς παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς και συνεπακόλουθα από την ανάγκη της Γερμανίας για ανεξαρτησία σε πρώτες ύλες από εξωτερικές πηγές σε περίοδο πολέμου. Στην Αμερική ο γίγαντας της βιομηχανίας χημικών Du Pont υιοθέτησε συνθετικές διεργασίες για τη παραγωγή αμμωνίας και ξυλοοινοπνεύματος, αλλά στο διαφορετικό αυτό περιβάλλον, δεν βρήκε το χώρο για τη σύνθεση του πετρελαίου με ‘φυσικό’ τρόπο. Στη Γερμανία η μετακίνηση στη σύνθεση πετρελαίου περιέκλειε όλο και μεγαλύτερους δεσμούς ανάμεσα στην εταιρεία Farben και στο ναζιστικό καθεστώς, γεγονός που τελικά οδήγησε στη προσαγωγή εικοσιτριών διευθυντών της Farben στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης για εγκλήματα πολέμου.

Η ιδέα του τεχνολογικού συστήματος έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως και πολύ περισσότερο από ότι η ιδέα του τεχνολογικού μοντέλου και για το λόγο αυτό τα χαρακτηριστικά των εξηγήσεων που υπάρχουν στους όρους του είναι πιο προφανή. Θα ‘ακολουθήσουμε’ τη χρησιμότητά του με τη βοήθεια του Thomas Hughes, που με πολλούς τρόπους το καθιστά κεντρικό θέμα στη μελέτη του για την τεχνολογία. Τυπικά και ολοένα και περισσότερο οι τεχνολογίες δεν έρχονται με τη μορφή απομονωμένων και ξεχωριστών συσκευών, αλλά σαν μέρος ενός όλου, σαν μέρος ενός συστήματος. Ένα αυτόματο πλυντήριο ρούχων για παράδειγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει εάν δεν ενσωματωθεί μαζί με τα συστήματα της παροχής ρεύματος, νερού και στεγνώματος. Ένας πύραυλος π.χ. είναι ο ίδιος ένα ταξινομημένο σύστημα από ξεχωριστά πράγματα, με τη κεφαλή του, τη καθοδήγηση, τον έλεγχο και τη προώθηση του, αλλά είναι επίσης και μέρος ενός ευρύτερου συστήματος που αποτελείται από τον εξοπλισμό εκτόξευσης και τα δίκτυα ελέγχου και διαταγών.

Η ανάγκη για ένα τμήμα να ενσωματωθεί στο όλο δημιουργεί μεγάλους περιορισμούς στο σχεδιασμό του τμήματος. Ο Edison, όπως δείχνει ο Hughes(σελ 40-50) σχεδίασε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα όχι σαν απομονωμένη συσκευή, αλλά σαν μέρος ενός συστήματος για παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος και αυτές οι ανάγκες του συστήματος φαίνονται πολύ φανερά στο σχεδιασμό του λαμπτήρα. Επιπλέον η ενσωμάτωση των τεχνολογιών στα συστήματα δίνει ώθηση σε ένα συγκεκριμένο μοτίβο αλλαγών που ο Hughes χρησιμοποιώντας ένα στρατιωτικό όρο περιγράφει σαν ‘αντίστροφους περιορισμούς’ (δείτε π.χ. Hughes 1971, 273 και 1983, 14; για σχετικές παρατηρήσεις δείτε Rosenberg 1976, 111-12). Οι αντίστροφοι περιορισμοί είναι ένα προϊόν άνισης εξέλιξης. Είναι μια περιοχή όπου η τεχνολογική ανάπτυξη υστερεί, όπως μία στρατιωτική πρώτη γραμμή που έχει προωθηθεί, αλλά σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο ο εχθρός κρατάει τη θέση του. Οι παραγωγοί της τεχνολογίας εστιάζουν στις προσπάθειες για ανακαλύψεις, όπως οι στρατηγοί εστιάζουν τις δυνάμεις τους στην εξολόθρευση τέτοιων προβλημάτων; ένας επιτυχημένος εφευρέτης ή μηχανικός ορίζει τον αντίστροφο περιορισμό σαν ένα σύνολο από ‘κρίσιμα προβλήματα’, που εάν λυθούν θα διορθώσουν την κατάσταση. Ένας τυπικός αντίστροφος περιορισμός εμφανίστηκε στη κατασκευή συστημάτων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Καθώς τα Volt μετάδοσης αυξάνονταν, ενέργεια χάνονταν ανάμεσα στις γραμμές λόγω ηλεκτρικής εκφόρτωσης. Επειδή πολύ υψηλή ένταση απαιτείτο για τη μετάδοση ρεύματος σε μεγάλες αποστάσεις οι απώλειες ανάμεσα στις γραμμές ήταν ένας αντίστροφος περιορισμός που απειλούσε την ίδια την δημιουργία του συστήματος ηλεκτρικής παροχής στο σύνολο της. Επακόλουθα, σημαντική προσπάθεια έγινε για την επίλυση αυτού του κρίσιμου προβλήματος ( Hughes 1976 και 1983).

Η εστίαση της δημιουργικότητας στους αντίστροφους περιορισμούς είναι ένα φαινόμενο μεγάλης γενικότητας. Η άποψη του Hughes είναι ότι αμέτρητες εφευρέσεις και τεχνολογικά επιτεύγματα είναι αποτέλεσμα προσπαθειών για να διορθωθούν τέτοιοι αντίστροφοι περιορισμοί (1983, 80). Ενώ η δημιουργικότητα για το λόγο αυτό είναι ένας σημαντικός τρόπος μέσα από τον οποίο η τεχνολογία (σαν τεχνολογικά συστήματα) διαμορφώνει τεχνολογία, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι μόνο η τεχνολογία διαμορφώνει τη τεχνολογία; H απάντηση του Hughes είναι όχι και ο λόγος για την απάντηση αυτή είναι μεγάλης σημασίας.

 

Η οικονομική διαμόρφωση της τεχνολογίας

Ο όρος αντίστροφος περιορισμός αποκτά νόημα μόνο εάν ένα τεχνολογικό σύστημα είναι προσανατολισμένο σε ένα στόχο. (Hughes 1983, 80). Διαφορετικά, οποιεσδήποτε μεταφορικές έννοιες όπως ‘προοδευτικά’ ή ‘πισωδρομικά’ μέρη χάνουν κάθε νόημα. Τέτοιες συζητήσεις μπορεί να γίνουν επικίνδυνες αν οδηγηθούν σε μάταιες θέσεις για δήθεν ‘πολιτισμική ανάγκη’ για την τεχνολογία. Αλλά στη πίστη για ένα στόχο μπορεί να δοθεί ευθύ και προσγειωμένο νόημα. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι οι συζητήσεις για τους στόχους ενός συστήματος είναι συνήθως συζητήσεις γύρω από οικονομικά, γύρω από τη μείωση του κόστους και την αύξηση των εσόδων.

Τα συστήματα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για παράδειγμα έχουν υπάρξει σαν ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και αυτοί που τις έχουν διοικήσει είχαν αναπόφευκτα να ασχοληθούν πάνω από όλα με κόστη, κέρδη και απώλειες. Ο αντίστροφος περιορισμός είναι ένας μη παραγωγικός και αντιοικονομικός συντελεστής (Hughes 1983, 80) και για πολλούς λόγους μη παραγωγικός σημαίνει αντιοικονομικός.

Για το λόγο αυτό τεχνολογική και οικονομική αιτιολόγηση είναι συχνά έννοιες αχώριστες. Το απόσπασμα μας από την εργασία του Hughes παρουσιάζει την παραπάνω επισήμανση στη περίπτωση της εφεύρεσης του ηλεκτρικού λαμπτήρα από τον Edison. Ο Edison ήταν συνειδητά ο σχεδιαστής ενός συστήματος. Είχε σαν σκοπό να παράγει ηλεκτρισμό, να τον μεταφέρει στους καταναλωτές και να πουλήσει σε αυτούς τον εξοπλισμό που χρειαζόταν για να κάνουνε χρήση του. Για να ικανοποιήσει το σκοπό του έπρεπε να κρατήσει το κόστος όσο χαμηλότερα γινόταν - όχι τόσο για να αποκομίσει αυτός και οι οικονομικοί του υποστηρικτές το μεγαλύτερο κέρδος, αλλά για να μπορέσει ο ηλεκτρισμός να επιβιώσει στον ανταγωνισμό με το υπάρχον σύστημα φυσικού αερίου. Ο Edison πίστευε ότι έπρεπε να παρέχει ηλεκτρικό φως, τουλάχιστον τόσο φτηνά όσο το φως μέσω του αερίου. Αυτοί οι οικονομικοί του υπολογισμοί εισήχθησαν κατευθείαν στη μελέτη του για τον ηλεκτρικό λαμπτήρα. Ένα κρίσιμο έξοδο συστήματος, ένας αντίστροφος περιορισμός, ήταν ο χαλκός για τα σύρματα μέσα από τα οποία θα πέρναγε ο ηλεκτρισμός. Λιγότερος χαλκός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εάν τα σύρματα αυτά μπορούσαν να μεταφέρουν λιγότερο ρεύμα. Απλή αλλά πολύ κρίσιμη επιστημονική γνώση ήτανε διαθέσιμη σε αυτόν σαν ‘πηγή’. Αυτή τη γνώση την αποτελούσαν οι νόμοι του Ohm και του Joule από τους οποίους συμπέρανε ότι αυτό που χρειαζόταν για να κρατήσει την ένταση χαμηλή και την παροχή υψηλή, ήταν ένα σύρμα για τον ηλεκτρικό λαμπτήρα με μεγάλη ηλεκτρική αντίσταση και για το λόγο αυτό σχετικά υψηλή τάση, συγκρινόμενη με την ένταση του ρεύματος. Έχοντας έτσι καθορίσει τόσο οικονομικά όσο και τεχνολογικά τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για τον λαμπτήρα, η αναζήτηση για το κατάλληλο σύρμα είχε γίνει απλά ένα θέμα ‘αναζήτησης και δοκιμής’.

Τα ακριβή χαρακτηριστικά της περίπτωσης του Edison μπορεί να μην είναι ακριβώς τα αντιπροσωπευτικά. Ακόμα και στην εποχή του ο Edison ήταν ασυνήθιστος στη σκέψη του, στη ατομική κατανόηση των τεχνολογικών συστημάτων (στο γεγονός αυτό πιθανώς έγκειται η επιτυχία του) και από την εποχή του και μετά ο εφευρέτης-μεσάζων έχει σε πολλές περιοχές επισκιαστεί από τεράστιες επιχειρήσεις με τομείς έρευνας και ανάπτυξης. Το πάρκο Menlo, το ινστιτούτο έρευνας και ανάπτυξης του Edison ήταν μόνο μια απλή όψη της απαρχής της μεταμόρφωσης που επέφερε η μεγάλης σκάλας χαλιναγώγηση της επιστήμης και της τεχνολογίας και ο προσανατολισμός τους σε κοινούς στόχους (Nobel 1977). Αλλά το κύριο σημείο παραμένει : τυπικά οι τεχνολογικές αποφάσεις, είναι και οικονομικές αποφάσεις.

Παραδόξως τότε, η σημαντική φύση της αλλαγής της τεχνολογίας μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα αν δει κανείς την τεχνολογία όχι σαν ένα εξωγενές στοιχείο της κοινωνίας, όπως θα έκανε ο τεχνολογικός ντετερμινισμός, αλλά σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας. Εάν τα τεχνολογικά συστήματα είναι και οικονομικές επιχειρήσεις και αν αυτά εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με τον ανταγωνισμό της αγοράς, τότε τεχνολογική αλλαγή επιβάλλεται σε αυτά. Εάν είναι να επιβιώσουν έστω ή πολύ περισσότερο να ευδοκιμήσουν, τα τεχνολογικά συστήματα τότε δεν μπορεί να μείνουν στάσιμα για πάντα. Η τεχνολογική αλλαγή έχει γίνει αναπόφευκτη και η φύση και κατεύθυνση της έχει γίνει βαθιά υποθετική για το λόγο αυτό. Και όταν οι εθνικές οικονομίες έχουν σχέση μεταξύ τους μέσω μιας ανταγωνιστικής παγκόσμιας αγοράς (όπως συμβαίνει από τα μέσα τουλάχιστον του 19ου αιώνα), τότε η τεχνολογική αλλαγή έξω από μια συγκεκριμένη χώρα μπορεί να ασκήσει έντονη πίεση για τεχνολογική αλλαγή μέσα στη χώρα.

Αυτές οι απλές αλλά πολύ σημαντικές πλευρές της τεχνολογικής αλλαγής είχαν εντοπιστεί πιο καθαρά από όλους ίσως από τον Marx, που απέδωσε σε αυτές το γνώρισμα που μέχρι τότε δεν υπήρχε, τον όρο ‘τεχνολογικός δυναμισμός’ του καπιταλιστικού συστήματος. Οι προβλέψεις του Marx έχουν υλοποιηθεί λιγότερο συστηματικά από ότι θα περίμενε κανείς. Όπως άλλωστε το έχει θέσει ο Nathan Rosenberg “H ανάλυση του Marx για τη τεχνολογική αλλαγή άνοιξε πόρτες στη μελέτη του βασιλείου της τεχνολογίας, μέσα από τις οποίες, σχεδόν, κανένας μέχρι τότε δεν είχε περάσει” (1982, viii). Παρόλα αυτά πολλά πρέπει να μαθευτούν ακόμα για την τεχνολογία και την οικονομική της πλευρά.

Μια μεγάλη περιοχή μελέτης είναι η μελέτη της συνεισφοράς της τεχνολογικής αλλαγής στην οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της αύξησης του κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού. Αφού ληφθούν υπόψη οι παραπάνω παράγοντες ένα σημαντικό ‘υπόλοιπο’ παραμένει που αναπαριστά τουλάχιστον σε ένα μέρος, το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής (δες π.χ. Abramorowits 1956, Solow 1957, Matthews, Feinstein και Odling-Smee 1982). Ενώ αυτό είναι ένα ερώτημα των αποτελεσμάτων της τεχνολογίας, άλλοι οικονομολόγοι έχουν μελετήσει τις αιτίες των τεχνολογικών αλλαγών. Σε μια κλασσική και αντιφατική μελέτη ο Schmookler(1966) υποστηρίζει ότι το ποσοστό της εφευρετικής δραστηριότητας, όπως μετριέται με μεθόδους στατιστικής, αντανακλούσε δυνάμεις ζήτησης της αγοράς και πιο πρόσφατοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η ‘ζήτηση’ είναι κρίσιμη όχι μόνο για τις εφευρέσεις, άλλα και για τις διαδικασίες που οδηγούν σε νέες αγοραστικές δημιουργίες (για μια χρήσιμη κριτική ανασκόπηση δείτε Mowery και Rosenberg 1982). Άλλοι έχουν εστιάσει στις επακόλουθες διεργασίες της διάχυσης μιας τεχνολογικής ανακάλυψης. Μια από τις πιο γνωστές εργασίες εδώ, είναι η εργασία του Grilich για την επίπτωση της κερδοφορίας στο ποσοστό της υιοθέτησης υψηλής ποιότητας υβριδικών σπόρων από αμερικανούς αγρότες (Grilich 1956 και 1960, επίσης Dixon 1980 και Grilich 1980). Ο Grilich υποστήριξε ότι η υιοθέτηση των υβριδικών σπόρων ήτανε γρηγορότερη σε περιοχές που υπόσχονταν μεγαλύτερο κέρδος, παρά σε περιοχές που η κερδοφορία ήταν λιγότερο αναμενόμενη.

Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν απροσδόκητο αποτέλεσμα. Σε μια καπιταλιστική οικονομία, οι υπολογισμοί του κέρδους και οι τεχνολογικές αλλαγές είναι όροι που συνδέονται μεταξύ τους στενά με πολλούς τρόπους. Έχει αποδειχθεί όμως πολύ δύσκολο να καθοριστεί η ακριβής φόρμα αυτής της σχέσης. Η νεοκλασική υπόθεση ότι μια φίρμα θα διαλέξει εκείνη την τεχνική παραγωγής που προσφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους είναι, παρά την προφανή λογική της, το αντικείμενο ολοένα και αυξανόμενης κριτικής μέσα στο χώρο των οικονομολόγων. Τα θέματα που εμπλέκονται είναι πολύπλοκα (υπάρχει μια πολύ χρήσιμη ανασκόπηση αυτών στον Elster-1983), αλλά εξαρτώνται από το εάν οι αποφάσεις των ατόμων μπορούν να συμβιβαστούν με τους αυστηρούς περιορισμούς του νεοκλασικού μοντέλου. Για παράδειγμα πως μπορεί μια φίρμα να ξέρει πότε βρήκε την κατάλληλη μέθοδο παραγωγής που αποδίδει το μέγιστο κέρδος; Δεν είναι λογικό να υποτεθεί ότι μια φίρμα μπορεί να θεωρήσει μόνο ένα περιορισμένο αριθμό από το σύνολο των πιθανών λύσεων και ότι θα είναι ευχαριστημένοι με ένα ικανοποιητικό μόνο ποσοστό κέρδους; Στις νέες προσεγγίσεις η ανάπτυξη μέσα στους κύκλους της οικονομίας εμπνέεται από τη μελέτη του Schumpeter με την έμφασή του στις πλευρές της δημιουργικότητας που πηγαίνουν πολύ παραπέρα και δεν μπορούν να εξηγηθούν με λογικούς υπολογισμούς.

Τεχνολογία, οικονομία και κοινωνικές σχέσεις

Ένα επιπλέον βήμα είναι απαραίτητο έτσι ώστε να κατανοηθεί πλήρως ότι ο οικονομικός σχηματισμός της τεχνολογίας, είναι στην πράξη ο κοινωνικός σχηματισμός της τεχνολογίας. Και αυτό το βήμα είναι σύμφωνα με τον Marx η κατανόηση ότι οικονομικοί υπολογισμοί και οι οικονομικοί ‘νόμοι’ μπορούν να εφαρμοστούν σε συγκεκριμένες μορφές κοινωνίας και όχι παγκόσμια (δείτε για παράδειγμα τον Marx 1976, 173-6). Ακόμα και εάν σε όλες τις κοινωνίες οι άνθρωποι πρέπει να προσπαθήσουν να υπολογίσουν τα κόστη και τα κέρδη συγκεκριμένων σχεδίων, αποφάσεων και τεχνικών επιλογών, η φόρμα που εκρέει από αυτές τις υποθέσεις είναι εξαιρετικά μεταβλητή.

Αυτό ανακύπτει πλήρως στην εργασίες του Bhaduri για την αγροτική οικονομία της Ινδίας (1973; δείτε επίσης Bhaduri 1983 και Ελστερ 1983, 72). Ο Bhaduri ισχυρίζεται ότι οι κοινωνικές σχέσεις στη ανατολική ινδική αγροτική ζωή διαφέρουν από τις κοινωνικές σχέσεις που είναι τυπικές σε πλήρως ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και ο τρόπος που η τεχνολογία διαμορφώνεται με βάση τα οικονομικά δεδομένα, διαφέρει. Ενώ άλλοι συγγραφείς δεν θα συμφωνούσαν με τον τρόπο που ο Bhaduri περιγράφει την ινδική αγροτική οικονομία (δες τον Griffin1979, xv) το κύριο σημείο της μελέτης του Bhaduri είναι πολύ σημαντικό και έχει υιοθετηθεί σε μια πιο γενική μορφή από πολλούς άλλους, όπως για παράδειγμα από τον Brenner.

Οι πιο πολλοί από τους χωρικούς που μελέτησε ο Bhaduri ήταν Kishans. Ενώ οι Kishans έχουν νομικά το δικαίωμα να μετακινούνται (και για το λόγο αυτό δεν είναι κλασικοί κολίγοι), στην πράξη είναι ‘δεμένοι’ με τη γη τους και τον αφέντη τους μέσα από έναν ατέρμονα κύκλο οφειλών προς τον αφέντη. Ένα μέρος από κάθε σοδειά πηγαίνει στον αφέντη σαν μέρος του νόμιμου μερίσματός του και ένα άλλο σαν εξόφληση για προηγούμενα δάνεια που είχαν πάρει οι αγρότες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι κολίγοι να μην έχουν αρκετά εφόδια για να ζήσουν μέχρι να πάρουν το κομμάτι τους από την επόμενη σοδειά. Έτσι πρέπει να καταφύγουν στο δανεισμό από τους αφέντες τους, αφού δεν μπορούν να δανειστούν από τράπεζες και αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται χωρίς τέλος.

Επίπτωση όλων αυτών είναι, οι αφέντες να αντιτίθενται σε τεχνολογικές αλλαγές που μπορεί να εκτοξεύσουν την παραγωγικότητα της γης και να μπορέσουν έτσι οι κολίγοι να αποφύγουν τον δανεισμό. Η αυξανόμενη παραγωγικότητα θα αύξανε τα κέρδη των ιδιοκτητών της γης για το λόγο ότι αυτοί λαμβάνουν ένα ποσοστό της σοδειάς, γύρω στο 60%. Αλλά αν η συνολική σοδειά αυξηθεί τόσο πολύ, ώστε το υπόλοιπο 40% να επαρκεί στους κολίγους να ξεπληρώσουν τα χρέη τους και να αποφύγουν τον δανεισμό, τότε η κοινωνική σχέση που είναι η βάση της δύναμης του ιδιοκτήτη της γής θα καταστραφεί και τα μελλοντικά του έσοδα θα χαθούν. Για το λόγο αυτό ο Bhaduri προτείνει ότι η αντίσταση σε τέτοιες τεχνολογίες δεν θα πρέπει να εξηγούνται σαν μπερδεμένες σκέψεις όπως ‘πολιτισμικά πισωγυρίσματα’.

Είναι μάλλον το αποτέλεσμα ενός λογικού υπολογισμού (ο Bhaduri παρέχει ένα συγκεκριμένο μοντέλο μιας πιθανής λειτουργίας του) που αναφέρεται σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό μοντέλο από ότι ο εντελώς ανεπτυγμένος καπιταλισμός.

Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα προκύπτει από τη μελέτη των αλλαγών στις σοβιετικές βιομηχανίες. Εδώ επίσης είναι λογικό να υποτεθεί ότι οι άνθρωποι κάνουν υπολογισμούς για το τι εξυπηρετεί τα οικονομικά τους ενδιαφέροντα και οι μάνατζερ έχουν μεγαλύτερη αυτονομία για να κάνουν το ίδιο από ότι εμείς υποθέτουμε πολλές φορές. Αλλά και εδώ το κοινωνικό περίγραμμα των υπολογισμών είναι διαφορετικό. Εδώ ο κρίσιμος παράγοντας είναι ότι οι τιμές καθορίζονται από κάποιους κεντρικούς υπεύθυνους της κρατικής επιτροπής τιμών, παρά καθορίζονται από τις παράξενες αλλαγές της αγοράς, όπως συμβαίνει στη δύση. Μια τιμή, μπορούμε να πούμε είναι μια διαφορετική σχέση στη Σοβιετική Ένωση.

Στη κλασική του μορφή, το σύστημα των αμοιβών των σοβιετικών μάνατζερ, καθορίζεται από την ποσότητα της παραγωγής. Η εστίαση στη ποσότητα υπονοεί ότι ενώ μικρές τεχνολογικές αλλαγές μπορεί να είναι καλοδεχούμενες, μεγαλύτερες αλλαγές (π.χ. αλλαγές που σημαίνουν πολύπλοκες αλλαγές στα εργαλεία) είναι απειλή. Η δημιουργία ενός καινούργιου προϊόντος, σημαίνει να αναλάβουν μεγάλο ρίσκο με μικρές υποσχέσεις για κάτι καλό πέρα από την κατάλληλη αμοιβή αν είναι επιτυχής η νέα προσπάθεια. Οι αλλαγές που επέφεραν οι σοβιετικοί ηγέτες, παραδόξως πολλές φορές χειροτέρευαν την κατάσταση. Για το λόγο αυτό οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 1965 ‘έδεσαν’ τις αμοιβές των μάνατζερ πιο πολύ με την κερδοφορία των επιχειρήσεων τους. Αλλά επειδή το σύστημα τιμών δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά, το μεγαλύτερο κέρδος μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επικέντρωση σε προϊόντα , των οποίων η τιμή είχε πέσει πολύ πιο κάτω από ότι είχε καθοριστεί από την γραφειοκρατία. Η αλλαγή αντί να δώσει ώθηση, στην πράξη οδήγησε σε ανακοπή της πορείας για την πρόοδο.

Με την πάροδο των χρόνων τελέσθηκαν μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές, από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να κάνει τις πρώτες ανακαλύψεις, με πρώτο σκοπό να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του. Από τις πρώτες κοινωνίες που δημιουργήθηκαν, οι τεχνολογικές αλλαγές που έγιναν, φαίνονταν να είναι σε συνάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που επηρέαζαν την εκάστοτε εποχή. Έτσι, είναι επίκαιρο παρά ποτέ το δίλημμα αν η κοινωνία διαμόρφωσε την σημερινή εικόνα της τεχνολογίας ή η τεχνολογία τη σημερινή δομή της κοινωνίας.

Φυσικό και επόμενο ήταν να υπάρξουν διαφορετικές αναλύσεις των επιδράσεων των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Αυτό συνέβη διότι παγκοσμίως είχαν επικρατήσει δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα, το σοσιαλιστικό και το καπιταλιστικό. Αυτά τα δύο συστήματα και οι κοινωνίες στις οποίες εφαρμόζονταν είχαν διαφορετικούς στόχους και προϋποθέσεις ύπαρξης. Λογικό ήταν να αποτελέσει μείζων ζήτημα προς συζήτηση το κατά πόσον οι δύο διαφορετικά δομημένες κοινωνίες επηρέαζαν την τεχνολογία και το ρυθμό της αλλαγής της.

Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο, ότι το μόνο ζήτημα που προκύπτει εδώ, είναι ο ρυθμός της αλλαγής. Μία σοσιαλιστική κοινωνία, μπορεί να αναπτύξει μια διαφορετική δομή της τεχνολογίας από μια καπιταλιστική. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου θα δούμε ότι υπάρχει ένα δυνατό επιχείρημα, που δείχνει ότι η φύση της τεχνολογίας της παραγωγής σε μια καπιταλιστική κοινωνία είναι τέτοια, ώστε να ενδυναμώνει την ανάγκη του καπιταλιστή για έλεγχο του εργάτη σαν ένα αποφασιστικό παράγοντα. Εάν μια σοσιαλιστική κοινωνία απελευθερωθεί από αυτή την ανάγκη για έλεγχο, τότε πιθανότατα η τεχνολογία της θα εξελισσόταν διαφορετικά. Θα ήταν ανόητο να υποθέσουμε ότι υπάρχουσες κατ’ όνομα σοσιαλιστικές κοινωνίες, όπως η Σοβιετική Ένωση ή η Κίνα, είναι ελεύθερες από την ανάγκη ελέγχου των εργατών, και προσπάθειες, να χρησιμοποιηθεί η Σοβιετική ή η Κινέζικη τεχνολογία ώστε να διερευνηθεί αυτό το ερώτημα τείνουν να οδηγήσουν σε μπερδεμένα, διφορούμενα ή αντιφατικά αποτελέσματα (Fleron 1977). Μια θεωρητική συζήτηση του θέματος κατέληξε αναποτελεσματική, Marcuse (1968) και Habernas (1971), καθώς διαφωνούσαν, σχετικά με το αν μια θεμελιωδώς ‘νέα επιστήμη’ ή ‘νέα τεχνολογία’, ήταν μια λογική δυνατότητα.

Το σημείο όπου ο οικονομικός υπολογισμός διαμορφώνεται από την κοινωνική του δομή, έχει σχέση, ακόμα και αν παραβλέψουμε γενικά θέματα των προ-καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών κοινωνιών. Ο οικονομικός υπολογισμός προϋποθέτει μια δομή κοστών, η οποία χρησιμοποιείται σαν βάση γι’ αυτόν τον υπολογισμό. Αλλά το κόστος δεν είναι ένα απομονωμένο, αυθαίρετο νούμερο λιρών ή δολαρίων. Μπορεί να επηρεασθεί, και το ίδιο να επηρεάσει τη συνολική οργάνωση μιας κοινωνίας. Αυτό προκύπτει κυρίως όταν αναλογισθούμε το κόστος της εργασίας, ένα φλέγoν θέμα στην τεχνική αλλαγή, διότι υποστηρίζει μεγάλο μέρος της εξέλιξης και δικαιολογεί το γεγονός ότι σώζει τα κόστη της εργασίας.

Σε όλη αυτή την αναζήτηση πολλοί όροι πήραν τη δική τους έννοια μέσα από την πάροδο των χρόνων. Έννοιες συνυφασμένες με την οργάνωση της κοινωνίας δεν είναι εύκολο να οριοθετηθούν. Πολλές προσεγγίσεις - αναλύσεις έχουν γίνει για να αποδοθούν σωστά οι όροι π.χ. το κόστος εργασίας, για το οποίο υπήρξαν πολλές μελέτες για να βρεθούν τα χαρακτηριστικά του.

Αναμφισβήτητα εκείνο το χαρακτηριστικό που υπάρχει σε όλες τις αναλύσεις είναι ότι το κόστος εργασίας δεν είναι ένα απομονωμένο και αυθαίρετο νούμερο αλλά διαμορφώνεται και συνεξελίσεται ανάλογα με την κοινωνική δομή. Μια έννοια τόσο σημαντική όσο το κόστος εργασίας είναι φυσικό να εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες και να επηρεάζεται άμεσα από την τεχνολογική ανάπτυξη. Υπάρχει δηλαδή μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τεχνολογικής εξέλιξης - αλλαγής και του τυπικού μοντέλου του κόστους εργασίας.

Ας πάρουμε ένα κλασσικό παράδειγμα, εξ’ αιτίας των διαφορετικών οικονομικών καταστάσεων της Βρετανικής και της Αμερικανικής κοινωνίας τον δέκατο-ένατο αιώνα (όπως η απουσία στη Βρετανία ‘συνόρου’ διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης), η εργασία κόστιζε περισσότερο στην Αμερική απ’ ότι στη Βρετανία. Ο Hence, διαφώνησε με τον Habakkuk (1962), στο γεγονός ότι υπήρχε μεγαλύτερο κίνητρο στην Αμερική απ’ ότι στη Βρετανία, για εύρεση μηχανών που μείωναν την ποσότητα εργασίας, με συνέπεια ένα διαφορετικό μοντέλο τεχνολογικής αλλαγής στις δύο κοινωνίες. Ο ισχυρισμός του Habakkuk έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι είναι αμφιλεγόμενος (δείτε Saul 1970 και Uselding 1977 για εισαγωγικά στη διένεξη), αλλά το γενικό σημείο παραμένει: ο τρόπος οργάνωσης μιας κοινωνίας, και οι συνολικές της περιστάσεις, επηρεάζουν το τυπικό της μοντέλο στα κόστη, και μαζί μ’ αυτό επηρεάζεται και η φύση της τεχνολογικής αλλαγής.

Μια σημαντική περίπτωση μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στο κεντρικό ενδιαφέρον του αναγνώστη, η σχέση μεταξύ φύλου και τεχνολογικής αλλαγής. Ένα χαρακτηριστικό, σχεδόν όλων των γνωστών κοινωνιών, είναι ότι οι βιολογικοί διαχωρισμοί του φύλου μεταφράζονται σε πλατειά διαφορετικούς ρόλους των δύο φύλων. Οι γυναίκες και οι άνδρες τυπικά κάνουν διαφορετικά πράγματα: υπάρχει μια κατανομή εργασίας των φύλων που δεν μπορεί να απλοποιηθεί σε όρους των διαφορετικών βιολογιών (Oakley 1972). Σ’ αυτή την κατανομή της εργασίας, οι δραστηριότητες του άνδρα γενικά υπερεκτιμούνται σε σχέση με αυτών των γυναικών. Οι άνδρες κυριαρχούν στην κοινωνική ζωή και οι γυναίκες είτε βρίσκονται υπό εκπροσώπηση είτε αποκλείονται τελείως από τα κέντρα αποφάσεων των περισσότερων κοινωνιών. Σε κοινωνίες όπως η δική μας, έχουμε αναπτύξει μια ‘ιδιωτική σφαίρα’ που περικλείει την ανατροφή των παιδιών και τον οικογενειακό βίο, ακριβώς σ’ αυτήν την ‘ιδιωτική σφαίρα’ είναι που οι γυναίκες κατα κανόνα υποβιβάζονται. Ακόμα και αν η μητρότητα εορτάζεται ρητορικά, στην πράξη αυτό σημαίνει είτε οικονομική κακουχία είτε οικονομική εξάρτηση από τον άνδρα ‘που βγάζει το ψωμί’.

Ταυτόχρονα, αιτία και αποτέλεσμα του συνολικού κοινωνικού μοντέλου είναι ότι ο μισθός της εργασίας των γυναικών κοστίζει στους εργοδότες σημαντικά λιγότερο , κατά μέσο όρο , απ’ ότι αυτός των ανδρών. Το τρίτο μας συμπέρασμα , προκλήθηκε από ένα σημαντικό ανασκοπικό άρθρο του Ruth Schwartz Cowan, όπου προτείνει δύο τρόπους με τους οποίους επηρεάζεται η τεχνολογική αλλαγή. Πρώτον, οι εργοδότες ίσως αναζητήσουν μεθόδους τεχνολογικής αλλαγής που τους επιτρέπουν την αντικατάσταση ακριβών συνδικαλισμένων ανδρών εργατών με φθηνότερες και /ή μη-συνδικαλισμένων γυναικών εργατριών. Δεύτερον, επειδή μια νέα μηχανή πρέπει να πληρώσει γι’ αυτήν με μειωμένα κόστη εργασίας, η τεχνολογική αλλαγή ίσως είναι πιο αργή σε βιομηχανίες όπου υπάρχει σε άφθονη παροχή φθηνή εργασία γυναικών.

Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία έχει αλλάξει. Και ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι' αυτή την αλλαγή, φέρει η τεχνολογική εξέλιξη και η προοπτική αυτής. Αυτό, δηλαδή που παρατηρούμε άμεσα είναι ότι η σχέση αυτή μεταξύ φύλλου και τεχνολογικής εξέλιξης, που αναμφισβήτητα υπάρχει στην κοινωνική δομή, είναι αμφίδρομη. Οι βιολογικοί διαχωρισμοί, που παλιότερα οριοθετούσαν τον άντρα που εργάζεται παντού και τη γυναίκα με τις περιορισμένες επαγγελματικές δυνατότητες έπαψαν να υπάρχουν. Οι γυναίκες με τη βοήθεια της τεχνολογικής εξέλιξης αναζητούν το δικό τους ρόλο στη νέα κοινωνική δομή. Έτσι, ο παραδοσιακός ρόλος της γυναίκας αλλάζει, και σε πολλές περιπτώσεις να αντικαταστήσει τον άντρα, αφού η εργασία δεν είναι πλέον χειρονακτική. Παράλληλα διαμορφώνονται καινούριες οικογενειακές νόρμες μια και η γυναίκα κερδίζει χρόνο εργασίας, μια και η τεχνολογία συμβάλλει στο να μειωθεί ο χρόνος, που θα αφιέρωνε στις δουλειές του σπιτιού.

 

 

 

 

Οικονομικές, κοινωνικές σχέσεις και η πολιτεία

Οι κοινωνικές σχέσεις, τότε, επηρεάζουν την τεχνολογική αλλαγή μέσω του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνουν τη δομή των οικονομικών υπολογισμών.

Υπάρχουν πραγματικά όρια στον οικονομικό υπολογισμό, κυρίως μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη. Είναι ένα γεγονός, το οποίο οι ίδιοι οι οικονομολόγοι το αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο. Το να μετατρέψεις μια εφεύρεση σε μια εμπορεύσιμη καινοτομία δεν είναι μια στιγμιαία διαδικασία και μπορεί πραγματικά να διαρκέσει μια δεκαετία ή και παραπάνω. Έτσι ο οικονομικός υπολογισμός αναφέρεται σε μελλοντικά κόστη, όχι παρόντα κόστη, και σε μελλοντική αγορά, όχι παρούσα αγορά. Επιπλέον, η διαδικασία της ανάπτυξης από μια αρχική εφεύρεση σε μια εμπορεύσιμη καινοτομία δεν είναι ακριβώς προβλέψιμη : απρόσμενες εμπλοκές και εμπόδια μπορεί να προκύψουν, απρόβλεπτες καθυστερήσεις καθώς και αύξηση διάφορων κοστών, μπορεί να παρουσιασθούν. Η κατάσταση της εξέλιξης δεν είναι ούτε ένα μετρήσιμο ποσοτικά ρίσκο, αλλά μια θεμελιώδης, αμείωτη αβεβαιότητα (Schon 1982).

Έτσι οι οικονομικοί υπολογισμοί σχετικά με την τεχνολογική εξέλιξη είναι ανοικτοί σε προκλήσεις. Συχνά φαίνεται να χρησιμοποιούνται, κυρίως για να νομιμοποιήσουν ήδη παρμένες αποφάσεις, παρά σαν τη λογική βάση της απόφασης. Είναι γνωστό ότι μεγάλα τεχνολογικά έργα (νέα οπλικά συστήματα, πυρηνικοί σταθμοί, Concorde, ταχείας διαβίβασης συστήματα) καταλήγουν να κοστίζουν πολύ περισσότερο από την αρχική τους εκτίμηση, κατά μέρος τουλάχιστον, και τούτο διότι μια οπτιμιστική αρχική εκτίμηση βοηθάει στην συγκέντρωση υποστήριξης για το έργο.

Ακόμα και έργα μέσα σε εταιρείες, που λειτουργούν σε μια καθιερωμένη αγορά, υπόκεινται στην ίδια διαδικασία. Κατά τη μελέτη του συνθετικού πετρελαίου στη Γερμανία, ο Hughes δείχνει πως, μέσα στη Farben, αυτοί που εναντιώθηκαν και αυτοί που υπερασπίσθηκαν το έργο του συνθετικού πετρελαίου παρήγαγαν αμφιλεγόμενα επιχειρήματα για τα κόστη και τα κέρδη. Οι αντιτιθέμενοι στηρίζονταν στην πτώση της τιμής, στην παγκόσμια αγορά, του πετρελαίου, και στην αυξημένη δυσκολία παραγωγής ενός ανταγωνιστικού συνθετικού εναλλακτικού. Οι υπερασπίζοντες το έργο βασίζονταν στις υπάρχουσες αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις που θα έμπαιναν στην παραγωγή, και επιπλέον στη μεγαλύτερη χρησιμοποίηση του πάγιου κεφαλαίου που θα ακολουθούσε το έργο του πετρελαίου. Τελικά το κόστος δεν λήφθηκε υπ’ όψιν σαν το κριτήριο με το οποίο το έργο του πετρελαίου θα κρινόταν. Όταν επιτεύχθηκε μεγάλης κλίμακας παραγωγή συνθετικού πετρελαίου το 1930-31 το κόστος του ήταν 40-50 pfennigs το λίτρο! Τότε η τιμή του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά έπεσε στα 5 pfennigs το λίτρο (Hughes 1969, 122). Αλλά το έργο δεν απορρίφθηκε. Το ενδιαφέρον του Γερμανικού κράτους, κυρίως όταν το 1933 ανέλαβαν οι Ναζί, στη λήψη ελέγχου σημαντικών στρατηγικά ακατέργαστων υλικών ήταν πολύ μεγάλο.

Μια άλλη περίπτωση άμεσου κόστους και σκέψεις κερδών που έχουν παραβλεφθεί υπάρχει σε άρθρο του Winner’s (σελ. 29-30). Σε μια συζήτηση που προκαταλαμβάνει το υλικό μας στο Μέρος Δύο, το Winner αναφέρει τη χρησιμοποίηση μηχανών από τον επιχειρηματία Cyrus McCormick II, που του επέτρεψαν την απόλυση ειδικευμένων εργατών και να σπάσει το σωματείο τους. Όταν πέτυχε το στόχο του, παράτησε τη χρήση των μηχανών. Κάποιος μπορεί να αναδιαμορφώσει αυτό απλά σαν στόχο του McCormick των μακροχρόνιων, και όχι των βραχυχρόνιων, οικονομικών του ενδιαφερόντων. Όμως μια άλλη άποψη του επεισοδίου είναι ότι ο McCormick προσδοκούσε ένα διαφορετικό κοινωνικό αποτέλεσμα της τεχνολογίας και άρχισε την τεχνική αλλαγή με αυτή στο μυαλό του.

Η ελευθερία των εταιρειών σε μια ανταγωνιστική αγορά να κάνουν αυτό, εάν πράγματι υπονοεί παραβίαση σκέψεων κόστους και κέρδους, είναι περιορισμένη. Ένας καθοριστικός ρόλος της πολιτείας, με σεβασμό στην τεχνική αλλαγή, είναι ότι αυτός ο περιορισμός είναι σχετικά μικρός. Η Γερμανική πολιτεία, για παράδειγμα, μπορούσε και πράγματι επιτρέπει στρατηγικές σκέψεις για να ισοσταθμισθούν τα κόστη σε μια μαζική κλίμακα. Η οικονομική υποστήριξη της τεχνικής εξέλιξης από την πολιτεία είναι ένα θέμα έντονης σημασίας. Από την αρχαιότητα και μετά, οι πολιτείες έχουν υποστηρίξει και διαμορφώσει τεχνολογικά έργα, και συχνά έργα τεράστιας κλίμακας. Ο Lewis Mumford παρείχε μια κλασσική περιγραφή και αξίζει να δώσουμε μια σύντομη περίληψη των ιδεών του (1964, 3) :

Οι τεχνικές των αρχών . . . ξεκινούν περίπου την τέταρτη χιλιετηρίδα π.Χ. με μια νέα διαμόρφωση της τεχνικής εφεύρεσης, της επιστημονικής παρατήρησης και συγκεντρωτικού πολιτικού ελέγχου ... Η νέα εξουσιαστική τεχνολογία δεν ήταν περιορισμένη από τις χωριάτικες συνήθειες ή τα ανθρώπινα συναισθήματα: τα τεράστια κατορθώματα της μηχανοποιημένη οργάνωσης βασίζονταν στον αδίστακτο φυσικό καταναγκασμό, στην υποχρεωτική εργασία και δουλεία, που έφερε στην πραγματικότητα μηχανές [με ανθρώπινο έργο] που ήταν ικανές για παραγωγή χιλιάδων μονάδων σε ισχύ.

Το δέκατο-έβδομο και δέκατο-όγδοο αιώνα οι Ευρωπαϊκές αρχές ενδιαφέρονταν για την τεχνική εξέλιξη, σαν μια πηγή μεγαλύτερης εθνικής ισχύς, πληθυσμού και θησαυρού (Pacey 1976, 174-203). Αυτή η δομή της εμποροκρατίας (μερκαντιλισμού) προκάλεσε περισσότερες επιπλοκές για τη διαμόρφωση της τεχνολογίας απ’ ότι προκάλεσαν οι καθαρά καπιταλιστικές κρίσεις. Όπως γράφει ο Hafter (1979, 55-6) ‘όταν στην Αγγλία υπήρχε σοβαρή αφοσίωση στις μηχανές που μείωναν την ποσότητα της εργασίας, στη Γαλλία επικρατούσε η αντίληψη της εμποροκρατίας ότι πρέπει να βρεθεί εργασία για το μέγιστο αριθμό χεριών’. Αργότερα το 1784, ο χρυσοΰφαντος αργαλειός παινευόταν στη Γαλλία διότι ‘απασχολούσε περισσότερους εργάτες απ’ ότι ο απλός αργαλειός, και διαφωνούσαν στο ότι ήταν “το πλεονέκτημα της εργασίας που απομένει στις πόλεις όταν τα προϊόντα μένουν και είναι η αληθινή παραγωγή των κατασκευαστών’”.

Ο μόνος πιο σημαντικός τρόπος που η πολιτεία διαμόρφωσε την τεχνολογία έχει υποστηριχθεί από την στρατιωτική τεχνολογία. Σαν διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός, ο πόλεμος και η απειλή πολέμου λειτουργούν για την καταναγκαστική τεχνολογική αλλαγή , με συνέπεια την ήττα γι’ αυτούς που μένουν πίσω. Η στρατιωτική τεχνολογία είναι το αντικείμενο του Τέταρτου Μέρους για τον αναγνώστη, και πρέπει να αναφερθούμε σ’ ένα σημείο εδώ, σχετικά και με το μέγεθος με το οποίο τα στρατιωτικά συμφέροντα έχουν διαμορφώσει την ‘πολιτική’ τεχνολογία. Το στρατιωτικό ενδιαφέρον στη νέα τεχνολογία έχει συχνά αποδειχθεί κρίσιμο στην υπερπήδηση οικονομικών φραγμών, που διαφορετικά θα ήταν ανυπέρβλητα, για την ανάπτυξή της και έγκριση. Επίσης στρατιωτικά συμφέροντα έχουν διαμορφώσει την αναπτυξιακή δομή και το σχεδιασμό λεπτομερειών σε νέες τεχνολογίες.

Τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι η πυρηνική ενέργεια, η αερομεταφορά και τα ηλεκτρονικά. Το αρχικό έργο της πυρηνικής ενέργειας ήταν καθαρά στρατιωτικής έμπνευσης, και επομένως οι οικονομικές δυσχέρειες της πυρηνικής ενέργειας έχει συχνά ξεπερασθεί από το πολιτειακό ενδιαφέρον για την εξασφάλιση σχάσιμου υλικού για ατομικά όπλα και για την επίτευξη αυτόνομης πυρηνικής ενέργειας. Αυτά τα πολιτειακά ενδιαφέροντα διαμόρφωσαν αποκλειστικά το σχεδιασμό των αντιδραστήρων, τα πρώτα χρόνια της πυρηνικής ενέργειας (Gowing 1982, Rudig 1983, Simpson 1983). Παρόμοια τα πολιτικά τζετ της μετα-πολεμικής περιόδου ήταν πιθανώς μια δημιουργία δουλειάς σε στρατιωτικά τζετ, και ο Constant (1980, 166-7) διαφωνεί στο ότι το σχέδιο του 1930 για τα Βρετανικά και Γερμανικά πολιτικά αεροσκάφη αντανακλούσε τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι αεροπορικές γραμμές των χωρών ήταν ‘επιλεγμένα εργαλεία’ εξωτερικής και επεκτατικής πολιτικής.

Μεγάλο μέρος από την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών σ’ αυτόν τον αιώνα έχει υποστηριχθεί οικονομικά από το στρατό, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η στρατιωτική ανάγκη και υποστήριξη έπαιξε ένα κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη των ψηφιακών υπολογιστών (Goldstine 1972, Dinneen και Frick 1977). Η ιστορία των Braun και MacDonald (1978) δείχνει τον κρίσιμο ρόλο της στρατιωτικής υποστήριξης στην ανάπτυξη των ημιαγωγικών ηλεκτρονικών (και επιπλέον στην προέλευση των μικροτσίπ). Αυτή η υποστήριξη ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην πρώτη φάση της ανάπτυξης, όταν με τα πιο εμπορικά κριτήρια οι μασίφ μηχανές ήταν αρκετά κατώτερες από την υπάρχουσα τεχνολογία. Ούτε η στρατιωτική ανάμειξη στην περασμένη ηλεκτρονική ιστορία είναι μοναδική. Στη Βρετανία, και ακόμα περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσπάθειες συχνά γίνονται, με μεγάλα πακέτα οικονομικής στήριξης, για τη διαμόρφωση νέων υπολογιστών και μια αντίστοιχη τεχνολογία για τις στρατιωτικές ανάγκες (Beresford 1983, Sun 1983, επίσης και ο Mowery 1983, ο οποίος είναι σκεπτικός σχετικά με την πιθανή επιτυχία των προσπαθειών αυτών.

Είναι σαφές, ότι η προσπάθεια ανάλυσης της σχέσεως τεχνολογίας και κοινωνίας αποτελεί ένα αρκετά δύσκολο έργο. Απαραίτητο είναι να μπορέσουμε να καλύψουμε σε όλη του την έκταση το θέμα, και να αναφερθούμε σε όλες τις έννοιες και τους παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τον τρόπο εξέλιξης της τεχνολογίας, και την επίδραση που έχει στο εκάστοτε κοινωνικό σύστημα. Σε όλο αυτό το κοινωνικό σύστημα έννοιες που έχουν να κάνουν με την οικονομία, την κοινωνία, την πολιτεία και τη τεχνολογική εξέλιξη, μοιάζουν αλληλένδετες. Εκείνο βέβαια που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η ευαισθησία που πρέπει να δείξουμε όσον αφορά την επίδραση της τεχνολογικής ανάπτυξης στο περιβάλλον και στον άνθρωπο. Μια ανάπτυξη που είναι μια διαδικασία χαοτική και όχι ακριβώς προβλέψιμοι. Άρα δεν μπορούμε να αναλύσουμε με σαφή τρόπο τις αλλαγές που επιφέρει η άναρχη εξέλιξη της τεχνολογίας.

Επίσης, αν θέλουμε να οριοθετήσουμε τη σχέση μεταξύ της τεχνολογίας και του κοινωνικού συστήματος θα καταλήξουμε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Έτσι, αν έχουμε να μιλήσουμε για ανάπτυξη σε καπιταλιστικά συστήματα θα δούμε ότι είναι τελείως διαφορετική από αυτή στα σοσιαλιστικά συστήματα. Άρα η τεχνολογία και η εξέλιξη της είναι σε άμεση συνάρτηση με τον κοινωνικό περίγυρο και τις κοινωνικές; ευαισθησίες που υπάρχουν. Από αυτές τις ευαισθησίες διέπεται και το νομικό πλαίσιο κάτω από το οποίο εξελίσσεται η τεχνολογία. Έτσι βλέπουμε π.χ. την ελευθερία που έχουν οι εταιρείες για τεχνολογικά πειράματα στην ανταγωνιστική καπιταλιστική αγορά.

Ένας άλλος βασικός παράγοντας είναι οι κοινωνικές αλλαγές και οι ελεγχόμενες κρίσεις που δίνουν ώθηση στην τεχνολογική ανάπτυξη και στην εξέλιξη της στρατιωτικής βιομηχανίας. π.χ. η απειλή πολέμου αυξάνει τη στρατιωτική τεχνολογία και την ανάγκη για καινούρια οπλικά συστήματα.

Κυρίαρχο όμως ζήτημα είναι η τεχνολογία να μην ξεπεράσει τον άνθρωπο, αλλά να επιτελεί τον αρχικό στόχο της που είναι να τον βοηθήσει στην καθημερινή πρακτική και να προσδώσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός ότι, η τεχνολογική ανάπτυξη πρέπει να είναι με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος. Εδώ ερχόμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα που μπαίνει "κάτω από ποιο παγκόσμιο νομικό πλαίσιο πρέπει να λειτουργεί η τεχνολογία". Γιατί πιστεύουμε ότι στόχος μας δεν πρέπει να είναι οι ταχύτεροι ρυθμοί ανάπτυξης και εξέλιξης αλλά το πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία με γνώμονα τον άνθρωπο.

Κλείνοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι το απόφθεγμα που πρέπει όλοι να έχουμε είναι η τεχνολογία για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για την τεχνολογία.

Θα ήταν λάθος να διαχωρίσουμε τη «μορφή κράτους» της τεχνολογίας από τη «μορφή οικονομίας» της τεχνολογίας. Αυτό δεν είναι το μέρος; για να εισέλθουμε στην πολύπλοκη και δύσκολη διαμάχη σχετικά με τους καθοριστικούς παράγοντες των πράξεων του κράτους.( δείτε για παράδειγμα Holloway και Picollo 1978). Όμως για μια σημαντική περίοδο του χρόνου οι τεχνολογιστές της ιδιωτικής βιομηχανίας προέρχονταν από κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (δείτε για παράδείγμα Cardwell 1972a). Στον αιώνα μας υπήρχε μια αυξανόμενη αντίληψη ότι το κράτος δεν έπρεπε να παράγει σκέτους τεχνολογιστές, αλλά την ίδια τη τεχνολογία, στα σημεία που η ιδιωτική βιομηχανία αδυνατεί ή δεν προτίθεται να το κάνει. Μια τέτοιου είδους ανάμειξη του κράτους είναι γεμάτη από αντιφάσεις.( ο Hirsch 1978 προτείνει κάποιου γενικούς λόγους για τους οποίους ισχύει αυτό). Αλλά μια τέτοια ανάμειξη του κράτους, πιθανότατα, δεν αποφεύγεται. Το σύγχρονο κύμα των Δυτικών αντιδράσεων στις ανακοινώσεις της Ιαπωνίας σχετικά με το πρόγραμμα «Πέμπτης γενιάς» στα ηλεκτρονικά και την επιστήμη των υπολογιστών είναι μια περίπτωση που αποδεικνύει τα παραπάνω( δείτε για παράδειγμα Feigenbaum και McCorduck 1983).

Η οικιακή τεχνολογία, που αποτελεί θέμα του Τρίτου Τμήματος αυτού του αναγνώσματος, είναι ένας άλλος τομέας όπου οι παράγοντες κόστους και κέρδους δεν είναι οι μόνοι στην εργασία, και όπου μπορούμε να δούμε τα άμεσα αποτελέσματα του τρόπου που είναι οργανωμένη η κοινωνία. Όπως και με τη μορφοποιημένη από το κράτος τεχνολογία, Δε θα ήταν έξυπνο να αρνηθούμε ότι οι προσδοκίες κόστους και κέρδους είναι παρούσες και εδώ: Η παραγωγή των αρτοποιών, των πλυντηρίων, των ηλεκτρικών σκουπών, και των ψυγείων είναι υπερβολικά μεγάλη επιχείρηση, και όπως θα δούμε, τα ενδιαφέροντα των εταιρειών που τα παράγουν έχουν μορφοποιήσει τι είναι διαθέσιμο. Επίσης, οι μελέτες κόστους έχουν μια ουσιαστική επιρροή στις αποφάσεις του κόσμου σχετικά με την αγορά τέτοιας τεχνολογίας. Αν μη τι άλλο, αυτοί οι οικονομικοί παράγοντες δεν έχουν ελεύθερους περιορισμούς. Η επικρατούσα κοινωνική άποψη σχετικά με το νοικοκυριό μιας οικογένειας- με την υπόθεση της ουσιαστικά αβοήθητης γυναίκας-νοικοκυράς, και με τη σχέση της με ευρείς στόχους που άπτονται απομόνωση και αυτονομία- έχει δομήσει ουσιαστικά τη μορφή της τεχνολογίας που είναι διαθέσιμη. Οι οικιακές τεχνολογίες που διασχίζουν τα σύνορα του νοικοκυριού της μιας οικογένειας έχουν επινοηθεί, αλλά έχουν αποτύχει εξακολουθητικά, ακόμη κι αν η ιδιοκτησία από προσωπικά νοικοκυριά είναι μη οικονομική, με όρους κόστους, σε πολλές περιπτώσεις. Η προκατάληψη απέναντι στο προσωπικό νοικοκυριό και στη νοικοκυρά έχει σπουδαίες σχεδιαστικές συνέπειες. Οι Papanek και Hennessey (1977, 27) γράφουν:

Λίγα εργαλεία στην κοινωνία μας έχουν σχεδιαστεί για κοινή (ή διαμοιραζόμενη) ιδιοκτησία. Αν είχαν σχεδιαστεί για να μοιράζονται, και όχι για προσωπική χρήση, πιστεύουμε ότι θα άλλαζαν δομικά, μηχανικά, και σε σχέση με το υλικό που είναι φτιαγμένα.

 

Η Σχέση Τεχνολογίας, Δύναμης και Δημοκρατίας

Η τεχνολογία είναι σαφώς μια από τις κυριότερες πηγές δύναμης στις σύγχρονες κοινωνίες και πολλές φορές το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα υποσκελίζεται από τη δύναμη που παρέχουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Στην αναφορά μας αυτή θα παρουσιάσουμε συνοπτικά την αλληλεπίδραση της τεχνολογίας και της δημοκρατίας.Στον όρο ‘δημοκρατία’ θα εξετάσουμε τόσο το ίδιο το πολίτευμα όσο και τα όποια δικαιώματα όσων εμπλέκονται στην όλη διαδικασία.

Πρώτος ο Μάρξ στα μέσα του 19ου αιώνα κατάλαβε ότι η παραδοσιακή δημοκρατική αντίληψη ότι η τεχνοοικονομία δεν είναι ένας εξωπολιτικός χώρος με τους δικούς του φυσικούς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης αποκλειστικά, άλλα είναι άρρηκτα δεμένος με την κοινωνία. Πρότεινε κιόλας τη άμεση επέκταση της από τους χώρους της πολιτικής στους δύσκολους χώρους της εργασίας.

Από μια άποψη είναι κατανοητό ότι η τεχνολογία δεν συμβαδίζει με την δημοκρατία γιατί ένα από τα αμεσότερα αποτελέσματα της είναι η μείωση των θέσεων εργασίας και από την άλλη η ίδια η φύση της δημοκρατίας δεν επιτρέπει την ανατροπή θεσμών που θα οδηγήσουν στην οικονομική ανατροπή. Επιπρόσθετα μια μικρή μερίδα κοινωνιολόγων πιστεύει ότι ο κατα κάποιο τρόπο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της τεχνολογίας δεν οφείλεται στην ίδια, αλλά στην επικράτηση των λίγων πάνω στους πολλούς όσον αφορά τη συγκέντρωση της ‘βιομηχανικής δύναμης’.

Θα προσπαθήσουμε παρακάτω να αναλύσουμε τον δημοκρατικό ή όχι χαρακτήρα της τεχνολογίας με αναφορές στις διάφορες θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα. Πρώτα θα αναφερθούμε στη θεωρία του Ορθολογισμός. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή μια σύγχρονη κοινωνία που έχει εμπεδώσει τη σημασία της τεχνολογίας δεν μπορεί παρα να υιοθετήσει ένα μοντέλο στο οποίο η δύναμη θα είναι συγκεντρωμένη σε μια κλειστή κάστα που θα καταρτίσουν τα πλάνα για την κοινωνική πρόοδο με βάση σωστούς υπολογισμούς και αυστηρό έλεγχο. Μετά από τη μάχη με λίγους παράλογους θα επικρατήσει η λογική και η προβλεψιμότητα.

Μια άλλη θεωρία που δεν επενδύει και πολύ πάνω στην συνεργασία δημοκρατίας και τεχνολογίας είναι ο τεχνολογικός ντετερμινισμός.

Μιας και αποτελεί το κυρίως τμήμα της εργασίας μας στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε μόνο την γενική του αρχή που λέει ότι η τεχνολογία είναι αυτόνομη και έξω από τα όρια της κοινωνίας. Μέσα στην κοινωνία είναι ορατή μόνο μέσω των αποτελεσμάτων της

Η τρίτη θεωρία στην οποία θα αναφερθούμε είναι ο κονστρακτιβισμός. Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από το 1980 και μετά και παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Τώρα λοιπόν υπάρχει αρμονική συνεργασία τεχνολογίας και δημοκρατίας. Για την ανάπτυξη ή όχι νέων τεχνολογιών υπάρχει αλληλεπίδραση επιστημονικών, τεχνικών αλλά και κοινωνικών κριτηρίων. Τίποτα δεν μπορεί να επικρατήσει χωρίς πρώτα να περάσει από ένα ‘φίλτρο’ κοινωνικής αποδοχής, δηλαδή χωρίς να αποφασίσουν για αυτό οι απλοί άνθρωποι. Με τον τρόπο αυτό βέβαια λειτουργούν όλοι οι δημοκρατικοί θεσμοί. Αυτή η λειτουργία των θεσμών εξασφαλίζεται από δύο παράγοντες :

α) για οποιοδήποτε πρόβλημα υπάρχουν περισσότερες από μία λύσεις

β) ο καθορισμός των προβλημάτων πολλές φορές αλλάζει κατά την διάρκεια της επίλυσής τους.

Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία του κονστρουκτιβισμού η πολιτική και η τεχνολογία είναι αναπόσπαστα κομμάτια του ίδιου puzzle. Δυο κοινωνιολόγοι της τεχνολογίας, οι Pinch και Bijker μας δίνουν ένα παράδειγμα του πως εμφανίζεται η θεωρία αυτή στην καθημερινή μας ζωή. Αναφέρουν λοιπόν σαν παράδειγμα το ποδήλατο και την ιστορία του. Λίγοι από μας γνωρίζουν ότι το σημερινό ποδήλατο στα πρώτα στάδια του ξεκίνησε από δυο διαφορετικές βάσεις. Φτιάχτηκε σαν ένα απλό μεταφορικό μέσο από τη μία και από την άλλη σαν ένα αγωνιστικό μηχάνημα. Αυτές οι δύο εκδοχές δεν είχαν από τεχνικής απόψεως καμία σχέση μεταξύ τους μιας και το αγωνιστικό είχε ένα μπροστινό τροχό τεράστιο που έδινε μεγαλύτερη ταχύτητα στον αναβάτη, ενώ το άλλο είχε σαφώς πιο ‘μετριοπαθή’ εμφάνιση. Τελικά επικράτησε η εκδοχή του μεταφορικού μέσου και αυτή η επικράτηση δεν οφείλεται σε κανέναν άλλο λόγο, παρά στην σαφή προτίμηση του κόσμου για ένα φτηνό, ασφαλές μεταφορικό μέσο.

Είναι λοιπόν προφανές ότι δεν μπορεί παρά να υπάρχει αλληλεπίδραση

τεχνολογίας και κοινωνίας, δηλαδή τεχνολογίας και ανθρώπων που σε τελική ανάλυση είναι οι άμεσοι αποδέκτες κάθε τεχνολογικής αλλαγής. Δεν μπορεί η τεχνολογία να επιβληθεί τόσο εύκολα πάνω στη θέληση μας ξεχωριστά και σαν σύνολο.

Η τεχνολογία αν και σημαντικότατη δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ‘κοινωνικό αντικείμενο’ και υπόκειται σε ερμηνεία, όπως όλα, δεν είναι απλά το ‘μοτέρ της οικονομίας’ αλλά μια μορφή κοινωνικής έκφρασης. Βέβαια η επίδραση της τεχνολογίας είναι τόσο μεγάλη μερικές φορές, ώστε να μιλάμε για τεχνολογική ηγεμονία, για μια μορφή επικράτησης που έχει εμποτίσει τόσο πολύ τους ανθρώπους, ώστε να την έχουν αποδεχθεί άκριτα σαν κάτι το αυτονόητο, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστες καταστάσεις.

Κλείνοντας αυτή την αναφορά στις διάφορες θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και σε μια ενδιάμεση θεωρία που προσπαθεί να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στον κονστρουκτιβισμό και τον τεχνολογικό ντετερμινισμό (Interdeterminism). Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία αυτή τόσο η τεχνολογία, όσο και η κοινωνία έχουν τους δικούς τους στόχους που μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις είναι και αλληλοσυγκρουόμενες. Όμως δεν υπάρχει από τις δύο πλευρές κανένα είδος ‘μη δημοκρατικής συμπεριφοράς’ και αυτό οφείλεται στην προσαρμοστικότητα τόσο της τεχνολογίας, όσο και της δημοκρατίας. Παραθέτουμε ένα παράδειγμα που αποσαφηνίζει τα παραπάνω.

Στην Αγγλία του 19ου αιώνα οι ιδιοκτήτες των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων υποστήριζαν ότι για να επιτευχθεί πρόοδος ήταν απαραίτητη τόσο η παιδική εργασία, όσο και το μεγάλο ωράριο. Από την άλλη μερικοί πολιτικοί θεωρούσαν κάτι τέτοιο εντελώς απάνθρωπο. Βέβαια τελικά καταργήθηκε η εργασία των παιδιών, αλλά τα συμφέροντα των βιομηχάνων δεν επλήγησαν σε τόσο μεγάλο βαθμό. Αυτό γιατί παράλληλα με την κατάργηση της παιδικής εργασίας επαναπροσδιορίστηκε και ο κοινωνικός τους ρόλος. Τα παιδιά έπαψαν να είναι εργάτες κι έγιναν μαθητές και καταναλωτές. Έτσι όμως και μέσα από την γνώση που απόκτησαν, γίνανε πιο εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό με μεγαλύτερες δυνατότητες και καλύτερη εν γένει αποδοτικότητα. Αυτή η εξέλιξη αντιστάθμισε τις αρχικά διαφαινόμενες απώλειες των πλούσιων βιομηχάνων. Το παράδειγμα αυτό δείχνει αυτήν την προσαρμοστικότητα και θεμελιώνει σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις του Ιντερντετερμινισμού.

 

Τεχνολογία και φύλο

Ως τώρα έχουμε εξετάσει συνοπτικά δυο διακριτούς τρόπους στους οποίους η υποδιαίρεση φύλου στην κοινωνία μας έχει επηρεάσει τη τεχνολογική αλλαγή: μέσω των διαφορετικών μισθών που αναλογούν σε άντρες και γυναίκες και μέσω του μοντέλου προσωπικού νοικοκυριού/ προσωπικής νοικοκυράς που σχετίζεται με το διαχωρισμού φύλου στην εργασία. Αλλά καμία από αυτές τις λεπτομέρειες( που εξετάζουμε πιο διεξοδικά στο Δεύτερο και Τρίτο Μέρος αυτού του αναγνώσματος) εξαντλεί τη σχέση μεταξύ φύλου και τεχνολογίας.

Το άρθρο της Cynthia Cockburn “ Caught in the Wheels” ( σελ. 55-65) εστιάζει πάνω σ’ένα κεντρικό γενικό σημείο: ότι η τεχνολογία, ορίζεται ως αντρική δραστηριότητα. Στην τυπική διαίρεση φύλου της εργασίας, οι δραστηριότητες μερικών γυναικών εμπεριέχουν σημαντική δεξιότητα. Το πλέξιμο, για παράδειγμα, απαιτεί εμπειρία, δεξιότητα χεριών, και πολλές φορές μεγάλη ποσότητα υπολογισμών. Αλλά αυτές οι δραστηριότητες δεν ορίζονται συχνά ως τεχνολογίες. Η τεχνολογία, γράφει η Cockburn, «είναι η κοινωνική ιδιοκτησία και μια από τις επίσημες αντρικές διαδικασίες».

Με αυτήν την προοπτική, η συχνά διαπιστωμένη απουσία ή μεγάλη υποαντιπροσώπευση γυναικών σε εργασίες τεχνολογικού ή μηχανικού περιεχομένου, και η έλλειψη εμπιστοσύνης που συχνά αντιμετωπίζουν οι γυναίκες όταν έρχονται σε επαφή με την τεχνολογία γίνεται σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Λέγοντας ότι η τεχνολογία είναι η «κοινωνική ιδιοκτησία» των αντρών είναι Σα να λέμε ότι (με τη μόνη εξαίρεση της κυριαρχίας του πολέμου από άντρες) αντιπροσωπεύει την ισχυρότερη μορφή αντρικής κυριαρχίας στη δημόσια σφαίρα που αναφέρθηκε παραπάνω. Επίσημα πλάνα να διορθώσουν αυτήν την υποαντιπροσώπευση γυναικών ως μηχανικούς, συχνά προεκτείνεται ως να ήταν η «βελτίωση της εμπιστοσύνης της γυναίκας», γράφει η Cockburn. Αλλά η αντρική κυριαρχία στην τεχνολογία έχει κατά ένα μεγάλο μέρος ασφαλίστεί με την ενεργή εξαίρεση των γυναικών από τομείς τεχνολογικής εργασίας. Η είσοδος των γυναικών, στην τεχνολογική εργασία στη Βρετανία, Αμερική και στην Αυστραλία κατά τον Πρώτο και, κυρίως, το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθήθηκε από μια ισοδύναμη διαδικασία της εξορίας τους από τέτοιες δουλειές όταν η κρίση περνούσε (δείτε για παράδειγμα Summerfield 1977, Enloe 1983, Chapter7).

Η Τεχνολογία, όπως επισημάναμε πρωτύτερα, μπορεί να ιδωθεί ως εμπεριέχουσα όχι μόνο αντικείμενα αλλά και το φυσικό και νοητικό Know-how για τη χρησιμοποίηση τους. Know-how είναι μια πηγή που προσδίδει σε αυτούς που το έχουν ένα βαθμό πραγματικής ή δυνάμενης ισχύος: για παράδειγμα, θα δούμε στο Δεύτερο Μέρος πως η πολιτική της παραγωγής τεχνολογίας στηρίζεται σε αυτό το Know-how. Εδώ, το σημείο- κλειδί είναι ότι το τεχνολογικό Κnow-how είναι η πηγή της αντρικής δύναμης- της ικανότητας για παράδειγμα να ζητήσουν μεγαλύτερα εισοδήματα και σπάνιες δουλείες. Επιπρόσθετα, η επιμονή της Cockburn, ότι η τεχνολογία είναι «μια από τις επίσημες διαδικασίες των αντρών» δείχνει το ρόλο που το απαραίτητο τεχνολογικό know-how υπεισέρχεται στην ταυτοποίηση των φύλων. Η διαφορετική παιδική έκθεση στην τεχνολογία, η κυρίαρχη άποψη των διαφορετικών προτύπων, οι διαφορετικές μορφές εκπαίδευσης, και ο εκτεταμένος φυλετικός διαχωρισμός στην αγορά εργασίας οδηγούν σε αυτό που η Cockburn αλλού περιγράφει ως «την κατασκευή των αντρών ως δυνατών, χειρωνακτικά ικανών και τεχνολογικά δωρητών. Και των γυναικών ως φυσικά και τεχνολογικά ανίκανων».

Αυτή η φεμινιστική ανάλυση είναι μια νέα άποψη για την τεχνολογία, και οι συνέπειες της δεν έχουν ακόμη πλήρως αναπτυχθεί, παρά τη μελέτη του McGaw (1982) που παρουσιάζει σημαντική εργασία σε εξέλιξη για την ανάπτυξη φεμινιστικών προοπτικών στην ιστορία της τεχνολογίας. Αλλά τα ερωτήματα που ανακύπτουν από το φεμινισμό απευθείνονται άμεσα στην κοινωνική διάσταση της τεχνολογίας. Υπάρχει πολλή εργασία για να γίνει προς την αποκάλυψη των χαρακτηριστικών και των διαδικασιών όπως, εξηγεί και η φράση της Cockburn “ βιομηχανικές, εμπορικέςκαι στρατιωτικές τεχνολογίες έιναι αντρικές με μια ιστορική και πραγματιστιστική έννοια”. Υπάρχει ακόμη σημαντική δουλειά να γίνει και στην αποκάλυψη των πηγών προέλευσης και των μονοπατιών της ανάπτυξης των “γυναικέιων σφαιρών” τεχνολογιών που συχνά δεν λαμβάνονται υπόψη. Όπως ο Cowan σημειώνει:

Οι δείκτες της ισχύουσας ιστορίας της τεχνολογίας.. δεν περιέχουν μια μόνη αναφορά, για παράδειγμα, σε ένα τόσο σημαντικό πολιτιστικό τεχνούργημα όπως η παιδική μποτίλια. Εδώ βρίσκεται ένα απλό σκεύος… που έχει διαμορφώσει μια πρωταρχική ανθρώπινη εμπειρία για ένα μεγάλο αριθμό από νήπια και μητέρες, και ήταν μια από τις πλέον αμφισβητήσιμες εξαγωγές της Δυτικής τεχνολογίας σε υποανάπτυκτες χώρες- αλλά Δε βρίσκει θέση στην ιστορία της τεχνολογίας.

Ακολούθως παραθέτουμε ένα άρθρο του Ruth Schwartz Cowan σχετικά με το θέμα “Φύλο και Τεχνολογία» :

Οι κοινωνικές σχέσεις και τα πρότυπα ανισότητας μπορούν να ιδωθούν ως σημαντικές επιρροές της τεχνολογικές ανάπτυξης.

Η ανισότητα φύλου ως δύναμη που επιταχύνει την τεχνολογική καινοτομία και αλλαγή: Στα τέλη του 19 αιώνα η βιομηχανία πούρων

  1. Επεκτάθηκε το σύστημα ελέγχου
  2. Οδήγησε στην εισαγωγή περισσότερου απλοποιημένων μηχανών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από γυναίκες.
  3. Οι γυναίκες ήταν ανοργάνωτες και ζητούσαν λιγότερα χρήματα.

 

Το φύλο ως παράγοντας που αποτρέπει την τεχνολογική αλλαγή: Η βιομηχανία υφασμάτων

  1. Κορίτσια από την επαρχία ερχόταν στις πόλεις να δουλέψουν στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα.
  2. Γυναίκες μετανάστες από την Κεντρική Ευρώπη
  3. Μαύρες γυναίκες από το Νότο που μετοίκησαν σε βόρειες πόλεις
  4. Ισπανόφωνες και Πορτορικανές γυναίκες
  5. Κινέζες και Βιετναμέζες .

 

 

Συμπεράσματα

Άμεσα από αυτή την εισαγωγή έρχονται τα τέσσερα εξαγόμενα –από τους Winner, Hughes, Cowas, Cockburn- που έχουν επιλεχθεί ως αντιπροσωπευτικά από κάποια από τα γενικά θέματα που συζητήθηκαν εδώ. Στη συνέχεια αφιερώσαμε καθένα από τα ακόλουθα τρία μέρη σε ένα συγκεκριμένο θέμα: την κοινωνική μορφή της τεχνολογίας στο Δεύτερο Μέρος, την οικιακή τεχνολογία στο Τρίτο Μέρος και τη στρατιωτική τεχνολογία στο Τέταρτο Μέρος. Καθένα από αυτά τα ακόλουθα μέρη έχει τη δική του εισαγωγική του μελέτη που τοποθετεί τα αναγνώσματα που επιλέξαμε στο περιβάλλον.

Οι τρεις τομείς της παραγωγής τεχνολογίας, οικιακής τεχνολογίας, στρατιωτικής τεχνολογίας δεν έχουν επιλεχθεί απλά επειδή καθένας είναι σημαντικός από μόνος του. Γύρω από τον καθένα έχει δεσμευτεί ένα τμήμα βιβλιογραφίας που ερευνά με κάποια συνέπεια το θέμα της κοινωνικής μορφής της τεχνολογίας. Σε κάθε στιγμή μπορεί να δειχτεί κοινωνική σχέση-κλειδί, ή ένα σύνολο από κοινωνικές σχέσεις, που δίνουν μορφή στην τεχνολογία. Στην περίπτωση της τεχνολογίας παραγωγής, οι υπό εξέταση σχέσεις είναι ανάμεσα σε εργοδότες και υπαλλήλου, και με το εργατικό δυναμικό από μόνο του. Η κοινωνική μορφή γενικά προέκυψε τόσο άμεσα,- όπως η διατήρηση της δημιουργίας σε μια επιθυμητή κοινωνική σχέση που εισήλθε στην επιλογή τεχνολογιών- και έμμεσα- όπως η επικράτηση κοινωνικών σχέσεων επηρέασε το πλαίσιο εργασίας του κόστους μέσα στο οποίο οι οικονομικοί υπολογισμοί υλοποιήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση προσπαθήσαμε να δείξουμε, όσο μας επέτρεψε η διαθέσιμη βιβλιογραφία, αποτελέσματα των κοινωνικών σχέσεων στην τεχνολογία που διακυμαίνονται από υποθάλπουσες ή ανασταλτικές ειδικής τεχνολογίες, έως την επιρροή της επιλογής μεταξύ δυο ανταγωνιστικών μονοπατιών τεχνολογικής ανάπτυξης, στην επιρροή στα ακριβή σχεδιαστικά χαρακτηριστικά ειδικών διαδικασιών ή τεχνουργημάτων.

Αυτό που θα θέλαμε ο αναγνώστης να κρατήσει από το βιβλίο είναι μια έννοια της έκτασης στην οποία η κοινωνία διαμορφώνει την τεχνολόγια, και κάποια κατανόηση των μυριάδων τρόπων που αυτό συμβαίνει. Τα ειδικά τμήματα της τεχνολογίας που συζητήθηκαν εδώ δεν είναι τα μόνα σημαντικά. Έχουμε επηρεαστεί στην επιλογή της δομής μας και γενικότερα στις επιλογές μας κυρίως από τη διαθεσιμότητα της υπάρχουσας εργασίας που δίνεται απευθείας στη θεματική μας. Δεν επιλέξαμε αναγνώσματα απλά στη βάση της σημασίας των τεχνολογιών που ασχολούνται. Αν ήταν αυτό το κριτήριο, τότε θα έπρεπε να είχαμε συμπεριλάβει εργασίες σε τομείς τέτοιους όπως τη βιολογική αναπαραγωγή, και την ανατροφή των παιδιών, την πυρηνική και της υπόλοιπες μορφές παραγωγής ενέργειας, καθώς και τη βιοτεχνολογία. Επίσης, μάλλον θα είχαμε επιλέξει διαφορετική δομή- ίσως κάποια με προσανατολισμό γύρω από αντιλήψεις που διατρέχουν τις κατηγορίες μας όπως η «ενεργειακή τεχνολογία» και η «τεχνολογία της πληροφορίας».

Ούτε τα αναγνώσματα μας είναι αντιπροσωπευτικά στο χρόνο ή στον τόπο. Κατά κύριο λόγο, συζητάμε για τεχνολογία στην καπιταλιστική Δύση, με μικρές σημειώσεις για το φεουδαλισμό και στη σοβιετική τεχνολογία. Προ-καπιταλιστικοί καιροί, οι αναπτυσσόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου και η Κίνα και το σοβιετικό μπλοκ δεν παρουσιάζονται.

Όπως αποκαλύπτει ο Staudenmaier (1980, κυρίως 452-66), κάποιες από αυτές τις προκαταλήψεις είναι χαρακτηριστικές μεγάλου μέρους της ιστορίας και των κοινωνικών σπουδών της τεχνολογίας.

Όντας τέτοιες, απαιτούν συλλεκτική, παρά απλά προσωπική, προσπάθεια για τη διόρθωση τους. Αλλά για να δείξουμε πως επιπλέον ανάγνωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πληρέστερη εικόνα- για παράδειγμα στο σχεδιασμό ενός μαθήματος στην Τεχνολογία και Κοινωνία- τελείωνουμε αυτό το ανάγνωσμα, με ένα τμήμα από το “Άλλα τμήματα μελέτης“ (σελ. 295-307) όπου εξετάζουμε κάποια από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία

 

Βιβλιογραφία

ABRAMOVITZ, Moses(1956). “Resource and Output Trends in the US since 1870”.

American Economic Review: Papers and Proceedings, 46, 5-23

BARNES, Barry (1982). T. S Kuhn and Social Science. London and Basingstoke: Macmillan.

BARNES, Barry and SHAPIN, Steven(eds.). Natural Order: Historical Studies of Scientific Culture.

BERESFORD, Roderick(1983). “V.H.S.I.C.: Redefining the Mission”. VLSI design, 4 (7) (November), 16-21

BERMAN, Robert and BAKER, John(1982). Soviet Strategic Forces: Requirements and Responses.

BOYLE, Charles, WHEALE, Peter and STURGESS, Brian(1984). People, Science and technology: A Guide to Advanced Industrial Society.

BRENNER, Robert(1977). “The Origins of Capitalistic Development: A Critique of Neo-Smithian Marxism”. New Left Review, no. 104, 25-92.

CARDWELL, D. S. L. (1971). From Watt to Clausius: The Rise of Thermodynamics in the Early Industrial Age

(1972a). The Organisation of Science in England.

(1972b). Technology, Science and History.

COOPER, Charles M. and CLARK, John(1982). Employment, Economics and Technology: The Impact of Technological Change on the Labour Market

DICKSON, David(1974). Alternative Technology and the Politics of Technical Change

DOSI, Giovanni(1982). “Technological Paradigms and Technological Trajectories: A Suggested Interpretation of the Determinants of Technical Change”

DOUGLAS, Mary(1975). “Environments at Risk”.

ELSTER, Jon(1983). Explaining Technical Change: A Case Study in the Philosophy of Science

FREEMAN, Christopher, CLARK, John and SOETE, Luc(1982). Unemployment and Technical Innovation: A Study of Long Waves and Economic Development

GILFILLAN,S. C.(1935a). The Sociology of Invention

GRIFFIN, Keith(1979). The Political Economy of Agrarian Change: An Essay on the Green Revolution.

HILTON, R. H. and SAWYER, P. H.(1963). “Technical Determinism: The Stirrup and the Plough”.

HOLLOWAY, David(1977). “Military Technology”

HORWITCH, Mel(1982). Clipped Wings: The American SST Conflict

HUGHES, Thomas P.(1969). “Technological Momentum in History: Hydrogenation in Germany 1898-1933”.

KNORR-CETINA, Karin D. and MULKAY, Michael(1983). Science Observed: Perspectives in the Social Study of Science.

LARGE, Peter(1980). The Micro Revolution.

LAYTON, Edwin, T. Jr.(1971). The Revolt of Engineers: Social responsibility and the American Engineering Profession.

(1974). “Technology as Knowledge”.

(1978). “Millwrights and Engineers: Science, Social Roles, and the Evolution of the Turbine in America

MARCUSE, Herbert(1968). One Dimensional Man

(1969). An Essay on Liberation.

MARX, Karl(1968). “The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte”. In K. Marx and F. Engels, Selected Works in One Volume

(1976). Capital: A Critique of Political Economy.

MAYR, Otto(1976). “The Science- Technology Relationship as a Historiographic Problem”.

MORISON, Elting(1966). Men, Machine and Modern Times.

MUSSON, A. E. and ROBINSON, Eric(1969). Science and Technology in the Industrial Revolution.

NOBLE, David F.(1977). America by Design: Science, Technology and the Rise of Corporate Capitalism.

OAKLEY, Ann(1972). Sex, Gender and Society.

OGBURN, William F. and NIMKOFF, Meyer F.(1964). A Handbook of Sociology.

OGBURN, William F. and THOMAS, Dorothy(1922). “Are Inventions Inevitable?”. Political Science Quarterly.

PARROT, Bruce(1983). Politics and Technology in the Soviet Union.

SCHMOOKLER, Jacob(1966). Inventions and Economic Growth.

SCON, Donald(1963). Displacement of Concepts

SCHUMPETER, Joseph(1934). The Theory of Economic Development: An Inquiry into Profits, Capital, Credit, Interest, and the Business Cycles: A Theoretical, Historical, and Statistical Analysis of the Capitalist Process.

(1943). Capitalism, Socialism and democracy.

(1951). Imperialism and social Classes.

SUMMERFIELD, Penny(1977). “Women Workers in the Second World War”

WHITE, Lynn Jr.(1978). Medieval technology and Social Change”

WINNER, Langdom(1977). Autonomous Technology: Technics-out-of –Control as a Theme in Political Thought.

WORRALL, John(1982). “The Pressure of Light: The Strange Case of the Vacillating “Crucial Experiment”.

WINNER, Langdom. “Technologies as Life Forms”

CHANDLER, Daniel. “Technological or Media Determinism”

WILLIAMS, Robin. “The Social Shaping of Information and Communications Technologies”

COCKBURN, Cynthia. Αναφορά στο άρθρο “Caught in The Wheels”


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος