|
Μιχάλης Δελημήτρος [1570] Δημήτριος Γούλας [1567] Κοσμάς Αλεξόπουλος [1555] Κων/νος Ανδρεόπουλος [1660] Γιάννης Δράκος [1698] |
Εργασία Για το Μάθημα Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctechΜάϊος 1999 |
ΑΝΑΣΥΝΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ
Steve Woolgar
H κοινωνική μελέτη της τεχνολογίας υφίσταται σήμερα μια επέκταση και μια μετατροπή. Μια ώθηση προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί η εφαρμογή πολλών από τις ιδέες και τις προσεγγίσεις της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης στη μελέτη της τεχνολογίας Συνεπώς τώρα αντιμετωπίζουμε την ίδια προ-Kuhnian επανεκτίμηση των προκαταλήψεων σχετικά με την τεχνολογία με την παλιότερη σχετικά με την επιστήμη. Η επανεκτίμηση αυτή παράγει τα ακόλουθα επιχειρήματα. Οι διακρίσεις μεταξύ του τεχνικού (επιστημονικού) και του κοινωνικού πρέπει να καταρριφθούν. Η κοινωνική ανάλυση θα έπρεπε να ασχολείται με το περιεχόμενο της τεχνολογίας (την επιστημονική γνώση).Η τεχνολογία όπως και η επιστήμη περιέχει διαδικασία και προϊόν. Εν συντομία, και τα επιστημονικά γεγονότα και τα τεχνολογικά δημιουργήματα πρέπει να γίνουν κατανοητά σαν κοινωνικά κατασκευάσματα.
Οι Pinch και Bijker (1984, σ' αυτό τον τόμο) συναρμολογούν αυτούς τους παράλληλους μεταξύ της επιστήμης και της τεχνολογίας με συγκεκριμένες αναφορές στο έργο του "εμπειρικού προγράμματος της σχετικότητας". Τονίζουν την ερμηνευτική ευκαμψία σχετικά με το σχεδιασμό και την υλοποίηση των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος σχεδιασμού ή ερμηνείας της τεχνολογίας. Τα σχέδια και οι ερμηνείες ποικίλουν στο χρόνο και ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Όταν αντικρουόμενες ιδέες και αντιλήψεις έρχονται σε αντιπαράθεση το αποτέλεσμα της διαμάχης καθορίζεται από ποικίλες κοινωνικές συνιστώσες.Το κύριο ενδιαφέρον των Pinch και Bijker είναι η καταγραφή του περάσματος από τη διαμάχη και το σχηματισμό κοινής συναίνεσης στην τεκμηρίωση των κοινωνικών διαδικασιών με τις οποίες τα τεχνολογικά επιτεύγματα πραγματοποιούνται και γίνονται αποδεκτά.
Η προσέγγιση που υιοθετούμε στο κεφάλαιο αυτό είναι λίγο διαφορετική. Σκοπός μου δεν είναι τόσο να καθορίσω τους μηχανισμούς σχηματισμού κοινής συνείδησης αλλά να εξετάσω πως η τεχνολογία παρέχει μια σημαντική απτή εστίαση για τις συνεχιζόμενες διαμάχες για τις θεμελιώδεις αρχές του ανθρώπου. Το συγκεκριμένο τεχνολογικό παράδειγμα που εξετάζουμε εδώ είναι η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence - AI). Η στρατηγική μου θα είναι να εστιάσω σε μια από τις πλευρές της σχετικής διαμάχης, τις πρόσφατες κοινωνιολογικές κριτικές της γνωστικότητας. Αυτές οι κριτικές εκφράζονται με το μοντέλο της ανθρώπινης δράσης που τίθεται σαν προϋπόθεση από τη γνωστικότητα. Επίσης αμφισβητούν την υπόθεση ότι τα επιτεύγματα της ΑΙ μας βοηθούν στην κατανόηση των ανθρωπίνων δράσεων. Παρόλα αυτά μια εξέταση των κοινωνιολογικών κριτικών της γνωστικότητας μας αποκαλύπτει τον κρίσιμο ρόλο της αφοσίωσης αυτών των κοινωνιολόγων σε συγκεκριμένες μεθόδους για την κατασκευή της φύσης του ανθρώπου. Υποστηρίζω πως η κοινωνιολογική αφοσίωση σε συγκεκριμένες διαδικασίες για την αναπαράσταση του χαρακτήρα των ανθρώπινων δράσεων και συμπεριφορών στηρίζει αποφασιστικά τις προκαταλήψεις περί του τι είναι ο άνθρωπος. Παρά τη ζωηρότητα της κοινωνιολογικής πρόκλησης, αντιπροτείνω πως η κοινωνιολογική αφοσίωση σε συγκεκριμένα μοτίβα αναπαράστασης τελικά θέτει συγκεκριμένα όρια στην πιθανή επιτυχία των επιθέσεων τους στη γνωστικότητα. Κατ' αρχάς πρέπει να κοιτάξουμε προσεκτικότερα την ιδέα της τεχνολογίας και να εστιάσουμε στη συνέχιση των διαφωνιών σχετικά με τις ουσιαστικές αξίες της "ανθρωπότητας".
Η τεχνολογία σαν καθρέπτης του ανθρώπου
Οι συζητήσεις πάνω στην τεχνολογία - τη χωρητικότητά της, το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει, το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει - είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος της αντίστοιχης διαμάχης για τη χωρητικότητα, τις ικανότητες και τα ηθικά δικαιώματα του ανθρώπου. Οι απόπειρες να καθοριστούν τα χαρακτηριστικά των μηχανών είναι ταυτόχρονα ισχυρισμοί για τα χαρακτηριστικά των μη μηχανών. Είναι σαφές πως όπως ισχυρίζονται οι Pinch και Bijker η ίδια η τεχνολογία οδηγεί σε διαφορετικές ερμηνείες της. Η κεντρική ιδέα εδώ όμως είναι πως οι διαφορές στις ερμηνείες της τεχνολογίας εκφράζουν και αυξάνουν τις αντικρουόμενες προκαταλήψεις για της αξίες της ανθρωπότητας. Στη συζήτηση για τη νέα τεχνολογία οι πρωταγωνιστές της ανασυνθέτουν και επανορίζουν της έννοιες του ανθρώπου και της μηχανής και τις διαφορές και ομοιότητες τους. Εκτός από το να παρέχει μια απτή προσέγγιση
στις συνεχιζόμενες διαμάχες για τη μοναδικότητα του ανθρώπου, η τεχνολογία μπορεί να δράσει και σαν καταλύτης για τις μεταβλητές αντιλήψεις για τη φύση του ανθρώπου. Εκτιμήσεις για το χαρακτήρα και την επιτυχία της νέας τεχνολογίας μπορούν να επηρεάσουν υπάρχουσες υποθέσεις και να παρέχουν ισχυρά μέσα για τις περαιτέρω απόπειρες να κατασκευάσουμε το "χαρακτήρα του ανθρώπου".Αυτή η προσέγγιση έχει κάποια συγγένεια με τον Hughes (σ' αυτό τον τόμο), όταν αναφέρεται σε "θεσμικές δομές που ανατρέφουν και αντικαθρεπτίζουν τα χαρακτηριστικά στον τεχνικό πυρήνα του (τεχνολογικού) συστήματος". Αν επιτρέψουμε αυτές οι θεσμικές δομές να ενσωματώσουν αντικρουόμενες αντιλήψεις για τη μοναδικότητα του ανθρώπου, τις ανθρώπινες πνευματικές ικανότητες κλπ, τότε δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το πόσο διαφιλονικούμενη είναι η ΑΙ. Τα ακριβή τεχνικά χαρακτηριστικά αυτής της συγκεκριμένης τεχνολογίας είναι θέμα συζήτησης ακριβώς λόγω των θεμελιωδών αντιλήψεων περί του χαρακτήρα του ανθρώπου που διακυβεύονται. Η παρούσα προσέγγιση έχει επίσης συμπορευτεί με το επιχείρημα του Callon ότι η τεχνολογία είναι "ένα εργαλείο για την κοινωνιολογική ανάλυση". Μια προσεχτική εξέταση των συζητήσεων για το χαρακτήρα της τεχνολογίας - τι είναι, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει- δείχνει ότι
οι ίδιοι οι συζητητές κάνουν κοινωνικές αναλύσεις. Στην περίπτωση μας οι αναλύσεις για την ΑΙ αποτελούν ισχυρισμούς για τα βασικό χαρακτήρα του ανθρώπου, τις ικανότητες και τις δυνάμεις του. Ακολουθώντας τους πρωταγωνιστές της αντιπαράθεσης για την ΑΙ ακολουθώ την κατασκευή και ανακατασκευή διαφορετικών μοντέλων για τα βασικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου.Η διαμάχη γύρω από την ΑΙ είναι το τελευταίο κεφάλαιο στην χρόνια διαμάχη για τη μοναδικότητα του ανθρώπου. Σε όλη τη διάρκεια της ενασχόλησης του ανθρώπου με τις τεχνητές μηχανές, το υλικό αυτών των συζητήσεων ποικίλει ανάλογα με την αντιληπτική ικανότητα των τεχνολογιών αυτών. Για παράδειγμα όταν η τεχνολογία κυρίως αφορούσε προσθετικές μηχανές (λειτουργικές προσθέσεις στις μηχανικές ικανότητες του ανθρώπινου σώματος), μπορούσε πάντα να ισχυρισθεί κάποιος πως οι άνθρωποι είναι μοναδικοί όσον αφορά τις νοητικές τους ικανότητες, μιας και καμιά προσθετική συσκευή δεν μπορούσε να εξομοιώσει τις ικανότητες του ανθρώπου να σκέφτεται, να μαθαίνει και να καταλαβαίνει. Η δουλειά πάνω στην ΑΙ παρόλα αυτά προσπαθεί να αναπτύξει μια τεχνολογία που εξομοιώνει δράσεις και αποδόσεις που προηγουμένως ήταν αποκλειστικότητα των μοναδικών ανθρώπινων πνευματικών δυνατοτήτων. Συνεπώς η έλευση των υπολογιστών και της ΑΙ συγκεκριμένα έχει θέσει ερωτήματα για την μοναδικότητα του ανθρώπου με μια ελαφρώς διαφορετική μορφή. Για παράδειγμα, σε μερικές συζητήσεις, το αίσθημα είναι το χαρακτηριστικό που πιστοποιεί την μοναδικότητα του ανθρώπου, όπως η ευφυία όταν η διαμάχη αφορούσε τις προσθετικές τεχνολογίες.
Η γνωστικότητα και η πιθανότητα της μηχανικής ευφυίας
Η γνωστικότητα είναι το δόγμα ότι η συμπεριφορά μπορεί να εξηγηθεί με αναφορές στις γνωστικές και πνευματικές καταστάσεις. Η γνωστική επιστήμη (θεωρία) είναι η συγκεκριμένη μορφή της γνωστικότητας που προσπαθεί να αναπτύξει εξηγήσεις της συμπεριφοράς με όρους δανεισμένους από την επιστήμη των υπολογιστών. Συνεπώς η γνωστική επιστήμη προτείνει ένα μοντέλο της ανθρώπινης δράσης που, αν και εδώ και καιρό έχει παραμείνει αμετακίνητο στις δυτικές ανθρωπολογικές επιστήμες, τώρα εισάγεται στο χώρο των νέων υπολογιστικών δημιουργημάτων (Suchman 1985 σελ.1). Επιχειρηματολογεί για την υποστήριξη και ενισχύεται από την προσπάθεια της ΑΙ για το σχεδιασμό και το χτίσιμο μηχανών τεχνητής νοημοσύνης.
Καίριος στόχος της ΑΙ είναι ο σχεδιασμός και η κατασκευή μηχανών που θα εκτελούν έργα που σχετίζονται με κάποιες γνωστικές (ακόμα και πνευματικές) ικανότητες. Αυτή πάντως δεν είναι μια ενιαία θέση στο χώρο της ΑΙ. Μερικοί ερευνητές της ΑΙ δηλώνουν καθαρά πως δεν ενδιαφέρονται για τις "γνωστικές ικανότητες". Για αυτούς η εκτέλεση από τη μηχανή έργων είναι ο μοναδικός στόχος της έρευνάς τους, ανεξάρτητα από το αν το έργο αυτό θα απαιτούσε ευφυία από έναν άνθρωπο. Παρόλα αυτά και οι επαγγελματίες της ΑΙ και όσοι εκφράζονται υπέρ της (φιλόσοφοι και επιχειρηματίες του marketing) καθαρά βλέπουν πως ο λόγος ύπαρξης της ΑΙ είναι η απόπειρα να σχεδιαστούν μηχανές που θα μιμούνται αυτό που οι ίδιοι ερμηνεύουν σαν γνωστική συμπεριφορά. Αυτή η τελευταία θέση
αποτελεί τη δυνατή έκδοση της ΑΙ (Searle 1980).Οι διάφορες ερευνητικές προσπάθειες που υπάγονται στην ΑΙ χρησιμοποιούν μια μεγάλη ποικιλία πνευματικών κατηγορημάτων. Αυτά περιλαμβάνουν συμπεριφορές όπως λογική, σκέψη, πίστη, απόφαση, μάθηση, κατανόηση και επίλυση προβλημάτων. Στο βαθμό που τα επιχειρήματα της ΑΙ εκφράζουν το γνωστικό χαρακτήρα της μηχανικής απόδοσης, εξαρτώνται στη βασική υπόθεση πως αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να εξηγηθούν με όρους της γνωστικότητας. Με το να υπερασπιζόμαστε το γνωστικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς, με το να χπεριγράφουμε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά σαν πνευματική αναλύουμε αποτελεσματικά ένα έργο σαν κάποιο που απαιτεί ευφυία για την επίτευξή του. Η απόδοση του έργου επομένως θεωρείται επακόλουθο κάποιας γνωστικής κατάστασης ή ικανότητας.Αυτή είναι και η βάση για την υπολογιστική θεωρία του νου, που βρίσκεται στην καρδιά της γνωστικής επιστήμης. Οι αλλαγές στις γνωστικές καταστάσεις λέγεται πως επηρεάζεται από ποικίλες γνωστικές διαδικασίες , και η συμπεριφορά (οι δράσεις, η επίτευξη έργων) πρέπει να γίνουν αντιληπτές σαν αποτέλεσμα αυτών των υπολογιστικών διαδικασιών. Φυσικά ο χαρακτηρισμός των δράσεων σαν "συμπεριφοράς" που μπορεί έτσι να εξηγηθεί είναι από μόνο του αμφισβητήσιμο. Όπως θα δούμε η σχέση μεταξύ όρων όπως
"απόδοση", "δράση" και "συμπεριφορά" είναι στην καρδιά της διαμάχης μεταξύ της γνωστικότητας και των κοινωνιολογικών κριτικών της.Κριτική ανάλυση της γνωστικισμού
Η συζήτηση του Coulter (1983) είναι μακράν η πιο περιεκτική κοινωνιολογική κριτική των θεμελιώσεων της γνωστικές θεωρίας που είναι σήμερα διαθέσιμες. Ο Coulter θεωρεί ότι μια υπερβολική αντίδραση στις παλιότερες τάσεις της συμπεριφοράς να μειώσει την επίδραση της συνήθειας (ην κατασκευή της καθοδήγησης σαν μια σειρά από εκπαιδευμένες αντιδράσεις
σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα) έχει οδηγήσει θεωρητικούς της γνωστικότητας όπως ο Fodor (1975) να υπεραπλουστεύσουν τα νοήματα των σχετικών κατηγορημάτων της ανθρώπινης διαχείρισης και να αγνοήσουν την "σύνθετη λογική γραμματική" (Coulter 1983 σελ. 9) της χρήσης τους στη γλώσσα. Για παράδειγμα ο Coulter δείχνει πως, αν και μια ολόκληρη ποικιλία δράσεων πρακτικά φορμαλοποιείται σαν "αποφασιστική", ο Fodor υποθέτει πως "αποφασιστικό" είναι σταθερά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συζήτησης γύρω από μια απόφαση. Παρομοίως, "το να καταλαβαίνεις" πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μια εξ' ολοκλήρου εσωτερική ύπαρξη αν και, όπως τονίζει ο Coulter, δεν υπάρχει τρόπος να ratify απαιτήσεις για κατανόηση ανεξάρτητων συγκεκριμένων εκφάνσεων κείμενων συμπεριφορών. Αντί να εξετάσει τη μορφοποίηση και την απόδοση στις κείμενες συμπεριφορές, ο Fodor προβάλει σαν δεδομένο μια εσωτερική αντίληψη του νοήματος των διανοητικών κατηγορημάτων.. Ο Coulter επισημαίνει πως το θεωρητικό πρόγραμμα του Fodor εξαρτάται (τουλάχιστον εν μέρει ) σε μια μονόπλευρη επαναπεριγραφή και ανα-μορφοποίηση συνηθισμένων αντιλήψεων και κατηγορημάτων και για τη συμπεριφορά και για το ευρέως αποδεκτό διανοητικό πεδίο. Γενικότερα ο Coulter ισχυρίζεται ότι προκειμένου να εξασφαλιστεί κάποια επιστημονική βάση για την έρευνά τους , συγγραφείς σαν τον Fodor, ασκούν βία στον τρόπο που γνωστικές αντιλήψεις όπως το να αποφασίζεις, να καταλαβαίνεις και να βλέπεις, έχουν απήχηση στην συνηθισμένη γλώσσα. Ο Coulter παρομοίως πήρε αντίθετη άποψη με το πρόγραμμα μείωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε συγκεκριμένα φυσικά γεγονότα. Για παράδειγμα, ο Putnam (1960) διεκδίκησε ισοτιμία ανάμεσα στην ανθρώπινη συμπεριφορά και τέτοιες οργανικές εμφανίσεις και εκπομπές όπως οι κινήσεις του σώματος και η παραγωγή ηχητικών κυμάτων. Αλλά ο Coulter διαφωνεί στο ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά περιλαμβάνει δραστηριότητες που δεν είναι δυνατό να μειωθούν σε φαινόμενα ανεξήγητα από τη φυσική ή νευροφυσική επιστήμη. Για παράδειγμα, η περιγραφή μιας κίνησης του χεριού για χαιρετισμό ενός φίλου (ή απομάκρυνσης μιας μύγας ή κάνοντας σήμα σε κάποιον να σταματήσει) είναι περιγραφή προσωπικής επαφής. Το άτομο είναι η πηγή και όχι το σώμα. Αντιστρόφως, περιγραφές σωματικής συμπεριφοράς (για παράδειγμα “το σώμα του παρήγαι πολύ αδρεναλίνη”) υποδηλώνει απουσία προσωπικής ή ανθρώπινης πηγής. Σύμφωνα με τον Coulter, το λάθος που έγινε από τους Fodor και Putnam είναι ότι συγχέουν ακούσια οργανικά επεισόδια με ηθελημένη ανθρώπινη συμπεριφορά και συμπεριφέρονται στα ακούσια επεισόδια ως ανεξίγητα προκληθείσα ηθελημένη συμπεριφορά.Παρόλο που ο Coulter διαφωνεί με το ψυχοφυσιολογικό ντετερμινισμό,
7 δεν αμφισβητεί τη φυσιολογική βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς: "Κανένας δεν θέλει να αμφισβητήσει το προφανές γεγονός ότι οι λειτουργίες του κεντρικού μας νευρικού συστήματος έχουν σχέση με την ομιλία μας” (Coulter 1983, σ. 15). Για τον Coulter τέτοιες λειτουργίες σπάνια παρέχουν την πιθανότητα της ανθρώπινης (ερμηνευμένης) συμπεριφοράς. Δεν την εξηγούν. Στο σχήμα του Fobor (1975) το κεντρικό νευρικό σύστημα (CNS) είναι υπεύθυνο για τη μετάφραση μεταξύ φυσιολογικών λειτουργιών και συσχετίσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επιπλέον το CNS προϋποθέτει κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση ακουστικών κυματομορφών και κάνει υπολογιστικές αναλύσεις δομής των προτάσεων με σκοπό να φτάσει στην ερμηνεία του μηνύματος που λαμβάνεται από τον ακροατή. Ο Coulter σημειώνει ότι το σχήμα εξαρτάται από μια μονόπλευρη επαναπεριγραφή του τι άκουσε ο ακροατής σε μορφή κυμάτων. Αλλά έχοντας αποκαλύψει τον κοινωνικό νοηματικό χαρακτήρα της δραστηριότητας -όπου “διατύπωση”, “ισχυρισμός”, “απόρριψη” κ.ο.κ. περιορίζονται όλες στο να “παράγουν τέτοια ηχητικά κύματα και σε τέτοια συχνότητα” - εμείς πρέπει να βρούμε κάποιο μηχανισμό για “επαναπρόσθεση του νοήματος”. Ο μηχανισμός , κατά την άποψη του Fodor, κρύβεται στο υποσυνείδητο. Πάνω σε αυτούς τους ελιγμούς, λέει ο Coulter, στηρίζει ο Fodor το αντικείμενο έρευνας: ¨Προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα φαινόμενο για διασάφηση, έχουμε μια μυθική διαδικασία… που μετατρέπεται σε μια υπερβολικά τεράστια λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος” (Coulter 1983, p. 18, Emphasis in original). Η θέση του Coulter είναι ότι το CNS δεν έχει τίποτα περισσότερο από μια επιτρέπουσα λειτουργία: “ Το νευρικό μου σύστημα μου επιτρέπει να μιλάω, να λέω τι κάνω, μα είμαι εγώ και όχι το μυαλό μου, που κάνει αυτά τα πράγματα” (1983, p. 26).Ότι δείχνει γνωστικό είναι στην πραγματικότητα κοινωνικό
Το κέντρο αυτής της κριτικής του γνωστικισμού είναι μια διαφορά πέρα από τις κατάλληλες αιτήσεις των κατηγοριών “κοινωνικό” και “γνωστικό”. Για τον Coulter ότι είναι σε περίφραση είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος σύλληψης της επαφής. Ο κεντρικός ισχυρισμός του είναι ότι πάρα πολλά έχουν γίνει κατάλληλα από τη γνωστικιστική θεωρία, με αποτέλεσμα η σφαίρα επιρροής του κοινωνικού να χρησιμοποιείται λίγο.
Ο Coulter κάνει αυτόν τον ισχυρισμό με το επηρεάζει ένα είδος επαναπροσδιορισμού των τρόπων με τους οποίους η γνωστικιστική θεωρία προσπαθεί να δώσει έναν επιστημονικό χαρακτήρα. Επιπλέον ο Coulter ισχυρίζεται ότι η σχετικιστική θεωρία θεωρεί ένα σύνολο από δραστηριότητες ως γνωστικές φανερώνοντας νοητικές βεβαιώσεις του πραξεολογικού χαρακτήρα τους. Φανερώνει ένα φυσικό/νευροφυσιολογικό μηχανισμό, όπου μέσω της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι η κατάληξη εσωτερικών υπολογιστικών λειτουργιών. Η
γνωστικιστική θεωρία επιπλέον προσπαθεί να καθιερωθεί από μόνη της ως επιστήμη αρνούμενη εξ’ αρχής την εξάρτησή της από το φαινόμενο που ισχυρίζεται ότι είναι σχετικό με τη δουλειά της και ονομάζεται ανθρώπινη επαφή. Οι δραστηριότητες που προσπαθεί να προσδιορίσει ως γνωστικές αποκαλύπτονται από τον κοινωνικό τους χαρακτήρα με τέτοιο τρόπο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη εσωτερικών διεργασιών για μελέτη. Αλλά η σύνδεση των εσωτερικών διεργασιών και της συμπεριφοράς που θα εξηγηθεί είναι τότε άγνωστες και θα πρέπει να επαναβεβαιωθούν αυθαιρέτως. Έχοντας καθιερώσει μια επιστήμη του κεντρικού νευρικού συστήματος, αντί ενός ατόμου, ο Coulter ισχυρίζεται ότι η σχέση των ευρημάτων αυτής της επιστήμης για τις δραστηριότητες του ατόμου δεν είναι ξεκάθαρες. Επιπλέόν, παρόλο που είναι το μυαλό που υποτίθεται ελέγχει τις υπολογιστικές λειτουργίες για την αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων, η βασική επιδίωξη της γνωστικιστικής θεωρίας είναι να είναι ικανή να εξηγήσει τον τρόπο που το άτομο καταλαβαίνει. Ο Coulter ισχυρίζεται ότι η γνωστικιστική θεωρία αποτυγχάνει να γεφυρώσει το τεράστιο χάσμα μεταξύ “του εγκεφαλικού ελέγχου της αποκωδικοποίησης των μηνυμάτων” και “του τρόπο κατανόησης του ατόμου”.Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι η κριτική του Coulter από μόνη της εξαρτάται από μια διαχώριση που είναι θεμελιώδης στην γνωστικιστική θεωρία. Στην αποδοχή ως μη προβληματικού του τμήματος στο οποίο η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει μια φυσιολογική βάση, ο Coulter αναμφίβολα υποστηρίζει τη διάκριση μεταξύ φυσικών και κοινωνικών φαινομένων και ψάχνει μόνο τη φύση της σύνδεσης μεταξύ τους. Ακόμα, για τον Coulter μερικές δραστηριότητες είναι ακούσια οργανικά επεισόδια (και επομένως στη δικαιοδοσία φυσιολογικής έρευνας), ενώ άλλες είναι ηθελημένες ανθρώπινες πράξεις (και επομένως στη δικαιοδοσία της κοινωνικής επιστήμης). Αλλά συγχρόνως με αυτή τη διαίρεση της εργασίας, ο Coulter παίζει το ρόλο του ολοκληρωμένου χαρακτήρα αυτής της διαίρεσης. Το ένα υπενθυμίζεται εδώ από το παράδειγμα του ανοίγματος-κλεισίματος των ματιών των Ry
le και Geertz (1973, ch. 1). Το τι εμπεριέχεται στην απότομη κίνηση ενός βλεφάρου (είτε είναι όντως βλεφάριασμα είτε ακούσια κίνηση είτε προσπάθεια μίμησης βλεφαριάσματος) είναι το αποτέλεσμα της περιορισμένης μετάφρασης ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος. Είτε η κίνηση είναι ακούσια είτε όχι (ένα “νευρικό τικ” όπως λέμε) είναι από μόνο του ένα πρακτικό επίτευγμα. Αποδεχόμενοι αυτό σαν δεδομένο για τους σκοπούς την κοινωνιολογικής του ανάλυσης, ο Coulter αποδέχεται την κατασκευή που η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει φυσιολογική βάση. Επιλέγει συγκεκριμένες γνωστικιστικές κατασκευές για κριτική ανάλυση αλλά παραβλέπει τον δομημένο χαρακτήρα από άλλες ταξινομήσεις (για παράδειγμα ”ακούσια οργανικά επεισόδια”).8Το σημαντικό σημείο είναι ότι η κριτική του Coulter έχει να κάνει μόνο μερικώς με το πρόβλημα της περιγραφής της συμπεριφοράς. Κάνει ισχυρισμούς αντίθετους με τον τρόπο με τον οποίο η γνωστικιστική θεωρία προσαρτεί ενέργειες ως “γνωστικιστικές” και ενδιαφέρεται περισσότερο με τον επανασχεδιασμό τους σαν κοινωνικές από το να ψάχνει τη βάση για να κάνει προσδιορισμούς πρώτα απ’ όλα. Αυτό είναι σημαντικό, όπως θα δούμε, επειδή υποτιμά το ρόλο της περιγραφής.
Η γλώσσα της συμπεριφοράς
9Φυσικά, τι θεωρείται ως συμπεριφορά και τι διακρίνει την ανθρώπινη από τα άλλα είδη συμπεριφοράς (μηχανικής ή ζωώδης), είναι σημαντικό στη φιλονικία σχετικά με τον γνωστικισμό. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συμπεριφορά μπορεί να περιγραφεί και είναι αναμειγμένη με ένα μεγάλο εύρος από άλλους περιγραφικούς όρους: κίνηση, επαφή, εκτέλεση
, κ.ο.κ.10 Δεν είναι καθόλου παράξενο το γεγονός ότι οι ομάδες που φιλονικούν η καθεμία χρησιμοποιεί τους όρους αυτούς με τελείως διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, η κίνηση για τους νεο-Wittgensteinian κοινωνιολόγους δεν έχει σχέση με αυτή που θεωρούν η γνωστικιστές επιστήμονες ως κίνηση. Ξεκάθαρα, αυτό είναι κάτι παραπάνω από ισχυρισμό για τις αιτίες συγκεκριμένων καλά-παρατηρημένων φαινομένων. Ομάδες στη φιλονικία προσφέρουν αρκετά διαφορετικούς ορισμούς των φαινομένων για να εξηγηθούν.11Περιγραφικοί όροι προσδιοριζόμενοι στη συμπεριφορά “φορτώνονται” σύμφωνα με τις αρχές των προσδοκιών από την τυπική τους χρήση. Για παράδειγμα, φαίνεται αυτονόητο να αναφερθούμε στην εκτέλεση μιας μηχανής και μόνο ελαφρώς λιγότερο φυσικά να μιλήσουμε για την δραστηριότητά της. Μα λίγη αδεξιότητα μερικές φορές εμφανίζεται όταν αναφερόμαστε στις δραστηριότητες ή τη συμπεριφορά μιας μηχανής. Η παραξενιά της εφαρμογής διανόησης δηλώνει ότι η μηχανική εκτέλεση είναι ισοδύναμη με το να αποκαλύψουμε την προκατάληψη που υπάρχει
στη χρήση αυτών των εκφράσεων: “Η μηχανή σκέφτεται…”, “η μηχανή συμπεραίνει ότι…”, κ.ο.κ. Αυτό το είδος της αδεξιότητας γίνεται μερικές φορές χειρότερο από συγκεκριμένη αντωνυμική χρήση. Για παράδειγμα, “μηχανές που σκέφτονται” (McCorduck 1979).Με γενικούς όρους, αυτό που θεωρούμε αδεξιότητα μπορεί να γίνει κατανοητό ως παραβιάσεις των προσδοκιών μας για τη “σωστή” σειρά εφαρμογής, τη διανοητική σειρά των ικανοτήτων, και των ορισμών. Η καθημερινή μας γλωσσική χρήση αντανακλά την εγκαθίδρυση των προσδοκιών μας. Από το ίδιο παράδειγμα, οι διαφωνίες που δημιουργούνται λόγω της παραμονής του ΑΙ μπορούν να γίνουν κατανοητές ως προσπάθειες επαναδιαπραγμάτευσης αυτής της αποδεκτής λογικής σειράς. Στην επιτυχή εγκαθίδρυση της αρχής, ας πούμε, ότι “σκεπτόμενες μηχανές” μπορούν να αντιμετωπιστούν στη μελλοντική “κανονική” χρήση πολλών φράσεων που σήμερα φαίνονται παράξενες.
Η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη ωστόσο, απ’ ότι αυτή η λογική εξήγηση μπορεί να μας οδηγήσει, για μια ανάγκη που δεν αφήνει να δούμε ότι εδώ δεν υπάρχει καμιά απλή μια-προς-μια ανταπόκριση μεταξύ κατηγοριών πράξεων και συγκεκριμένων νοητικών δηλώσεων. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις χρήσης όταν ενδεχόμενη αδεξιότητα αποτυγχάνει να υλοποιηθεί. Ακόμα είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με αυτοκίνητα που “αρνούνται” να ξεκινήσουν, με “επιδέξια” τηλεοπτικά συστήματα, και με διαστημικούς δορυφόρους που (προ-Challenger) “συμπεριφέρονται άψογα”. Σε αυτές τις περιπτώσεις ενδεχομένων συχνά επάγονται ότι μορφές ανθρώπινης προθυμίας είναι μη προβληματικές και αναφέρονται σε μη ανθρώπινα αντικείμενα. Αντιστρόφως, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου οι ανθρώπινες μη προβληματικές κατάλληλες περιγραφές της συμπεριφοράς τους χρησιμοποιούνται μερικές φορές στην επαγωγή της απουσίας “ανθρωπιάς”. Για παράδειγμα, ο Turkle (
1984) συσχετίζει το πώς απεικονίσεις της “μηχανικής” συμπεριφοράς ενός ατόμου μπορούν να αποδώσουν σπουδαίο σεβασμό μέσα στην κοινότητα των ΑΙ “hackers”.Η ποικιλία στην αντίληψη και εφαρμογή νοητικών αδεξιοτήτων μπορούν να διευκρινιστούν περαιτέρω με ένα συγκεκριμένο παράδειγμα (από τον Woolgar (1985)). Ας θεωρήσουμε μια φανταστική μηχανή που εντοπίζει την αρχή των διαφημίσεων, εμπορικών μηνυμάτων, και άλλων ενοχλητικών διακοπών κατά τη διάρκεια τηλεοπτικών προγραμμάτων.
12 Αυτή η συσκευή θα επιτρέψει στην τηλεόραση να κλείσει (ή τουλάχιστον να σωπάσει) κατά τη διάρκεια αυτών των διακοπών. Δύο τελείως διαφορετικές αντιδράσεις στην λειτουργία της συσκευής είναι πιθανές. Μπορεί να μείνουμε τελείως ικανοποιημένοι με την αποτελεσματική εκτέλεση της επιθυμούμενης εργασίας, μπορεί να θεωρήσουμε τη συσκευή ως “γνώστη” του πότε να μας βγάλει από τη μιζέρια των “μηνυμάτων των σπονσόρων μας.” Εναλλακτικά, μπορεί να δυσαρεστηθούμε αν ανακαλύψουμε ότι η συσκευή δουλεύει “μερικά” με το εντοπίζει μερικές αλλαγές στο ηλεκτρονικό σήμα στην αρχή της διαστημικής παύσης. Η λειτουργία της, απ’ αυτή την άποψη, μπορεί να θεωρηθεί ως “αδύνατη να επιφέρει αλλαγές στην ιστορική ροή”, ότι “αποτυγχάνει στο να δει” ότι το διαφημιστικό είναι ουσιωδώς διαφορετικό από το διακοπτόμενο πρόγραμμα. Επιπλέον, παρόλο σε κάποιο επίπεδο μπορούμε να είμαστε ολοκληρωτικά χαρούμενοι με την “έξυπνη λειτουργία”, μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι η συσκευή “δεν είναι αληθινά έξυπνη”.Όπως έχουμε πει και σε άλλο σημείο (Woolgar 1985), η ευελιξία ερμηνείας διανοητικών αδεξιοτήτων παρέχει μια σημαντική δυναμική για τις επιχειρήσεις έρευνας ΑΙ. Στο παράδειγμα που δίνεται η άποψη ότι η συσκευή ως απλός μηχανισμός επαναπροσδιορίζει και επιπλέον κρατά το χαρακτηριστικό της “εξυπνάδας”, για κάποια μελλοντική αποτίμηση της απόδοσης. Γι’ αυτό το λόγο ο τρόπος ξεκαθαρίζεται για επιπλέον έρευνα πάνω στις συσκευές που είναι “πραγματικά έξυπνες”, όπου αυτό είναι (προσωρινά) ίσο με την δυνατότητα να αναλύσουσε ιστορικά πλάνα, περιεχόμενο, σκοπό παρουσίασης, κ.ο.κ. Παρομοίως, μπορούμε να δούμε από αυτό το παράδειγμα ότι η αποτίμηση της διανοητικότητας σε μηχανικούς όρους χρειάζεται μια επιπλέον αποτίμηση της εφαρμογής, που λέγεται “δυνατότητα να αναλύει ιστορικά πλάνα” κ.ο.κ. Πιό γενικά, δοκιμές πάνω στο τι μετράει ως εξυπνάδα εμφανίζονται να δημιουργούν μια δραστηριότητα για επαναπροσδιοριζόμενη εξυπνάδα. Αντί να φέρει την έρευνα εις τέλος, μια “επιτυχή” υλοποίηση περιπτώσεων εξυπνάδας, τον επαναπροσδιορισμό των οποίων εξάλλου πρέπει να υπολογίζουμε ως εξυπνάδα. Στο πεδίο της έρευνας εξελιγμένων συστημάτων, για παράδειγμα, η “επιτυχία” κάθε εξελιγμένου συστήματος ειρωνικά εγγυάται την αποτυχία του, απ’ την άποψη ότι το “πραγματικά εξελιγμένο” τότε γίνεται το θέμα για μελλοντική εξερεύνηση.
Η σχέση Τεχνολογίας - Επιστήμης
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των προαναφερθέντων του γνωστικισμού και τα επιτεύγματα της ΑΙ. Έχω ήδη αναφέρει ότι ορισμένες κοινωνιολογικές κριτικές του γνωστικισμού αρνούνται ότι τα επιτεύγματα του ΑΙ έχουν κάποια σχέση με την κατανόηση μας για την ανθρώπινη δράση. Αυτό αντηχεί την θέση
των επαγγελματιών του ΑΙ που λένε οτί η έπιδοση των μηχανών είναι τεχνικός στόχος που δεν έχει σχέση με την ερώτηση αν τέτοια έπιδοση απαιτεί η όχι νοημοσύνη σε έναν άνθρωπο,η «μαλακή» έκδοση του ΑΙ προγράμματος έμπεριέχει την κοινωνιολογική πρόκληση στην άποψη ότι ο γνωστικισμός υποστηρίζει και είναι ενισχυμένος από τα επιτεύγματα της ΑΙ.Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διαφωνία ανάμεσα ανάμεσα στο μαλακή και στον σκληρή έκδοση της ΑΙ είναι μια διαφωνία για την σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας. Σε μερικές περιπτώσεις υποστηρικτές του σκληρού ΑΙ προγράμματος εμφανίζονται να ενθαρύνουν μια συμμετρική άποψη της σχέσης μεταξή επιστήμς(θερία γνωστικού) και και τεχνολογίας(ΑΙ). Τονίζουν ότι τόσο οι θεωρίες της νόησης στην επιστήμη του γνωστικισμού στηρίζονται ρητά στην υπολογιστική αλληγορία όσο και ότι τα αποτελέσματα και οι ανακαλύψεις της επιστήμης του γνωστικισμού σταδιάκα συνθέτουν την δουλεία της ΑΙ.Πάντως όταν προτείνουν ότι η πρόοδος της ΑΙ είναι δικαίωση της θεωρίας του γνωστικού, στην οποία στηρίχτηκε ο σχεδιασμός και η κατασκεύη των «έξυπνων» μηχανών, εμφανίζονται αδύνατοι μπροστά στην ιεραρχική άποψη¨η δημιουργική ανακάλυψη πραγματικοτήτων της φύσης από την επιστήμη(θεωρία γνωστικού) και η καθιερωμένη εφαρμογή της από
την τεχνολογία (ΑΙ).Αντίθετα κριτικοί όπως ο
Coulter υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει απαραίτητα σχέση μεταξύ θεωρίας γνωστικού και ΑΙ. Για τον Coulter η θεωρία του γνωστικού στηρίζεται στην εσφαλμένη εξίσωση μεταξύ των επιτευγμάτων τησ ΑΙ και την λειτουργία του γνωστικού, οι διαφωνίες για μελέτη ενός φαινομένου (της νόησης) από την επιστήμη είναι ψευδής, και η αναφορά ότι «οι διαδικασίες του γνωστικού που λειτουργούν στο υποσεινήδητο»είναι απατηλή. Δεν υπάρχει λογική βάση να υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοια φαινόμενα, σύμφωνα με τον Coulter, μόνο μέσα από τον αναθεώρηση των σηνηθισμέτων αρχών της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δράσης. Ο Coulter λεέι ότι η άρνηση της «υποσυνείδητης γνωστικής διεργασίς» σαν ένα σώστό θέμα έρευνας δεν προτίθεται να υπονοήση μια κριτική απέναντι στα τεχνικά επιτεύγματα της ΑΙ.Απλά οι αποτιμίσεις τέτοιων επιτευγμάτων δεν θα πρεέπει να οδηγούν σε συμπεράσματα για τις μυστήριες (και τεχνητά ερμηνευμένες) γνωστικές διαδικασίες. «Δεν νομίζω ότι [η ΑΙ] πρέπει να αποτιμηθεί με όρους για την αναγκαιότητα δημιουργίας μιας θεωρίας σχετικής με τις ικανότητες παιδιών (ή μη-τεχνικών ηληκιωμένων) αποθήκευσης με την μέθοδο της αντιστοίχισης.(Coulter 1983, p.25)O Coulter
προσπαθεί να αρνηθεί κάθε σχέση ματαξύ της επιστήμης του γνωστικού και της ΑΙ. Η δυσκολία με αυτό είναι ότι τόσο η επιστήμη του γνωστικού όσο και η ΑΙ αναπτύσουν διανοητικά στηρίγματα στις περιγραφές των διεργασιών και της απόδοσης. Δεδομένης της ευελιξίας της χρήσης της γλώσσας που σχετίζεται με διανοητικά στηρίγματα, φαίνεται δύσκολο να επικυρώσει την υπόθεση ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξή της απόδοσης των μηχανών και αλληγορίες της γνωστικής διαδικασίας.Το προηγούμενο παραδειγμά μου που αναφέρεται στο «λογικό» γονίδιο καταστολής μπορει να βοηθήσει να διαφωτιστεί αυτό το σημείο.Μια συνέπεια των διαφορετικών αντιδράσεων στην συσκευή είναι ότι μπορεί να θέλουμε να προσδόσουμε χαρακτηριστικά στην ευφυία στην βάση των αποτελεσμάτων της (έπιδοση) από μόνων τους αλλά αρνούμαστε να το κάνουμε στην βάση του τρόπου του ενεργεί (μηχανισμός).Αυτός
ο διαχωρισμός καθρεφτίζει την διαφορά ανάμεσα σε αυτούς (δυνατή ΑΙ) τους ερευνητές που αφοσιώνωνται στην εξωμοίωση των μηχανισμού του γνωστικού και σε αυτούς(μαλακή ΑΙ) τους ερευνητές που πιστεύουν ότι το πρωτεύον θέμα είναι να μιμιθούν την ανθρώπινη συμπεριφορά με κάθε τρόπο. Το παράδειγμα δείχνει ότι τα κριτήρια της επίδοσης και του μηχανισού δεν είναι αβασάνιστα διαφορετικά. Τα διανοητικά στηρίγματα που χαρακτηρίζουν την αποθάρυνση της ΑΙ απολαμβάνουν μιας ευελιξίας στην ερμηνεία.Μια περιγραφή της επίδοσης μιας μηχανής μπορεί εύκολα να περιλαμβάνει μια αποτίμηση των τρόπων με τους οποίους λειτουργεί. Ομοίως (και αντίθετα με τον Coulter), περιγραφές της πρόδου στην χαρτογραφία μπορει να περικλείουν μια αποτίμηση των μέσων με τα οποία γίνεται το διάβασμα του χάρτη.Αυτό προτείνει ότι ένα σημαντικό θέμα για έρευνα είναι ο τρόπος με το οποίο οι περιγραφές της δραστηριότητας των μηχανών ερμηνεύονται σαν περιγραφές τής ,ας πούμε, επίδοσης παρά του μηχανίσμού.Περιορίζοντας την συμπεριφορά με κανόνες και σχέδια
Η κριτική της Suchman στον γνωστηκισμό(1985) διαφωνεί με την κατανοήση της "σκόπιμης δράσης", που στηρίζεται στον σχεδιασμό συγκεκριμένων μηχανών. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι τεχνουργήματα βασισμένα στην ιδέα του γνωστηκισμού για δράση εκφράζει μία κρίσιμη σύγχηση μεταξύ των ιδεών των σχεδίων και των δράσεων. Αναλύει αντίγραφα βιντεοσκοπημένων αντιδράσεων μεταξύ χρήστων και ενός μεγάλου φωτοτυπικού που ελέγχεται από ένα "έξυπνο σύστημα βοήθειας" υπολογιστή.
Αυτό το έξυπνο σύστημα βοήθειας ενσαρκώνει την αντίληψη για ανθρώπινη δράση που μοιράζονται οι σχεδιαστές, οι κοινωνικές επιστήμες και η κοινή λογική. Με λίγα λόγια, η ιδέα είναι ότι η σημασία των λόγων και πράξεων των ανθρώπων γίνεται περισσότερο κατανοητή σαν ανάκλαση των βασικών τους σχεδίων. Εφαρμόζοντας αυτήν την άποψη στις επικοινωνίες, βλέπουμε ότι η συνοχή της δράσης είναι μεμονωμένη, και δίνεται εκ' των προτέρων, και καθορίζει το πρόβλημα για συνομιλητών σαν την μετάδοση και την αναγνώριση των προσδοκόμενων σχεδίων τους.(Suchman 1985, p.4).
H Suc
hman προτείνει ότι τα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας ανθρώπου και μηχανής που παρατήρησε, φανερώνουν τις αποτυχίες της πεποίθεσης ότι η σκόπιμη δράση είναι και σχεδιασμένη δράση.Η αντίληψη του γνωστικισμού για δράση παραδέχεται μια αοριστία στον σχεδιασμο, αλλά θεώρει ότι αυτό το λάθος μπορεί να διορθωθεί. Όταν η δράση δεν ακολουθεί προκαθορισμένα πλάνα, η αντίδραση του γνωστηκισμού είναι ότι απαιτείται περισσότερη ακρίβεια στον καθορισμό των πλάνων. Αντίθετα, η Suchman υποστηρίζει την θέση ότι τα σχέδια είναι απαραιτήτως αόριστα. Με άλλα λόγια, σχέδια (όπως κανόνες εντολές κ.α) έχουν μία κληρονομική ακαθοριστία που εγκυάται ότι είναι αδύνατο καθορίστουν πλήρως.Η Suchman υποστηρίζει ότι τα σχέδια πρέπει να κατανοηθούν όχι σαν καθορίστκά της συμπερφοράς που είναι τοποθετημένα στο κεφάλι των ενεργούντων αλλά
σαν τυποποιήσεις προηγούμενων καταστάσεων και συνεπειών της δράσης,που επιζητούν την δράση με εύσχημο τρόπο...Σαν τρόποσς για να μιλήσουμε γιά δράση, είναι το κάθε σχέδιο καθορίζει τον πραγματικό δρόμο για έντονη δράση ή την επανακαθορίζει με επάρκεια.(Suchman 1985, p.4).Ομοίως, ο Coulter υποστηρίζει ότι η θεωρία του γνωστικισμού κακώς υπερεκτιμά τις εγκόσμιες επιτυχίες της γλώσσας με σκοπό να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξη μία εσωτερικής γλωσσίκης διεργασίας, σαν να ήταν η ικανότητα ενός παιδιού να προσθέτει ένδειξη ότι κατανοεί την αρχή (ας πούμε) της μετατροπήςΌπως παρατηρεί οCoulter, η στήριξη τωνθεωρίων υπολογισμού του μυαλού σε μηχανισμούσ καθοδηγούμενους από κανόνες, εμπεριέχει μια σύγχυση ανάμεσα στην έννοια της συμπεριφοράς ως "θεωρούμενης σύμφωνα με ένα κανόνα" και της συμπεριφοράς ως "οδηγούμενη από ένα κανόνα". Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις αρχές της Νευτώνιας μηχανικής για να πιάσουμε μια μπάλα. Πράγματι, κάποιος μπορεί να
ισχυριστεί ότι ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής αλληεπίδρασης είανι ότι ό,τι μορφή χειρισμού μπορεί να προσμετρηθεί (δηλαδή, να είναι σύμφωνη με) διαφορετικούς και καμία φορά αντίθετους κανόνες. Οι κανόνες είναι πήγές για την μορφή που θα έχει η συμπεριφορά, δεν είναι αρχές που καθορίζουν τους χειρισμούς.Η κωδικοποίηση της συμπεριφοράς
Είδαμε ότι οι κριτικοί του γνωστικισμού στηρίζονται στην ερμηνεία της συμπεριφοράς σαν «γνωστικής» παρά σαν «κοινωνικής», και ότι μερικοί από αυτούς αρνούνται την σχέση μεταξύ θεωρίας του γνωστικισμού και ΑΙ, και ότι εξετάζουν την όψη της συμπεριφοράς σαν να καθορίζεται από κανόνα (ή από σχέδιο). Φαίνεται, πάντως, ότι η ενναλατική προσέγγιση που προτείνεται από αυτους τους κριτικούς υιοθετεί ένα αξίωμα της περιγραφής και της εξήγησης που είναι θελελιώδης στον γνωστικισμό.
Πρόσφατες κοινωνιολογικές κριτικές της γνωστικής εξήγησης της πράξης έχουν πολλά κοινά με τα γνωστή «αντί-υπολογιστών» συγγράματα συγγραφέων όπως ο
Weizenbaum(1976) και ο Dreyfus(1965,1979). Πάντως, ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό της πρόσφατης δουλειάς είναι η ρητή ομολογία μιας νεο-Wittgensteinian ενναλλακτικής στην γνωστική εξήγηση της πράξης. Νομίζω ότι αυτή η συγκεκριμένη τοποθέτηση του Wittgenstein στην πραγματικότητα εμποδίζει την πρόοδο της κριτικής τους.Η ουσία της θέσης της Suchman είναι ότι ο γνωστικισμός μπερδεύει τα σχέδια με την επικείμενη πράξη και ότι αυτό είναιεπιβλαβής στην κατανοησή μας για την πράξη. Ο γνωστικισμός έχει αποτύχει λόγω της απροθυμίας του να συνδιάσει την πολυπλοκότητα σαν αγνή τεχνικότητα, μια πηγη ασάφιας που πρέπει να επιλυθεί με πιο σαφής διατύπωση των υπολογιστικών διαδικασιών. Για την
Suchman το έργο μιας επιστήμης πρακτικής δράσης είναι να παράγει περιγραφές αυτής της πολυπλοκότητας. Λέει ότι πρέπει να εξετάζουμε πώς χειριστικαν κάποιοι άνθρωποι συγκκριμένες καταστάσεις για να δώσουν στις πράξεις τους σκοπο και καταληπτότητα. Με λίγα λόγια, πρέπει να «δυναμόσουμε τους χαρακτηρισμούς μας του τι είναι αλληλεπίδραση»(η Suchman 1985, p.123, προσθέτει με έμφαση).Ο κίνδυνος είναι ότι εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την θέση ενάντια στην αφηρημένη άποψη που έχει ο γνωστικισμός για την δράση μπορεί να σημαίνει ότι εμπεριέχει μια υπονούμενη ελπίδα για μια άλλη επιστημονική προσέγγιση στα φαινόμενα, μία “πιο ρεαλιστική
” άποψη του πως η αλληλεπίδραση “πραγματικά” συμβαίνει. Πρόκειται η έκληση για ισχυρότερους χαρακτηρισμούς να βάλει σε ενέργεια κάπιο ενναλακτικό κριτήριο της ακρίβειας στην περιγραφή; Ακριβώς με τι τρόπο μπορόυν οι κοινωνιολογικές περιγραφές να είναι ανώτερες από αυτές του γνωστικισμού; Χώρίς προσοχή σε αυτό το θέμα υπάρχει ο κίνδυνος ότι ο αντί-γνωστικισμός θα αναπαράγει την υπόθεση της ικανότητας για κωδικοποίηση που χαρακτηρίζει την θέση του γνωστικισμού.Παρομοίως, υποστηρίζοντας ότι η θεωρία του γνωστικού πρέπει να λαμβάνει περισσότερο υπ’όψη της την “διανόηση”, ο Coulter εκθέτει την βασική του απόστολή στην πιθανότητα μίας επιστημονικής προσέγγισης στην μελέτη της σκέψης(
Coulter 1983, p.3).Ο Coulter υποστηρίζει ότι η γνωστική θεωρία είναι άφωνη και απαιτεί αναδιάταξη με είσοδο από μελέτες συνηθισμένης χρήσης της γλώσσας.Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Coulter έχει σαφές δίκιο να επιμένει σε μεγαλύτερη προσοχή στην χρήση των όρων κλειδιά που σχετίζονται με το γνωστικό. Αλλά το να θεωρερίς την εξέταση της χρ΄σης των διανοητικών θεμάτων σαν ένα τρόπο για να βελτιώσεις μια επιστήμη της σκέψης σίγουρα αποδέχεται πολά από καθιερωμένες( αλλά ανεξήγητες)αντιλήψεις του τι θα είναι επιστημονικά ορθό. Όταν ο Coulter λέει ότι η απαίτηση της γνωστικής διαδικασίας να ενεργεί στο υποσηνείδητο εξαρτάται από τον παράλογο επανασχηματισμό των σηνηθισμένων αρχών της ανθρώπινης(κοινωνικής) συμπεριφοράς και δράσης(Coulter 1983,σελ. 25),υπονοεί ότι υπάρχουν άλλα παράλογα κριτήρια για να δημιουργηθεί μία επιστήμη μέσα από σκέψεις. Το πρόβλημα εδώ, όπως ο Coulter ο ίδιος επισημαίνει, είναι ότι η εδραίωση των επιστημονικών ιδεών βασίζεται στο αν οι ίδιες έχουν απο-κοινωνικοποιηθεί επιτυχώς. Με άλλα λόγια, μια σημαντική ιδιαιτερότητα μιας επιστημονικής ιδέας, είναι ότι το περιεχόμενό της δεν μπορεί να το αντιληφθεί πλήρως η κοινή λογική. Ο Coulter σημειώνει ότι ο Denett (1978) αναφέρει το ίδιο λέγοντας πως μία ώριμη γνωστική επιστήμη πρέπει να αποφεύγει την μόλυνσή της από ιδιωματισμούς που έχει κάθε τόπος, όσον αφορά το σκεπτικό των ανθρώπων. Οι καθημερινές συμβολές στις πνευματικές ή προθετικές γλώσσες θεωρούνται από τον Denett ως χαώδης. Ο Denett θεωρεί τις "πεποιθήσεις", "πόνο", "κατανόηση" και άλλα ως σημαντικά ελαττώματα θεωρητικών κατασκευών επειδή δεν αναφέρονται χωρίς πρόβλημα σε καθαρά ορισμένα επίπεδα. O Coulter λέει ότι ο ορισμός των επιστημονικών προτύπων της κατασκευαστικής θεωρίας είναι αυθαίρετος και ότι ο Denett δεν έχει πειστικά επιχειρήματα ώστε να θεωρεί τέτοιες ιδέες ως θεωρητικές ιδέες. Με αυτά τα πρότυπα, ρωτάει ο Coulter, δεν είναι όλες οι θεωρίες κάπως χαοτικές ;Βλέπουμε εδώ πώς η επίκληση του
Denett για θεωρητικά κριτήρια είναι κρίσιμη για την προσπάθεια της "επιστήμης του διαλόγου" (το ψάξιμο για εγκατάσταση επιστημονικής βάσης για μία θεωρία). Από την θέση του Denett, απλά δεν είναι σωστό να βασίζεις μια επιστήμη σε ιδέες που θεωρούνται ασυνάρτητες, προκαλούν σύγχυση και δεν είναι καλά ορισμένες. Από την θέση του Coulter αυτοί οι χαρακτηρισμοί των ιδεών είναι απαράδεκτοι. Ωστόσο δεν είναι ξεκάθαρο πώς ο Coulter θα ταξινομήσει επιστημονικά τον κοινωνικό χαρακτήρα των ιδεών της κοινής λογικής.Ακόμα κι αν αυτές οι κριτικές γνωστικότητας συχνά αναφέρονται ως νεο-
Wittgenstein- ικές, είναι ξεκάθαρο ότι η ρητή υποστήριξη μιας επιστημονικής μελέτης της συμπεριφοράς δείχνει την αδιαφορία ως προς ένα σημαντικό στοιχείο της άποψης του Wittgenstein. Αυτός υψώνει την πιθανότητα της απροσδιοριστίας όχι απλά σε κανόνες και επεξηγήσεις αλλά σε "όλες" τις επεξηγήσεις της συμπεριφοράς. Επειδή η άποψη του Wittgenstein ρητά αναφέρει παραδείγματα πνευματικής δράσης, παρόλα αυτά, πρόσφατοι κοινωνικοί μεταφραστές θεωρούν τον Wittgenstein ως εχθρό του πνευματισμού (γνωστικισμού). Αγνόησαν, εσκεμμένα ή όχι, τα κείμενα που αναφέρουν ότι αυτό είναι εχθρός των επεξηγήσεων της συμπεριφοράς.Ο
Bloor (1983) χρησιμοποιεί αυτή την χρήση των τελευταίων γραπτών του Wittgenstein στην προσπάθεια του να νομιμοποιήσει "μια κοινωνική θεωρία της γνώσης" που κερδίζει κοινωνικές εξηγήσεις περιεχομένου που έχει εξηγηθεί παλαιότερα από τον γνωστικισμό. Παραδέχεται με θαυμαστή ευθύτητα, ότι "έρχεται σε αντίθεση με μερικές προτιμήσεις του Wittgenstein, την επιλεγμένη από αυτόν μέθοδο και ίσως, με τις βαθύτερες του προκαταλήψεις" (Bloor 1983, 5). Όμως ο Bloor αποτυγχάνει να συνειδητοποιήσει τις σημαντικότατες συνέπειες αυτής της χρήσης του Wittgenstein. "Μια κοινωνιολογική ανάλυση δείχνει τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε ο Wittgenstein να προχωρήσει την δουλειά του. Μας κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί σταμάτησε σε εκείνο το σημείο" (Bloor 1983, 4). Εάν όμως καταλαβαίνουμε τον Wittgenstein ως άνθρωπο που έψαχνε για αιτίες και την κατασκευή επεξηγηματικών θεωριών, έχουμε ένα καλό λόγο που σταμάτησε και δεν ακολούθησε το δρόμο του Bloor προς τα "εμπρός". Επιπλέον, κριτικές του γνωστικισμού χρησιμοποίησαν τον Wittgenstein για να νομιμοποιήσουν θεωρήματα που, αν και η συμπεριφορά δεν μειώνεται σε ψυχολογικές και γνωστικιστικές εξηγήσεις , λένε ότι μπορεί να μειωθεί σε κοινωνιολογικές εξηγήσεις. Αυτές οι κοινωνιολογικές δεσμεύσεις θέτουν το επεξηγηματικό σύνολο σε κίνδυνο μερικής αντικατάστασης του κοινωνικού σε γνωστικό μηχανισμό. Οι κριτικοί του γνωστικισμού αντί να αντιμετωπίζουνε την κρίσιμη αρχή' αν δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να κωδικοποιηθεί (φορμαριστεί, ελαττωθεί σε ένα σύνολο προτάσεων όπως οδηγίες ή ένα αλγόριθμο) εντελώς, έχουν διαλέξει ένα πιο στενό μονοπάτι συζήτησης σχετικά με το πιο είδος κωδικοποίησης είναι το πιο σωστό.Στο βαθμό που σκοπεύουν να είναι επεξηγήσεις, κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς ξεκάθαρα δείχνουν κωδικοποίηση για την περιγραφή τους. Έτσι μπορούμε ίσως διαισθητικά να εισάγουμε τέτοια αποτελέσματα σε ένα έμπειρο σύστημα (
Colins αυτός ο τόμος). Μπορεί η χρηστικότητα σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών να δίνει ένα πιθανό κριτήριο της ισχύς αυτών των χαρακτηριστικών; Κανείς από τους ερευνητές έμπειρων συστημάτων με τους οποίους συνομίλησα δεν ήταν πρόθυμος να χειριστεί έτσι την έκβαση της κοινωνιολογικής λογικής. Για παράδειγμα , συζητώντας το πρόβλημα αναγνώρισης της φυσικής γλώσσας, οι ερευνητές των έμπειρων συστημάτων έδειξαν ενήμεροι για την δουλειά αναλυτών συζητήσεων, σχετικά με το τι μπορεί να μετρήσει ως αναγνωρίσιμο σε μία κανονική συζήτηση. Η γενική τους γνώμη, ωστόσο, ήταν ότι τέτοια δουλειά είναι πιο χρήσιμη ως "ευριστική", ένας τρόπος να προτείνεις πράγματα τα οποία να σκεφτεί κάποιος, παρά ως μια πηγή ευρημάτων που θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε ένα πρόγραμμα αναγνώρισης - γλώσσας.Συμπέρασμα
Σε αυτό το κεφάλαιο εξέτασα κοινωνιολογικές κριτικές του γνωστικισμού σε σχέση με την γενική ιδέα που λέει ότι συζητήσεις σχετικά με την τεχνολογία ενσωματώνουν θεμελιώδεις προκαταλήψεις σχετικά με τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Συζητήσεις και αντιμαχόμενες απόψεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες των έξυπνων μηχανών αναγνωρίζονται ως μέρος μιας διαδικασίας αναδόμησης των σημαντικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αποδεικνύεται ωστόσο, ότι αυτή η κοινωνιολογική έκδοση των σημαντικών χαρακτηριστικών της ανθρωπότητας είναι στενά δεμένη με μία συγκεκριμένη άποψη του τρόπου αναπαράστασης, περιγραφής και εξήγησης της συμπεριφοράς.
Πρόσφατες κοινωνιολογικές κριτικές του γνωστικισμού αποτελούν μια δυνατή πρόκληση σε θεωρίες που δέχονται την ανθρώπινη συμπεριφορά μόνο όσον αφορά το πνευματικό επίπεδο. Αν και αυτό είναι ευχάριστο, σημαντική προσοχή πρέπει να δοθεί πριν υιοθετηθεί αυτή η άποψη, γι’ αυτό η άποψη των κοινωνιολόγων για την ανθρώπινη συμπεριφορά εξαρτάται σημαντικά από την ίδια ιδεολογία που αντιπροσωπεύει τον γνωστικισμό. Κοινωνιολογικές κριτικές του γνωστικισμού δείχνουν τις
ίδιες προτιμήσεις για παραγωγή ρητών και οριστικών περιγραφών της συμπεριφοράς, μολονότι κάτω από ένα κοινωνικό παρά γνωστικιστικό περιεχόμενο. Κριτικοί του γνωστικισμού αποτυγχάνουν να συνειδητοποιήσουν ότι οι αρχές για δημιουργία ρητών και οριστικών περιγραφών της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι το θέμα εδώ. Η μάχη για το αν αυτές οι περιγραφές πρέπει να χρησιμοποιούν την γλώσσα του πνευματισμού ή της κοινωνιολογίας ίσως να είναι λιγότερο σημαντική από την εξάρτησή που έχουν από την ίδια αντιπροσωπευτική ιδεολογία.Τι θα γίνει με αυτές τις κοινωνιολογικές κριτικές του γνωστικισμού; Το δίλημμα είναι καθαρό. Από τη μία πλευρά, κοινωνιολογικές κριτικές έχουν φτάσει σε ένα πολύ γενικό επίπεδο τόσο ώστε είναι πολύ δύσκολο να έχουν οποιαδήποτε επιρροή στην τεχνητή νοημοσύνη (
AI). Για παράδειγμα, οι επιβεβαιώσεις μελετητών ανθρωπιστικών επιστημών για την εθελοντική βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι δύσκολο να επηρεάσουν την συνέχεια του γνωστικισμού στην χρήση ενός ντετερμινιστικού μοντέλου. Απ’ την άλλη πλευρά, κριτικοί του γνωστικισμού που επιτυγχάνουν στο επίπεδο της λεπτομέρειας θα απαιτήσουν εναλλακτικές (κοινωνιολογικές) περιγραφές της συμπεριφοράς, που υπόκεινται σε κωδικοποίηση και έπειτα προγραμματισμό. Η κοινωνιολογική δέσμευση στη σχετικότητα των κοινωνικών κανόνων είναι σε κίνδυνο λόγω συνεχής πρόσθεσης νέων όψεων «νοημοσύνης» για περαιτέρω αξιοματισμό.Το βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλοί κοινωνιολόγοι-κριτικοί είναι από μόνοι τους δεσμευμένοι σε μία ιδεολογία αντιπροσώπευσης που τοποθετεί την μεγαλύτερη σημασία στην ικανότητα της δημιουργίας περιγραφών που στέκονται από μόνες τους στον «πραγματικό κόσμο». Η βάση για την διαφωνία τους είναι η δέσμευση που έχουν στην τεκμηριωμένη μέθοδο μεταγλώττισης, αλλά το αντικείμενο που τραβάει πιο πολύ την προσοχή τους (γνωστικισμός) είναι ένα βασίλειο από επιχειρήματα και αποτελεί την πιο ανεπτυγμένη μορφή αυτής της δέσμευσης. Αυτό ίσως μας δίνει ένα στοιχείο γιατί φαίνεται πιο πιθανό να μην προχωρήσει αυτή η νέα τεχνολογία. Όσο συνεχίζουν να δείχνουν τέτοια έλλειψη κριτικής για την δική τους χρήση αναπαράστασης, θα αναπαράγουν μία εξελιγμένη έκδοση αυτών που πολεμούν.
Σημειώσεις
Η
κατασκευή αυτού του επιχειρήματος βοηθήθηκε σημαντικά από τα σχόλια που έκαναν οι Brian Bloomfield, Jeff Coulter, Trevor Pinch, Lucy Suchman, Anna Wynne και Steve Yearly.1. Οι κοινωνιολόγοι ήταν σχετικά αργοί στο να εκτιμήσουν την διαθεσιμότητα και σημασία της τεχνητής νοημοσύνης ώς κοινωνικό φαινόμενο. Εν μέρει αυτό ωφείλεται στην επικράτηση μιας περιορισμένης άποψης της κοινωνίας συγκρινόμενη με προ-
Kuhnian κινήματα της κοινωνίας στην κοινωνιολογία της κοινωνίας (Woolgar 1985). Εξαιρέσεις αποτελούν εκδόσεις του Coulter (1979,1983), Fleck (1982,1984), Turkle (1982, 1984), De Mey (1982), Suchman(1985), και Gilbert and Heat (1985). Κοιτάξτε επίσης Collins (αυτός ο τόμος).2. Ο
Fauerbach κέρδιζε εκτίμηση λέγοντας ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν τεχνολογία καθ’ ομοίωσιν τους. Εδώ δεν λέει απλώς οτί η φύση της τεχνολογίας οδηγείται από την ανθρώπινη κατάσταση αλλά, ότι κυρίαρχες ιδέες για την ανθρώπινη φύση και την τεχνολογική ικανότητα επαναδιαπραγματεύονται.3. Αυτή η προσέγγιση έχει το πλεονέκτημα να μας θυμίζει πως συγκεκριμένα προβλήματα αναλυτών είναι από μόνα τους πρωταγωνιστές διαμαχών σχετικά με την τεχνολογία.
4. Μία πλήρης ανάλυση του θέματος θα είχε απόπειρες σύγκρισης και αντιπαραβολής των ανθρώπων με τα ζώα -
Darwinism, την αμφισβήτηση της γλώσσας των πιθήκων καθώς επίσης και συγκρίσεις μεταξύ ανθρώπων και μηχανών.5.
Η στρατηγική του να συμπεριλάβουμε μια δεσμευμένη κατηγορία χαρακτηριστικών έχει γενικά χρησιμοποιηθεί με μια σχετικά αποτυχία. Αποτρέποντας φόβους σχετικά με το ερώτημα της μοναδικότητας του ανθρώπου από την δημιουργία των μηχανών. Απόπειρες για την εύρεση εναλλακτικών κριτηρίων μοναδικότητας έχουν αποτύχει να ξεπεράσουν βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις σχετικά με τον ξεχωριστό χαρακτήρα του ανθρώπου. Φυσικά αυτό το είδος τον επιχειρημάτων δεν εμπόδισε σημαντική επαγρύπνηση πάνω σε συνεχώς αυξανόμενες δυνατότητες μηχανών που μιμούνται ανθρώπινες ικανότητες (κοιτάξτε για παράδειγμα την υπέροχη παρωδία Butler 1872 (1970)) ούτε εμπόδισε υποθέσεις και σημαντικές συζητήσεις σχετικά με τον θεμελιώδη μηχανικό χαρακτήρα όλων των ανθρωπίνων δράσεων (κοιτάξτε για παράδειγμα the discussions of La Mettrie's 1784 δουλεία του Needham (1928), Rignano (1926), Rosenfield (1941) και Vartanian (1960)).6. Θα ήταν καλό να βρούμε έναν ουδέτερο όρο που να περιγράφει αυτό το πράγμα που ονομάζουμε "απόδοση", "δράση" και "συμπεριφορά" από διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η δική μου χρήση δυστυχώς έχει μια ασυμμετρία στην ανάλυσή μου. Για παράδειγμα, η πρόταση στην οποία συζητώ για παραίτηση δράσης ως "συμπεριφορά". Απ' την άλλη πλευρά, η ιδέα ενός καθαρά ουδέτερου όρου μας παραπλανεί και παράγει μια περιγραφή που είναι ελεύθερη απ' όλα τα συμπεράσματα.
7. Ψυχοφυσιολογικός ντετερμινισμός είναι η αντίληψη που περιέχεται σε πληροφοριακές θεωρίες του μυαλού ότι δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά μεταβάλει το αποτέλεσμα προηγούμενων υπολογισμών ή αιτιολογεί αν το άτομα είναι ενήμερο γι αυτό. Νευρωνικές εκφορτίσεις και συναπτικές εκπομπές αποτελούν τον υπολογισμό περιγραφών της συμπεριφοράς στην οποία βρίσκεται ένα άτομο, και το μυαλό κυβερνά αυτές τις υπολογιστικές διαδικασίες θέτοντας μια σειρά από κανόνες. Στην απόδοση της γλώσσας αυτό συγχρονίζεται με την οικία σκέψη ότι η απόκτηση της μητρικής γλώσσας από το παιδί είναι ισοδύναμη σε αξία με την εσωτερίκευση των συντακτικών κανόνων (γραμματική). Όσον αφορά τον
Fodor αυτή είναι εσωτερίκευση απ' ευθείας στο νευρικό σύστημα.8. Είναι πιθανόν μάταιο να υποθέσουμε ότι οποιαδήποτε αιτία μπορεί να ερεθίσει ταυτόχρονα στον ολοκληρωμένο χαρακτήρα σε όλες του τις προϋποθέσεις. Σε αυτή την παράγραφο, για παράδειγμα, υπέθεσα αυτό που μας δίνεται ως "κίνηση". Το θέμα, παρ' όλα αυτά, είναι ότι η αδιαφορία γι αυτό το φαινόμενο σπάνια παράγει τη ρητορική αναπαράσταση που υπάρχει στην καρδία του γνωστικισμού.
9. Αυτό το τμήμα θα μπορούσε να είχε τον τίτλο "η γλώσσα της δράσης" ή "η γλώσσα της απόδοσης" κοκ. Οι αναγνώστες καλούνται να επισημάνουν τη διαφορά της σημασίας αυτού του επιχειρήματος.
10. Χρησιμοποιώ αυτούς τους όρους εναλλάξ σε αυτό κείμενο (κοίτα σημείωση 6).
11. Η μελέτη του
Collins 1975 της αναπαραγωγής στη φυσική προτείνει αυτές τις διαμάχες σχετικά με σωστή πειραματική μέθοδο είναι ισοδύναμο με διαμάχες σχετικά με τη φύση των φαινομένων με τα οποία πειραματιζόμαστε. Διαπραγματεύσεις σχετικά με την επάρκεια των πειραματικών μεθόδων ήταν διαπραγματεύσεις σχετικά με τη φύση των κυμάτων βαρύτητας. Εδώ η "διαπραγμάτευση" έχει έννοια πέρα από την επάρκεια του πειράματος. Η πιο περιεκτική συμπεριφορά (κοίτα σημείωση 6) αναπαριστά μία ζήτηση για το σημαντικό χαρακτήρα.12. Όταν το έγραψα αυτό μου είπαν ότι τέτοια συσκευή υπάρχει. Κατασκευάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από μια γνωστή εταιρία ηλεκτρονικών με σκοπό την επεξεργασία βιντεογραφημένων προγραμμάτων της τηλεόρασης. Αλλά δεν διαφημίστηκε, και συνεχίζεται η ιστορία, λόγο σημαντικής πίεσης από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα.
13. Κάποιοι συγγραφείς πρόσφατα διαφώνησαν στο ότι είναι πιο ρεαλιστικό να σκέφτεσαι την επιστήμη και την τεχνολογία σαν να απολαμβάνουν μια συμμετρική παρά ιεραρχική σχέση. Αν τη δούμε ως ιεραρχική σχέση η επιστήμη και τεχνολογία αλληλεπιδρούν, μαζί παράγουν προϊόντα (δημιουργήματα και τεχνουργήματα) από την ίδια τους τη φύση και από ανταγωνιστικότητα ενώ κανένα από τα δύο δεν είναι απαραίτητα συνδεδεμένο στους σκοπούς και επιτεύγματα του άλλου (
Barnes 1982a, Barnes and Edge 1982). Στην ιεραρχική σχέση η τεχνολογία είναι σίγουρα η φτωχή συγγενής. Η τεχνολογία σπάνια αφαιρεί τη σημασία της επιστήμης. Ως συμμετρική σχέση, η ανάδραση είναι πιθανή και στις δύο κατευθύνσεις. Μελέτες όπως του Gibboms και του Johnson μας δίνουν παραδείγματα στα οποία η σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογία είναι τέτοια ώστε και η τεχνολογία και η θεωρία ωφελούνται ταυτόχρονα.14. Η παράγραφος βασίζεται σε μία πρόταση που έκανε η
Lucy Suchman.15.
Αυτό το σχόλιο βασίζεται σε συνεντεύξεις με ερευνητές έμπειρων συστημάτων του MIT και του Πανεπιστημίου του Stanford. Για μια αντίθετη άποψη κοιτάξτε την συμβολή του Gilbert and Heath (1985).Πίσω στη σελίδα του μαθήματος