Νικόλας Γαλάνης [1690]

Νικολέτα Δημοπούλου [1696]

Ροδούλα Καφτάκη [1798]

Ευτυχία Σόρκου [1768]

Μαρία Χριστοπούλου [1787]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάιος 1999

 

 

 

Η ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ

Dan L. Burk

 

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε λιγότερο από μια δεκαετία από την έκδοσή του, το όραμα του Bruce Sterling για έναν ηλεκτρονικά διασυνδεόμενο κόσμο όπου η πληροφορία θα αναζητά καταφύγιο στο εμπόριο της κλεμμένης γνώσης, δεν είναι πλέον αντικείμενο επιστημονικής φαντασίας. Η δημιουργία και ανάπτυξη του internet έχει σίγουρα οδηγήσει στην έλευση ενός ηλεκτρονικά διασυνδεόμενου κόσμου και οι πειρατές των δεδομένων ενδέχεται να μην είναι μακριά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, οι πολιτικοί αγωνίζονται ήδη για να εφαρμόσουν πολιτικές για την προστασία πολύτιμων εθνικών πληροφοριών από την ηλεκτρονική αρπαγή. Οι εμπνευστές αυτών των πολιτικών διαβλέπουν στον ορίζοντα την πειρατική σημαία των ψηφιακών πειρατών, οι οποίοι με τη στήριξη και προστασία των πληροφοριακά υπανάπτυκτων εθνών θα εξορμούν για να κλέβουν τα προϊόντα των “πλούσιων” και αντίστοιχα ανεπτυγμένων παραγωγών της πληροφορίας.

Απομένει πλέον να δούμε αν και κατά πόσο τέτοιοι φόβοι έχουν αντίκρισμα. Ακόμη και οι πειρατές των δεδομένων μπορεί να έχουν και την καλή τους πλευρά. Μερικοί ενδεχομένως να κλέβουν από τους πλουσίους και να δίνουν στους φτωχούς, κάτι το οποίο μάλλον δε θα είναι και τόσο δυσάρεστο στους τελευταίους. Άλλοι πιθανόν να κλέβουν από τα μονοπώλια και να δίνουν στους καταναλωτές, που αντίστοιχα θα είναι ευχάριστο για τους καταναλωτές. Αν φανταστούμε τους φορείς της πληροφορίας, εν γένει, ως ένα καράβι, τότε, σε κάθε περίπτωση, η απειλή του από τους ψηφιακούς πειρατές ίσως αναγκάσει τους σχεδιαστές πολιτικής να το καταστήσουν πιο στεγανό ώστε να ικανοποιηθούν όλοι οι επιβαίνοντες. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, οι πειρατές δεδομένων μπορεί και να εξαναγκάσουν ορισμένους πολιτικούς σε παραίτηση, κάτι που ίσως θα ικανοποιούσε τους πάντες.

Ο Dan le Burk, στον οποίο ανήκει το πρωτότυπο κείμενο, αμφισβητεί ότι το internet, προωθώντας το διεθνή ανταγωνισμό ανάμεσα σε δυο ξεχωριστές αλλά αλληλοσχετιζόμενες αγορές, θα επιδράσει δραστικά στη διαμόρφωση εθνικής και διεθνούς πληροφοριακής πολιτικής. Ανταγωνισμός μπορεί να υπάρχει σε διάφορα επίπεδα όπως στο εθνικό επίπεδο, στο επίπεδο των επιχειρήσεων ή ακόμη και στο ατομικό επίπεδο. Κυρίως διαφωνεί ότι το internet θα διευκολύνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις εταιρείες για πληροφοριακά προϊόντα και ανάμεσα στα κράτη για τους νόμους και τις ρυθμίσεις που αφορούν στην πνευματική ιδιοκτησία. Παράλληλα, όπως πιστεύει, το internet θα διευκολύνει την αντικειμενοποίηση του κόστους και στις δυο αγορές, μειώνοντας δραστικά τα κέρδη λόγω αυξημένου ανταγωνισμού. Για την κατανόηση του πώς αυτά μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα, θα πρέπει να κάνουμε μια σύντομη μελέτη αναφορικά με τη φύση του δικτύου.

 

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

Οι βαθιές συνέπειες που το internet υπόσχεται να έχει στον ανταγωνισμό για την πληροφορία πηγάζουν από συγκεκριμένα τεχνικά χαρακτηριστικά των δικτυακών επικοινωνιών. Αρχικά, το internet είναι ένα δίκτυο που βασίζεται στη μεταγωγή πακέτων δεδομένων. Οι πληροφορίες που πρόκειται να μεταφερθούν κατά μήκος του δικτύου “σπάνε” σε ξεχωριστά μικρά πακέτα από bits τα οποία προσδιορίζονται από τη διεύθυνση του τελικού προορισμού τους. Τα πακέτα στέλνονται όταν το κανάλι μεταφοράς είναι διαθέσιμο και συναρμολογούνται πάλι στο σημείο λήψης. Έτσι, τα κανάλια επικοινωνίας, σε πραγματικό χρόνο, δεν αφιερώνονται εξ ολοκλήρου σε μια απλή μεταφορά όπως γίνεται για παράδειγμα με τις συμβατικές τηλεφωνικές γραμμές, με τα ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα και τα συναφή. Αντίθετα, πακέτα από ποικίλες προελεύσεις μπορούν να μοιράζονται τον ίδιο δίαυλο, όσο το εύρος του καναλιού το επιτρέπει, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο σε μια πιο αποδοτική χρήση της διαθέσιμης χωρητικότητας.

Ακολούθως, ο σχεδιασμός του internet σχετίζεται στενά με τις λεγόμενες “έξυπνες επικοινωνίες”. Καθώς το internet είναι ένα δίκτυο από υπολογιστές, η μηχανική νοημοσύνη είναι διαθέσιμη σε κάθε κόμβο του δικτύου κι αυτό καθίσταται πλήρως αξιοποιήσιμο. Οι υπολογιστές σε κάθε κόμβο παρακολουθούν την κίνηση του δικτύου και κατευθύνουν τα πακέτα κατά μήκος των λιγότερο φορτωμένων γραμμών προς το επόμενο κομβικό σημείο, όπου η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό, πακέτα που περιέχουν ένα απλό μήνυμα ενδέχεται να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές προς τον τελικό προορισμό τους. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κεντρικός συντονισμός της κυκλοφορίας, το σύνολο των επιμέρους τοπικών κατευθυντήριων μηχανισμών μετακινεί τα πακέτα κατά μήκος της πιο αποδοτικής διαδρομής, σαν να γίνεται από κάποιο “αόρατο χέρι”

Τέλος, όπως αναμένεται λόγω του τρόπου μεταγωγής των δεδομένων, το internet λειτουργεί σαφώς διαφορετικά από το φυσικό κόσμο. Αρχικά σχεδιασμένο για να προωθήσει τη συνεισφορά επιστημονικών εφοδίων και πηγών πληροφοριών, το δίκτυο απαρτίζεται από πληθώρα χαρακτηριστικών που επιτρέπουν την εκ του μακρόθεν πρόσβαση σε τέτοιες ευκολίες. Οι χρήστες του internet μπορούν να προσεγγίσουν υπολογιστές και πληροφορίες που αφορούν σε μια ήπειρο ή σε ολόκληρο τον κόσμο με την ίδια ευκολία που μπορούν να ανατρέξουν σε πηγές πληροφορίας στο διπλανό τους δωμάτιο. Μάλιστα, σε άμεση εξάρτηση με την ταχύτητα του δικτύου, η πρόσβαση αυτή μπορεί να αποδειχθεί γρηγορότερη και πιο συγκεκριμένη. Τόσο χάσμα υπάρχει ανάμεσα στο δίκτυο και το φυσικό κόσμο που συχνά είναι σχεδόν αδύνατο να προσδιοριστεί η γεωγραφική προέλευση μιας πηγής πληροφοριών ή ενός χρήστη. Τέτοιες πληροφορίες δεν είναι σημαντικές για τη λειτουργία του δικτύου ή για τους σκοπούς των δημιουργών του, έτσι και ο σχεδιασμός του προνοεί ελάχιστα για γεωγραφική επιλεκτικότητα.

Αυτή η δομή του δικτύου ήδη υποστηρίζει πρόσβαση σε μια ευρεία ποικιλία από πληροφοριακά εργαλεία που περιλαμβάνουν βάσεις δεδομένων και υπολογιστικές διευκολύνσεις καθώς επίσης και αρχεία κειμένου, μουσικής, γραφικών και λογισμικού. Οι πληροφορίες και οι βασιζόμενες σε αυτές υπηρεσίες του δικτύου παρέχονται κατά παράδοση δωρεάν. Ωστόσο, όλο και περισσότερο αυτό θα γίνεται σε εμπορική βάση. Στο παρόν, η εμπορική κίνηση στο δίκτυο συνήθως επικεντρώνεται στη διακίνηση φυσικών αγαθών, ωστόσο η προσφορά προϊόντων ψηφιοποιημένης πληροφορίας όπως μουσική, φωτογραφίες, βιβλία, κινούμενα σχέδια και λογισμικό μπορεί να επιτευχθεί εξ ολοκλήρου μέσα στο δίκτυο. Τέτοια αγαθά ήδη αποτελούν τμήμα του ογκώδους εθνικού προϊόντος των ανεπτυγμένων εθνών και το τμήμα αυτό έχει αυξητικές τάσεις παγκοσμίως. Και είναι η χωρητικότητα του δικτύου που επιτρέπει την ανταλλαγή τέτοιων προϊόντων το στοιχείο εκείνο που ίσως προκαλέσει κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις για τη δομή της αγοράς.

Τα χαρακτηριστικά του δικτύου, όπως περιγράφτηκαν πιο πάνω, υποδηλώνουν ότι το εμπόριο στο internet ενδέχεται να μην ακολουθήσει συμβατικά πρότυπα περιφερειακής οικονομικής οργάνωσης που αναπτύχθηκαν για να περιγράψουν και να προβλέψουν την ανταλλαγή υλικών αγαθών στη φυσική ζωή. Τέτοιες αναλύσεις περιφερειακής δομής προσεγγίζουν σε μεγάλο βαθμό το πρότυπο διανομής που πρωτοδιατυπώθηκε από τον August Lösch, το οποίο προβλέπει μια χωρική κατανομή των κέντρων παραγωγής-πόλεων- βασισμένη στο συνδυασμό εγγύτητας στους εμπορικούς αντιπροσώπους παραγωγής και εγγύτητας στα σημεία πώλησης των προϊόντων στους καταναλωτές. Το ζήτημα του κόστους μεταφοράς είναι το κλειδί σε μια τέτοια ανάλυση. Έπειτα από κάποιο οριακό σημείο απόστασης από τα κέντρα παραγωγής, η μεταφορά των πρώτων υλών σ’ αυτά καθίσταται απαγορευτική. Ομοίως, έπειτα από κάποιο οριακό σημείο απόστασης από το κέντρο παραγωγής, περιορίζεται το εύρος της αγοράς που δυνητικά μπορεί να εξυπηρετηθεί από αυτό. Εκεί που τα όρια αυτά συγκλίνουν, μπορεί να αναπτυχθεί ένας νέος κλάδος της παραγωγής που θα εξελιχθεί στο εστιακό σημείο ενός νέου “κυττάρου” της παραγωγής και δραστηριότητας της αγοράς.

Οι εμπορικές συναλλαγές μέσω του internet αναμένεται να προσβάλουν το πρότυπο του Lösch, καθώς τα χαρακτηριστικά του internet καταρρίπτουν συγκεκριμένες υποθέσεις που ενυπάρχουν στο πρότυπο αυτό. Η πιο σημαντική από αυτές τις υποθέσεις είναι ότι το κόστος μεταφοράς των αγαθών αυξάνει ανάλογα με την απόσταση. Αυτό είναι εύλογο στα όρια του φυσικού κόσμου, όπου τα έξοδα για καύσιμα κι άλλους πόρους είναι απαραίτητα για τη μεταφορά των υλικών αγαθών από ένα μέρος σε ένα άλλο. Ωστόσο, το είδος των αγαθών που ταιριάζουν καλύτερα στο εμπόριο μέσω του δικτύου είναι πληροφοριακά προϊόντα τα οποία μεταφέρονται σε ψηφιακή μορφή. Τα bits όμως στερούνται φυσικής υπόστασης, έτσι αναιρούνται τα έξοδα που προκύπτουν από τη συμβατική μεταφορά υλικών αγαθών. Το ίδιο ισχύει και για τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πληροφοριακών αγαθών: κώδικες, ψηφιοποιημένη μουσική ή κείμενο και αριθμητικά δεδομένα δε χρίζουν δαπανηρής φυσικής μεταφοράς. Σε καμία περίπτωση η προσφορά πληροφοριακών αγαθών μέσω του internet δεν είναι ανέξοδη, δεδομένου ότι απαιτεί τηλεπικοινωνιακή υποδομή η οποία και έχει περιορισμένο εύρος. Όμως τα έξοδα που απορρέουν από τη διακίνηση των αγαθών μέσω του δικτύου είναι σχετικώς χαμηλότερα και δε συνδέονται απαραίτητα με τη γεωγραφική απόσταση.

Αυτό προκύπτει από την έλλειψη ομοιομορφίας ανάμεσα στον κυβερνοχώρο και στο φυσικό χώρο. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι μεταφορές στο internet δε βασίζονται στη φυσική απόσταση: αντί για την επιλογή της πιο άμεσης κατεύθυνσης, το internet θα προωθήσει τα πακέτα πληροφοριών στις λιγότερο φορτωμένες γραμμές. Αυτό σημαίνει αποδοτική χρήση του bandwidth χωρίς απαραίτητα να ακολουθείται η μικρότερη φυσική απόσταση. Μάλιστα, σε αντίθεση με τα συμβατικά πρότυπα παραγγελιών, η επιλογή της μικρότερης διαδρομής ανάμεσα στον αποστολέα και τον παραλήπτη ενδεχομένως να αύξανε το κόστος. Αυτό, μαζί με τη συνολική “διαφάνεια” του δικτύου σε σχέση με τη φυσική απόσταση, υποδηλώνει ότι μια ομαλή κατανομή των κέντρων παραγωγής στο internet είναι απίθανη: τα οικονομικά εμπόδια που επιβάλλουν τις έδρες τέτοιων κέντρων στο φυσικό χώρο είναι ανύπαρκτα ή καταρχήν διαφορετικά στον κυβερνοχώρο.

Αν και το internet σε μεγάλο βαθμό καθιστά ασήμαντη τη γεωγραφική παράμετρο για την έδρα των κέντρων παραγωγής πληροφοριακών προϊόντων, ωστόσο αυτή θα επηρεάζεται από τις επιταγές άλλων, οικονομικών εμποδίων. Αλλά όπως και στην περίπτωση των γεωγραφικών ορίων, αυτοί οι περιορισμοί οποσδήποτε δε θα έχουν συμβατικό φυσικό χαρακτήρα. Η σύγχρονη οικονομία προβλέπει ότι η επιλογή της έδρας μιας βιομηχανίας θα γίνεται στη βάση του λεγόμενου σχετικού πλεονεκτήματος συγκεκριμένων τοποθεσιών. Χαρακτηριστικά που το στοιχειοθετούν θα μπορούσαν να είναι η εγγύτητα, διαθεσιμότητα σε πρώτες ύλες ή και η πρόσβαση σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ότι το internet καθιστά την εγγύτητα στο φυσικό χώρο λιγότερο σημαντική για την παραγωγή των πληροφοριακών αγαθών. Επιπροσθέτως, τα εισαγωγικά μέσα για μια τέτοια παραγωγή θα διαφέρουν σε ευελιξία από αυτά των παραδοσιακών βιομηχανιών.

Για παράδειγμα, σε αντίθεση με βιομηχανίες στις οποίες απαιτούνται πολλά υλικά εφόδια για τη δημιουργία κατασκευαστικών μονάδων, ο αντίστοιχος εξοπλισμός που χρειάζεται στην παραγωγή πληροφοριακών αγαθών είναι σχετικά ευέλικτος. Μερικές χιλιάδες δολάρια-η αξία ενός υπολογιστή- είναι αρκετά για να δημιουργήσουν γρήγορα μια on-line πηγή πληροφοριών ενώ επιπλέον ένας τέτοιος εξοπλισμός, δηλαδή ένας υπολογιστής, τείνει να γίνει εύκολα μετακινήσιμος. Επίσης, η θεμελιώδης πρώτη ύλη για τα πληροφοριακά αγαθά, δηλαδή η ανθρώπινη δημιουργικότητα, είναι προφανώς εύκολα μετακινήσιμη και άλλωστε μπορεί να αξιοποιηθεί και μέσω του ίδιου του internet. Ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, αν δεν υπάρχει διαθέσιμο τοπικά, είναι επίσης σχετικά ευέλικτο. Η κατά τόπους διαθεσιμότητα τηλεπικοινωνιακής υποδομής ενδέχεται να θέσει ένα πραγματικό εμπόδιο, ωστόσο, όλο και περισσότερο, οι πολύπλοκες συνδέσεις του internet καθίστανται διαθέσιμες στα περισσότερα τμήματα της υδρογείου.

Αυτό δε σημαίνει ότι οι παραγωγοί και προμηθευτές της πληροφορίας δε θα επιλέξουν τον τόπο εγκατάστασής τους στη βάση του σχετικού πλεονεκτήματος, το αντίθετο μάλιστα. Ωστόσο, η διαθεσιμότητα σύνδεσης με το internet ενδέχεται να αλλάξει δραστικά τον τύπο των πλεονεκτημάτων που κατέχουν εξέχουσα θέση για την επιλογή. Ειδικά, τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να επιτελούν ένα σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή. Είναι ήδη, όλο και περισσότερο, εμφανές ότι οι παραγωγοί υλικών αγαθών και υπηρεσιών στο φυσικό κόσμο θα επιλέξουν την έδρα τους στη βάση τέτοιων παραγόντων-η κρατική βοήθεια, το τοπικό φορολογικό σύστημα, οι περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, οι δημοτικές υπηρεσίες και η ποιότητα ζωής παίζουν σημαντικό ρόλο στην απόφαση για τον τόπο εγκατάστασης των παραδοσιακών βιομηχανιών. Τέτοιοι παράγοντες, παρομοίως, θα επηρεάσουν και την απόφαση για την τοποθεσία των πληροφοριακών βιομηχανιών, οι οποίες κατά τα άλλα είναι ανεξάρτητες από την τοποθεσία. Επιπλέον, δεδομένης και της φύσης αυτών των βιομηχανιών, οι τύποι των ρυθμίσεων που επιδρούν πιο άμεσα στην παραγωγή και διανομή της πληροφορίας, δηλαδή οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία, αναμένεται να επιτελέσουν αξιοσημείωτα σημαντικό ρόλο στην απόφαση για τη φυσική έδρα των παραγωγών της πληροφορίας.

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ – ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ, ΜΕΛΛΟΝ

 

Στα μέσα του 16ου αιώνα η τυπογραφία αποτελούσε την τεχνολογία αιχμής. Mια σειρά τυπογραφείων είχαν αναπτυχθεί σε όλη την Eυρώπη και οι ιδιοκτήτες τους, που είχαν επενδύσει μεγάλα ποσά, διψούσαν για πρότυπα κείμενα, τα οποία εκτύπωναν και κατόπιν πουλούσαν. H δεξαμενή της επίσημης εκκλησίας δεν αρκούσε για να καλύψει την προσφορά. Eξάλλου, υπήρχαν οι επίσημοι τυπογράφοι του Bατικανού, που είχαν και τη μερίδα του λέοντος. Oι "εκτός κυκλώματος" τυπογράφοι αναγκαστικά στράφηκαν στην έκδοση κοσμικών ή "αιρετικών" κειμένων, πολλά από τα οποία έκαναν κριτική. H κυκλοφορία αυτών των κειμένων όμως, διέβρωνε, αργά αλλά σταθερά, τους πανίσχυρους θεσμούς της εποχής που ήταν η εκκλησία και η βασιλεία.

H απειλή της τυπογραφίας έγινε νωρίς κατανοητή από τους βασιλείς Φίλιππο και Mαρία της Aγγλίας, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μια πληθώρα αιρετικών κειμένων στο βασίλειό τους. Mε νόμο που εξέδωσαν το 1557, έδιναν αποκλειστικό δικαίωμα εκτύπωσης στην επίσημη συντεχνία των τυπογράφων (την οποία προφανώς μπορούσαν να ελέγχουν) και όπλιζαν νομοθετικά τα μέλη της να διενεργούν έρευνες και κατασχέσεις στα παράνομα τυπογραφεία. Tο 1565 η συντεχνία έφτιαξε τον κώδικα δικαιωμάτων εκτύπωσης (copy right). Έτσι η νομολογία του 1557 και ο κώδικας του 1565 αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην ουσία δηλαδή, η πνευματική ιδιοκτησία ξεκίνησε ως απόπειρα ιδιωτικοποίησης της λογοκρισίας, λογοκρισία που γινόταν πλέον πιο αποτελεσματική αφού ενείχε το στοιχείο του κέρδους.

Tα χρόνια πέρασαν, η αναδυόμενη αστική τάξη επικράτησε, βασιλιάδες και παπάδες μπήκαν στη θέση τους και οι μηχανισμοί που η φεουδαρχική κοινωνία γέννησε, μετεξελίχτηκαν. Έτσι άλλαξε και η φύση του copyright. O Thomas Jefferson ενέταξε στο Σύνταγμα των HΠA τη διάταξη για αποκλειστική εκμετάλλευση των έργων από τους δημιουργούς τους. Mπορεί να έδωσε τα δικαιώματα στους δημιουργούς, ωστόσο άφησε ασφαλιστικές δικλείδες για να μετέχουν όλα τα μέλη της κοινωνίας στη γνωστική διαδικασία. Oι δικλείδες αυτές ήταν ένα ανεπτυγμένο δίκτυο βιβλιοθηκών καθώς και η εξαίρεση από το νόμο ορισμένων περιπτώσεων που προσδιορίστηκαν από το γενικό όρο “δικαιολογημένη χρήση” (fair use). Kάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να διαβάσει ένα βιβλίο χωρίς να πληρώσει δικαιώματα στο συγγραφέα του. Όλοι μπορούν να δανείσουν ένα δίσκο σε ένα φίλο τους. Όλοι μπορούν να φωτοτυπήσουν ένα άρθρο και να το δώσουν σε έναν τρίτο. Ο καθένας μπορεί να προσφύγει σε δανειστική βιβλιοθήκη. Mαζί με αυτά, επιτρέπεται και η αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Aυτό που απαγορεύει η διεθνής πλέον νομοθεσία, είναι η εμπορική εκμετάλλευση ενός πνευματικού έργου.

Ωστόσο, η λογική αυτή βάλλεται σήμερα, τουλάχιστον στις ΗΠΑ. H “δικαιολογημένη χρήση” ενός πνευματικού έργου κινδυνεύει από την συνδυασμένη επίθεση πολυεθνικών και κυβέρνησης HΠA. O υφυπουργός Eμπορίου των ΗΠΑ προτείνει τη λεγόμενη και “Λευκή Βίβλο για τα Πνευματικά Δικαιώματα στα Ψηφιακά Μέσα”, την καθιέρωση δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο νομοθεσίας που, ενδεικτικά αναφέρω, θα απαγορεύει ακόμη και το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου πριν την αγορά του! Oι δημόσιες βιβλιοθήκες θα πρέπει να καταργηθούν. Tο σκεπτικό είναι απλό: στο internet, για να δει κάποιος ένα πνευματικό έργο σημαίνει ότι πρέπει να το κατεβάσει στο δίσκο του, δηλαδή να το πάρει. O πωλητής του έργου όμως δεν μπορεί να ξέρει αν ο εν δυνάμει αγοραστής κρατήσει το έργο ή όχι. Οι επιπτώσεις στην κοινωνία θα είναι τρομαχτικές και θα έχουν ταξικό κυρίως χαρακτήρα. Tο μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αποκλείονται διά παντός από την πληροφοριακή εποχή οι “μη έχοντες”. Mέχρι τώρα, τα χαμηλότερα στρώματα είχαν μια ελπίδα διαφυγής: τη μόρφωση. Ένα φτωχό παιδί μπορούσε να σπουδάσει για να ξεφύγει από την τάξη του. Mε την πρόταση αυτή, μόνο οι έχοντες μπορούν να μορφώνονται. Tο δικαίωμα στη γνώση γίνεται προνόμιο. Όμως σε μια πληροφοριακή κοινωνία, η γνώση είναι ζωτικής σημασίας. Τέλος, το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα είναι ότι, μπορεί οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές να κόπτονται για τους δημιουργούς, η μερίδα όμως του λέοντος από τα δικαιώματα αντιγραφής απορροφάται από τις εταιρείες και τους μεσάζοντες. Χρησιμοποιείται δηλαδή ένα “ευγενές” κατά μία έννοια πρόσχημα, η ανάγκη για ανταμοιβή του πνευματικού δημιουργού, για να καλυφθεί η ουσία του ζητήματος που δεν είναι άλλη από το πολυεθνικό κέρδος.

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ελληνική Νομοθεσία, (ν. 2121 /1993, άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2) :

Πνευματικό δικαίωμα ή πνευματική ιδιοκτησία αποκτά ο πνευματικός δημιουργός ενός έργου πάνω στο πρωτότυπο έργο αυτό, που είναι : "... πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά, ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα, με μουσική ή χωρίς, οι χορογραφίες και οι παντομίμες, τα οπτικοακουστικά έργα, τα έργα των εικαστικών τεχνών, στα οποία περιλαμβάνονται τα σχέδια, τα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, τα χαρακτικά έργα και οι λιθογραφίες, τα αρχιτεκτονικά έργα, οι φωτογραφίες, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών, οι εικονογραφήσεις, οι χάρτες, τα τρισδιάστατα έργα που αναφέρονται στη γεωγραφία, την τοπογραφία, την αρχιτεκτονική ή την επιστήμη."

Η πνευματική ιδιοκτησία που αποκτά ο δημιουργός του έργου πάνω σ' αυτό περιλαμβάνει δύο απόλυτα και αποκλειστικά δικαιώματα:

Το πρώτο ο πνευματικός δημιουργός έχει τη δυνατότητα από το νόμο να το εκχωρήσει (μεταβιβάσει) και να αναθέσει τη διαχείρισή του σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Το ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο και παραμένει στο δημιουργό ακόμα και μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος. (τ. 94/12 της 8.4.1982, σελ. 12)

Η χρήση ενός πνευματικού έργου γεννά για τον ή τους δημιουργούς του δύο είδη (υποκατηγορίες του περιουσιακού δικαιώματος) πνευματικών δικαιωμάτων:

Και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις απαραίτητη προϋπόθεση για την χρήση του έργου είναι η άδεια του δημιουργού του. Η συμβατική εκχώρηση των εξουσιών του δημιουργού προς την ΑΕΠΙ (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας) για την εκπροσώπηση του έργου του, την καθιστά αρμόδια και δικαιούχο αυτής της εξουσίας για την παροχή ή μη άδειας χρήσεως του υλικού που εκπροσωπεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις μετάδοσης πνευματικών έργων μέσω του internet, το εκτελεστικό δικαίωμα εμφανίζεται μαζί με το μηχανικό.

Η ελληνική νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας εντοπίζεται κυρίως σε δύο διατάξεις:

Νομικό προηγούμενο στη χώρα μας υπάρχει. Οι κυριότερες αποφάσεις είναι οι ακόλουθες:

Απ. 1256 /92, Ποιν. Χρον. ΜΒ' σελ. 863
Απ. 493 / 92, Ποιν. Χρον. ΜΒ' σελ. 559
Απ. 389 / 92, Ποιν. Χρον. ΜΒ' σελ. 521
Απ. 200/ 91 Ποιν. Χρον. ΜΑ' σελ. 879
Απ. 996 / 91, Ποιν. Χρον. ΜΑ' σελ. 1254
Απ. 135 / 83, ΝοΒ 31, σελ. 443
Πρ. Αθ. 67230 /76, Ν. Δικ. 32 σελ. 470
Πρ. Αθ. 65 / 78, Ποιν, Χρον, ΚΘ' σελ. 312
Απ. 1712 /93 Ποιν. Χρον. ΜΔ' σελ. 70
ΣτΕ 1212 / 194 ΤοΣ 1995 σελ. 399
Πρ. Αθ. 19006 / 94, Ε. Εμπ. δ.
1996 σελ. 189

ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΑΙ… ΕΠΟΜΕΝΟ

Παρακάτω θα παρατεθούν ορισμένα νομικά περιστατικά σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία και τη σημασία της στις σύγχρονες αγορές. Ένα σημαντικό θέμα είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία μια πνευματική δημιουργία παραμένει εκμεταλλεύσιμη από τους δικαιούχους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, η περίοδος αυτή είναι 75 χρόνια ή 50 χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού. Μετά το πέρας αυτής της περιόδου, το δημιούργημα καθίσταται δημόσια περιουσία.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο “Millenium” του “Tύπου της Kυριακής” (31/1/1999)

Eνώ όλος ο κόσμος ήταν απασχολημένος με τις ανάρμοστες σχέσεις του προέδρου των HΠA, ο Michael D. Eisner, πρόεδρος του κολοσσού των media Disney Co., τρύπωνε κρυφά στην αμερικανική Bουλή για να δώσει προσωπικά μια από τις μεγαλύτερες μάχες της εταιρείας του. H αποκλειστική εκμετάλλευση του Mίκι Mάους(του μεγαλύτερου ίσως περιουσιακού της στοιχείου) θα σταματούσε σε δύο χρόνια. Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, κάθε πνευματικό δημιούργημα γίνεται δημόσια περιουσία μετά τα 75 χρόνια εκμετάλλευσης από μια εταιρεία ή 50 χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του. O Michael D. Eisner μίλησε με γερουσιαστές, πίεσε καταστάσεις, θύμισε πόσα έκανε η εταιρεία του για την προεκλογική τους εκστρατεία (και πόσα ίσως θα μπορούσε να κάνει στις ερχόμενες εκλογές) και πέτυχε αυτό που φοβούνταν όλοι. H περίοδος εκμετάλλευσης των πνευματικών δικαιωμάτων από τις εταιρείες παρατάθηκε κατά 20 χρόνια. Mαζί όμως με το χρυσοφόρο ποντίκι παρατάθηκε στα 95 χρόνια και η εκμετάλλευση όλων των πνευματικών δημιουργημάτων. Πολλά από αυτά ήδη είχαν γίνει δημόσια περιουσία και βρίσκονταν ελεύθερα διαθέσιμα στο Internet. Tο νέο νομοθετικό διάταγμα στην ουσία καθιστά παράνομους δεκάδες βιβλιοθήκες και πανεπιστήμια που είχαν ηλεκτρονικά κάποια έργα που εκδόθηκαν πριν το 1923.

O Eric Eldred είναι ένας από τους δεκάδες χρήστες, που έχει ως χόμπι να βρίσκει παλιά βιβλία (πριν το 1923) τα οποία περνά στο internet για να έχουν πρόσβαση όλοι. Oι σελίδες του ξαφνικά έγιναν παράνομες. Όλα τα βιβλία που είχαν γραφεί μεταξύ των ετών 1903-1923 και τα είχε στη σελίδα του, παραβίαζαν το νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας. H πρώτη του σκέψη ήταν να “καταστρέψει” τις σελίδες, όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα μιας ομάδας διαπρεπών νομικών του Harvard, οι οποίοι του ζητούσαν να ασκήσει το δικαίωμα της δημόσιας ανυπακοής σε ένα αντισυνταγματικό νόμο και, μαζί με τη βοήθειά τους, να τον προσβάλει στα δικαστήρια. Έτσι κι έγινε. H ομάδα υπεράσπισής του, που περιλαμβάνει μερικά από τα λαμπρότερα νομικά μυαλά στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, αποφάσισε να πολεμήσει ενάντια στην “παραχώρηση δημόσιας περιουσίας σε ιδιωτικές εταιρείες και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα”.

H ιστορία αυτή της επέκτασης των αποκλειστικών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης της πνευματικής ιδιοκτησίας κατά είκοσι χρόνια είναι μια κλασική διαδικασία ιδιωτικοποίησης δημόσιου χώρου προς όφελος του κεφαλαίου και χωρίς αντάλλαγμα για το κοινό. Oι μεγάλες επιχειρήσεις παίρνουν θέση για την πληροφοριακή εποχή και προσπαθούν να ιδιωτικοποιήσουν κάθε δημιουργική έκφραση για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορούν. H προσπάθεια αυτή μεταλλάσσει τη φύση της πληροφορίας, η οποία από ελεύθερο δημόσιο αγαθό γίνεται εμπόρευμα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον δικαστικό παράδειγμα είναι αυτό που δημοσίευσε το περιοδικό “Ε” της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

(Δημοσιεύτηκε στο “Ε”, 22 Νοεμβρίου 1995)

Mια ενδιαφέρουσα δίκη ξεκινά στις HΠA. Kατηγορούμενος ένας προγραμματιστής με τον ... υπολογιστή του και μηνυτής μία συγγραφέας λαϊκών μυθιστορημάτων η οποία ισχυρίζεται ότι ο πρώτος της έκλεψε το ... στιλ γραφής. O Scott French ξόδεψε οκτώ χρόνια προγραμματίζοντας έναν Macintosh IIcx για να μιμηθεί το στιλ γραφής της Jacqueline Susann. Aφού ο υπολογιστής έμαθε 20.000 κανόνες, "έγραψε" το πρώτο μυθιστόρημα με τίτλο "Just This Once". O δικαστής τώρα πρέπει να αποφασίσει αν το στιλ μπορεί να έχει ιδιοκτησία.. Δυστυχώς στάθηκε αδύνατον να πληροφορηθούμε την εξέλιξη της υπόθεσης.

 

 

 

 

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Οι τρέχουσες θετικές και κανονιστικές θεωρίες της πνευματικής ιδιοκτησίας βασίζονται κατά πολύ στην ανάλυση των δημόσιων αγαθών όπως αυτή διαμορφώθηκε σχεδόν μισό αιώνα πριν από τον Paul Samuelson. O Samuelson παρατήρησε ότι υπάρχουν κατηγορίες αγαθών τα οποία είναι δημόσια στη φύση, δηλαδή αγαθά τα οποία είναι μη ανταγωνιστικά και μη αποκλειστικά. Ένα αγαθό όπως η εθνική άμυνα αποτελεί παράδειγμα: είναι μη ανταγωνιστικό επειδή, αντίθετα προς τα υλικά αγαθά, μια μονάδα εθνικής άμυνας μπορεί ταυτόχρονα να είναι ωφέλιμη για περισσότερα από ένα άτομα. Επίσης, είναι μη αποκλειστικό επειδή, αντίθετα με τα περισσότερα υλικά αγαθά, αν μια μονάδα εθνικής άμυνας παραχθεί για το καλό του ενός, είναι σχεδόν αδύνατο να εμποδιστούν και άλλοι από το να επωφεληθούν ταυτόχρονα από την παραγωγή της.

Επειδή τα δημόσια αγαθά είναι μη αποκλειστικά, υπάρχει μικρό κίνητρο για κάποιον να είναι πρόθυμος να πληρώσει για την παραγωγή τους. Η ιδανική στρατηγική για έναν καταναλωτή θα ήταν να αφήνει κάποιον άλλον να πληρώνει για την παραγωγή και έπειτα, επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την κατανάλωση του προϊόντος, αδέσμευτα να απολαμβάνει ό,τι παράγεται. Φυσικά, αν ο καθένας υιοθετούσε αυτή την πρακτική, κανένας δε θα πλήρωνε τίποτα οπότε και τίποτα δε θα παραγόταν. Παράλληλα, επειδή τα δημόσια αγαθά είναι μη ανταγωνιστικά, το οριακό κόστος της παροχής τους στους επιπρόσθετους καταναλωτές είναι μηδενικό ή σχεδόν μηδενικό. Αυτό σημαίνει, κατά πρώτον, ότι θα ήταν πρακτικά αναποτελεσματικό να εξαιρεθούν οι επιπρόσθετοι καταναλωτές από την ωφέλειά τους(των δημόσιων αγαθών), ακόμη και αν μια μέθοδος μπορούσε να επινοηθεί γι’ αυτό το σκοπό και, κατά δεύτερον, ότι δεν υπάρχει σημαντικός λόγος για την παραγωγή περισσοτέρων της μιας μονάδας αγαθού, επειδή ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε ταυτόχρονα να αξιοποιήσει την πρώτη μονάδα. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά των δημόσιων αγαθών αναμένεται να οδηγήσουν σε χρόνια υποπαραγωγή των δημοσίων αγαθών στις ανταγωνιστικές αγορές.

Τα πληροφοριακά προϊόντα τείνουν να εξομοιωθούν σε μεγάλο βαθμό με τα κατά Samuelson δημόσια αγαθά. Στην απλή τους μορφή, τα πληροφοριακά προϊόντα είναι τουλάχιστον μη ανταγωνιστικά – ιδέες, γεγονότα, τραγούδια και ποιήματα μπορούν να διατηρούνται από -ή να είναι γνωστά σε- πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα. Το κόστος διανομής για κάθε απλό πληροφοριακό προϊόν ή και για τα πνευματικά αγαθά είναι επίσης κοντά στο μηδέν- η γνωστοποίηση μιας ιδέας σε άλλους έχει σαφώς χαμηλό κόστος. Εν τούτοις αυτό δεν είναι πραγματική μη αποκλειστικότητα, όπως στην περίπτωση ενός αληθινού δημόσιου αγαθού σαν την εθνική άμυνα – σε αντίθεση με την επιπρόσθετη κατανάλωση εθνικής άμυνας, επιπρόσθετη κατανάλωση ενός πνευματικού αγαθού μπορεί να περικοπεί για λόγους απόκρυψης ή μυστικοπάθειας. Παρ‘ όλα αυτά, μερικές φορές τα πνευματικά αγαθά αναφέρονται ως μη αποκλειστικά επειδή η αναπαραγωγή τους είναι πολύ φθηνή. Κάθε καταναλωτής ενός πνευματικού αγαθού καθίσταται εν δυνάμει πηγή δευτερεύουσας διανομής αυτού. Η αύξηση του αριθμού των καταναλωτών-πηγών διανομής μέχρι κάποιο σημείο προκαλεί την προσέγγιση της διαθεσιμότητας αυτών των αγαθών στη μη αποκλειστικότητα.

Ο νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας σχεδόν ποτέ δεν προστατεύει τα πνευματικά αγαθά στην ιδεαλιστική τους μορφή. Το Σύνταγμα και ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία δε διασφαλίζουν την προστασία ιδεών και αρχών στη γενική περίπτωση, κάτι που γίνεται όμως κατά τη συγκεκριμένη ενσωμάτωση της ιδέας σε μια εφεύρεση ή γενικά σε ένα υλικό μέσο έκφρασης. Με τη μορφή αυτή η πνευματική ιδιοκτησία μοιάζει περισσότερο με δημόσιο αγαθό πεπερασμένης εμβέλειας παρά με ένα αμιγώς δημόσιο αγαθό. Για παράδειγμα, ο νόμος που αφορά στην πνευματική ιδιοκτησία επιβάλλει ότι, παρ’ όλο που διαφορετικά αντίγραφα ενός δημιουργήματος μπορούν να κατέχονται παράλληλα από περισσότερα του ενός άτομα, ένα συγκεκριμένο από αυτά περιορίζεται σε συγκεκριμένο φυσικό χώρο. Στο επίπεδο αυτό, η πνευματική ιδιοκτησία διαφέρει ουσιαστικά από ένα τυπικό κατά Samuelson δημόσιο αγαθό, όπως η εθνική άμυνα. Επομένως, η μη ανταγωνιστική φύση της προστατευόμενης από το νόμο δουλειάς εντοπίζεται στην ικανότητα για δημιουργία πολλαπλών αντιγράφων παρά στη διαχυτική ιδιότητά της..

Τα περισσότερα πληροφοριακά προϊόντα δεν ανήκουν όντως στα πνευματικά αγαθά, αλλά πρόκειται μάλλον για πνευματικά αγαθά ενσωματωμένα σε κάποια υλική μονάδα, όπως ο ψηφιακός δίσκος, το βιβλίο , η μαγνητική ταινία και άλλα. Σε αυτή τη μορφή, τα αγαθά δεν μπορούν να αναπαραχθούν τόσο αποτελεσματικά όσο τα πνευματικά αγαθά. Έτσι, ο νόμος σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία ρέπει στην προστασία των πληροφοριακών αγαθών μόνο στην υλική μορφή στην οποία αυτά ενσωματώνονται. Επειδή η μη ανταγωνιστική άποψη των ενσωματωμένων σε υλικά μέσα πνευματικών αγαθών είναι στην πραγματικότητα τεχνούργημα της δυνατότητας για αναπαραγωγή, ο έλεγχος της παραγωγής και της διανομής συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για τη διαθεσιμότητά τους και ως εκ τούτου επηρεάζει την τιμή. Ο περιορισμός της παραγωγής και της διανομής επιτρέπει σ’ αυτόν που τις καθορίζει να εξασφαλίσει υψηλότερη τιμή για την πρόσβαση στα αγαθά. Αυτού του τύπου οι περιορισμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως “αντίβαρο” στην τάση για ανεπαρκή προμήθεια τέτοιων αγαθών. Ο νόμος για την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί την ταινία ασφαλείας ως τρόπο ελέγχου για να επιτρέπει στους δημιουργούς να αποζημιώνονται για το έργο τους. Το copyright αφορά μόνο σε ενσωματωμένες σε υλικά μέσα δουλειές, παράλληλα όμως παραχωρεί στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα της παραγωγής, διανομής και εν γένει κατά βούληση εκμετάλλευσης του έργου τους στη μορφή αυτή. Η μη εξουσιοδοτημένη αναπαραγωγή αποθαρρύνεται μέσω νομικών ποινών. Έτσι, ο δικαιούχος είναι σε θέση να πουλήσει αντίτυπα ή άδειες για αντιγραφή του έργου του σε μια τεχνητά- αλλά κατ’ ανάγκη- αυξημένη τιμή. Μέσω του περιορισμού της παραγωγής και διανομής των πληροφοριακών αγαθών, ενθαρρύνεται η δημιουργία.

Ωστόσο, η τεχνολογία έχει την τάση να ενισχύει κατά πολύ τη μη αποκλειστικότητα των πληροφοριακών προϊόντων μειώνοντας το κόστος της παραγωγής και της διανομής: από το χειρόγραφο στην εκτύπωση, στη φωτοτυπία, στην δισκέτα, στο cd, η χρήση της ταινίας ασφαλείας για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων συνεχώς διευρύνεται. Το internet επεκτείνει αυτή τη διαδικασία, τόσο με το να καθιστά της πηγές πληροφορίας διαθέσιμες σε μακρινούς χρήστες όσο και με τη διευκόλυνση της διανομής των πληροφοριακών προϊόντων σε ψηφιακή μορφή, διανομή η οποία προσεγγίζει αυτήν των πνευματικών αγαθών. Κατεβάζοντας το υλικό κόστος της διανομής κοντά στο μηδέν, το internet κάνει δυνατή τη διάδοση των προϊόντων πληροφορίας, η οποία είναι εξαιρετικά αποδοτική, αν και πολλοί διαφωνούν σε αυτό. Όπως περιγράφηκε πιο πάνω, η τόσο αποτελεσματική διανομή επιφέρει την προσέγγιση της φύσης των πληροφοριακών προϊόντων σε αυτήν των απλών δημοσίων αγαθών, επιτρέποντας στους χρήστες εντελώς ελεύθερα να απολαμβάνουν τα προνόμια των παραγωγών της πληροφορίας και ενδεχομένως εξασθενίζει τα κίνητρα για παραγωγή των αγαθών στο πρώτο στάδιο.

 

Η ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Αυτή η περιοριστική επίδραση δημιουργεί κάτι παράδοξο για την πνευματική ιδιοκτησία: κράτη τα οποία διευκολύνουν την πειρατεία στην πραγματικότητα ενθαρρύνουν έναν τύπο αποδοτικότητας ενώ αντίστοιχα με αυστηρό νόμο την αποθαρρύνουν. Αυτό το παράδοξο μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί, θεωρώντας ότι τέτοιες στρατηγικές αντιστοιχούν σε διαφορετικές φάσεις του κύκλου ζωής ενός πληροφοριακού προϊόντος. Η παραγωγή πληροφοριακών προϊόντων, όπως και αυτή άλλων προϊόντων, μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει χωριστές φάσεις. Η αρχική φάση ενδέχεται να περιλαμβάνει τη σύλληψη της ιδέας για το πληροφοριακό προϊόν. Η επακόλουθη φάση θα περιλαμβάνει την υλοποίηση της αρχικής ιδέας μέσω επεξεργασίας, επικύρωσης, τοποθέτησης δεικτών, τυποποίησης ή ομοίως της καθιέρωσής του. Τέλος, η τρίτη φάση θα περιλαμβάνει τη διανομή ή τη διασπορά, οι οποίες, σε γενικές γραμμές, θα περιλαμβάνουν την αναπαραγωγή της εργασίας. Κάθε μια από αυτές τις φάσεις πιθανόν να απαιτεί σημαντικό κόστος και επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγή ενός ξεχωριστού ‘αγαθού’ όπως πρωτογενείς πηγές πληροφορίας, εμπλουτισμένες πηγές πληροφορίας και πληροφοριακά προϊόντα ή αντίστοιχες υπηρεσίες.

Κάθε ένα από τα ξεχωριστά πληροφοριακά προϊόντα υπάρχει σε κάποιο βαθμό στη δική του αγορά, παρότι οι αγορές είναι εσωτερικά συνδεδεμένες: το προϊόν από κάθε επιτυχή φάση αποτελεί τη βάση για την επόμενη φάση , οδηγώντας τελικά στην διανομή των πληροφοριακών προϊόντων. Όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία χρησιμοποιεί την ταινία ασφαλείας στη φάση της διανομής για να επιτρέπει στους δημιουργούς να καρπώνονται τα δικαιώματα τους είτε στη φάση της δημιουργίας είτε στη φάση της καθιέρωσης. Έτσι ο αυστηρός έλεγχος της δουλειάς προωθεί την παραγωγή, αλλά σε βάρος της αποδοτικής διανομής. Δικαιοδοσίες που υιοθετούν αυστηρό καθεστώς για την πνευματική ιδιοκτησία, ενισχύουν την παραγωγή ενώ αντίστοιχες που υιοθετούν ανεκτικό καθεστώς προωθούν τη διανομή. Και οι δυο τακτικές αποσκοπούν στην αποδοτικότητα, αλλά η κάθε μια σε διαφορετικό στάδιο του κύκλου ζωής ενός προϊόντος.

Η σαφής διαφορά μεταξύ αυτών των προσεγγίσεων είναι εμφανής εδώ και καιρό στις σχετικές τακτικές που υιοθετούν διαφορετικά κράτη. Μερικές χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στην ύπαρξη ενός αυστηρού copyright το οποίο θα προωθεί την παραγωγή δημιουργικών έργων. Άλλα κράτη, συνήθως υποανάπτυκτα, έχουν υιοθετήσει ανεκτικά καθεστώτα για το copyright, έτσι ώστε να διευκολύνεται η διανομή στον πληθυσμό τους στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Αυτές οι δύο προσεγγίσεις, σε κάποιο βαθμό, εστιάζουν σε διαφορετικές αγορές, ωστόσο η πορεία προς την πρόοδο στη μία περίπτωση συνεπάγεται αντίστοιχη πορεία προς την παρακμή στην άλλη. Οι ανταγωνιστικές αυτές πορείες επιφέρουν την πειρατεία. Οι διανομείς πρέπει να εξακολουθήσουν να έχουν κάτι να διανείμουν-συνηθέστερα, τα αντικείμενα διανομής στα ανεκτικά σχετικά με το copyright καθεστώτα αφορούν σε παράνομα αντίγραφα έργων που δημιουργήθηκαν σε αντίστοιχα περιοριστικό καθεστώς (πάντα σε σχέση με το copyright).

Φυσικοί περιορισμοί έχουν καταστήσει την επίδραση της πειρατείας φαινόμενο τοπικής εμβέλειας-μη εξουσιοδοτημένα αντίγραφα του έργου κυκλοφορούν σε ένα καθορισμένο κράτος ή περιοχή, αλλά, στη γενική περίπτωση, όχι παγκοσμίως και σε μεγάλες ποσότητες. Αυτή η τάση για τον περιορισμό προέρχεται από την υλική αποτύπωση των έργων κατά την έκδοση. Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, τα αντίγραφα των έργων τα οποία είναι ενσωματωμένα σε υλικά μέσα προσομοιάζουν περισσότερο δημόσια αγαθά τοπικού χαρακτήρα παρά πραγματικά δημόσια αγαθά. Έχουν μέγεθος, βάρος καθώς και άλλα φυσικά χαρακτηριστικά που τα καθιστούν δαπανηρά στη μεταφορά. Σε ένα Löschian σύστημα, αυτά τα γνωρίσματα επιβάλλουν όρια στη διανομή. Τα έξοδα μεταφοράς στο φυσικό κόσμο θα περικόψουν την κυκλοφορία των φυσικών αντιγράφων του έργου. Άλλα εμπόδια μπορεί επίσης να παρεμβληθούν για να αποθαρρύνουν τη χαμηλού κόστους, εκτός συγκεκριμένων ορίων, διανομή, όπως η απαγόρευση της εισόδου μεγάλων φορτίων αντιγράφων “καταπατημένων” από την πειρατεία έργων στις χώρες “παραγωγούς”.

Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το internet δεν ακολουθεί τα αξιώματα του συστήματος Löschian, ιδιαίτερα στο ότι τα ψηφιακά πληροφοριακά προϊόντα μπορούν να διανεμηθούν χωρίς τους περιορισμούς που σχετίζονται με τη μεταφορά στο φυσικό κόσμο, σε μεγάλες αποστάσεις. Αυτή η ιδιότητα του δικτύου είναι σε θέση να αναιρέσει το γεωγραφικό τμηματικό διαχωρισμό που σχετίζεται με την ψηφιακή πειρατεία Το κόστος μεταφοράς και η απόσταση δε θα είναι πλέον σημαντικά εμπόδια στη διανομή των μη εξουσιοδοτημένων αντιγράφων ενός έργου. Το δίκτυο αυξάνει δυναμικά το χώρο δράσης των ψηφιακών πειρατών, επεκτείνοντας τη διαδικασία της “εύκολης” διανομής που υφίσταται σε γεωγραφικές περιοχές που προσδιορίζονται από χαλαρά καθεστώτα τα οποία αφορούν στη διανομή σε παγκόσμιο πλαίσιο.

Επιπρόσθετα, η απαγόρευση των πειρατικών προϊόντων είναι σχεδόν αδύνατο να επιβληθεί. Ως πρακτικό ζήτημα, η μεγάλη κυκλοφορία στο Internet θα καθιστούσε απαγορευτικά χρονοβόρα την εξέταση του κάθε πακέτου πληροφοριών που εισέρχεται σε ένα κράτος με περιοριστικό δίκαιο σχετικά με το copyright καθώς και το διαχωρισμό από το σύνολο των ενδεχομένως παρανόμων αντιγράφων προϊόντων. Παράνομα πακέτα μπορεί να μπουν σε μια περιοχή από κάθε σχεδόν σημείο των συνόρων μέσω μετάδοσης μικροκυμάτων, οπτικών ινών και κοινής καλωδιακής ή και δορυφορικής σύνδεσης. Ακόμη κι αν τα πακέτα σε όλα αυτά τα μέσα μετάδοσης ήταν σε καθεστώς παρακολούθησης, τα έργα που μεταδίδονται μέσω του δικτύου, όπως και όλα τα υπόλοιπα δεδομένα άλλωστε, διαιρούνται σε μικρότερα πακέτα τα οποία μπορεί ταυτόχρονα να προωθούνται σε διαφορετικά σημεία εισόδου, οπότε εν τέλει, καθίσταται πολύ δύσκολο να καθοριστεί, μετά την επανασύνδεση των πακέτων, το κατά πόσο το προϊόν μιας ηλεκτρονικής μεταφοράς συνιστά παράνομο αντίγραφο κάποιου έργου.

Το αποτέλεσμα θα είναι τα εθνικά όρια περιοχών όπου επικρατεί αυστηρό δίκαιο σχετικά με το copyright να απορροφήσουν σε μεγάλο βαθμό φθηνά πληροφοριακά προϊόντα που προέρχονται αντίστοιχα από περιοχές όπου έχει υιοθετηθεί χαλαρό καθεστώς για το copyright. Παράνομα πληροφοριακά προϊόντα που προηγουμένως είχαν τοπικό ή τουλάχιστον καθορισμένο περιφερειακό χαρακτήρα θα μπορούν πλέον να απελευθερωθούν από τα υλικά φυσικά τους όρια και έτσι να προσομοιάσουν πραγματικά δημόσια αγαθά. Το internet συνεπώς δε θα λειτουργεί μόνο ως σύστημα διανομής προϊόντων που θα επιτρέπει στους παραγωγούς πληροφοριακών αγαθών να επανεγκατασταθούν όπου θέλουν, μια και δε θα είναι απαραίτητη η γεωγραφική τους εγγύτητα με τους καταναλωτές. Ταυτόχρονα θα δρα σαν κανάλι αντικειμενικής εκτίμησης των δαπανών των τοπικών επιλογών διακανονισμού της πληροφορίας.

 

ΤΟΠΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΓΑΘΑ

Είναι σε αυτό το σημείο που η μελέτη του Samuelson για τη φύση των δημόσιων αγαθών επιτελεί ξανά έναν αποφασιστικό ρόλο στην ανάλυση των επιδράσεων του internet στην πληροφοριακή αγορά. Οι παρατηρήσεις του Samuelson σχετικά με την υποπαραγωγή των δημόσιων αγαθών δεν έμειναν για πολύ χωρίς απάντηση. Το 1956, ο Charles Tiebout εξέδωσε την, κλασική πλέον, επιστημονική του εργασία θεμελιώνοντας την παροχή δημόσιων αγαθών πάνω στη θεωρία ενός παρεμβαλλόμενου ανταγωνισμού που μοιάζει με τον αγοραίο ανταγωνισμό για την παροχή ιδιωτικών αγαθών. Ο Tiebout θεώρησε ότι αν οι πολίτες είναι ελεύθεροι να μεταναστεύουν, ο ανταγωνισμός για τους επιθυμητούς πολίτες-μετανάστες θα αυξηθεί. Οι τοπικές κοινωνίες θα προσφέρουν στους ενδεχόμενους μετανάστες τα πιο ελκυστικά πακέτα αγαθών και υπηρεσιών με τη κατά το δυνατόν χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση. Ομοίως, οι μετανάστες θα μετακινούνται εκεί όπου θα τους προσφέρεται το ευνοϊκότερο πακέτο δημόσιων αγαθών με το φόρο που θα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. Οι τοπικές κοινωνίες μπορεί ακόμη και να διαμορφώσουν τις προσφορές τους έτσι ώστε να ελκύουν συγκεκριμένους τύπους μεταναστών και οι μετανάστες, επίσης, θα ήταν αναμενόμενο να κατηγοριοποιούνται αφ’ εαυτών τους σε ομάδες, ανάλογα με την εγγύτητα των εισοδημάτων και αντιλήψεών τους σε αυτά των τόπων υποδοχής τους.

Η παραγωγή των τοπικών δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών θα μπορούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να μοιάζει με την παραγωγή των ιδιωτικών αγαθών σε μια ανταγωνιστική αγορά : οι αλληλοασκούμενες ανταγωνιστικές πιέσεις ανάμεσα στις δικαιοδοσίες θα εμποδίσουν οποιαδήποτε από αυτές να προσφέρει πάρα πολύ ή πάρα πολύ λίγο στην πορεία των δημόσιων υπηρεσιών. Αυτές που θα προσφέρουν πολύ θα υφίστανται εισροή μεταναστών από άλλες που προσφέρουν λιγότερο και, αντίστοιχα, αυτές που θα προσφέρουν λίγο θα εξωθούν μετανάστες σε άλλες που προσφέρουν περισσότερο. Οι διαδικασίες αυτές θα λαμβάνουν χώρα ώσπου να επέλθει μια σχετικά ισορροπία ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες δικαιοδοσίες. Αυτές οι δυνάμεις, επομένως, λειτουργούν ανασταλτικά για την υποπαραγωγή ή υπερπαραγωγή των τοπικών δημόσιων αγαθών. Με τη συνέχιση της παρουσίας τους ή, στην αντίθετη περίπτωση, με την αποχώρησή τους, οι κάτοικοι επιβάλλουν την αποδοτικότητα στη διανομή των πόρων σε τέτοιου τύπου αγαθά.

Το μοντέλο του Tiebout, όπως και οι περισσότερες οικονομικές θεωρίες, βασίζεται σε μια σειρά από απλοποιημένες υποθέσεις. Το μοντέλο υποθέτει ότι οι ψηφοφόροι έχουν πλήρη γνώση των πακέτων των τοπικών υπηρεσιών που προσφέρονται σε διάφορες δικαιοδοσίες. Ακόμη, ότι ο αριθμός των δικαιοδοσιών από τις οποίες επιλέγουν είναι μεγάλος. Επίσης, ότι η ατομική κινητικότητα είναι σχετικά ανεμπόδιστη. Τέλος, ότι οι κοινωνίες έχουν ένα βέλτιστο εύρος το οποίο θα διαμορφωθεί από την ισορροπία ανάμεσα στους περιορισμούς πόρων και τη διαβάθμιση των οικονομιών. Η πιο σημαντική υπόθεση όμως του μοντέλου Tiebout είναι ότι οι δικαιοδοσίες, σε μεγάλο βαθμό, είναι τμηματικά διαχωρισμένες, έτσι ώστε το αντικειμενικό κόστος ή κέρδος να μη συσσωρεύεται λόγω της τοπικής παροχής δημόσιων υπηρεσιών. Αν τα σύνορα μεταξύ των δικαιοδοσιών επέτρεπαν τη διαρροή, τότε τα άτομα θα ήταν δυνατό να καρπωθούν τα θετικά από την πολιτική μιας γειτονικής δικαιοδοσίας, χωρίς ουσιαστικά να υποστούν το κόστος της μετανάστευσης σ’ αυτήν. Το πλέον σημαντικό είναι ότι σε ένα τέτοιο κόσμο με “συγκοινωνούσες” δικαιοδοσίες, αυτές θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος παραγωγής για τις τοπικές εταιρείες, μεταφέροντας όλο, ή μέρος αυτού, σε γειτονικές δικαιοδοσίες. Αυτό θα βοηθούσε στην έλξη επιχειρήσεων, αλλά όχι απαραίτητα μέσω της δημιουργίας ενός αποδοτικού δικτυακού κέρδους.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η τελική υπόθεση υπονοεί ότι, ακόμα και με τους δικούς του όρους, το μοντέλο Tiebout είναι μια ανεπαρκής απάντηση στο πρόβλημα της υποπαραγωγής των κατά Samuelson δημόσιων αγαθών. Ακόμα και αν ισχύουν όλες οι υποθέσεις του μοντέλου Tiebout, το πρόβλημα των κατά Samuelson δημόσιων αγαθών δεν προσδιορίζεται. Το πρότυπο του Tiebout αφορά μόνο στην ξεχωριστή αποδοτικότητα των τοπικών δημόσιων αγαθών, δηλαδή στην παραγωγή γενικών αγαθών τα οποία είναι τοπικά στη φύση τους και δεν έχουν εξωτερική επιρροή. Ωστόσο, τα κατά Samuelson δημόσια αγαθά είναι σχεδόν πάντα γενικά δημόσια αγαθά, δηλαδή πραγματικά δημόσια αγαθά των οποίων η εμβέλεια δεν έχει τοπικό χαρακτήρα. Γι’ αυτά τα αγαθά, η αποδοτικότητα δε θα αυξηθεί μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ των δικαιοδοσιών, διότι οι θετικές ή οι αρνητικές εξωτερικές επιδράσεις θα γίνουν αισθητές και έξω από την δικαιοδοσία. Ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με το πρότυπο του Tiebout, θα αυξηθεί μόνο εκεί όπου τα δημόσια αγαθά μπορούν με ασφάλεια να διαχωριστούν σε τμήματα.

 

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝ

Αν και οι εταιρείες δεν αποτελούσαν αρχικά μέρος του μοντέλου Tiebout, η επίγνωσή του γρήγορα επέκτεινε το αντικείμενό της στην περιγραφή των στρατηγικών προτιμήσεων των τοπικών κυβερνήσεων σχετικά με αυτές (τις εταιρείες). Όπως και στην περίπτωση του καταναλωτή-πολίτη, οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να εκφράσουν την προτίμησή τους σε συγκεκριμένες δικαιοδοσίες, μέσω της παρουσίας τους σ’ αυτές που προσφέρουν το πιο ευνοϊκό πακέτο τοπικών δημόσιων αγαθών. Αυτό με τη σειρά του υπονοεί ότι οι δικαιοδοσίες μπορεί να διαμορφώσουν τις προσφορές τους ώστε να θέλξουν επιχειρήσεις ή συγκεκριμένες κατηγορίες επιθυμητών επιχειρήσεων ή ακόμη και να απωθήσουν ανεπιθύμητες εταιρείες.

Ωστόσο, η έδρα μιας επιχείρησης είναι προβληματικό ζήτημα γιατί, αντίθετα με έναν καταναλωτή, μια επιχείρηση μπορεί να μην έχει ένα ξεχωριστό μέρος ύπαρξης: τα γραφεία μπορεί να βρίσκονται σε μια τοποθεσία, η κατασκευή να γίνεται αλλού, η διανομή σε διαφορετικό μέρος και οι πωλήσεις αλλού. Στο βαθμό που μια επιχείρηση, ως νομικό πρόσωπο, βρίσκεται “παντού”, μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση συνεταιριστικής ενσωμάτωσης. Οι σχετικοί νόμοι έχουν ισχυρή επίδραση στα δικαιώματα και τη δομή του συνεταιρισμού. Ως συνέπεια, κάποιος θα μπορούσε να περιμένει ότι οι κρατούντες τοπικοί νόμοι θα μπορούσαν να ελκύουν ή να αποθαρρύνουν τις συνεταιριστικές διαδικασίες και ότι οι δικαιοδοσίες ενδεχομένως να ανταγωνίζονταν για τα κέρδη-φόρους ή προμήθειες-που συσσωρεύονται λόγω των συνεταιριστικών προνομίων.

Αυτός ο τύπος ανταγωνισμού στην πραγματικότητα φαίνεται να ισχύει, ενισχύοντας το ονομαζόμενο φαινόμενο Delaware. Είναι αρκετά ευρέως αναγνωρισμένο ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι εκπληκτικά μεγάλος ο αριθμός των συνεταιρισμών που επιλέγουν να ενωθούν ή να επανενωθούν σύμφωνα με τους νόμους της κατάστασης Delaware”. Η κατάλληλη εξήγηση για αυτό το φαινόμενο είναι λιγότερο τεκμηριωμένη από ότι η ίδια η παρατήρηση. Οι αναλύσεις του φαινομένου αντιστοιχούν σε δυο ευρείες σχολές σκέψης . Η πρώτη από αυτές, θεμελιωμένη από τον καθηγητή Νομικής William Carey, αναφέρει ότι ο ανταγωνισμός για τη συνεταιριστική ενσωμάτωση αντιπροσωπεύει έναν αγώνα προς τη βάση για τη φιλελευθεροποίηση των σχετικών νόμων, για τα κέρδη διοικητών και διευθυντών. Θεσπίζοντας νόμους ευνοϊκούς για τα συμφέροντα διοικητών και διευθυντών, οι πολιτείες μπορούν να θέλξουν τη δημιουργία συνεταιρισμών, αλλά σε βάρος των δικαιωμάτων των μετόχων. Καθώς οι Πολιτείες ανταγωνίζονται η μία την άλλη για τα κέρδη λόγω των προνομίων της συνεταιριστικής ενσωμάτωσης, σταδιακά φιλελευθεροποιούν τους σχετικούς νόμους μέχρι τα δικαιώματα των μετόχων να καταστούν εντελώς δευτερεύοντα. Ο Carey πρότεινε ομοσπονδιακή μεσολάβηση για να σταματήσει αυτό που χαρακτήρισε ως ελικοειδή κατάρρευση του ολέθριου διαπολιτειακού ανταγωνισμού.

Η δεύτερη σχολή, η οποία κατά κάποιο τρόπο απαντά στους ισχυρισμούς του Carey, αμφισβήτησε ότι οι μέτοχοι θα ήταν αρκετά ανόητοι ή θα αγνοούσαν τα συμφέροντα τους, ώστε να αφήσουν τις χρηματικές επενδύσεις τους σε εταιρείες συνεταιρισμένες, με νομικό καθεστώς αντίθετο προς το συμφέρον τους. Αν στην πραγματικότητα δικαιοδοσίες όπως αυτή του Delaware υποβίβαζαν τα δικαιώματα των μετόχων, θα περίμενε κανείς να δει τους μετόχους να εγκαταλείπουν αυτούς τους συνεταιρισμούς για άλλους, με νομικό καθεστώς ευνοϊκότερο για τους επενδυτές. Αντίστοιχα, η απώλεια επενδυτικού κεφαλαίου για τους πρώτους, θα αποθαρρύνει τις εταιρείες από το να ενσωματωθούν σε αυτούς. Το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται μετανάστευση επενδυτών από τις εταιρείες Delaware οδήγησε τους σχολιαστές της δεύτερης σχολής να ερμηνεύσουν την επιτυχία του Delaware μέσω των θελκτικών προνομίων του, υποδεικνύοντας ότι τέτοιοι συνεταιρισμοί είναι ελκυστικοί στους επενδυτές, ίσως λόγω του υψηλού μερίσματος που λαμβάνεται από αυτές τις εταιρείες.

Αυτή η τελευταία ανάλυση κατέληξε ότι οι εταιρείες Delaware, απέχοντας κατά πολύ από τη συμμετοχή σε έναν αγώνα προς τα κάτω για τους μη αποδοτικούς συνεταιριστικούς νόμους, έχουν κερδίσει έναν αγώνα για την κορυφή για αποδοτικούς αντίστοιχους νόμους, που επιτρέπουν τις μέγιστες απολαβές στους επενδυτές. Ένα μέρος της πρώτης σχολής παρουσιάστηκε στα συγγράμματα της Roberta Romano, δίνοντας έμφαση στο φαινόμενο Delaware ως ανταγωνισμό μεταξύ δικαιοδοσιών για το νόμο ως προϊόν. Το Delaware δεν έχει απαραίτητα προσελκύσει τη μερίδα του λέοντος των εταιρειών λόγω της απόλυτης ανωτερότητας των κρατούντων κανόνων του, αλλά εξαιτίας του ότι το νομικό του σύστημα έχει ειδικευτεί στους συνεταιριστικούς νόμους, προσφέροντας επιπλέον σταθερότητα σε εταιρείες που αναζητούν την συνεταιριστική ενσωμάτωση. Σε αυτή τη βάση, το Delaware δεν προσφέρει απλώς ένα πολύ εξελιγμένο νομικό σύστημα, αλλά επίσης και ένα δικαστικό σύστημα με υψηλό βαθμό ειδίκευσης στην επίλυση συνεταιριστικών διαμαχών, καθώς επίσης και ένα αξιοσημείωτο διαχειριστικό τέτοιων διαμαχών σώμα. Συνεπώς, οι δυο σχολές διαφωνούν ότι το πρότυπο Delaware, εν τέλει κυριαρχεί στη συνεταιριστική αγορά ως το καλύτερο προϊόν.

Διαδοχικές μελέτες έχουν υποθέσει ότι ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε δικαιοδοσίες για το Νόμο ως προϊόν λειτουργεί σε περιοχές εκτός των συνεταιρισμών, όπως ο νόμος για τη χρεοκοπία. Ωστόσο, η απροσδιόριστη φύση των επιχειρήσεων ως νομικών προσώπων αναιρεί αυτή την επίδραση από πολλές περιοχές των ρυθμίσεων. Για άλλους, μη συνεταιριστικούς, σκοπούς, οι επιχειρήσεις μπορεί να είναι παρούσες σχεδόν όπου διεξάγονται εμπορικές συναλλαγές. Έτσι προκύπτει ένα σημαντικό θέμα σχετικά με την παροχή τοπικών δημόσιων αγαθών. Επειδή μια εταιρεία είναι διασκορπισμένη στο φυσικό χώρο, συγκεκριμένες κατηγορίες νομικών ρυθμίσεων δε θα δίνουν νομική υπόσταση σε τοπικά δημόσια αγαθά σε σχέση με την εταιρεία, σε μια δεδομένη δικαιοδοσία. Για παράδειγμα, μια εταιρεία που κατασκευάζει ένα προϊόν ενδεχομένως να προκαλέσει ζημιά στα όρια περισσοτέρων της μιας δικαιοδοσιών. Το μέρος όπου επέρχεται η ζημιά θα βαρύνει πολύ, σε μια νομική διαμάχη, στην απόφαση για το ποια δικαιοδοσία δικαιούται και πρέπει να κινητοποιηθεί σ’ αυτό το ζήτημα. Άσχετα με το πού βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία μιας εταιρείας ή οι κατασκευαστικές εγκαταστάσεις της, το μέρος όπου τα αγαθά της πωλούνται και καταναλώνονται είναι και εκείνο που θα προσδιορίσει τις ευθύνες της για ζημιές προκληθείσες από τα προϊόντα της.

Συμπερασματικά, δεν αναμένεται τέτοιες ρυθμίσεις να επηρεάζουν τις εταιρείες στην επιλογή έδρας για τα διοικητικά τους κέντρα ή για τις κατασκευαστικές τους εγκαταστάσεις. Ωστόσο, μπορεί να επιδρούν στην επιλογή των τόπων πώλησης των αγαθών της. Έτσι, σεβόμενες τις αποφάσεις των εταιρειών να εγκαταστήσουν την υποδομή τους σε μια συγκεκριμένη δικαιοδοσία, οι ρυθμίσεις αυτές δε συνιστούν τοπικό δημόσιο αγαθό, με την έννοια ότι δεν πρόκειται για ένα δημόσιο αγαθό του οποίου οι επιδράσεις είναι περιορισμένες σε μια ξεχωριστή γεωγραφική περιοχή. Αντίθετα, η επιλογή της νομικής ανάλυσης μετατρέπει τις ρυθμίσεις αυτές σε γενικό αγαθό το οποίο υπερβαίνει τα όρια οποιασδήποτε γεωγραφικής περιοχής, ώστε να αφορά και σε επιχειρήσεις, συνεταιρισμένες και διοικητικά εδρεύουσες σε άλλες δικαιοδοσίες.

 

 

Η ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Αντίθετα, άλλες κατηγορίες ρυθμίσεων που έχουν τα χαρακτηριστικά των τοπικών δημόσιων αγαθών ενδεχομένως να επηρεάσουν την τοποθεσία των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης- απαιτήσεις φόρων, ιδιαίτερα φόρων ιδιοκτησίας, πολιτειακοί περιβαλλοντολογικοί κανονισμοί, εργασιακή ασφάλεια καθώς και οι απαιτήσεις κερδών, όλα μαζί τείνουν να έχουν επιδράσεις τοπικού χαρακτήρα, διαμορφώνοντας μια αγορά για τα προαναφερθέντα προϊόντα. Το ερώτημα θα μπορούσε να επικεντρωθεί στο αν ο χαρακτήρας των προϊόντων που συνδέονται με τους νόμους πνευματικής ιδιοκτησίας θα τείνει να είναι τοπικός, όπως ο χαρακτήρας αυτών που σχετίζονται με τους νόμους που αφορούν στη συνεταιριστική ενσωμάτωση ή θα είναι μη περιορισμένος, όπως ο χαρακτήρας των προϊόντων που προσδιορίζονται από νόμους περί ζημιάς σε μια περιοχή λόγω αυτών των προϊόντων . Ειδικότερα, το κεντρικό ζήτημα αφορά στην επίδραση που μπορεί να έχει το internet στον περιορισμό ή στην εξάπλωση προϊόντων που σχετίζονται με την πνευματική ιδιοκτησία.

Η απάντηση φαίνεται να είναι ότι οι επεκτατικές επιδράσεις του internet στην αγορά αυτών των προϊόντων μπορεί να είναι τόσο βαθιές όσο και οι αντίστοιχες επιρροές του στην αγορά για την καθεαυτή πνευματική ιδιοκτησία . Όπως και στην περίπτωση των νόμων για τους συνεταιρισμούς ή για τη χρεοκοπία, οι δικαιοδοσίες αναμένεται να ανταγωνιστούν για τη θέσπιση νόμων σχετικών με την πνευματική ιδιοκτησία. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, άλλες μπορεί να συνάψουν νομοθεσία υπό το πρίσμα της διευκόλυνσης της δημιουργίας και άλλες από αυτό της δυνατότητας για ευρεία διανομή. Όπως επίσης προαναφέρθηκε, η απόσταση και ο έλεγχος ορίων έχουν μέχρι τώρα καταστήσει διακριτές και στο φυσικό χώρο αυτές τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, επιτρέποντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των αντίστοιχων καθεστώτων που τις υιοθετούν. Ωστόσο, το internet εξασθενίζει αυτό το διαχωρισμό, επιτρέποντας στις επιδράσεις των χαλαρών καθεστώτων να γίνουν αισθητές σε κράτη με περιοριστικά καθεστώτα . Αυτό συνεπώς επιτρέπει στα χαλαρά καθεστώτα να χαμηλώσουν το ρυθμιστικό κόστος στο ύψος της δαπάνης των περιοριστικών καθεστώτων και σηματοδοτεί το τέλος ενός αποδοτικού ανταγωνισμού στον πληροφοριακό νόμο.

Αν και αυτή η επίδραση μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένας αγώνας προς την κορυφή για τους νόμους της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα παραπάνω καταλήγουν στο ότι είναι μια καλύτερη εκδοχή, απλώς, ενός αγώνα για αντικειμενοποίηση. Οι δικαιοδοσίες μπορεί να υιοθετήσουν χαλαρά καθεστώτα σε σχέση με τη διανομή, ώστε να προσελκύσουν διανομείς, αλλά το Internet επεκτείνει αυτή την αγορά, παγκοσμίως, και στις περιφέρειες δικαιοδοσιών με αντίστοιχα περιοριστικό καθεστώς. Η διαθεσιμότητα πληροφορίας σε χαμηλό κόστος ενδέχεται να υπονομεύσει την προσπάθεια δικαιοδοσιών με περιοριστικό σχετικό νομικό καθεστώς για τη δημιουργία της πληροφορίας. Για να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό, οι εγχώριοι προμηθευτές μπορεί να αναγκαστούν να χαμηλώσουν τις τιμές σε ένα επίπεδο στο οποίο οι δημιουργοί των προϊόντων πληροφορίας δε θα μπορούν να αναπληρώσουν ούτε το κόστος της δημιουργικής επένδυσής τους. Αυτό ενδεχομένως τοποθετεί την παραγωγή πληροφορίας σε μια καθοδική πορεία που απορρέει από τη σταδιακή αλλά συνεχή πτώση των τιμών και της παραγωγής, καταλήγοντας στον τύπο υποπαραγωγής που περιγράφηκε από τον Samuelson, για τα τυπικά δημόσια αγαθά.

Αυτό μπορεί να δείχνει ότι μια χαλαρή πολιτική για την πνευματική ιδιοκτησία είναι καταστροφική για τους διανομείς πληροφορίας στο Internet. Υπονομεύοντας τα κίνητρα για τη δημιουργία και καθιέρωση της πληροφορίας, θα έμοιαζε σαν οι ίδιοι να προαναγγέλλουν το “θάνατό” τους. Στο παρελθόν, η φυσική απόσταση και ο εθνικός γεωγραφικός διαχωρισμός επέτρεπαν τέτοια δραστηριότητα, αλλά καθώς το Internet συγχωνεύει προηγουμένως απομονωμένες αγορές, μια χαλαρή τακτική μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί αυτοαναιρούμενη. Η παράταση της εμπλοκής σε τέτοιες ενδεχομένως καταστρεπτικές πρακτικές φαντάζει παράλογη για να ακολουθείται από μια επιχείρηση ή για να συνιστά πολιτική στρατηγική. Ακόμα, τα θεωρητικά πρότυπα παιχνιδιών, όπως το κλασσικό “Δίλημμα του φυλακισμένου”, προβλέπουν την ύπαρξη καταστάσεων στις οποίες προφανείς λογικές επιλογές οδηγούν στο σχεδόν βέλτιστο αποτέλεσμα. Προκύπτει ότι η ευημερία στο σύνολό της θα αυξανόταν, αν όλα κράτη υιοθετούσαν αυστηρές ρυθμίσεις σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία. Ωστόσο, με την ύπαρξη του internet, κανένα κράτος δε θα έχει κίνητρο να πράξει με αυτόν τον τρόπο, εκτός να όλα τα κράτη δρούσαν έτσι. Στην πραγματικότητα, κάθε κράτος μπορεί να έχει ισχυρά κίνητρα να μη λειτουργήσει στα πλαίσια μιας τέτοιας συνεργασίας, με σκοπό να αντικειμενοποιήσουν το ρυθμιστικό κόστος σε βάρος των δαπανών άλλων.

 

 

 

 

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

(F. Heylighen, The problem of suboptimization)

Λίγα λόγια για το “δίλημμα του φυλακισμένου”. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεωρίας παιχνιδιών. Οι δύο παίκτες μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε δυο κινήσεις, τη συνεργασία ή το αντίθετο. Η ιδέα είναι ότι και οι δυο κερδίζουν αν συνεργαστούν και οι δυο, ωστόσο αν μόνο ο ένας συνεργαστεί, ο άλλος, που δε συνεργάζεται, θα κερδίσει περισσότερο. Αν και οι δυο δε συνεργαστούν, χάνουν και οι δυο (ή κερδίζουν πολύ λίγο), αλλά όχι όσο χάνει στην προηγούμενη περίπτωση αυτός που συνεργάζεται. Συνοψίζεται η κατάσταση του παιχνιδιού στον παρακάτω πίνακα, όπου τα Α και Β συμβολίζουν τους δυο παίκτες:

Επιλογή Α \ Επιλογή Β

Συνεργασία

Μη συνεργασία

Συνεργασία

Αρκετά καλό αποτέλεσμα

Κακό αποτέλεσμα

Μη συνεργασία

Πολύ καλό αποτέλεσμα

Μέτριο

Το παιχνίδι πήρε το όνομά του από την εξής υποθετική κατάσταση: Έστω δυο εγκληματίες που συλλαμβάνονται ως ύποπτοι για την από κοινού διάπραξη ενός εγκλήματος. Η αστυνομία δεν έχει αρκετά στοιχεία εναντίον τους. Οι δυο εγκληματίες ανακρίνονται ξεχωριστά, οπότε και τους προσφέρεται από την αστυνομία συμφωνία, σύμφωνα με την οποία αυτός που θα συνεργαστεί, καταδίδοντας τον άλλο, θα ελευθερωθεί. Αν κανένας από τους δυο δεν αποδεχτεί τη συμφωνία, θα δεχτούν μόνο μια μικρή τιμωρία λόγω ελλείψεως στοιχείων, δηλαδή κερδίζουν και οι δυο. Αν όμως κάποιος προδώσει τον άλλο, θα κερδίσει περισσότερο γιατί θα ελευθερωθεί. Αυτός που δε “μίλησε”, θα δεχτεί όλη την τιμωρία που αναλογεί στο έγκλημα. Από την άλλη πλευρά, αν και οι δυο προδώσουν τον άλλο, θα τιμωρηθούν και οι δυο, λιγότερο όμως από ότι αν αρνούνταν να “μιλήσουν”.Το δίλημμα εστιάζεται στο ότι ο κάθε εγκληματίας έχει δυο επιλογές διαθέσιμες, ωστόσο δεν μπορεί να λάβει μια “καλή” απόφαση χωρίς να γνωρίζει τι θα κάνει ο άλλος.

Αν και οι δυο εγκληματίες σκέφτονταν με απόλυτα ορθολογικό τρόπο, ποτέ δε θα συνεργάζονταν. Στην περίπτωση αυτή, ορθολογισμός στην απόφαση σημαίνει ότι επιλέγεται αυτό που αποφέρει το καλύτερο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την επιλογή του άλλου.

 

Το κλασσικό “δίλημμα του φυλακισμένου” προϋποθέτει ότι οι παίκτες είναι δεν είναι ικανοί να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και ότι το παιχνίδι είναι αλληλεπίδραση ενός γύρου. Τα κράτη δε δεσμεύονται οπωσδήποτε από αυτές τις προϋποθέσεις: ευκαιρίες για διαπραγμάτευση ανέρχονται με κάποια συχνότητα, και οι “παίχτες” στη διεθνή αγορά γνωρίζουν ότι αυτοί θα αλληλεπιδράσουν ξανά στο μέλλον. Αυτή η τελευταία γνώση ίσως είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μελέτες για τα πολλαπλών γύρων “παιχνίδια” έχουν εισηγηθεί ότι στρατηγικές συνεργασίας τείνουν να κυριαρχήσουν σε τέτοια “τουρνουά” και έτσι, αυτές είναι η προτίμηση των ορθολογικών πρωταγωνιστών του διεθνούς ανταγωνισμού. Οι επαναλαμβανόμενες αυτές αλληλεπιδράσεις ίσως οδηγήσουν στη συνένωση πολλών ομοειδών επιχειρήσεων σε μία, στα λεγόμενα δηλαδή “trust”, τα οποία θα εμπεριέχουν την αμοιβαία αναγνώριση του στρατηγικού πλεονεκτήματος της συνεργασίας. Αν τέτοια συνεργασία μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ ανταγωνιστών της αγοράς για τον κανονισμό πνευματικής ιδιοκτησίας, ο “αγώνας για αντικειμενοποίηση” μέσω του internet ίσως να αποφευχθεί.

Κάποια σοβαρά εμπόδια σε αυτού του είδους τις συνεργασίες ίσως θολώσουν τις προοπτικές για μια τέτοια λύση. Η πρώτη από αυτές τις ενστάσεις είναι η απλή αναγνώριση ότι τα κράτη δεν είναι μονολιθικά. Οι κυβερνήσεις δεν έχουν συμφέροντα, οι ιδιώτες έχουν. Όσο αφορά στο κράτος, οι ιδιώτες που προάγουν τα δικά τους συμφέροντα ασκούν και οι ίδιοι πολιτική, ενώ οι πολιτικοί είναι απασχολημένοι όχι απλά σε ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι με τους διεθνής ομολόγους τους, αλλά και με τους εγχώριους ψηφοφόρους επίσης. Αυτό το τελευταίο παιχνίδι συχνά θα αποδειχθεί ο πιο σημαντικός παράγοντας στην πολιτική για την πνευματική ιδιοκτησία. Παρά τη σημασία της αντίληψης του Tiebout, η ψήφος μέσω της παρουσίας σε ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να επισκιάζει πάντα τη συμβατική ψήφο. Η εξήγηση των κρατούντων νόμων για την πνευματική ιδιοκτησία δεν απαιτεί απαραίτητα να καταφύγουμε στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις δικαιοδοσίες.. Μία εκτίμηση επιλογής του κοινού για τα εγχώρια συμφέροντα θα ήταν επαρκής. Στον μετά το internet κόσμο, οι ομάδες συμφερόντων που σφυρηλάτησαν το παρόν περιβάλλον πνευματικής ιδιοκτησίας αναμένεται να συνεχίσουν την προσπάθεια επίδρασης στην πολιτική προς όφελός τους.

Έτσι, η κοινή γνώμη μπορεί να είναι τόσο σημαντική όσο το αποτέλεσμα του υπολογισμού της θέσπισης νόμων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως προαναφέρθηκε, μια δικαιοδοσία που έλπιζε να κερδίσει τον “αγώνα προς τη βάση” για την προσπέλαση και διάθεση διεθνούς πληροφορίας, μπορεί να χρειαστεί να λειτουργήσει έτσι σε βάρος της εγχώριας δημιουργίας πληροφοριακών προϊόντων. Παρ’ όλ’ αυτά, οι πολύ χαλαρές νομικές ρυθμίσεις που αφορούν στην πνευματική ιδιοκτησία, απαραίτητες για να θέλξουν τους πειρατές της πληροφορίας, θα μπορούσαν να είναι μη αποδεκτές σε εγχώριες βιομηχανίες πληροφορίας. Αν αυτά τα προστατευτικά αισθήματα αποτυπώνονταν και στην κάλπη, η ικανότητα της δικαιοδοσίας να θέλγει πληροφοριακό κεφάλαιο θα εμποδιζόταν. Η απώλεια προμηθευτών πληροφορίας σε άλλες δικαιοδοσίες μπορεί τελικά να υπερκεράσει την εγχώρια απροθυμία για την εφαρμογή ενός πιο ανεκτικού καθεστώτος, αλλά αυτό δεν ισχύει πάντα- οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχουν ιστορικά αντεπεξέλθει στην αντιμετώπιση της πειρατείας πνευματικής ιδιοκτησίας εκτός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, ασκώντας διπλωματική και οικονομική πίεση στα κράτη με πιο χαλαρό αντίστοιχο καθεστώς για να αυξήσουν την αυστηρότητά τους στην καταπάτηση του copyright και όχι μεταβάλλοντας τη δική τους νομοθεσία.

Το δεύτερο εμπόδιο για τη συνεργασία είναι, ως ένα σημείο, απόρροια του πρώτου: οι κυβερνήσεις στελεχώνονται από ανθρώπους και οι άνθρωποι δεν παραμένουν στην ίδια θέση για πάντα. Το λιγότερο, η άσκηση της ψήφου, μέσα από τις εθνικές εκλογές, θα αλλάζει περιοδικά την ταυτότητα αυτών που αντιπροσωπεύουν το κράτος. Η συνεργασία ανάμεσα στα κράτη μπορεί να είναι παιχνίδι πολλαπλών γύρων, αλλά, τουλάχιστον όσο αφορά σε κράτη με δημοκρατικές διαδικασίες, είναι ένα παιχνίδι στο οποίο οι παίχτες αλλάζουν κάθε λίγους γύρους. Οι σχέσεις συνεργασίας μπορεί να είναι υπερβολικά δύσκολο να διατηρηθούν κάτω από τέτοιες συνθήκες, γιατί ο χρονικός ορίζοντας εξόδου ενός συγκεκριμένου παίχτη είναι πάντα ορατός. Αν μια συμφωνία ολοκληρωθεί με έναν παίχτη που ενδέχεται σύντομα να εγκαταλείψει το παιχνίδι, τότε η αξιοπιστία της συμφωνίας καθίσταται αμφίβολη, ενώ οι συνέπειες της καταπάτησης της συμφωνίας είναι γνωστές. Αυτή η δυσκολία, ως ένα σημείο, αμβλύνεται από ενδοκυβερνητικούς οργανωτικούς μηχανισμούς που προωθούν τη συνέχεια. Παρ’ όλ’ αυτά , οι ανατροπές της διεθνούς πολιτικής για την πληροφορία μπορεί να είναι τόσο συχνές, όσο και η εκλογή ενός διευθύνοντος στελέχους ή της πλειοψηφίας ενός νομοθετικού σώματος.

 

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ INTERNET

Η θεωρία της δημόσιας επιλογής υπαινίσσεται ότι οι πολιτικοί θα εμπλακούν σε ένα διεθνή αγώνα προσέλκυσης προμηθευτών πληροφορίας μόνο ως εκείνο το σημείο που προωθεί τους προσωπικούς ή πολιτικούς τους στόχους. Όπου οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού κατά Tiebout ικανοποιούνται, προάγεται η αποτελεσματική διάθεση τοπικών δημόσιων αγαθών χάρη τόσο σε εσωτερικές δυνάμεις, όσο και στον εξωτερικό ανταγωνισμό. Η ύπαρξη άλλων, πιο ελκυστικών ρυθμιστικών καθεστώτων στο εξωτερικό, πιθανόν να ωθήσει τη βιομηχανία έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας ενός κράτους, υποβάλλοντας τους πολιτικούς αυτού του κράτους στη σημαντική πίεση των ψηφοφόρων για εκσυγχρονισμό των τοπικών κανονισμών. Αρχικά, οι πολιτικοί που αντιμετώπισαν την αλυσιδωτή μετανάστευση εταιρειών ή πολιτών, ενδέχεται να τείνουν στην εφαρμογή πιο αποτελεσματικών τοπικών κανονισμών για να αντικρούσουν το κύμα της αναχώρησης ή και να το αποφύγουν εντελώς. Η απειλή της εξόδου, επομένως, αναγκάζει τους νομοθέτες να εξομοιώσουν τις νομικές ρυθμίσεις του τόπου τους όσο το δυνατόν περισσότερο με αυτές που θεωρούνται διεθνώς ανταγωνιστικές. Επιπλέον, αν οι ψηφοφόροι γνωρίζουν τις πολιτικές άλλων κρατών, χρησιμοποιούν αυτή την πληροφορία για να εκτιμήσουν την αποτελεσματικότητα των ηγετών τους και απαιτούν παρόμοιες πολιτικές. Η αποτυχία στην άσκηση τέτοιων πολιτικών μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή των τοπικών πολιτικών από δυσαρεστημένους εκλογείς που δεν έχουν αναχωρήσει ακόμα.

Αυτός ο συλλογισμός δηλώνει ξεκάθαρα ότι στο πρότυπο Tiebout υπάρχει απάντηση στο πρόβλημα “σύλληψης”, το οποίο έχει προβλεφθεί από τη θεωρία της δημόσιας επιλογής. Επειδή η οριακή αξία μίας ψήφου είναι σχεδόν μηδενική, οι ψηφοφόροι σε δημοκρατίες ίσως τείνουν να είναι άσχετοι με και αδιάφοροι για την εκλογική διαδικασία : η δυνατότητά τους να επηρεάσουν το αποτέλεσμα των εκλογών ίσως να μην αξίζει το χρόνο επένδυσης που απαιτείται για να καταστούν πληροφορημένοι ψηφοφόροι ή έστω και για να ψηφίσουν απλώς. Μπροστά σε μια τέτοια αδιαφορία, οι αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις ίσως αιχμαλωτιστούν από τους λεγόμενους “rent-seekers”, δηλαδή ειδικών συμφερόντων ομάδες ανθρώπων οι οποίοι θεωρούν ότι αξίζει το χρόνο τους η προσπάθεια για επηρεασμό της κυβέρνησης. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι ομάδες θα επιδιώξουν τη θέσπιση νόμων που τους συμφέρουν, χωρίς απαραίτητα να είναι αποδοτικοί για την κοινωνία στο σύνολό της.

Ωστόσο, ένα κράτος που, εκτός των ορίων της δικαιοδοσίας του, αντιμετωπίζει άκαμπτο Tiebout ανταγωνισμό, δεν μπορεί να αντέξει τις συνέπειες μιας τέτοιας ανεπαρκούς νομοθεσίας. Όπως στην περίπτωση εταιρειών σε ιδιωτικές αγορές, τα κράτη ίσως αναγκαστούν να γίνουν πιο αποδοτικά προκειμένου να καταστούν ανταγωνιστικά. Σε μερικές περιπτώσεις, οι νόμοι μπορεί να αποδίδουν επειδή, ίσως, εμπεριέχουν πραγματικές καινοτομίες, αλλά, πιο συχνά, θα χρειάζεται περικοπή ανεπαρκών ρυθμίσεων για να γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικοί. Αυτό σημαίνει για την πολιτική πληροφορίας, ότι ο άκαμπτος διακρατικός ανταγωνισμός για την προσέλκυση προμηθευτών και διανομέων πληροφορίας ίσως βοηθήσει στη διατήρηση της ειλικρίνειας των γηγενών πολιτικών. Κράτη ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους στην αγορά για τους νόμους πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να αποφύγουν ειδικού ενδιαφέροντος περιττές δραστηριότητες ή να παρακολουθούν καινούργιες βιομηχανίες να μεταναστεύουν προκειμένου να ανταγωνιστούν στην αγορά πληροφοριακών προϊόντων.

Οι των ημερών μας προτάσεις για την τροποποίηση των νόμων για το copyright στις ΗΠΑ μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι παρέχουν ένα σταθερό παράδειγμα αυτής της συνέπειας: οι προτάσεις, ληφθείσες από ένα επίσημο έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου, έχουν κατακριθεί ότι ευνοούν πολύ τους παραγωγούς πληροφορίας σε βάρος των διανομέων και των καταναλωτών της. Αν οι κριτικές είναι σωστές, τότε αυτές οι προτάσεις δεν αποκλείεται να είναι το αποτέλεσμα πολιτικής παρασκηνιακής πίεσης (rent-seeking) από εκδοτικά και άλλα, σχετικά με τη διασκέδαση και ψυχαγωγία, συμφέροντα Αλλά, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι αυτό συμβαίνει, είναι δύσκολο να δούμε πώς αυτές οι προτάσεις θα βοηθήσουν τους rent-seekers μπροστά στο διεθνή ανταγωνισμό. Οι προτάσεις, αν εφαρμοστούν, μπορεί να επιτρέψουν σε ειδικά συμφέροντα να επιδιώξουν υψηλότερες τιμές για τα πληροφοριακά αγαθά που παράγουν. Αλλά, χαμηλότερου κόστους διανομείς απλώς θα μεταναστεύσουν σε πιο ανεκτικές δικαιοδοσίες και, μέσω του internet, θα περικόψουν τις διογκωμένες τιμές. Αυτό με τη σειρά του θα αναγκάσει τους ευνοημένους από την νομοθεσία να μειώσουν τις τιμές τους, αναιρώντας έτσι τις συνέπειες των προτάσεων.

Αυτή η εξήγηση των προτάσεων του επίσημου εγγράφου θα προέβλεπε ότι, εξαιτίας εξωτερικού ανταγωνισμού για προϊόντα, τόσο νόμους όσο και πληροφορίες, η μόνη ελπίδα των rent-seekers για την προστασία των προτεινόμενων υπέρ αυτών, κατ’ ουσία, προνομίων, θα ήταν να αναζητήσουν μια ομοιογενή διεθνή εφαρμογή των προτάσεων. Αυτή η πρόβλεψη στην πραγματικότητα ταιριάζει με τα διαθέσιμα αυτή τη στιγμή δεδομένα : οι ίδιοι αμερικανοί γραφειοκράτες που προάσπισαν τις προτάσεις στις ΗΠΑ, τώρα σθεναρά υπερασπίζονται τις ίδιες προτάσεις και ενώπιον της παγκόσμιας οργάνωσης πνευματικής ιδιοκτησίας (WIPO), αναζητώντας την καθολική υιοθέτησή τους. Η διεθνής αποδοχή ομοιόμορφων προδιαγραφών για την πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να εξυπηρετήσει στην αποφυγή του “αγώνα προς τη βάση”. Αλλά, μια συμφωνία μπορεί επίσης να αποδυναμώσει τον “αγώνα προς την κορυφή”. Μια τέτοια επίλυση μπορεί να μην είναι καθόλου καλύτερη από το πρόβλημα αυτό καθαυτό: μια διεθνής συμφωνία για την πνευματική ιδιοκτησία δε θα προσομοιάζει τόσο μια ισορροπία συνεργασίας όσο μια συνωμοτική, ενάντια στον ανταγωνισμό, σύμπραξη επιχειρήσεων για τη μονοπώληση της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα.

 

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Όπως και σε ένα τυπικό οικονομικό cartel, κυβερνήσεις που συμμετέχουν σε μια διεθνή συμφωνία για την πνευματική ιδιοκτησία ίσως καταφέρουν να αποφύγουν τον “καταστροφικό ανταγωνισμό” στην αγορά για το νόμο ως προϊόν. Αυτό μπορεί να είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τους πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο. Αρχικά, μέσω της συνωμοσίας με ξένους πολιτικούς, οι ντόπιοι πολιτικοί μπορούν να προστατεύσουν τους εαυτούς απέναντι στα ανώτερα ξένα προϊόντα. Η ομαδική έξοδος εταιρειών σε πιο ελκυστικά ρυθμιστικά καθεστώτα μπορεί να θέσει εγχώριους πολιτικούς και γραφειοκράτες σε πίεση για τον εκσυγχρονισμό των τοπικών κανονισμών, σε βάρος ίσως των ευνοημένων μα αναποτελεσματικών rent-seekers. Αυτό μπορεί όμως να αποφευχθεί έπειτα από συμφωνία με ξένους ομολόγους για συνεργασία στην καταστολή δημιουργίας πιο αποτελεσματικών κανονισμών στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.

Συγχρόνως, τοπικοί πολιτικοί ίσως χρησιμοποιήσουν μια διεθνή συμφωνία για να αποκρούσουν τη δυσαρέσκεια εγχώριων ψηφοφόρων πάνω σε ειδικού ενδιαφέροντος νομοθεσία χαρακτηρίζοντας τα προστατευτικά μέτρα ως ένα απαραίτητο κομμάτι της διεθνούς συνεργασίας. Αυτό, στην ουσία, διευκολύνει την εντός της δικαιοδοσίας αντικειμενοποίηση του ρυθμιστικού κόστους : αντί να μεταφερθεί το κόστος σε άλλες δικαιοδοσίες μεταφέρεται σε μια διαφορετική εκλογική περιφέρεια εντός της δικαιοδοσίας. Έτσι, η διεθνής συνωμοσία μπορεί να εμποδίσει τόσο τις εγχώριες αντιδράσεις όσο και τη φυγή από τη χώρα να αποτρέψουν την πολιτική απρονοησία. Δυστυχώς στοιχεία και από τις δυο αυτές πολιτικές στρατηγικές φαντάζουν προφανή στην πρόσφατη αμερικανική νομοθεσία που στοχεύει στην προστασία του on-line copyright. Αρκετοί σχολιαστές έχουν παρατηρήσει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στη νομοθετική πράξη για το copyright, εμφανίζονται ισχυρά επαναστατικές, ευνοώντας τους παραγωγούς πληροφορίας σε σχέση με τους διανομείς και τους καταναλωτές αυτής. Οι Αμερικανοί πολιτικοί που χορηγούν τις τροποποιήσεις, όχι μόνο έχουν πάει στο WIPO για να αναζητήσουν διεθνή εφαρμογή των ίδιων ή παρόμοιων ρυθμίσεων για το copyright, αλλά σε προκαταρτική εξέταση του κογκρέσου για την εγχώρια νομοθεσία, αξιωματούχοι του WIPO “παρέλασαν” μπροστά στο νομοθετικό σώμα για να πιστοποιήσουν τη σημασία και τη χρησιμότητα των τροποποιήσεων, ως μέρος της διεθνούς συνεργασίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, κατά γενική ομολογία, τα cartel κάθε είδους είναι ασταθή. Στην περίπτωση των οικονομικών cartel, μια συνωμοτική οργάνωση θεωρείται πιο εφικτή και σταθερή, όταν η ποιότητα του προϊόντος είναι ομοιογενής, η ελαστικότητα της τιμής σε σχέση με τη ζήτηση του προϊόντος είναι χαμηλή, τα εμπόδια εισόδου είναι μεγάλα, όλοι οι προμηθευτές του προϊόντος έχουν παρόμοιες λειτουργίες κόστους και υπάρχει ένας κυρίαρχος προμηθευτής σαν καθοριστής της τιμής. Στην περίπτωση διεθνούς συνωμοσίας για τα προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, πολλές από αυτές τις απαιτήσεις μπορεί να εκπληρωθούν εν μέρει γιατί ο κύκλος των παραγωγών νόμων σε διεθνή κλίμακα έχει κλείσει. Ο αριθμός των ανεξάρτητων πολιτειών είναι σχετικά μεγάλος, ενώ και ορισμένα κράτη, ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, μπορούν να ασκήσουν σημαντική οικονομική και διπλωματική πίεση για την επίτευξη της συμφωνίας. Υπό αυτή την θεώρηση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να σημειωθεί ότι πιέζοντας το WIPO για τις συστάσεις του επίσημου εγγράφου της, οι ΗΠΑ εμφανίζονται με ύποπτο τρόπο σαν ένας προμηθευτής που προσπαθεί να ενεργήσει σαν “καθοριστής τιμής” στην αγορά για το νόμο πνευματικής ιδιοκτησίας. Επιβάλλοντας νόμους για το copyright που περιγράφονται στο επίσημο έγγράφό της σαν μια προτεινόμενη προδιαγραφή, οι ΗΠΑ προσπαθούν να συντονίσουν τη διεθνή αγορά για τέτοια προϊόντα.

Οι διεθνείς ανεπάρκειες που προκύπτουν από ομοιόμορφες προδιαγραφές πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να μην είναι λιγότερο σοβαρές από τις εθνικές ανεπάρκειες. Τα μειονεκτήματα της διεθνούς συνεργασίας προκύπτουν, φυσικά, από τις αρχές που περιγράφηκαν προηγουμένως. Αρχικά, ομοιογενοποιώντας τα εθνικά συστήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, μια διεθνής συμφωνία αναγκάζει διεθνείς επιχειρήσεις να λειτουργήσουν σε έναν κόσμο όπου υπάρχει ένα μέτρο για όλους. Ευκαιρίες για πειραματισμούς και καινοτομίες περιορίζονται. Νέες βιομηχανίες πληροφοριών που ίσως προκύψουν κάτω από καινοτομικά σχέδια, ίσως αποθαρρυνθούν. Καθιερωμένες βιομηχανίες πληροφοριών θα περιοριστούν σε μια διεθνή νόρμα, αντί να τους προσφερθεί η ευκαιρία να διαλέξουν από μια ποικιλία συστημάτων εκείνο που είναι καλύτερα προσαρμοσμένο στις λειτουργίες τους. Σαν αποτέλεσμα οι εταιρείες πληροφοριών θα εκτεθούν σε μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο επειδή θα είναι λιγότερο ικανές να διαφοροποιηθούν.

 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Οι θεωρίες για διεθνή συνεργασία προβλέπουν ότι, όπως και στο “Δίλημμα του Φυλακισμένου”, ένα κράτος θα εξακολουθήσει να συμμετέχει σε μια συνεργασία μέχρι το σημείο που η συμφωνία γι’ αυτήν θα είναι “αυτό-ενισχυτική”, δηλαδή μόνο όσο το κράτος θα έχει περισσότερα να κερδίσει από τη συνεργασία παρά αν αποχωρήσει από αυτήν. Αν στην πραγματικότητα οι στρατηγικές συνεργασίας αποδειχθούν αδύνατες ή ανεφάρμοστες, οι ορθολογικοί ανταγωνιστές μπορεί να έχουν ακόμα μια επιλογή. Αν η άμεση συνεργασία μεταξύ δικαιοδοσιών αποδειχθεί ασταθής, η δημιουργία ενός τρίτου μέρους, ευρισκόμενου πάνω από όλους τους ανταγωνιστές, ίσως είναι απαραίτητη. Ο Tiebout αναγνώρισε το παραπάνω στο αρχικό του πρότυπο, σημειώνοντας ότι όπου υφίστανται αντικειμενοποιήσεις, θα χρειαστεί κεντρική λήψη αποφάσεων παρά ο διακρατικός ανταγωνισμός, για την επίτευξη επαρκούς αποτελέσματος. Με βάση όρους της θεωρίας των παιχνιδιών, επειδή οι πολιτείες γνωρίζουν ότι οι δικές τους λογικές βραχυπρόθεσμες ανταγωνιστικές προτιμήσεις, αναπόφευκτα, θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε επιζήμιες γι’ αυτές συνέπειες, μπορεί να επιλέξουν την κατά βούληση παράδοση όλης ή μέρους της δύναμης λήψης αποφάσεων σε ένα τρίτο μέρος.

Αυτό είναι στην ουσία η στρατηγική που υιοθετείται από τις ξεχωριστές πολιτείες των ΗΠΑ για τη συναίνεση στη συνταγματική σύμβαση που δημιουργεί μια συγκεντρωτική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Παρόμοια κατάσταση συναντάμε στις ομοσπονδιακές συμβάσεις του Καναδά, της Αυστραλίας και σε ένα βαθμό και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι περίπου η ίδια στρατηγική υιοθετήθηκε από τα συνυπογράφοντα τη συμφωνία GATT κράτη, για τη δημιουργία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου (WTO). Εν τούτοις, στις ΗΠΑ και σε άλλα ομοσπονδιακά κράτη, ακόμη και όταν κάποιες μορφές κανονισμών έχουν συγκεντρωτικό χαρακτήρα, τα προνόμια του ανταγωνισμού ανάμεσα στις πολιτείες έχουν επίσης διατηρηθεί στο βαθμό που κρίνονται χρήσιμα. Επειδή τα ανταγωνιστικά προνόμια θα χαθούν σε όποιες αγορές είναι συγκεντρωτικές, ο συγκεντρωτισμός πρέπει να θεωρείται ένα δραστικό μέτρο που λαμβάνεται μόνο όπου δεν υπάρχουν τέτοιες αποδοτικότητες, δηλαδή όπου οι εξωτερικεύσεις εμποδίζουν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στο πρώτο του στάδιο.

Ο διεθνής συγκεντρωτισμός για τα δικαιώματα της πληροφορίας που σχετίζεται με το internet, πρέπει ομοίως, αν προσεγγιστεί, αυτό να γίνει με ακράτως φιλελεύθερο τρόπο. Παρά το γεγονός ότι το internet υπόσχεται να χαμηλώσει τα εμπόδια που προκύπτουν από την απόσταση, άλλα οικονομικά εμπόδια ίσως βοηθήσουν στη διατήρηση επαρκούς τμηματικού διαχωρισμού, ώστε τέτοια εσπευσμένη διεθνής δράση δε χρειάζεται να ληφθεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Το πρώτο από αυτά τα εμπόδια είναι το περιβόητο συσσωρευμένο κεφάλαιο στα κράτη τα οποία και έχουν να επιδείξουν καθιερωμένους νόμους. Για παράδειγμα, στη μελέτη του Romano για τον “αγώνα προς την κορυφή” της συνεταιριστικής ενσωμάτωσης, εταιρείες που ενσωματώθηκαν στο Delaware αναφέρθηκαν επανειλημμένως στο μεγάλο σώμα των σχετικών νομικών διατάξεων ως λόγο για την ενσωμάτωση σ’ αυτό (στο Delaware). Ομοίως, κράτη με μακριά ιστορία καλά αναπτυγμένου νόμου για το copyright, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους πληροφοριακούς διανομείς που αναζητούν τόπο για τις δραστηριότητές τους, ιδιαίτερα αν εκεί λειτουργούν ειδικά δικαστήρια με υψηλή ειδίκευση σε θέματα copyright. Η σιγουριά που προσφέρει ένα καλό νομικό σύστημα για το copyright μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να αυξήσει το τζίρο μιας επιχείρησης, περισσότερο από ότι ένα χαλαρό και ανεκτικό σύστημα για την πληροφοριακή διανομή. Νεοεισερχόμενοι στην αγορά της πληροφορίας μπορεί να υποστούν περικοπές στη δουλειά τους ώστε να εκτοπίσουν τα νομικά προϊόντα των ανεπτυγμένων δικαιοδοσιών.

Οι παραπάνω επιδράσεις τείνουν να ευνοήσουν τις ανεπτυγμένες στο επίπεδο της πληροφοριακής παραγωγής χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε βάρος αντίστοιχα αναπτυσσόμενων χωρών. Φυσικά, η μη καθιερωμένη φύση του νόμου στο internet μπορεί να αμβλύνει αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στο βαθμό που η παραγωγή κυβερνονόμων (cyber law) αναπαριστά την είσοδο σε μια νέα αγορά, κανένα κράτος δεν απολαμβάνει, ακόμη, ένα σταθερό μερίδιο αγοράς. Ωστόσο, σε μερικά κράτη, η ύπαρξη δικαστηρίων με ανεπτυγμένη ειδίκευση στο copyright και τους σχετικούς νόμους, μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ακόμα και στην απουσία νομικού προηγουμένου άμεσα σχετιζόμενου με το internet. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η μαζική φυγή των εταιρειών στις επιτρεπτικές αλλά μη δοκιμασμένες δικαιοδοσίες, δε θα επεκταθεί.

Ακολούθως, ο νόμος, από πολλές απόψεις, είναι ένα “δεσμευμένο” προϊόν- η απόφαση της φυγής για έναν εναλλακτικό τόπο θα ληφθεί με βάση το συνολικό πακέτο των προσφερόμενων δημόσιων αγαθών. Ακόμη και αν προσφέρονται ανεκτικοί νόμοι σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία, άλλες ρυθμίσεις στη δικαιοδοσία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, οι οποίες και ενδεχομένως να αντισταθμίζουν την ανωτέρω ανταγωνιστική προσφορά. Πράγματι, μη προβλεπόμενοι από νόμους παράγοντες, όπως το κλίμα ή το βιοτικό επίπεδο μπορούν, στην ουσία, να ενσωματωθούν στους νόμους ενός κράτους για την πνευματική ιδιοκτησία. Περιοριστικές δικαιοδοσίες ενδέχεται να παραμείνουν ανταγωνιστικές, αν το συνολικό τους πακέτο των φόρων, του κλίματος, του κανονισμού εργασίας, των εισαγωγικών δασμών και άλλων τοπικών δημόσιων αγαθών παραμένει ελκυστικό.

Ένα σύνηθες παράπονο σχετικά με την on-line ανάγνωση υλικού είναι η ενοχλητική μετακίνηση ανάμεσα στις οθόνες. Είναι δύσκολο να διαβαστεί γρήγορα, να “ξεφυλλιστεί” πρόχειρα το απεικονιζόμενο υλικό σε σχέση με το αντίστοιχο αντίγραφό του σε χαρτί. Ακόμη και ο πιο μικρός φορητός υπολογιστής είναι αρκετά ογκώδης, συγκρινόμενος με ένα χαρτόδετο βιβλίο. Αυτό πιθανότατα θα εξακολουθήσει να ισχύει, μέχρι την έλευση σημαντικής και ευρείας προόδου της flat-panel τεχνολογίας. Και, ακόμη και με την αύξηση του κόστους εκτύπωσης, η τρέχουσα τιμή ενός χαρτόδετου βιβλίου είναι πάρα πολύ ανταγωνιστική και, τουλάχιστον, δύσκολο να χτυπηθεί. Έτσι, φαντάζει απίθανο ότι μυθιστορήματα κατεβασμένα από το internet θα αντικαταστήσουν τα βιβλία στο ευχάριστο διάβασμα στο εγγύς μέλλον: η εικόνα αναγνωστών ξαπλωμένων στον καναπέ με έναν υπολογιστή χειρός και ένα μεγάλο ποτήρι κόκα δεν είναι ένα σενάριο που πρέπει να φοβούνται οι εκδοτικές επιχειρήσεις.

Παρομοίως, το κατέβασμα γραφικών από το Internet φαντάζει απίθανο να προκαλέσει τον εκτοπισμό των λαϊκών περιοδικών και των αφισών στους τοίχους. Σίγουρα, γραφικά όλων των ειδών είναι διαθέσιμα σε ψηφιακή μορφή στο internet και μια έντονη παράνομη συναλλαγή γραφικών έργων λαμβάνει διαρκώς τόπο μέσω του Usenet και του World Wide Web. Ωστόσο, είναι αδύνατο οι καταναλωτές να καταφύγουν στο δίκτυο για να προμηθευτούν φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης του αγαπημένου τους μοντέλου ή ενός εκπληκτικού τοπίου, καθώς, ακόμη και στις οθόνες υψηλής ποιότητας, ένα τέτοιο σκηνικό στερείται της ανάλυσης και της μονιμότητας των οποίων χαίρει στις σελίδες του National Geographic ή στο Sport Illustrated. Επιπλέον, λίγοι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να εκτυπώνουν αντίγραφα υψηλής ποιότητας, ενώ λίγοι είναι κι εκείνοι που πιθανόν θα κάνουν την επένδυση για την απόκτηση ενός τέτοιου εκτυπωτή, όταν εκτυπωμένα αντίγραφα υψηλής πιστότητας μπορούν να βρεθούν με λίγα χρήματα στις σελίδες ενός περιοδικού.

Παρόμοια εμπόδια υπάρχουν και σε σχέση με άλλα έργα που σχετίζονται με την πνευματική ιδιοκτησία. Ψηφιοποιημένη μουσική μπορεί εύκολα να διαδοθεί μέσω του internet και να αποθηκευτεί σε έναν προσωπικό υπολογιστή, αλλά, στη γενική περίπτωση, όχι σε κατάλληλη μορφή για να αναπαραχθεί από ένα στερεοφωνικό συγκρότημα του σπιτιού. Άλλωστε, η ποιότητα του ήχου που μπορούν να αποδώσουν τα απλά ηχεία ενός υπολογιστή, είναι απίθανο να είναι ικανοποιητική, ιδιαίτερα για οπαδούς του Wagner, των Pink Floyd ή και άλλων καλλιτεχνών των οποίων η μουσική σαφέστατα χρίζει μεταχείρισης υψηλής πιστότητας. Παρόμοια προβλήματα αφορούν και στην παρακολούθηση ταινιών σε προσωπικούς υπολογιστές, τουλάχιστον για τον πληθυσμό εκείνο που έχει συνηθίσει στο home video και στις τηλεοράσεις μεγάλης οθόνης με τρισδιάστατο ήχο.

Επιπλέον, η μετάδοση ταινιών στο δίκτυο προς το παρόν απαιτεί κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων bandwidth, αλλά μπορεί να καταστεί εφικτή, καθώς η ψηφιακή συμπίεση βελτιώνεται. Εναλλακτικά, είναι δυνατόν ταινίες σε μορφή συμπιεσμένων αρχείων να κατεβάζονται και να παίζονται τοπικά, σε κάθε υπολογιστή. Εντούτοις, αν κάτι είναι γνωστό για τις προτιμήσεις των καταναλωτών, είναι ότι η παραγγελία ταινιών μέσω του internet δε θα είναι από τις πιο έντονες δικτυακές δραστηριότητές τους-το ενδιαφέρον είναι χλιαρό και θα είναι δύσκολο για τους διανομείς στο χώρο του internet να ανταγωνιστούν τις κατά τόπους βιντεοθήκες, οι οποίες νοικιάζουν ταινίες με πολύ μικρή χρέωση.

Βέβαια, πολλά από αυτά τα προβλήματα παρουσίασης μπορεί να ξεπεραστούν, καθώς οι ξεχωριστές οικιακές συσκευές για τον προσωπικό υπολογιστή, την τηλεόρασης και το στερεοφωνικό, αρχίζουν να συγχωνεύονται, επιτρέποντας έτσι τη μεταφορά ψηφιακών έργων μεταξύ συστημάτων video, ήχου και επεξεργασίας πληροφοριών. Ωστόσο, αυτή η σύγκλιση δεν έχει συμβεί ακόμη και παραδείγματα, όπως αυτά του ανεπιτυχούς “εικονοτηλεφώνου της Bell Laboratories και της αποτυχημένης εργασίας με το όνομα “Viewtron” της Knight-Ridder, προειδοποιούν ότι μπορεί και να μη συμβεί ποτέ. Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι μια τέτοια συγχώνευση θα λάβει τόπο, είναι απίθανο να προβλεφθεί η μορφή που θα έχει, με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις. Τουλάχιστον προς το παρόν, φαίνεται ότι το Internet δεν έχει μετασχηματίσει κατά μαγικό τρόπο τα έργα αισθητικής και διασκέδασης σε γενικά δημόσια αγαθά, αντιθέτως, τα υλικά μέσα ενσωμάτωσης τέτοιων έργων παραμένουν ένα σημαντικό θέμα όσον αφορά στην ευχαρίστηση των καταναλωτών και τα προτιμώμενα αυτά μέσα εξακολουθούν να παρουσιάζουν χαρακτηριστικά των τοπικών δημόσιων αγαθών. Όσο αυτό παραμένει σε ισχύ, η φυγή προς άλλα κράτη μπορεί να αναχαιτιστεί.

Για κάποιες άλλες κατηγορίες προστατευόμενων από το νόμο για το copyright έργων, ωστόσο, οι τωρινές μορφές παρουσίασης στους υπολογιστές θα παραμείνουν απόλυτα αποδεκτές. Τέτοια έργα μπορεί να περιλαμβάνουν βάσεις δεδομένων, πραγματικά ή εκπαιδευτικά έγγραφα και φυσικά λογισμικό υπολογιστών. Καθώς αυτές οι δουλειές δεν αποσκοπούν στην αισθητική ευχαρίστηση, ο τρόπος παρουσίασής τους είναι λιγότερο σημαντικός από το περιεχόμενό τους. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι αυτού του τύπου οι δουλειές είναι και αυτές που παραδοσιακά δεν προστατεύονται από τους νόμους περί copyright και, ως εκ τούτου, είναι αυτές για τις οποίες η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων είναι πολύ λεπτό και οπωσδήποτε το πλέον προβληματικό ζήτημα. Παρ’ όλ’ αυτά, εμφανίζονται να είναι παράλληλα και τα έργα εκείνα που θα προσομοιάζουν περισσότερο τα γενικά δημόσια αγαθά, στο εμπόριο του Internet. Συνεπώς, μια ειδική παροχή τέτοιων έργων μπορεί να είναι και επιθυμητή.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΣΗΜΕΡΑ

Πιστεύω ότι, στο σημείο αυτό, χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά και περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο internet, σε σχέση με τη μουσική, καθώς ήδη τα εμπόδια που αναφέρει ο Dan Burk, φαίνεται να έχουν ξεπεραστεί Σήμερα, έχουν αναπτυχθεί εξελιγμένες τεχνολογίες συμπίεσης δεδομένων ψηφιακού ήχου. Ένα πεντάλεπτο κομμάτι μουσικής σε ποιότητα CD, αν περαστεί στον υπολογιστή, χρειάζεται περίπου πενήντα mb αποθηκευτικού χώρου· το ίδιο μουσικό υλικό, στην ίδια ηχητική ποιότητα, μπορεί να αποθηκευτεί ως αρχείο mp3 σε λιγότερο από 5 mb. Δεν έχει ίσως τόση σημασία το πώς γίνεται αυτό, όσο ότι μπορεί να γίνει. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα αρχεία μουσικής αποκτούν ξαφνικά την “ευχρηστία” που τους έλειπε. Μπορεί κάποιος, χωρίς πρόβλημα, να τα κρατήσει στο σκληρό δίσκο του, να τα ανταλλάξει με e-mail, ακόμη φυσικά και να τα χρησιμοποιήσει σε σελίδες του στο internet. Και πράγματι, πολλοί το κάνουν.

Το ζήτημα μπορεί να προσεγγιστεί διαφορετικά για κάθε εμπλεκόμενο. Ξεχωρίζω τις εταιρείες δίσκων, τους καλλιτέχνες, μουσικούς και στιχουργούς, και οπωσδήποτε τους ακροατές. Η πραγματικότητα για τις πρώτες, στην παρούσα φάση, δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη. Πειρατεία πράγματι υπάρχει στο χώρο του internet σε σχέση με τη μουσική. Βέβαια μουσική πειρατεία υπάρχει έτσι κι αλλιώς, υπήρχε και πριν το internet, πριν το CD., υπήρχε παλιότερα και με τις απλές κασέτες. Τα μουσικά αρχεία που κατεβάζει κάποιος από το internet είναι κατά κανόνα πειρατικά. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι είναι μικρό το ποσοστό αυτών που κατεβάζουν τραγούδια από το internet και στη συνέχεια αδιαφορούν παντελώς για τα σχετικά CD. Αντιθέτως, για ένα μεγάλο μέρος χρηστών του δικτύου φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή έχει δοκιμαστικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστική είναι η έρευνα του Πανεπιστημίου Johnson & Wales που απεικονίζεται στο παρακάτω σχήμα. Σε αυτή φαίνεται πως μόλις ένα ποσοστό της τάξης του 24% δεν αγοράζει τραγούδια λόγω της ύπαρξης του mp3 ή άλλων format. Αξιοσημείωτη είναι και μια άλλη πτυχή της έρευνας, η οποία αναφέρει ότι το 73.3% από αυτούς δεν αγοράζει τα CD γιατί δεν του άρεσαν τα τραγούδια.

Αμφισβητείται επομένως ότι η μουσική πειρατεία στο χώρο του internet είναι πράγματι αιτία σημαντικών διαφυγόντων κερδών (οι δισκογραφικές πολυεθνικές κάνουν λόγο για πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια). Το θέμα πάντως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη μεριά των καλλιτεχνών. Ποιος καλλιτέχνης δεν έχει ονειρευτεί να του δινόταν η ευκαιρία να αποκτήσει παγκόσμια απήχηση; Η ιδέα μιας μουσικής αγοράς χωρίς μεσάζοντες στο internet μοιάζει ουτοπική - φαίνεται ότι η μουσική βιομηχανία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις δισκογραφικές εταιρείες. Τα μεγάλα “αστέρια” της μουσικής θα εξακολουθήσουν να ηχογραφούν στις μεγάλες εταιρείες, οι πρωτοεμφανιζόμενοι όμως μουσικοί θα μπορούν να χρησιμοποιούν το δίκτυο έτσι όπως οι ανεξάρτητοι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν τις αίθουσες τέχνης και τα κινηματογραφικά φεστιβάλ για να περάσουν τα έργα τους σε ένα ευρύτερο κοινό.

 

 

(Newsweek, N’ Gai Croal)

Το 1993, ο Jeff Patterson, τριτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, αποφάσισε να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες διανομής του internet για τη μουσική. “Δεν είχαμε χρήματα για να κάνουμε κασέτες ή CD ή οτιδήποτε τέτοιο. Βασικά δεν είχαμε κανέναν τρόπο να βγάλουμε τη μουσική μας προς τα έξω. Αποφάσισα λοιπόν να τη βάλω στο δίκτυο ώστε να μπορεί ο καθένας να την "κατεβάσει". Έτσι κάναμε ψηφιακά δύο - τρία τραγούδια μας και τα βάλαμε εκεί με ένα αρχείο εικόνας, που ήταν σαν εξώφυλλο κασέτας”. Ο Patterson έστειλε τα τραγούδια σε newsgroups και άνοιξε ένα FTP site μέσω του οποίου το κοινό μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτά. “Λέγαμε στον κόσμο να "κατεβάσει" τη μουσική και να την ηχογραφήσει σε μια κασέτα, ύστερα να τυπώσει το εξώφυλλο και έτσι θα μπορούσε να έχει ένα demo”.

Από την αρχή, η ιδέα του Patterson προκάλεσε παγκόσμια αντίδραση. “Η ανταπόκριση ήταν εκπληκτική, κυρίως από ανθρώπους σε άλλες χώρες που ήθελαν απεγνωσμένα να ακούσουν αμερικανική μουσική αλλά δεν είχαν πρόσβαση σε αυτή. Κάναμε το ίδιο για τα συγκροτήματα μερικών φίλων μας. Ύστερα αρχίσαμε να λαμβάνουμε κασέτες από όλον τον κόσμο από ανθρώπους που έλεγαν "μπορείτε να κάνετε το ίδιο και για μένα;". Έτσι ξαφνικά γίναμε το IUMA. IUMA είναι τα αρχικά του Internet Underground Music Archive (Αρχείο Underground Μουσικής στο internet), το οποίο μέσα σε λίγα χρόνια έγινε ένα από τα μεγαλύτερα σημεία αποθήκευσης μουσικής on-line. Για 240 δολάρια, τα συγκροτήματα μπορούν να στείλουν ένα τραγούδι, δύο σελίδες βιογραφικών στοιχείων ή διαφημιστικών εικόνων, δύο εικόνες, στίχους και να δημιουργήσουν μια θέση για να πουλήσουν τη μουσική τους απευθείας στους ακροατές. Αρέσει στους καλλιτέχνες γιατί τους δίνει μεγαλύτερο έλεγχο στη μουσική τους και την ευκαιρία να φθάσουν σε ακροατές σε όλον τον κόσμο. Αρέσει όμως και στα στελέχη των δισκογραφικών εταιρειών, επειδή τους επιτρέπει να βλέπουν νέους καλλιτέχνες χωρίς να χρειάζεται να μπουν στο αεροπλάνο ή να ζητήσουν demo. Ήδη δύο συγκροτήματα από το IUMA έχουν υπογράψει συμβόλαια με μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες. Οι Euphoria κυκλοφορούν από την Island Records και οι Mermen έκλεισαν συμφωνία με τη Mesa, label της Atlantic Records που ανήκει στην τεράστια αυτοκρατορία της Time - Warner. Το IUMA λαμβάνει περισσότερα από 250.000 μουσικά κομμάτια την ημέρα και πραγματοποιεί ετήσιο τζίρο ύψους σχεδόν ενός εκατομμυρίου δολαρίων.

Όταν ο Patterson ξεκίνησε το IUMA, στόχος του ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, να φέρει την επανάσταση στη σχέση ανάμεσα στους μουσικούς και στο κοινό. “Η θέση μας ήταν: "Θα εξαφανίσουμε όλες τις μεγάλες εταιρείες. Αυτό είναι το μέλλον, τα συγκροτήματα θα αγκαλιάσουν το δίκτυο και θα πηγαίνουν απευθείας στους πελάτες". Τώρα αναγνωρίζουμε ότι έχουμε ανάγκη τις εταιρείες. Εξακολουθούμε όμως να πιστεύουμε ότι το δίκτυο θα αποτελέσει ένα πολύτιμο όργανο για τους ανερχόμενους μουσικούς. Αρχίζουμε να εκμεταλλευόμαστε το δίκτυο και ως μέσο διανομής αντί απλώς ως μέσο διαφήμισης. Εκείνο που δεν είχαμε καταλάβει τότε ήταν ότι θα υπάρχουν πάντοτε καλλιτέχνες που θα ξεχωρίζουν από τους άλλους από την άποψη της δημοτικότητας και ότι θα έχουν ανάγκη από κάποιον που θα τους υποστηρίζει με τα απαραίτητα χρήματα για να βγάλουν προσεγμένους δίσκους και αφίσες. Για να γίνει αυτό, χρειάζονται τα χρήματα των δισκογραφικών εταιρειών. Είχαμε τη σοσιαλιστική άποψη ότι όλα τα συγκροτήματα θα έπαιζαν στο ίδιο επίπεδο, ότι δε θα υπήρχαν σούπερσταρ και ότι θα υπήρχαν μόνο μουσικοί της μεσαίας τάξης”.

Η πραγματικότητα του κόσμου της μουσικής στο internet άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο Patterson βλέπει το μέλλον. “Εξακολουθούμε να θεωρούμε την ιδέα του μουσικού της μεσαίας τάξης βιώσιμη μέσα από το δίκτυο. Δε θα χρειάζεται να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να βγάλουν ένα προϊόν. Το μόνο που θα έχουν να κάνουν θα είναι να δημιουργούν τη μουσική τους και να την πουλάνε ηλεκτρονικά για να αρχίσουν να κερδίζουν χρήματα αμέσως.” Πάντως, η καθιέρωση της ιδέας του Patterson επιβάλλει εκ νέου μεσάζοντες στην επαφή του καλλιτέχνη με το κοινό του.

Όπως και να έχει το πράγμα, οι μουσικές πωλήσεις on-line εξακολουθούν να είναι σταγόνα στον ωκεανό, αν συγκριθούν με τις συμβατικές πωλήσεις. Ωστόσο, οι μεν πρώτες αυξάνουν με ραγδαίους ρυθμούς, οι δε δεύτερες παραμένουν στάσιμες. Αντί τα αντεργκράουντ συγκροτήματα να αρχίσουν να χρησιμοποιούν το δίκτυο για να καταστρέψουν τις δισκογραφικές εταιρείες, εκείνο που είναι πιθανότερο να συμβεί είναι να δημιουργηθεί ένα πολυσχιδές σύστημα ανάλογο με εκείνο του αμερικανικού κινηματογράφου. Οι σούπερσταρ θα εξακολουθήσουν να κλείνουν συμβόλαια και να ηχογραφούν με τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, όπως οι σταρ του κινηματογράφου κάνουν ταινίες με τα studio του Hollywood. Οι ανερχόμενοι όμως μουσικοί θα μπορούν να χρησιμοποιούν το δίκτυο όπως οι ανεξάρτητοι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν τις αίθουσες τέχνης και τα κινηματογραφικά φεστιβάλ για να περάσουν το έργο τους σε ένα ευρύτερο κοινό.

Όσο για το κοινό, αυτό είναι ο ρυθμιστής όλων και ο τελικός κερδισμένος. Βέβαια, οι αγορές μεταβάλλονται και μαζί τους και η συμπεριφορά των καταναλωτών, ακροατών στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στις δεκαετίες του '70 και του '80 υπήρχαν πιστοί θαυμαστές, που ακολουθούσαν τα είδωλά τους καθιερώνοντας τη μια επιτυχία μετά την άλλη. Οι καταναλωτές - ακροατές είναι όμως σήμερα λιγότερο πιστοί και χάνονται μέσα στην πληθώρα των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών καθώς και των μουσικών περιοδικών που ξεφύτρωσαν τα τελευταία χρόνια. Έτσι, οι εταιρείες δίσκων κινδυνεύουν να πέσουν στην ίδια παγίδα με τις κινηματογραφικές εταιρείες του Hollywood, που ξοδεύουν όλο και περισσότερα χρήματα για να προωθήσουν νέες ταινίες σε μια καθ' όλα απρόβλεπτη αγορά, με αποτέλεσμα τα κέρδη από τις επιτυχίες να είναι μικρά και οι απώλειες από τις αποτυχίες μεγάλες. Δυναμική στο χώρο του internet υπάρχει. Εξάλλου, το μεγαλύτερο ποσοστό των δισκογραφικών παραγωγών, περίπου το 75%, είναι επιζήμιο, καθώς οι πωλήσεις τους δεν καλύπτουν ούτε τα έξοδα της παραγωγής. Τουλάχιστον γι’ αυτές, η διαμόρφωση μιας ψηφιακής αγοράς επιβάλλεται.

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η μουσική πειρατεία στο internet είναι μια ιδέα που έχει μέλλον ανεξάρτητα από την τύχη των “επαγγελματιών” πειρατών. Όπως άλλοτε οι φίλοι μεταξύ τους αντάλλασσαν τραγούδια και κασέτες, στο δικό τους περιορισμένο κύκλο, σήμερα μπορούν να ανταλλάσσουν mp3, ο κύκλος τους όμως είναι πλέον μη περιορισμένος, είναι ολόκληρος ο κόσμος. Και πρέπει να πούμε ότι σε αυτό το επίπεδο υπάρχει κυρίως η πειρατεία στο internet. Υπηρεσίες όπως το mp3 chat, το Supernews και το Phatcat χρησιμοποιούνται από τους ακροατές σε αυτή την κατεύθυνση.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι οι προσπάθειες που γίνονται για την εκδίωξη ή καταπολέμηση της μουσικής πειρατείας στο internet αναλώνονται σε μεγάλο βαθμό σε απειλές έναντι υπευθύνων για περιοχές στο δίκτυο με πειρατικό περιεχόμενο. Έτσι έχει ξεκινήσει ένας ιδιότυπος “ανταρτοπόλεμος”. Δισκογραφικές εταιρείες και οργανισμοί προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων διατρέχουν το internet ψάχνοντας για παράνομα αρχεία mp3 και απειλώντας τους υπευθύνους με πρόστιμα της τάξεως των εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων. Από την άλλη, οι “πειρατές” κρύβονται καλά. Σήμερα τα αρχεία mp3 βρίσκονται εδώ, αύριο στην άλλη άκρη του κόσμου. Πειρατικά site εμφανίζονται στη μέση τού πουθενά και μένουν ανοιχτά για μία - δύο ώρες. Οι σχετικές διευθύνσεις μαθαίνονται “στόμα με στόμα”, ενώ ειδικές μηχανές αναζήτησης βοηθούν τους ενδιαφερόμενους να εντοπίσουν πού βρίσκονται ανά πάσα στιγμή τα κομμάτια που τους ενδιαφέρουν. Επομένως, η μάχη είναι άνιση. Οι μηχανισμοί επιβολής του νόμου συνειδητοποιούν καθημερινώς ότι στο internet είναι αδύνατον να μπει τάξη με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι κινήσεις της μουσικής βιομηχανίας και οι απειλές είναι δείγματα αμηχανίας και αρχόμενου πανικού

 

ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟΥ

(Elmer-Dewitt, Philip, 13 Ιουνίου 1994)

Η πειρατεία θα λέγαμε ότι έχει τις ρίζες της στην εποχή που εμφανίστηκαν τα modem. Τότε υπήρχε ο Commodore 64 (γνωστό και ως C-64). Όταν οι χρήστες ξεκίνησαν την ανταλλαγή παιχνιδιών μέσω των τηλεφωνικών γραμμών, εμφανίστηκαν και οι πρώτες “πειρατικές” ομάδες. Επέλεγαν εξωτικά ονόματα, όπως Razor 1911 και KTS (Katharsis) (αυτές οι δυο υπάρχουν ακόμη). Οι ομάδες αυτές βρίσκονταν σε μόνιμο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι λεγόμενες BBS (Bulletin Board Systems), συστήματα στα οποία μπορούσε κάποιος να συνδεθεί με το modem του. Συχνά, οι ομάδες χρηματοδοτούσαν συγκεκριμένες BBS ώστε να τις καταστήσουν κέντρα διανομής των δικών τους “σπασμένων” παιχνιδιών. Η παρουσία των BBS παράλληλα με την έλευση του IBM PC οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό αυτών των “πειρατικών” ομάδων. Μια ολόκληρη “νέα γενιά” πειρατών γεννήθηκε, με ονόματα όπως "PWA (Pirates with Attitudes)", "Hybrid", "Genesis", "RiSC (Rise in Superior Couriering)", "TRSi (Tri-Star/Red Sector)", "Pinnacle", "THG (The Humble Guys)", "UCF (United Cracking Force)", "Scum" και "GLoW (Gorgeous Ladies of Warez, αυτό είχε μόνο γυναίκες). Αυτές επινόησαν τον όρο "warez" ως συντόμευση για το "software". Οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες σταδιακά συγχωνεύτηκαν με τις μεγάλες του χώρου, όπως οι Razor 1911 και PWA. Σήμερα, όλοι αυτοί, hacker, cracker, phreaker κλπ, συναντώνται σε παγκόσμια συνέδρια, τα περίφημα “Ho Ho Con”.

Αρχικά, θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί ότι έχουμε διάφορες μορφές πειρατείας λογισμικού. Πρώτα πρώτα έχουμε πειρατεία στο επίπεδο του τελικού χρήστη. Αυτή συμβαίνει όταν πολλαπλά αντίγραφα ενός μόνο πακέτου λογισμικού εγκαθίστανται σε διαφορετικά υπολογιστικά συστήματα ή όταν αυτός διανέμει αντίγραφα του πακέτου σε άλλους. Έπειτα, έχουμε πειρατεία στο επίπεδο του εμπόρου, όταν αυτός πουλά αντίγραφα ενός πακέτου σε διαφορετικούς πελάτες. Αυτή η μορφή περιλαμβάνει και τα υπολογιστικά συστήματα που πωλούνται με ήδη εγκατεστημένο software, χωρίς όμως να παρέχονται στον πελάτη οι πρωτότυπες δισκέτες και τα εγχειρίδια χρήσης. Ενδείξεις τέτοιας πειρατείας είναι οι πολλοί χρήστες με τον ίδιο σειριακό αριθμό, η έλλειψη ή η μη επάρκεια αυθεντικής τεκμηρίωσης ή ακόμη και η λανθασμένη τεκμηρίωση. Πειρατεία λογισμικού έχουμε επίσης στο επίπεδο του internet, κυρίως, αλλά και κάθε μορφής δικτύου. Αυτή υφίσταται όταν έχουμε ηλεκτρονική μεταφορά λογισμικού με σκοπό την αντιγραφή και χρήση, χωρίς την απαραίτητη νόμιμη άδεια χρήσης. Επίσης, έχουμε και διαφορετικά είδη λογισμικού, κάτι που επιδρά στον τρόπο λειτουργίας της πειρατείας, κατά περίσταση. Υπάρχουν τα μεγάλα εμπορικά πακέτα που διανέμονται με τη μορφή CD ή δισκετών. Στην περίπτωση αυτή η πειρατεία έγκειται στην πώληση παράνομων αντιγράφων του λογισμικού αυτού, είτε στο φυσικό κόσμο είτε στο χώρο του internet. Υπάρχουν οι λεγόμενες δοκιμαστικές εκδόσεις (shareware ή trial), που διανέμονται στους χρήστες με σκοπό τη δοκιμή πριν την αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, συνήθως, το λογισμικό είτε δε διατίθεται με τις πλήρεις δυνατότητές του είτε έχει ημερομηνία λήξεως είτε ακόμα επιβάλλει, παράλληλα με τη δυνατότητα χρήσης του, διαρκή “ενοχλητικά” μηνύματα που καλούν το χρήστη να αγοράσει το πρόγραμμα κλπ. Στο επίπεδο αυτό, η πειρατεία έχει καθαρά λογισμικό χαρακτήρα. Δηλαδή οι ψηφιακοί πειρατές γράφουν κώδικες ικανούς να “σπάσουν” τα προγράμματα αυτά με διάφορους τρόπους, συνήθως με τη δημιουργία σειριακών αριθμών, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις η αγορά ενός τέτοιου πακέτου λογισμικού έγκειται στην προμήθεια ενός νόμιμου σειριακού αριθμού. Πειρατεία τέλος, πιθανόν να έχουμε και σε μια άλλη πιο “ανώδυνη” κατηγορία λογισμικού, τα λεγόμενα “freeware” πακέτα. Εδώ, δεν υπάρχει βέβαια κόστος χρήσης, ωστόσο τα προγράμματα αυτά υπόκεινται σε συμφωνίες των οποίων η μη τήρηση συνιστά πειρατεία.

Η πειρατεία του λογισμικού έχει εξαπλωθεί μέσω του internet τόσο πολύ, όσο και το ίδιο το internet. Μπορεί ο οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται, να βρει χιλιάδες site με σχετικό περιεχόμενο, αρκεί να δώσει τη λέξη warez σε κάποια μηχανή αναζήτησης. Το alt.binaries.warez.ibm-pc είναι ένα από τα πιο δραστήρια newsgroup με χιλιάδες μηνύματα κάθε βδομάδα. Πολλές φορές, νέες εκδόσεις εμπορικών προγραμμάτων είναι διαθέσιμες από πειρατικά site την ίδια μέρα της επίσημης κυκλοφορίας τους.

Στην πειρατεία λογισμικού, έχουμε από τη μια πλευρά τους λεγόμενους hacker, cracker, επίσης τους σχετικούς λαθρεμπόρους και βέβαια τους παράνομους χρήστες, ενώ από την άλλη πλευρά έχουμε τις εταιρείες λογισμικού και τους νόμιμους χρήστες. Κατά περίεργο τρόπο, και οι δυο πλευρές καθοδηγούνται από τα ίδια κίνητρα, πλεονεξία και δύναμη, ενώ παράλληλα τόσο οι μεν όσο και οι δε αισθάνονται ότι το δίκιο είναι με το μέρος τους. Πλεονεξία υποκινεί τις εταιρείες λογισμικού, μια και θέλουν να απορροφήσουν τα μέγιστα κέρδη από τις δημιουργίες τους, όπως και τους “πειρατές” που “ποθούν” ακριβά προγράμματα, αλλά δε θέλουν (ή δεν μπορούν) να τα αγοράσουν. Ένας διαρκής και έντονος αγώνας διεξάγεται ανάμεσά τους για επικράτηση. Οι εταιρείες θέλουν να σταματήσουν τους hacker ενώ οι “πειρατές” θέλουν να καταβάλλουν την εξουσία των πρώτων. Οι εταιρείες θεωρούν τους “πειρατές” εγκληματίες ενώ οι “πειρατές” αυτοανακηρύσσονται αγωνιστές της ελευθερίας, ενάντια στην απληστία των εταιρειών. Αν και οι εταιρείες λογισμικού ξοδεύουν όλο και περισσότερα χρήματα και χρόνο για να υλοποιήσουν περισσότερο περίπλοκα σχέδια προστασίας των προγραμμάτων τους, οι ομάδες πειρατών, όπως οι Siege, DOD, Glow και X-Force ξοδεύουν όση ακριβώς ενέργεια και χρόνο απαιτείται για το γρήγορο “σπάσιμό” τους. Η ακραία αντίθεση των δυο αυτών “πόλων” είναι εμφανής στα ακόλουθα δυο μηνύματα που στάλθηκαν στο alt.3d.studio:

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση της πειρατείας, ο κυριότερος οργανισμός ενάντια στην πειρατεία λογισμικού είναι, στην Αμερική, η SPA (Software Piracy Association). Έχει μια τηλεφωνική γραμμή χωρίς χρέωση (1-800-833-7478) όπου μπορεί κάποιος να τηλεφωνήσει και να καταγγείλει περιπτώσεις πειρατείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καταγγελίες αυτές, όταν γίνονται, συνήθως προέρχονται από πειρατές οι οποίοι ανήκουν σε κάποια ομάδα και καταγγέλλουν κάποια άλλη ομάδα. Είναι απόρροια δηλαδή του ανταγωνισμού μεταξύ των “πειρατικών” ομάδων. Ωστόσο, συνολικά, η επιτυχία αυτής της γραμμής, αλλά και γενικότερα τέτοιου είδους μέτρων, είναι αμελητέα. “Πειρατικές” ομάδες λειτουργούν επί χρόνια και συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό. Εξάλλου, ο περισσότερος κόσμος δε θεωρεί την πραγματοποίηση μιας τέτοιας καταγγελίας στοιχείο κοινωνικής συνειδητοποίησης και έτσι αδιαφορεί. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αδιαφορία αυτή μετατρέπεται σε αηδία και οργή, όταν ακολουθούνται χυδαίες τακτικές για την προώθηση αυτών των μέτρων. Οι περισσότεροι, για παράδειγμα, θα θυμούνται την πριν λίγα χρόνια διαφημιστική εκστρατεία της BSA (Business Software Alliance), οργάνωσης που ιδρύθηκε από δεκαπέντε μεγάλες εταιρείες πληροφορικής με αποκλειστικό σκοπό την καταπολέμηση της πειρατείας. Οργάνωση που με εξοργιστικά ανόητες και χυδαίες καταχωρίσεις στον Τύπο, ζητούσε από τον κόσμο να “ρουφιανεύει” όσους χρησιμοποιούσαν ή προωθούσαν λογισμικό παράνομα Αντίστοιχα βεβαρημένο και είναι και το ιστορικό της SPA. Είχε ζητήσει από τους internet providers στις ΗΠΑ να υπογράψουν ένα συμφωνητικό, ότι θα παρακολουθούν τις δραστηριότητες των χρηστών τους και τις σελίδες που οι τελευταίοι ανεβάζουν στο Web και θα καταγγέλλουν τυχόν παρανομίες τους. Στην ουσία δηλαδή, η SPA ήθελε να κάνει τους internet provider χωροφύλακες του internet. Κάποιοι υπέγραψαν την εξωφρενική συμφωνία. Κάποιοι άλλοι αρνήθηκαν. Σ' αυτούς η SPA απάντησε με μηνύσεις εκ μέρους των εταιριών Adobe Systems Inc, Claris Corp, Corel Corp, Datastorm Technologies Inc και Novell, Inc Οι μηνύσεις αυτές δε θα είχαν φυσικά καμία τύχη στο δικαστήριο. Ο σάλος που προκλήθηκε, ανάγκασε την SPA να αποσύρει τις μηνύσεις, επιμένοντας όμως στη συνεχή παρακολούθηση των πελατών από τους internet provider.

Η πιο αποτελεσματική μέθοδος για την καταπολέμηση της πειρατείας θεωρείται από τους μελετητές ότι είναι αυτή του λεγόμενου hard-lock. Η ύπαρξη δηλαδή σε κάθε υπολογιστή μιας 64-pin κάρτας που με κάποιο τρόπο θα ελέγχει τη νομιμότητα χρήσης του λογισμικού από το χρήστη του συγκεκριμένου υπολογιστή. Και αυτή η μέθοδος όμως δεν είναι εύσχημη, θα λέγαμε μάλλον ότι είναι εξαιρετικά ύποπτη, καθώς προϋποθέτει ότι ένα chip ενσωματωμένο σε έναν υπολογιστή θα μπορεί να λάβει πληροφορίες για τον τρόπο που ένας ιδιώτης χρησιμοποιεί τον υπολογιστή του και να τις στείλει στους αρμοδίους. Υπάρχουν βέβαια και οι πιθανότητες ασυμβατότητας της κάρτας με το κάθε σύστημα, που είναι ένα σημαντικό πρόβλημα. Πάντως, ούτε η μέθοδος αυτή φαίνεται να φοβίζει τους “πειρατές”. Παρακάτω παρατίθεται ένας διάλογος που έγινε στο IRC ανάμεσα σε δυο “πειρατές” στους οποίους αναλύθηκε ο τρόπος που θα δουλεύει αυτή η κάρτα εναντίον της “πειρατείας”. Τα nickname τους είναι "pneyz" (προφέρεται pennywise) και "FaTaL HaLuZiNaTioN". Οι αντιδράσεις τους έχουν ως εξής:

pneyz: That would be a pretty f***ing good way to stop piracy.

fh: Why would you want to stop piracy? It’s not like it’s hurting anyone, and besides, its not like anyone gives a damn if Microsoft dies from piracy.

pneyz: Yeah, Bill Gates is the Anti-Christ. No one I know would pay for the overpriced sh*t that they sell anyway.

fh: Almost everyone has pirated at one time or another. No one really cares if you pirate or not. Besides, every type of copy protection previously made has been broken, so It’s only a matter of time before this one is dead too.

pneyz: For example, I bet we could just drop a tweaked control datagram into the char set void pointer. That would almost definitely disable the streamable base resource.
fh: Then you could bypass the chip all together with a 3kb modeX asm program and fork the data output through a filter, and it’s ready to be given out to all your pirating friends.

* οι τελευταίες αναφορές σχετίζονται με λεπτομέρειες σχετικές με τον τρόπο λειτουργίας της κάρτας

Πάντως, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσον οι εταιρείες λογισμικού, ειδικά οι μεγάλες, έχουν συμφέρον από την ολοκληρωτική εξάλειψη της “πειρατείας”. Ειδικά για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι φοιτητές για παράδειγμα, η νόμιμη απόκτηση λογισμικού είναι σχεδόν αδύνατη. Δηλαδή σε αυτές τις περιπτώσεις, με δυο λόγια, ισχύει το “Ή πειρατικό ή καθόλου”. Και η πιο συμφέρουσα πολιτική για τις εταιρείες είναι αυτή που προωθεί, ή καλύτερα δεν αποτρέπει το πειρατικό. Έτσι, έστω και πειρατικά, τα προϊόντα τους κυκλοφορούν, κατακτούν μερίδιο αγοράς και, αν αξίζουν, διαφημίζονται από στόμα σε στόμα. Επίσης, όταν ένας φοιτητής μάθει να χειρίζεται καλά ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, είναι λογικό ότι το εργασιακό του μέλλον θα περιλαμβάνει και αυτό το προϊόν, που τότε πια, στα πλαίσια μιας επιχείρησης, δε θα μπορεί να είναι πειρατικό. Ωστόσο, οι μικρές εταιρείες, λόγω της πειρατείας αρκετές φορές κλείνουν, έτσι ο έλεγχος της αγοράς γίνεται από τις λίγες μεγάλες, οι οποίες και καθορίζουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, χωρίς απαραίτητα να προσφέρουν και τα καλύτερα προϊόντα. Η πολιτική αυτή είναι εμφανής στην τακτική της Microsoft. Ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι πολλοί από αυτούς που δουλεύουν με πειρατικά προγράμματα, αν δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, ίσως να μην είχαν κάνει άλλου είδους σχετικές επενδύσεις, όπως η αγορά υπολογιστή, επενδύσεις που στηρίζουν τις σχετικές με το λογισμικό αγορές.

 

ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ

Πέρα από τη μουσική και το λογισμικό, ψηφιακή πειρατεία συναντάμε σε πολλά πεδία. Στα πρώτα χρόνια, την εποχή του C-64, ένα σημαντικό πεδίο πειρατείας ήταν και η χρήση του τηλεφωνικού δικτύου. Περίφημα ήταν τότε τα λεγόμενα “blue boxes”. Αυτά, στέλνοντας κάποιους συγκεκριμένους τόνους, “μπέρδευαν” το τηλεφωνικό δίκτυο και έτσι καθιστούσαν δυνατή τη χρήση του χωρίς χρέωση. Μια κλασική ιδέα ήταν, για παράδειγμα, η αποστολή του τόνου ο οποίος αντιστοιχεί στο κλείσιμο της γραμμής. Το δίκτυο αντιλαμβανόταν ότι η συνδιάλεξη είχε σταματήσει, ενώ ο χρήστης απλώς συνέχιζε με έξοδα του κράτους. Τέτοια boxes κατασκευάστηκαν πολλά, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Bell (τηλεφωνική εταιρεία της Αμερικής), χάνοντας υπέρογκα ποσά, αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει κατά καιρούς αρκετές τροποποιήσεις στο δίκτυό της, αλλά τελικά πάντα υπήρχε μια “λύση”. Έτσι, κυκλοφόρησαν διάφορες εκδόσεις του αρχικού Blue Box (Black, Yellow, Red), οι οποίες προσέφεραν τα μέγιστα στους δημιουργούς τους και φυσικά κόστισαν πολύ στις τηλεφωνικές εταιρείες. Η διαδικασία αυτή λέγεται phreaking και όσοι ασχολούνται με αυτή ονομάζονται phreakers. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης και τους ιούς που κατακλύζουν τον ηλεκτρονικό κόσμο. Πολλές φορές μάλιστα, οι ιοί γράφονται από τις ίδιες τις εταιρείες που παρασκευάζουν και τα σχετικά “αντιβιοτικά”. Άλλη μορφή ψηφιακής πειρατείας, που προσεγγίζει με ακριβέστερες προδιαγραφές το έγκλημα στο φυσικό κόσμο, είναι για παράδειγμα η κλοπή χρηματικών ποσών μέσω παράνομης χρήσης πιστωτικών καρτών στο internet. Και φυσικά πειρατεία συνιστούν και οι αμέτρητες επιθέσεις σε τοποθεσίες του internet, με τελικό αποτέλεσμα την αλλαγή του περιεχομένου πολλών ηλεκτρονικών σελίδων. Κοινό στοιχείο όλων των παραπάνω είναι η διάθεση για “νίκη”, για εισχώρηση εκεί που απαγορεύεται, η πρόκληση για “σπάσιμο” των συστημάτων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το internet υπόσχεται να διευκολύνει τόσο τη διανομή των πληροφοριακών προϊόντων όσο και τη μετανάστευση των παραγωγών τους δια μέσω των συνόρων. Έτσι, οι ανταγωνιστικές συνέπειες του internet μπορεί να αποδειχθούν ευλογία και κατάρα ταυτοχρόνως, ανάλογα με την αντίληψη του καθενός. Η πρόκληση θα είναι η διατήρηση των ανταγωνιστικών κερδών που προκύπτουν από το δίκτυο ελαχιστοποιώντας τις συνέπειες της αντικειμενοποίησης. Για την ανταπόκριση σε αυτή την πρόκληση, μια προσεκτικά σχεδιασμένη διεθνής συμφωνία για το copyright και την πολιτική για την πληροφορία ίσως είναι απαραίτητη, αλλά η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συμφωνίας δεν είναι με κανένα τρόπο ξεκάθαρη και οι εκκλήσεις που διατυπώνονται για την κατάληξη σε μια τέτοια συμφωνία φαντάζουν πρόωρες, ακόμα και αν είναι καλοπροαίρετες. Με δεδομένο το ενδεχόμενο για μια διεθνή συνωμοσία μέσω μιας τέτοιας συμφωνίας, η δραστηριότητα για μια τέτοια συμφωνία πρέπει να αναβληθεί, μέχρι να καταστεί σαφές ότι ένας “αγώνας προς τη βάση” είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρητική πιθανότητα. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται περιοδικοί έλεγχοι της κατάστασης όσον αφορά στις εξωτερικές επιδράσεις του internet. Αν μια τέτοια συμφωνία φαίνεται απαραίτητη, πρέπει να σχετίζεται μόνο με μέσα που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αμιγώς δημόσιων αγαθών παρά με αυτά που εμφανίζουν διακριτικά τοπικών δημόσιων αγαθών. Στο εγγύς μέλλον, τέτοια μέσα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν λίγο περισσότερα από λογισμικό, κείμενο και βάσεις δεδομένων. Επιπρόσθετα, η όποια συμφωνία πρέπει να προσφέρει την ευκαιρία στα κράτη για πειραματισμούς και παραλλαγές. Αυτό πιθανόν δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από τον καθορισμό από τους συνυπογράφοντες των ελάχιστων προδιαγραφών για την προστασία του copyright. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή είναι και η προσέγγιση, τόσο της συνθήκης της Βέρνης όσο και του WTO. Έτσι, στην παρούσα φάση, μια ορθολογική προσέγγιση θα πρέπει απλώς να επιδιώκει αυξημένη βαρύτητα για τις ήδη υπάρχουσες συμφωνίες, παρά τη δημιουργία νέων ή τη δραστική τροποποίηση αυτών που ισχύουν.

Τελικό απόσταγμα: Ο όρος “πνευματική ιδιοκτησία” είναι σχήμα οξύμωρο, "ένα λάθος επίθετο για ένα λάθος ουσιαστικό" κατά τον συγγραφέα Harlan Cleveland.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Bruce Sterling, Islands in the Net (New York: Arbor Hause, 1988), p.37.
  2. Vinton G.Cerf, “Networks”, Scientific American (September 1991), p.72.
  3. August Lish, The Economics of Locations, trans. W.H. Woglom & W.F. Stolper (New Haven: Yale University Press, 1954).
  4. R. Sohns, “Lisch and the Theory of Trade” in The Analysis of Regional Structure: Essays in Honour of August Lisch (New York: Metheun, 1978), pp.119, 122-124.
  5. Paul A. Samuelson, “The Pure Theory of Public Expenditures ”, Review of Economics and Statistics 36 (1954),p. 387.
  6. Richard P. Adelstein and Steven I. Peretz, “The Competition of Technologies in Markets for Ideas: Copyright and Fair Use in Evolutionary Perspective”, International Review of Law and Economics 5 (1985), p.209.
  7. Joseph Stiglitz, “The Theory of Local Public Goods” in Local Provision of Public Services: The Tiebout Model after Twenty- Five Years, ed. George R. Zodrow (New York: Academic Press, 1983),pp. 17,19.
  8. Karen B. Levitan, “Information Resources as ‘Goods’ in the Life Cycle of Information Production, “Journal of the American Society for Information Science 44 (188982).
  9. Charles Tiebout, “A Pure Theory of Local Expenditures,” Journal of Political Economy 64 (1954), p.416.
  10. Albert Hirschman, Exit, Voice, and Loyalty: Responses to Decline in Firms, Organizations, and States (Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1970).
  11. Stiglitz, “The Theory of Local Public Goods,” p.48.
  12. Ibid., p.47
  13. William L. Carey, “Federalism and Corporate Law: Reflections upon Delaware,” Yale Law Journal 83 (1974), p.663.
  14. Daniel Fischel, “The ‘Race to the Bottom’ Revisited: Reflections on Recent Developments in Delaware’s Corporation Law, “Northwestern Law Review 76 (1982), p. 913; Peter Dodd and Richard Leftwich, “Federal Regulation, “ Journal of Business 53 (1980), p.259.
  15. Roberta Romano, “Law as a Product: Some Pieces of the Incorporation Puzzle, “Journal of Law, Economics and Organization 1 (1985), p.225.
  16. For example, Margaret F. Brinig and Francis H. Buckley, “ The Market for Deadbeats,” Journal of Legal Studies 25 (1996), p.201 (empirical study indicating that jurisdictions compete for desirable immigrants by offering absolution from former debts).
  17. Joel P. Trachtman, “International Regulatory Competition, Externalization, and Jurisdiction,” Harvard International Law Journal 34, (1993), pp.47, 73.
  18. R. Duncan Luce and Howard Raiffa, Games and Decisions (New York: Wiley, 1957) (explaining the “Prisoner’s Dilemma” game theory scenario).
  19. Trachunan, “International Regulatory Competition, Externalization, and Jurisdiction, “ p.76.
  20. John E. Chubb, “How Relevant is Competition to Government Policymaking?” in Competition Among States and Local Governments: Efficiency and Equity in American Federalism, ed. Daphne
  21. A. Kenyon and John Kincaid (Washington, D.C.: Urban Institute Press, 1991), pp. 57,58.
  22. Robert Axelrod, The Evolution of Cooperation (New York: Basic Books, 1984).
  23. J.S. Coleman, “Recontracting, Trustworthiness, and the Stability of Vote Exchanges,” Public Choice 40 (1983), p.89.
  24. Albert Breton, “The Existence and Stability of Interjurisdictional Competition,” pp. 38,49.
  25. Roland Vaubel, “ A Public Choice View of International Organization,” in The Political Economy of International Organizations, ed. Roland Vaubel and Thomas D. Wilbert (Boulder: Westview Press, 1991). Pp. 27,31.
  26. Ibid., p.30.
  27. Breton, p.40.
  28. Ibid.
  29. Mancur Olson, The Logic of Collective Action: Public Goods and the Theory of Groups (Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1965); James M. Buchanan and Gordon Tullock, The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy (Ann Arbor, Michigan : University of Michigan Press, 1962).
  30. Pamela Samuelson, “Intellectual Property Rights and the Global Information Economy, “ Communications of the ACM (January 1996), p.23
  31. Vaubel, “ Public Choice View of International Organization.” P.32.
  32. Ibid.
  33. Trachtman, p.57.
  34. Vaubel, p.34.
  35. George Stigler, “ A Theory of Oligopoly,” Journal of Political Economy 72 (1977), p.44
  36. Vaubel, p.29
  37. Lester Telser, “A Theory of Self- Enforcing Agreements, “ Journal of Business 53 (1980), p. 27.
  38. Breton, pp. 48-49.
  39. Trachtman, p.79.
  40. I. Trotter Hardy, “ Contracts, Copyright, and Preemption in a Digital World, “ University of Richmond Journal of Law and Technology 1 (1995) (http://www.urich.edu/~ jolt/v1.1/hardy.html)
  41. .
  42. John Markoff, “ Building the Information Superhighway,” New York Times, January 24. 1993 (discussing Picture Phone); Karen Wright, “The Road to the Global Village,” Scientific American (March 1990), pp. 83,85 (discussing Viewtron).
  43. Ελληνική Νομοθεσία, (ν. 2121 /1993, άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2)
  44. “Millenium” του “Tύπου της Kυριακής” (31/1/1999)
  45. Περιοδικό “E”, 22/11/1995
  46. N’ Gai Croal, από το Newsweek
  47. Elmer-Dewitt, Philip, 13 Ιουνίου 1994
  48. Newsgroup al3.3d.studio
  49. F.Heylighen, The problem of suboptimization

 

 

Πίσω στη σελίδα του μαθήματος