|
Λίνας Αντώνης [1728] Σφακιανάκης Χριστόφορος [1774] Φουτούχος Αντώνης [1806] |
Εργασία Για το Μάθημα Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech Μάιος 1999 |
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
Trevor F. Pinch & Wiebe E. Bijker
Ένα από τα πλέον κύρια χαρακτηριστικά της ανάπτυξης των επιστημονικών μελετών τα τελευταία χρόνια είναι ο διαχωρισμός της επιστήμης από την τεχνολογία. Αν και αφθονούν κοινωνιολογικές μελέτες βασιζόμενες στις νέες επιστημονικές γνώσεις, αλλά και στους τεχνολογικούς νεωτερισμούς, παρόλα αυτά μικρή προσπάθεια έχει γίνει προκειμένω να συνδυαστούν μεταξύ τους
.[1] Είναι πιθανό το γεγονός ότι ο ουσιαστικός διαχωρισμός επιστήμης και τεχνολογίας οδήγησε και σε μια αντίστοιχα διαφορετική προσέγγιση στην μελέτη τους. Ωστόσο δεν μπορεί να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό, όσο η απόπειρα να μελετηθούν από το ίδιο αναλυτικό πλαίσιο είναι εν εξελίξει.Αυτός είναι και ο στόχος αυτού του κεφαλαίου (
μελέτη), δηλαδή να αποδείξει ότι οι μελέτες επιστήμης και τεχνολογίας πρέπει, αλλά και μπορούν να αλληλοβοηθηθούν. Συγκεκριμένα έχουμε την άποψη ότι μια κοινωνικά εποικοδομητική ματιά προκύπτει από την κοινωνιολογία της επιστήμης, μπορεί όμως να αναδυθεί παράλληλα και από την αντίστοιχη μελέτη της τεχνολογίας, παρέχοντας έτσι μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα. Παραθέτουμε τα θεμελιώδη ζητήματα όπως αυτά προκύπτουν από μια ενοποιημένη κοινωνική προσέγγιση τόσο μεθοδολογικά όσο και εμπειρικά.Το κεφάλαιο αυτό διακρίνεται σε τρεις βασικά μέρη. Στο πρώτο μέρος υπογραμμίζονται οι διάφορες πλευρές τις επιχειρηματολογίας (που αναπτύσσεται για το θέμα) και παράλληλα παρατίθεται κάποια φιλολογία (
απόψεις που έχουν ήδη διατυπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα) που θεωρείται σχετική με τους σκοπούς μας. Εν συνεχεία (στο δεύτερο μέρος) παρουσιάζουμε τις δύο συγκεκριμένες προσεγγίσεις από τις οποίες αναπτύχθηκαν και οι δικές μας ολοκληρωμένες απόψεις: «Εμπειρικό πρόγραμμα πάνω στην σχετικοκρατία» (Collins 1981d) και μια εποικοδομητική κοινωνική προσέγγιση στην μελέτη της τεχνολογίας (Bijker et al. 1984). Στο τρίτο μέρος εξετάζουμε μαζί τις δύο αυτές προσεγγίσεις και παρουσιάζουμε αντίστοιχα εμπειρικά παραδείγματα. Καταλήγουμε κάνοντας μια περίληψη των προσωρινών αποτελεσμάτων της έρευνας μας, αποσαφηνίζοντας ταυτόχρονα τις κατευθύνσεις πάνω στις οποίες πιστεύουμε πως μπορεί να εφαρμοστεί εύχρηστα το ενγχείρημα.Η μελέτη αυτή προσπαθεί να εξετάσει την επιστήμη και την τεχνολογία συνδυαστικά και όχι ξεχωριστά, κάτω από ένα κοινό πλαίσιο που αφορά την κοινωνική τους δόμηση. Με άλλα λόγια, στοιχεία όπως οι κοινωνικές απαιτήσεις για επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, η κατανόηση και η χρήση τους από το κοινωνικό σύνολο, τα προβλήματα που ενδεχομένως δημιουργούνται ή λύνονται από αυτά, είναι μερικά ενδεικτικά στοιχεία ενός πρίσματος κάτω από το οποίο μπορεί να αλληλοβοηθηθεί επιστήμη και τεχνολογία
Αποσπάσματα από σχετική φιλολογία
(
απόψεις που έχουν ήδη διατυπωθεί για το θέμα)Σε αυτό το σημείο επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε τρεις τομείς της φιλολογίας που έχει αναπτυχθεί σχετικά με την μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Οι τρεις αυτοί τομείς είναι η κοινωνιολογία της επιστήμης, η σχέση επιστήμης και τεχνολογίας και οι μελέτες της τεχνολογίας. Εξετάζουμε έναν κάθε φορά.
Κοινωνιολογία της επιστήμης
Σκοπός μας δεν είναι να κάνουμε μια ανασκόπηση σε βάθος της ανάπτυξης σε αυτόν τον τομέα στο σύνολο του
[2]. Στόχος μας είναι η μελέτη των πρόσφατων στοιχείων που αφορούν την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης [3]. Οι μελέτες σε αυτόν τον τομέα έχουν ως ακριβές τους περιεχόμενο την ανάλυση επιστημονικών προτάσεων, θεωριών και πειραμάτων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες εργασίες πάνω στην κοινωνιολογία της επιστήμης οι οποίες και αντιμετώπιζαν την επιστήμη σαν θεσμό και μελετούσαν τους επιστημονικούς κανόνες, τις μορφές καριέρας και τις δομές της ανταμοιβής τους -με ποιο τρόπο δηλαδή αποζημιώνονται οι κόποι των ερευνητών και γενικότερα όσων ασχολούνται με το θέμα [4]. Μια σημαντική αν όχι η σημαντικότερη πρόοδος στον τομέα αυτό την τελευταία δεκαετία ήταν η επέκταση της κοινωνιολογικής μελέτης της γνώσης στους τομείς των λεγόμενων «σκληρών επιστημών» (εννοεί επιστήμες όπως η φυσική και η βιολογία –θετικές επιστήμες). Την ανάγκη ύπαρξης μιας αντίστοιχης «δυνατής» σειράς πανεπιστημιακών μαθημάτων είχε υπογραμμίσει ο Βloor: Οι βασικές αρχές (αυτού του προγράμματος παν/κών σπουδών) είναι οι ακόλουθες: ερευνώντας τις αιτίες διαμόρφωσης των διαφόρων απόψεων (πεποιθήσεων), θα πρέπει οι κοινωνιολόγοι να παραμένουν αμερόληπτοι απέναντι στην αλήθεια και το ψέμα τους και να αντιμετωπίζονται τέτοιου είδους απόψεις συμμετρικά (ως προς την αλήθεια και το ψέμα). Με άλλα λόγια διαφορετικές εξηγήσεις δεν θα πρέπει να ερευνηθούν για την επιστημονική τους αλήθεια (πχ η ύπαρξη των ακτίνων χ) ή το αντίστοιχο ψέμα (πχ η ύπαρξη των n-ακτίνων). Σε ένα τέτοιο πανεπιστημιακό πρόγραμμα η γνώση αλλά και οι αξιώσεις αυτής θα πρέπει να αναπτύσσονται θεωρητικά πάνω σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, εννοώντας πως οι εξηγήσεις για την γένεση , την αποδοχή και την απόρριψη των γνωσιολογικών αξιώσεων θα πρέπει να ερευνηθούν βασιζόμενη στο επίπεδο του κοινωνικού και όχι του φυσικού κόσμου [5].Αυτή η προσέγγιση δημιούργησε ένα δραστήριο παν/κό πρόγραμμα εμπειρικών ερευνών, και έτσι σήμερα είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την πρόοδο στην δόμηση της επιστημονικής γνώσης σε διάφορους τομείς και περιβάλλοντα. Για παράδειγμα μια ομάδα ερευνητών επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στους εργαστηριακούς πάγκους
[6]. Μια άλλη – ομάδα - επέλεξε την επιστημονική αμφισβήτηση σαν θέμα για τις μελέτες της και επικεντρώθηκε εν συνεχεία στην κοινωνική δομή της επιστημονικής γνώσης μεταξύ μιας ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας [7]. Όπως στις σκληρές επιστήμες (π.χ. φυσική και βιολογία) όπου η προσέγγιση αποδείχθηκε καρποφόρα στην μελέτη περιθωριοποιημένων επιστημών [8] και στην μελέτη δημόσιων διαφωνιών, όπως η μόλυνση (lead pollution) [9].Αν και διίστανται οι απόψεις των ερευνητών για το ποιο είναι το καταλληλότερο πεδίο για αυτού του είδους την μελέτη (για παράδειγμα το εργαστήριο, η αμφισβήτηση ή οι επιστημονικές διατριβές) και για το ποια είναι η καταλληλότερη μεθοδολογία -μεθοδολογική στρατηγική- που πρέπει να ακολουθηθεί [10], υπάρχει παρόλα αυτά μια γενική συμφωνία ότι η επιστημονική γνώση μπορεί να είναι, όπως και πραγματικά είναι, λεπτομερώς συντεθειμένη κοινωνικά. Αυτές οι προσεγγίσεις στις οποίες αναφερόμαστε με τον όρο κοινωνικά δομημένες, επισημαίνουν μια νέα σημαντική ανάπτυξη στην κοινωνιολογία της επιστήμης. Η προσέγγιση –μεταχείριση με τον τρόπο αυτό – της επιστημονικής γνώσης ως κοινωνικά δομημένης εμπεριέχει την διαπίστωση ότι δεν υπάρχει καμία επιστημολογική ειδίκευση που να αφορά τη φύση της επιστημονικής γνώσης: Είναι το ίδιο σε ολόκληρη την εξέλιξη της πολιτισμικής γνώσης (συμπεριλαμβάνοντας για παράδειγμα την οργάνωση της γνώσης που αναφέρεται στις πρωτόγονες φυλές) (Barnes 1974; Collins & Pinch 1982). Βέβαια η επιτυχία ή η αποτυχία της συγκεκριμένης πολιτισμικής γνώσης οφείλει να αναλυθεί, αλλά αυτό αφορά μια κοινωνιολογική και όχι επιστημολογική προσέγγιση.
Η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης υπόσχεται πολλά και σε άλλους τομείς των επιστημονικών μελετών. Για παράδειγμα έχει υποστηριχθεί πως η νέα αυτή προσέγγιση έχει σχέση με την ιστορία της επιστήμης (Shapin 1982), την φιλοσοφία της (Nickles 1982) αλλά και την στρατηγική της (Healey 1982; Collins 1983b). Η προσέγγιση της κοινωνικά οικοδομημένης γνώσης φαίνεται όχι μόνο να κερδίζει έδαφος σαν ανεξάρτητος τομέας έρευνας αλλά παρουσιάζει μια δυναμική ευρύτερης εφαρμογής. Αυτό το τμήμα της εργασίας αποτελεί ένα από τα στηρίγματα της δικής μας προσέγγισης στην μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Θα μπορούσε συνοπτικά να αναφέρουμε πως η κοινωνιολογία της επιστήμης δεν ασχολείται με την αλήθεια ή το ψέμα αυτής – καθεαυτής της γνώσης αλλά επικεντρώνεται πάνω σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, εννοώντας πως οι εξηγήσεις για την γένεση, την αποδοχή και την απόρριψη των γνωσιολογικών αξιώσεων είναι αυτά που μας ενδιαφέρουν σε ένα επίπεδο του κοινωνικού και όχι του φυσικού κόσμου.
Σχέση Επιστήμης – Τεχνολογίας
Η φιλολογία που αφορά την σχέση επιστήμης και τεχνολογίας είναι αντίθετα με ότι αναφέρθηκε μάλλον ετερογενής και περιλαμβάνει συνδυασμούς ποικίλων οροθετημένων -απόψεων- οπτικών. Δεν ισχυριζόμαστε ότι θα παρουσιάσουμε τίποτα άλλο παρά μια μερική αναφορά (στις απόψεις), που θα εξυπηρετούν τα δικά μας συγκεκριμένα ενδιαφέροντα.
Ένα θέμα με το οποίο έχουν ασχοληθεί οι φιλόσοφοι είναι η προσπάθεια διαχωρισμού τεχνολογίας και επιστήμης σε αναλυτικό επίπεδο. –
να εξευρεθούν όλα εκείνα τα στοιχειώδη γνωρίσματα που ορίζουν τις διαφορές των δύο τομέων. Στην προσπάθεια τους αυτή, τείνουν στην επιβεβαίωση των ήδη εξιδανικευμένων διακρίσεων, όπως για παράδειγμα το ότι η επιστήμη αναζητά την αλήθεια, ενώ η τεχνολογία της εφαρμογές της. Πράγματι η φιλολογία πάνω στην φιλοσοφική προσέγγιση της τεχνολογίας είναι μάλλον απογοητευτική (Johnston 1984). Εμείς προτιμούμε να ασκούμε κριτική στα προαναφερόμενα, ωσότου οι φιλόσοφοι προτείνουν ένα πιο ρεαλιστικό μοντέλο τόσο για την επιστήμη, όσο και για την τεχνολογία.Ένα ακόμα σημείο έρευνας πάνω στην φύση της σχέσης μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας επισήμαναν καινοτόμοι ερευνητές. Αποπειράθηκαν να ερευνήσουν εμπειρικά τον βαθμό στον οποίο οι τεχνολογικοί νεωτερισμοί ενσωματώνονται ή δημιουργούνται από τις θεμελιώδεις επιστήμες. Το πόρισμα αυτής της προσέγγισης αποτέλεσε την εργασία μερικών ειδικευμένων σπουδαστών, οι οποίοι και ερεύνησαν τις σχέσεις από μια άλλη κατεύθυνση, καταλήγοντας με στην άποψη ότι η καθαρά θεωρητική επιστήμη είναι υποταγμένη σε μια αντίστοιχη τεχνολογική ανάπτυξη
[11]. Τα αποτελέσματα αυτών των εμπειρικών ερευνών πάνω στην επιρροή που ασκεί η τεχνολογία στην επιστήμη είναι μάλλον αποθαρρυντικά. Αποδείχθηκε δύσκολο να αποσαφηνιστούν οι αλληλεξαρτήσεις. Για παράδειγμα, το επονομαζόμενο Higndsight (πίσω σκόπευτρο όπλου- project βελτίωσης οπλικών συστημάτων) πρόγραμμα, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης, κατέληξε στο γεγονός ότι τα περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα προέρχονται από προγράμματα που εκπονήθηκαν με κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και όχι τόσο από καθαρά επιστημονική θεωρία.(Sherin & Isenson 1966,1967). Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίχθηκαν έως ένα βαθμό και από μια μεταγενέστερη Βρετανική μελέτη (Langrish et al. 1972). Από την άλλη μεριά το πρόγραμμα Αποτυπώματα (Traces), που εκπονήθηκε για λογαριασμό του NSF σε αντίθεση με το αντίστοιχο Ηindsight, κατέληξε ότι οι περισσότερες τεχνολογικές εξελίξεις στερούνται βασικής έρευνας. (Illinois Institute of Technology, 1968). Όλες αυτές οι μελέτες έχουν γίνει αντικείμενα κριτικής εξαιτίας της έλλειψης τους σε μεθοδολογική ακρίβεια, γι’ αυτό πρέπει κάποιος να είναι πιο προσεκτικός στο να σχηματίσει τελικά συμπεράσματα από ανάλογες εργασίες (Kreilkamp 1971; Mowery & Rosenberg 1979). Οι περισσότεροι ερευνητές σήμερα είναι πρόθυμοι στο να συμφωνήσουν ότι η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται κάτω από ένα ευρύ πλαίσιο που διαμορφώνεται από περιστάσεις και ιστορικές συγκυρίες (εποχές) και ότι το μέρος εκείνο (της τεχνολογικής προόδου) που μπορεί αν αποδοθεί στην λεγόμενη βασική επιστήμη είναι δυνατόν να διαφοροποιείται σημαντικά [12]. Βέβαια, η πιο διαδεδομένη άποψη εκείνες τις « παλιές – κακές εποχές» (Barnes 1982a) που ήταν ότι η επιστήμη ανακαλύπτει και η τεχνολογία εφαρμόζει, δεν είναι πλέον ικανοποιητική. Εγκαταλείφθηκε η πάλαι ποτέ κραταιά άποψη ότι η θεωρία της επιστήμης οδηγεί και την τεχνολογία, και υπερισχύει η άποψη ότι τα περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα προέρχονται από προγράμματα που εκπονήθηκαν με κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και όχι τόσο από καθαρά επιστημονική θεωρία Υπεραπλουστευτικά μοντέλα και γενικότητες έχουν πλέον εγκαταλειφθεί. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Leyton σε μια πρόσφατη αναδρομή του:Επιστήμη και τεχνολογία έχουν πλέον αναμιχθεί. Η σύγχρονη τεχνολογία απασχολεί επιστήμονες οι οποίοι «ασκούν» τεχνολογία και τεχνολόγους που λειτουργούν ως επιστήμονες....Η παλιά άποψη ότι η βασική επιστήμη δημιουργεί όλη τη γνώση που εν συνεχεία οι τεχνολόγοι εφαρμόζουν, απλά δεν βοηθά στην κατανόηση της σύγχρονης τεχνολογίας.(Layton 1977,p.210)
Οι ερευνητές που αφοσιώθηκαν να υπολογίσουν τις συγκεκριμένες αλληλεξαρτήσεις μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας φαίνεται ότι έχουν απαντήσει σε λάθος ζήτημα, επειδή θεώρησαν σαν δεδομένο ότι επιστήμη και τεχνολογία είναι δύο καλά ορισμένες μονολιθικές οντότητες. Κοντολογίς, δεν έλαβαν υπόψιν τους ότι επιστήμη και τεχνολογία είναι δύο κοινωνικά αυτοπαραγόμενες μέσα από μια ποικιλία κοινωνικών περιστάσεων (Mayr 1976). Παρόλα αυτά, δεν είναι ορατή αυτή τη στιγμή μια κίνηση προς μια περισσότερο κοινωνική προσέγγιση της σχέσης επιστήμης και τεχνολογίας. Για παράδειγμα ο Layton γράφει:
Η διάκριση σε επιστήμη και τεχνολογία δεν βρίσκεται μεταξύ των αφηρημένων λειτουργιών της γνώσης και της πράξης. Άλλωστε είναι κοινωνικές.(Layton 1977, p.209)
O Barnes πρόσφατα περιέγραψε την ακόλουθη αλλαγή στον τρόπο σκέψης:
Ξεκινώ με την σημαντικότερη επαναπροσαρμογή που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η σχέση επιστήμης και τεχνολογίας....Αναγνωρίζουμε πλέον ότι επιστήμη και τεχνολογία είναι κομμάτι η μία της άλλης. Επαγγελματίες και των δύο τομέων δημιουργικά επέκτειναν και ανέπτυξαν την υπάρχουσα κουλτούρα τους, αλλά παράλληλα ασχολήθηκαν και εκμεταλλεύθηκαν μερικά κομμάτια της κουλτούρας του άλλου...Έχουν εμπλακεί ουσιαστικά σε μια συμβολική σχέση. (Barnes 1982a,p.166)
Και στα δύο αποσπάσματα που προηγούνται υπογραμμίζεται η δυσκολία του να διαχωρίσουμε πλέον σήμερα το τί είναι καθαρή επιστήμη και τί τεχνολογία.
Αν και ο Barnes μπορεί να είναι υπερβολικά οπτιμιστής υποστηρίζοντας ότι η «η σημαντικότερη επανατοποθέτηση» έχει επιτευχθεί, αυτό θα μπορούσε να το δει κανείς σαν μια κοινωνικά εποικοδομητική άποψη για την επιστήμη και την τεχνολογία, η οποία ταιριάζει πολύ καλά με την δική του θεώρηση για την σχέση τους. Επιστήμονες και τεχνολόγοι μπορούν να θεωρηθούν ότι δομούν την δική τους αντίστοιχη γνώση και τεχνική, με κάθε σχέδιο που βασίζεται στις πηγές γνώσεις του άλλου, όταν και όπου οι πηγές αυτές μπορούν να γίνουν αντικείμενο κερδοφόρας εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια τόσο η επιστήμη όσο και η τεχνολογία είναι κοινωνικά δομημένες κουλτούρες και θέτουν σε χρήση οποιαδήποτε (πολιτισμική) πηγή γνώσης τους είναι η κατάλληλη για τους σκοπούς τους οποίους υπηρετούν. Σύμφωνα με την δική του άποψη το όριο μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας είναι, σε μερικές περιπτώσεις, ένα θέμα για κοινωνική διαπραγμάτευση και δεν αντιπροσωπεύει καμία υποκείμενη διάκριση. Γι’ αυτό και δεν συνίσταται η ανάπτυξη της σχέσης επιστήμης και τεχνολογίας σε γενικές και χωρίς κατεύθυνση γραμμές. Αν και δεν αναπτύσσουμε αυτό το σημείο περισσότερο στο κεφάλαιο αυτό, παρόλα αυτά η κοινωνική δόμηση της σχέσης (επιστήμης –τεχνολογίας) είναι καθαρά ένα θέμα που αξίζει περαιτέρω εμπειρική έρευνα.
Τεχνολογικές μελέτες
Η συζήτηση μας για την εργασία που αφορά τις τεχνολογικές μελέτες μπορεί πολύ περισσότερο να αποδοθεί σχηματικά. Υπάρχει ένας μεγάλος όγκος από αυτά που έχουν γραφεί και μπορούν να παρουσιαστούν με την επικεφαλίδα των «τεχνολογικών μελετών». Είναι βολικότερο να χωρίσουμε αυτή την φιλολογία σε τρεις τομείς: καινοτόμες μελέτες, ιστορία της τεχνολογίας και κοινωνιολογία της τεχνολογίας, εξετάζοντας κάθε φορά από έναν.
Οι περισσότερες καινοτόμες μελέτες εκπονούνται από οικονομολόγους που αναζητούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες στεύθεται με επιτυχία μια καινοτομία. Ερευνούνται στοιχεία από διάφορες όψεις της νεωτεριστικής φίρμας (για παράδειγμα, το μέγεθος της
R&D προσπάθειας, την ισχύ του management, και την ικανότητα του marketing) ανάμεσα σε μακροοικονομικά στοιχεία που παρουσιάζουν την οικονομία στο σύνολο της [13]. Αυτή η φιλολογία υπενθυμίζει κατά κάποιο τρόπο παλιότερες εποχές της κοινωνιολογίας της επιστήμης, όταν η επιστημονική γνώση αντιμετωπιζόταν σαν ένα «μαύρο κουτί» (Whitley 1972) και για τους σκοπούς αυτών των μελετών οι επιστήμονες θα μπορούσαν κάλλιστα να παράγουν ενδιαφέρουσες υποθέσεις. Απλά στην οικονομική ανάλυση νέων τεχνολογικών εξελίξεων περιλαμβάνονται όλα όσα αναμένεται να επηρεάσουν την εξέλιξη, εκτός από συζητήσεις που αφορούν την ίδια την τεχνολογία. Όπως σημειώνει ο Layton:Αυτό που χρειάζεται είναι η κατανόηση της τεχνολογίας εκ των ένδον, τόσο ως στοιχείο γνώσης όσο και ως κοινωνικό σύστημα. Αντίθετα η τεχνολογία συχνά αντιμετωπίζεται σαν «μαύρο κουτί», του οποίου τα περιεχόμενα και η συμπεριφορά μπορεί να υποτεθεί ότι είναι κοινή (προσιτή) γνώση.(Layton 1977, p.198)
Μόνο πρόσφατα οι οικονομολόγοι άρχισαν να ψάχνουν αυτό το μαύρο κουτί [14].
Η αποτυχία του να εκτιμηθεί η ουσία της τεχνολογικής εξέλιξης είχε ως αποτέλεσμα την γενική χρήση απλών γραμμικών μοντέλων για την περιγραφή των σταδίων της εξέλιξης. Ο αριθμός των βημάτων της ανάπτυξης όπως παρουσιάζονται σε αυτά τα μοντέλα φαίνεται να είναι αυθαίρετος.
(για παράδειγμα η διαδικασία με τα 6 στάδια της εικόνας1 ) [15]. Αν και ανάλογες μελέτες έχουν αναμφισβήτητα συμβάλλει πολύ στην κατανόηση των συνθηκών της οικονομικής επιτυχίας στον τομέα της τεχνολογικής εξέλιξης, μια και αγνοούν το τεχνολογικό υπόβαθρο, παρόλα αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν βάση για μια εποικοδομητική κοινωνική ματιά στην τεχνολογία [16]. Το γραμμικό μοντέλο ανάπτυξης ενός τεχνολογικού επιτεύγματος δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνική διάσταση του θέματος μια και δεν περιλαμβάνει τις αλληλεπιδράσεις με το κοινωνικό σύνολο πχ καταναλωτές που για παράδειγμα η αποδοχή του προϊόντος ή όχι δύναται να εισάγει μια σχέση ανάδρασης στην παραγωγή του μέχρι τελικά αυτό βρει απήχηση στο κοινό.Η κριτική δεν μπορεί να επικεντρωθεί στην ιστορία της τεχνολογίας, όπου και υπάρχουν πολλές εξαιρετικά επιτυχημένες μελέτες στην ανάπτυξη των συγκεκριμένων τεχνολογιών. Ωστόσο για τους σκοπούς της κοινωνιολογίας της επιστήμης αυτή η εργασία παρουσιάζει δύο ειδών προβλήματα. Το πρώτο αναφέρεται στην ενδημικότητα περιγραφικών ιστοριογραφιών που παρουσιάζονται σε αυτόν τον τομέα. Μερικοί σπουδαστές (αλλά υπάρχουν και μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις) φαίνεται να επικεντρώνονται στην γενίκευση πέρα από τα ιστορικά περιστατικά, αλλά είναι δύσκολο να διακριθούν κάποια γενικά μοτίβα πάνω στα οποία να κτιστεί η θεωρία της τεχνολογίας. (
Staudenmaier 1983, 1985). Αυτό δεν είναι σε θέση να μας πει ότι τέτοιες μελέτες δεν μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα δομικά στοιχεία για μια κοινωνικά οικοδομημένη τεχνολογική άποψη, άλλωστε σε μερικές από αυτές οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι κάνουν κοινωνιολογία της τεχνολογίας με μια διαφορετική προσέγγιση [17].Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την ασύμμετρη προσέγγιση στην ανάλυση. Για παράδειγμα, υποστηρίζεται ότι ανάμεσα σε 25 τεύχη του Τεχνολογία και Πολιτισμός, μόνο 9 άρθρα είναι αφιερωμένα στην μελέτη των αποτυχημένων τεχνολογικών καινοτομιών.
(Staudenmaier 1985). Αυτό συμβάλει σε μια συνεπαγόμενη υιοθεσία μια γραμμικής δομής στην τεχνολογική ανάπτυξη, η οποία προτείνει:όλη η ιστορία της τεχνολογικής προόδου ακολούθησε ένα υπάκουο όσο και ορθολογιστικό μονοπάτι, σαν ο σημερινός κόσμος να ήταν ο επακριβής στόχος προς τον οποίο και κατευθύνθηκαν όλες οι αποφάσεις από την αρχή της ιστορίας (Ferguson 1974b,p.19).
Η προτίμηση αυτή για τις επιτυχημένες εξελίξεις φαίνεται ότι οδήγησε τους σπουδαστές στην άποψη η επιτυχία των τεχνικών επιτευγμάτων είναι η εξήγηση της συνεχιζόμενης ανάπτυξης. Ιστορικοί της τεχνολογίας συχνά φαίνονται ικανοποιημένοι στο να βασίζονται στις ανακοινώσεις για την επιτυχία (των τεχνολογικών επιτευγμάτων) σαν απόδειξη του ότι δεν υφίσταται περαιτέρω έρευνα που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί. Για παράδειγμα πολλές ιστορίες για τα συνθετικά πλαστικά ξεκινούν περιγράφοντας τα τεχνικά προτερήματα του βακελίτη. Αυτά τα χαρακτηριστικά χρησιμοποιήθηκαν αναμφίβολα αργότερα για την τοποθέτηση του βακελίτη στην αρχική θέση μιας ένδοξης ανάπτυξης στον τομέα:
Ο Θεός είπε: «Ας γίνει ο Βακελίτης» και έγιναν όλα τα πλαστικά! (Kaufman 1963, p.61)
Στο σημείο αυτό παρατίθεται ένα ιστορικό παράδειγμα, αυτό του βακελίτη ο οποίος μέχρι να γνωρίσει την τελική αποδοχή πέρασε από σχέσης ανάδρασης και επανασχεδιασμού της αναπτυξιακής του διαδικασίας. Δεν ακολούθησε δηλαδή το γραμμικό μοντέλο που στηριζόταν στην τεχνολογική του επιτυχία και μόνο, αλλά πολύ περισσότερο σε μια διαλογιική σχέση με το κοινωνικό σύνολο.
Ωστόσο, μια πιο λεπτομερής μελέτη στην ανάπτυξη της χημείας των πλαστικών και των συνθετικών, ακολουθώντας την έκδοση της διαδικασίας επεξεργασίας του Βακελίτη 1909 (Βaekeland 1909c), αποδεικνύει ότι αρχικά ο βακελίτης μόλις που αναγνωριζόταν σαν μια πολύ καλή συνθετική ρητίνη που αργότερα θα αποδεικνυόταν ότι είναι [18]. Αυτή η κατάσταση δεν άλλαξε για τα επόμενα περίπου δέκα χρόνια. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου οι απαιτήσεις της αγοράς για συνθετικά πλαστικά ουσιαστικά μειώθηκαν. Ωστόσο, τα αποθέματα του πολέμου σε φαινόλη (υλικό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του βακελίτη), το 1918 άλλαξαν αυτή την κατάσταση (Haynes 1954, pp.137-138), και έγινε πλέον εφικτή η συγκράτηση των τιμών σε ικανοποιητικά χαμηλό επίπεδο, προσδίδοντας έτσι ανταγωνιστική ισχύ έναντι των μερικώς φυσικών υλικών όπως είναι το κυτταρέλαιο [19]. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο βακελίτης δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του, αν δεν είχε βοηθηθεί από τα αποθέματα φαινόλης. Πάντως σε κάθε περίπτωση η ιστορική αξία των αναδρομικών επιτυχιών της τεχνολογίας είναι ανυπολόγιστη.
Εμβαθύνοντας, στην προσπάθεια μας να δομήσουμε την κοινωνιολογία της τεχνολογίας που αντιμετωπίζει την τεχνολογική γνώση με τον ίδιο συμμετρικό, όσο και αμερόληπτο τρόπο όπως ακριβώς τα επιστημονικά επιτεύγματα από την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης, φαίνεται πως τελικά δεν έχουμε και πολύ δουλειά να κάνουμε. Η επιτυχία ενός τεχνικού επιτεύγματος βασίζεται στις ανάγκες που αυτό εξυπηρετεί. Για την κοινωνιολογική θεωρία της τεχνολογίας βαρύτητα αποκτά η ανεύρεση των αιτιών και όχι η εξήγηση – ερμηνεία των αποτελεσμάτων.
Ο απολογισμός μας όμως δεν θα ήταν πλήρης, αν δεν αναφερόμασταν σε μερικές πρόσφατες έρευνες, ειδικά στην ιστορία της αμερικανικής τεχνολογίας. Αυτές αναφέρονται στην εμφάνιση ενός αυξανόμενου αριθμού θεωρητικών θεμάτων πάνω στις οποίες βασίστηκε η έρευνα.(Staudenmaier 1985; Hughes 1979b). Για παράδειγμα τα συστήματα που προσεγγίζουν την τεχνολογία [20], λαμβάνοντας υπόψιν τις επιρροές των εργαστηριακών σχέσεων στην τεχνολογική ανάπτυξη [21] και τις λεπτομερές αναφορές όχι και τόσο επιτυχημένων ανακαλύψεων [22], φαίνεται πως ανήγγειλε την απομάκρυνση από την «παλιά» ιστορία της τεχνολογίας. Αντίστοιχες εργασίες, σε μερικές από τις οποίες θα αναφερθούμε στην συνέχεια, υπόσχονται να είναι πολύτιμες στην κοινωνιολογική ανάλυση της τεχνολογίας.
Το τελικό κομμάτι της εργασίας την οποία επιδιώκουμε να πραγματοποιήσουμε, αφορά το τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας «κοινωνιολογία της τεχνολογίας» [23]. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν περιορισμένες προσπάθειες να προσεγγιστεί αυτού του είδους η κοινωνιολογική μελέτη, χρησιμοποιώντας ιδέες που βασίζονται στην ιστορία και την κοινωνιολογία της επιστήμης – μελέτες που εκπονήθηκαν για παράδειγμα από τους: Johnston (1972) & Dosi (1982), που συνηγορούν στην περιγραφή της τεχνολογικής γνώσης σε σχέση με τα παραδείγματα του Kuhn[24]. Τέτοιες προσεγγίσεις φαίνεται να είναι σίγουρα περισσότερο υποσχόμενες από τις βασική ιστορική περιγραφή, αλλά δεν είναι σαφές πότε οι συγγραφείς τους χρησιμοποιούν την γνώση του κοινού σε θέματα τεχνολογικών επιτευγμάτων ως κοινωνικά δομημένη. Για παράδειγμα ούτε ο Johnston αλλά ούτε και ο Dosi εστιάζονται με σαφήνεια στην ανάγκη για συμμετρική κοινωνιολογική εξήγηση που χειρίζεται με τον ίδιο ισότιμο τρόπο τόσο τα τεχνολογικά επιτεύγματα όσο και τις αποτυχίες. Πραγματικά τοποθετώντας την επιχειρηματολογία σε αυτό το επίπεδο, δεν είμαστε σίγουροι με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται τελικά τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Επειδή κανένας συγγραφέας δεν έχει δεν έχει εκπονήσει κάποια εμπειρική μελέτη βασιζόμενη στις προτάσεις του Kuhn, είναι δύσκολο να αποσαφηνίσουμε πώς τελικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι σχέσεις αυτές [25]. Σαφέστατα, αυτό αποτελεί ένα πιεστικό πρόβλημα για την κοινωνιολογία της επιστήμης, όταν αυτή δεν είναι σε θέση να δώσει εμπειρική διάσταση στις σχέσεις του Kuhn.
Οι πιθανότητες για μια περισσότερο θεμελιώδης κοινωνικά εποικοδομητική άποψη της τεχνολογίας παρουσιάστηκαν από τον Μulkay (1979a). Διατύπωσε την άποψη ότι η επιτυχία και η δύναμη της τεχνολογίας μπορεί να προκαλέσει ένα μεγάλο πρόβλημα για την οικοδόμηση μιας κοινωνικής προσέγγισης της επιστημονικής γνώσης. Η άποψη την οποία επιθυμεί να αντιπαρέλθει ο Μulkay είναι ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας κατά κάποιο τρόπο επιδεικνύει την προνομιούχα επιστημολογία από το σύνολο της επιστήμης και με τον τρόπο αυτό απαλλάσσεται από κάθε κοινωνιολογική επεξήγηση. Η άποψη που θέλει να αντιπαρέλθει ο Μulkay υποστηρίζει πως τα επιτυχημένα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι αποτελέσματα μιας εξίσου επιτυχημένης θεωρητικής βάσης γι’ αυτό και δεν χρειάζονται περαιτέρω κοινωνιολογική ανάλυση. Ο Mulkay αντιπαραθέτει, σωστά κατά την γνώμη μας, σε αυτήν την άποψη το αναμφισβήτητο πρόβλημα που προκύπτει σε αυτήν περίπτωση: «η επιστήμη ανακαλύπτει, η τεχνολογία εφαρμόζει». Σε μια δεύτερη άποψη ενάντια σε αυτή τη θέση, ο Μulkay επισημαίνει (ακολουθώντας τον Mario Bunge (1966)) ότι μπορεί να οδηγηθούμε σε λάθος ή μερικώς λάθος θεωρία που να χρησιμοποιείται σαν τη βάση για μια επιτυχημένη πρακτική εφαρμογή: Η επιτυχία της τεχνολογίας δεν θα είχε τότε τίποτα να πει για την αλήθεια της επιστημονικής γνώσης, πάνω στην οποία βασίστηκε. Βρίσκουμε αυτή την δεύτερη θέση όχι εξολοκλήρου ικανοποιητική. Θα θέλαμε αντιθέτως να δώσουμε έμφαση στο γεγονός ότι η επιστημονική γνώση είναι άσχετη με την κοινωνιολογική ανάλυση της άποψης: επανερχόμενοι στην άποψη ότι η επιστήμη μπορεί να είναι λανθασμένη αλλά η καλή τεχνολογία μπορεί ακόμα να βασίζεται σ’ αυτή, χάνουμε το νόημα αυτής της άποψης. Επιπλέον, η επιτυχία της τεχνολογίας παραμένει ακόμα ανεξήγητη ακολουθώντας αυτό το επιχείρημα. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να χειριστούμε αυτές τις δυσκολίες είναι η υιοθέτηση μιας οπτικής που θα προσπαθεί να αποδείξει ότι η τεχνολογία όσο και η επιστήμη μπορεί να κατανοηθεί σαν κοινωνική δομή.
Ο
Mulkay ουσιαστικά υποστηρίζει πως είναι αδύνατο να απαντήσουμε με σιγουριά για το πού βασίζεται μια επιτυχημένη τεχνολογία, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να μεταφερθούμε τόσο για την επιστήμη που τροφοδοτεί τα τεχνολογικά επιτεύγματα, όσο και την ίδια την τεχνολογία σε κοινωνικό επίπεδο όπου γίνεται ξεκάθαρη η επιτυχία ή όχι και των δύο αυτών οντοτήτων.O Mulkay φαίνεται ότι αντιστέκεται στο να ακολουθήσει αυτό το βήμα γιατί, όπως επισημαίνει ο ίδιος, «υπάρχουν ελάχιστες μελέτες... που αναφέρονται στο πως η τεχνική ουσία της βαριάς τεχνολογίας είναι κοινωνικά δομημένη» (Mulkay 1979a, p.77). Αυτή η περίπτωση, ωστόσο, έχει αρχίσει να αλλάζει: Ένας αριθμός από αντίστοιχες μελέτες έχουν πρόσφατα αναδυθεί. Για παράδειγμα, ο Michel Callon, σε μια πρωτοποριακή μελέτη αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της επικέντρωσης στην τεχνολογική αμφισβήτηση. Αντλώντας πηγές από ένα εκτεταμένο πεδίο μελετών των ηλεκτρικών μεταφορικών μέσων στην Γαλλία (1960-75) επιδιώκει να δείξει ότι όλα είναι υπό διαπραγμάτευση: τι είναι ξεκάθαρο και τι όχι, ποιος είναι επιστήμονας και ποιος τεχνολόγος, ποιος μπορεί να συμμετέχει στην αμφισβήτηση (Callon 1980a,b,1981b, και αυτό το τεύχος) Η μελέτη του David Noble στην εισαγωγή των αριθμητικά ελεγχόμενων εργαλείων μηχανής μπορεί να θεωρηθεί σαν μια επίσης σημαντική αναφορά στην κοινωνικά δομημένη άποψη της τεχνολογίας (Νoble 1984). Οι επεξηγηματικοί στόχοι του Νoble προέρχονται από μια διαφορετική παράδοση (Marxist)[26] και η μελέτη έχει να προσφέρει πολλά σε αυτήν. Αντιμετωπίζει την ανάπτυξη τόσο των επιτυχημένων όσο και των αποτυχημένων τεχνολογικών αποπειρών με μια συμμετρική παρουσίαση και των δύο. Μια ακόμα ενδιαφέρουσα μελέτη σε αυτή την παράδοση (τομέα μελετών) είναι ο απολογισμός του Lazonick πάνω σε εισαγωγικά θέματα των αυτόματων υβριδίων. Αποκαλύπτει ότι οι απόψεις που αφορούν την τεχνολογική ανάπτυξη μπορούν να γίνουν κατανοητές σε συνάρτηση των παραγωγικών σχέσεων παρά ακολουθώντας μια ενδότερη λογική της τεχνολογικής εξέλιξης. Η εργασία που αναλήφθηκε από τους Bijker, Bonig & Van Ost είναι άλλη μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ο τρόπος με τον οποίο τα κοινωνικά δομημένα χαρακτηριστικά του περιεχομένου ορισμένων τεχνολογικών επιτευγμάτων μπορούν να προσεγγιστούν εμπειρικά: έξι αναλυτικές προσεγγίσεις της υπόθεσης εκπονήθηκαν, χρησιμοποιώντας ιστορικές πηγές.[27]
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η επικρατούσα παράδοση στις τεχνολογικές μελέτες που συνίσταται από πρωτοποριακές μελέτες αλλά και από την ιστορία της τεχνολογίας, δεν παρουσιάζεται ακόμα ενθαρρυντική για το πρόγραμμα σπουδών μας. Υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις και μερικές πρόσφατες μελέτες στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας παρουσιάζονται ως πολλά υποσχόμενες προσεγγίσεις από τις οποίες και θα μπορούσε να τροφοδοτηθεί μια ενοποιημένη άποψη. Εν συνεχεία δίνουμε μια πιο εκτεταμένη άποψη για το πως θα μπορούσαν να συντεθούν αυτές οι απόψεις.
EPOR
και SCOTΣε αυτό το σημείο υπογραμμίζουμε με λεπτομερειακό τρόπο τις σκέψεις και τις μεθόδους που επιθυμούμε να ακολουθήσουμε. Αρχικά περιγράφουμε το «Εμπειρικό πρόγραμμα της σχετικότητας», όπως αυτό αναπτύχθηκε από την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης και εν συνεχεία αναφερόμαστε λεπτομερέστερα στην μελέτη που έκανε ο Bijker και οι συνεργάτες του στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας.
Το Εμπειρικό Πρόγραμμα της Σχετικότητας (
Empirical Program of Relativism – EPOR)
To EPOR είναι μια προσέγγιση που έχει γεννήσει αρκετές μελέτες, οι οποίες υποστηρίζουν την κοινωνική δομή της επιστημονικής γνώσης στις «σκληρές» επιστήμες. Η παράδοση αυτής της έρευνας είναι αποτέλεσμα της πρόσφατης κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης. Τα κύρια χαρακτηριστικά της, που την διακρίνουν από άλλες προσεγγίσεις στην ίδια περιοχή, είναι η εστίαση στην εμπειρική μελέτη σύγχρονων επιστημονικών εξελίξεων και η μελέτη ειδικότερα, των επιστημονικών αμφισβητήσεων.[28]
Τρία στάδια στους επεξηγηματικούς στόχους του
EPOR μπορούν να αναγνωριστούν. Στο πρώτο στάδιο εκτίθεται η ερμηνευτική ελαστικότητα των επιστημονικών ευρημάτων, με άλλα λόγια, φαίνεται ότι τα ευρήματα είναι ανοιχτά σε περισσότερες από μία ερμηνείες. Αυτό στρέφει τη φορά της εστίασης για την ερμηνεία των επιστημονικών εξελίξεων από το φυσικό κόσμο στον αντίστοιχο κοινωνικό. Παρόλο που αυτή η ερμηνευτική ελαστικότητα μπορεί να επισημανθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, παραμένει μια υπόθεση, η οποία σύντομα εξαλείφεται κατά γενική ομολογία. Κοινωνικοί μηχανισμοί που περιορίζουν την ερμηνευτική ελαστικότητα, και συνεπώς επιτρέπουν να τερματιστούν οι επιστημονικές αμφισβητήσεις που περιγράφονται στο δεύτερο στάδιο. Ένα τρίτο στάδιο που δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί σε καμιά σύγχρονη επιστημονική μελέτη, είναι ο συσχετισμός τέτοιων «κλειστών μηχανισμών» με το ευρύτερο κοινωνικό – πολιτισμικό περιβάλλον. Αν όλα αυτά τα τρία στάδια επρόκειτο να δημοσιευθούν σε μια μελέτη, όπως γράφει ο Collins, η επίδραση της κοινωνίας πάνω στη γνώση που παράγεται στον εργαστηριακό κλάδο θα είχε συμπιεστεί με το χειρότερο δυνατό τρόπο. (Collins, 1981d,p.7). Ο Collins υποστηρίζει πως είναι αδύνατο να κανικοποιήσουμε τις επιδράσεις της κοινωνίας στην τεχνολογία σε απόλυτο βαθμό. Μπορεί δηλαδή το ΕPOR να αποτελεί μια αξιόλογη μεθοδολογική προσέγγιση, δεν θα πρέπει όμως να θεωρηθεί και πανάκεια.Το EPOR αντιπροσωπεύει την συνεχιζόμενη προσπάθεια των κοινωνιολόγων να καταλάβουν το περιεχόμενο των φυσικών επιστημών με όρους της κοινωνικής δομής. Ποικίλα μέρη του προγράμματος έχουν ερμηνευθεί καλύτερα από άλλα. Το τρίτο στάδιο του προγράμματος δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί, υπάρχουν όμως πολλές καλές μελέτες που εξερευνούν το 1ο στάδιο. Η πιο πρόσφατη έρευνα στοχεύει στο να διευκρινίσει τους κλειστούς μηχανισμούς μέσο των οποίων αναδύεται η ομοφωνία (2ο στάδιο). Πολλές μελέτες στα πλαίσια του EPOR έχουν αποτελεσματικά τοποθετηθεί στην περιοχή της επιστημονικής αμφισβήτησης. Οι αμφισβητήσεις προσφέρουν ένα μεθοδολογικό πλεονέκτημα που συμβάλλει στην ανακάλυψη διαφόρων ερμηνειών γύρω από το ίδιο επίτευγμα. Συνεντεύξεις που έχουν γίνει με επιστήμονες απασχολημένους με μία αμφισβήτηση συνήθως αποκαλύπτουν δυνατές και διαφορετικές απόψεις πάνω στις ίδιες ανακαλύψεις. Υπογραμμίζεται στο σημείο αυτό πόσο εποικοδομητική μπορεί να είναι η αμφισβήτηση γύρω από τις κοινωνικές διαστάσεις ενός επιτεύγματος, γι’ αυτό άλλωστε και αποτελεί και ξεχωριστό στάδιο του EPOR. Καθώς τέτοια ελαστικότητα σύντομα εξαφανίζεται στην επιστήμη, είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από τις πηγές που είναι βασισμένες σε κείμενο με τις οποίες συνήθως δουλεύουν οι ιστοριογράφοι. O Collins έχει υπερεκτιμήσει τη σημασία της «ομάδας αμφισβήτησης» στην επιστήμη με την χρήση του όρου «πυρήνας» (Collins 1981b). Αυτοί είναι οι επιστήμονες που είναι πιο στενά αναμειγμένοι με ένα θέμα έρευνας-αμφισβήτησης. Επειδή ο «πυρήνας» προσδιορίζεται σε σχέση με την παραγωγή γνώσης στην επιστήμη ( ο «πυρήνας κατασκευάζει γνώση), μερικά από τα εμπειρικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην αναγνώριση των ομάδων στην επιστήμη με καθαρά κοινωνιομετρικά μέσα και μπορούν εν τέλη να ξεπεραστούν. Η μελέτη του βασικού τμήματος – πυρήνα έχει ένα άλλο μεθοδολογικό πλεονέκτημα, στο σημείο που η ομοφωνία που προκύπτει μπορεί να ελεγχθεί. Με άλλα λόγια, η ομάδα των επιστημόνων που πειραματίζεται και σχηματίζει θεωρίες στα ερευνητικά σύνορα και που μπλέκεται στην επιστημονική αμφισβήτηση θα απεικονίσει την αναπτυσσόμενη ομοφωνία σαν την έκβαση αυτής της αμφισβήτησης.O Collins δίνει μεγάλη βαρύτητα στους ερευνητές που ασχολούνται με αυτές τις αμφισβητήσεις, χαρακτηρίζοντάς τους ως πυρήνα και εναποθέτει σε αυτούς την μελλοντική σύγκλιση των απόψεων. Η ίδια ομάδα αυτών των επιστημόνων του λεγόμενου «πυρήνα» μπορεί να μελετηθεί μαζί στο 1ο & 2ο στάδιο του EPOR. Για τους σκοπούς του 3ου σταδίου, η έννοια ενός «πυρήνα» ίσως είναι πολύ περιορισμένη.
Η κοινωνική δομή της τεχνολογίας
(SCOT)Πριν υπογραμμίσουμε μερικές από τις σκέψεις που αποδείχθηκαν καρποφόρες από τον Bijker και τους συνεργάτες του στις μελέτες τους για την κοινωνιολογία της τεχνολογίας, θα πρέπει να επισημάνουμε μια ανισορροπία μεταξύ των δύο προσεγγίσεων (EPOR και SCOT) που εξετάζουμε. Το EPOR είναι μέρος μιας παράδοσης που ακμάζει στην κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης: Είναι ένα καλά εδραιωμένο πρόγραμμα που υποστηρίζεται από μεγάλη εμπειρική έρευνα. Σε αντίθεση, η κοινωνιολογία της τεχνολογίας είναι ένα εμβρυακό πεδίο χωρίς καλά εδραιωμένες παραδόσεις στην έρευνα, και η προσέγγιση που εξάγουμε ειδικότερα (SCOT) βρίσκεται μόνο στα πρώτα εμπειρικά της στάδια, παρόλο που ξεκάθαρα κερδίζει έδαφος [29].Το EPOR είναι μια μεθοδολογία αρκετά ανεπτυγμένη που αφορά την κοινωνιολογική διάσταση της επιστήμης, ενώ το SCOT είναι μια αντίστοιχη μεθοδολογία σε πολύ αρχικό όμως στάδιο που αφορά την κοινωνιολογία της τεχνολογίας.
Στο
SCOT η αναπτυξιακή διαδικασία ενός τεχνολογικού τεχνουργήματος- επιτεύγματος περιγράφεται ως μια εναλλαγή ποικιλίας και επιλογής [30]. Αυτό καταλήγει σε ένα «πολυκατευθυνόμενο» μοντέλο, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα μονοδιάστατα – γραμμικά, που με σαφήνεια χρησιμοποιούνται σε πρωτοποριακές μελέτες και χωρίς αμφιβολία σε αρκετά μεγάλο μέρος της ιστορίας της τεχνολογίας. Μια τέτοια πολυκατευθυνόμενη αντίληψη είναι απαραίτητη σε κάθε κοινωνικό δομικό υπολογισμό της τεχνολογίας, βέβαια με την τελευταία ιστορική γνώση, είναι πιθανό να υποχωρήσει ένα τέτοιο μοντέλο κάτω από την πίεση ενός αντίστοιχου γραμμικού. Αυτό όμως χάνει την ουσία του επιχειρήματος μας ότι τα «επιτυχημένα» στάδια στην ανάπτυξη δεν είναι τα μόνα πιθανά. Η αντίληψη ότι τα «επιτυχημένα» στάδια στην ανάπτυξη είναι τα μόνα βήματα της ανάπτυξης εκφράζεται από το γραμμικό μοντέλο, ενώ η αντίθετη άποψη υποστηρίζεται από ένα αντίστοιχο πολυκατευθυνόμενο μοντέλο.Αφήστε μας να σκεφτούμε την εξέλιξη του ποδηλάτου
[31]. Εφαρμοσμένο στο επίπεδο των τεχνουργημάτων σ’ αυτή την εξέλιξη, αυτή η πολυκατευθυνόμενη αντίληψη καταλήγει στην περιγραφή που συνοψίζεται στο σχήμα 2. Εδώ βλέπουμε το τεχνούργημα «Συνηθισμένο» (ή όπως επικράτησε σαν παρατσούκλι αφού έγινε λιγότερο συνηθισμένο,» Penny-Farthing”) και μια κλίμακα πιθανών ποικιλιών. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι, στην αντίληψη εκείνης της εποχής αυτές οι παραλλαγές ήταν την ίδια στιγμή διαφορετικές η μια από την άλλη και εξίσου σοβαροί αντίπαλοι. Πρόκειται μόνο για αναδρομική διαστρέβλωση το ότι μια σχεδόν γραμμική εξέλιξη ακμάζει, όπως απεικονίζεται στο σχήμα 3. Σ’ αυτή την αναπαράσταση τα αποκαλούμενα ασφαλή στερεότυπα (Xtraordinary-πολύ συνηθισμένα (1878), Facile-Εύκολο(1879) και Security Club-ομάδα ασφαλείας (1885)) εμφανίζονται μόνο ως διασκεδαστικές παρεκκλίσεις που δεν χρειάζεται να παρθούν στα σοβαρά. Μια τέτοια αναδρομική περιγραφή μπορεί να αντικρουστεί παρατηρώντας την κατάσταση της δεκαετίας του 1880. Μερικά από τα «ασφαλή στερεότυπα» κατασκευάστηκαν εμπορικά, αν και το γραμμικό μοντέλο του Lawson Bicyclette, που φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, αποδείχθηκε μια εμπορική αποτυχία. (Woodforde 1970).Ωστόσο αν υιοθετηθεί ένα πολυκατευθυνόμενο μοντέλο είναι πιθανό να προκύψει το ερώτημα γιατί μερικές κατευθύνσεις – διαστάσεις πεθαίνουν, ενώ άλλες επέζησαν. Προκειμένω να διασαφηνίσουμε αυτήν την «επιλογή» ως μέρος των αναπτυξιακών διεργασιών, ας συλλογιστούμε τα προβλήματα και τις λύσεις που προβάλλονται από αυτό το γεγονός σε κάθε δεδομένη στιγμή. Η αιτιολογία αυτής της κίνησης είναι ακριβώς η ίδια όπως και αν χρησιμοποιώντας το EPOR επικεντρωνόμαστε στις επιστημονικές αμφισβητήσεις. Με τον τρόπο αυτό γίνεται πλέον αναμενόμενη μια περισσότερο σαφή ερμηνεία της ευελιξίας – προσαρμοστικότητας- των τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Επιλέγοντας ποια προβλήματα είναι σχετικά, οι κοινωνικές ομάδες που είναι απασχολημένες με τα τεχνικά επιτεύγματα και τις προεκτάσεις που τους αποδίδονται, διαδραματίζουν ένα αποφασιστικό ρόλο: Ένα πρόβλημα παρουσιάζεται μόνο όταν μια κοινωνική ομάδα βρεθεί που να απασχολείται από αυτό. Σε ένα πολυκατευθυνόμενο μοντέλο ανάπτυξης προστίθενται (α)οι κοινωνικές ομάδες που δημιουργούνται ή έστω απασχολούνται από το εν λόγω τεχνολογικό επίτευγμα του οποίου την ανάπτυξη σχεδιάζουμε, (β) τα ενδεχόμενα προβλήματα τους και βέβαια (γ) ο λύσεις που πρέπει να δοθούν προκειμένω να γνωρίσει την αποδοχή και την επιτυχία το επίτευγμα αυτό και από την κοινωνική ομάδα που αντιμετωπίζει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα όσο και από το σύνολο του κοινού.
Η χρήση της ιδέας για την ύπαρξη μιας συσχετιζόμενης κοινωνικής ομάδας είναι εντελώς προοδευτική. Η διατύπωση χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ιδρύματα και οργανισμούς (όπως ο στρατός και ορισμένες βιομηχανικές μονάδες) σε περιπτώσεις οργανωμένων αλλά και όχι ομάδων ατόμων. Προϋπόθεση είναι όλα τα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας να μοιράζονται το ίδιο σύνολο εννοιών – νοημάτων που να αφορούν
το εν λόγω τεχνολογικό επίτευγμα [32]. Σκεπτόμενοι ποιες κοινωνικές ομάδες είναι συσχετιζόμενες θα πρέπει να αναζητήσουμε ποιες είναι οι ενδεχόμενες προεκτάσεις που ενδεχομένως να αφορούν και να ερευνούνται από τα μέλη της. Είναι προφανές πως η κοινωνική ομάδα των «καταναλωτών» και των «χρηστών» των τεχνολογικών επιτευγμάτων πληροί αυτή την προϋπόθεση. Αλλά και λιγότερο προφανής κοινωνικές ομάδες μπορεί να χρειάζονται να συμπεριληφθούν. Στην περίπτωση του ποδηλάτου, κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει τους λεγόμενους «αντικυκλιστές», των οποίων οι ενέργειες πηγάζουν από μια διάθεση για λιγότερες κατασκευαστικές μεθόδους. Για παράδειγμα ο Reverend Meadows White περιέγραψε τέτοια αντίδραση για το ποδήλατο στο βιβλίο του Μια φωτογραφική ματιά στους τροχούς:« ... η εικόνα αποκτά μια διαφορετική όψη όσο πέτρες πετάγονται, καρφιά μπαίνουν στα λάστιχα, καπάκια πετάγονται από τους μηχανισμούς. Σε ορισμένες περιφέρειες όλα τα παραπάνω βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και μου συνέβησαν όλα, ειδικότερα όταν διέσχιζα ένα χωριό αμέσως μετά το σχόλασμα. (Μeadows, στο Woodforde 1970,pp.49-50).
Στο παραπάνω απόσπασμα καταγράφονται οι πρώτες αρνητικές αντιδράσεις από την έλευση του ποδηλάτου στην ζωή του ανθρώπου. Αν και σήμερα θα χαρακτηρίζονταν μάλλον χιουμοριστικές, για την εποχή τους όμως σίγουρα είχαν κάποια υπόσταση με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι συνήθως επιφυλακτικός σε νεωτερισμούς και καινοτομίες.
Είναι ξεκάθαρο, για τους αντικυκλιστές το ποδήλατο έχει αρνητική διάσταση.
Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να θέσουμε είναι για το κατά πόσο ένα προσωρινά οριζόμενο κοινωνικό τμήμα είναι ομογενές με σεβασμό στις διαστάσεις που έχουν αποδοθεί σε ένα τεχνολογικό επίτευγμα ή είναι περισσότερο λειτουργικό να περιγράφεται η αναπτυξιακή διαδικασία διαιρώντας ένα μάλλον ετερογενές τμήμα σε επιμέρους διαφορετικές κοινωνικές ομάδες; Γι’ αυτό το λόγο στην ομάδα των ποδηλατιστών θα πρέπει να ξεχωρίσουμε την κοινωνική ομάδα των γυναικών – ποδηλατιστριών. Κατά την διάρκεια της εποχής της λεγόμενης high-wheeled Ordinary (της εποχής δηλαδή που επικρατούσαν τα ποδήλατα με υψηλούς τροχούς), οι γυναίκες υποτίθεται δεν θα έπρεπε να αναβαίνουν σε ποδήλατο. Για παράδειγμα σε μια συμβουλευτική στήλη ενός περιοδικού (1885) ανακοινωνόταν σε απάντηση της επιστολής μιας νεαρής γυναίκας τα ακόλουθα:
Το να ανεβαίνεις σε ποδήλατο δεν είναι από μόνο του αμαρτωλό, και αν είναι ο μόνος τρόπος για να πας στην Εκκλησία την Κυριακή, τότε μπορεί να είναι δικαιολογημένο. (Woodforde 1970, p.122)
Τα τρίκυκλα επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν γυναίκες. Αλλά μηχανικοί και παραγωγοί επισήμαναν την ενδεχόμενη χρήση του ποδηλάτου από γυναίκες. Σε μια ετήσια ανασκόπηση της έκθεσης Stanley για ποδήλατα το 1890, ο συγγραφέας παρατηρεί:
Από τον αριθμό των προστασιών (ασφαλειών) που προσαρτήθηκαν για την χρήση (εν. των ποδηλάτων) από γυναίκες, φαίνεται πως η ποδηλασία έγινε δημοφιλής και στο αδύνατο φύλο και δεν εκπλησσόμαστε από αυτό αναλογιζόμενοι την εξοικονόμηση ενέργειας που προέρχεται από μια μηχανή με μία μόνο χαλαρό τμήμα (Stanley Exhibition of Cycles, 1890, pp107-108)
Έτσι κάποια μέρη της κατασκευής ενός ποδηλάτου μπορούν να εξηγηθούν καλύτερα με το να συμπεριλάβουμε μια ξεχωριστή κοινωνική ομάδα ποδηλατηστριών. Αυτό φυσικά δεν ισχύει τόσο σε άλλες περιπτώσεις. Για παράδειγμα δεν θα περιμέναμε να είναι χρήσιμο το να λάβουμε υπόψη μας μια ξεχωριστή κοινωνική ομάδα γυναικών που χρησιμοποιούν πχ λάμπες φθορίου.
Μόλις οι σχετικές κοινωνικές ομάδες έχουν επισημανθεί, τότε περιγράφονται και πιο λεπτομερώς. Αυτό ισχύει επίσης και όταν διαφορετικοί παράγοντες όπως η ισχύ ή η οικονομική δύναμη εμπλέκονται στην περιγραφή όταν είναι σχετικοί. Αν και το να ορίσουμε απλά την περιουσία είναι μια ομογενής σημασία που δίνεται σε ένα ορισμένο επίτευγμα, ο σκοπός δεν είναι απλά να καταφύγουμε σε πολυχρησιμοποιημένες γενικές δηλώσεις καταναλωτών και παραγωγών. Πρέπει να έχουμε μια πιο λεπτομερής περιγραφή των σχετικών κοινωνικών ομάδων έτσι ώστε να μπορούμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τη λειτουργία του επιτεύγματος σε σχέση με την κάθε ομάδα. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να είμαστε σε θέση να δώσουμε την οποιαδήποτε εξήγηση της κατασκευαστικής διαδικασίας. Για παράδειγμα η κοινωνική ομάδα των ποδηλατιστών που χρησιμοποιούν το “high - wheeled ordinay” αποτελείτο από “τολμηρούς” και “θαρραλέους” νέους (Woodforde 1970). Για την συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα η άθληση ήταν η κυριότερη χρησιμότητα αυτού του ποδηλάτου. Το παρακάτω σχόλιο της Daily Telegraph (7 Σεπτεμβρίου 1877) τονίζει τη αξία της άθλησης περισσότερο από εκείνη της μεταφοράς : Ο ποδηλατισμός είναι μια υγιής και αντρική επιδίωξη πολλά υποσχόμενη και σε αντίθεση με άλλου είδους ανόητες επιδιώξεις, δεν έχει πεθάνει ακόμα (αναφέρθηκε στο Woodforde 1970, σελ 122).
Ας επιστρέψουμε τώρα στην έκθεση του μοντέλου. Έχοντας αναγνωρίσει τις σχετικές κοινωνικές ομάδες για ένα συγκεκριμένο επίτευγμα (σχήμα 4) το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στα προβλήματα που αντιμετωπίζει σε σχέση με αυτό το επίτευγμα (σχήμα 5). Γύρω από κάθε πρόβλημα διάφορες λύσεις μπορούν να επισημανθούν.(σχήμα 6) Για την περίπτωση του ποδηλάτου κάποια προβλήματα και λύσεις υπάρχουν στο (σχήμα 7) στο οποίο η σκιασμένη περιοχή του σχήματος 2 έχει συμπληρωθεί. Αυτός ο τρόπος περιγραφής της αναπτυξιακής διαδικασίας δείχνει καθαρά όλα τα είδη των αντιθέσεων: συγκρουόμενες τεχνικές απαιτήσεις από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες (για παράδειγμα οι επιδώσεις και η ασφάλεια)- συγκρουόμενες λύσεις για το ίδιο πρόβλημα (για παράδειγμα τα ροδάκια ασφαλείας και τα safety ordinaries δηλ standard ασφαλείας)- και οι ηθικές αμφιβολίες (για παράδειγμα γυναίκες με φούστες ή παντελόνια πάνω στα “higk - wheeled” ποδήλατα). Σ’όλη αυτή την κατάσταση διάφορες λύσεις γι’αυτές τις συγκρούσεις και τα προβλήματα είναι δυνατές - όχι μόνο τεχνολογικού χαρακτήρα αλλά επίσης διδακτικού και ηθικού (για παράδειγμα αλλαγή κοινωνικής στάσης απέναντι στις γυναίκες που φοράνε παντελόνια).
Ακολουθώντας την αναπτυξιακή διαδικασία με αυτόν τον τρόπο βλέπουμε διάφορους βαθμούς αύξησης και μείωσης της σταθεροποίησης του κάθε επιτεύγματος. [33] Στη βάση του ο βαθμός της σταθεροποίησης είναι διαφορετικός σε κάθε κοινωνική ομάδα. Χρησιμοποιώντας την ιδέα της σταθεροποίησης βλέπουμε ότι η “εφεύρεση” του ποδηλάτου ασφαλείας δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός (1884) αλλά αποτέλεσμα μιας πορείας 19 χρόνων (1879 - 1898). Για παράδειγμα στην αρχή αυτής της περιόδου δεν φανταζόταν το “ποδήλατο ασφαλείας” αλλά ένα ευρύ πεδίο δικύκλων και τρίκυκλων - και ανάμεσα σε αυτή ένα μάλλον άσχημο κροκοδειλωειδές ποδήλατο με ένα σχετικά μικρό μπροστινό τροχό και αλυσίδα που συνδέονταν με τον πίσω τροχό (η Bicyclette του Lawson ). Κατά το τέλος της περιόδου η φράση “ποδήλατο ασφαλείας” υποδείκνυε ένα ποδήλατο με χαμηλούς τροχούς και πίσω- κίνητο διαμαντοειδή σκελετό και λάστιχα με αέρα. Σαν αποτέλεσμα της σταθεροποίησης του επιτεύγματος μετά το 1898, αυτές οι λεπτομέρειες δεν χρειάζονταν περιγραφή- θεωρούνταν ως δεδομένα και αναγκαία συστατικά του ποδηλάτου ασφαλείας.
Θέλουμε να τονίσουμε ότι το μοντέλο μας δεν χρησιμοποιείται σαν ένα καλούπι στο οποίο όλα τα εμπειρικά δεδομένα πρέπει βεβιασμένα να χωρέσουν. Το μοντέλο έχει αναπτυχθεί με βάση μια σειρά από εμπειρικές μελέτες και όχι από καθαρή φιλοσοφική ανάλυση. Η λειτουργία του είναι περισσότερο διεξοδική - το να φέρει στην επιφάνεια όλες τις απόψεις σχετικές με το σκοπό μας - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επεξηγηματικοί και θεωρητικοί στόχοι ανάλογοι των διάφορων επιπέδων του E.P.O.R. Και όντως όπως έχει δειχθεί αυτό το μοντέλο προχωρά παραπέρα από την απλή περιγραφή τεχνολογικής ανάπτυξης. Δίνει έμφαση στον πολυκλαδικό της χαρακτήρα. Επίσης όπως θα υπογραμμιστεί φέρνει στην επιφάνεια την επεξηγηματική ευλυγισία των τεχνολογικών επιτευγμάτων και τον ρόλο τον οποίο μπορούν να παίξουν οι διάφοροι μηχανισμοί επισφράγισης στην σταθεροποίηση των επιτευγμάτων.
Η κοινωνική δομή των γεγονότων και των τεχνικών επιτευγμάτων.
Έχοντας περιγράψει τις δυο προσεγγίσεις για την μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας με τις οποίες θέλουμε να ασχοληθούμε, θα ζητήσουμε τώρα με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τους παράλληλισμούς μεταξύ αυτών. Σαν τρόπος να εμπλουτίσουμε την συζήτηση μας παραθέτουμε, όπου είναι θεμιτό, εμπειρικά ένθετα σχεδιασμένα από την δικιά μας έρευνα.
Προκειμένω να γίνει κατανοητή η προσέγγιση ενός πολυκατευθυνόμενου μοντέλου για την ανάπτυξη ενός τεχνολογικού επιτεύγματος συναρτήσει των συσχετιζόμενων κοινωνικών ομάδων, των προβλημάτων που δημιουργούνται και των λύσεων που παρουσιάζονται, ακολουθείται μια λεπτομερής περιγραφή του μοντέλου ανάπτυξης του ποδηλάτου.
Επεξηγηματική ευλυγισία
Το πρώτο στάδιο της Ι.P.O.R περιλαμβάνει την επεξηγηματική ευλυγισία των επιστημονικών ευρημάτων. Με άλλα λόγια, πρέπει να δειχθεί ότι διαφορετικές αντιλήψεις της φύσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους επιστήμονες, και έτσι να καταλαβαίνουμε ότι η φύση της από μόνη της δεν προσφέρει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα στο επιστημονικό θέμα. [34]
Στην S.C.O.T το ισοδύναμο του πρώτου σταδίου της Ι.P.O.R φαίνεται να είναι η επίδειξη του ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα κατασκευάζονται και αντιλαμβάνονται βάση κουλτούρας- με άλλα λόγια η επεξηγηματική λειτουργία ενός τεχνολογικού επιτεύγματος πρέπει να πρέπει να δειχθεί. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε μόνο ότι υπάρχει ευλυγισία στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται ή αντιλαμβάνονται τα επιτεύγματα αλλά επίσης στο ότι υπάρχει ευλυγισία στον τρόπο με τον οποίο τα αντικείμενα σχεδιάζονται. Δεν υπάρχει απλά ένας δυνατός τρόπος ή ένας κάλλιστος τρόπος στο να σχεδιάσεις ένα αντικείμενο. Κατά βάση μπορεί να γίνει μια επίδειξη αυτού του πράγματος όμοια με εκείνη που αφορά την επιστήμη, δηλαδή με συνεντεύξεις τεχνολόγων οι οποίοι έχουν εμπλακεί σε μια προσωρινή τεχνολογική διαμάχη. Για παράδειγμα μπορούμε να φανταστούμε ότι αν είχαμε συνεντεύξεις των μηχανικών ποδηλάτων το 1890 θα είχαμε την δυνατότητα να δείξουμε την επεξηγηματική ευλυγισία του επιτεύγματος “λάστιχο με αέρα”. Για μερικούς το επίτευγμα αυτό ήταν η λύση στο πρόβλημα των κραδασμών που είχαν τα ποδήλατα με μικρούς τροχούς. Για άλλους το λάστιχο με αέρα ήταν ένας τρόπος για να πηγαίνεις γρηγορότερα (αυτό υπογραμμίζεται πιο λεπτομερώς παρακάτω). Όμως για άλλη μια ομάδα από μηχανικούς, ήταν ένας άσχημος τρόπος του να κάνεις τα ποδήλατα με χαμηλές ρόδες ακόμα λιγότερο ασφαλή (λόγο του ότι γλιστρούσε πλαγίως) από ότι ήδη ήταν. Για παράδειγμα το παρακάτω σχόλιο το οποίο περιγράφει την έκθεση ποδηλάτων του Stanley είναι αποκαλυπτικό:
Η πιο αξιοθέατη καινοτομία στην κατασκευή του ποδηλάτου είναι η χρησιμοποίηση των λάστιχων αέρα. Τα λάστιχα αυτά είναι κούφια διαμέτρου περίπου 2 ιντσών, και φουσκώνουν με την βοήθεια μιας μικρής τρόμπας αέρα. Λέγεται ότι προσφέρει την πολυτελέστερη οδήγηση το σκληρότερο καουτσούκ και οι πέτρες φαίνονται σαν την πιο απαλή άσφαλτο. Μην έχοντας δοκιμάσει αυτά τα λάστιχα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτά βάση πρακτικής εμπειρίας- αλλά μελετώντας τα από μια θεωρητική σκοπιά, θεωρούμε ότι θα είναι αρκετά δύσκολο το να κρατήσεις τα λάστιχα καλά φουσκωμένα. Ο αέρας υπό πίεση είναι γενικά μια δύσκολη υπόθεση. Από αναφορές εκείνων που έχουν χρησιμοποιήσει αυτά τα λάστιχα, φαίνεται ότι γλιστράνε πιο εύκολα σε λασπωμένους δρόμους. Αν και έτσι φοβόμαστε ότι η χρησιμοποίηση τους για πισω-κίνητη ασφάλεια – κάθε είδους της οποίας είναι λίγο ή πολύ επιρρεπής στο πλάγιο γλίστρημα – είναι εκτός θέματος, καθώς οποιαδήποτε βελτίωση σ’ αυτή τη σειρά πρέπει να γίνει κατά την πρόληψη του πλαγίου γλιστρήματος και όχι στην αύξηση του κινδύνου από αυτό. Πέρα από αυτές τις δυσλειτουργίες η εμφάνιση του λάστιχου καταστρέφει την συμμετρία και την μεγαλοπρεπή εμφάνιση ενός ποδηλάτου και πιστεύουμε ότι μονάχα αυτό είναι αρκετό να αποτρέψει την μαζική τους χρήση (Stanley exhibition of cycles, 1890).
Και όντως άλλα επιτεύγματα θεωρήθηκε ότι πρόσφεραν μια λύση στο πρόβλημα των κραδασμών. Όπως αποκαλύπτει το παρακάτω σχόλιο :
Mε την εμφάνιση των πισω – κίνητων ποδηλάτων ασφαλείας γεννήθηκε η ανάγκη εύρεσης αντικραδασμικών συσκευών καθώς οι μικροί τροχοί αυτών των μηχανών είναι αποδέκτες αρκετών κραδασμών ακόμα και στους καλύτερους δρόμους. Σχεδόν κάθε εκθέτης αυτού του τύπου μηχανής έχει κάποια συσκευή για την μείωση των κραδασμών (Stanley exhibition of cycles, 1889).
Οι πιο πολλές μορφές λύσεων χρησιμοποιούσαν διάφορες κατασκευές ελατηρίων στο σκελετό, τη σέλα, το τιμόνι. Το 1896, ακόμα και μετά που απέκτησε το ποδήλατο ασφαλείας (μαζί με το λάστιχο αέρα) ένα μεγάλο βαθμό σταθεροποίησης, οι σκελετοί με ελατήρια πωλούνταν ακόμα.. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η παρουσίαση αυτή της επεξηγηματικής ευελιξίας από συνεντεύξεις και ιστορικές πηγές είναι μία μόνο από ένα σύνολο από πιθανές μεθόδους. Τουλάχιστον στην μελέτη της τεχνολογίας, άλλη μια μέθοδος είναι εφαρμόσιμη και έχει όντως εφαρμοστεί. Είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες έχουν και θεμελιώδεις διαφορές στις επεξηγήσεις τους για ένα τεχνολογικό επίτευγμα. Αποκαλούμε αυτές τις διαφορές θεμελιώδεις γιατί φαίνεται να εμπλέκονται συστατικά στοιχεία του εκάστοτε επιτεύγματος. Είναι κάτι περισσότερο από αυτό που σωστά ισχυρίζεται ο Mulkay ότι είναι ευκολότερο « το να δείξεις ότι το κοινωνικό μήνυμα της τηλεόρασης ποικίλει και εξαρτάται από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο και υφίσταται».Όπως ο Mulkey σημειώνει : «Είναι πολύ πιο δύσκολο να δείξουμε αυτό που εννοούμε σαν ‘τηλεόραση σε λειτουργία’ από κάποια παρόμοια έννοια που πηγάζει από τα συμφραζόμενα σε κάποια επεξήγηση»
Πιστεύουμε ότι η πλευρά μας (στην οποία διαφορετικές ερμηνείες από κοινωνικές ομάδες τεχνιτών οδηγούν σε διαφορετικά αλυσιδωτά προβλήματα και λύσεις σε διαφορετικές περαιτέρω εξελίξεις) περικλείει την έννοια της τεχνογνωσίας. Το προηγούμενο παράδειγμά μας της ασφάλειας του ποδηλάτου είναι τέτοιου είδους. Άλλο ένα παράδειγμα είναι οι διαφορές μεταξύ της μεγάλης ρόδας . Το νόημα της μεγάλης ρόδας σαν σύμβολο αρρενωπότητας, το γρήγορο ποδήλατο οδήγησε στην ανάπτυξη μεγαλύτερων μπροστινών ροδών (για μια σταθερή γωνιακή ταχύτητα , ένας τρόπος να έχουμε μεγαλύτερη πραγματική ταχύτητα σε σχέση με το έδαφος είναι να αυξήσουμε την ακτίνα του τροχού. Ένα από τα τελευταία ποδήλατα που προερχόντουσαν σαν αποτέλεσμα αυτής της λογικής ήταν το Rudge Ordinary του 1892, το οποίο είχε τροχό 56 ιντσών και λάστιχο αέρος. Αλλά διάφορες ομάδες γυναικών και ηλικιωμένων ανθρώπων έδωσαν μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία στο ποδήλατο με τη μεγάλη ρόδα. Για αυτούς , το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό ήταν η έλλειψη ασφάλειας:
Εξαιτίας της ανισότητας στη διάμετρο των τροχών και το μικρό βάρος του πίσω μέρους του ποδηλάτου και του πίσω τροχού ,επίσης και λόγω της θέσης του αναβάτη πάνω από το κέντρο του μπροστινού τροχού, εάν η μεγάλη μπροστινή ρόδα χτυπούσε σε ένα τούβλο ή σε μια μεγάλη πέτρα στο δρόμο , και ο αναβάτης ήταν απροετοίμαστος ,η απότομη κίνηση του τιμονιού ,συνήθως τον πέταγε πάνω από αυτό. Γι’ αυτό το λόγο το μηχάνημα το θεωρούσαν επικίνδυνο ,και παρόλο που κάποιος μπορεί να ενθουσιαζόταν με το ποδήλατο αυτό ,και εγώ ήμουν ένας από αυτούς κάποτε ,δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ήταν κατάλληλο μόνο για σχετικά νέους και αθλητικούς άνδρες. (Grew 1921, p.8)
Αυτός ο λόγος ήταν η αρχή να χαμηλώσει ο μπροστινός τροχός , να μετακινηθεί προς τα πίσω η σέλα, και να πάρει το μπροστινό πιρούνι μια λιγότερη κάθετη θέση. Μέσα από μια άλλη αλυσίδα προβλημάτων και λύσεων, αυτό συνετέλεσε στην δημιουργία τεχνουργημάτων όπως το ποδήλατο του Lawson (1879) και το Xtraordinary (1878) .Έτσι λοιπόν δεν υπήρχε ούτε ένα ποδήλατο με μεγάλη μπροστινή ρόδα ,υπήρχε το καθαρά ανδρικό-σπορ ποδήλατο, και οδηγηθήκαμε σε νέα σχέδια ποδηλάτων με ακόμα μεγαλύτερη μπροστινή ρόδα, και το μη ασφαλές ποδήλατο, που έδωσε κατεύθυνση για ποδήλατα με χαμηλότερες μπροστινές ρόδες ,σέλες προς το πίσω μέρος του ποδηλάτου ή ανάποδη φορά της μεγάλης και της μικρής ρόδας. Έτσι λοιπόν η ερμηνευτική προσαρμοστικότητα του τεχνουργήματος Penny-farthing πραγματώνεται σε αρκετές διαφορετικές γραμμές σχεδιασμού.
ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ
Το δεύτερο στάδιο του EPOR αφορά τη σχεδίαση μηχανισμών για το κλείσιμο της διαμάχης – ή στο SCOT, για σταθεροποίηση ενός τεχνουργήματος. Τώρα θα διευκρινίσουμε τι εννοούμε όταν με τον όρο κλειστό μηχανισμό δίνοντας παραδείγματα δύο τύπων που φαίνεται ότι έχουν παίξει κάποιο ρόλο σε περιπτώσεις με τις οποίες είμαστε ενήμεροι. Αναφερόμαστε στους συγκεκριμένους μηχανισμούς στους οποίους εστιάζουμε σαν ρητορική προσέγγιση ή προσέγγιση επανεξέτασης του προβλήματος.
ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Τελειοποίηση και προσέγγιση της τεχνολογίας περιλαμβάνει τη σταθεροποίηση ενός τεχνουργήματος και την ‘εξαφάνιση’ των προβλημάτων. Για να κλείσει μια τεχνολογική ‘διαμάχη’ , κάποιος πρέπει να λύσει τα προβλήματα στην κοινή λογική αυτής της λέξης. Το σημείο κλειδί είναι κατά πόσο οι σχετικές κοινωνικές ομάδες βλέπουν τι πρόβλημα να λύνεται. Στην τεχνολογία η διαφήμιση μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό της άποψης και της έννοιας που μια κοινωνική ομάδα δίνει σε ένα τεχνούργημα.[35] Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης για την επιτυχία ενός επιτεύγματος και η αποδοχή του από τις επιμέρους κοινωνικές ομάδες, φαίνεται να είναι ένα σημείο που δεν αφορά αποκλειστικά τις ομάδες αυτές αλλά και τον τρόπο- διαφήμιση- με τον οποίο πλασάρεται το προϊόν. Με άλλα λόγια προσδίδεται ένας έμμεσος τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων με έναν ρητορικό και όχι ουσιαστικό τρόπο, όπως είναι η διαφήμιση. Έτσι λοιπόν, για παράδειγμα, μια προσπάθεια έγινε για να ‘κλείσει’ η’ διαμάχη ασφάλειας’ σχετικά με τη μεγάλη μπροστινή ρόδα ποδηλάτου, απλώς ισχυριζόμενοι ότι το τεχνούργημα ήταν απόλυτα ασφαλές. Μια σχετική διαφήμιση για το ‘facile’(εύκολο) ποδήλατο λεει:
«Ποδηλατιστές! Γιατί να διακινδυνεύετε τα άκρα του σώματός σας όταν για απλή χρήση του δρόμου ένα ‘
facile’ 40 ή 42 ιντσών σας προσφέρει όλα τα πλεονεκτήματα όσα τα άλλα , προσφέροντας ταυτόχρονα σχεδόν απόλυτη ασφάλεια.»Αυτός ο ισχυρισμός της «σχεδόν απόλυτης ασφάλειας» ήταν μια ρητορική κίνηση, αν αναλογιστούμε το ύψος του ποδηλάτου και την μπροστινή θέση του ποδηλάτη, τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν για τους μηχανικούς, προβλήματα γνωστά από άποψη ασφάλειας.
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Έχουμε ήδη αναφερθεί στη διαμάχη σχετικά με τα λάστιχα αέρος.Για τους περισσότερους μηχανικούς ήταν ένα θεωρητικό και πρακτικό τερατούργημα. Για τον κόσμο στην αρχή ήταν ένα αισθητικά απαίσιο εξάρτημα :
Τα παιδιά που κάνανε διανομές με ποδήλατο γέλαγαν με αυτό το λουκάνικο-λάστιχο, οι γυναίκες που δούλευαν στα εργοστάσια αντιδρούσαν το λιγότερο με αμηχανία, ακόμα και οι πιο λογικοί πολίτες ευθυμούσαν μπροστά σε μια κωμικότητα που φτιάχτηκε μόνο για να μετριάσει τη μαυρίλα της καθημερινής τους ρουτίνας .
Για τον
Dunlop και τους άλλους πρωτοστάτες του λάστιχου με αέρα , αρχικά ήταν μια λύση στο πρόβλημα των κραδασμών. Παρόλα αυτά όμως, η κατηγορία των αθλητικών ποδηλατών, που καβαλούσαν τα ποδήλατα με τις μεγάλες μπροστινές ρόδες, δεν το θεωρούσαν καν σαν πρόβλημα .Οι κραδασμοί πρόβαλλαν σαν πρόβλημα μόνο για τους (πιθανούς) αναβάτες των χαμηλότροχων ποδηλάτων .Έτσι λοιπόν , τρεις σημαντικές κοινωνικές ομάδες ήταν αντίθετες με το λάστιχο με αέρα. Όταν, για πρώτη φορά, το λάστιχο αυτό χρησιμοποιήθηκε σε αγωνιστική διαδρομή το κοινό το υποδέχτηκε με γέλια και χλευασμούς .Αυτά , όμως , γρήγορα σταμάτησαν μπροστά στην ταχύτητα που ανέπτυξε και στο τέλος υπήρχε μόνο κατάπληξη όταν ξεπέρασε όλους τους αντιπάλους του .(Croon 1939) Σύντομα οι διοργανωτές έδιναν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στους αναβάτες υψηλόροδων ποδηλάτων αν στους αγώνες υπήρχε συμμετοχή και ποδηλάτων χαμηλόροδων με λάστιχα αέρος .Μετά από λίγο καιρό κανένας αθλητής αξιώσεων δεν το σκεφτόταν να αγωνιστεί με άλλο είδος ποδηλάτου .(Grew 1921)Τι είχε συμβεί; Με σεβασμό σε δύο σημαντικές κατηγορίες, τους αθλητές και το γενικό κοινό, είχε επιτευχθεί προσέγγιση, αλλά όχι πείθοντας τους για την αποτελεσματικότητά του σαν μέσο κατά των κραδασμών. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι νόημα του ποδηλάτου είχε μεταφραστεί [36] σαν λύση για κάποιο άλλο πρόβλημα : του πως να οδηγείς όσο πιο γρήγορα γίνεται. Έτσι λοιπόν, επαναπροσδιορίζοντας το πρόβλημα κλειδί, με σεβασμό πάντα στην κατεύθυνση των λύσεων που πρέπει να προσφέρει ένα μηχανούργημα , επιτεύχθηκε προσέγγιση με δύο σχετικές κοινωνικές ομάδες. Η ικανοποίηση μιας κοινωνικής ομάδας όπως είναι οι αθλητές του ποδηλάτου από το επίτευγμα του λάστιχου αέρος οδήγησε στο να ξεπεραστούν και τα προβλήματα του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Το πως η τρίτη ομάδα , οι κατασκευαστές , κατέληξαν να αποδεχτούν τη του λάστιχου με αέρα είναι μια άλλη ιστορία και δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθούμε με αυτό τώρα . Βέβαια δεν υπάρχει τίποτα ‘φυσικό’ ή λογικό για αυτό τον τύπο προσέγγισης. Μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ταχύτητα δεν είναι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ποδηλάτου, ή ακόμα ότι οι υπάρχουσες πίστες αγώνων δεν ήταν κατάλληλες για να εξακριβωθεί η πραγματική ταχύτητα του ποδηλάτου ( ο ιδεατός κόσμος της πίστας δεν συμβαδίζει απόλυτα με τις συνθήκες που συναντάμε κάθε μέρα στους δρόμους , όπως ένα αγωνιστικό στη F-1 δεν είναι κριτήριο για ένα μέσο οικογενειακό κεντάν ).Επίσης, οι αγώνες ποδηλάτων έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ποδηλάτου, ακόμα τους αγώνες μπορούμε να τους δούμε σαν μια εξειδικευμένη μορφή δοκιμασίας, και αυτό συμβαδίζει με τον πρόσφατο ισχυρισμό του Constant, ότι δηλαδή πρέπει οι διαδικασίες δοκιμής να γίνονται με βάση τη μελέτη της τεχνολογίας. (Constant 1983)
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Εν τέλει , ερχόμαστε στο τρίτο μέρος της μελέτης μας . Το θέμα μας εδώ στην περιοχή της τεχνολογίας , φαίνεται να είναι το ίδιο όπως στην επιστήμη – για να βρούμε την αναλογία του τεχνολογικού επιτεύγματος με το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Αυτή η πλευρά δεν έχει ακόμα χρησιμοποιηθεί στην επιστημονική περίπτωση [37], τουλάχιστον στις σύγχρονες κοινωνιολογικές μελέτες. [38] Παρόλα αυτά η μέθοδος του SCOT κατά την οποία περιγράφονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα με βάση τις ερμηνείες που τους δίνονται από τις σχετιζόμενες κοινωνικές ομάδες , φαίνεται να προτείνει ένα καινούργιο δρόμο. Προφανώς, η κοινωνικοπολιτιστική και πολιτική κατάσταση των κοινωνικών ομάδων καθορίζει τους κανόνες και τις αξίες τους , τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζουν το νόημα που δίνεται σε ένα τεχνούργημα . Επειδή έχουμε δείξει πως διαφορετικές έννοιες μπορούν να δημιουργήσουν διαφορετικές κατευθύνσεις εξέλιξης, το περιγραφικό μοντέλο του SCOT φαίνεται να προσφέρει μια λειτουργική μέθοδο της σχέσης μεταξύ του ευρύτερου περιβάλλοντος και του πραγματικού περιεχομένου της τεχνολογίας. Για να ακολουθήσετε αυτή τη γραμμή ανάλυσης , δείτε για τον Bijker (σε αυτό το κεφάλαιο) .
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σε αυτό το κεφάλαιο ασχοληθήκαμε με το να περιγράφουμε μια ολοκληρωμένη κοινωνική προσέγγιση της κατασκευαστικής έννοιας, στην εμπειρική μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Κάναμε μια ανασκόπηση αρκετών σχετικών βιβλίων και πολλών θεμάτων διαμάχης. Δείξαμε ότι η κοινωνική προσέγγιση στην κατασκευαστική έννοια , είναι μια ζωντανή παράδοση ανάμεσα στην κοινωνιολογία της επιστήμης και ότι υπόσχεται μεγαλύτερη και ευρύτερη χρήση . Κάναμε επίσης μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που αναφέρεται στη σχέση επιστήμης και τεχνολογίας,
και δείξαμε ότι και εδώ η κοινωνική προσέγγιση της κατασκευαστικής έννοιας , άρχισε να δρέπει καρπούς . Τέλος ανασκοπήσαμε μερικές από τις κύριες παραδόσεις στις τεχνολογικές μελέτες. Συζητήσαμε ότι οι καινούργιες μελέτες και μεγάλο μέρος της ιστορίας της τεχνολογίας , είναι ακατάλληλα για τους κοινωνιολογικούς μας σκοπούς . Αναφερθήκαμε επίσης σε μερικές πρόσφατες εργασίες στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας και σημειώσαμε ενθαρρυντικά σημάδια , τα οποία ένα νέο κύμα κοινωνικό-τεχνολογικών μελετών αρχίζει να τα αναδεικνύει .Μετά περιγράψαμε πιο λεπτομερώς τις δύο προσεγγίσεις – η μια στον τομέα της κοινωνιολογίας με βάση την επιστημονική γνώση (
EPOR) και η άλλη στον τομέα της κοινωνιολογίας της τεχνολογίας (SCOT) – στις οποίες βασίσαμε την ολοκληρωμένη μας θεώρηση. Στο τέλος , δείξαμε την ομοιότητα των επεξηγηματικών στόχων των δυο προσεγγίσεων και διευκρινίσαμε τους στόχους , με παραδείγματα παρμένα από την τεχνολογία . Ειδικότερα , είδαμε ότι οι αρχές της διερμηνευτικής ευελιξίας και του μηχανισμού προσέγγισης και η γνώμη των κοινωνικών ομάδων μπορούν να προσφέρουν εμπειρική γνώση , στην κοινωνική μελέτη της τεχνολογίας .Όπως σημειώσαμε σε αυτό το κεφάλαιο , η κοινωνιολογία της τεχνολογίας δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί , σε σχέση με την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης . Θα ήταν κρίμα αν τα πλεονεκτήματα των νεότερων πεδίων , δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να ρίξουν φως στη μελέτη της τεχνολογίας . Από την άλλη πλευρά , στις μελέτες μας της τεχνολογίας , φαινόταν να είναι καρποφόρα να περιλαμβάνονται διάφορες κοινωνικές ομάδες στην ανάλυση , και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι αυτή η μέθοδος μπορεί να αποφέρει καρπούς και στην μελέτη της επιστήμης . Επίσης η ολόπλευρη προσέγγιση στην κοινωνική μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας , δείχνει πως η κοινωνιολογία της τεχνολογίας και η κοινωνιολογία της επιστήμης μπορούν να βοηθήσουν η μια τη άλλη .
Αποφαίνονται θετικά στο κύριο ερώτημα που αποτελεί άλλωστε και το μείζων θέμα αυτής μελέτης, ότι δηλαδή η κοινωνιολογία της επιστήμης και η αντίστοιχη της τεχνολογίας είναι δυνατόν να βοηθήσει η μία την άλλη.Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος , και ίσως ακόμη πιο σημαντικός , να αμφισβητήσουμε μια τέτοια ολόπλευρη προσέγγιση . Και αυτό μας φέρνει σε μια ερώτηση που πολλοί αναγνώστες μπορεί να περίμεναν ότι θα μας απασχολούσε στην πρώτη παράγραφο αυτού του κεφαλαίου , δηλαδή την ερώτηση πως θα ξεχωρίσουμε την τεχνολογία από την επιστήμη. Νομίζουμε ότι θα ήταν μη καρποφόρο να κάνουμε εκ των προτέρων μια τέτοια διάκριση. Αντί για αυτό , φαίνεται καλύτερο να ξεκινήσουμε με κοινής λογικής αντιλήψεις της τεχνολογίας και της επιστήμης και να τα μελετήσουμε με έναν πιο ολοκληρωμένο τρόπο , όπως προτείναμε . Οποιεσδήποτε ενδιαφέρουσες διαφορές υπάρχουν θα φανούν καλύτερα μέσα από ένα τέτοιο πρόγραμμα . Αυτό θα συνέθετε άλλη μια συμπαγής κατάληξη της ολόπλευρης μελέτης της κοινωνικής δομής των γεγονότων και των τεχνουργημάτων.
Προκειμένω να επιτευχθεί αυτός ο στόχος προτείνεται από τους μελετητές να μην διαχωρίζεται εκ των προτέρων επιστήμη και τεχνολογία. Άλλωστε οι διαφορές αυτές είναι αναμενόμενο να βγουν στην επιφάνεια για παράδειγμα μέσα από ένα πολυκατευθυνόμενο μοντέλο ανάπτυξης ενός τεχνολογικού επιτεύγματος του οποίου η διαλλακτική σχέση με τις κοινωνικές ομάδες που το χρησιμοποιούν να οδηγήσει σε κατευθύνσεις επαναπροσδιορισμού της θεωρητικής βάσης του –επιστήμη- προκειμένω να βελτιωθούν μερικά χαρακτηριστικά του ή να προστεθούν άλλα. Με τον τρόπο αυτό γίνεται μια περισσότερο εμπειρική παρά θεωρητική διαχώριση επιστήμης και τεχνολογίας και εξετάζεται το ζήτημα της κοινωνιολογικής τους προσέγγισης με πρακτικούς τρόπους που είναι δυνατόν να τροφοδοτήσουν την περαιτέρω πρόοδο φεύγοντας πια από μια αποστειρωμένη θεωρητική βάση.
Παραπομπές Notes
[1]. Το διαζύγιο επιστήμης και τεχνολογίας φαίνεται να είναι επακόλουθο όχι τόσο της έλλειψης γενικότερων στόχων στις «επιστημονικές μελέτες», αλλά κυρίως από την έλλειψη εμπειρικών εργασιών πάνω σε αυτούς τους τομείς. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, η νέα κοινωνιολογία της επιστήμης μπορεί να ασκηθεί καλύτερα από ερευνητές που έχουν προηγούμενη εμπειρία στις επιστημονικές μελέτες ή τουλάχιστον είναι σχετική με την φιλολογία γύρω από την τεχνολογία (πράγματι πολύ ερευνητές είναι πρώην φυσικοί επιστήμονες). Όμοια R&D μελέτες που έχουν ως κέντρο ανάλυσης τους εταιρίες και την αγορά γενικότερα απαιτούν την εκπόνηση τους από ειδικούς οικονομολόγους. Τέτοιου είδους εργασίες δεν βοηθούν εύκολα στην κατανόηση επιστήμης και τεχνολογίας, με εξαίρεση αυτή του Ravetz(1971), που τόσο επιστήμη, όσο και τεχνολογία αντιμετωπίζονται μέσα από ένα κοινό πλαίσιο εργασίας.
[2]. Μια περιληπτική ανασκόπηση μπορεί να βρεθεί στους Mulkay και Μilic (1980)
[3]. Για μια πρόσφατη ανασκόπηση της κοινωνιολογίας της γνώσης, βλ. Collins (1983c).
[4]. Μια συζήτηση για την τελευταία εργασία ( στην πλειονότητα τους αφορά τους Robert Merton και τους φοιτητές του), βλ. Whitney (1972).
[5]. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Barnes (1974), Mulkay (1979b), Collins (1983c), Barnes & Edge (1982). Οι προελεύσεις αυτής της προσέγγισης μπορούν να βρεθούν στον Fleck (1935).
[6]. Βλ., για παράδειγμα, Latour & Woolgar (1979), Knorr – Cetina (1981), Lynch (1985a), και Woolgar (1982)
[7]. Βλ., για παράδειγμα, Collins(1975), Wynne (1976), Pinch (1977,1986), Pickering (1984) και τις μελέτες των Pickering , Hervey, Collins, Travis, & Pinch στον Collins (1981a).
[8]. Collins & Pinch (1979, 1982)
[9]. Robbins & Johnston (1976) για μια γραμμική ανάλυση των δημοσίων επιστημονικών αμφισβητήσεων, βλ. Gillespie κ.α. (1979) και McCrea & Markle (1984)
[10]. Μερικές από τις πιο πρόσφατες διαφωνίες μπορούν να βρεθούν στον Knorr-Cetina & Mulkay (1983).
[11]. To locus classicus στην μελέτη του Hessen (1931).
[12]. Βλ. για παράδειγμα de Solla Price (1969), Jevons (1976) & Mayr (1976).
[13]. Βλ. για παράδειγμα Schumpeter (1928,1942), Schmookler (1966,1972), Freeman (1974, 1977) & Scholz (1976).
[14]. Βλ. για παράδειγμα, Rosemberg (1982), Nelson & Winter (1977,1982), Dosi (1982,1984). Μια μελέτη που προηγήθηκε αυτών είναι των Rosenberg και Vincenti (1978).
[15]. Υιοθετήθηκε από τον Uhlmann (1978), p.45
[16]. Για άλλη μια κριτική των γραμμικών αυτών μοντέλων βλ. Kline (1985).
[17] Ο Shapin έγραψε πως : μια κατάλληλη προοπτική στην χρήση της επιστήμης θα αποκάλυπτε πως η κοινωνιολογία της γνώσης και η ιστορία της τεχνολογίας έχουν πολλά περισσότερα κοινά από ότι νομίζουμε.(1980, p.132). Αν και η γνώμη αυτή μας είναι προσφιλής, πιστεύουμε πως τώρα είναι πλέον ώριμος ο καιρός για να αναζητήσουμε τις ιστορικές μελέτες.
[18].
Εγχειρίδια που περιγράφουν ρητινώδη στοιχεία αναφέρουν τον Βακελίτη αλλά όχι με την προσήλωση που αναδρομικά εμείς σκεφτόμαστε ότι θα του άξιζε. Ο καθηγητής Max Bottler για παράδειγμα αφιέρωσε μόνο μια σελίδα στον βακελίτη στο βιβλίο του που είχε 228 σελίδες, με θέμα τις ρητίνες και την βιομηχανία τους.(Bottler 1924). Ακόμα και όταν αφιερώθηκε σε ένα άλλο βιβλίο για τις συνθετικές ρητίνες, ο βακελίτης δεν έλαβε μια αναμφισβήτητη πρώτη θέση. Μόνο το μισό βιβλίο είναι αφιερωμένο στην φαινόλη και την φορμαλδεΰδη, και μόνο το μισό από αυτό το κομμάτι στον βακελίτη (Bottler 1919). Βλ επίσης Matthis (1920).[19]. Για έναν απολογισμό των επιτυχιών του βακελίτη βλ. Bijker (σε αυτό το τεύχος)
[20]. Βλ. για παράδειγμα, Constant (1980), Hudges(1983) & Hanieski (1973)
[21]. Βλ. για παράδειγμα, Noble (1979), Smith (1977), & Lazonick (1979)
[22]. Βλ. για παράδειγμα, Vincenti (1986).
[23]. Υπάρχει μια αμερικανική παράδοση στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας (βλ. για παράδειγμα Gilfillan 1935, Ogburn 1945 Ogburn & Meyers Nimkoff 1955 & Westrum 1983). Για μια συνοπτική εικόνα στον αντίστοιχο τομέα στην Γερμανία ανατρέξτε στον Jokisch 1982.Πολλές μελέτες στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας που προσπάθησαν να σπάσουν τα κατεστημένα μπορείτε να βρείτε στον Krohn (1978).
[24]. O Dosi χρησιμοποιεί την ιδέα της τεχνολογικής τροχιάς, που αναπτύχθηκε από τον Nelson & Winter (1977) βλ επίσης Van den Belt & Rip (σ’ αυτό τον τόμο). Άλλες προσεγγίσεις βασιζόμενες στην ιδέα του Κuhn περί κοινωνικά δομημένης επιστήμης αναφέρονται από τον Bijker σε αυτόν τον τόμο. Βλ επίσης Constant (σε αυτόν τον τόμο) & Laudan (1984a).
[25]. Το παράδειγμα του Kuhn ευελπιστεί να χρησιμοποιηθεί κατευθείαν από τους κοινωνιολόγους της επιστήμης. Πράγματι υπάρχει ένας αριθμός μελετών που προσπάθησαν να αναγνωρίσουν φάσεις στην επιστήμη όπως ακριβώς επιβάλλει το παράδειγμα του Kuhn. (φάσεις όπως: προ-παραδειγματισμός, κανονικές και εξτρεμιστικές). Γρήγορα έγινε παραδεκτό ότι οι όροι που θέτει ο Κuhn δεν έχουν κανονικοποιηθεί και αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα με διάφορες ερμηνείες. Βλ για παράδειγμα την μελέτη για το αν η ανάλυση του Kuhn συνεισφέρει στην ψυχολογία, Παλέρμο (1973). Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι η συμβολή του Barnes στην επιχειρηματολογία για την εργασία του Κuhn. (Barnes 1982b).
[26]. Για μια αξιόλογη ανασκόπηση στην εργασία του Marxist σε αυτό τον τομέα, βλ. MacKenzie (1984).
[27]. Για μια προσωρινή αναφορά σε αυτή την μελέτη βλ. Bijker (1984). Tα πέντε τεχνικά επιτεύγματα που μελετήθηκαν είναι ο βακελίτης, το φθορίζων φως, η ασφάλεια στο ποδήλατο, το τρανζίστορ και το Sulzer loom. βλ. επίσης Βijker (παρόν τεύχος)
[28]. Εργασία η οποία θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ακολούθησε το EPOR μοντέλο, εκπονήθηκε πρώτα από τους Collins, Pinch & Travis στο Κέντρο Επιστημονικών Μελετών του παν/μίου του Bath και επίσης από τους Harvey & Pickering στην μονάδα επιστημονικών μελετών του παν/μίου του Εδιμβούργου. Βλ για παράδειγμα τις αναφορές στην παραπομπή 7.
[29]. Βλ. Bijker & Pinch (1983) & Bijker (1984 και στο παρόν τεύχος). Μελέτες από Van den Belt (1985), Schot (1985,1986), Jelsma & Smit (1986) & Elzen (1985,1986) βασίζονται επίσης στο SCOT.
[30]. O Constant χρησιμοποίησε μια αντίστοιχα επαναστατική προσέγγιση. Τόσο το δικό μας όσο και το μοντέλο του Constant φαίνεται δίνουν έναυσμα στην επαναστατική επιστημολογία. Βλ για παράδειγμα Toulmin (1972) & Campbell (1974). Ο Elster (1983) δίνει μια ανασκόπηση των επαναστατικών μοντέλων των τεχνικών αλλαγών. Βλ επίσης Van den Belt & Rip (παρόν τεύχος).
[31]. Χρησιμοποιούμε το μοντέλο του ποδηλάτου με το σκεπτικό ότι καλύπτει ακριβώς αντίστοιχο φάσμα στον κοινωνικό ιστό όπως το αεροπλάνο και το αυτοκίνητο. Άλλωστε η βιομηχανική ανάπτυξη των δύο τελευταίων βασίστηκε στο μοντέλο τεχνολογικής ανάπτυξης του ποδηλάτου και αυτό γίνεται πιο σαφές για τους Βρετανούς, τους Ολλανδούς και τους Γάλλους στις χώρες των οποίων πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα και βασικά στάδια αυτών των εξελίξεων. Πολλές φίρμες αυτοκινήτων ξεκίνησαν από την κατασκευή ποδηλάτων όπως : Triumph, Rover, Humber κ.α.(Caunter 1955,1957) Οι αδελφοί Wright ασχολήθηκαν με τα ποδήλατα, πριν κατασκευάσουν τις πρώτες πτητικές μηχανές, των οποίων τα εξαρτήματα προέρχονταν κυρίως από τα ποδήλατα. (Gibbs-Smith 1960).
[32]. Δεν υπάρχει καθορισμένη συνταγή για το πώς θα ορίσουμε μια κοινωνική ομάδα. Ποσοτικά εργαλεία που χρησιμοποιούν δεδομένα για τεχνολογικά επιτεύγματα και την επιτυχία τους, θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε μερικές περιπτώσεις. Περισσότερες έρευνες πρέπει να γίνουν προκειμένω να οργανωθούν επιχειρησιακά οι αντιλήψεις περί συσχετιζόμενων κοινωνικών ομάδων για μια ποικιλία ιστορικών και κοινωνικών ερευνών. Βλ επίσης Law (παρόν τεύχος) για την οριοθέτηση των δικτύων και Bijker (παρόν τεύχος).
[33]. Προηγούμενα δύο διαφορετικές ιδέες χρησιμοποιήθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σταθεροποίησης (Bijker 1984). Oι αναπαραστάσεις (reifications) χρησιμοποιήθηκαν για να τονίσουν την κοινωνική ύπαρξη, ύπαρξη στην συνείδηση των μελών μιας κοινωνικής ομάδας. Η Οικονομική σταθεροποίηση χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την οικονομική υπόσταση ενός επιτεύγματος στην αγορά. Και οι δύο ιδέες χρησιμοποιούνται συνεχώς και συσχετιζόμενες μεταξύ τους, όπως σε φράσεις: το μέγεθος της αναπαράστασης των υψηλότροχων είναι υψηλότερος στους νέους από ότι στους μεγαλύτερους.
[34]. Οι χρήσεις της ερμηνευτικής ευλυγισίας και της ρητορικής προσέγγισης στην επιστήμη προωθούνται από τους Pinch & Bijker(1984).
[35]. Οι διαφημίσεις φαίνεται να αποτελούν μια μεγάλη και καρποφόρα πηγή δεδομένων για την εμπειρική κοινωνική μελέτη της τεχνολογίας. Οι προτάσεις των επαγγελματιών της διαφήμισης για τις διαφορετικές ομάδες καταναλωτών συνηγορούν σε μεγάλο βαθμό με τις ποικίλες συσχετιζόμενες κοινωνικά ομάδες ενός επιτεύγματος. Βλ για παράδειγμα Schwartz Cowan (1983) & Bijker (παρόν τεύχος).
[36]. H ιδέα της ερμηνείας έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε ένα ευρύτερο πεδίο από τους Callon (1980b, 1981b,1986), Callon & Low (1982) & Latour (1983,1984).
[37].Ένα μοντέλο όπως αυτό του τρίτου σταδίου προσφέρεται σαν επεξήγηση από τον Collins(1983a).
[38]. Ιστορικές μελέτες που υπόκεινται στο 3ο στάδιο μπορεί να βοηθήσουν σε αυτό το σημείο. Βλ γιa παράδειγμα MacKenzie (1978), Shapin (1979, 1984) & Shapin-Schaffer (1985).
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος