Στέφανος Χατζηνάκης [1645]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάϊος 1999

 

Ο HEIDEGGER ΚΑΙ Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

Terry Winograd

Εισαγωγή

Με μια πρώτη ματιά, τα συστήματα υπολογιστών μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι αποτελούν την λιγότερο κατάλληλη περιοχή για την εφαρμογή των ιδεών του Heidegger. Σε ένα παλιότερο άρθρο πάνω στην φαινομενολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη [9], ο Dreyfus μιλά για την σχέση του υπολογισμού με την μεταφυσική όπως την είδε ο Heidegger:

Για τον Heidegger, η τεχνολογία, με την εμμονή της στον «εξονυχιστικό υπολογισμό των αντικειμένων», είναι η αναπόφευκτη κορύφωση της μεταφυσικής, το ενδιαφέρον των όντων στην απόρριψη της Ύπαρξης…. Ο Heidegger σημειώνει ότι «ο προορισμός της γλώσσας ως πληροφορία ενισχύει τον αρχικό λόγο κατασκευής μηχανημάτων που «σκέφτονται», όπως επίσης και την κατασκευή μεγάλης κλίμακας υπολογιστικών εγκαταστάσεων,» και ότι «η θεωρία της πληροφορικής είναι, ήδη ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τοποθετούνται τα αντκείμενα έτσι ώστε να επιβεβαιώνεται η κυριαρχία του ανθρώπου σ’ολόκληρη την πλάση ακόμη και στους πλανήτες.» «Η Φιλοσοφίa, στην εποχή μας έφτασε στον προορισμό της. Έχει ήδη βρει την θέση της, από επιστημονικής άποψης…το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του επιστημονικού προορισμού είναι ότι είναι «κυβερνητική», δηλαδή τεχνολογική.»(41)

Ωστόσο, με το να ξεκινάμε με το συγκεκριμένο άρθρο καθώς και με τα υπόλοιπα κείμενα του Dreyfus, προβάλουμε τη σταθερή διαμάχη μεταξύ της παράδοσης του υπολογισμού και της παράδοσης της φαινομενολογίας. Παρόλο που η συζήτηση ήταν στην ουσία κριτική για το τι δέν μπορούν να κάνουν οι υπολογιστές(βλ.[6]), πολλές συζητήσεις έγιναν με σκοπό να παρουσιασθούν θετικές κατευθύνσεις για τον σχεδιασμό, με τους ερευνητές υπολογιστών να ψάχνουν απεγνωσμένα για τις επιρροές του Heidegger μέσα στη δουλειά τους.

Είναι ξεκάθαρο ότι η δύναμη της άποψης του Heidegger ότι ακόμη και μέσα σε μία ομάδα ανθρώπων με αρκετά διαφορετικές παραδόσεις έχει προκαλέσει αναταραχές-υποψίες ύπαρξης μιας νέας πορείας της τεχνολογίας. Πριν όμως εξετάσουμε μεμονωμένες περιπτώσεις ας δούμε κάποια γενικά σημεία για την επιρροή των ιδεών του Heidegger.

Πρωταρχικά, για να περιγράψουμε την επίδραση του Heidegger στο έργο των επιστημόμων και των σχεδιαστών των υπολογιστών, πρέπει να αναφερθούμε στον 1ο Τόμο του Ύπαρξη και Χρόνος. Το μεγάλο εύρος των ζητημάτων στα οποία αναφέρεται ο Heidegger στα κείμενά του δεν περιορίζονται στις ανησυχίες των επιστημόνων των υπολογιστών όσον αφορά τον ρόλο τους ως τεχνικών. Το έργο του έγινε γνωστό στην κοινωνία του υπολογισμού αποκλειστικά σχεδόν μέσω της ερμηνείας του Hubert Dreyfus. Τα κείμενά του είναι ιδιαίτερα προσιτά, ξεχωριστά και ξεκάθαρα και έχουν αφήσει τα σημάδια τους στα δικά μας έργα όπως επίσης και κείμενα πολλών αλλων οι οποίοι αναφέρονται εδώ.

Δευτερευόντως, στην προσπάθειά μας να εντοπίσουμε την επιρροή του Heidegger ανακαλύπτουμε πως περιπλέκεται με επιρροές άλλων επιστημόνων. Οι ερευνητές συζητούν παρακάτω απαριθμώντας επίσης αρκετές ακόμη πηγές, συμπεριλαμβανομένου του Wittgenstein, αμερικανών πραγματιστών, της Ψυχολογίας του Gibson, της Εθνομεθοδολογίας, της θεωρίας της Σοβιετικής δράσης, κ.ο.κ. Χωρίς να προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε όλες τις κατευθύνσεις και τις διαφορές, μπορούμε να σημειώσουμε ότι αυτές συμβολίζουν χαλαρά συνδεδεμένες παραδόσεις που όλες έχουν ως σκοπό να αλλάξουν την αντίληψη που έχουμε για τον σχεδιασμό υπολογιστών.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι πλευρές του έργου του Heidegger που παρουσιάζουμε δεν είναι και οι πλέον δραστικές-ούτε πρόκειται για υπαρξιακά ερωτήματα-αλλά μάλλον για πιο πρακτική χρήση των θεωριών του, την καθημερινή λειτουργία, απόσυρση της συσκευής και άλλα. Παρα το γεγονός ότι το έργο του Heidegger δημιουργεί θεμελιώδη ερωτήματα για τη φύση της τεχνολογίας και για την τεχνολογική κοινωνία, αυτά ελάχιστα απασχολούν εκείνους που εξελίσσουν την τεχνολογία των υπολογιστών.

Το κεφάλαιο αυτό δεν έχει σκοπό να αποτελέσει μία κατατοπιστική μελέτη όλων τρόπων με τους οποίους, το έργο του Heidegger επηρεάζει την επιστήμη των υπολογιστών και την τεχνολογία. Απλώς προτείνει τις δυνατότητες παραθέτοντας παραδείγματα για τέσσερις τομείς τις έρευνας και τις εξέλιξης των υπολογιστών και εστιάζοντας στο έργο συγκεκριμένων ανθρώπων ή ομάδων. Σε κάθε περίπτωση πάντως το έργο αυτό εκφράζει ξεκάθαρα την παραδοχή ότι υπάρχει επιρροή από τον Heidegger και αναπαριστά μία νέα προσέγγιση, που όμως σέβεται τις εργασίες που έχουν ήδη γίνει σ’αυτόν τον τομέα. Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο να εξετάζουμε την παράδοση που βρίσκεται πίσω από το έργο και το επηρεάζει καθώς κινείται στο δρόμο που χάραξε ο Heidegger.

Φαντάζει οξύμωρο, εκ πρώτης όψεως, ο Heidegger να ασκεί επιρροή στην επιστήμη των υπολογιστών. Ο φιλόσοφος που συχνά θεωρήθηκε ότι εκφράζει τον υπαρξισμό, δηλαδή της άποψης που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί τμήμα ενός μεταφυσικού σχεδίου αλλά μια ιδιάζουσα οντότητα που πρέπει ως άτομο να δημιουργεί τη δική του ύπαρξη ανάλογα με τις συνθήκες και το περιβάλλον. Ο άνθρωπος που κατηγόρησε τη σημερινή κοινωνία της τεχνολογίας, για την εκτεταμένη αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου και την απομάκρυνσή του από τους πρωταρχικούς σκοπούς της ύπαρξής του. Πώς θα μπορούσε λοιπόν, να επηρεάζει την αιχμή του δόρατος της σύγχρονης τεχνολογίας, την επιστήμη που έχει σημαδέψει την σημερινή εποχή, επιφέροντας επαναστατικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής και της δράσης μας;

Στην πραγματικότητα ο Heidegger αντιμετώπισε τον άνθρωπο ως μια οντότητα σε ένα πλαίσιο-κόσμο που δεν έχει μεν δημιουργηθεί από αυτή, αλλά αλληλεπιδρά, επηρεάζει και καθορίζει τις μελλοντικές εξελίξεις σε αυτό δε. Γι’ αυτό άλλωστε απέρριπτε τις αιτιάσεις που τον καθιστούσαν εκφραστή του υπαρξισμού. Ο Heidegger προσπάθησε να εμηνεύσει μέσω της Μεταφυσικής (όχι με την έννοια της άκριτης αναγωγής των πάντων σε αφηρημένες και δυσνόητες δυνάμεις, αλλά με αυτήν της μελέτης των πρώτων αρχών και αιτιών των όντων) την Ύπαρξη μέσα στο περιβάλλον όχι σε ένα στιγμιότυπο, αλλά μέσα στο χρονικό συνεχές, ώστε να την κατανοήσει βαθύτερα και σφαιρικότερα. Δεν κατηγορεί την τεχνολογία (πώς θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά τη θεώρησή της ως αυτοσκοπό καθώς και την απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από την υπαρξιακή αναζήτηση. Μετά από τις παραπάνω αποσαφηνίσεις θα προσπαθήσουμε να δούμε την επίδρασή της φιλοσοφίας του, σε διάφορες περιοχές της επιστήμης των υπολογιστών.

 

 

 

Τεχνητή Νοημοσύνη

Η πρώτη περιοχή επιρροής είναι η τεχνητή νοημοσύνη (το παρακλάδι αυτό του υπολογισμού που προσπαθεί να αντιγράψει την ανθρώπινη διανοητική ικανότητα). Η προυπάρχουσα παράδοση πανω στην οποία κινήθηκε το έργο αυτό έχει εξεταστεί από φαινομενολογική σκοπιά σε αρκετά έργα [6, 8, 24]. Η βασική ώθηση είναι ότι η Τ.Ν. πηγάζει σχεδόν ολοκληρωτικά από τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη γλώσσα, τη σκέψη και τη δράση που βασίζεται στην αναπαράσταση, στο φορμαλισμό και στους συμβολικούς χειρισμούς-ένα σύμπλεγμα μορφοποιήσεων που σχετίζονται μεταξύ τους και που επιδεικνύονται άριστα μέσω των σύγχρονων ψηφιακών προγραμμάτων υπολογιστών τα οποία είναι οργανωμένα με βάση λογιστική ανάλυση.

Μέσω κριτικής εκφράζονται αμφιβολίες για το αν η τεχνολογία στηριζόμενη σ’αυτή τη προσέγγιση μπορεί να αντιγράψει πραγματικά τις ανθρώπινες διανοητικές και γλωσσικές ικανότητες. Συγχρόνως, υπάρχουν άλλοι, όπως για παράδειγμα η Preston, που αντιστρέφουν αυτή την κρτιτική υποστηρίζοντας ότι μία νέα «Τ.Ν. τύπου Heidegger » θα καταφέρει να συνταιριάξει τις αρχικές φιλοδοξίες.

Πιστεύω πως οι ιδέες που μιλούν για τηνμεγάλη σημασία της Τ.Ν του γενικότερα πρέπει να συλλεχθούν από την υπολογιστική θεωρία του μυαλού από τον Heidegger και από την κριτική του Dreyfus για την Τ.Ν.. Αν και η κριτική αυτή εκλαμβάνεται συχνά ως ένα επιχείρημα ενάντια στην συγκεκριμένη προσσέγγιση της μελέτης διανοητικής συμπεριφοράς, σε συνδυασμό με μία απόπειρα να σχεδιαστεί κάποια εναλλακτική προσσέγγιση.([19], 1)

H Preston κάνει έκκληση για σοβαρή έρευνα πάνω σ’αυτό που αποκαλεί «η εναλλακτική λύση του Heidegger» και συνεχίζει παραθέτοντας μία πληθώρα παραδειγμάτων στα οποία υποστηρίζει ότι «η εναλλακτική αυτή λύση τέθηκε επιτυχώς σε εφαρμογή.»

Ο όγκος της δουλειάς για την οποία μιλά η Preston προέρχεται από το Εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασσαχουσέτης (M.I.T.). Για εκείνους που έχουν παρακολουθήσει την ιστορία/πορεία εξέλιξης της Τεχνητής Νοημοσύνης, είναι ειρωνικό το γεγονός ότι το εργαστήριο αυτό θα έπρεπε να γίνει η κοιτίδα της «Τ.Ν. του Heidegger ». Στο M.I.T. ο Dreyfus πρωτοδιατύπωσε την κριτική του, και για μία εικοσαετία η πνευματική ατμόσφαιρα στο εργαστήρι Τ.Ν. ήταν αρνητική απέναντι στην αναγνώριση των επιπτώσεων που έιχαν τα λεγόμενα του Dreyfus. Ωστόσο, αρκετά μεγάλο μέρος της δουλειάς που έγινε σ’αυτό το εργαστήριο φαίνεται να είναι επηρεασμένη από τον Heidegger και τον Dreyfus.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να αντιγράψει (ή για την ακρίβεια να εξομοιώσει) την νοητική συμπεριφορά των ανθρώπων. Η προσπάθεια επικεντρώνεται στην κατανόηση των μέσων, των τρόπων και των διαδικασιών μέσω των οποίων ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το κόσμο, σκέπτεται και αποφασίζει. Λόγω της τρομακτικής πολυπλοκότητας, της ανθρώπινης νοητικής διαδικασίας , συχνά καταφεύγουμε σε παραδοχές και απλουστεύσεις. Στο σημείο αυτό όμως, ενέχει ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε υπερβολικά από τις πραγματικές συνθήκες και να περιγράψουμε οντότητες που είναι τεχνολογικά εφικτές, οι οποίες όμως δεν αντιπροσωπεύουν στην ουσία τίποτα. Αποκτά επομένως ιδιαίτερη αξία η προσέγγιση της ύπαρξης από τον Heidegger, όχι εξαρτημένης από την τεχνολογία αλλά ως αιτίας και δημιουργού της.

 

Μη παραστατική Ρομποτική

Το πρώτο παράδειγμα είναι η δουλειά που έκανε ο Rodney Brooks και οι συνεργάτες του πάνω στον Αυτοματισμό [4, 15]. Οι στόχοι της εργασίας αυτής στηρίχθηκε στην παράδοση προηγούμενων μελετών πάνω στη Ρομποτική και εστιάζεται στο σχεδιασμό «έξυπνων» μηχανισμών.

Φιλοδοξώ να κατασκευάσω τελείως αυτόνομους κινητούς παράγοντες οι οποίοι θα συνυπάρχουν με τους ανθρώπους οι οποίοι θα τους αντιμετωπίζουν σαν έξυπνα όντα με δικά τους δικαιώματα. ([4], 7)

Σκοπός του Brooks είναι να αναπτύξει μία «μηχανολογκή μεθοδολογία» για την κατασκευή των συσκευών που ο ίδιος αποκαλεί «υπάρξεις», και που θα έχουν πρακτική χρησιμότητα αλλά και που θα αποτελούν μία μελέτη στη θεωρία τη νοημοσύνης:

Ένας από τους στόχους μας είναι να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας για τη φύση της νοημοσύνης και είναι παραδεχτό ότι οι εφαρμοσμένες θεωρείες μέσω υπολογισμού είναι ο πλέον κατάλληλος τρόπος γιατί διασφαλίζει την διανοητική ειλικρίνεια…. Κατασκευάζουμε τα κινητά ρομπότ ώστε να ερευνήσουμε την νοημοσύνη και κατ’επέκταση να μάθουμε τι απαιτείται για την κατασκευή ενός συστήματος το οποίο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε έξυπνο.([15], 2)

Στη βάση του, η εξέλιξη των υπολογιστικών μοντέλων νοημοσύνης έχουν πολύ μικρή σχέση με τη θεωρία του Heidegger Τί είναι τότε αυτό που η Preston βλέπει στην προσσέγγιση αυτή ως επιροή από τον Heidegger; Πολλά είναι τα σημεία που αξίζουν την προσοχή μας.

  1. Ανάλυση με βάση τη δραστηριότητα παρά με βάση τη λειτουργία.
  2. Η θεμελιώδης ανάλυση του συστήματος νοημοσύνης δεν γίνεται σε ανεξάρτητες μονάδες επεξεργασίας πληροφοριών οι οποίες συνεργάζονται μεταξύ τους μέσω αναπαραστάσεων. Αντίθετα το σύστημα νοημοσύνης χωρίζεται σε ανεξάρτητες και παράλληλες μονάδες δραστηριότητας οι οποίες συνεργάζονται άμεσα με τον πραγματικό κόσμο μέσω αντίληψης και δράσης….([4], 1)

    Για τον Brooks η δραστηριότητα είναι «ένα μοτίβο αλληλεπιδράσεων με τον κόσμο» το οποίο είναι ενσωματομένο σε ένα υποσύστημα μέσα στη συσκευή. Κάθε δραστηριότητα ή σύστημα διαμόρφωσης συμπεριφοράς συνδέει την αίσθηση με τη δράση. Παρόλο που η μετατροπή της δραστηριότητας αυτής σε «μονάδα» του συστήματος απέχει πολύ από την θεωρία του Heidegger, η μετατόπιση της έμφασης από την πληροφορία στην δραστηριότητα είναι κατα κάποιο τρόπο παράλληλη προς την μετατόπιση της έμφασης στην πνευματική δομή-τη δομή της σκοπιμότητας- στη δομή της δραστηριότητας. Διευρύνοντας λίγο την ορολογία του Heidegger, μπορούμε να ερμηνεύσουμε την αλλαγή αυτή ως τη μετατροπή του όρου «διαθεσιμότητα» στον ανάλογο όρο «αφομοίωση με τον κόσμο»(που δείχνει κατα πόσο είναι έτοιμο να τεθεί σε λειτουργία).

     

  3. Ξεκινώντας από τον «πραγματικό κόσμο» όπως αυτός αντιπαρατίθεται στη θεωρία.
  4. Ο Brooks ρίχνει μεγάλο βάρος στη δοκιμή καθε εξαρτήματος από τις Υπάρξεις του στον «πραγματικό κόσμο». Υποστηρίζει ότι «Σε κάθε βήμα πρέπει να κατασκευάζουμε ολοκληρωμένα συστήματα νοημοσύνης με αληθινά αισθητήρια και δυνατότητα δράσης τα οποία αφήνουμε ελεύθερα στον πραγματικό κόσμο», και έτσι εξηγήται και η έμφασή του στα κινούμενα ρομπότ που δεν έχουν καμία σχέση με άλλες εφαρμογές που είχαν προτιμηθεί σε προηγούμενες εργασίες πάνω στην Τ.Ν.

    Σε ένα από τα κεφάλαια του που τιτλοφορείται «Η Αφαίρεση ως επικύνδυνο όπλο», υποστηρίζει πως προηγούμενα συστήματα Τ.Ν. πήγαν χαμένα εξαιτίας των μικροκόσμων που χρησιμοποιούσαν και που είχαν εξαιρεθεί από το υποτιθέμενο πεδίο εφαρμογής. Επαναλαμβάνει έτσι ξεκάθαρα τις απόψεις του Dreyfus για τους μικροκόσμους (βλέπε για παράδειγμα, τον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου Τι δεν μπορούν να κάνουν οι υπολογιστές [6]).

    Διευρύνοντας λίγο τα πράγματα μπορούμε θα λέγαμε πως αυτό αποτελεί άμεση εφαρμογή της θεωρίας του Heidegger, αλλά διαφαίνεται αμυδρά η κεντρικότητα του Κόσμου και η ανικανότητά του να μορφοποιείται.

     

  5. Απόριψη της πρωταρχικότητας της αναπαράστασης.

Ο τίτλος ενός από τις διατριβές κλειδιά του Brooks είναι «Νοημοσύνη χωρίς Αναπαράσταση» [4], και μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων του ακολουθεί τα επιχειρήματα της φαινομενολογικής κριτικής στην Τ.Ν.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει βασιστεί στο ζήτημα της αναπαράστασης. Τη στιγμή που η νοημοσύνη, εξαρτημένη από την προσαρμογή της με τον πραγματικό κόσμο, προσσεγγίζεται με τρόπο αυξητικό, αυτόματα εξαφανίζεται η εξάρτηση από την αναπαράσταση. (1)

…δεν χρειάζεται ξεκάθαρη αναπαράσταση είτε του κόσμου, έιτε των προθέσεων του συστήματος να δημιουργήσουν νοήμονες συμπεριφορές για μια Ύπαρξη.

Ακόμα και σε ένα τοπικό επίπεδο δεν έχουμε παραδοσιακές αναπαραστάσεις Τ.Ν. Δεν χρησιμοποιούμε ποτέ έντελα, που να έχουν οποιαδήποτε επεξήγηση που να μπορεί να τους αποδοθεί….Δεν υπάρχουν μεταβλητές που να χρειάζονται στιγμιότυπά τους σε αποδεικτικές διαδικασίες. Δεν υπάρχουν κανόνες που να πρέπεινα επιλεγούν μέσω αντιστοίχησης προτύπων. Δεν υπάρχουν επιλογές που να πρέπει να γίνουν….(11)

Υποθέτουμε ότι μεγάλο μέρος της ομαλής δραστηριότητας σε ανθρώπινο επίπεδο είναι… ένας αντικατοπτρισμός του κόσμου, μέσω πολύ απλών μηχανισμών, χωρίς λεπτομερείς αναπαραστάσεις.(12)

Βλέπουμε σε αυτή την τελεταία παρατήρηση τον ανταγωνισμό μεταξύ νέων κατευθύνσεων (εγκατάληψη της έμφασης στην αναπαράσταση) και των εδραιωμένων παραδόσεων (έμφαση σε απλούς μηχανισμούς). Θα την εξετάσουμε βαθύτερα, συζητώντας παρακάτω την εργασία του Agre.

Πρώτα, ας σημειώσουμε την εκτίμηση του Brooks για την επιρροή του Heidegger σε αυτή την προσέγγιση. Ο Brooks αντιπαραθέτει την προσέγγισή του με άλλες σχετικές εργασίες σε μια σειρά μικρών άρθρων με τίλους οπώς «Δεν είναι Συσχετισμός». Ένα εξέχον έχει τίτλο «Δεν είναι Γερμανική Φιλοσοφία»(16).

Ορισμένοι κύκλοι έχουν δώσει μεγάλη βάση στον Heidegger, ως κάποιον που κατανόησε τη δυναμική της ύπαρξης. Η προσέγγισή μας έχει συγκεκριμένες ομοιότητες με εργασίες που εμπνεύστηκαν από τον μεγάλο αυτό Γερμανό φιλόσοφο (π.χ αυτήν των Agre και Chapman 1986), ωστόσο η προσέγγισή μας δεν επηρρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό. Είναι βασισμένη κυρίως σε τεχνολογικά θέματα.

Επιπλέον, αντικατοπτρίζοντας την υποβόσκουσα περιφρόνηση για τη φιλοσοφία, αυτή η διακήρυξη δείχνει την βαθύτατα λανθασμένη ερμηνεία της γνώσης που διακατέχει όλη την κουλτούρα της επιστήμης υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης.

Είναι πλέον κοινά απόδεκτό, ότι η νοητική διαδικασία του ανθρώπου δεν συνίσταται στην απλή λήψη πληροφορίας και την ανάλυσή της σε εσωτερικές διαδικασίες επεξεργασίας της. Η διαδικασία αυτή είναι αρκετά πιο πολύπλοκη, έχει άμεση σχέση με την αέναη λήψη περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, όπως υποστήριξε και ο Heidegger. Επιπλέον, οι διεργασίες ανάλυσης και επεξεργασίας δεν δραστηριοποιούνται σειριακά, αλλά πορεύονται παράλληλα και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Συνδυάζοντας αυτές τις επισημάνσεις, με τις παρατηρήσεις που αφορούσαν την Τεχνητή Νοημοσύνη διαπιστώνουμε την επικινδυνότητα των όποιων αφαιρέσεων ή απλουστεύσεων . Ποιος μπορεί να καθορίσει, και με τι είδους κριτήρια θα μπορούσε να υποδείξει ποιοι κανόνες είναι σημαντικοί και ποιοι όχι, ποιοι καθορίζουν περισσότερο από τους άλλους μια οντότητα. Πώς αυτή η διαλογή μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά και τη λειτουργία του “μοντέλου” της οντότητας, σε σχέση με την πραγματικότητα;

Θα αποτελούσε εθελοτυφλία αν αγνοούσαμε τις πεπερασμένες δυνατότητες που έχουμε, όσον αφορά την βαθύτερη κατανόηση της Ύπαρξης. Η πλήρης εξομοίωση της νόησης δεν είναι εφικτή. Η διαπίστωση αυτή όμως, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό, από την κατασκευή μοντέλων που προέρχονται μεν από την συμπεριφορά συγκεκριμένων οντοτήτων, αλλά δεν έχουν τελικά καμία ουσιαστική σχέση με αυτή δε.

 

Ανάλυση Καθημερινής Δραστηριότητας

Η άλλη εργασία που ο Brooks αναφέρει ότι «εμπνέυσθηκε από τον μεγάλο αυτό Γερμανό φιλόσοφο» πραγματοποιήθηκε απο το εργαστήριο Τ.Ν. του Μ.Ι.Τ. και είναι πιο ξεκάθαρη στη αναγνώριση της εξάρτησής της στη φαινομενολογία. Η εργασία αυτή έγινε από την όμαδα των David Chapman και Philip Agre. Για την ανάλυσή της θα βασιστούμε κυρίως στη διατριβή του Agre του 1988 με τίτλο “Η δυναμική δομή της καθημερινής ζωής”[1].

Ενώ η εργασία του Brooks οριοθετείται ως επιχείρημα εναντίον της παράδοσης της αναπαράστασης της Τ.Ν., η εργασία των Chapman και Agre, έιναι ένα επιχείρημα εναντίον της παράδοσης του σχεδιασμού και της “επίλυσης προβλημάτων”[2]. Ο Agre υποστηρίζει ότι “ο σχεδιασμός γενικού σκοπού είναι μια μαύρη τρύπα που έλκει όποιον δεν λαμβάνει υπ’οψην τη δυναμική της δραστηριότητας στην περιοχή ενδιαφέροντός του”(29). Κατηγορεί την Τ.Ν οτι υιοθετεί ένα :

… ακατάλληλο μεταφορικό σύστημα εσωτερικού και εξωτερικού, ορίων και περιεχομένων…. Η τεχνητή φύση των νοητικών μεταφορών φανερώνει από μόνη της την ανάγκη να “περάσει” ολόκληρη την κατάσταση σε κάθε διαδικασία κατάστρωσης ή αξιολόγησης σχεδίων. Αυτό οδηγεί σε μια τενητή προσπάθεια ανακατασκευής του κόσμου μέσα στο κεφάλι του παράγοντα, πράγμα που πρέπει να αντισταθμίσει το αδιαπέραστο όριο μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικου…. Κανονική δραστηριότητα δεν έιναι δεκτική σε τέτοιους αυστηρούς και εκ των προτέρων τιθέμενους περιορισμούς σχέσεων.(34)

Ο Agre προτείνει την αντικατάσταση της προσέγγισης σχεδιασμού και επίλυσης προβλημάτων με μια “πάγια σκοπιά δραστηριοτήτων”.

[Η θέση αναπύσσει] μια υπολογιστική θεωρία δραστηριοτήτων ρουτίνας και αρχιτεκτονικής γνώσης…οργανωμένης γύρω από μια διάκριση μεταξύ γνωστικών μηχανών και της δυναμικής – δηλαδή, επαναλαμβανόμενα πρότυπα αλληλεπίδρασης – της δραστηριότητας στον κόσμο.(250)

Για τον Agre, η καθημερινή δραστηριότητα, είναι προϊόν πρακτικών ρουτίνας, μη οργανωμένων σύμφωνα με προκαθορισμένα σχέδια. Δηλώνει ότι «Η καθημερινή δραστηριότητα είναι βασικά μη καθορισμένη. Το ενδεχόμενο είναι το κεντρικό φαινόμενο. Ένας παράγοντας συνθέτει την καθημερινή του δραστηριότητα, επαναποφασίζοντας συνεχώς τι θα κάνει»(11).

Όπως και με τον Brooks, έτσι και η εργασία του Agre παρά το ότι κριτικάρει τη γνωστική παράδοση, έχει τις ρίζες της σε αυτή. Για κάποιον εκπαιδευμένο πάνω στις αρχές της Τ.Ν, οι ισχυρισμοί του αντικατοπτρίζουν μια ριζοσπαστική επανερμηνεία, με έμφαση στο ενδεχόμενο και την πιθανή δράση, αντί της λογικής προσανατολισμένης στο στόχο σχεδίασης. Ταυτόχρονα όμως και οι δυο βρίσκονται εντός του χώρου των υπολογιστικών μηχανών, των γνωστικών αρχιτεκτονικών και της λήψης αποφάσεων.

Η μεγαλύτερη απόκλιση από την παράδοση της Τ.Ν.στην εργασία του Agre είναι στη μεθοδολογία του. Αντί να ερευνά προσεκτικά, αυστηρά εργαστηριακά βήματα ή τεχνητές “μικρολέξεις”, αφιερώνει σημαντική προσπάθεια ανάλυσης της λεπτομερούς δομής δραστηριοτήτων σε κοινές δραστηριότητες όπως το περπατά από το διαμέρισμά του στον υπόγειο σιδηρόδρομο. Εστιάζει, σαν τον Heidegger, στη δημιουργία μιας εκκαθάρισης μέσω της οποίας τα πράγματα θα μπορούν να ειδωθούν πέρα από την προφανή τους μορφή.

…είναι δύσκολο να εκτιμήσει κάποιος την ιδέα ότι η καθημερινή ζωή πρέπει να μελετηθεί.

[Η βάση για την κατανόηση] δεν είναι ένα θεωρητικά αφηρημένο αλλά μάλλον ένα άμεσο άνοιγμα στην καταιγιστική περιπλοκή απλών φαινομένων. Η προσοχή που χάνεται μέσα σε πλάνα και στόχους, συνεχώς υποσκελίζει αυτά τα φαινόμενα. Για να το κατανοήσει κανείς, θα πρέπει να εμβαθύνει και να θεωρήσει την καθημερινή του ζωή, ενδιαφέρουσα.(15, έμφαση στα αρχικά)

Αυτό το άνοιγμα διακατέχεται από την ανησυχία του Heidegger και του Dasein για την καθημερινή του ύπαρξη. Για τον Agre, αυτή η μετάβαση από απλά ρομπότ σε ανθρώπινες καθημερινές δραστηριότητες και τετριμένες δυνατότητες οδηγεί σε μια λεπτομερειακή γοητεία, η οποία αποτελεί το πνεύμα της κοινωνιολογικής προσέγγισης γνωστής ως «εθνομεθοδολογία» (εφαρμοσμένη σε συστήματα υπολογιστών στο [21]). Η καταιγιστική περιπλοκή γίνεται αντικέιμενο θαυμασμού, σε αντίθεση με τις ωμές απλοποιήσεις που είναι μέρος του ρεπερτορίου της βασικής μεθοδολογία της Τ.Ν.

Αυτό που διατηρείται από τη συμβατική Τ.Ν, είναι η εμμονή στη βασική μεθοδολογία του υπολογιστικού προτύπου : η έρευνα για επεξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με όρους μηχανισμών. Ο Agre, όπως και ο Brooks, επιχειρηματολογεί υπέρ ενός νέου είδους μηχανισμού, παραμένει ωστόσο βασισμένος στην παραδοσιακή περιγραφή, μέσω της οριζόμενης από κανόνες λειτουργίας ενός μηχανισμού – αυτό που αποκαλεί “θεωρία υπολογισμού”.

Το σχέδιο συσχέτισης μια θεωρία δραστηριότητας με μια θεωρία μηχανής προσφέρει μεγάλες υποσχέσεις αλλά και εγείρει μεγάλες δυσκολίες. Η υπόσχεση είναι ότι μια σοβαρή θεωρία καθημερινών δραστηριοτήτων σαν σύνολο μπορεί να παρέχει μια σταθερή βάση για μηχανικές αναλύσεις, που απαιτούνται από τη σοβαρή υπολογιστική έρευνα, είτε η έρευνα σκοπεύει να παράγει μια επεξηγηματική θεωρία των ανθρώπινων όντων έιτε ένα πλήρες σχέδιο για ένα αυτόνομο ρομπότ.(9)

Το τεχνικό περιεχόμενο της διατριβής του Agre εγκαταλείπει το χώρο της καθημερινής δραστηριότητας, για να περιγράψει τις εργασίες μιας σειράς προγραμμάτων, που λειτουργούν πάνω στους πολύ αφηρημένους «κόσμους των μπλοκ» που είναι τυπικοί στην Τ.Ν, συμπεριλαμβανομένου και ενός προγράμματος που ονομάζεται Pengi[2], σχεδιασμένο και υλοποιημένο κυρίως από τον David Chapman, που αποτελεί ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι. Σε αντίθεση με την έμφαση του Brooks στον «πραγματικό κόσμο», το πρόγραμμα του Chapman δεν ασχολείται με τις φυσικές δραστηριότητες πραγματικών ηλεκτρονικών παιχνιδιών, αλλά δρα σαν υπολογιστικός χώρος επιτραπέζιων παιχνιδιών και των δραστηριοτήτων τους.

Παρότι ο Agre υποστηρίζει ότι «το Pengi αποτελεί σημαντική βελτίωση στον κόσμο των μπλοκ» (196), αναγνωρίζει ότι «έχει μικρή ομοιότητα με οιαδήποτε δραστηριότητα του πραγματικού κόσμου»(173). Υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ των ακαθόριστων θεμάτων της καθημερινής ζωής και της πλήρους καθορισμένης, λίστας αντικειμένων, ιδιοτήτων και δράσεων, με ορθούς περιορισμούς, που χρησιμοποιεί το Pengi. Το κίνητρο για την αποδοχή μιας τέτοιας τεχνητής περιοχής είναι σαφές – ήταν αναγκαίο για την κατασκευή ενός λειτουργικού συστήματος.

Η κριτική του Agre δεν εστιάζεται στο συνολικό στόχο της μοντελοποίησης υπολογισμών, αλλά κυρίως σε συγκεκριμένες προσεγγίσεις και ειδικότερα στην εξάπλωση πολύπλοκων γνωστών μηχανισμών που κατασκευάστηκαν πάνω στο μοντέλο της συνειδητής συμβολικής αιτιολόγησης :

Θα υποστηρίξω ότι ο βασικός στόχος της έρευνας της Τ.Ν δεν είναι η εξάπλωση πολύπλοκων μορφών μηχανής, αλλά η αποσαφήνιση της δυναμικής δομής πολύπλοκων μορφών δραστηριότητας. Έχοντας αναπτύξει την κατανόηση της δυναμικής, ο καθένας θα έπρεπε να επιδιώκει την απλούστερη μηχανή που αποτελείται από μορφές δραστηριότητας που επιθυμεί να παράγει ή να εξηγήσει.(12)

Παρακινούμενος εν μέρει από την άρνηση του Heidegger της άμεσης αναπαράστασης, ως βάση της δράσης, προτείνει ένα απλό έιδος «σύνδεσης» που δεν στηρίζεται σε μια θεωρία αναπαράστασης. Προτείνει έναν αριθμό συσκευών που έχουν προταθεί, μεταφορικά έστω, από ορισμένα επιχειρήματα του Heidegger (τα οποία επικαλείται). Για παράδειγμα, περιγράφει ένα μηχανισμό υλοποίησης που αποκαλεί “δεικτική αναπαράσταση” επηρρεασμένος από την “ανάλυση του κόσμου και ειδικότερα της αντίληψης της σημασίας και της ανάθεσης” του Heidegger.

Μια δεικτική αναπαράσταση απασχόλησης συστήματος μπορεί να κατασκευασθεί με απλές μηχανές (αλληλοεξαρτημένα δίκτυα) διότι μπορεί να επιτύχει μια αφαίρεση χωρίς να καταφεύγει σε ταύτιση προτύπων και συχέτιση μεταβλητών.

Περιληπτικά : σωστά υλοποιημένα δίκτυα αλληλεξάρτησης, είναι πολύ γρήγορα, μαζικά παράλληλα και εύκολο να υλοποιηθούν….Η κύρια δουλειά είναι να δειχθεί ότι αυτές οι βασικές επεξηγήσεις αρκούν.(77) … Τ, που να έχουν … είαι να αυτέ

Στην παράγραφο αυτή προχωρούμε πέρα από τον σκεπτικισμό για τις μεθόδους αναπαράστασης και αφαίρεσης που χρησιμοποιεί η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Agre προτείνει να προχωρήσουμε πέρα από την απλή περιγραφή μηχανισμών. Θεωρεί σημαντικότερη και ουσιαστικότερη την περιγραφή όχι των οντοτήτων (μέσω «λέξεων») αυτών καθεαυτών, αλλά την περιγραφή των δραστηριοτήτων και των μηχανισμών λειτουργίας τους. Γι’ αυτό το λόγο προτείνει –επηρεασμένος από τον Heidegger - την «δεικτική αναπαράσταση». Η μεθοδολογία και η γλώσσα περιγραφής παραμένουν κατά βάση οι ίδιες, με την κλασσική Τεχνητή Νοημοσύνη. Αλλάζουν όμως οι στόχοι, αφού αντιλαμβανόμαστε καλύτερα μιαν οντότητα όχι μέσω του «ορισμού» της, αλλά κυρίως μέσω των δράσεων και των λειτουργιών που αναπτύσσει.

 

Τεχνολογία Χρησιμότητας

Αν αποσπάσουμε για λίγο την προσοχή μας από το πώς θα αποκτήσουν νοημοσύνη οι μηχανές, μπορούμε να θέσουμε άλλο ένα ερώτημα που αφορά την τεχνολογία : Πόσο χρήσιμα θεωρούν οι άνθρωποι τα συστήματα υπολογιστών ; Πρακτικά, στην επαφή ανθρώπου-υπολογιστή, δεν μας απασχολεί κατά πόσο οι υπολογιστές σκέπτονται και ενεργούν σαν τους ανθρώπους, αλλά κατά πόσο αποτελούν χρήσιμα και αποτελεσματικά εργαλεία.

Σε αυτό το πεδίο, παρατηρούμε ένα κενό μεταξύ θεωρίας και πράξης. Από τη μια πλευρά υπάρχει ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και επιτυχές επίπεδο πρακτικής σε σχέση με τη δημιουργία χρήσιμων συστημάτων. Η πρακτική τεχνογνωσία έχει συμπτυχθεί από «βιρτουόζους σχεδιαστές» οι οποίοι σημειώνουν αυξανόμενες βελτιώσεις και σημαντικά άλματα, όπως τα γραφικά περιβάλλοντα που αναπτύχθηκαν από τον Alan Kay και τους συνεργάτες του στο Xerox PARC και έγιναν δημοφιλή μέσω του Apple Macintosh. Για την αναγνώριση και την αξιολόγηση τέτοιων ανακαλύψεων οι άνθρωποι δεν τις εξετάζουν σε θεωρητική βάση, αλλά με βάση την πορεία τους στην αγορά – ένα σχέδιο έιναι επιτυχές αν χρησιμοποιηθεί ευρέως και αντιγραφεί από άλλους κατασκευαστές.

Η θεωρητική συζήτηση περί χρησιμότητας κυριαρχείται από ένα υπόβαθρο βασισμένο σε ένα περιορισμένο είδος γνωστικισμού. Οι χρήστες και οι δραστηριότητές τους χαρακτηρίζονται από στάδια, πληροφορίες και νοητικές διεργασίες. Για παράδειγμα, σε ένα από τα βασικά κείμενα για το περιβάλλον χρήστη [20], ο Shneiderman παρέχει μια ανάλυση των τεσσάρων σταδίων μιας αλληλεπίδρασης:

  1. Καθορισμός πρόθεσης : εσωτερικός νοητικός χαρακτηρισμός ενός σκοπού.
  2. Επιλογή δράσης : επισκόπηση δυνατών δράσεων και επιλογή της καταλληλότερης.
  3. Εκτέλεσης δράσης : εφαρμογή της δράσης με τη χρήση υπολογιστή.
  4. Αξιολόγηση αποτελέσματος : έλεγχος αποτελεσμάτων της εκτέλεσης.

Το παραπάνω προσφέρεται σαν ένα μοντέλο του τι συμβαίνει όταν κάποιος πατήσει ένα πλήκτρο στον υπολογιστή. Αυτό έιναι εντελώς διαφορετικό από την προσέγγιση του Heidegger με την πρόσφατη γλαφυρή του έκφραση νοητικών διεργασιών όπως «αναγνώρισε», «επέλεξε», «διάλεξε» και «αξιολόγησε». Εργαζόμενοι με αυτόν τον προσανατολισμό, έχουμε αναπτύξει μια ποικιλία από φορμαλιστικά μοντέλα και πειραματικές μεθόδους.

Τυπικά, οι πειραματιστές εμφανίζουν αντικείμενα σε μια οθόνη υπολογιστή και τους ζητούν να εκτελέσουν βήματα με κατάλληλους περιορισμούς, όπως την πραγματοποίηση συγκεκριμένων αλλαγών σε ένα έγγραφο. Τα πειράματα μετρούν μεταβλητές όπως πόσο γρήγορα εκτελούνται διάφορα βήματα με διαφορετικά είδη δόμησης εντολών, συσκευών δεικτών και όλα αυτά.

Αντιδρώντας σε αυτήν την παράδοση, ορισμένοι ερευνητές έχουν υποστηρίξει περισσότερες φαινομενολογικές προσεγγίσεις στην «τεχνολογία χρησιμότητας». Για παράδειγμα ο Whiteside υποστηρίζει αυτό που αποκαλλεί «έρευνα πλαισίου» [22, 23]. Αυτός και η ομάδα του στη Digital Equipment Corporation παρέχουν συμβουλές πάνω σε σχεδίαση προϊόντων εντός της εταιρίας, ώστε να διαπιστώσουν τι θα τα κάνει χρήσιμα δοθείσας της γενικής δομής των σκοπών του προϊόντος και της κοινότητας των χρηστών. Π.χ. πέτυχαν την σημαντική αύξηση της, όπως την αντιλαμβανόμαστε, χρησιμότητας ενός κειμενογράφου που κατασκευάστηκε για χρήση από προγραμματιστές [23]. Εργάζονται πάνω σε μια περιοχή διαφορών που είναι καταφανέστατα φαινομενολογική, εξετάζοντας το υπόβαθρο πρακτικών και σημασιών, που οι χρήστες χρησιμοποιούν στην τεχνολογία που αντιμετωπίζουν.

Η έρευνα του ευρύτερου πλαισίου ενδιαφέρεται ακριβώς για τη μοναδικότητα κάθε κατάστασης….

Κάθε ανάλυση πραγματοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο….Ο Heidegger, πάνω στον οποίο καταφανώς βασίζεται η εργασία μας, χρησιμοποιεί περιφραστικές διακρίσεις. Γι’ αυτόν η σημαντικότερη μορφή εμπειρίας είναι η πρακτική, με δεδομένη την αυξανόμενη ανάμιξη σε έναν κόσμο ανθρώπινου ενδιαφέροντος. Η αμερόληπτη ανάλυση του κόσμου σε όρους αφηρημένων ιδιοτήτων, που είναι και η βασική μέθοδος της ανάπτυξης και του μηχανισμού, ΔΕΝ είναι βασική στο σχεδιασμό του Heidegger. Αντ’ αυτού, το σημείο έναρξης είναι η τρέχουσα εμπειρία, τη στιγμή που δημιουργείται, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, και έχει προτεραιότητα έναντι της επεξήγησης ή της ανάλυσης ιδιοτήτων. ([22],371)

Για όποιον ερευνά το ευρύτερο πλάισιο, η χρησιμότητα έχει τη βάση της στη φαινομενολογία της εμπειρίας του χρήστη πάνω σε αυτή. Η εστίαση γίνεται στην έρευνα πάνω σε ανθρώπους όχι μέσα σε εργαστήρια αλλά στον πραγματικό κόσμο και στη μελέτη τους όχι καταμετρώντας τις αντιδράσεις τους αλλά συζητώντας μαζί τους για το τι κάνουν.

Ο σκοπός των μεθόδων έρευνας των πλαισίων είναι η αποκάλυψη της εμπειρίας του χρήστη πάνω στη χρησιμότητα : δηλαδή, η αναγνώριση των διαστάσεων της χρήσης που είναι σημαντικές για το χρήστη. Μόνο οι χρήστες γνωρίζουν την εμπειρίας τους πάνω στο προϊόν, πως χρησιμοποιούν εργαλεία για την εργασία τους, και τις απαιτήσεις για την εργασία τους όπως αυτοί τις αντιλαμβάνονται. Επειδή η εμπειρία είναι εσωτερική και δεν μπορεί να παρατηρηθεί, ο ερευνητής δεν μπορεί να γνωρίσει την εμπειρία του χρήστη μόνο μέσω της παρατήρησης. Μέσα από μια διερευνητική συνέντευξη, οι ερευνητές των πλαισίων διερμηνεύουν την συμπεριφορά του χρήστη. Ωστόσο, δεν μπορεί να γνωρίζει αν τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν είναι σωστά, παρά μόνο αν τα αποκαλύψει στο χρήστη…. Μέσω της αμοιβαίας ερμηνείας ο ερευνητής και ο χρήστης κατανοούν την εμπερία του προϊόντος.

…Οι χρήστες γίνονται συν-ερευνητές ([23],25)

Ο σχεδιαστής και ο χρήστης εισέρχονται σε ένα ερμηνευτικό διάλογο, μέσω του οποίου συγχωνεύουν διαφορετικούς ορίζοντες και δημιουργούν νέες προσεγγίσεις στην κατανόηση. Η συζήτηση του Whiteside διέπεται από τη χρήση όρων του Heidegger όπως «απόκρυψη» και εστιάζει σε αυτό που καλείται «ενδιαφέρον». Επικαλείται επίσης την ανάλυσή του για τον τρόπο που τα αντικείμενα και οι ιδιότητές τους υπάρχουν μέσω της γλώσσας. Σε ένα κεφάλαιο για το Εγχειρίδιο της Αλληλεπίδρασης Ανθρώπου-Υπολογιστή (Handbook of Human-Computer Interaction [23]), ο Whiteside και οι συνεργάτες του παραθέτουν μια σειρά ρητορικών ερωτημάτων που αφορούν τη δημιουργία χρήσιμων συστημάτων.

Θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε καλύτερη κατανόηση της χρησιμότητας αν συγκεντρώναμε τα στοιχεία μας μέσα στο πλαίσιο της πραγματικής εργασίας του χρήστη;… Η δράση του ανθρώπου όπως έχει παρατηρηθεί αντλεί τη σημασία της μέσα από το πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα…μεγάλο μέρος της έρευνας τωνπλαισίων γίνεται μέσα στο εργαστήριο. Πώς η αλλαγή του πλαισίου επηρρεάζει την έννοια και τη σημασία της παρατητούμενης συμπεριφοράς;…Στο εργαστήριο, τα αντικείμενα ακολουθούν βήματα που έχουν προκαθοριστεί από τον πειραματιστή. Στο χώρο εργασίας, τα άτομα ακολουθούν βήματα που έιναι σημαντικά για την καριέρα και τη ζωή τους. Τι αποκαλύπτεται και τι αποκρύβεται σε αυτά τα περιβάλλοντα; (19)

Ένα παράδειγμα δίνεται μέσα από ένα πρόγραμμα όπου μια αντίληψη “ελέγχου” κατέληξε να γίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα της χρησιμότητας, αφού προήλθε από συζητήσεις με χρήστες του συστήματος που ανέπτυσσαν.

Μόλις αυτή η δομή [«έλεγχος»] αναγνωρίστηκε, ο ερευνητής ήταν σε θέση να την παρουσιάσει στους υπόλοιπους χρήστες, για να λάβει την απάντησή τους. Όταν αυτοί οι χρήστες άρχισαν να κατανοούν αυτή τη διατύπωση, να τη χρησιμοποιούν αυθόρμητα και να εξηγούν την εμπειρία τους με αυτή την έννοια, καταλάβαμε ότι ο «έλεγχος» ήταν βασική έννοια στη χρησιμότητα…. Η εμφάνιση εννοιών χρησιμότητας έχει άμεσες επιπτώσεις στο σχεδιασμό. Όταν θα είναι διαθέσιμες τέτοιες εκφραστικές έννοιες, πιθανόν να τους δωθούν λειτουργικά καθορισμένα κριτήρια ώστε να αποτελέσουν τμήμα των διαδικασιών προσδιορισμού χρησιμότητας και αξιολόγησης. Σημαντικότερες έννοιες χρησιμότητας έχουν αρχίσει να σχηματίζουν ένα νέο τρόπο σκέψης και μια γλώσσα περιγραφής της χρησιμότητας. (28)

Αναπτύσσοντας μετρήσιμες προδιαγραφές χρησιμότητας, συζητώντας μια κοινή θεώρηση της χρησιμότητας και γνωστοποιώντας τα αποτελέσματα σε όσους συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, έχουμε μια βάση για συνθέσουμε την επιχειρηματική τεχνολογία. Οι προδιαγραφές χρησιμότητας…συνιστούν ένα μεταβαλλόμενο βασικό στόχο, και μια κοινή θεώρηση των όσων προσπαθεί να επιτύχει η ομάδα. (5)

Σε αυτό το κεφάλαιο, σημειώνουμε ότι η κατανόηση του ότι οι έννοιες μάλλον εμφανίζονται κατά την αλληλεπίδραση παρά προυπάρχουν στο μηχάνημα ή στο μυαλό του χρήστη, συνδυάζεται με την αναζήτηση «βασικών στόχων» και «λειτουργικά καθορισμένων κριτηρίων», κατά μεγάλο μέρος εντός της τεχνολογικής παράδοσης. Αυτή η εργασία συνδυάζει την ερμηνευτική προσέγγιση με μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση ποσοτικής ανάλυσης, προσπαθώντας όπως και με τις προσεγγίσεις τεχνητής νοημοσύνης που περιγράφηκαν πριν να εφραμόσουμε μια Heidegger ανάλυση μέσα στο σύνολο του αποδεκτού πλαισίου.

Παραθέτοντας πιο απτά παραδείγματα της επιρροής του Heidegger στο σχεδιασμό υπολογιστικών συστημάτων, παρατηρούμε τα εξής, όσον αφορά τη χρησιμότητα τέτοιων συστημάτων : Ένα σύστημα υπολογιστών είναι χρήσιμο και επιτυχημένο όχι όταν είναι απλώς ενσωματώνει σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά όταν εκπληρώνει με επιτυχία τον σκοπό σχεδιασμού του. Η τεχνολογία αυτή καθεαυτή δεν εγγυάται την ορθότητα και τη σωστή λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος. Εξάλλου ένα από τα κύρια ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι η ικανοποίηση του χρήστη. Οι στόχοι των χρηστών - σε απλούστερα λόγια το περιβάλλον λειτουργίας του υπολογιστικού συστήματος – έχει σαφώς μεγαλύτερη σημασία από τις τεχνλογικές φιλοδοξίες του σχεδιαστή. Η λογική αυτή, όπως είναι φυσικό, επηρεάζει όλη τη διαδικασία ανάπτυξης ενός συστήματος υπολογιστών.

 

Μεθοδολογίες Ανάπτυξης Συστημάτων

Η έμφαση σε μια ερμηνευτική επικοινωνία μεταξύ του σχεδιαστή και του χρήστη αποτελεί ένα βασικό επίκεντρο μιας εργασίας πάνω σε μεθοδολογίες ανάπτυξης συστημάτων, που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στη Σκανδιναβία. [10,3].

Η συμβατική πρακτική για την ανάπτυξη συστημάτων υπολογιστών αποκαλείται «μοντέλο καταρράκτη». Αποτελείται από μια καταρρακτώδη ακολουθία βημάτων όπου οι σχεδιαστές ρωτούν πρώτα τους αγοραστές του συστήματος τι θέλουν (ένα «έγγραφο απαιτήσεων»), μετά δημιουργούν ένα επίσημο καθορισμό της λειτουργίας του συστήματος και στη συνέχεια μεταφέρουν την προδιαγραφή αυτή σε κάποιον που θα φτιάξει το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα αφού ολοκληρωθεί, δοκιμάζεται μέχρι κάποιο βαθμό ενάντια στις προδιαγραφές, μετά αποστέλλεται πίσω, εγκαθίσταται και παραδίδεται προς χρήση. Αυτή η μεθοδολογία επικεντρώνεται στην παροχή μιας ορθής επίσημης περιγραφής των λειτουργιών του προγράμματος, συχνά με έναν τρόπο που απαιτείται από διάφορα πρωτόκολα συμβολαίων και συμφωνιών λογισμικού, ιδιαίτερα αν οι αγοραστές είναι στρατιωτικές υπηρεσίες.

Απέναντι σε αυτό το υπόβαθρο, οι υποστηρικτές μιας εναλλακτικής προσέγγισης, την οποία αποκαλούν «συμμετοχικό σχεδιασμό», θεωρούν ότι ο σχεδιασμός είναι μια ερμηνευτική δραστηριότητα, στην οποία η φύση του ολοκληρωμένου συστήματος προκύπτει από μια διαδικασία ανάπτυξης κοινών ερμηνειών μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών, συμπεριλαμβανόμενων των σχεδιαστών, των διευθυντών και των εργατών που θα έλθουν σε άμεση επαφή με τις προκύπτοντες συσκευές. Στην ανάλυσή τους κάνουν ξεχωριστή αναφορά στη φιλοσοφία του Heidegger. Για παράδειγμα ένα πρόσφατο συνέδριο είχε τίτλο “Software Development and Reality Construction : An Invited Working Conference Focusing on Epistemological Foundations for Development and Use of Computer Based Systems” [5]. Στο συνέδριο αυτό, μεταξύ άλλων διαλέξεων, υπήρχε μία με τίτλο «Ομάδα εργασίας Heidegger” (“Heidegger working group”) η οποία συμπεριελάμβανε μια παρουσίαση από τον Goguen με τίτλο «Ο Heidegger και η Τυπική Σημασιολογία” (“Heidegger and Formal Semantics”)[12].

Η αποτυχία του μοντέλου του καταρράκτη έστω και αναγνωρίση την πιθανότητα λάθους είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός αλαζονικού τελολογικού τρόπου σκέψης, που έχει εκτραχυνθεί© ακόμα και μια πρωτόγονη μορφή ελέγχου ανάδρασης θα αποτελούσε βελτίωση…. Ωστόσο, έχουμε τη δυνατότητα, και πρέπει, να κινηθουύμε πέρα από την απλή διαπίστωση ότι το λάθος είναι αναπόφευκτο – μπορούμε να μάθουμε να θεωρούμε τα λάθη μας σαν ένα μοναπάτι που μας οδηγεί σε βαθύτερη κατανόηση και σε καλύτερες σχέσεις.

Ο Goguen σημειώνει από την “Εισαγωγή στη Μεταφυσική”[18] του Heidegger :

Το πεδίο, που ξεκινά από τη διαπλοκή της ύπαρξης, την αποκάλυψη και την εμφάνιση – αυτό το πεδίο εκλαμβάνω ως ΛΑΘΟΣ. Η εμφάνιση, η απάτη, η ψευδαίσθηση, το λάθος βρίσκονται σε συγκεκριμένες απαραίτητες και δυναμικές σχέσεις που έχουν από καιρό διερμηνευτεί λανθασμένα από την ψυχολογία και στην επιστημολογία, και τις οποίες συνεπώς, στην καθημερινή μας ζωή, σχεδόν έχουμε παύσει να βιώνουμε και τις αναγνωρίζουμε ως δυνάμεις. (109)

Ο συμμετοχικός σχεδιασμός ήταν το επίκεντρο διαφόρων σημαντικών εργασίων στη Δανία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία, συμπεριλαμβανόμενης και μιας καλούμενης UTOPIA που πραγματοποιήθηκε στο Σουηδικό Κέντρο Εργάσιμης Ζωής σε συνεργασία με τα συνδικάτα που αντιπροσωπεύουν τους εργαζόμενους στη στοιχειοθέτηση και τους γραφίστες της Σουηδικής εκδοτικής βιομηχανίας εφημερίδων. Συμμετείχε ένας αριθμός ερευνητών και θα αναφερθώ κυρίως στην περιγραφή και τη συνοδευτική θεωρητική απόδειξη από τον Ehn [10].

Οι ερευνητές συνεργάστηκαν με τις εργατικές ενώσεις πάνω στην ανάπτυξη νέων εργαλείων παραγωγής ποιοτικών γραφικών, στηριζόμενοι καταφανώς σε μια θεωρία βασισμένη σε ορισμένες πλευρές της φιλοσοφίας του Heidegger, όπως και του Wittgenstein, του Marx και άλλων. Επικέντρωσαν την προσπάθειά τους στην αντιμετώπιση ζητημάτων του υποβάθρου και στην ετοιμότητα στην σχεδίαση, όπως είχε επισημανθεί από τον Heidegger.

Στο ακόλουθο ερώτημα που αφορά το σχεδιασμό και τη χρήση υπολογιστικών κατασκευών προτείνω ως ένα εναλλακτικό σημείο εκκίνησης μια οντολογική και επιστημολογική θέση που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη πρακτική ώστε να αντικατασταθεί η θεώρηση που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως ένα διπλό είδωλο στον καθρέφτη…. Η πρακτική έχει οντότητα. Είναι η ανθρώπινη μορφή ζωής. Το να υπάρχεις στον κόσμο έιναι βασικότερο από τις σχέσεις υποκειμένου-αντικειμένου. ([10],60)

… κύριο μέλημα στη σχεδίαση υπολογιστικών κατασκευών πρέπει να είναι ο σχεδιασμός για μελλοντικές καταστάσεις «απαλλαγής από ανεμπόδιστη» χρήση. Τότε θα πρέπει να στοχεύουμε στη σχεδίαση υπολογιστικών κατασκευών που θα είναι έτοιμα για τους χρήστες σε κανονικές συνθήκες χρήσης. (66)

Ο Ehn παρουσιάζει δυο βασικά προς επίλυση διλήμματα : το «κενό μεταξύ σχεδιαστή και χρήστη» και την πάλη μεταξύ αυτών που αποκαλλεί «παράδοση και υπέρβαση».

Κατ’ αρχάς, εξετάζοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ σχεδιαστή και χρήστη, διαπιστώνεται ότι αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που διέπει την πλαισιακή έρευνα, που περιγράφηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Ο συμμετοχικός σχεδιασμός απαιτεί απόλυτη διαφάνεια, όπου η σχεδαστική διαδικασία δεν ξεκινά καν με τον καθορισμό των λειτουργιών που θα εκτελούνται από τους υπολογιστές, αλλά από τη συνολική λειτουργική κατάσταση, ρωτώντας τι έχει νόημα να υπολογιστεί. Για την καλή σχεδίαση είναι απαράιτητο να εργαστούμε πάνω στη διασύνδεση μεταξύ εργαλείων και εργασίας σαν ένα ζεύγος πρακτικής και τεχνογνωσίας. Όπως επισήμαναν οι ερευνητές του UTOPIA, το υπόβαθρο μέσα στο οποίο ένας ειδήμων υπολογιστών μεταφράζει την εργασία παραγωγής μιας εφημερίδας, είναι διαφορετικός από αυτόν ενός γραφίστα, που έχει αναπτύξει έναν ορίζοντα μέσα από χρόνια παρατήρησης και πρακτικής.

Πώς θα μπορούσε [ο σχεδιαστής] να σχεδιάσει υπολογιστικές κατασκευές έτοιμες προς χρήση, όταν δεν καταλαβαίνει τη λειτουργία του επαγγέλματος. Εδώ μπορεί να προκαλέσει τις πλέον ανεπιθύμητες αναλύσεις. (79)

…Κυρίως, φαίνεται ότι υπάρχουν δυο τρόποι αντιμετώπισης του διλήμματος…αποκτώντας ικανότητα ή ειδικότητα πάνω στο πεδίο που σχεδιάζουμε, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε πως να σχεδιάσουμε υπολογιστικές κατασκευές, όπως εργαλεία που αυξάνουν τις δυνατότητες των έμπειρων χρηστών, χωρίς αυτές να πρέπει να γίνουν προφανείς, επίσημες και τυπικές. Ο σχεδιαστής αναμιγνύεται στην προκύπτουσα δραστηριότητα, τόσο ως προς στη σχεδίαση όσο και ως προς τη χρήση.

Ο συμπληρωματικός τρόπος αποφυγής των αναλύσεων από επίσημους προκαθορισμούς είναι να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες για τους ικανούς χρήστες, ώστε να αξιοποιηθούν οι επαγγελματικές τους ικανότητες στη διαδικασία σχεδίασης. Η δεξιότητα και η ικανότητα που αναζητούμε για τη σχεδίαση μπορεί να είναι άριστη γνώση μεθόδων που επιτρέπουν στο χρήστηνα συμμετέχει στο σχεδιασμό σαν να επρόκειτο για δική του δραστηριότητα. ([10],75)

Το δεύτερο δίλημμα που περιγράφει ο Ehn είναι μεταξύ παράδοσης και υπέρβασης :

… θα πρέπει να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και την ακόλουθη αντίφαση :

Από τη μια πλευρά, να σχεδιάζουμε έτσι ώστε να μην καταστρέφεται ή να καθίσταται ξεπερασμένη η γνώση και η ετοιμότητα, που έχουν αποκτήσει οι χρήστες από τα ήδη υπάρχοντα συστήματα. Τα νέα κατασκυάσματα θα πρέπει να ενσωματώνονται στην ήδη υπάρχουσα πρακτική.

Από την άλλη, για να αναλύσουμε την γνώση της υπάρχουσας πραγματικότητας και να την εκσυγχρονίσουμε, πρέπει να καταστήσουμε δυνατή την απεικόνισή της, και ως εκ τούτου να δημιουργήσουμε διόδους για μια νέα γνώση και εναλλακτικούς σχεδιασμούς. ([10],77)

Η ανάλυσή του ισοδυναμεί με την εφαρμογή μεθόδων όπου οι σχεδιαστικές παρεμβάσεις αναπτύσονται εκτός της εμπειρίας. Υποστηρίζει ότι οι σχεδιαστές βιώνουν την πρακτική του χρήστη για μεγάλο διάστημα και χρησιμοποιούν αυτό που αποκαλεί μεθόδους «σχεδίασης μέσω πρακτικής», όπως την κατασκευή μερικών πρωτοτύπων, την εκτέλεση δοκιμών πεδίων με πειραματικά συστήματα και την ανάπτυξη μακετών από τους χρήστες. Σε αντίθεση με το να προσπαθούμε να καθορίσουμε αρχικά τι θα γίνει, όπως στο μοντέλο του καταρράκτη, ο σκοπός είναι να δώσουμε στα άτομα την ευκαιρία να περάσουν μέσα από μια διαδικασία δοκιμών και λαθών, όπου ότι προκύπτει θα εκλαμβάνεται ως προδιαγραφή. Η εστίαση γίνεται σε μεθοδολογίες συμμετοχικής σχεδίασης που δεν επικεντρώνονται στη θεωρία, αλλά στη χρησιμοποίηση «σχεδιαστικών κατασκευών» όπως τα πρωτότυπα και οι μακέτες.

Οι σχεδιαστικές κατασκευές, γλωσσικές ή όχι, μπορούν με προσέγγιση παρόμοια με αυτή του Wittgenstein, να χρησιμοποιηθούν στη δημιουργία αναλύσεων, αλλά θα πρέπει να έχουν νόημα στην κανονική γλώσσα-παιχνίδια του χρήστη. Αν οι σχεδιααστικές κατασκευές είναι χρήσιμες, αυτό το οφείλουν στη βοήθεια που παρέχουν στους χρήστες και τους σχεδιαστές να δουν νέες απόψεις μια ήδη πολύ γνωστής πρακτικής, και όχι επειδή μεταφέρουν μια θεωρητική ερμηνεία….(113)

Εργασίες όπως το UTOPIA, έχουν αναπτύξει μια μεθοδολογία για την κοινωνική διαδικασία σχεδιασμού, όπου οι σχεδιαστές γίνονται εργαζόμενοι και οι εργαζόμενοι σχεδιαστές, σαν ένα τμήμα μιας μακράς διαδικασίας εκτός της οποίας αναπτύσσονται τα σχέδια. Το επίκεντρο δεν βρίσκεται στη θεωρητική ανάλυση της σχεδιαστικής διαδικάσιας, αλλά σε πρακτικά πολιτικά και κοινωνικά θέματα που οδηγούν στο σχηματισμό κατάλληλων ομάδων, σε ανάπτυξη εμπιστοσύνης, στη συνεργασία, στη δημιουργία κατάλληλων κατασκευών και στην ανακοίνωση των συμπερασμάτων.

Ο αναπροσδιορισμός του τι είναι χρήσιμο και τι όχι, καθώς και ο επανακαθορισμός των στόχων που θα πρέπει να επιτυγχάνει ένα υπολογιστικό σύστημα, αναπόφευκτα επηρεάζουν τις διαδικασίες και τις μεθόδους σχεδιασμού του. Η κυριαρχία του «μοντέλου του καταρράκτη» (δηλ. μιας προκαθορισμένης ακολουθίας βημάτων που συνοπτικά είναι : ο καθορισμός των απαιτήσεων από τους χρήστες – πελάτες, η ανάλυση των λειτουργιών του, και τελικά η υλοποίηση και ο έλεγχος ανταπόκρισής του στις θεσπισμένες προδιαγραφές) υποχωρεί. Ο χρήστης μπορεί να κατανοεί τις ανάγκες του και ο σχεδιαστής τις δυνατότητές του, ωστόσο αυτό δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη ενός επιτυχημένου σχεδιασμού, αφού θα απαιτηθεί οπωσδήποτε μια κοινή δίοδος επικοινωνίας. Τα κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζουμε σε μια σχεδίαση είναι α) η ενημέρωση του σχεδιαστή πάνω στο αντικείμενο β) η ισορροπία μεταξύ παραδοσιακών και σύγχρονων μεθόδων. Δίνοντας μια σύγχρονη απάντηση σε αυτά καταλλήγουμε στην ενεργό συμμετοχή του χρήστη στο σχεδιασμό. Η σχεδίαση έτσι δεν ακολουθεί διακριτά βήματα, αλλά μεταβάλλεται σε μια διαδικασία αλληλεπιδράσεων, όπου ο χρήστης μπορεί να επιλέξει ποιες από τις δυνατότητες που του προσφέρει η τεχνολογία είναι κατάλληλες γι’αυτόν, αλλά και ο σχεδιαστής να κατανοήσει καλύτερα την φύση των αναγκών του χρήστη.

 

Οντολογικός Σχεδιασμός

Το τελευταίο παράδειγμα βασίζεται ακόμα περισσότερο στον Heidegger, θεωρώντας το σχεδιασμό της τεχνολογιάς σαν μια γεννεσιουργό πράξη που αγγίζει τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναπτύχθηκε σε μια σειρά εκπαιδευτικών και υπολογιστικών σχεδίων του Flores και των συνεργατών της [11, 12, 13, 14, 24].

Όπως ο Whiteside και ο Ehn, έτσι και ο Flores ξεκινά με το ζήτημα του σχεδιασμού. Απορρίπτει όμως τον ισχυρισμό τους ότι το βασικό επίκεντρο θα έπρεπε να βρίσκεται στην κοινωνική μεθοδολογία-στη δεδομένη συμμετοχή των χρηστών στη σχεδιαστική διαδικασία :

Προκαλούμε τη γνώση που έχουμε αποκτήσει και τις κατεστημένες αντιληψεις σε σχέση με το σχεδιασμό και την επικοινωνία. Θα αναφερθούμε σε δυο συγκεκριμένες λανθασμένες αντιλήψεις.

Η πρώτη είναι η κοινή πεποίθηση ότι ο σχεδιασμός θα πρέπει να είναι προσανατολισμένος στις επιθυμίες του χρήστη. Προκαταλήψεις που παράγονται από αυτήν την πεποίθηση είναι (α) ότι ο καλύτερος τρόπος να ανακαλύψουμε τι θέλει ο χρήστης είναι κάνοντας ερωτήσεις μέσω συνεντεύξεων και παρατηρώντας και μελετώντας το χρήστη, και (β) ότι τα σχεδιαστικά κριτήρια θα αναπτυχθούν ταχύτατα μετά από μια διαδικασία δοκιμών και λαθών. Πιστεύουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Η δομή των αλληλεπιδράσεων δεν επιλέγεται ή εγκρίνεται από τους χρήστες, αλλά μάλλον πρέπει να αντανακλά τη δομή των πράξεων που πραγματοποιούνται. Οι πράξεις δεν είναι ανεξάρτητες της γλώσσας και το αντίθετο. Ο σχεδιαστής συστημάτων πρέπει να κατανοήσει αυτή τη δομή πριν αρχίσει να ερευνά και να σχεδιάζει© οι ερωτήσεις είναι σημαντικές, αλλά μόνο αν ο ερευνητής γνωρίζει τι να ρωτήσει. ([14],96)

Ο Flores απορρίπτει το σύνολο της σχεδιαστικής παράδοσης που ξεκινά με το ερώτημα του εξοπλισμού ως μέσο μεταφοράς των λειτουργιών, όπως αυτές εκλαμβάνονται από τους χρήστες. Αντίθετα ξεκινά με το ερώτημα του τι είναι άνθρωπος και, όπως και ο Heidegger, το ακολουθεί ως μέσο αποσαφήνισης, όπου μπορούν να ανακύψει κατανόηση και νέοι σχεδιασμοί. το κύριο μέλημά του είναι η αποκάλυψη της βασικής οντολογίας που βρίσκεται πίσω από τη χρήση υπολογιστών, και ειδικότερα στη χρήση υπολογιστών στην εργασία

Ο βασικός στόχος είναι η εύρεση ενός κατάλληλου τρόπου ανάλυσης και σχεδιασμού διαδικασιών επικοινωνίας σε ένα γραφείο. Η σχεδίαση συγκεκριμένου εξοπλισμού είναι ένα βήμα που προκύπτει μέσα από αυτό το βασικό σχεδιαστικό στόχο. ([11],66)

Προσεγγίζοντας το σχεδιασμό συστημάτων υπολογιστών για συνθήκες εργασιακής χρήσης, ο Flores προσβλέπει στην οντολογική βάση της εργασίας μαζί με τους ανθρώπους :

Στην έρευνά μας το κρίσιμο ερώτημα φαίνεται να είναι «Τι είναι εργασία;» Μια προφανής απάντηση σε αυτό το σημείο φαίνεται να είναι «επικοινωνία», αλλά η απάντηση τότε δημιουργεί μια νέα ερώτηση, «Τι είναι επικοινωνία;» ([11],66)

Ο Flores υποστηρίζει την ανάγκη απομάκρυνσης από την ορθολογιστική παράδοση που κυριαρχεί στη συζήτηση για τους υπολογιστές, για τη γλώσσα και γενικά για την πράξη και για την ανάπτυξη νέων βάσεων. Σε αυτήν του την προσπάθεια ξεκινά από την ανάλυση του Heidegger, και μετά κινείται σε μια νέα κατεύθυνση.

Η αντιμετώπιση του εξοπλισμού και των πραγμάτων καλείται από τον Heidegger “ενδιαφέρον”. Η ενασχόληση με ανθρώπους αποκαλείται “αναζήτηση”. Το σύνολο του οικοδομήματος αντιμετώπισης του κόσμου καλείται “φροντίδα”. Ο Heidegger περιγράφει τη δομή του ενδιαφέροντος που εκδηλώνεται μέσα στην αναφορική οργάνωση, που με τη σειρά της αποκαλύπτεται από τις προθέσεις της γλώσσας. Ωστόσο, απουσιάζει ένα ικανό πλαίσιο περιγραφής της αναζήτησης με την ίδια ακρίβεια© για να επιτευχθεί αυτό να έχουμε μια ερμηνεία και ένα πλαίσιο αναφοράς στις κοινωνικές σχέσεις, όπως αυτό που παρέχεται μέσω της θεωρίας των λεκτικών πράξεων που αναπτύχθηκε από τους Austin και Searle. Ένας από τους στόχους μας σε αυτήν και σε άλλες εργασίες, είναι να αναζητήσουμε την περαιτέρω έρευνα της δομής της κονωνικής συννεκτικότητας, ώστε να ανακαλύψουμε τα ελάχιστα εργαλεία επικοινωνίας που θα πρέπει να έχει ο καθένας, κάθε στιγμής αλληλεπίδρασης. Έχουμε δημιουργήσει τη σύνθεσή μας αυτών των δυο διαφορετικών και προφανώς αλληλοσυγκρουόμενων φιλοσοφικών παραδόσεων, έχοντας κατά νου αυτό το σχεδιαστικό στόχο. ([14],102)

Αντί να εκλαμβάνει το Dasein ως το είδος της Ύπαρξης που ασχολείται με το ερώτημα της Ύπαρξης, ο Flores απευθύνεται στην ανθρώπινη Ύπαρξη, σαν το είδος της Ύπαρξης που βιώνει σε έναν κόσμο, που δημιουργεί μέσω δεσμεύσεων οι οποίες εκφράζονται μέσω γλωσσικών πράξεων.

Τα άτομα σε ένα γραφείο συμμετέχουν στη δημιουργία και τη συντήρηση μιας επικοινωνιακής διαδικασίας. Στον πυρήνα αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η υλοποίηση γλωσσικών πράξεων που παρουσιάζουν διάφορα είδη δεσμεύσεων. ([14],105)

Μπορούμε να πούμε απλά ότι οι διεθυντές δημιουργούν δεσμεύσεις στον κόσμο τους, φροντίζουν γι’ αυτές και προκαλούν νέες μέσα στον οργανισμό. Ωστόσο, στη δήλωσή μας, κόσμος είναι και ότι παρουσιάζεται μέσω της γλώσσας, ως δέσμευση που προκαλείται από μια πρόταση. ([14],F109)

Στο πλαίσιο της θεωρίας μας, οι οργανισμοί είναι θεσμικές ρυθμίσεις που προσανατολίζουν τη δομή των δεσμεύσεων. ([14],F96)

Αυτή η θέση αποτελεί τη βάση σχεδίασης ενός υπολογιστικού εργαλείου επικοινώνίας που ονομάζεται Ο Συντονιστής, το οποίο χρησιμοποιείται από περισσότερους των 100.000 χρηστών. Ο Συντονιστής είναι ένα σύστημα που καθορίζει τη δράση μέσα στο χρόνο, βασισμένο σε μια θεωρία γλωσσικών δεσμεύσεων, μέσα στο πλαίσιο ενός δικτύου υπολογιστών, που αντανακλά τη βασική οντολογία της γλώσσας και της συζήτησης.

…ενώ ο Συντονιστής αντιπροσωπεύει ένα νέο σχεδιασμό και μια νέα θεωρία πράξεων και διαχείρισης ως μια βάση σχεδιασμού, οι διαφορές των γλωσσικών πράξεων και η ολοκλήρωση της δράσης, δεν είναι διαφορές μεταξύ νέων οντοτήτων ή νέων προτάσεων δράσης. Αυτό που κάνουμε στη θεωρία μας είναι να ανακατασκευάζουμε υφιστάμενες διακρίσεις της ανθρώπινης κοινωνικής δράσης. Υπάρχουν διαφορές στη δημιουργία κάθε κοινωνικά προσανατολισμένων δράσεων : το να φέρνεις – σε μια αίτηση – μια μελλοντική πράξη και τις προϋποθέσεις πραγματοποίησής της σε ένα δημόσια διαμοιραζόμενο κόσμο© και το να παράγεις – σε μια υπόσχεση – μια δέσμευση υλοποίησης της πράξης. Αυτές οι διαφορές είναι απλές, καθολικές και δημιουργούν τα πολύπλοκα οργανωτικά και διαχειριστικά φαινόμενα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίζουμε. ([13],163)

Επιπρόσθετα στον αρχικό σχεδιασμό με μια ανάλυση της οντολογίας, ο Flores σημειώνει ότι οι σχεδιαστικές παρεμβάσεις δημιουργούν νέους τρόπους Ύπαρξης.

Ο σημαντικότερος σχεδιασμός είναι οντολογικός. Συνιστά μια παρέμβαση στο υπόβαθρο της κληρονομιάς μας, παραγόμενο από ήδη υπάρχοντες τρόπους ύπαρξης στον κόσμο, και επηρρεάζει βαθύτατα το έιδος της ύπαρξής μας. Στη δημιουργία νεών κατασκευών, εξοπλισμού, κτιρίων και οργανωτικών δομών, επιχειρεί να καθορίσει εκ των προτέρων πως και που θα εμφανιστούν αναλύσεις στην καθημερινη μας πρακτική και στα εργαλεία που χρησιμοποιούμε, ανοίγοντας νέους ορίζοντες εργασίας και δράσης. Ο οντολογικά προσανατολισμένος σχεδιασμός είναι επομένως αναγκαστικά τόσο ανακλαστικός όσο και πολιτικός, κοιτώντας στο παρελθόν της παράδοσης που έχει σχημαστιστεί, αλλά και στο μέλλον στους μέχρι τώρα αδιαμόρφωτους μετασχηματισμούς της ζωής μας, ταυτόχρονα. Μέσω της εμφάνισης νέων εργαλείων, οδηγούμαστε σε μια μεταβαλλόμενη αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και δράσης, που με τη σειρά της προκαλεί νέα τεχνολογική ανάπτυξη. Η διαδικασία σχεδιασμού είναι τμήμα αυτού του «χορού», μέσα στον οποίο δημιουργείται η δομή πιθανοτήτων μας. ([24],163)

Ο Flores υποστηρίζει ότι η θεωρία είναι η απαρχή της διαδικασίας σχεδιασμού. Αναγνωρίζει ότι ο ρόλος της θεωρίας στην αποσαφήνιση, είναι πιο ισχυρός από την ανεξέλεγκτη συγχώνευση οριζόντων, που προέρχεται από μια επικέντρωση σε μεθόδους συμμετοχής και συζήτησης. Ο οντολογικός σχεδιαστής χρειάζεται να ξεκινά προσανατολιζόμενος στα είδη ερωτημάτων που θα αποκαλύψουν την οντότητα της εργασίας, παρά να θέτει τεχνικά ζητήματα που αφορούν τις δυνατότητες του εξοπλισμού. Πάνω σε αυτό έχει μια απάντηση στο δίλημμα του Ehn για την παράδοση και την υπέρβαση.

Η πρακτική συνέπεια των ερευνών μας πάνω στο σχεδιασμό των οργανώσεων είναι ότι είναι εφικτή μια θεωρία που δίνει προτεραιότητα στην εμπειρική μελέτη των οργανώσεων. ([11],97)

Ο βασικός μας θεωρητικός ισχυρισμός είναι ότι οι άνθρωποι έιναι κατά βάση γλωσσικά όντα : η δράση λαμβάνει χώρα στη γλώσσα, σε ένα κόσμο που βασίζεται πάνω στη γλώσσα. Αυτό που διαφοροποιεί τους ανθρώπους είναι το γεγονός ότι παράγουν ταυτόχρονα, μέσα στη γλώσσα, κοινές διακρίσεις ανάληψης δράσης.

Επικεντρώνοντας την προσπάθειά μας σε αυτή την οντολογία, δεν σχεδιάζουμε κάτι νέο για τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι ήδη παράγουν ταυτόχρονα έναν κόσμο μέσω της γλώσσας και ήδη κατευθύνουν τις πράξεις τους σε αυτόν τον κόσμο. Μια βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης δράσης είναι η ικανότητα να επηρεασμού και πρόβλεψης της συμπεριφοράς των άλλων μέσω της γλώσσας. Ο σχεδιασμός μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα των ανθρώπων να δρουν, παράγοντας μια αναδόμηση πρακτικών σε συνεργασία με την απαραίτητη, απεριόριστη φύση της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και συνεργασίας. ([13],156)

Ο ρόλος του σχεδιαστή συμπεριλαμβάνει το να κάνει τη θεωρία προσιτή σε όσους θα επηρεαστούν, όχι σαν έναν τρόπο σχηματισμού των υπολογιστικών κατασκευών, αλλά σαν εργαλείο ανασχεδιασμού της εργασίας και της ζωή τους.

Δεν υποστηρίζουμε ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν τι κάνουν; απλώς εργάζονται και μιλούν, περισσότερο ή λιγότερο, ανεξάρτητα από την ευρύτητα των απαραίτητων διαστάσεων των δεσμεύσεων. Αυτό οφείλεται στο παράξενο γεγονός ότι μια σύστασή μας για οργανωτική σχεδίαση παίρνει την ακόλουθη μορφή :

Η διαδικισία της επικοινωνίας θα πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να προκαλεί πλήρη επίγνωση των δεσμευτικών γεγονότων. Η γνώση κάθε μέλους σε σχέση με τη συμμετοχή του στο δίκτυο υποχρεώσεων θα πρέπει να ενδυναμωθεί και να αναπτυχθεί. ([14],106)

Αντίθετα με τους άλλους ερευνητές που αναφέρθηκαν παραπάνω, ο Flores δεν είναι ειδικευμένος στους υπολογιστές, και προσεγγίζει τον Heidegger από μια διαφορετική κατεύθυνση. Στην εργασία του δεν ρωτά «Τι μπορούν να κάνουν οι υπολογιστές;» ή «πώς μπορούν να το κάνουν;» αλλά «Τι κάνουν οι άνθρωποι;», «Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τους υπολογιστές όχι μόνο σαν εργαλεία αλλά ως φορείς νέων τρόπων ύπαρξης;»

Στον οντολογικό σχεδιασμό, κάνουμε πολλά περισσότερα από το να ρωτάμε τι μπορούμε να κατασκευάσουμε. Εισερχόμαστε σε μια φιλοσοφική συζήτηση για τον εαυτό μας – για το τι μπορούμε να κάνουμε και τι να γίνουμε. Τα εργαλεία είναι βασικά για τη δράση, και μέσω των πράξεών μας δημιουργούμε τον κόσμο. Ο μετασχηματισμός που μας ενδιαφέρει δεν είναι τεχνικός, αλλά μια συνεχής εξέλιξη του πως αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και τους εαυτούς μας – του πως συνεχίζουμε να γινόμαστε τα όντα που είμαστε. ([24],179)

Εκλεπτύνοντας περαιτέρω τις παρατηρήσεις μας για την διαδικασία του σχεδιασμού, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο ζήτημα του προσανατολισμού του σχεδιασμού. Ο Οντολογικός Σχεδιασμός ακολουθεί μια - εκ πρώτης όψεως – ιδιότυπη λογική : δεν τον απασχολούν τόσο οι δυνατότητες που έχουν οι υπολογιστές να συμβάλλουν στην επίλυση ενός ζητήματος, αλλά η δυνατότητα ανταπόκρισής τους στις επιδιώξεις και τις κατευθυντήριες επιλογές του ανθρώπου. Η συνεργασία και η αλληλεπίδραση μεταξύ των εμπλεκομένων έχουν ιδιαίτερη σημασία. Γενικεύοντας και αναγάγοντας τα παραπάνω στη φιλοσοφία του Heidegger, παρατηρούμε ότι ένα τέτοιο σχεδιαστικό μοντέλο είναι προσανατολισμένο στον καθορισμό της πορείας της τεχνολογίας από τον άνθρωπο. Απλούστερα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος υποτάσσει την τεχνολογία στις προθέσεις του και δεν ετεροκαθορίζεται από αυτήν.

 

Επίλογος

Αυτά τα τέσσερα παραδείγματα της επιρροής του Heidegger στο σχεδιασμό υπολογιστικών συστημάτων, αντιπροσωπεύουν ένα έναυσμα. Όπως συνεχίζουμε να κινούμαστε πέρα από τις πρώτες εκθαμβωτικές επιτυχίες της τεχνολογίας των υπολογιστών, η αναπόφευκτη «επιβράδυνση» θα οδηγήσει τους επιστήμονες των υπολογιστών και τους ασκούμενους σε αυτούς, να εξετάσουν πιο προσεκτικά τις βάσεις που βρίσκονται πίσω από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Θα απομακρυνθούν από την ανεξέλεγκτη ορθολογιστική συζήτηση που λαμβάνεται ως δεδομένο, και η εργασία του Heidegger θα διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο στην αποσαφήνιση του μελλοντικού σχεδιασμού.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα ήταν τόσο ακριβές να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα κύμα επιρροής του Heidegger στην επιστήμη των υπολογιστών, ή ότι οι οπαδοί του Descartes, του Boole και του Turing κινδυνεύουν να δουν τις αρχές τους να εγκαταλείπονται. Η εργασία που αναφέρθηκε εδώ είναι σχετικά μοναδική και δεν είναι ακόμα στο επίκεντρο της συζήτησης για τους υπολογιστές και τη χρήση τους.

Κοιτάζοντας στο μέλλον, μπορούμε να αναμένουμε τρεις τρόπους με τους οποίους η φιλοσοφία του Heidegger θα επηρεάσει στο σχεδιασμό υπολογιστικών συστημάτων.

Πρώτα, έχει ήδη επηρεάσει στην παροχή κριτικής των σημερινών προσεγγίσεων και στην επιβολή μιας αξιολόγησης των περιορισμών των συστημάτων που προτείνονται και κατασκευάζονται. Ο Hubert Dreyfus είναι ένας αξιόλογος σχολιαστής εργασιών πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη [6] και η πρόσφατη εργασία του με τον Stuart Dreyfus περιέγραφε την σημερινή εφαρμογή τεχνικών της τεχνητής νοημοσύνης σε «έμπειρα συστήματα».[8] Πολλά από τα επιχειρήματά του που αρχικά περιφρονήθηκαν από τους ειδικούς των υπολογιστών ως ανυπόστατες εικασίες, τώρα αποτελούν ένα σοβαρό τμήμα του τρόπου σκέψης για τέτοιες εφαρμογές.

Η δεύτερη κατεύθυνση βρίσκεται στην πρόταση μεθόδων σχεδιασμού που έχουν περισσότερο ερμηνευτική φύση και είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην παροχή ετοιμότητας. Σε αυτό το πεδίο, μεγάλο τμήμα της δουλειάς που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι αποκαλύπτει την επιρροή του Heidegger έιναι εναρμονισμένο με τις τάσεις που ήδη υπήρχαν στις πρακτικές εφαρμογές (αν και όχι στην ακαδημαϊκή θεωρία) του χώρου. Η απάντηση πολλών ατόμων που εμπλέκονται στον πρακτικό σχεδιασμό, στα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάφοροι ερευνητές που προαναφέραμε θα μπορούσε να είναι «Δεν έχει σχέση με τον Heidegger, είναι απλώς κοινή λογική». Αυτό δεν αποτελεί αποδοκιμασία αλλά επιβεβαίωση. Η ανάλυση του Heidegger λειτουργεί επειδή αποκαλύπτει την πραγαμτικότητα του κόσμου όπως ήδη τη ζούμε. Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο αυτό να γίνει προφανές. Η «κοινή λογική» που αποκαλύπτει, έχει αποκρυφθεί από τους επίγονους της Καρτεσιανής παράδοσης και πρέπει να έλθει πάλι στο φως.

Η τρίτη και τελικά η πλέον σημαντική κατεύθυνση βρίσκεται στη στη μετακίνηση από τον οντοτικό στον οντολογικό σχεδιασμό – μετακίνηση από τη σχεδίαση του εξοπλισμού στο σχεδιασμό της Ύπαρξης μέσω των παρουσιαζόμενων ενεργειών μας. Ο οντολογικός σχεδιασμός είναι ένας δυσκολότερος στόχος που θα πρέπει να αντιμετωπίσει βαθύτερες μορφές απόκρυψης και αντίστασης.

Το είδος ύπαρξης του Dasein έτσι απαιτεί ότι κάθε οντολογική ερμηνεία που θέτει ώς στόχο της την παρουσίαση των φαινομένων στην πρωταρχική τους μορφή, θα πρέπει να αποτυπώνει την ύπαρξη της οντότητας, ανεξαρτήτως της ίδιας της τάσης της οντότητας να καλύπτει τα πράγματα. Η υπαρξιακή ανάλυση συνεπώς, έχει σταθερά επιθετική τάση είτε απέναντι στους ισχυρισμούς της καθημερινής ερμηνείας της, έιτε απέναντι στην αυταρέσκεια και την αδιατάρακτη λήθη της. ([17],359)

Οι οργανισμοί (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που χρησιμοποιούν υπολογιστές) παραμένουν βυθισμένοι στην ηρεμία τους, και η γνώση και η αλλαγή είναι δύσκολοι στόχοι, πέρα από την ανάπτυξη νέων μηχανών ή επίσημων μεθοδολογιών.

Η πρόκληση στην εφαρμογή της φιλοσοφίας του Heidegger στον υπολογισμό δεν είναι απλώς ένας τρόπος κατασκευής αποτελεσματικότερων υπολογιστικών συστημάτων, αλλά και κατανόησης των υπολογιστών ως τμήμα του δικτύου εξοπλισμού μέσα στο οποίο τοποθετούμε την Ύπαρξή μας. Ο Heidegger μας προσφέρει πολλά παραπάνω από μια ευκαιρία να βελτιώσουμε τις τεχνικές προγραμματισμού μας. Μας προκαλεί να επανεξετάσουμε την ύπαρξή μας, όχι σαν ανεξάρτητους παρατηρητές, αλλά ως δημιουργούς του εαυτού μας μέσα από τη καθημερινή μας ζωή και εργασία. Αυτή η πρόκληση δεν αφήνει εκτός την δουλειά μας ως κατασκευαστές και σχεδιαστές συτημάτων υπολογιστών, και έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε στην εργασία μας, στο δύσκολο αλλά σημαντικότατο στόχο συμμετοχής μας στον τρέχοντα σχεδιασμό του Dasein της δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Heidegger υποστήριξε την ανάγκη επαναπροσδιορισμού, του προορισμού και της ύπαρξης του ανθρώπου. Η αλματώδης τεχνολογική εξέλιξη, πέρα των αναμφισβήτητων αγαθών που προσφέρει, εγκυμονεί κινδύνους αυτοπαγίδευσης του ανθρώπου. Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό τεχνολογικών ανακαλύψεων και εφευρέσεων, συχνά δεν είναι η τεχνολογία που καλύπτει ανάγκες της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας, αλλά ο άνθρωπος που ακολουθεί τις επιταγές της τεχνολογίας και απλώς κάνει χρήση νέων δυνατοτήτων και εφαρμογών. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτές τις δυο καταστάσεις είναι λεπτή, αλλά υπαρκτή και σημαντική.

Στην επιστήμη των υπολογιστών, μετά την αλματώδη ανάπτυξη, έχει φθάσει η περίοδος της αναδιοργάνωσης και της αναζήτησης νέων δρόμων. Η αμφισβήτηση παλαιών και κατεστημένων μεθόδων είναι απαραίτητη για την εξέλιξη και την πρόοδο αυτού του επιστημονικού κλάδου. Κατανοούμε πλέον, ότι η περιοχή των υπολογιστών, μπορει να χρησιμεύσει ως υποβοηθητικό μέσο κατανόησης του ίδιου μας του εαυτού.

Νέες τεχνικές και αντιλήψεις στην επιστήμη των υπολογιστών μπορούν να αναχθούν στη φιλοσοφική σκέψη του Heidegger. Η αλληλεπιδράσεις, το περιβάλλον και το πλαίσιο λειτουργίας των υπολογιστικών συστημάτων έιναι σημαντικά στοιχεία που συνηγορούν σε αυτό. Φυσικά, θα ήταν αστείο να υποστηρίξει κανείς ότι οι σχεδιαστές των σύγχρονων συστημάτων υπολογιστών, είχαν υπόψη τους τον Heidegger, όταν έκαναν τις συγκεκριμένες επιλογές. Ο Heidegger δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τουε υπολογιστές, αλλά με τη γενικότερη επίδραση της τεχνολογίας, ενώ υπάρχουν άλλοι οι οποίοι σαφώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως θεμελιωτές του κλάδου. Εξάλλου τα περισσότερα από τα σημεία που υπογραμμίσαμε, άνετα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “κοινός νους”. Όμως, αυτή ακριβώς η ενσωμάτωση φιλοσοφικών απόψεων του Heidegger στην κοινή λογική, αποτελεί και τη μεγαλύτερη επιβεβαίωσή του.

Παρακάτω παρατίθεται ένα συνοπτικό βιογραφικό σημείωμα του Martin Heidegger, που δίνει μια γενική εικόνα της ζωής και των απόψεών του.

Martin Heidegger (1889-1976)

Γερμανός φιλόσοφος που ανέπτυξε την υπαρξιακή φαινομενολογία και θεωρείται ευρέως ως ο αυθεντικότερος φιλόσοφος του 20ου αιώνα. Ο Heidegger γεννήθηκε στο Messkirch του Baden, στις 22 Σεπτεμβρίου 1889. Σπούδασε Ρωμαιοκαθολική Θεολογία και αργότερα Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Freiburg, όπου υπήρξε φοιτητής του Edmund Husserl, του ιδρυτή της φαινομενολογίας.Ο Heidegger άρχισε να διδάσκει στο Freiburg το 1915. Αφού δίδιαξε (1923-28) στο Marburg, έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στο Freiburg το 1928. Πέθανε στο Messkirch στις 26 Μαΐου 1976.

Ύπαρξη και Χρόνος

Εκτός από τον Husserl, ο Heidegger έχει επηρρεαστεί από τους προσωκρατικούς φιλόσοφους και τον Δανό φιλόσοφο Sψren Kierkegaard, και τον Γερμανό φιλόσοφο Friedrich Nietzsche. Στο σημαντικότερο και με τη μεγαλύτερη επιρροή έργο του, Ύπαρξη και Χρόνος (1927, μετάφ. 1962) ασχολήθηκε με αυτό που θεωρούσε ως το σημαντικότερο φιλοσοφικό ερώτημα «Τι είναι η ύπαρξη;» Αυτό οδήγησε στο ερώτημα τι είδους «υπάρξεις» είναι οι άνθρωποι. Υποστηρίζει ότι έχουν έλθει σε έναν κόσμο τον οποίο δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, που ωστόσο περιλαμβάνει εν δυνάμει χρήσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων πολιτισμικών και φυσικών αντικειμένων. Επειδή αυτά τα αντικείμενα είναι δημιουργίες που παρέχονται στην ανθρωπότητα από το παρελθόν και χρησιμοποιούνται στο παρόν για την επίτευξη μελλοντικών στόχων, ο Heidegger παρουσίασε μια βασική σχέση μεταξύ της υπαρξιακής μορφής των αντικειμένων και της ανθρωπότητας, και της δομής του χρόνου. Παρ’ όλα αυτά, το άτομο διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να βυθιστεί στον κόσμο των αντικειμένων, την καθημερινή ρουτίνα και τη συμβατική ρηχή συμπεριφορά του πλήθους. Το αίσθημα του τρόμου οδηγεί το άτομο σε αντιπαράθεση με το θάνατο και την απόλυτη ματαιότητα της ζωής, αλλά μόνο μέσω αυτής της αντιπαράθεσης μπορεί να φτάσει στην πραγματική αντίληψη της Ύπαρξης και της ελευθερίας.

Μεταγενέστερα έργα

Μετά το 1930 στράφηκε - όπως στο έργο του Εισαγωγή στη Μεταφυσική (1953, μετάφ. 1959) – στην ερμηνεία συγκεκριμένων Δυτικών αντιλήψεων της Ύπαρξης. Θεώρησε ότι σε αντίθεση με την αρχαία Ελληνική αντίληψη που σεβόταν την Ύπαρξη, η σύγχρονη κοινωνία της τεχνολογίας ευνοεί μια πλήρως χειραγωγημένη στάση, που στερεί την Ύπαρξη και την ανθρώπινη ζωή από κάθε νόημα, μια κατάσταση που αποκαλεί μηδενισμό. Η ανθρωπότητα έχει ξεχάσει τον πραγματικό της προορισμό, που είναι η ανάκτηση της βαθιάς κατανόησης της Ύπαρξης, που επιτεύχθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και χάθηκε από τους μεταγενέστερους φιλόσοφους.

Επιρροή

Η αρχική αντιμετώπιση από τον Heidegger θεμάτων όπως το πεπερασμένο του ανθρώπου, ο θάνατος, η κενότητα και η αυθεντικότητα, οδήγησε πολλούς παρατηρητές να τον συνδέσουν με τον υπαρξισμό, ενώ και το έργο του άσκησε μεγάλη επιρροή στο Γάλλο υπαρξιστή Jean Paul Sartre. Ωστόσο, ο Heidegger τελικά απέρριψε τις υπαρξιστικές ερμηνείες του έργου του. Από τη δεκαετία του ’60 η επιρροή του έχει ξεπεράσει τα όρια της ηπειρωτικής Ευρώπης και επιφέρει ολοένα και μεγαλύτερο αντίκτυπο στις Αγγλόφωνες χώρες.

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

  1. Agre, Philip, “The Dynamic Structure of Everyday Life,” MIT AI Lab Technical report 1085, 1988 (dissertation).
  2. Agre, Philip, and David Chapman, “Pengi : An Implementation of a Theory of Activity,” AAAI-87.
  3. Bjerknes, Gro, Pelle Ehn, and Mortney King, Computers and Democracy,Aldershot : Avebury, 1987.
  4. Brooks, Rodney, “Intelligence without Represantation,” MIT AI Lab, manuscript April 22, 1987.
  5. “Software Development and Reality Construction : An Invited Working Conference on Epistemological Foundations for Development and Use of Computer Based Systems,” Schloss Eringerfeld, Germany, Sept. 26-30, 1988.
  6. Dreyfus, H.L., What Computers Can’t Do : A Critique of Artificial Reason, 2nd edition, New York : Harper and Row, 1979.
  7. Dreyfus, Hubert, and Stuart Dreyfus, “Making a Mind vs. Modeling the Brain, Daedalus 117:1 (Winter 1988) : 15-44.
  8. Dreyfus, Hubert L. , and Stuart E. Dreyfus, Mind over Machine, New York : Macmillan/The Free Press, 1985.
  9. “Phenomenology and Artificial Intelligence,” in J. M. Edie (ed.), Phenomenology in America, Quadrangle Books, 1967, pp. 31-47.
  10. Ehn, Pelle, Work-Oriented Design of Computer Artifacts, Stockholm : Arbetslivscentrum, 1988.
  11. Flores, C. Fernando, “Management and Communication in the Office of the Future,” doctoral dissertation, University of California at Berkeley, 1981.
  12. Flores, Fernando, and Michael Graves, “Domains of Permanent Human Concerns” and “Education,” unpublished reports, Emeryville, CA : Lgonet Inc.,1986.
  13. Flores, Fernando, Michael Graves, Bradley Hartfield, and Terry Winograd, “Computer Systems and the Design of Organizational Interaction,” ACM Transactions on Office Information Systems 6:2 (April 1988), pp. 153-72.
  14. Flores, C. Fernando, and Juan Ludlow, “Doing and Speaking in the Office.” in G. Fick and R. Sprague (eds.), DSS : Issues and Challenges, London : Pergamon Press, 1981.
  15. Flynn, Anita, and Rodney Brooks, “MIT Mobile Robots-What’s Next?.” working paper 302, MIT Artificial Intelligence Laboratory, November, 1987.
  16. Goguen, Joseph, “Heidegger and Formal Semantics,” position paper for the Working Conference on Software Development and Reality Construction, 1988.
  17. Heidegger, Martin, Being and Time, translated by John Mcquirrie and Edward Robinson, New York : Harper and row, 1962.
  18. Heidegger, Martin, Introduction to Metaphysics, translated by Ralph Manheim, New Haven : Yale University Press, 1959.
  19. Preston, Beth, “Heidegger and Artificial Intelligence,” manuscript, presented at Western Division APA Conference, 1989.
  20. Schneiderman, Ben, Designing the User Interface : Strategies for Effective Human-Computer Interaction, Reading, MA : Addison-Wesley, 1987.
  21. Suchman, Lucy, Plans and Situated Actions : The Problem of Human-Machine Communication, Cambridge : Cambridge University Press, 1987.
  22. Whiteside, John, and Dennis Wixon, “Contextualism as a World View for the Reformation of Meetings,” Proceedings of the Second Conference on Computer-Supported Cooperative Work, Association for Computing Machinery, 1988, 369-76.
  23. Whiteside, John, John Bennett, and Karen Holtzblatt, “Usability Engineering : Our Experience and Evolution,” in Martin Helander (ed.), Handbook of Human-Computer Interaction, North Holland, 1989.
  24. Winograd, Terry, and Fernando Flores, Understanding Computers and Cognition : A New Foundation for Design, Norwood, NJ : Ablex, 1986. Paperback issued by Addison-Wesley, 1987.
  25. Heidegger, Martin, “Existence and Being” (Basic Problems of Phenomenology), WWW.
  26. Feenberg, Andrew and Hannay, Alastair Technology and the Politics of Knowledge, WWW.
  27. Dreyfus, Hubert L. , Heidegger on Gaining a Free Relation to Technology, WWW.
  28. Rockmore, Tom, Heidegger on Technology and Democracy, WWW.

Πίσω στη σελίδα του μαθήματος