Γρηγοριάδης Αλέξανδρος [1694]

Χαντζή Χρυσή [1784]

Κωνσταντινοπούλου Αριστέα [1808]

Σαμπράκου Ιωάννα [1764]

Λίτσας Κυριάκος [1730]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάιος 1999

 

 

ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Νέα Τεχνολογία και Αλλαγές στο Χώρο Εργασίας, 1980-1990

 

D. Hakken

 

 

Τμήμα κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας και κέντρο Πολιτικών Τεχνολογίας, SUNY Ινστιτούτο Τεχνολογίας, Utica, Νέα Υόρκη 13504-3050

 

Λέξεις κλειδιά: Τεχνολογία της πληροφορικής, πολιτιστικές προοπτικές πάνω στη χρήση υπολογιστών, πολιτιστική κατασκευή τεχνολογίας, τεχνολογικά ενεργά δίκτυα, επανάσταση των υπολογιστών.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Αυτή η εργασία κάνει μια ανασκόπηση των ανθρωπολογικών και των σχετιζόμενων με αυτές πολιτιστικών μελετών που αφορούν στη σχέση ανάμεσα στη νέα τεχνολογία και στις αλλαγές που έχει επιφέρει στους χώρους εργασίας κατά την περίοδο των δέκα τελευταίων ετών. Οι υπολογιστές είναι μηχανές που επεξεργάζονται δεδομένα με μεγάλη ταχύτητα και ευελιξία για να εξάγουν πληροφορίες. Εφόσον η τεχνολογία η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη στους χώρους εργασίας τα τελευταία χρόνια, βασίζεται επί το πλείστον στους υπολογιστές, η έκφραση “χρήση υπολογιστών” χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια “χρήση νέας τεχνολογίας”.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους οι ανθρωπολόγοι θα έπρεπε να ενδιαφέρονται για τη σχέση χρήση των υπολογιστών/ εργασίας / κοινωνικής αλλαγής. Θεωρητικές διαμάχες σε θέματα διαπειθαρχικών τεχνολογικών μελετών (π.χ. μεταξύ διερμηνευτών και υλιστών) είναι παρεμφερείς με αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις εντός του επιστημονικού μας κλάδου, τις οποίες και επηρεάζουν έντονα. Η σχέση χρήσης υπολογιστών/ αλλαγών είναι γενικότερα ενδιαφέρουσα στα πολύπλοκα κοινωνικά πλαίσια , στα οποία όλο και πιο πολύ εργαζόμαστε. Οι προτάσεις πολιτικής ,για να κερδίσουν υποστήριξη, πρέπει να πείθουν ότι μπορούν να είναι αποτελεσματικές και επομένως πρέπει να εναρμονίζονται με τη λαϊκή αντίληψη. Έτσι , μια ευρεία σειρά από σκόπιμες κοινωνικές και οικονομικές παρεμβάσεις πολιτικής θεωρεί την επικέντρωση στη χρήση των υπολογιστών ως δεδομένο για μια οικονομική αναζωογόνηση.

Στην καθομιλουμένη , αυτή η σχέση αναφέρεται ως “η επανάσταση των υπολογιστών” , η ιδέα ότι ζούμε σε μια περίοδο μεγάλων κοινωνικών αλλαγών που οφείλονται κυρίως στην μηχανοργάνωση στους χώρους εργασίας. Αυτή η άποψη αντικρούεται εύκολα , αλλά θα ήταν πιο χρήσιμο να τη θεωρούσαμε ως μια πρόταση σύμφωνα με την οποία η χρήση των υπολογιστών αποτελεί ένα πολύ σημαντικό νέο τεχνολογικό ενεργό δίκτυο.

Αρκετές πρόσφατες εθνογραφικές μελέτες περιγράφουν χώρους εργασίας , εφοδιασμένους με νέα τεχνολογία, συναφείς πληροφοριακές πρακτικές και σχετικούς κοινωνικούς μεσολαβητές, συμπεριλαμβανομένου της τάξης, του φύλου και της εθνικότητας. Αυτή η ανασκόπηση επικεντρώνεται κυρίως σε μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες , οι οποίες εξετάζονται κυρίως από την άποψη της γενικής τους συμβολής στην κοινωνική μελέτη της εργασίας και της τεχνολογίας , και της ειδικής τους σχέση με την πρόταση του ενεργού δικτύου. Η ανασκόπηση ολοκληρώνεται με μια εκτίμηση των αδυναμιών της συνεισφοράς της ανθρωπολογίας στη μελέτη των σχέσεων.

 

Η ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

 

Επειδή είναι τόσο πλατιά διαδεδομένο , οποιαδήποτε έρευνα πάνω στις κοινωνικές επιπτώσεις της χρήσης υπολογιστών θα πλαισιώνεται από την πεποίθηση ότι βιώνουμε μια κοινωνική επανάσταση που βασίζεται στους υπολογιστές. Αυτή η πεποίθηση είναι εύλογη γιατί υπάρχουν ενδείξεις ουσιώδους, πολυδιάστατης αλλαγής στους σύγχρονούς κοινωνικούς σχηματισμούς, και τέτοιες αλλαγές συσχετίζονται χρονικά με την ταχεία εξάπλωση της χρήσης υπολογιστών. H επικρατούσα κοινή λογική ερμηνεύει αυτό τον συσχετισμό ως εξής : (α) η εξάπλωση της νέας τεχνολογίας που βασίζεται στους υπολογιστές μετασχηματίζει τη φύση της εργασίας και (β) αυτός ο μετασχηματισμός της εργασίας παράγει μια ευρέως μετασχηματισμένη κοινωνία. Η επικρατούσα άποψη ότι οι υπολογιστές σχεδόν άμεσα μετασχηματίζουν την κοινωνία ισχύει τόσο για τις υπεραναπτυσόμενες όσο και για τις υποανάπτυκτες χώρες. Αυτή η θέση παίρνει εκπαιδευτική μορφή σε μαθήματα τύπου “ Υπολογιστές και Κοινωνία ” τα οποία θίγουν “ την επίδραση των υπολογιστών στην κοινωνία ”. Η δημοτικότητα αυτής της άποψης μπορεί να εδραιωθεί εξετάζοντας τα πιο σύγχρονα εκπαιδευτικά ή πολιτικά σχέδια για το εργατικό δυναμικό. Για παράδειγμα το νέο πρόγραμμα “μονοπάτια καριέρας”, το οποίο συντάχθηκε με τη συνεργασία της κυβέρνησης της πολιτείας της Νέας Υόρκης , της ένωσης καθηγητών και του Συμβουλίου των Επιχειρήσεων , επαναπροσδιορίζει τις νέες ικανότητες για εργασία οι οποίες απαιτούνται από την τεχνολογία.

Η ιδέα της επανάστασης των υπολογιστών είναι βαθιά ριζωμένη στις δημόσιες πνευματικές συζητήσεις. Στα σχόλιά του , τα οποία είχαν μεν επίδραση αλλά ήταν εσφαλμένα , για την αυξανόμενα άνιση εμπειρία των Αφρικανών Αμερικάνων , ο Wilson(131) θεωρεί τις τεχνολογικές αλλαγές στους χώρους εργασίας σαν μια σημαντική αιτία. Η ιδέα είναι εξίσου κεντρική στις ιστορίες του διακεκριμένου μεταμοντερνιστη Lyotard (87).

Μια δημοφιλής εκτίμηση της αλλαγής που επέφερε η επικράτηση των υπολογιστών “computopian”, παρουσιάζει τις επιδράσεις της χρήσης υπολογιστών ουσιαστικά σαν θετικές. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψη τόσο στις Ηνωμένες πολιτείες όσο και στα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Δανειζόμενος από τις παρατηρήσεις του William(130) για τις εκφυλισμένες ή σάπιες τάσεις των σύγχρονων κοινωνικών μετασχηματισμών , διαλέγω να αποκαλέσω την άλλη αντίθετη άποψη “computropian” . Σύμφωνα με αυτή την άποψη , η επικράτηση των υπολογιστών έχει άμεσες συνέπειες , ειδικά στις ήδη ευάλωτες κοινωνικές ομάδες όπως η εργατική τάξη. Τέτοιες απόψεις εκφράστηκαν έντονα στις Σκανδιναβικές χώρες , για παράδειγμα. Το ουσιαστικό ζήτημα , ωστόσο , είναι ότι και οι δύο απόψεις δέχονται τη βασική αρχή μιας κοινωνικής επανάστασης προκληθείσας από τους υπολογιστές.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

 

Αυτή η ισχυρή άποψη είναι τεχνικιστική: Υποθέτει ότι η κοινωνική αλλαγή είναι μια συνέπεια , όχι μια αιτία , της τεχνολογικής αλλαγής . Μολονότι είναι μια ευρέως διαδεδομένη πιθανολογία , οι περιορισμοί του τεχνικισμού ως μια επεξηγηματική θέση περιγράφονται από τον Noble(97) , ο οποίος παρουσιάζει πώς οι κοινωνικές διαδικασίες επιδρούν στη χρήση των υπολογιστών πριν η χρήση των υπολογιστών επιδράσει στην κοινωνία. Η συναίσθηση της Αμερικανικής προτίμησης για τεχνολογικές δογματικές εξηγήσεις , καθώς και η ομοιότητα ανάμεσα στα επιχειρήματα της επανάστασης των υπολογιστών και των πωλήσεων των υπολογιστών , θα έπρεπε επίσης να μας κάνει καχύποπτους. Στην προϋπόθεσή της ότι συσχετισμός ίσον αιτία , η ισχυρή άποψη φανερώνει την οικολογική απάτη.

Έχω αναφέρει περιληπτικά (58) ουσιώδεις εμπειρικές αποδείξεις ότι τόσο η μια όσο και η άλλη εργασία δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολύ , ότι η έκταση της κοινωνικής αλλαγής μεγαλοποιείται , ή ότι η σχέση μεταξύ αυτών των τύπων αλλαγής είναι αδύναμη , σημαντικά επηρεαζόμενη από άλλες κοινωνικές δυνάμεις. Πράγματι , το πώς η κοινωνία αλλάζει έχει περισσότερο να κάνει με το πώς οι άνθρωποι ερμηνεύουν την επικράτηση των υπολογιστών, παρά με οποιαδήποτε άλλη ξεχωριστή τεχνολογική επίδραση.

 

 

ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: Η ΧΡΗΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΣΑΝ ΕΝΕΡΓΟ ΔΙΚΤΥΟ

Αντίθετα , κάποιος μπορεί να ρωτήσει αν μια τεχνολογία βασισμένη στη χρήση των υπολογιστών αποτελεί ένα σημαντικό νέο τύπο ενεργού δικτύου, η δομή του οποίου χρησιμοποιείται σε κοινωνικές μελέτες της τεχνολογίας από τους Latour (82) και Grint(51).Αυτοί επικαλούνται την ιδέα ότι , οι τεχνολογίες όχι μόνο είναι από μόνες τους τεχνουργήματα, αλλά επίσης αποτελούν και αποτελούνται από δίκτυα αλληλεπιδρώντων ανθρωπίνων, οργανωτικών και τεχνητών οντοτήτων ή δραστών. Νέα ενεργά δίκτυα δημιουργούνται μέσα από αλληλεπίδραση και διαπραγμάτευση μεταξύ στοιχείων με διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες μορφές δράσης. συνεπώς, είναι σχεδόν ασταθή. Περιοδικά, ωστόσο, συγκεκριμένα ενεργά δίκτυα αποκτούν αρκετή σταθερότητα ώστε να θεωρούνται ως δεδομένα.

Εκφραζόμενη σύμφωνα με τη θεωρία του ενεργού δικτύου, η επανάσταση των υπολογιστών είναι η άποψη σύμφωνα με την οποία η χρήση των υπολογιστών στην πράξη αποτελεί ένα νέο σημαντικό ψ. Αυτή η λιγότερο ισχυρή άποψη είναι λιγότερο ευάλωτη στις κριτικές που περιγράφηκαν παραπάνω. Το να περιγράψουμε μια τεχνολογική αλλαγή από την άποψη της θεωρίας του ενεργού δικτύου μας επιτρέπει να διασπάσουμε την έρευνά μας σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες διαστάσεις :

  1. Είναι σταθερό το καινούριο ενεργό δικτυο ή σύστημα ;
  2. Έχουν όντως τα τεχνουργήματα- π.χ. υπολογιστές - τη δυνατότητα να κάνουν ό,τι τους αποδίδεται ότι είναι σε θέση να κάνουν στο κοινό πεδίο δράσης του δικτύου;
  3. Γίνονται οι δυνατότητες για νέους τύπους δραστηριοτήτων που διαφαίνονται στο νέο δίκτυο πράγματι κατανοητές ;
  4. Συνδέεται το νέο δίκτυο με νέες μορφές κοινωνικής δράσης ;
  5. Χαρακτηρίζεται από τις κοινωνικές συμμαχίες ως σημαντικά διαφορετικό από τους άμεσους προκατόχους του ;
  6. Ομάδες και οργανισμοί με σημαντική κοινωνική δύναμη, είτε νέα είτε προϋπάρχουσα, πλαισιώνουν πράγματι τις δραστηριότητες τους σύμφωνα με τις αρχές που είναι ενσωματωμένες στην τεχνολογία ;

Όσο πιο συχνά μπορεί κάποιος να απαντήσει καταφατικά σε αυτές τις ερωτήσεις , τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα ότι ασχολείται με ένα σημαντικό νέο τεχνολογικό ενεργό δικτυο. Αποτελεσματικές υπολογιστικές μηχανές - και τεχνολογικά συστήματα που βασίζονται σε αυτές - έχουν αναπτυχθεί μόνο πρόσφατα. Τα ενεργά δίκτυα που βασίζονται σε αυτές τις μηχανές είναι αναγκαστικά καινούρια , αλλά οι νεοεμφανιζόμενες δυνατότητες δεν είναι από μόνες τους αποδείξεις σπουδαιότητας. Επιπλέον , η άκρως απρόβλεπτη φύση των τεχνολογικών ενεργών δικτύων μπορεί να περιορίσει δραστικά την επεξηγηματική τους αξία. Τείνουν να καταρρεύσουν μπροστά στο σχολικό ευφυολόγημα του Schneider σχετικά με τις θεωρίες της λειτουργικότητας - ότι συνοψίζονται απλά στην ισχνή θεώρηση ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως είναι , διότι αν δεν ήταν έτσι , θα ήταν διαφορετικά. Το γεγονός ότι η ακριβής σημασία των τεχνολογικών ενεργών δικτύων είναι δύσκολο να καθοριστεί λεπτομερώς θεωρητικά , είναι ιδιαίτερα προβληματικό για τη θεωρία που αποδίδει ενέργεια σε μη ανθρώπινες οντότητες .

Αν κάποιος επιθυμεί να αντλήσει συνέπειες - στην κοινωνική πολιτική ή σχεδιάζοντας εργασιακές διαδικασίες , για παράδειγμα - από την κοινωνική μελέτη της χρήσης υπολογιστών σαν ένα τεχνολογικό ενεργό δικτυο , θα πρέπει να είναι σε θέση να πει κάτι παραπάνω για τα εσωτερικά χαρακτηριστικά ενός νέου δικτύου , όπως για παράδειγμα να καθορίσει λεπτομερώς τις πήγες της σταθερότητάς του. Υπάρχει ελάχιστη βιβλιογραφία πάνω στο πώς κάποιος καθορίζει ποια τεχνολογικά ενεργά δίκτυα σχετίζονται με βασικές κοινωνικές αλλαγές , ακόμα και με εξελικτικές αλλαγές , και ποια όχι. Για να πει κανείς ότι το νέο τεχνολογικό ενεργό δικτυο που βασίζεται στην τεχνολογία είναι σημαντικό , χρειάζεται μέτρα σπουδαιότητας. Εν συντομία, το θέμα στη σχέση της νέας τεχνολογίας με την εργασία και την κοινωνία είναι κατά πόσο τα τεχνολογικά ενεργά δίκτυα που βασίζονται τους υπολογιστές είναι αξιοσημείωτα καινούρια. Κοντινές αναλογίες της θεωρίας ότι η χρήση των υπολογιστών αποτελεί ένα σημαντικά νέο τεχνολογικό ενεργό δικτυο μπορούν να βρεθούν στη σύγχρονη κοινωνική σκέψη , όπως στον “post-Fordism”. Fordism ήταν το όνομα που έδωσε ο Gramsci(47) για το είδος της κοινωνίας που ξεπρόβαλε στα μέσα του εικοστού αιώνα, που χαρακτηριζόταν από τη μαζική κατανάλωση προϊόντων που παράγονταν μαζικά όλο και πιο πολύ μέσω μιας σταθερής ή έτσι επονομαζόμενης “Detroit” αυτοματοποίησης. Για τον Harvey(63) , η μεταμοντέρνα post-Fordism κοινωνία “...είχε εν μέρει επιτευχθεί μέσα από την ταχεία ανάπτυξη νέων οργανωτικών μορφών και νέων τεχνολογιών στην παραγωγή. Αν και τα τελευταία μπορεί να προήλθαν από την αναζήτηση στρατιωτικής ανωτερότητας , η εφαρμογή τους είχε όλη να κάνει με το ξεπέρασμα του Fordism ... ”(σελ.284). Ομοίως, ο Castells παρουσιάζει τη νέα τεχνολογία και την αλλαγή στην πολιτική οικονομία σαν τις διπλές πηγές της “χώρας πληροφοριών”, την οποία βλέπει σαν τη νέα χαρακτηριστική διαστημική μορφή. Η άποψή του για τη τεχνολογία ηχεί στις ισχυρές θεωρίες των Piore και Sabel(108) .

Τέτοια επιχειρήματα τοποθετούν τη νέα τεχνολογία που βασίζεται στη χρήση των υπολογιστών εντός μιας αναπτυξιακής σειράς που μπορεί να καθοριστεί εμπειρικά. Αυτό επιτρέπει σε κάποιον να διαχωρίσει ουσιωδώς τα νέα δίκτυα από “απλώς άλλη μια τεχνολογία (55)”. Αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα της εργασίας , αυτά τα επιχειρήματα παραδέχονται επίσης ότι οποιοδήποτε ουσιαστικά νέο δίκτυο δημιουργεί νέες παγκόσμιες απόψεις (μετα-μοντερνισμός) και / ή μια νέα χωρική τάξη (χώρα πληροφοριών). Σε αυτά τα πιο λεπτά επιχειρήματα , η σχέση νέας τεχνολογίας-κοινωνικής αλλαγής προβάλλει ως το κεντρικό θέμα της σύγχρονης κοινωνικής σκέψης.

 

ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

 

Τι ακριβώς συνεισφέρουν οι πολιτιστικές προοπτικές γενικά και η ανθρωπολογία ειδικότερα στην ανάλυση για το εάν η χρήση υπολογιστών αποτελεί ένα σημαντικά καινούργιο τεχνολογικό ενεργό δίκτυο; Η μεγαλύτερη από την τεράστια φιλοσοφία που αφορά τη χρήση υπολογιστών και τις κοινωνικές επιδράσεις του απλά επαναλαμβάνει την αποδεκτά ισχυρή υπόθεση της επανάστασης των υπολογιστών, γι’αυτό και είναι περιορισμένης εμπειρικής αξίας. Ο όρος “Μελέτες της Χρήσης υπολογιστών” είναι ένας χρήσιμος όρος με τον οποίο απεικονίζεται η σκέψη η οποία απορρίπτει τις υποθέσεις και προσπάθειες των τεχνολόγων να ενθαρρύνουν την εμπειρική έρευνα στη χρήση υπολογιστών και τους κοινωνικά του συνεπακόλουθα. Αυτή η σκέψη έχει ρίζα σε ποικίλους ακαδημαϊκούς τομείς και εθνικές υποτροφίες. Μια σημαντική ρίζα είναι η μελέτη του Noble (97) για την ιστορία της τεχνολογίας , η οποία παίζει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια από τον Bijker και άλλους(10) να ενθαρρύνει την κοινωνιολογία της τεχνολογίας. Οι επιπτώσεις της χρήσης υπολογιστών στο περιβάλλον της εργασίας είναι εικόνα κλειδί στην εργασία του Braverman (17), όσο και στην σημαντική εργασία των διαδόχων του Braverman όπως ο Kraft(75), ο Zimbalist(140) και οι Glenn & Feldberg(45). Το ίδιο σημαντική είναι η εργασία στην επιστήμη των υπολογιστών, ειδικότερα στην έρευνα του Kling (71) και άλλων που ασχολούνται με Ειδικότητες Υπολογιστών για την Κοινωνική Υπευθυνότητα. Η επιστήμη των υπολογιστών στις σκανδιναβικές χώρες είναι αξιοσημείωτη για τις προσπάθειες της να αναπτύξει μια κοινωνικό-τεχνολογική προοπτική στην ανάπτυξη ενός συστήματος πληροφοριών. ίσως η εργασία του Ehn (33)είναι περισσότερο γνωστή.

Στα μέσα του 1980 οι μελέτες της χρήσης υπολογιστών έφτασαν ένα επίπεδο μεθοδολογικής πολυπλοκότητας. Για παράδειγμα τόσο η έρευνα των Attewell & Rule (1) για το μηχανοργάνωση του περιβάλλοντος εργασίας κοντά στην Νέα Υόρκη όσο και η δική μου έρευνα μαζί με την Barbara Andrews στο Sheffield της Αγγλίας (60) επιχείρησαν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των επιμέρους μελετών συγκεκριμένων εταιρειών και εθνικά συνολικών δεδομένων, αναπτύσσοντας τοπικά ενοποιημένες μελέτες. Δεδομένου της τάσης των “compputropians” να εστιάσουν πρωτίστως σε επιμέρους μελέτες, ενώ οι “computopians τείνουν να χρησιμοποιούν δεδομένα στο σύνολο, τέτοιες μελέτες ήταν θεωρητικά απαραίτητες. Ενώ η σκέψη είναι ακόμα πολύ συχνά περιορισμένη σε όρια πειθαρχίας, οι μελέτες της χρήσης υπολογιστών έχουν μια παράδοση πραγματικής έρευνας.

 

ΟΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΏΝ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Μια μεγάλη αναλογία των μελετών στη χρήση υπολογιστών φανερώνουν μια πολιτιστική προοπτική. Οι Wynn(136), Chick & Roberts(21), Pfaffenberger(105) και Suchman(121) έχουν συνεισφέρει ένα ξεχωριστό ανθρωπολογικό τόνο. Για να ακούσει κάποιος αυτό τον τόνο πρέπει να διαβάσει εκτεταμένα. Πρέπει επίσης να ξεχωρίσει τους ανθρωπολόγους που μελετούν τη χρήση υπολογιστών σαν μια πολιτιστική διαδικασία (ανθρωπολογία της χρήσης υπολογιστών) από εκείνους που κυρίως ενδιαφέρονται για τους υπολογιστές σαν ένα εργαλείο ή μια μεθοδολογία στην ανθρωπολογία.

Το μεγαλύτερο μέρος των αντιλήψεων της χρήσης των υπολογιστών στην ανθρωπολογία σχετίζονται με την εργασία και την κοινωνική αλλαγή σύμφωνα με αυτή την ανασκόπηση, αλλά υπάρχουν δυο σημεία σημαντικής διεπαφής. Η μία είναι στην εργασία των λόγιων όπως ο Read(109), για τον οποίο ο υπολογιστής μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα εργαλείο για να ανακαλυφθούν υποβόσκουσες πολιτιστικές δομές κρυμμένες στους αβοήθητους ανθρωπολόγους, ή όπως ο Lundsgaard(86), για τον οποίο οι οντότητες που συμπεριλαμβάνονται σε έμπειρα συστήματα αποτελούν ξεχωριστά πολιτιστικά βασίλεια με τα δικά τους δικαιώματα [Forsythe(39)]. Ο Batteau (7) επιχειρηματολογεί ότι οι ανθρωπολόγοι έχουν πολλά να μάθουν από τα αποτελέσματα μεθοδολογιών δομημένων με βάση τους υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από τους μηχανολόγους για να αυξήσουν την λειτουργικότητα. Ένα δεύτερο σημείο άρθρωσης είναι στην εργασία των ανθρωπολόγων όπως ο Sapir(117) και ο Gatewood(44), των οποίων ο συλλογισμός για την δική τους χρήση των υπολογιστών παρέχει μια ενδιαφέρουσα αντιπροσωπευτική διόραση για το τι η χρήση υπολογιστών εμπεριέχει.

Παρόλη την αποτυχημένη προσπάθεια να οργανωθεί μια μονάδα υπολογιστών μέσα στον Αμερικανικό Ανθρωπολογικό Οργανισμό (ΑΑΑ), που θα βασιζόταν στις προοπτικές της χρήσης υπολογιστών στην ανθρωπολογία, αναπτύχθηκε η επιτροπή Γενικής Ανθρωπολογικής Κατηγορίας στη χρήση υπολογιστών σαν μια πολιτιστική διαδικασία. Η επιτροπή πρόσφατα άλλαξε το όνομα της σε Επιτροπή για την Ανθρωπολογία της Επιστήμης, της Τεχνολογίας και της Χρήσης υπολογιστών. Ανάμεσα στους ανθρωπολόγους που μελετούν τη χρήση υπολογιστών πολιτιστικά , μερικοί όπως ο Pfaffenberger(105) και εγώ (55,58) απορρίπτουμε την υπόθεση της επανάστασης των υπολογιστών. Άλλοι όπως οι Wynn & Jules-Rosette(69) θεωρούν την επανάσταση των υπολογιστών σαν μια κεντρική υπόθεση των επιχειρημάτων τους. Οι Evans & Bernard (36) βεβαιώνουν την αντίληψη παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα εμφανίζονται να την διαβρώνουν.

Οι περισσότεροι από τους ανθρωπολόγους που ασχολούνται με τη χρήση υπολογιστών, παρόλα αυτά, απλά δημιουργούν μια pro forma θέση σε σχέση με την κοινωνική επιρροή των υπολογιστών σε μια εισαγωγή ή ένα επίλογο και περιθωριοποιούν την αντίληψη στο υπόλοιπο της ανάλυσης τους. Η θέση τους είναι διφορούμενη και εμφανίζεται να δέχεται την επανάσταση των υπολογιστών υιοθετώντας την επιχειρηματολογία τους αλλά ανεπιφύλακτα απορρίπτοντας τους αναλυτικά, τονίζοντας άλλους μη-τεχνολογικούς μεσολαβητές.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ

 

Η εξερεύνηση του Gregory(49) για την οργανωτική διαμάχη στη Silicon Valley είναι ένα πρώιμο παράδειγμα της έμφασης της διαφοράς σε επαγγελματικούς πολιτισμούς περισσότερο από τις προοπτικές της μηχανής να εξηγήσουν τις δυναμικές που έπεται η εισαγωγή της καινούργιας τεχνολογίας. Από μία προηγούμενη μελέτη για τις συνέπειες των διαφορών μεταξύ των διευθυντών και των επιστημόνων μέσα σε γενετικά μηχανολογικές εταιρείες (28) έως και την τελευταία του εργασία για τις επιδράσεις στην παραγωγή ,των διαφορών στους επαγγελματικούς πολιτισμούς μεταξύ των μηχανικών που εκπαιδεύτηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία (31,32),ο Dubinskas ,ένας από τους μεγαλύτερους ανθρωπολογικούς συνεργάτες στις μελέτες πάνω στην καινούργια τεχνολογία και εργασία, επίσης παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτισμοί, ειδικοί σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, επηρεάζουν τα συνεπακόλουθα της χρήσης των υπολογιστών. Οι Zahrly & Baba έχουν επιχειρηματολογήσει (138) ότι οι εργαζόμενοι και οι διευθυντές όχι μόνο αναπτύσσουν ασύμφωνες απόψεις για τη τεχνολογία ,αλλά το να βρουν τα μέσα ή τους τρόπους για να ξεπεράσουν τις διαφορές αυτές γίνεται η κύρια έννοια της εργασιακής διαδικασίας ανάπτυξης της νέας τεχνολογίας. Ο Baba(4) εντοπίζει αυτές τις απόψεις σε προηγούμενες επαγγελματικές συναναστροφές.

Ο Downey(27) έχει δώσει προσοχή στους τρόπους με τους οποίους το χρήση υπολογιστών προσεγγίζει (π.χ. οι υπολογιστές στη βοήθεια του σχεδίου - οι υπολογιστές στη βοήθεια των κατασκευών) έχουν ενσωματωθεί στον επαγγελματικό πολιτισμό των μηχανικών. Η πρόσφατη εργασία του εστιάζεται στο ρόλο της μηχανικής εκπαίδευσης στην δημιουργία ενός επαγγελματικού πολιτισμού που συμβιβάζεται με την νέα τεχνολογία. Ο Pfaffenberger (106) αναγνωρίζει πολλά σημεία στα οποία η μοίρα των on-line συστημάτων πληροφορίας διασταυρώνεται με τον επαγγελματικό πολιτισμό των βιβλιοθηκάριων.

 

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ

Αυτοί οι συγγραφείς επίσης δίνουν σημαντική έμφαση στο πώς οι γενικές οργανωτικές δομές δημιουργούν σχέσεις μεταξύ της νέας τεχνολογίας και της εργασίας. Ο Baba(2) συνδέει την αλλαγμένη-μεταβλητή σχέση μεταξύ των πανεπιστημίων και των βιομηχανιών όσο και την πτώση στα ομοσπονδιακά έξοδα για τα πανεπιστήμια όσο με την πρόσφατη τεχνολογική αλλαγή σε αυτές τις βιομηχανίες. Οι συγγραφείς στην συλλογή του Dubinska “Making Time: Ethnographies of High Technology Corporations” (30) , εξετάζοντας πώς ο χρόνος είναι πολιτιστικά δομημένος σε διάφορους υψηλής τεχνολογίας οργανισμούς, περιλαμβάνουν πολλά σχόλια για τον ρόλο των υπολογιστών αλλά πρωτίστως τονίζουν οργανωτικούς παράγοντες.

Οι “Beamtimes and Liftimes”, του Traweek(126), μια συγκριτική εθνογραφία επιμέρους επιταχυντών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία, είναι περίπου έτοιμη. Επικεντρώνεται στο ρόλο των οργανισμών και στις μηχανές που αυτοί χτίζουν για να δημιουργήσουν ένα επαγγελματικό πολιτισμό των κορυφαίων φυσικών και ειδικότερα των πειραματιστών. Η χρήση των υπολογιστών και των τεχνουργημάτων τους, είναι μια απλή “leit motif” της συζήτησης που αναπτύχθηκε σχετικά με το Γραμμικό Επιταχυντή του Stanford: η παρουσία της χρήσης των υπολογιστών και των τεχνουργημάτων τους στα γραφεία των πειραματιστών εν αντιθέσει με τους θεωρητικούς. οι υπολογιστές σαν ένα σύμβολο του να είσαι στην πρώτη γραμμή των εργαστηριών φυσικής υψηλής ενέργειας. και η φύση του συμπαγούς φρουρίου της αρχιτεκτονικής των υπολογιστών, το οποίο έχει το δικό του ειδικευμένου IBM προσωπικό ανάπτυξης. Η μεταγωγή των ηλεκτρονικών ακτινών, η κεντρική δραστηριότητα στον Γραμμικό Επιταχυντή του Stanford ελέγχεται από τους υπολογιστές, και η μεταγωγή είναι ένα από τα λίγα επαγγέλματα που γίνονται τόσο από τις γυναίκες όσο και από τους άντρες, σε ισοδύναμα νούμερα, για μερικές γυναίκες έχουν προαχθεί από υπαλληλικές θέσεις σε χειριστές του Επιταχυντή.

Η Freeman έχει μελετήσει υπαλληλικές θέσεις γυναικών στο Barbados πάνω σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα από το εξωτερικό. Η έρευνά της στις καινούριες μορφές της εργασίας στο “σπίτι”(41) τονίζει την καινούρια τεχνολογία σαν ένα μέσο που παρέχει ευκολίες παρά σαν αιτία προβλημάτων.

 

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Σε μία συναρπαστική μελέτη μιας μεγάλης εταιρείας υψηλής τεχνολογίας (76), ο Kunda δίνει στον οργανωτικό πολιτισμό μια καινούργια στροφή τονίζοντας πώς ο πολιτισμός που χρησιμοποιείται σε αυτή την εταιρεία για να συντάξει μία οιωνεί δομή ή πίνακα , ο οποίος οικοδομείται στις καινούργιες τεχνολογίες χρήσης υπολογιστών, οι οποίες είναι επίσης το πρωταρχικό προϊόν της εταιρείας. Ο Kunda κατάλληλα τοποθετεί αυτή την προσέγγιση μέσα στο περιεχόμενο προηγούμενων στρατηγικών για τον έλεγχο των εργαζομένων ενώ επίσης αναγνωρίζει μερικές δυσχέρειες στην επιτυχία της. Η εθνογραφία (95) του Nash, από το Pittsfield, Massachusetts, ενώ αναγνωρίζει ότι η τεχνολογική καινοτομία μπορεί να οδηγήσει σε επιχειρήσεις που απασχολούν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού ,επιχειρηματολογεί ότι τέτοιες αλλαγές πρέπει να θεωρηθούν σε αντίθεση με τη φθορά παλιών διευθυντικών στρατηγικών ελέγχου. Αυτό που είναι καινούργιο είναι ότι τέτοιες στρατηγικές εφαρμόζονται σε παγκόσμια παρά σε εθνική κλίμακα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΦΥΛΟ

Σαν δείκτες για το τι μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα από τις παρατηρήσεις των συμμετεχόντων, οι μελέτες της Lamphere για τις βιομηχανίες ρουχισμού (π.χ. 78) συνέβαλαν σημαντικά στο πρώιμο στάδιο της ανθρωπολογίας της εργασίας. Αυτές περιέχουν μικρή αναφορά στην επικράτηση των υπολογιστών, εκτός από το ότι ήταν οι άντρες κόφτες ρούχων που χειρίζονταν καινούργιες μηχανές που κατευθύνονται από τους υπολογιστές. Οι πιο πρόσφατες μελέτες(79,80) της για την νέα τεχνολογία Νοτιοδυτικά αναπτύσσουν το γένος και το θέμα της τεχνολογίας πιο αναλυτικά. Για παράδειγμα, συζητώντας την απασχόληση των γυναικών στην βιομηχανία των ηλεκτρικών, επικεντρώνει την προσοχή της και στους σχετικά υψηλούς μισθούς και στα χαμηλά επίπεδα βιομηχανικής ασφάλειας, υγείας και εργατικής δύναμης μέσα από εργατικά σωματεία στα οποία οι γυναίκες συμμετέχουν στις βιομηχανίες της νέας τεχνολογίας.

Η ρομποτική καθώς και άλλες μορφές αυτοματισμού με βάση τους υπολογιστές στην παραγωγή έχουν δυνατότητες να εξαλείψουν την επικράτηση της φυσικής ικανότητας στην εργασία και συνεπώς να μειώσουν τις φυλετικές διαφορές. Παρόλα αυτά ,οι μελέτες του Hochwald(64-65) για την μηχανοργάνωση της εφημερίδας New York City, βρήκαν λίγες ενδείξεις για ότι η μηχανοργάνωση έχει αλλάξει τα αποτελέσματα της συμμετοχής των δύο φύλων στο περιβάλλον εργασίας. Ομοίως η Ong συμπεραίνει (102)ότι ενώ η συγκεκριμένη μορφή καταπίεσης έχει αλλάξει ,οι γυναίκες του Τρίτου Κόσμου στις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας παραμένουν καταπιεσμένες. Ερμηνεύει την ερευνά σε αυτές τις γυναίκες και στις καινούργιες μορφές εργασίας όπως δικαιολογώντας την επικέντρωση στο πώς η σχέση μεταξύ φύλου και τεχνολογίας είναι κοινωνικά δομημένη. Η μελέτη του Traweek (125) είναι ίσως η καλύτερη αντιμετώπιση για το πώς η συμμετοχή των φύλων συγκροτεί την νέα τεχνολογία καθώς επίσης συγκροτείται από αυτήν.

ΦΥΛΗ - ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ

Ο Barnes (6) αναφέρεται στα αποτελέσματα που έχει η μη απασχόληση των μαύρων αντρών στη νέα τεχνολογία, αλλά δίνει λίγη προσοχή στην τεχνολογία, στην συζήτηση της για τις μαύρες γυναίκες και τις διακρίσεις στο περιβάλλον της εργασίας. Ο Robotham (110) συζητάει την διαμάχη που χαρακτηρίζει την καριέρα ενός μαύρου εργάτη από την Τζαμάικα. Η εμπειρία του πάνω στους υπολογιστές του δίνει μια φοβερά σημαντική εξουσία, αλλά στερείται των διαπιστευτηρίων που κατέχουν οι λευκοί επόπτες του σε μια εταιρία παραγωγής βωξίτη. Ο Sacks (116) μιλάει για το πώς οι δυναμικές της καταγωγής- ήρθαν στο προσκήνιο όταν έγινε μια προσπάθεια για να εισαχθεί ένα καινούργιο υπολογιστικό σύστημα σε ένα νοσοκομείο.

Αυτή η μελέτη παρουσιάζει την καινούργια τεχνολογία σαν ένα πεδίο πάνω στο οποίο οι φυλετικές σχέσεις δοκιμάζονται (και συχνά ξαναδοκιμάζονται) παρά σαν μία συνέπεια μιας καινούργιων φυλετικών δυναμικών. Οι συγγραφείς της πρόσφατης συλλογής της Lamphere για την μετανάστευση(81) τονίζουν την σημασία των διαφορών και στο εσωτερικό αλλά και μεταξύ των εθνικών ομάδων που εισέρχονται στην οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών. O Grenier et al (50) επιχειρηματολογεί ότι αναλύσεις τις οικονομικής μοίρας πρέπει να δώσουν σημασία στις ανεπίσημες (άμισθες) όπως επίσης και στις επίσημες οικονομίες.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στην μελέτη τους για τους άστεγους στην Νέα Υόρκη(66), οι Hopper et al αναγνώρισαν τεχνολογικές καινοτομίες, μαζί με εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, και την εισροή κεφαλαίων, όπως σχετίζονται με την εξασθένιση τον τοπικών κατασκευαστικών εργασιών. Η εξασθένιση της εργασίας σ’ αυτόν τον τομέα, η έλλειψη επαγγελμάτων στο δημόσιο τομέα και η αύξηση στα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών έχουν το ίδιο βάρος ως σημαντικές αλλαγές στην αγορά εργασίας. Για αυτό τον λόγο η τεχνολογική αλλαγή είναι ένα από τα πολλά στοιχεία στην οικονομική δομή που είναι υπεύθυνα για τις σύγχρονες κοινωνικές αλλαγές που οδηγούν στην έλλειψη στέγης.

Ο Hopper και άλλοι είναι μεταξύ αυτών τους οποίους ο Lamphere(79) περιγράφει σαν τους νέους αστικούς ανθρωπολόγους, μελετητές οι οποίοι συνδυάζουν την εθνογραφία με μια έμφαση στο περιεχόμενο της πολιτικής οικονομίας. Προφανώς η πλέον ισχυρή φωνή είναι η Nash της οποίας η κριτική(94) της ανθρωπολογικής όψης της υπόθεσης του Wallerstein για το παγκόσμιο σύστημα περιγράφει τεχνολογικές καινοτομίες καθώς μειώνει το κόστος της παραγωγής και κατά αυτόν τον τρόπο ενισχύει τον κεντρικό έλεγχο. Ενώ κριτικάρει τον τεχνολογικό ντετερμινισμό, τοποθετεί την τεχνολογική καινοτομία σαν μία από τις πολλές πηγές εξάρτησης.

Οι συγγραφείς στο Rothstein & Blim’s Anthropology and the Global Factory(113) ομοίως παρουσιάζουν τα σχετιζόμενα με την τεχνολογία σαν σπουδαίους μεσολαβητές στην πολιτική οικονομία. O Rothstein(112) επικυρώνει μία αναφορικά ισχυρή αναφορά για τον αντίκτυπο της νέας τεχνολογίας (όπως επίσης και η δυναμική της για να ασπαστεί νέες μορφές αντίστασης), αλλά η οπτική του Blim (13) είναι λιγότερο δυναμική. Παρόλο που ο Βlim αναγνωρίζει πως, όπως περιγράφηκε από τους Piore & Sabel(108), η νέα τεχνολογία είναι μέρος του αποκεντρωτικού χαρακτήρα της πρώιμης οικονομικής αναγέννησης στο βιβλίο “Third Italy”, τα συστήματα βασισμένα στους υπολογιστές είναι περισσότερο χαρακτηριστικά των μεγάλων, περισσότερο παραδοσιακών, οικονομικών μονάδων, οι οποίες επιβιώνουν από την πρόσφατη οικονομική ύφεση, παρά των μικρότερων μονάδων, οι οποίες επικρατούσαν στην παλιότερη, ιδιαίτερα δημοσιοποιημένη ανάπτυξη.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Τόσο ο Caulkins(101), όταν ήταν στην Υπηρεσία Τεχνολογικής Αποτίμησης, όσο και ο Johnsrud(68) μελέτησαν τον ρόλο της ομοσπονδιακής πολιτικής στον σχεδιασμό της εξάπλωσης της νέας τεχνολογίας. Ο Jules-Rosette(69) επίσης δίνει μεγάλη έμφαση σε εθνικό επίπεδο στην συγκριτική της μελέτη της αφήγησης της πολιτικής της χρήσης υπολογιστών στην Κένυα και στην Ακτή του Ελεφαντοστού. Ο Andrews και εγώ(60) δίνουμε προσοχή στο ρόλο της εθνικής κυβερνητικής πολιτικής, συνακόλουθα με τις αλλαγές στην περιφερειακή αγοράς εργασίας, τη διεθνή πολιτική οικονομία, και τη κοινωνική δομή του φύλου, στο να καθορίσει τους κοινωνικούς συσχετισμούς της χρήσης υπολογιστών. Παρόλα αυτά, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι αυτή η κατηγορία είναι ο απόλυτος διαμεσολαβητής των κοινωνικών συσχετισμών της χρήσης υπολογιστών. Παρομοίως, ο Casey(19) περιγράφει μια περίπτωση στην οποία η ενσωμάτωση της υγείας και ειδικότερα της ασφάλειας απαιτεί σχετικούς με την χρήση των υπολογιστών καθώς και με άλλες “καινούριες κοινωνικές προοπτικές”. Η περίπτωση αυτή ήταν ένα σημαντικό συστατικό της επιτυχίας του εργατικού σωματείου στο Πόρτο Ρίκο.

 

 

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΜΕ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

 

Περιγραφικές ανθρωπολογικές μελέτες της χρήσης των υπολογιστών τεκμηριώνουν πως η σχέση μεταξύ χρήσης υπολογιστών και της αλλαγής στον εργασιακό τομέα και στην κοινωνία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Επειδή οι συγκεκριμένοι διαμεσολαβητές που τονίστηκαν είναι αυτοί που ήδη έχουν τονιστεί από προηγούμενες πολιτιστικές μελέτες της εργασίας, η ανθρωπολογία στη χρήση των υπολογιστών μπορεί να ερμηνευθεί σαν μια επέκταση της καινούριας ανθρωπολογίας της εργασίας.

H εφαρμοσμένη έρευνα στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών, επίσης δείχνει πώς οι οργανωτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί της χρήσης των υπολογιστών είναι ευρέως διαδεδομένοι. Εδώ οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν μια πολιτιστική προοπτική σαν μία βάση για οργανωτική μεσολάβηση την ίδια στιγμή που εμφανίστηκαν οι υπολογιστές. Όπως οι σύμβουλοι Koons & Novak (74) εισήγαγαν ένα υπολογιστικό σύστημα που βελτιώνει την ποιότητα της παραγωγής και τις συνθήκες εργασίας σε μία τηλεπικοινωνιακή εγκατάσταση του Καμερούν. Η εφαρμοσμένη ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών των Novick & Wynn(99), Suchman & Trigg(123), Sacks(115) και Wynn(137), απευθύνεται στην ανάπτυξη των υπολογιστικών τεχνουργημάτων και των συστημάτων κάτω απ’ το φάσμα του συμμετοχικού σχεδιασμού (π.χ. 45). Αυτή η πρωτοβουλία που πρώτα αναπτύχθηκε στις βόρειες χώρες για να προκαλέσει αποτελεσματική δημοκρατία στο περιβάλλον εργασίας, σταδιακά εξελίχθηκε σε μία πλήρη προσέγγιση στην ανάπτυξη των συστημάτων πληροφοριών. Ο Blomberg είναι ένας ανθρωπολόγος που κάνει παρόμοια συνεργατική εργασία (14) με υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών, αναπτύσσοντας συστήματα τα οποία επαυξάνουν την ικανότητα των ομάδων να δουλέψουν συλλογικά.

Οι ανθρωπολόγοι ποικίλλουν στις απόψεις τους για το πόσο ικανοποιητικά αυτές οι πολιτιστικές προοπτικές γίνονται αποδεκτές από τους ειδικούς των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Lundsgaard (86) θεωρεί τον εαυτό του σαν έναν πλήρως συμμετέχοντα στην ανάπτυξη των συστημάτων. Σε αντίθεση, παρά τα αρκετά χρόνια χρησιμοποίησης εφαρμοσμένων συστημάτων για εκπαιδευτική χρήση των υπολογιστών, οι Bader & Nyce (5) επιχειρηματολογούν ότι οι διαφορές στις επιστημολογίες περιορίζουν σοβαρά την ενοποίηση των πολιτιστικών και τεχνικών προοπτικών. Ο Forsythe (40) συνδυάζει την κριτική των επιστημολογικών υποθέσεων τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.) με την χρήση της εθνογραφίας, για να δημιουργήσουν αποτελεσματικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Οι Blomberg & Suchman (15) είναι αξιόλογοι γιατί ανέπτυξαν μία συγκεκριμένα εστιασμένη εικόνα των πολιτικών εργασίας, ενώ ταυτόχρονα διερεύνησαν τις τεχνολογικές επιλογές για τις υπάρχουσες εργασιακές διαδικασίες.

Εφαρμοσμένες πολιτιστικές μελέτες της χρήσης των υπολογιστών, επιτρέπουν την προβολή μερικών προγραμματικών αντιλήψεων για το πώς να αναπτύξουν πληροφοριακή εξάσκηση αποφασιστικά και με κριτικό, ενσυνείδητο τρόπο:

  1. Η ανάπτυξη πρέπει να γίνει μετά από ευρεία ανάλυση, απαιτώντας την ειλικρινή συμμετοχή των εργατών και των διευθυντών, προϋπαρχόντων οργανωτικών δυναμικών. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να διαχωριστούν οι πραγματικά χρήσιμες πληροφορίες, και όχι για παράδειγμα, η απλή θέσπιση των αναπαραγωγικών μορφών, που ενθαρρύνουν οι επαγγελματικοί πολιτισμοί.

  1. Λόγω του κινδύνου του εντυπωσιασμού (dazzle effect), που θεωρεί ότι οι καλύτερες λύσεις είναι αυτές που υπερέχουν τεχνολογικά, θα πρέπει οι μορφές των πληροφοριακών αναγκών να μορφοποιηθούν ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο των υπολογιστών.

  1. Η επιλογή των υπολογιστών, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο όταν όλες οι ομάδες που αναμειγνύονται έχουν την απαραίτητη γνώση, και η λήψη αποφάσεων θα πρέπει να βασίζεται στην κουλτούρα και την συνεργατικότητα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο το ευρύτερο κοινωνικό δυναμικό, στα πλαίσια του οποίου τα άτομα αλλά και οι οργανώσεις θέτουν στόχους, όσο και στρατηγικές για να γίνουν αυτοί οι στόχοι πραγματικότητα.

  1. Ανάπτυξη και έλεγχους πρωτοτύπων υπό κανονικές συνθήκες και η ανακατασκευή τους μέσα από πολλές επαναλήψεις.

 

 

 

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Οι παράγοντες που δίνουν στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών την ιδιαιτερότητα της σε σχέση με άλλες μελέτες περιλαμβάνουν:

 

Μεθοδολογία

Ανθρωπολόγοι της εργασίας όπως οι Lamphere και Nash & Sacks και ανθρωπολόγοι που ασχολούνται με την χρήση των υπολογιστών όπως ο Wynn, Sachs και άλλοι βλέπουν την μεθοδολογία της εθνογραφίας σαν τη πιο σημαντική συνεισφορά στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών. Η εθνογραφία μπορεί να γίνει κατανοητή με πολλούς τρόπους, όπως αποδεικνύεται από πρόσφατα σχόλια από τους Clifford & Marcus (22)και Marcus & Fisher (88). Ορισμένη σαν συμμετοχική παρατήρηση, η εθνογραφία μπορεί εύκολα να χωριστεί από την ανθρωπολογία και να τοποθετηθεί στο μεθοδολογικό οπλοστάσιο άλλων τομέων όπως η κοινωνιολογία. Φανερά επηρεασμένοι από γλωσσολογικές και εθνομεθοδολογικές κατευθύνσεις κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο Berkley της Καλιφόρνια, οι Suchman, Traweek, και Wynn, καθώς επίσης και ανθρωπολόγοι της τεχνολογίας όπως ο MacLennan, ανέπτυξαν μια εθνογραφία της χρήσης των υπολογιστών κατά τρόπο που ενισχύει τις διερμηνευτικές προσεγγίσεις. Αυτή η αποτίμηση στη μεθοδολογία της ανθρωπολογίας στη χρήση των υπολογιστών είναι προφανής στη σημασιολογική κατεύθυνση του Jules-Rosette (69) και στο διερμηνευτισμό των Dubinskas (29) και Pfaffenberger (107).

 

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 

Πρακτικές πληροφορίας βασισμένες στα τεχνικιστικά γνωστικά επιστημονικά μοντέλα συχνά αποτυγχάνουν, κυρίως γιατί τα μοντέλα αυτά δεν λαμβάνουν υπόψη θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης επικοινωνιακής πρακτικής. Ο Lucas ήταν μεταξύ των πρώτων στην επιστήμη των υπολογιστών που έκανε αυτή την συζήτηση στο βιβλίο “Why Information Systems Fail”(85). Μέσα στον Οργανισμό για Υπολογιστικά Μηχανήματα στις Η.Π.Α. και στην Ευρωπαϊκή Διεθνή Ομοσπονδία για Επεξεργασία Πληροφοριών, είναι συνηθισμένη, αν όχι κυρίαρχη πρακτική, να δίνεται προσοχή στη σημασία του ανθρώπινου στοιχείου. Η κοινωνικό-τεχνική προσέγγιση του Mumford στην ανάπτυξη ήταν ένα βήμα πέρα από τις προηγούμενες μηχανοκεντρικές προσεγγίσεις (92), παρόλο που στιγματίστηκε από την τάση να θεωρούμε την οργανωτική δομή σαν δεδομένη, παρά σαν ένα δυναμικό στοιχείο ικανό να υποστεί αλλαγές.

Ενδεχομένως τα πιο περιεκτικά μοντέλα εφαρμογών πληροφορικής από μια καθαρά επικοινωνιακή οπτική είναι αυτά του Winograd & Flores (134) και του Suchman (121). Στο “Plans and Situated Actions”, για παράδειγμα, ο Suchman περιγράφει τη φτώχια των γνωστικών επιστημονικών μοντέλων της ανθρώπινης δράσης, προβάλλοντας αντίθετα ότι η δράση είναι τοποθετημένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές με σημασία. O Suchman δείχνει ότι τα γνωστικά επιστημονικά μοντέλα που χρησιμοποιούν αποφάσεις βασισμένες σε αντιλήψεις που προϋπήρχαν, συστηματικά παρερμηνεύουν την επικοινωνία και τη δράση. Η εργασία του Orr (103), επίσης, έχει παρόμοια χρήσιμη πολιτιστική συμβολή στις τεχνικές εργασίας της τεχνολογίας.

Skill

Η αντίληψη ότι η νέα τεχνολογία προτίθεται να υπονομεύσει τις απαιτούμενες εργασιακές ικανότητες στις εργασιακές διαδικασίες, είναι κεντρική στη θέση του Braverman, “υποβάθμιση της εργασίας”(17). Η μείωση των απαιτούμενων ικανοτήτων ήταν αποτέλεσμα του τρόπου που οι καπιταλιστές επέλεγαν τεχνολογίες που μείωναν τον έλεγχο του εργαζόμενου, έτσι ώστε να μειώσουν την συλλογική κοινωνική δύναμη των εργαζομένων. Το αν η νέα τεχνολογία μειώνει τις απαιτούμενες ικανότητες ήταν βασικό σημείο σε μελέτες για την εργασία μετά τον Braverman, ειδικά στη χρήση των υπολογιστών. Έρευνα με αγροτικούς μηχανουργούς στην Πενσυλβανία, έπεισε τους Chick & Roberts (21) ότι οι τεχνολογίες βασισμένες στην χρήση υπολογιστών απαιτούν νέα στρώματα ειδίκευσης που προστίθενται στα προϋπάρχοντα. Στην εργασία της πάνω σε ένα έμπειρο σύστημα καταγραφής σε μια εργοστασιακή μονάδα, η Sachs (115) εντοπίζει νέες μορφές υπονοούμενης γνώσης, που παίζει μεγάλο ρόλο όταν είναι απαραίτητη η μετάβαση από τον πραγματικό κόσμο της παραγωγής στην εικόνα της παραγωγικής διαδικασίας όπως προβάλλεται από το έμπειρο σύστημα. Ο Baba (3) επαναθεωρεί τις ειδικότητες σαν μια μαζική παρά ατομική υπόθεση.

Τα δεδομένα σχετικά με τις ειδικότητες δείχνουν ότι οι εργασίες που σχετίζονται με τους υπολογιστές συχνά απαιτούν τόσο ουσιώδεις ικανότητες όσο και οι εργασίες που αυτοί αντικαθιστούν. Ωστόσο, οι νέες εργασίες απαιτούν λιγότερη τυπική αναγνώριση των ικανοτήτων και συνεπώς λιγότερα προνόμια, λιγότερη αυτοεκτίμηση κλπ. Ακόμα περισσότερο, οι νέες εργασίες υποθάλπουν τις δραστικές δυνάμεις των παλαιότερων, οι συλλογικές κοινωνικές δομές της εργατικής τάξης όπως τα εργατικά σωματεία, απαιτούν νέες μορφές κοινωνικής δύναμης για αναπαραγωγή του μορφωτικού επιπέδου. Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα έχουν να κάνουν τόσο με την ποιότητα όσο και με την τεχνολογία.

Επαγγελματική Γνώση

Το ενδιαφέρον στην επαγγελματική γνώση είναι μια απάντηση στη μείωση του ειδικευμένου προσωπικού, επειδή η μείωση του γνωστικού επιπέδου των εργαζομένων, συνιστά μείωση των ικανοτήτων τους. Το έργο του Kusterer(77), “Know-How on the Job”, μια εθνογραφική μελέτη στο γνωστικό επίπεδο των εργαζομένων, είναι αξιοσημείωτο λόγω της σημασίας που δίνει στο σχετικά υψηλό γνωστικό επίπεδο του αποκαλούμενου ανειδίκευτου ή ημι-ειδικευμένου προσωπικού, τη διάκριση μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής ικανότητας στην εργασία, καθώς και στη σημασία της εμπειρικής γνώσης. Το ενδιαφέρον στην θεωρία δραστηριοτήτων και στην κατασκευή μορφωτικών πεδίων, το μεθοδολογικό ενδιαφέρον σε αφηγήσεις και εθνομεθοδολογία, τέλος το πρακτικό ενδιαφέρον στο σχεδιασμό των μετόχων, έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον στο γνωστικό επίπεδο των εργαζομένων στις μελέτες του Orr, Sachs και Suchman.

Τι είναι η τεχνολογία

Από θεωρητικής απόψεως υπάρχει διαμάχη μεταξύ των κοινωνικών σπουδών της τεχνολογίας. Από τη μία είναι οι Latour & Woolgar(82) και Grint(51), που αυτοαποκαλούνται κοινωνικοί κονστρακτιβιστές (constructionist). Είναι οι μεγαλύτεροι υπέρμαχοι του προσέγγισης του ενεργού δικτύου, καθώς βλέπουν τις μελέτες πάνω στην τεχνολογία, σαν παραγωγή κειμένων. Επειδή δεν υπάρχει προφανής λόγος για να προτιμήσει κανείς την μία ερμηνεία από την άλλη, η κοινωνική επιστήμη της τεχνολογίας είναι καθαρά διερμηνευτική, αυστηρή δραστηριότητα.

Σε όλο το έργο τους υπονοείται η τοποθέτηση της εθνολογίας στο παρασκήνιο, ενώ είναι φανερή στην προσπάθεια του Grint να γράψει μια κοινωνιολογία στο κείμενο εργασίας. Επειδή η εμπειρία πάνω σε κάθε εργασία, κατασκευάζεται μέσα από την διερμηνεία ενεργών στελεχών στα σχετικά δίκτυα, δεν γίνονται γενικεύσεις σχετικά με την εργασία, πέρα από την ανομοιομορφία της. Επειδή τα τεχνολογικά δίκτυα δεν είναι μόνο ανθρώπινες κατασκευές, όλες οι προσπάθειες να βρεθούν βασικές ομοιότητες μεταξύ των διαφόρων μορφών εργασίας - του Bravermanite, δομικές/λειτουργικές, μαρξιστικές, οργανωτικές, πολιτιστικές - καταλήγουν σε ένα ριζικό σχετικισμό.

Πολλές από τις δυσκολίες που εμφανίζονται από τέτοιες τοποθετήσεις εντοπίζονται από τον Kling(72-73), στη διαμάχη του με τους Grint & Woolgar(52), στο έργο “Science, Technology and Human Values”, στο περιοδικό της “Society for Social Studies of Science”. Τέτοιες θεωρήσεις περιορίζουν την ικανότητα του αναλυτή να επέμβει στο επίπεδο της πολιτικής, για παράδειγμα. Η κριτική που ασκεί ο Kling με τον Winner (133) και άλλους που αυτοαποκαλούνται πολιτικοί κονστρακτιβιστές, είναι ότι ο ριζικός διερμηνευτισμός (interpretivism), βάζει όρια στις ερωτήσεις σχετικά με τη δύναμη και αξιοποίηση – π.χ. αν είναι νέες τεχνολογίες με χρήση υπολογιστικών συστημάτων θα ενισχύσουν ή αποδυναμώσουν τις κοινωνικές αντιστάσεις σε αυτούς τους οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για να περιθωριοποιήσουν τους εργαζόμενους ή αγρότες. Το βιβλίο του Grint είναι μια μακριά και συχνά ύπουλη διαμάχη ενάντια στο μαρξισμό και άλλες υλιστικές προσεγγίσεις της τεχνολογίας. Ο Kling από τη μία και ο Woolgar από την άλλη, ασκούν εμπειρική εργασία πάνω στη χρήση υπολογιστών, και τουλάχιστον ο Woolgar αυτοχαρακτηρίζεται εθνογράφος.

Επειδή η παραπάνω διαμάχη είναι αφενός ανεπαρκώς αντιπροσωπευτική της μεθοδολογίας και αφετέρου πολύ αφηρημένη σχετικά με τα δεδομένα, υπάρχει πολύς χώρος για θετική συνεισφορά της ανθρωπολογίας της χρήσης υπολογιστών. O Pfaffenberger(107) δίνει ένα θετικό παράδειγμα πολιτιστικής ανάλυσης που εμπεριέχει τεχνολογικά συστήματα που είναι απομεινάρια από προηγούμενες πολιτικές διαμάχες, τυποποιημένες σε συμβολικές συνδιαλέξεις. H νέα τεχνολογία είναι αντιληπτή με το να έχει υλικό, που καθορίζει ακριβώς τις ποιότητες, διότι ενσωματώνει την ορμή της προγενέστερης ανθρώπινης δραστηριότητας, ορμή που είναι πρακτικά δύσκολο να αλλάξει σε μικρό χρονικό διάστημα, διότι κάθε σημαντικό ενεργό δίκτυο νέας τεχνολογίας, ουσιαστικά ενοποιεί ευρύτατα διεσπαρμένες πρακτικές. Τέτοια ορμή περιορίζει την ανθρώπινη δραστηριότητα, συνεπώς δικαιολογεί την απόδοση της επίδρασης, όπως υποστηρίζει ο Haraway(61), στις μη ανθρώπινες συνιστώσες των τεχνολογικών ενεργών δικτύων.

Μεταξύ φιλοσόφων, ο Elster (34) ανέπτυξε μία ακραία εκτεταμένη κριτική για τα επικρατούντα μοντέλα για την Εξήγηση της Τεχνολογικής Αλλαγής. Η προοπτική του Elster μπορεί εποικοδομητικά να γεφυρωθεί με αυτές του Καλλίνικου(18), του Bhaskar(9) και άλλων Μαρξιστών ρεαλιστών φιλοσόφων.

Ο Rosenberg έχει κάνει πολλά για να συλλάβει την οικονομική σκέψη για την τεχνολογία “Πέρα από το Μαύρο Κουτί”(111). Παρόμοια, ο Dosi et al στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Κάτω Χώρες (26) αναπτύσσουν μία κοινωνική άποψη της τεχνολογίας, με την οποία προκαλούν την επικράτηση των νέο-κλασσικών οικονομικών:

Η κοινωνικό-θεσμική υποδομή επηρεάζει πάντοτε και μπορεί μερικές φορές να διευκολύνει και ορισμένως να καθυστερήσει τις διαδικασίες της τεχνικής και δομικής αλλαγής, του συντονισμού και της δυναμικής ρύθμισης. Τέτοιες συνέπειες επιτάχυνσης και επιβράδυνσης δεν συσχετίζονται απλά στην αγορά σαν “ελαττωματικότητα”, αλλά στην φύση των αγορών αυτών καθαυτών και στην συμπεριφορά των φορέων (δηλαδή, οι θεσμοί είναι ένα αναπόσπαστό μέρος του τρόπου λειτουργίας των αγορών) (σελ.2 )

Η ιστορία της τεχνολογικής άποψης, συμπεριλαμβάνοντας την “Κοινωνία για την Ιστορία της Τεχνολογίας” και το περιοδικό Τεχνολογία και κουλτούρα, έχουν συνοψισθεί πρόσφατα από τον Cutcliffe & Post (24) σε μία φράση: Στα περιεχόμενα. Αυτή η επιστημονική σκέψη είναι δεσμευμένη να εξαγνίσει τον ιστορικό λόγο της τελεολογίας και να βάλει την τεχνολογική εξέλιξη στην κοινωνία. Στην ουσιαστική φράση του Winner “οι τεχνολογίες έχουν πολιτικές”(132). Στην Κοσμόπολη του ο Toumlin: Η Κρυμμένη Ημερήσια Διάταξη του Νεοτερισμού(124), κριτικάρει την επιστημονική/τεχνολογική επανάσταση που τοποθετείται στον εικοστό αιώνα, του οποίου η επανάσταση του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι η πλέον πρόσφατη εκδήλωση. Ο Tοulmin κριτικάρει τα φιλοσοφικά τεκμήρια της νεωτεριστικής επιστήμης βασισμένος στις δικές του εμπειρίες σαν ενασκούμενος θεωρητικός φυσικός.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΕΡΓΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

Οι πολιτιστικές σπουδές έχουν αντιφατικές θεωρήσεις για το ίδιο ερώτημα: αν η χρήση των υπολογιστών συνιστά ένα ενεργό δίκτυο νέας τεχνολογίας. Πολλά από τα δεδομένα απαιτούν σκεπτικισμό. Η μελέτη του Blim(13), είναι μία από τις πολλές που οδηγούν κάποιον να αναρωτηθεί για τη σταθερότητα ενός νέου εργασιακού καθεστώτος βασισμένου στη χρήση των υπολογιστών. Μερικοί από τους ισχυρότερους οπαδούς της “compputropian” θεωρίας, στο έργο “Case studies on the labor process” (139) (π.χ. 25,45) του Zimbalist Bravermanite, περιγράφουν τη χρήση των υπολογιστών να ενισχύει το προλεταριάτο, το συγκεντρωτισμό και τη μείωση του ειδικευμένου προσωπικού. Ωστόσο, αυτοί οι τύποι αυτοματισμού γραφείου, βασίζονταν στα mainfraim ή timeshare υπολογιστικά συστήματα, ενώ οι εφαρμογές των μικροϋπολογιστών έχουν διαφορετικά συνεπακόλουθα(37). Το μοντέλο του Friedman για ανάπτυξη συστημάτων(42), ξεχωρίζει τρία στάδια, κατά τα οποία το υλικό, το λογισμικό καθώς και ο τελικός χρήστης, αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο σαν το πρωταρχικό πεδίο ενδιαφέροντος.

Τα νέα δίκτυα δεν δημιουργούν αυτόματα τέτοιο δυναμικό για νέες δραστηριότητες. Οι δυνατότητες των πολλών εφαρμογών πληροφορικής, σαν αυτές που είχα σπουδάσει στη Νέα Υόρκη (53) τη δεκαετία του 1980, δεν έχουν τόσο να κάνουν με προσχεδιασμένα χαρακτηριστικά συστημάτων, όσο με προϋπάρχοντα κοινωνικά μέσα. Τα αμφιλεγόμενα δεδομένα σχετικά με τους υπολογιστές στην εργασία, επέφεραν αναστάτωση τόσο στους computopians όσο και στους compputropians. Μια μελέτη (129) του Wilkinson, για παράδειγμα, απεικονίζει μια ποικιλία αποτελεσμάτων από την ίδια τεχνολογία, υποτιμώντας τα αρνητικά συμπεράσματα του Shaiken(118). Η παρουσίαση από τον Noble(97), του ρόλου της ιδεολογίας σε αποφάσεις σχετικά με την τεχνολογική ανάπτυξη, αντιτίθεται αποτελεσματικά με τη θέση του Blauner (12) “euskilling”, ενώ οι συγγραφείς του Wood(135), αντιτίθενται στην οπτική του Braverman(17), ότι οι υπολογιστές απλοποιούν την εργασία γραφείου. Όσον αφορά ποσοστά απασχόλησης, διάφορες λαϊκές μελέτες, όπως του Pemberton στην ανάπτυξη των κοινωνιών στη Μεγάλη Βρετανία(104), και του Murray στο τραπεζικό σύστημα της Μεγάλης Βρετανίας(93), δείχνουν ισχυρά διαπλεκόμενα αποτελέσματα. Ο Friedman, τονίζοντας ότι η πρόβλεψη του Kraft (75) για μείωση της απαιτούμενης ειδίκευσης μέσω των υπολογιστών δεν πραγματοποιήθηκε, συσχετίζει το γεγονός αυτό με την αποτυχία των νέων συστημάτων πληροφορικής να αναπτύξουν τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους επικοινωνίας, που αρχικά υποσχέθηκαν, καθώς και η μη συνεχής ανάπτυξη των υπολογιστών στους χώρους εργασίας, είναι από μόνο του μια απόδειξη της κοινωνικής εξάρτησης της τεχνολογίας.

Ένα αρκετά ευφάνταστο γραπτό σχετικά με την χρήση των υπολογιστών, της Turkle(217), περιγράφει το φαινόμενο “computer as Rorschach”, όπου άνθρωποι-υπολογιστές προβάλλουν όλα τα όνειρα, επιθυμίες και οράματα τους στους υπολογιστές. Ισχυρίζεται ότι αυτές οι προβολές είναι το μέσο που θα φέρει νέα, εκ θεμελίων μεταμορφωμένα, κοινωνικά μέσα.(Για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Zuboff) (141). Σήμερα, διαβάζουμε την περιγραφή της Turkle εντελώς διαφορετικά: ότι οι υπολογιστές αντικατοπτρίζουν οράματα, των οποίων οι πηγές βρίσκονται αλλού, έξω από το χώρο της τεχνολογίας. Αντίθετα, αναλυτές όπως ο Pfaffenberg(105), εστιάζουν στο γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία επανάσταση μέσω των προσωπικών υπολογιστών ή κάποια ουσιώδης ανάπτυξη της δημοκρατίας μέσα από on-line συστήματα πληροφοριών (106). Στην εργασία της σε ένα νορβηγικό εμπορικό κέντρο πληροφοριών, για παράδειγμα, ο Berg(8) τονίζει τη σημασία της διερμηνευτικής τάσης, ιδιαίτερα όσον αφορά το κατά πόσο τα φύλα οικοδομούν το ριζικά διαφορετικό τρόπο που οι άντρες και οι γυναίκες χρησιμοποιούν το σύστημα. Πολιτιστικές μελέτες προτείνουν ότι προφανώς καινούριες μορφές δράσης πραγματικά εξαρτώνται από προϋπάρχουσες κοινωνικές ρυθμίσεις.

Ωστόσο, άλλα δεδομένα είναι πιο συμβατά με το συμπέρασμα ότι η χρήση των υπολογιστών συνιστά ένα σημαντικό καινούριο τεχνολογικό ενεργό δίκτυο. Ανθρωπολόγοι όπως ο Lincoln(84) και ο Joans(67), που μελετούν τις “ιδεατές κοινωνίες”, που υποστηρίζονται από τη νέα τεχνολογία, τονίζουν αλλά και επιδοκιμάζουν την στάση των διαφόρων πηγών πληροφοριών να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους σε ενέργειες που απαιτούν χρήση υπολογιστών. Είναι αρκετά διαδεδομένο σήμερα να αντιπαραθέτουμε την ιδεολογική με την πρακτική (υλική) συνεισφορά των υπολογιστών στις σημερινές κοινωνικές αλλαγές. Για παράδειγμα, ο Andrews και εγώ(60), βρίσκουμε αρκετά παραδείγματα στο Sheffield, όπου η χρήση των υπολογιστών, σαν ένα σύμβολο του καινούριου, αντιτίθεται με σύμβολα του παλαιού, όπως τα διάφορα εργατικά σωματεία. Η ευελιξία της χρήσης των υπολογιστών, κάνει την στρατηγική ενός εργατικού σωματείου (συντήρηση αυστηρών ορίων στους εργασιακούς ρόλους) λιγότερο βιώσιμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα εργατικά σωματεία χάνουν όλη τους την αξία, αλλά οι τύποι οργάνωσης του Ford όσον αφορά την εργατική τάξη, χάνουν δύναμη, και αυτή η απώλεια έχει να κάνει με τη χρήση των υπολογιστών, μολονότι περισσότερο κοινωνικά, παρά τεχνικά.

Η διάθεση των ανθρώπων να θεωρούν την έννοια του εργατικού σωματείου πεπαλαιωμένη, ενώ τους υπολογιστές σαν κάτι νέο, έχει να κάνει με την δημιουργία και αναπαραγωγή των ιδεολογιών. Ο Newman(96), εξετάζει την αντίληψη των Αμερικανών εργατών όσον αφορά το κλείσιμο ενός παλιού εργοστασίου κατασκευής ραπτομηχανών. Οι αντιφατικές θεωρήσεις των εργατών, ουσιαστικά αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις ενός ηθικού δράματος για την κοινωνία των τεχνιτών και δεξιοτεχνών που φεύγει. Είναι ενδιαφέρον ότι ο λόγος που έκλεισε το εργοστάσιο δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά η αποτυχία να επενδύσουνε σε αυτήν.

Η αμφιλεγόμενη άποψη σχετικά με τη χρήση των υπολογιστών σαν ένα καινούριο δίκτυο είναι εμφανής με την μετάβαση από τις εθνικές στις διεθνείς αγορές νομισμάτων(60). Οι λύσεις που έδωσε η πληροφορική τεχνολογία στα λογιστικά θέματα, έκανε το διεθνές εμπόριο εφικτό και η νομισματική μορφή αυτής της αγοράς (το εμπόριο είναι λίγο πολύ ταυτόχρονο -real time- σε όλο τον κόσμο) δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη χρήση των υπολογιστών. Ωστόσο, η δυναμική αυτής της νέας αγοράς έχει να κάνει με τη δημιουργία της Αμερικανικο-Ευρωπαϊκής αγοράς μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την ανάπτυξη των πολυεθνικών, και την άνθιση της παγκόσμιας βιομηχανίας.

Οι κινητές ομάδες περιφρούρησης των απεργιών ήταν ένα σημαντικό στοιχείο της επιτυχημένης απεργίας των βρετανών εργατών στα ορυχεία, τη δεκαετία του 1970. Η ύπαρξη μιας προσβάσιμης από απόσταση καταγραφής αυτοκινήτων, έδωσε στην βρετανική αστυνομία τη δυνατότητα να επέμβουν πιο αποτελεσματικά με ιπτάμενες περιπολίες το 1985-6. Οι εργάτες στα ορυχεία δεν έχασαν την απεργία απλά εξαιτίας των υπολογιστών, αλλά η νέα τεχνολογία παρείχε και στις δύο παρατάξεις, τόσο συμβολικά όσο και πρακτικά, δυναμικά μέσα για μια απειλητική εθνική κατάσταση(60).

Συνοψίζοντας, είναι κατανοητό ότι ένα σταθερό, ουσιαστικό και νέας τεχνολογίας ενεργό δίκτυο εμφανίζεται γύρω από τη χρήση των υπολογιστών. Αυτό το δίκτυο μπορεί για παράδειγμα να επηρεάσει την παραγωγή, τόσο όσο η εισαγωγή της εκβιομηχάνισης (machinofacture) στον δέκατο ένατο αιώνα άλλαξε την διαδικασία παραγωγής του δεκάτου ογδόου αιώνα(55). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η νέα πληροφορική τεχνολογία έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται. Σήμερα, αυτή η δυνατότητα έχει εμφανιστεί σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς όμως να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είναι η γενική κατάσταση.

 

ΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΟΠΟΛΟΓΙΑ: ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ

Δεν μπορούμε να είμαστε συμπερασματικοί, εξαιτίας των ορίων που υπάρχουν στις μελέτες της χρήσης των υπολογιστών γενικά, και πιο συγκεκριμένα στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών. Το πρώτο στάδιο του ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος στη χρήση των υπολογιστών θα μπορούσε να ονομαστεί “ χρήση των υπολογιστών και ανθρωπολογία ”, κατά τη διάρκεια του οποίου αναγνωρίσαμε ότι οι δύο αυτές δραστηριότητες αλληλεξαρτώνται. Το τωρινό στάδιο “ανθρωπολογία στη χρήση των υπολογιστών” ξεκίνησε όταν, απ’ τη μία μεριά ,ανθρωπολόγοι όπως εκείνοι που συμπεριλαμβάνονται στο Computer Applications in Anthropology(16) των Boone & Wood έμειναν έκπληκτοι από τη νέα τεχνολογία της πληροφορίας.

Απ’ την άλλη μεριά κάποιοι ανθρωπολόγοι θέσανε πολιτισμικές απόψεις στην χρήση των υπολογιστών, σαν ένα σχέδιο συμμετοχής. Οι ανθρωπολόγοι των δύο ομάδων δεν είχαν πολλά να κάνουν μεταξύ τους. Μια ικανοποιητική πολιτιστική κατανόηση της χρήσης των υπολογιστών σαν ένα συγκεκριμένο είδος της ανθρώπινης δραστηριότητας θα επέτρεπε την ενοποίηση της χρήσης των υπολογιστών στην ανθρωπολογία και της ανθρωπολογίας στη χρήση των υπολογιστών σε μία τρίτη, ώριμη ‘ανθρωπολογία της χρήση των υπολογιστών’. ’Πολιτιστικο-κεντρική χρήση των υπολογιστών’(57) ,για παράδειγμα, σημαίνει ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων τα οποία είναι ολοκληρωτικά συναφή, τα οποία μορφοποιούνται από μία κατανόηση της οργανωτικής επιμόρφωσης (στη δική μας αντίληψη) και ταυτόχρονα από το πώς η τεχνολογία της πληροφορίας είναι η ίδια πολιτιστική (*).Ακόμα σε εκτεταμένη τηλεφωνική συζήτηση με εμένα, ένας ανθρωπολόγος εφαρμοσμένης πληροφορικής υποστήριξε την τωρινή κατάσταση των σχέσεων λέγοντας κάτι σαν,

Ποιος ενδιαφέρεται για το αν οι υπολογιστές αλλάζουν πραγματικά την κοινωνία; Το γεγονός ότι οι εργοδότες πιστεύουν πως αυτό είναι αλήθεια δείχνει ότι είναι πιο πρόθυμοι να σκεφτούν τον τρόπο με τον οποίο τα πληροφοριακά συστήματα μπορούν να επηρεάσουν την οργανωτική πολιτισμό, το οποίο σημαίνει περισσότερες ευκαιρίες ,όπως σχέδιο συμμετοχής, για να έχουμε επιρροή εμείς οι ανθρωπολόγοι.

Αφήνοντας την διαμάχη για την επικράτηση των υπολογιστών στο παρασκήνιο, θολώνει το αναλυτικό σημείο που θέλουμε να θέσουμε : ότι αυτό που συμβαίνει όταν εμφανίζονται οι υπολογιστές έχει πιο πολύ να κάνει με οργανωτικούς , επαγγελματικούς πολιτισμούς, φύλο, τάξη, δύναμη ή ένα πλήθος από άλλες μεσολαβητικές κοινωνικές δυνάμεις και πολιτιστικές δομές, παρά με το τεχνολογικό per se. Η αντίληψη ότι η χρήση των υπολογιστών έχει συγκεκριμένες φυσικές κοινωνικές επιδράσεις, θέτει στο περιθώριο το ρόλο μας στην ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων. Γινόμαστε σαν τον ψυχολόγο των ανθρωπίνων σχέσεων, αναγκαζόμενοι να βλέπουμε τα εργασιακά προβλήματα σαν να υψώνονται κάπου αλλού , επομένως και η δουλειά μας είναι να βοηθήσουμε τον εργαζόμενο να προσαρμοστεί ,όχι να αλλάξει την κατάστασή του. Αν δεχτούμε την υπόθεση της επικράτησης των υπολογιστών, η εφαρμοζόμενη δουλειά μας είναι περιορισμένη στο να βοηθάμε τα άτομα και τους οργανισμούς να αντιμετωπίζουν το αναπόφευκτο.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΟΡΙΑ

 

Ο ερμηνευτικός εθνομεθοδολογικός προσανατολισμός νομιμοποιεί μια πολιτιστική φωνή στη χρήση των υπολογιστών αλλά ταυτόχρονα έχει και μια αρνητική πλευρά. Είναι δύσκολο να στηρίξεις μια μελέτη της χρήση των υπολογιστών ως νέας τεχνολογίας δικτυακή πρόταση σε εθνομεθοδολογικές υποθέσεις. Η απόρριψη κάθε μεθοδολογίας διαφορετικής από την εθνομεθοδολογία σημαίνει ότι επιτρέπουμε στα προβλήματά μας να υπαγορευτούν από τις μεθόδους μας, την “ εκθρονισμένη ολότητα ” στηλιτευμένη από τον Mills.(91)

Η δυνατή παρουσία στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών ανθρώπων που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα σημαίνει μεγαλύτερη πρόσβαση σε περιβάλλοντα εργασίας , αλλά σίγουρα ένα από τα αρνητικά είναι η ενίσχυση της προαπασχόλησης με μικρομεθόδους και θέματα αντίθετα με μακρομεθόδους, όπως η σχέση της χρήσης των υπολογιστών στην ερώτηση της ανθρώπινης απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση. Ακόμα, το γεγονός ότι οι Koons & Novak (74) είχαν προσληφθεί απ’την εταιρεία η οποία εγκαθιστούσε το σύστημα το οποίο μελετούσαν , δεν θα έπρεπε να τους εμποδίσει να κάνουν την έρευνά τους , ίσως όμως δεν ήταν σοφό εκ μέρους τους να κάνουν την επιτυχία του συστήματος το κύριο μέλημα της έρευνάς τους.

Η ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της σχεδόν ηγεμονίας της ανθρωπολογίας του μεταμοντερνισμού. Η δογματική της δέσμευση στην ισότητα των κειμένων θέτει στο περιθώριο αυτούς που από έξω προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ανησυχία τους, όπως υποστηρίζει τόσο πειστικά η Mascia-Lees et al (89). Στα χέρια των πολιτιστικών μελετών με βάση την ανθρωπότητα, ο μεταμοντερνισμός αναπόφευκτα ενισχύει τη περιορισμένη προσοχή στη συγκεκριμένη υπόθεση. Κάθε προσπάθεια να απομονώσουμε μια εμπειρική στιγμή - και επομένως , κάθε συζήτηση για τη μεθοδολογία να συμπεριληφθεί στην εμπειρική δραστηριότητα - είναι ύποπτη. Μεταμοντέρνες σημειολογικές παραδοχές , περιορίζουν την αξία της δυναμικά σημαντικής συγκριτικής μελέτης (69)της Jules-Rosette’s για την εθνική πολιτική της χρήσης των υπολογιστών της Αφρικής. Όταν η επιστημολογία δεν μπορεί να ασκηθεί, το αποτέλεσμα είναι ατελείωτη κριτική.

Όπως ακριβώς για τις κοινωνικές μελέτες της επιστήμης και της τεχνολογίας είναι απαραίτητη η συζήτηση περί εθνογραφίας, ομοίως μια συζήτηση περί μεθοδολογίας είναι απαραίτητη στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών. Υπάρχουν βιώσιμες επιστημονολογικές εναλλακτικές διέξοδοι σε μία συμπεριλαμβανόμενη εθνομεθοδολογία που περιλαμβάνει κύριες επιστημολογίες που έχουν αναπτυχθεί από φεμινιστές όπως ο Haraway (61) και ο Harding (62) οι οποίοι μελετούν επιστήμη και τεχνολογία και ακόμα του ρεαλισμού άλλων όπως ο Bhaskar (9),των οποίων η δουλειά αναπτύσσεται μέσω αναλυτικού μαρξισμού. Η τελευταία ήταν η μεθοδολογική συζήτηση πάνω στην οποία ο Andrews και εγώ στηρίξαμε το πεδίο μελέτης της χρήσης των υπολογιστών και της πολιτιστικής αλλαγής της εργατικής τάξης του Sheffield (60). Αυτές οι εναλλακτικές διέξοδοι παρέχουν μία καλύτερη βάση για την πιο σημαντική μας απόφαση: Ποιο από όλα τα δυνατά ερευνητικά μας προβλήματα, που συναγωνίζονται για την προσοχή μας κυνηγάμε τελικώς;

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΟΡΙΑ

Η θεωρητική στιγμή στην ανθρωπολογία της χρήσης των υπολογιστών είναι υποβαθμισμένη εν μέρει, διότι ένας προφανής λόγος για να θεωρητικολογήσουμε, δηλαδή η συζήτηση πάνω στο θέμα της επικράτησης των υπολογιστών, έχει θαφτεί στο παρασκήνιο. Θεωρίες προτίμησης (πχ. Sach’s use of activity theory) (35,115) ενδυναμώνουν την εθνομεθοδολογία. Όμως ,όπως ο φεμινισμός μπορεί να προκαλέσει μία επαναπροσέγγιση μεταξύ πολιτικών και κοινωνικών οικοδομήσεων εντός μελετών που αφορούν τη χρήση των υπολογιστών, έτσι μπορεί να βοηθήσει στη γεφύρωση της παρόμοιας διαφοράς μεταξύ της πολιτικής οικονομίας και του διερμηνευτισμού της ανθρωπολογίας της χρήσης των υπολογιστών. Η τωρινή μου εργασία, μια εθνογραφική μελέτη των δικτύων μέσω των οποίων οικοδομείται κοινωνικά η χρήση των υπολογιστών σε εθνικό επίπεδο στην Σκανδιναβία , προσπαθεί να χρησιμοποιήσει απόψεις επιστημολογιών για να συνδέσει την κοινωνική δομή με την κοινωνική οικοδόμηση.

Fenno-Scandian λόγιοι όπως ο Bjorn-Andersen(11) και ο Nygaard(100) έχουν συνεισφέρει στη δική μας κατανόηση του ρόλου των κοινωνικών παραγόντων στην οικοδόμηση της χρήσης των υπολογιστών και στην επιθυμία του συμμετοχικού σχεδίου (48). Συνεισφορές σε πολυάριθμα άλλα θέματα έχουν γίνει από σκανδιναβούς ανθρωπολόγους στη χρήση των υπολογιστών: οι Julkenen και Sarmela(70) στον εθνολογικό-εθνικό διάλογο που εμφανίστηκε μετά τη διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Lie (83) στην αναπαραγωγή του γένους, ο Garsten (43) σε εθνικές τεχνοτροπίες μέσα στο ίδιο σωματείο της χρήσης των υπολογιστών, και ο Melstroem (90) σε αστεία και ιστορίες μεταξύ μηχανικών και προγραμματιστών ως κείμενα.

Σκανδιναβοί λόγιοι όπως ο Ehn (33) και ο Georanzan (46) δίνουν προσοχή στο ρόλο του κράτους στο χρήση των υπολογιστών, η αποδοχή του οποίου προκύπτει από τον συγκριτικά μη αμφισβητήσιμο ρόλο των κρατικών περιοχών στην αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωή. Η προσοχή σε τέτοια θέματα αναπτύσσεται μέσα από μακρές παραδόσεις εθνικό-πολιτισμικού ιδιοσυναισθήματος, τρεφόμενο από ένα συνεχιζόμενο διάλογο που σχετίζεται και με τις διαφορές μεταξύ των Σκανδιναβών και άλλων τοπικών πολιτισμών και κρατών καθώς επίσης και με τις διαφορές μέσα στην ίδια την περιοχή. Η μελέτη του κράτους στη χρήση των υπολογιστών έχει αυξήσει την γνώση του εύρους παρεμβάσεων τακτικής και για δημόσιους και για μη-δημόσιους οργανισμούς -πχ. Εργατικά σωματεία.

Η εμπειρία στη Φινλανδία και την Σκανδιναβία, χρησιμοποιώντας την πολιτική της χρήσης των υπολογιστών ως ένα μέσο για τη διεύρυνση της ουσιώδους δημοκρατίας ενισχύει τη γνώση για το πώς τα συνεπακόλουθα της χρήσης των υπολογιστών έχουν διαδοθεί από την κοινωνική διαδικασία. Πράγματι, ένα αληθινά νέο ενεργό δίκτυο βασισμένο στους υπολογιστές, είναι απίθανο να αναπτυχθεί πριν ασχοληθούμε με ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών θεμάτων τακτικής. Προτού η χρήση των υπολογιστών να μπορέσει να αντικαταστήσει μεγάλο αριθμό εργαζομένων, θα πρέπει να βρεθεί μία γενικότερη διέξοδος στη δουλειά ως μια νέα μηχανή που διανέμει τα μέσα της κατανάλωσης. Οι on-line βάσεις δεδομένων και οι ηλεκτρονικοί πίνακες δελτίων έχουν καθαρά τη δυνατότητα να επεκτείνουν τη δημοκρατία. Η αποτυχία τους να το κάνουν αυτό, πιθανά συνδέεται με την απουσία εκείνου του είδους κοινωνικών τακτικών που θα προωθούνταν από οργανισμούς παρέχοντας διεξόδους στις αποδυναμωμένα εργατικά σωματεία και στους μαζικούς πολιτικούς οργανισμούς.

Το ενδιαφέρον για τις δεσποτικές δυνατότητες του ενεργού δικτύου που βασίζεται σε χρήση των υπολογιστών δεν είναι καινούργιο. Όσον αφορά τον Siegel (120), ο Steve Jobs και οι Silicon Valley “σύντροφοί” του, δημιούργησαν τον μικροϋπολογιστή ως ένα αντίβαρο στη μη-εξουσιοδότηση του ατόμου που είναι συμφυής στην κεντροποιημένη χρήση των υπολογιστών. Η εργασία του Pfaffenberger σε αυτή την ιστορία θα του δώσει αναμφίβολα αξιόλογο περιεχόμενο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Η πολιτιστική μελέτη του προβλήματος της νέας τεχνολογίας , της εργασίας και της κοινωνικής αλλαγής σημαίνει την τοποθέτηση του θέματος σε ιστορικό πλαίσιο, αναγνωρίζοντας ότι οι ενδοσυσχετίσεις θα πρέπει να τοποθετηθούν μέσα σε ένα κατάλληλο περιεχόμενο, και όχι τεχνικά να αφαιρεθούν από αυτό. Λόγω του γεγονότος ότι η ολιστική παράδοση εντός της πειθαρχίας δικαιολογεί ολοκληρωτικές προσβάσεις σε μεγάλης κλίμακας διαδικασίες αλλαγής, η ανθρωπολογία έχει σωστά τοποθετηθεί ώστε να συμμετέχει στην πολιτιστική μελέτη της νέας τεχνολογίας.

Ωστόσο, χρησιμοποιούμε τους υπολογιστές στην ανθρωπολογία, ή την ανθρωπολογία στον κόσμο των υπολογιστών, όχι όμως και τα δύο. Υπάρχουσες μελέτες στη χρήση των υπολογιστών αντανακλούν ευρύτερες πειθαρχικές αμφιθυμίες. Τείνουμε είτε στο να βασίζουμε τη δουλεία μας στην τεχνολογία, όπως στην πολιτιστική οικολογία, ή στο να αντιτάξουμε τον πολιτισμό σε αυτήν, όπως στη σημειολογία. Μια νέα ανθρωπολογική προσέγγιση στη μελέτη της εργασίας ξεκίνησε να ξεπροβάλλει στα μέσα της δεκαετίας του ’70, πιστεύω (56) όμως πως πρέπει να αφήσει μια συσσωρευτική χαρακτηριστική συνεισφορά στο ευρύτερο πεδίο των εργασιακών - οργανωτικών μελετών. Τέτοια σχόλια ίσως ακούγονται ελαφρώς επαγγελματικά, αλλά οι ιδέες του πολιτισμού, της εθνογραφίας και της περιγραφής, έχουνε σημαντικά εξασθενήσει στην οικειοποίησή τους, που παράγονται από το ανθρωπολογικό περιεχόμενό τους μέσα από ένα ευρύτερο πεδίο.

Διατυπώνοντας τη γνωστή τάση μιας επανάστασης των υπολογιστών σε όρους των τεχνολογικών ενεργών δικτύων, θα επέτρεπε στις μελέτες πάνω στη χρήση των υπολογιστών να μετακινήσουν το διαπειθαρχικό της έργο μπροστά. Μία κατά βάθος εξέταση του πόσο νέο πραγματικά είναι το δίκτυο της χρήσης των υπολογιστών θα βοηθήσει τις μελέτες πάνω στη χρήση των υπολογιστών να ξεκαθαρίσουν τις παρασκηνιακές υποθέσεις και να οικοδομήσουν μια πιο ολιστική αφήγηση, ώστε να έχει περιθώριο για εμπειρικές, ερμηνευτικές, πολιτικές, δομικές και μεταμοντέρνες σημασίες.

Παρά τα μειονεκτήματά της, η ανάλυση (59) των μελετών της χρήσης των υπολογιστών, όντως επισημαίνει ότι μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη του συστήματος πλησιάζει στο ότι η προσοχή στο ευρύ πολιτιστικό δυναμικό περιβάλλον της χρήσης των υπολογιστών οδηγεί σε συστήματα που δουλεύουν καλύτερα από εκείνα που δεν δίνουν αυτή την προσοχή. Μια πιο επισταμένη προσοχή των δυνατών υπαινιγμών της επικράτησης των υπολογιστών και μία δέσμευση για τον επηρεασμό αυτών των υπαινιγμών μαζί με αλληλένδετες τακτικές ενθαρρύνει την εξάπλωση στη γνωστή συναίσθηση των λιγότερο μυθολογικών, περισσότερο απόλυτων εικόνων της χρήση των υπολογιστών.

Μελλοντικά, περισσότερη προσοχή θα πρέπει να δoθεί στα πιο γενικά σχετιζόμενα της χρήσης των υπολογιστών, εκείνων που εκτείνονται πέρα από οργανωτικά δεσμά. Η τάξη, το φύλο, και οι φυλετικές/ εθνικές και διεθνείς κουλτούρες στις οποίες συμμετέχουν τα άτομα , και ο τρόπος με τον οποίο τέτοιες κουλτούρες ενθαρρύνουν αλλά και περιορίζουν το πλήθος στρατηγικών διαθέσιμων για ανθρώπινη επέμβαση, επηρεάζει σημαντικά το δυναμικό της πληροφοριακής εξάσκησης. Μια πιο ώριμη μελέτη της χρήσης των υπολογιστών ως μια πολιτιστική διαδικασία θα οδηγήσει σε περισσότερο επιτυχείς τεχνικές για την ανάπτυξη συστημάτων, καθώς και σε αναγνώριση κοινωνικών τακτικών περισσότερο στις ανθρώπινες πληροφοριακές πρακτικές . (ή πληροφοριακής εξάσκησης )

[*] : Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από τέτοιες εργασίες ,όπως το Utopia Project που περιγράφεται από τον Ehn (33) , όπου Σουηδοί καλλιτέχνες γραφικών στην βιομηχανία εφημερίδων ανέπτυξαν ένα πρωτότυπο βασισμένο στους υπολογιστές το οποίο βασίστηκε στις δεξιοτεχνίες τους παρά να τις αντικαταστήσει. Η SPRITE (Sheffield Peoples’ Resource in Information Technology) εργασία (57)είναι ένα διδακτικό παράδειγμα της χρήσης των υπολογιστών στην κοινωνία , το οποίο , με την τοποθέτηση υπολογιστών -πηγών στα χέρια των πιο άμισθων ατόμων , έχει συνεισφέρει στην ανάπτυξη εναλλακτικών τακτικών της χρήσης των υπολογιστών. Η Library Project(57), σκηνοθετημένη από το Sheffield Common Council και το Human-Centered Office Systems Group στο Πολυτεχνείο του Sheffield , επιδεικνύει την αξία των αναδυόμενων τεχνικών από φεμινιστικές συνειδήσεις στην ενδυνάμωση των υπαλληλικών εργαζομένων για την ανάπτυξη πιο αποδοτικής πληροφορίας και επικοινωνιακής εξάσκησης.

 

1 Αυτό αληθεύει εκτός από λίγες μόνο αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (π.χ. microfiche). Επειδή οι υπολογιστές στους χώρους εργασίας ήταν σπάνιοι μέχρι πρόσφατα , οι εκφράσεις “ χρήση υπολογιστών” και “ χρήση νέας τεχνολογίας ” είναι λογικές προσεγγίσεις της μεγαλύτερης φράσης “ χρήση νέας τεχνολογίας που βασίζεται στη χρήση υπολογιστών”. Η έμφαση που δίνεται περισσότερο στη χρήση υπολογιστών παρά στους ίδιους τους υπολογιστές, οφείλεται στις προσπάθειες μελετητών σαν τον Suchman (122) , οι οποίοι είναι κατά της άποψης που απομονώνει τα τεχνουργήματα από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται .

2 Στις καθημερινές συζητήσεις , είναι πιο πιθανό να ακούσει κανείς μια αναφορά στις επιδράσεις της χρήσης υπολογιστών παρά στα συνεπακόλουθα του. Η προηγουμένη χρήση αποφεύγεται εδώ γιατί υπονοεί ότι η τεχνολογία προκαλεί κοινωνικές αλλαγές - η τεχνικιστική αντίληψη. Οι ανθρωπολόγοι που ασχολούνται με το χρήση υπολογιστών, επιθυμούν να αποδείξουν εμπειρικά τη φύση της σχέσης ανάμεσα στη χρήση υπολογιστών και στα κοινωνικά του συνεπακόλουθα.

3 Όπως χρησιμοποιείται στην ορολογία της επανάστασης των υπολογιστών , “εργασία” σημαίνει δραστηριότητα σε χώρους εργασίας , π.χ. επαγγέλματα. Δοθείσης της κεντρικότητας που κατέχει ο χώρος εργασίας στην επανάσταση των υπολογιστών , είναι φυσικό το κύριο μέρος της πολιτιστικής εργασίας στη χρήση υπολογιστών να έχει συγκεντρωθεί σε τέτοιες θέσεις εργασίας. Εντούτοις μερικές μελέτες παίρνουν μια ευρύτερη άποψη. για παράδειγμα, ο κοινωνιολόγος J.Rule έχει θίξει θέματα ιδιωτικής ζωής καθώς και δικαιωμάτων και καθηκόντων του πολίτη. Όπως έχω σκιαγραφήσει το θέμα, υπάρχει σημαντική κριτική της εξίσωσης της εργασίας με το “επάγγελμα” στην ανθρωπολογία της εργασιακής λογοτεχνίας , αλλά το θέμα είναι λιγότερο σχετικό με τις αρμοδιότητες αυτής της αναφοράς.

4 Ο Pfaffenberger (107) χρησιμοποιεί την έννοια του “τεχνολογικού συστήματος” του Hughes για να υποστηρίξει παρόμοιους ισχυρισμούς όσον αφορά στην αναγκαιότητα του να σκεφτόμαστε την τεχνολογία της χρήσης υπολογιστών εντός ενός κοινωνικού πλαισίου. Το ενεργό δίκτυο ως μια έννοια έχει το πλεονέκτημα ότι δεν υπονοεί ότι το σύνολο των σχέσεων υπό εξέταση είναι απαραίτητα συστηματικές.

 5 Η αντίληψη της χρήσης των υπολογιστών στην ανθρωπολογία έχει σημαντική παρουσία εντός του επιστημονικού μας κλάδου όπως στον Boone & Wood (16) ή Fischer & Finkelstein (38). Κανονικά χαρακτηριστικά της χρήσης υπολογιστών εμφανίζονται στην “Anthropology Newsletter” (π.χ. στη στήλη με τίτλο “Soft.where”).

 6 Καταλαβαίνω τον Garfinkel που αντιτάχθηκε τόσο στις τότε επικρατούσες σχολές κοινωνιολογικής θεωρίας, στον δομικό φανκτιοναλισμό (functionalism), όσο και σε αντιμαχόμενες θεωρίες. Από την δική του σκοπιά, η θεωρητικοποίηση και των δύο σχολών ήταν πρόωρη στο ότι η κοινωνιολογία ήταν ανίκανη να εξασφαλίσει μια πειστική εκτίμηση για το πως η δομή θα μπορούσε να ξεπροβάλλει από τις λεπτομέρειες της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Η γλώσσα γίνεται παραδειγματική για τον μελετητή που απασχολείται με τέτοιου είδους προβλήματα. Η προτεραιότητα δίνεται στην μελέτη της κοινωνικής οργάνωσης των μικρόκοσμων, όπως για παράδειγμα, η ανεπάρκεια των γνωστικών επιστημονικών μοντέλων για την αποτίμηση των χαρακτηριστικών τους.

 

7 Τέτοιες προσπάθειες να ενσωματώσουμε μία κοινωνική άποψη σε μία τεχνική, ή ακόμα να αναβαθμίσουμε κοινωνικές και τεχνικές απόψεις, δεν είναι πιθανό να παράγουν καλύτερες πληροφοριακές πρακτικές. μόνο μία εναλλακτική θεώρηση που τοποθετεί τεχνικές τάσεις κατάλληλα μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο είναι πιθανό να παράγει αποτελεσματικά συστήματα. Παρόλο που το άρθρο του στο “Communications of the Association for Computing Machinery” δικαίως απορρίπτει το πρόγραμμα της προσπάθειας του σχεδιασμού συστημάτων που να βρίσκουν ανθρώπινα λάθη, ο Norman (98) ακόμα υποστηρίζει μία δισδιάστατη άποψη για την πληροφοριακή πρακτική, η οποία αντιμετωπίζει την τεχνολογία και τον χρήση σαν ξεχωριστές οντότητες. Τα εργονομικά του Shakel για σχεδιασμό συστήματος (119) επεκτείνουν ακόμα περισσότερο την παραπάνω άποψη, συμπληρώνοντας μια ομιλία για την “απόφαση του ποια πλευρά της εργασιακής διαδικασίας διεξάγεται καλύτερα από το ανθρώπινο στοιχείο” με μία που απαιτεί λεπτομερές συμμετοχικό σχέδιο, περιλαμβάνοντας την υποστήριξη τόσο των ομάδων όσο και ξεχωριστών ατόμων στην σχεδιαστική διαδικασία.

 8 Η Society for Social Studies of Science, είναι το κύριο διαπειθαρχικό σώμα μέσα στο οποίο απασχολούνται οι Αμερικάνοι ανθρωπολόγοι της χρήσης υπολογιστών. Δυστυχώς, συνήθως τα συνέδρια της λαμβάνουν χώρα την ίδια χρονική περίοδο με αυτά του ΑΑΑ, και παρόλο που το πρόβλημα έχει εντοπισθεί στην Κοινωνία σε πολλές περιπτώσεις, συνέβη ξανά το 1993.

9 Ένας τρίτος θεωρητικός πόλος, ο φεμινισμός, είναι επίσης προφανής στη Society for Social Studies of Science. Είναι ενδιαφέρον ότι υπάρχουν λίγα άμεσα σημεία επαφής μεταξύ των φεμινιστών και της αντίπαλης πλευράς, απ’ ότι κανείς θα περίμενε, παρόλο που είναι ένα κοινώς παραδεκτό ανδρικό πεδίο. Ο Croissant (23) προτείνει ότι οι επιστημονολόγοι μπορούν να παρέχουν τρόπους για να μεσολαβήσουν στην προφανή αντιπαράθεση μεταξύ των διερμηνευτών και των πολιτικών κονστρακτιβιστών, κυρίως μέσα από ένα πεδίο που αποδομείται και επανακατασκευάζεται. Ο Harding παρουσίασε το ίδιο σημείο πρόσφατα σε ένα συνέδριο Επαναπροσδιορισμού του Μαρξισμού. Μελετητές της φεμινιστικής τεχνολογίας, όπως o Wajcman (128) και Haraway (61) παρουσιάζουν τις επιστημολογίες σαν ένα τρόπο να αναγνωρίσουν και την επίδραση που υποννοείται στο διερμηνισμό και τη δομή των τεχνολογικών συστημάτων.

 

 

 Σημειώσεις των μεταφραστών

Η παραπάνω μελέτη αναφέρεται στη χρήση των υπολογιστών και στις κοινωνικές αλλαγές που αυτή έχει επιφέρει. Κύριο στοιχείο των αλλαγών αυτών είναι η κυριαρχία των υπολογιστών στους χώρους εργασίας. Η μηχανοργάνωση στις πιο πολλές επιχειρήσεις έχει δημιουργήσει ένα καινούριο εργασιακό κατεστημένο, με αυξημένη ασφάλεια και απόδοση, έχει ωστόσο επηρεάσει τις παραδοσιακές εργασιακές δομές και το συντελεστή της ανθρώπινης παρέμβασης.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η επανάσταση των υπολογιστών, για άλλους αποτελεί “ευλογία” και για άλλους “ευλογιά”. Πράγματι, υπάρχουν φανατικές ομάδες υποστηρικτών (computopians), που θεωρούν ότι η νέα κοινωνία των υπολογιστών θα είναι παράδεισος για την ανθρωπότητα, αλλά και πολέμιοι της νέας τεχνολογίας, που θεωρούν ότι μια τεχνοκρατούμενη κοινωνία θα επιφέρει σήψη και παρακμή.

Στο κείμενο, δίνεται επίσης ιδιαίτερη έμφαση στο νέο τεχνολογικό “ενεργό δίκτυο” (actor network), σχετικά με το οποίο τίθενται πολλά ερωτήματα: κατά πόσο το δίκτυο θα είναι σταθερό, αν θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτό απ’ αυτές, τέλος αν θα προωθεί με δημοκρατικό τρόπο την κοινωνική αναβάθμιση και το βιοτικό επίπεδο.

Πολλές είναι οι κοινωνικο-πολιτικές μελέτες που έχουν ασχοληθεί με τις επιπτώσεις της χρήσης των υπολογιστών στη ζωή του ανθρώπου. Η κοινωνική ανθρωπολογία έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στους επαγγελματικούς πολιτισμούς, στις οργανωτικές δυναμικές, στις στρατηγικές διοίκησης, στην Πολιτική Οικονομία, το Κράτος, καθώς και σε άλλα ζητήματα όπως είναι το φύλο, η εθνικότητα και η φυλή. Εξάλλου ο ίδιος ο συγγραφέας κάνει αναφορά στις διακρίσεις που γίνονται εναντίον των Αφρικανών-Αμερικανών στο χώρο εργασίας.

Ο αντίκτυπος της χρήσης των υπολογιστών στο χώρο εργασίας είναι προφανής και πολλές ανθρωπολογικές και κοινωνικές μελέτες έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Σημαντικό σημείο αποτελεί το κατά πόσο η χρήση των υπολογιστών επηρεάζει το γνωστικό επίπεδο των εργαζομένων, αν μειώνει την δεξιοτεχνία ή τις επαγγελματικές τους ικανότητες και τους καταδικάζει σε στείρα εξειδίκευση.

Όλος ο παραπάνω προβληματισμός μας έχει ωθήσει σε μια βαθύτερη, φιλοσοφική ανάλυση της τεχνολογίας και της θέσης της στην κοινωνία. Συμπερασματικά, εμείς θεωρούμε ότι η χρήση των υπολογιστών έχει δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων, ικανή να προσφέρει πολυάριθμες υπηρεσίες τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η μηχανοργάνωση των πιο πολλών επιχειρήσεων προσφέρει ένα σταθερό, αξιόπιστο και ασφαλές σύστημα εξυπηρέτησης. Επίσης, πολλές νέες θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί και νέες δυναμικές προοπτικές κάνουν την εμφάνισή τους, όπως η τηλε-εργασία, τηλεδιάσκεψη, τηλε-ιατρική και άλλες που χρησιμοποιούνται στην εκπαίδευση, στον δημόσιο τομέα, έως και στην αυτοδιοίκηση. Τέλος, η άνθιση των τηλεπικοινωνιών, εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις, προσφέρει πολλές νέες δυνατότητες, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (που έχει αντικαταστήσει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου το συμβατικό), τηλε-αγορά, και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες.

Βέβαια, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και ορισμένα αρνητικά σημεία της χρήσης των υπολογιστών. Ποικίλες μορφές εργασίας έχουν εκτοπιστεί, έχουν ανέβει οι απαιτήσεις για εξειδίκευση, η αποξένωση των ανθρώπων έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο και οι προσπάθειες που καταβάλουν για να ακολουθήσουν τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας τους οδήγησε στο να χάσουν το πραγματικό νόημα της ζωής...

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Attewell P, Rule J. 1984, Computing and organizations: what we know and what we don’t. Commun. ACM 27: 1184-92.
  2. Baba M. 1988. Innovation in university - industry linkages. Hum. Organ. 47(3): 260-69.
  3. Baba M. 1991. The skill requirements of work activity: an ethnographic perspective. Anthropol. Work Rev. XII(3): 2-11.
  4. Baba M. 1992. Ecological analysis of work group responses to new computer-aided technology. Presented at Annu Meet. Soc. Appl. Anthropol. Memphis, Tenn.
  5. Bader G, Nyce J. 1991. Theory and practice in the development community: Is there room for cultural analysis? Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  6. Barnes A. 1986. Black Women: Interpersonal Relationships in Profile: A Sociological Study of Work, Home, and the Community, Bristol, Ind: Wyndham Hale.
  7. Batteau A. 1991. IDEF: Engineering models in the anthropological highlands. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc. Chicago.
  8. Berg A-J. 1992. Technological flexibility - bringing gender into technology (or was it the other way around?). Presented at Conf. Soc. Soc. Stud. Sci., Gothenburg, Sweden.
  9. Bhaskar R. 1989. Reclaiming Reality: A Critical Introduction of Technological Systems. Cambridge, Mass: MIT Press.
  10. Bijker WE, Hughes TP, Pinch T. 1987. The Social Construction of Technological Systems. Cambridge, Mass: MIT Press.
  11. Bjorn-Andersen N. 1986. Understanding the nature of the office for the design of third wave office systems. In People and Computers, ed. MD Harrison, AE Monk, pp. 65-77. Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  12. Blauner R. 1964. Alienation and Freedom. Chicago: Univ. Chicago Press.
  13. Blim M. 1992. Small-scale industrialization in a rapidly changing world market. See Ref. 113, pp. 85-101.
  14. Blomberg J. 1988. The variable impact of computer technologies on the organization of work activities. In Computer-supported Cooperative Work: A Book of Readings, ed. I. Grief, pp. 771-82. San Mateo, Calif: Morgan Kaufman.
  15. Blomberg J, Suchman L. 1992. Field studies of work and co-design. In PDC ’92: Proceedings of the Participatory Design Conference, ed. M. Muller, S Kuhn, J Meskill, pp. 101-2. Cambridge, MA: Computer Professionals for Social Responsibility.
  16. Boone M, Wood JJ, eds. 1992. Computer Applications for Anthropologists. Belmont, Calif: Wadsworth.
  17. Braverman H. 1974. Labor and Monopoloy Capital. New York: Monthly Review.
  18. Callinicos A. 1989. Against Postmodernism: A Marxist Critique. London: Polity.
  19. Casey G. 1992. High-tech across the border: Women in Puerto Rico confront the internationalization of clerical work. Presented at Annu. Meet. Soc. Appl. Anthropol., Memphis, Tenn.
  20. Castells M. 1989. The Informational City: Information Technology, Economic Restructuring, and the Urban-regional Process. Oxford: Blackwell.
  21. Chick G, Roberts, JM. 1987. Lathe craft: A study in “part” appreciation. Hum. Organ. 46:305-17.
  22. Clifford J, Marcus G, eds. 1986. Writing Culture: The Poetics and the Politics of Ethnography. Berkeley: Univ. Calif. Press.
  23. Croissant J. 1992. Feminism and objectivity: authority and power in the social relations of knowledge. Presented at Conf. Soc. Soc. Stud. Sci., Gothenburg, Sweden.
  24. Cutcliffe S, Post R, eds. 1989. In Context: History and the History of Technology. Research in Technology Studies. Bethlehem, Penn: Lehigh Univ. Press.
  25. de Kadt M. 1979. Insurance: a clerical work factory. See Ref. 139, pp. 242-56.
  26. Dosi G, Freeman C, Nelson R, Silverberg G, Soete L. 1988. Technical Change and Economic Theory. London: Pinter.
  27. Downey G. 1991. Steering technology development through computer-aided design. Unpublished Paper. Blacksburg, Va: Center Stud. Sci. Soc., VPISU.
  28. Dubinskas F. 1985. The culture chasm: scientists and managers in genetic-engineering firms. Technol. Rev. May/June: 24-30, 74.
  29. Dubinskas F. 1988. Cultural constructions: the many faces of time. See Ref. 30, pp. 3-38.
  30. Dubinskas F. Ed. 1988. Making time: Ethnographies of high-technology organizations. Philadelphia: Temple Univ. Press.
  31. Dubinskas F. 1991. Knowledge building and concurrent engineering in manufacturing automation. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc. Chicago.
  32. Dubinskas F. 1993. Modeling cultures of project management. J. Eng. Technol. Manage. In press.
  33. Ehn P. 1988. Work-Oriented Design of computer Artifacts. Stockholm: Almqvist & Wicksell.
  34. Elster J. 1983. Explaining Technological Change. Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  35. Euchner J, Sachs P. 1992. “Intentional tension”: work systems design as an approach to radical change. In PDC ’92: Proceedings of the Participatory Design Conference, ed. M. Muller, S Kuhn, J Meskill, pp. 105-6. Cambridge, MA: Computer Professionals for Social Responsibility.
  36. Evans M, Bernard HR. 1987. Word processing, office drudgery, and the microcomputer revolution. In Technology and Social Change, ed. HR Bernard, P Pelto, pp. 329-58. Prospect Heights, III: Waveland.
  37. Feldberg R, Glenn EN. 1983. Technology and work degradation: effects of office automation on women clerical workers. In Machina ex dea, ed. J Rothschild, pp. 59-78. New York: Pergamon.
  38. Fischer M, Finkelstein A. 1991. Social knowledge representation: a case study. In Using Computers in Qualitative Research, ed. NG Fielding, RM Lee, pp. 119-35. London: Sage.
  39. Forsythe D. 1992. Artificial intelligence as a cultural system. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., San Francisco.
  40. Forsythe D. 1992. Using ethnography to build a working system: rethinking basic design assumptions. In Proceedings of the 16th Symposium on Computer Applications in Medical Care, ed. MED Frisse. New York: McGraw-Hill.
  41. Freeman C. 1990. Review essay: Christensen’s “The new era of home-based work” Anthropol. Work Rev. XI(4): 1,3 -6.
  42. Friedman AL. 1989. Computer Systems Development - History, Organization, and Implementation. In collaboration with DS Cornford. Chichester: Wiley.
  43. Garsten C. 1992. Cultural flows in a high-tech company. Presented at Conf. Soc. Soc. Stud. Sci., Gothenburg, Sweden.
  44. Gatewood J. 1991. My PC and me: personal computers and academic routines. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  45. Glenn EN, Feldberg R. 1979. Proletarianizing clerical work: technology and organizational control in the office: See Ref. 139, pp. 51-72.
  46. Gφranzon B, Elden M, Hammarstrφm O, Forslin J, Viklund B, et al. 1982. Job Design and Automation in Sweden. Stockholm, Sweden Center for Working Life.
  47. Gramsci A. 1971. Selections from the Prison Notebook. London: Lawrence & Wishart.
  48. Greenbaum J, Kyng M, eds. 1991. Design at Work: Cooperative Design of Computer Systems. Hillsdale, NJ: Erlbaum.
  49. Gregory KL. 1983. Naive-view paradigms: multiple cultures and culture conflicts in organizations. Admin. Sci. Q. 28(Summer): 359-76.
  50. Grenier G, Stepick A, Draznin D, Labourit A. Morris S. 1992. On machines and bureaucracy: controlling ethnic interaction in Miami’s apparel and construction industries. In Structuring Diversity, ed. L. Lamphere, pp. 65-94. Chicago: Univ. Chicago Press.
  51. Grint K. 1991. The Sociology of Work: An Introduction, Cambridge: Polity Press.
  52. Grint K, Woolgar S. 1992. Computers, guns and roses: What’ social about being shot? Sci. Technol. Hum. Values 17:366-80.
  53. Hakken D. 1986. Class and computers: workers and the micro millennium. Cult. Futures Res. 8(3): 23-31.
  54. Hakken D. 1987. Studying work: anthropological and Marxist considerations. In Perspectives in US Marxist Anthropology, ed. D. Hakken, J Lessinger, pp. 57-80. Boulder, Colo: Westview.
  55. Hakken D. 1990. Has there been a computer revolution? J. Comput. Soc. 1(1): 11-28.
  56. Hakken D. 1991. The anthropology of work: an assessment. Anthropol. Newsl. 32(3): 15-16.
  57. Hakken D. 1991. Culture-centered computing: social policy and development of new information technology in England and the United States. Hum. Organ. 50(4): 406-23.
  58. Hakken D. 1991. If computing is a cultural process, what constructs should inform its practice? Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  59. Hakken D. 1991. Thoroughly postmodern milling: the postmodern challenge to technology education. Res. Creative Expr. 3:4-10.
  60. Hakken D, Andrews B. 1993. Computing Myths, Class Realities: An Ethnolography of Sheffield Works in the New Information Era. Boulder, Colo: Westview.
  61. Haraway D. 1991. Simians, Cyborgs, and Women - The Reinvention of Nature. London: Free Association Books.
  62. Harding S. 1991. Whose Science: Whose Knowledge? Ithaca, NY: Cornell Univ. Press.
  63. Harvey D. 1989. The Condition of Postmodernity. Oxford: Blackwell.
  64. Hochwald E. 1985. Studying technological discrimination. Fem. Stud. 5(1): 55-65.
  65. Hochwald E. 1988. Genes, gender, and technology in the New York City newspaper industry. In Women at Work, ed. G. Vroman, D Burnham, S Gordon, 5:149-61. Staten Island NY: Gordian.
  66. Hopper K, Susser E, Conover S. 1985. Economies of makeshift: deindustrialization and homelessness in New York City. Urban Anthropol. 14(1-3): 183-236.
  67. Joans B. 1992. Outlaws and vigilantes in cyber-space. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., San Francisco.
  68. Johnsrud C. 1989. Government interventions in U.S. advances technology development: Trends for the 1990’s. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Phoenix.
  69. Jules-Rosette B. 1990. Terminal Signs: Computers and Social Change in Africa. Berlin: Mouton-de Gruyter.
  70. Julkenen E, Sarmela M. 1987. Information Technology and Structural Change in Local Communities. Helsinki: Yliopistopaino.
  71. Kling R. 1980. Social analyses of computing: theoretical perspectives in recent empirical literature. ACM Comput. Surv. 12(1):60-110.
  72. Kling R. 1992. Audiences, narratives, and human values in social studies of technology. Sci. Technol. Hum. Values 17(3): 349-65.
  73. Kling R. 1992. When gunfire shatters bone: reducing sociotechnical systems to social relationships. Sci. Technol. Hum. Values 17 (Summer): 381-85.
  74. Koons A, Novak K. 1992. The ethnography of a computer workplace in Cameroon. See Ref. 16, pp. 52-39.
  75. Kraft P. 1977. Programmers and Managers: The Routinization of Computer Programming in the United States. New York: Springer-Verlag.
  76. Kunda G. 1992. Engineering Culture: Control and Commitment in a High-Tech Corporation. Philadelphia: Temple Univ. Press.
  77. Kusterer K. 1987. Know-how on the job: Workers knowledge and Everyday Survival in the Workplace. Boulder, Colo: Westview.
  78. Lamphere L. 1979. Fighting the piece-rate system: new dimensions of an old struggle in the apparel industry. See Ref. 139, pp. 257-76.
  79. Lamphere L. 1985. Deindustrialization and urban anthropology. Urban Anthropol. 14(1-3):259-68.
  80. Lamphere L. 1991. The gendered nature of workplace culture: comparing male and female experiences. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  81. Lamphere L. Ed. 1992. Structuring Diversity: Ethnographic Perspectives on the New Immigration. Chicago: Univ. Chicago Press.
  82. Latour B, Woolgar S. 1979. Laboratory Life: The Social Construction of Scientific Facts. Beverly Hills: Sage.
  83. Lie M. 1982. Office automation and women’s work. Tidskr. Samfunnsforsk. 23: 519-34.
  84. Lincoln Y. 1992. Virtual community and invisible colleges: Alternations in faculty scholarly networks and professional self-image. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., San Francisco.
  85. Lucas IIC. 1975. Why information systems fail. New York: Columbia Univ. Press.
  86. Lundsgaarde H. 1992. Knowledge engineering and ethnography. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., San Francisco.
  87. Lyotard J-F 1979. The Post Modern Condition: A Report on Knowledge. Transl. G. Bennington, B Massum, 1984. Minneapolis, Minn: Univ. Minneapolis Press.
  88. Marcus G, Fischer M, eds. 1986. Anthropology as Cultural Critique: An Experimental Moment in the Human Sciences. Chicago: Univ. Chicago Press.
  89. Mascia-Lees F, Sharpe P, Cohen CB. 1989. The postmodernist turn in anthropology: Cautions from a feminist perspective. Signs: J. Women Cult. Soc. 15(1): 733.
  90. Melstroem U. 1992. The culture of engineers: work, identity, and lifepath. Presented at Conf. Soc. Soc. Stud. Sci., Gothenburg, Sweden.
  91. Mills CW. 1959. The Sociological Imagination. Oxford: Oxford Univ. Press.
  92. Mumford E, Henchel D. 1979. A Participative Approach to Computer System Design: A Case Study of the Introduction of a New Computer System. London: Associated Business.
  93. Murray F. 1987. Reconsidering Clerical Skills and Computerization in UK Retail Banking. Monogr., Sheffield, England: Sheffield Polytechnic.
  94. Nash J. 1981. Ethnographic aspects of the world capitalist system. Annu. Rev. Anthropol. 10:393-423.
  95. Nash J. 1985. Deindustrialization and the impact on labor control systems in competitive and monopoly capitalist enterprises. Urban Anthropol. 14(1-3): 151-82.
  96. Newman K. 1985. Turning your back on tradition: symbolical analysis and moral critique in a plant shutdown. Urban Anthropol. 14(1-3): 109-50.
  97. Noble D. 1979. Social choice in machine design: the case of automatically controlled machine tools. See Ref. 139, pp. 18-50.
  98. Norman D. 1990. Commentary: Human error and the design of computer systems. Commun. ACM 33(1):4-5.
  99. Novick D, Wynn E. 1992. Participatory conversation for participatory design: a research challenge. Presented at Participatory Design Conf., Cambridge, Mass.
  100. Nygaard K. 1983. Participation in system development: the tasks ahead. In Systems Design: For, With, and By the Users, ed. U. Briefs, C Cibolla, L Schneider, pp. 19-25. Amsterdam: North Holland.
  101. Office of Technology Assessment, 1984. Technology Innovation and Regional Economic Development, Publication STI238, Washington, DC U.S. Congress.
  102. Ong. A. 1977. Review essay: Disassembling gender in the electronics age. Fem. Stud. 13(2): 602-26.
  103. Orr JE. 1990. Talking about Machines: An Ethnography of a Modern Job. Palo Alto, Calif. Xerox Corp.
  104. Pemberton B. 1986. Management and trade union responses to the perceived implication of micro-electronic technology in selected areas of the service sector. PhD diss., Sheffield Polytechnic.
  105. Pfaffenberger B. 1988. The social meaning of the personal computer: or, why the personal computer revolution was no revolution. Anthropol. Q. 61(1): 39-47.
  106. Pfaffenberger B. 1990. Democratizing Information: Online Databases and the Rise of End-User Searching. Boston: Hall.
  107. Pfaffenberger B. 1992. Technological dramas. Sci. Technol. Hum. Values 17(3): 282-312.
  108. Piore M, Sabel C. 1984. The Second Industrial Divide. New York: Basic Books.
  109. Read D. 1991. Making visible the invisible: computer modeling of unseen structure. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  110. Robotham D. 1992. “Cox is a near genius”: reflections on a Caribbean work ethic. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  111. Rosenberg N. 1982. The Black Box: Technology and Economics. Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  112. Rothstein FA. 1992. Conclusion: New waves and old-industrialization, labor, and the struggle for a new world order. See Ref. 113, pp. 238-46.
  113. Rothstein FA, M. Blim, eds. 1992. Anthropology and the Global Factory: Studies of the New Industrialization in the Late Twentieth Century. New York: Bergin & Garvey.
  114. Rule J. 1974. Private Lives and Public Surveillance. New York: Shocken.
  115. Sachs P. 1994. Thinking through technology: the relationship of technology and knowledge at work. Inf. Technol. People 7(1): In press.
  116. Sacks K. Computers, ward secretaries, and a walkout in a southern hospital. In My Troubles are Going to Have Trouble with Me, ed. K. Sacks, D. Remy, pp. 172-92. New Brunswick, NJ: Rutgers Univ. Press.
  117. Sapir GD. 1991. Self as datum. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Chicago.
  118. Shaiken H. 1985. Work Transformed: Automation and Labor in the Computer Age. New York: Holt, Rinebart, & Winston.
  119. Shakel B. 1986. Ergonomics in design for usability. In People and Computers: designing for usability, ed. MD Harrison, AE Monk, pp. 44-64, Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  120. Siegel L. 1986. Microcomputers: from movement to industry. Mon. Rev. 38(3): 110-17.
  121. Suchman L. 1987. Plans and Situated Actions. Cambridge: Cambridge Univ. Press.
  122. Suchman L. 1992. Technology as material practices: computing reconsidered. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., San Francisco.
  123. Suchman L, Trigg RH. 1991. Understanding practice: video as a medium for reflection and design. See Ref. 48, pp. 65-90.
  124. Toulmin S. 1990. Cosmopolis: The Hidden Agenda of Modernity. New York: Macmillan.
  125. Traweek S. 1984. High-energy physics: a male preserve. Technol. Rev. 6 (Nov/Dec): 42-43.
  126. Traweek S. 1988. Beamtimes and Life-times: The World of High Energy Physicists. Cambridge: Harvard Univ. Press.
  127. Turkle S. 1980. Computer as Rorshach. Society 17(2): 115-24.
  128. Wajcman J. 1991. Feminism Confronts Technology. University Park: Penn. State Univ. Press.
  129. Wilkinson B. 1983. The Shopfloor Politics of New Technology. London: Heinemann Educational.
  130. Williams R. 1989. Resources of Hope: Culture, Democracy, Socialism, London: Verso.
  131. Wilson WJ. 1987. The Truly Disadvantaged. Chicago. Univ. Chicago Press.
  132. Winner L. 1980. Do artifacts have politics? Daedalus 109: 121-33.
  133. Winner L. 1992. Comment: Author-meets-critics. Presented at Conf. Soc. Soc. Stud. Sci., Gothenburg, Sweden.
  134. Winograd T, Flores F. 1986. Understanding Computers and Cognition: A New Foundation for Design. Norwood, NJ: Ablex.
  135. Wood S, ed. 1982. The Degradation of Work? Skill Deskilling, and the Labour Process. London: Hutchinson.
  136. Wynn E. 1979. Office conversation as an information medium. PhD. Thesis. Univ. Of Calif. Berkeley.
  137. Wynn E. 1991. Taking practice seriously. See Ref. 48, pp. 45-64.
  138. Zahrly J Baba M. 1988. Discrepant views of technology in a manufacturing setting. Presented at Annu. Meet. Am. Anthropol. Assoc., Washington, DC.
  139. Zimbalist A. Ed. 1979. Case Studies on the Labor Process. New York: Monthly Review.
  140. Zimbalist A. 1979. Technology and labor process in the printing industry. See Ref. 139, pp. 103-26.
  141. Zuboff S. 1988. In the Age of the Smart Machine. New York: Basic Books.

 

 


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος