Καραλόπουλος Θανάσης [1586]

Μουρκούσης Γιώργος [1603]

Τσιβουράκης Βασίλης [1639]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάιος 1999

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

[Κεφάλαιο 3]

Donald MacKenzie


Το παρόν κεφάλαιο επιδιώκει να βρει τρόπους ώστε να ξεπεραστεί το κενό μεταξύ των οικονομικών και κοινωνιολογικών αναλύσεων της τεχνολογικής αλλαγής. Στο μεγαλύτερο μέρος του χρησιμοποιεί την παράδοση των «εναλλακτικών οικονομικών», η οποία προέρχεται από τον Herbert Simon. Επίσης, ένα, περισσότερο εξυπακουόμενο, χρέος, οφείλεται και στην κριτική του Marx για την πολιτική οικονομία, ενώ παράλληλα έγινε μια σαφής, αλλά αναγκαστικά καθόλου εξασφαλισμένη, προσπάθεια, να υποστηριχθεί ότι η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης μπορεί να έχει αρχίσει να σχετίζεται με τη συζήτηση των οικονομολόγων περί της ύπαρξης αμέτρητης αβεβαιότητας (παρά μετρήσιμου κινδύνου) της τεχνολογικής αλλαγής.

Γνωρίζω δυστυχώς ότι πολλές φορές περιπλανούμαι σε περιοχές που μου είναι εντελώς άγνωστες. Όμως, σίγουρα πρέπει να υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα που διατυπώνω, καθώς και κάποια σχετική βιβλιογραφία, η οποία όμως μου είναι άγνωστη. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ως κοινωνιολόγος, δεν έχω καταλάβει καλά αυτά που εννοούν οι οικονομολόγοι. Σε μερικά θέματα υποψιάζομαι, αν και δεν είμαι σίγουρος, ότι «πάω σταφύλια στο αμπέλι». Αν αυτό αληθεύει, σας είμαι ευγνώμων τόσο για τη συγχώρηση, όσο και για τη διαφώτιση των απόψεών μου. Άλλωστε, αν δεν πάρουμε το ρίσκο να αποκαλύψουμε την αμάθειά μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν θα καταφέρουμε τίποτε.

Σε μελέτες της τεχνολογίας, το χάσμα μεταξύ οικονομικών και κοινωνιολογικών εξηγήσεων είναι περισσότερο από φανερό. Οι οικονομικές αναλύσεις συχνά στηρίζονται σε υποθέσεις που οι κοινωνιολόγοι θεωρούν εντελώς γελοίες, ενώ παράλληλα η κοινωνιολογική άποψη σχεδόν αγνοεί τη διάσταση του κόστους και του κέρδους από το αντικείμενο μελέτης της.

Άλλωστε, το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται μόνο στο θέμα των εξηγήσεων της τεχνολογικής αλλαγής αλλά και σε ένα ευρύτερο σύνολο θεμάτων που αποτελούν αντικείμενο μελέτης τόσο από την πλευρά των οικονομολόγων, όσο και από την πλευρά των κοινωνιολόγων. Σίγουρα, κατά ένα μεγάλο ποσοστό η διαφοροποίηση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι οι οικονομολόγοι και οι κοινωνιολόγοι αντιμετωπίζουν και αναλύουν τα διάφορα φαινόμενα που τους απασχολούν από εντελώς διαφορετική πλευρά. Χρησιμοποιούν διαφορετικού είδους κριτήρια, οι σκέψεις τους κινούνται σχεδόν πάντα στα όρια που ορίζει η επιστήμη την οποία ακολουθούν, ενώ συνήθως αγνοούν τις θέσεις και το σκεπτικό οποιουδήποτε άλλου, ο οποίος αντιμετωπίζει τα διάφορα θέματα με βάση μια διαφορετική φιλοσοφία, η οποία στηρίζεται σε κάποια άλλη επιστημονική θεώρηση. Έτσι, κάτι τέτοιο εμφανίζεται και στην περίπτωση των οικονομικών και κοινωνιολογικών εξηγήσεων της τεχνολογικής αλλαγής.

Όμως, αν και υπάρχουν πολλοί διανοούμενοι που παρέχουν πολλούς πόρους για την κάλυψη αυτού του χάσματος (ο Karl Marx και ο Herbert Simon, παρά τις σημαντικές τους διαφορές, είναι δύο από αυτούς), είναι πάρα πολύ πιθανό να βρει κανείς οικονομικές και κοινωνιολογικές μελέτες, ακόμη και με το ίδιο θέμα, να απέχουν μεταξύ τους εννοιολογικά.1

Στην πρώτη ενότητα του κεφαλαίου συγκρίνω τη νεοκλασική οικονομική θεώρηση, ιδιαίτερα δε τη θεώρησή της μεγιστοποίησης του κέρδους, με την εναλλακτική οικονομική θεώρηση, η οποία συνδέεται με τον Simon και που πιο πρόσφατα αναπτύχθηκε από τον Richard Nelson και τον Sidney Winter. Στη συνέχεια, συζητώ πιθανές εφαρμογές αυτής της εναλλακτικής άποψης τόσο σε μια εσφαλμένη διχοτόμηση η οποία διαπιστώνεται μερικές φορές σε επιστημονικές μελέτες, όσο και στην τιμολογιακή συμπεριφορά που εφαρμόζεται στη βιομηχανίας υπολογιστικών συστημάτων, αλλά και στον καθορισμό των προϋπολογισμών που αφορούν τη μελέτη και την ανάπτυξη.

Κατόπιν, εξετάζω την ιδέα μιας «τεχνολογικής τροχιάς» ή μιας «φυσιολογικής τροχιάς» της τεχνολογίας, η οποία εμπεριέχεται στην εργασία των Nelson και Winter καθώς και άλλων, πιο πρόσφατων, συνεργατών στην οικονομική θεώρηση της τεχνολογίας. Υποστηρίζω ότι, αν και συνεχίζουν να υπάρχουν και με το παραπάνω εξακολουθητικά δείγματα της τεχνολογικής αλλαγής, παρόλο αυτά υπάρχει μια κρίσιμη ασάφεια στην περιγραφή τους ως «φυσιολογική», ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζω την άποψη ότι μια διαφορετική κατανόησή των δειγμάτων αυτών, θα βοηθούσε να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των οικονομικών και κοινωνιολογικών εξηγήσεων.

Στην επόμενη ενότητα, συζητώ άλλον έναν τρόπο γεφύρωσης αυτού του χάσματος, εσκεμμένα χωρίς να ακολουθώ και πάλι πιστά την παράδοση του Simon : την «εθνολογιστική» της τεχνολογικής αλλαγής (η οποία έχει να κάνει με την εμπειρική μελέτη του πως οι άνθρωποι στην πραγματικότητα υπολογίζουν οικονομικά σε σχέση με την τεχνολογία, σε αντιπαραβολή με το πως η οικονομική θεωρία προτείνει ότι θα έπρεπε να υπολογίζουν).

Τελικά, επανέρχομαι στο θέμα της αβεβαιότητας και της κατασκευής της οικονομίας. Παρά τον thing-like χαρακτήρα τους, οι οικονομικές σχέσεις δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά αυτό-συντηρούμενες και αυτό-εξηγούμενες. Παρόλο που αυτή η άποψη συζητείται όλο και περισσότερο (ο Marx την δικαιολογεί εξετάζοντας την εξέλιξη του καπιταλισμού), η τεχνολογική αλλαγή την επιδεικνύει σε μικρότερη κλίμακα. Άλλωστε όπως είναι γνωστό, η έμφυτη αβεβαιότητα της ριζικής αλλαγής προκαλεί οικονομικό υπολογισμό που εφαρμόζεται μόνο ex-post, όχι ante-post, που σημαίνει αφού τα δίκτυα έχουν σταθεροποιηθεί και όχι προηγουμένως. Αυτό καθιστά τη ριζική αλλαγή ένα πρόβλημα για τα ορθόδοξα οικονομικά, όμως υποστηρίζω ότι φανερώνει τη συσχέτιση της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης.

Νεοκλασικά και εναλλακτικά οικονομικά

Είναι καλύτερα να ξεκινήσω επικεντρώνοντας την προσοχή μου κυρίως στην οικονομική πλευρά του χάσματος. Η νεοκλασική οικονομική θεώρηση της τεχνολογίας παραγωγής είναι κρυστάλλινη στην εξήγησή της. Αν και η συνολική νεοκλασική δομή είναι τρομακτικά περίπλοκη, ο κεντρικός της άξονας είναι απλός και καθαρός : οι επιχειρήσεις επιλέγουν την τεχνολογία παραγωγής με τέτοιο τρόπο ώστε να μεγιστοποιείται το ποσοστό κέρδους τους.

Το κέρδος και η μεγιστοποίηση αυτού είναι το μόνο κριτήριο με το οποίο κάθε επιχείρηση επιλέγει την τεχνολογία παραγωγής σύμφωνα με την νεοκλασική οικονομική θεώρηση. Το κέρδος τοποθετείται πάνω από όλα και σε αυτό η επιχείρηση επικεντρώνει σχεδόν ολόκληρη τη φιλοσοφία αλλά και τη τακτική της τεχνολογίας παραγωγής. Το κέρδος και η μεγιστοποίησή του θεωρείται ότι είναι στην ουσία ο μοναδικός στόχος κάθε επιχείρησης όταν αποφασίζει την πολιτική που θα ακολουθήσει στον τομέα αυτό.

Δυστυχώς όμως, η διαπίστωση αυτή στοιχίζει πολύ ακριβά. Η ιδέα της μεγιστοποίησης, που βρίσκεται στην καρδιά της νεοκλασικής δομής, είναι κάπως ακατανόητη, τουλάχιστον ως προς την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις συμπεριφέρονται, ή ακόμα και θα μπορούσαν να συμπεριφερθούν. Πιθανώς, η πιο πειστική εξήγηση αυτού του φαινομένου έρχεται από τον Sidney Winter :

Δεν αποφέρει κέρδος, από άποψη βιωσιμότητας ή συγκεκριμένων κερδών, να πληρώνεις το τίμημα της πληροφόρησης για τις αμετάβλητες όψεις του περιβάλλοντος. Δεν αποφέρει κέρδος να επανεξετάζεις σταθερά αποφάσεις που δεν απαιτούν επανεξέταση. Αυτοί οι κανόνες δεν υπαγορεύουν απλά ότι τα πληροφοριακά κόστη πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό των κερδών. Χωρίς την παρακολούθηση του περιβάλλοντος ή την επανεξέταση της απόφασης, δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να γνωρίζεις αν αλλάζει το περιβάλλον ή αν η απόφαση απαιτεί κάποια επανεξέταση. Μπορεί να έχει υποστηριχθεί ότι ένας καλά ορισμένος μεγιστοποιητής κέρδους θα υιοθετούσε τον τύπο οργάνωσης ο οποίος επιβάλει την παρακολούθηση εκείνων των αντικειμένων που είναι ωφέλιμο να παρακολουθηθούν, τις στιγμές που είναι ωφέλιμο να παρακολουθηθούν : μια απλή απάντηση στον ισχυρισμό αυτό είναι ότι αυτή η επιλογή της πληροφοριακής δομής, που στοχεύει στην μεγιστοποίηση του κέρδους, απαιτεί από μόνη της πληροφορία και δεν είναι καθόλου προφανές ο τρόπος με τον οποίο ο προβλεπόμενος μεγιστοποιητής κέρδους αποκτά την πληροφορία αυτή ή τι εγγυάται ότι δεν πληρώνει ένα υπερβολικό κόστος για αυτήν.2

Αυτή η κριτική των νεοκλασικών οικονομικών φανερώνεται πιο έντονα στην εργασία του Herbert Simon. Επίσης, έχει εμπλουτισθεί από τον Winter, από τον συνεργάτη του Richard Nelson, καθώς και από έναν σημαντικό αριθμό άλλων οικονομολόγων. Η λογική της άλλωστε μοιάζει αναπόφευκτη.3

Σύμφωνα με την παραπάνω οικονομική υπόθεση, κάτω από ένα ευρύ σύνολο συνθηκών, όλες οι επιχειρήσεις συμπεριφέρονται σαν να αναζητούσαν συστηματικά την μεγιστοποίηση των αναμενόμενων κερδών τους και σαν να είχαν πλήρη γνώση των δεδομένων που χρειάζονται για να επιτύχουν αυτόν τους τον στόχο. Συμπεριφέρονται σαν να γνώριζαν το σχετικό κόστος και τις λειτουργικές απαιτήσεις, να είχαν υπολογίσει το περιθώριο κόστους αλλά και το περιθώριο κέρδους από όλους τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται και να ώθησαν κάθε παράμετρο της λειτουργίας τους στο σημείο όπου το σχετικό περιθώριο κόστους και το περιθώριο κέρδους να εξισωθούν.

Φυσικά σήμερα, οι επιχειρηματίες κυριολεκτικά δεν επιλύουν το σύστημα αυτού του είδους των ταυτόχρονων εξισώσεων με τον τρόπο που ένας οικονομολόγος βρίσκει βολικό να εκφράζει την παραπάνω υπόθεση. Όπως δηλαδή ένας πολύ καλός παίκτης του μπιλιάρδου, αν ρωτηθεί πως αποφασίζει που να κτυπήσει σε κάθε προσπάθεια, θα απαντήσει ότι απλώς το υπολογίζει με το μυαλό του, έτσι και ένας επιχειρηματίας θα υποστηρίξει ότι εκτιμά ένα μέσο κόστος, το οποίο παρουσιάζει και ορισμένες αποκλίσεις όταν η αγορά επιβάλει κάτι τέτοιο.

Η εμπιστοσύνη στην υπόθεση της μεγιστοποίησης του κέρδους δικαιολογείται από την απόδειξη για έναν πολύ διαφορετικού χαρακτήρα. Αν η συμπεριφορά των επιχειρηματιών δεν προσέγγιζε μια συμπεριφορά που θα ήταν συνεπής με τη μεγιστοποίηση του κέρδους, τότε είναι μάλλον απίθανο αυτοί οι επιχειρηματίες να επιτύγχαναν να διατηρηθούν στο χώρο για μακρύ χρονικό διάστημα. Η φανερή και άμεση ειδοποιός διαφορά της επιχειρηματικής συμπεριφοράς ας είναι οποιαδήποτε, είτε μια συνηθισμένη αντίδραση ή μια τυχαία αλλαγή, είτε οτιδήποτε άλλο. Όποτε αυτή η ειδοποιός διαφορά συμβαίνει να οδηγεί σε μια συμπεριφορά σύμφωνη με τη λογική μεγιστοποίησης των κερδών, η επιχείρηση ανθεί και επιτυγχάνει πόρους με τους οποίους είναι δυνατό να επεκταθεί. Αντίθετα, όποτε δεν ακολουθεί μια τέτοια συμπεριφορά, η επιχείρηση οδηγείται στο να χάνει πόρους και τελικά διατηρείται στη ζωή με την προσθήκη εξωτερικών πόρων. Με αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία της «φυσικής επιλογής» βοηθά στην ισχυροποίηση της υπόθεσης, ή αλλιώς, δοθείσης μιας φυσικής επιλογής, η αποδοχή της υπόθεσης μπορεί να βασιστεί στο γεγονός ότι συγκεντρώνει όλες τις συνθήκες για την επιβίωση.

Επίσης, ένα πολύ πιο σημαντικό μέρος της απόδειξης της υπόθεσης μεγιστοποίησης του κέρδους στηρίζεται στην εμπειρία που προέκυψε από έναν μεγάλο αριθμό εφαρμογών της υπόθεσης αυτής σε συγκεκριμένα προβλήματα, καθώς και στην επαναλαμβανόμενη αποτυχία να διαψευσθούν οι συνέπειές της. Η απόδειξη αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί, είναι όμως διάσπαρτη σε πολλές σημειώσεις και σε αρκετά άρθρα που αφορούν κυρίως συγκεκριμένα ξεχωριστά προβλήματα. Έτσι, η συνεχής χρήση και αποδοχή της υπόθεσης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και η αποτυχία ανάπτυξης και ευρείας αποδοχής μιας κατανοητής εναλλακτικής άποψης, αποτελεί μια έμμεση μαρτυρία της αξίας της. Η απόδειξη μιας υπόθεσης πάντα αποτελείται από την επαναλαμβανόμενη αποτυχία διάψευσής της, συνεχίζει να συσσωρεύεται για όσο χρησιμοποιείται η υπόθεση αυτή, αλλά εξαιτίας της φύσης της είναι πολύ δύσκολο να καταγραφεί με τρόπο κατανοητό. Με άλλα λόγια, τείνει να αποτελέσει ένα κομμάτι της παράδοσης της επιστήμης.

Επιπροσθέτως, ο Simon και τα πνευματικά του παιδιά, δεν τονίζουν απλώς τη βασική ασυνέπεια που ταλανίζει τα νεοκλασικά οικονομικά. Παράλληλα, προβάλουν μια διαφορετική άποψη της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτά τα εναλλακτικά οικονομικά, οι δράστες ακολουθούν διαδικασίες, συνταγές και εμπειρικές μεθόδους, ενώ ταυτόχρονα ελέγχουν έναν μικρό αριθμό από ανακυκλούμενες μεταβλητές. Για όσο διάστημα, οι τιμές των μεταβλητών αυτών είναι ικανοποιητικές (ο όρος «ικανοποιήσιμη» είναι ο γνωστός όρος που χρησιμοποιεί ο Simon προς αντικατάσταση του όρου «μεγιστοποίηση»), οι διαδικασίες συνεχίζουν να ακολουθούνται. Μόνο αν καταστούν μη ικανοποιήσιμες θα επανεξεταστούν. Αλλά η επανεξέταση αυτή δεν θα είναι βεβιασμένη απαρίθμηση του συνόλου των εναλλακτικών, με σκοπό την αναζήτηση της καλύτερης : θα είναι μια τοπική αναζήτηση, δοθείσας κατεύθυνσης από το δεδομένο πρόβλημα, προς αναζήτηση επίλυσης και χρησιμοποιώντας ευριστικές μεθόδους (οι οποίες αποτελούν κάτι σαν διαδικασίες αναζήτησης).

Αυτό το πνευματικό σύνολο εργαλείων προσφέρει μια γέφυρα προς τη κοινωνιολογική ανάλυση, όπως αυτή συνήθως κατανοείται. Οι διαδικασίες αυτές είναι δυνατό να εδραιωθούν για μια ποικιλία επιχειρησιακών λόγων, ενώ πρέπει να τονισθεί ότι διαφορετικά τμήματα μιας επιχείρησης συνήθως ακολουθούν διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετικές ευριστικές μεθόδους αναζήτησης. Αφού από την πλευρά αυτή, δεν υπάρχει πλέον κάποιος βασικός καθοδηγητής των διαδικασιών (όπως η μεγιστοποίηση του κέρδους), οι επιχειρήσεις μετατρέπονται σε πολιτικούς συνασπισμούς, παρά σε ενωμένους λογικούς λήπτες αποφάσεων. Η πραγματική συμπεριφορά μιας επιχείρησης μπορεί να αναπαριστάνει έναν συμβιβασμό μεταξύ διαφορετικών και εντελώς αντιμαχόμενων τρόπων δράσης.4

Πιο συγκεκριμένα, δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι στα πλαίσια της συνήθους λειτουργίας μιας επιχείρησης, τα προσωπικά συμφέροντα των μελών της επιχείρησης είναι πιθανό να αποκλίνουν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα δεν πρέπει και να υποθέτουμε ότι όλοι οι εργαζόμενοι είναι πλήρως αφοσιωμένοι στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται. Αντίθετα, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η συνήθης λειτουργία μιας επιχείρησης εμπεριέχει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό συγκρούσεων.

Έτσι αρχικά, είναι καλό να τονισθεί ότι η συνήθης λειτουργία μιας επιχείρησης δεν πρέπει να συγχέεται με τα «ονομαστικά» επίπεδα λειτουργίας που είναι δυνατό να επιτευχθούν. Ούτε και η συμβουλή ότι τα μέλη μιας επιχείρησης θα πρέπει να ερμηνεύουν σωστά και να ανταποκρίνονται καταλλήλως στις παραγγελίες που λαμβάνουν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όντως τα μέλη αυτά κάνουν ακριβώς αυτό που τους ζητείται. Για παράδειγμα, μπορεί το κανονικό ή αλλιώς το ονομαστικό ωράριο μιας επιχείρησης να είναι 9:00-5:00, όμως σε συνήθεις συνθήκες είναι γνωστό ότι ελάχιστη δραστηριότητα που είναι παραγωγική από την πλευρά της επιχείρησης λαμβάνει χώρα πριν τις 9:30 και μετά τις 4:45. Ομοίως, είναι δυνατό σε συνήθεις συνθήκες λειτουργίας μιας επιχείρησης να μεσολαβούν μέρες ή και εβδομάδες μεταξύ των ονομαστικών ημερομηνιών ολοκλήρωσης κάποιων έργων που έχει αναλάβει η επιχείρηση και των ημερομηνιών στις οποίες τα έργα αυτά ολοκληρώνονται στην πραγματικότητα.

Με λίγα λόγια δηλαδή, η συνήθης λειτουργία μιας επιχείρησης περιλαμβάνει και την ύπαρξη φαινομένων όπως αμέλεια, χαλάρωση, παραβίαση κανόνων, περιφρόνηση ή ακόμη και σαμποτάζ. Τέτοιου είδους φαινόμενα και συμπεριφορές συνήθως παραβιάζουν τα ονομαστικά στάνταρτ αλλά και τις προσδοκίες μιας επιχείρησης, όμως κατά ανάγκη δεν παραβιάζουν και τις εμπειρικές προβλέψεις, ούτε επιφέρουν συνέπειες στην παραγωγή οι οποίες να μην συμφωνούν με τα αποτελέσματα που είναι στατιστικώς σταθερά και μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια.

Παρόλα αυτά όμως, είναι αλήθεια ότι κάποιο είδος σταθερού συμβιβασμού μεταξύ των απαιτήσεων στα πλαίσια της επιχειρησιακής λειτουργίας και των κινήτρων των εργαζόμενων σε μια επιχείρηση είναι ένα απαραίτητο στοιχείο, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία κάθε επιχείρησης. Μάλιστα, αυτό που σηματοδοτεί την ύπαρξη ενός τέτοιου είδους συμβιβασμού δεν είναι η συμμόρφωση της συμπεριφοράς των εργαζομένων στα επίπεδα απόδοσης που είτε υπαγορεύονται από κάποιους προϊστάμενους, είτε κωδικοποιούνται μέσα από κώδικες εργασίας, αλλά το γεγονός ότι τα μέλη μιας επιχείρησης σπάνια εκπλήσσονται από την συμπεριφορά των υπολοίπων μελών της επιχείρησης.

Συγκεκριμένα, οι συνήθεις μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου στα πλαίσια μιας επιχείρησης αποτελούν φυσικά ένα σημαντικό μέρος του γενικού πλαισίου λειτουργίας, το οποίο βοηθά να προσδιοριστούν οι de facto συμβάσεις που ακολουθούν οι εργαζόμενοι με την επιχείρηση. Για παράδειγμα, μερικοί από τους υπαλλήλους ενός καταστήματος μπορεί απλά να παραμελούσαν τους πελάτες αν ο διευθυντής του καταστήματος δεν τους ήλεγχε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Όμως, συνήθως πάντα ο διευθυντής προβαίνει σε αυτόν τον έλεγχο και έτσι το πρόβλημα της παραμέλησης των πελατών διατηρείται σε ελεγχόμενα επίπεδα. Έτσι, η λειτουργία του συστήματος ελέγχου είναι ένα βασικό συστατικό των καθημερινών εργασιών πολλών υπαλλήλων μιας επιχείρησης.

Από το προηγούμενο παράδειγμα διαφάνηκε ότι ο έλεγχος των μελών μιας επιχείρησης επιτυγχάνεται μέσω μηχανισμών που υλοποιούνται συνήθως ως μέρος της εργασίας άλλων μελών της επιχείρησης και οι οποίοι στοχεύουν κυρίως στον εκφοβισμό (με την ύπαρξη απειλών για τιμωρίες στις οποίες εμπεριέχεται και η απόλυση), στην περίπτωση συμπεριφορών που παρεκκλίνουν των επιχειρησιακών απαιτήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, οι μηχανισμοί αυστηρής εφαρμογής των κανόνων παίζουν έναν σημαντικό αλλά περιορισμένο ρόλο στο να γίνει δυνατή η συνήθης λειτουργία μιας επιχείρησης.

Αυτή η διαπίστωση οφείλεται στο γεγονός ότι τα συστήματα ελέγχου αφήνουν πάντα μεγάλα πεδία ελευθερίας κινήσεων στους εργαζομένους, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι καθόλου πρακτική και η τόσο στενή παρακολούθηση της συμπεριφοράς των μελών μιας επιχείρησης ώστε να επιτρέπονται μόνο συμπεριφορές που είναι κατάλληλες για την επιχείρηση. Έτσι, μέσα σε αυτά τα μεγάλα πεδία ελευθερίας κινήσεων που συνήθως είναι υπαρκτά, η συμμόρφωση και ο συμβιβασμός των επιμέρους συμπεριφορών των εργαζομένων με τις απαιτήσεις της επιχείρησης έχει σαν κίνητρο ζητήματα διαφορετικού είδους από τους συνηθισμένους επιχειρησιακούς μηχανισμούς επιβολής των κανόνων.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία τέτοιου είδους κινήτρων. Σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατός ο ακριβής υπολογισμός της παραγωγικότητας οποιουδήποτε μέλους μιας επιχείρησης. Έτσι, η ύπαρξη αμοιβής μπορεί να τεθεί σαν δέλεαρ για την επίτευξη ικανοποιητικού επιπέδου παραγωγής από την πλευρά των εργαζομένων. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί η σωστή συμπεριφορά στα πλαίσια μιας επιχείρησης να είναι το ίδιο ελκυστική με οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά που μπορεί να υιοθετήσει κανείς στα πλαίσια της ελευθερίας κινήσεων που του αφήνει το σύστημα επιβολής των κανόνων. Ή ακόμη, είναι δυνατό τα μέλη μιας επιχείρησης να θεωρούν ότι έχουν μια μακρά σχέση ανταλλαγής με την επιχείρησή τους και μπορεί να περιμένουν κάποια μελλοντική τους ανταμοιβή για μια τωρινή αποτελεσματική συμπεριφορά.

Με αυτόν τον τρόπο, στην συνήθη λειτουργία, το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον συνδυασμό του μηχανισμού επιβολής των κανόνων και άλλων κινήτρων είναι τέτοιο ώστε να αφήνει στα μέλη μιας επιχείρησης περιθώριο να διαδραματίσουν το ρόλο τους στα πλαίσια της επιχείρησης. Όμως, το περιθώριο αυτό έχει την έννοια ότι αυτοί είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να αποδίδουν στα συνηθισμένα επίπεδα, αλλά παρουσιάζοντας παράλληλα και το σύνηθες ποσό παραπόνων και προστριβών. Η διαμάχη, τόσο η προφανής όσο και η αφανής, θα συνεχίζει να υπάρχει, θα επιμένει. Όμως, η προφανής σύγκρουση ακολουθεί εντελώς προβλέψιμη πορεία και διατηρείται σε προβλεπόμενα όρια. Με λίγα λόγια, η συνήθης λειτουργία μιας επιχείρησης εμπεριέχει μια ανακωχή στις ενδοεπιχειρησιακές συγκρούσεις. Υπάρχει δηλαδή μια ανακωχή ανάμεσα στον επιβλέποντα και σε αυτούς που επιβλέπονται, σε οποιοδήποτε επίπεδο της ιεραρχίας της επιχείρησης : το σύνηθες ποσό έργου γίνεται, οι μομφές αλλά και οι φιλοφρονήσεις παρουσιάζονται με τη συνήθη συχνότητα, ενώ δεν υπάρχουν απαιτήσεις για βασικές διαφοροποιήσεις στα πλαίσια αυτού του είδους της σχέσης. Όμοια, υπάρχει μια ανακωχή και στον αγώνα για πρόοδο, ισχυροποίηση αλλά και προνόμια από την πλευρά των υψηλόβαθμων στελεχών της επιχείρησης. Κανείς άλλωστε δεν προσπαθεί να οδηγήσει το πλοίο μιας επιχείρησης σε μια απότομη στροφή στοχεύοντας να πετάξει κάποιον αντίζηλο εκτός του πλοίου αυτού. Αν όμως το προσπαθεί, είναι σίγουρο ότι αναμένει να παρεμποδιστεί.

Οι ενδοεπιχειρησιακές διαδικασίες δεν είναι φυσικά απομονωμένες από το τι συμβαίνει έξω από την επιχείρηση. Αυτό το έξω αποτελεί ένα «περιβάλλον επιλογής», ευνοώντας κάποιες συγκεκριμένες διαδικασίες έναντι άλλων. Οι Nelson και Winter ειδικά, προέβαλλαν έναν σαφή παραλληλισμό με την εξελικτική βιολογία, θεωρώντας τις διαδικασίες κάτι παρόμοιο των γονιδίων, που επιλέγονται υπέρ ή κατά από το περιβάλλον τους. Το περιβάλλον αυτό δεν είναι απλώς «η αγορά» : περιλαμβάνει επίσης και άλλες καθιερωμένες δομές. Δεν είναι απαραιτήτως, ή και γενικά, σταθερό, ούτε είναι απλά εξωτερικό και «προκαθορισμένο». Μια επιχείρηση μπορεί να είναι ικανή να μεταβάλει το περιβάλλον της σε μικρό μόνο βαθμό (αν και μερικές επιχειρήσεις ολοφάνερα το μεταβάλλουν σε μεγαλύτερο βαθμό), όμως παρόλο αυτά, η συμπεριφορά του συνόλου της επιχειρήσεων , στο μεγαλύτερο κομμάτι της, επηρεάζεται από το περιβάλλον.5

Άλλωστε, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα έπρεπε κανείς να αναμένει ότι το περιβάλλον θα επηρεάζει τη συμπεριφορά κάθε επιχείρησης. Είναι αυτονόητο ότι κάθε επιχείρηση δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια ακόμη οντότητα, η οποία δρα και εξελίσσεται μέσα στο περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται. Επομένως, η λειτουργία και η συμπεριφορά της δεν θα ήταν δυνατό αλλά και φυσιολογικό να είναι ανεξάρτητη του περιβάλλοντος. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και ο βαθμός στον οποίον το περιβάλλον επηρεάζει ορισμένες διαδικασίες στα πλαίσια μιας επιχείρησης είναι αρκετά σημαντικός. Για αυτόν τον λόγο, θα πρέπει το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί μια επιχείρηση να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον παράγοντα που αφορά το περιβάλλον.

Επίσης, το γεγονός ότι το περιβάλλον αυτό δεν είναι ούτε σταθερό αλλά ούτε και προκαθορισμένο, κάνει μια επιχείρηση ιδιαίτερα ευαίσθητη στο περιβάλλον της. Όμως παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχέση επηρεασμού επιχείρησης-περιβάλλοντος είναι μια αμφίδρομη σχέση. Και η επιχείρηση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μπορεί να επηρεάσει το περιβάλλον της ως ένα βαθμό και έτσι να επηρεάσει τελικά και τις άλλες επιχειρήσεις που αναπτύσσονται στο ευρύτερο περιβάλλον.

Αυτά τα «εναλλακτικά οικονομικά» προβάλουν μια λεπτή αλλαγή στους τρόπους σκέψης, ακόμη και σε περιοχές στις οποίες δεν σχετίζεται με προφανή τρόπο. Πάρτε για παράδειγμα την δικαιολογημένα φημισμένη, πλούσια εμπειρικά μελέτη του David Noble, για την αυτοματοποίηση των μηχανικών εργαλείων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Noble διατυπώνει το πιο γενικό του συμπέρασμα ως μια διχοτόμηση μεταξύ του κέρδους και του ελέγχου των καπιταλιστών στην εργατικό δυναμικό :

Πρόκειται για μια συνηθισμένη σύγχυση, ιδιαίτερα ανάμεσα σε εκείνους που εκπαιδεύτηκαν ή επηρεάστηκαν υπερβολικά από τυπικές οικονομικές θεωρήσεις (όπως φιλελεύθερες και μαρξιστικές), που υποστήριζαν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα αποτελεσματικής παραγωγής, που έχει σαν κίνητρο το κέρδος. Αυτό ούτε είναι, αλλά ούτε ήταν ποτέ αλήθεια. Αν η πορεία προς τη μεγιστοποίηση των κερδών, μέσω της ατομικής ιδιοκτησίας και του ελέγχου της διαδικασίας παραγωγής, ιστορικά έχει θεωρηθεί σαν το βασικό νόημα της ανάπτυξης των καπιταλιστών, δεν αποτέλεσε ποτέ το τέλος αυτής της ανάπτυξης. Ο στόχος ήταν πάντοτε η κυριαρχία (καθώς και η δύναμη και τα προνόμια που τη συνοδεύουν) καθώς και η διατήρηση της κυριαρχίας6.

Αυτή η προτεραιότητα που δίνεται στην κοινωνιολογική7 έναντι της οικονομικής διάστασης δεν μπορεί να είναι ορθή : μια επιχείρηση ή ένα βιομηχανικό τμήμα που θα επιδίωκε τον έλεγχο σε βάρος του κέρδους, αν δεν προστατευόταν από τον συναγωνισμό, θα συρρικνώνονταν ή θα πέθαινε. Πολλά από τα αμερικάνικα βιομηχανικά τμήματα που μελετήθηκαν από τον Noble τελικά ακολούθησαν αυτή τη μοίρα, κατά την περίοδο που ακολούθησε την περίοδο που αυτός εξέτασε, στα χέρια των γιαπωνέζων κατασκευαστών μηχανικών εργαλείων, οι οποίοι ήταν το ίδιο καπιταλιστές, αλλά με τη διαφορά ότι οι επιχειρηματικές και οι τεχνολογικές τους επιλογές ενδιαφέρονταν λιγότερο για τον έλεγχο του εργατικού δυναμικού. Στην ουσία, η προστασία που πρόσφερε η στρατιωτική χρηματοδότηση (ένας παράγοντας στον οποίο ο Noble δίνει ιδιαίτερη έμφαση), ήταν αυτή που επέτρεψε στους αμερικάνικους κατασκευαστές μηχανικών εργαλείων να ακολουθήσουν την τεχνολογική στρατηγική που τελικά ακολούθησαν.

Ο πειρασμός να αντιπαρατεθεί το κέρδος με την κυριαρχία, ή τα οικονομικά με τη κοινωνιολογία, πιστεύω ότι προκύπτει από τον τρόπο που η εικόνα που έχουμε για την οικονομική θεώρηση διαποτίζεται από τις νεοκλασικές θεωρήσεις. Τα εναλλακτικά οικονομικά που συνδέονται με τον Simon, μας επιτρέπουν να αναπτύξουμε μια αναλυτική αίσθηση των καπιταλιστών, οι οποίοι στοχεύουν στο κέρδος, χωρίς όμως να στοχεύουν αποκλειστικά στην μεγιστοποίηση του κέρδους αυτού. Η πίεση να επιτύχει αλλά και να διατηρήσει τον έλεγχο του εργατικού δυναμικού δεν είναι μια, υπεράνω όλων, προσπάθεια κυριαρχίας, αγνοώντας το κίνητρο του κέρδους, αλλά μια ευριστική8 μέθοδος, με βαθιές ρίζες στις ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όσες φορές επιχειρήθηκε ο έλεγχος του εργατικού δυναμικού χωρίς να λαμβάνεται σχεδόν καθόλου υπ’ όψη ο παράγοντας κέρδος, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά για τις επιχειρήσεις που το προσπάθησαν. Επομένως, πάντα υπήρχαν έντονα τα σημάδια της προσπάθειας για κυριαρχία στο εργατικό δυναμικό, με ότι συνεπάγεται κάτι τέτοιο, όμως και το κίνητρο του κέρδους ήταν και αυτό βασικό συστατικό της πολιτικής τους. Όχι όμως αποκλειστικά και μόνο η μεγιστοποίηση του κέρδους. Σύντομα δηλαδή συνειδητοποίησαν ότι ο έλεγχος του εργατικού δυναμικού και το κέρδος μπορούσαν και έπρεπε να συνυπάρχουν.

Όταν είχαν να κάνουν με τεχνολογικές επιλογές, οι Αμερικάνοι μηχανικοί και διευθυντές, κατά την περίοδο που μελετήθηκε από τον Noble, συχνά απλοποίησαν τις αποφάσεις που αφορούσαν τη τεχνολογία παραγωγής, στηριζόμενοι στην καθιερωμένη προτίμηση σε τεχνολογικές λύσεις που υπέσκαπταν τη θέση της χειρωνακτικής εργασίας. Ο Noble παραθέτει ένα άρθρο του Michael Piore του 1968, το οποίο βασίστηκε σε μια εκτεταμένη μελέτη μηχανικών : «Ουσιαστικά χωρίς καμία εξαίρεση, οι μηχανικοί αντιμετώπισαν με καχυποψία την ωριαία εργασία και καλλιέργησαν μια τάση υποκατάστασης του κεφαλαίου, όταν φυσικά είχαν την ευχέρεια να κάνουν κάτι τέτοιο. Μάλιστα, όπως κάποιος μηχανικός εξήγησε : ‘αν η σύγκριση του κόστους ευνοούσε την εργασία αλλά ήμασταν κοντά, τότε θα προχωρούσα στην μηχανοποίηση όπως και να είχε’».9

Κάθε σημαντική τεχνολογική αλλαγή (όπως η αυτοματοποίηση των μηχανικών εργαλείων), εμπεριέχει μεγάλη αβεβαιότητα όσον αφορά τα μελλοντικά κόστη και επομένως τα κέρδη – αυτή η αβεβαιότητα μάλιστα είναι πολύ πιο βαθιά από ότι διαφαίνεται στο απόσπασμα της εργασίας του Piore. Το να στηρίζεται κανείς σε απλές ευριστικές μεθόδους για να λάβει αποφάσεις κάτω από τέτοιου είδους συνθήκες, είναι τελείως σύμφωνο με το να δίνει υψηλή προτεραιότητα στο κέρδος : απλά δεν υπάρχει κανένας εξολοκλήρου λογικός τρόπος, που να στοχεύει στην μεγιστοποίηση του κέρδους, ο οποίος να συνεχίζει να είναι ανοικτός προς εκείνους που σχετίζονται. Αναλύοντας τις αποφάσεις που λαμβάνονται κάτω από τέτοιου είδους συνθήκες, βάσει περισσότερο ευριστικών μεθόδων παρά ανάγκης, ανοίγεται ένα, κάπως διαφορετικό, σύνολο ερευνητικών ερωτήσεων που αφορούν την αλληλεπίδραση της καλλιέργειας των μηχανικών με τις κοινωνικές σχέσεις (συμπεριλαμβανομένων και των οικονομικών σχέσεων) του χώρου εργασίας, καθώς και τις διαφορετικές ευριστικές μεθόδους που ακολουθούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων και των διαφορετικών εθνικών συνθηκών).

Υπάρχουσες προσπάθειες να δοθεί εμπειρικό περιεχόμενο στις ιδέες των εναλλακτικών οικονομικών, απλά ήταν περισσότερο παραδοσιακά «οικονομικές» από αυτού του είδους την έρευνα. Η τιμολογιακή συμπεριφορά αποτελεί ίσως το πιο προφανές παράδειγμα.10 Οι τιμές φαίνεται να καθορίζονται σε σχέση με απλές, προβλεπόμενες εμπειρικές μεθόδους. Ακόμη και στην περίπλοκη, υψηλής απόδοσης, βιομηχανία υπολογιστών των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό που φαίνεται να έχει αποτελέσει για πολλά χρόνια το βασικό κανόνα είναι τρομερά απλό : καθόρισε την τιμή πώλησης ως τρεις φορές το κόστος κατασκευής.11 Φυσικά, έχουν αναπτυχθεί πιο περίπλοκα σύνολα διαδικασιών (καθώς και η ειδική θέση του manager που είναι υπεύθυνος για την τιμολογιακή πολιτική). Όμως, οι διαδικασίες αυτές, ενδεχομένως ακόμα φαίνεται να είναι κατανοητές με βάση τα εναλλακτικά οικονομικά και βέβαια ανοικτές στην έρευνα (αν και, ίσως και λόγω άγνοιας, δεν γνωρίζω να έχει δημοσιευθεί καμία από αυτές). Για παράδειγμα, μια τέτοια έρευνα θέτει τις τιμές των supercomputer σε σχέση με ένα καλά ορισμένο, οικονομικό μοντέλο, του οποίου ο σχετικός κανόνας είναι ότι από το 35-40% των εισπράξεων μιας πώλησης θα πρέπει να καλύπτεται το κόστος κατασκευής καθώς και μερικά έξοδα που αφορούν το κομμάτι της συντήρησης, αφήνοντας ένα overhead της τάξης του60-65%.12 Πολλοί διαφορετικοί τρόποι καθορισμού του κόστους κατασκευής κάνουν αυτούς τους κανόνες, ακόμη και αν είναι απλοί στον τύπο, εύχρηστους στην εφαρμογή : θα θεωρούσα όμως ότι, η κατανόηση αυτών αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της κατανόησης της βιομηχανίας των υπολογιστών, καθώς και ότι δεν είναι με κανέναν τρόπο τυχαίοι αλλά έχουν βαθιές ρίζες. Θα ήταν για παράδειγμα εντυπωσιακό να συγκρίνεις την τιμολογιακή πολιτική ανάμεσα στις γιαπωνέζικες και στις αμερικάνικες βιομηχανίες υπολογιστών. Θα υπήρχε οπωσδήποτε κάποιος λόγος να σκεφτείς ότι, γενικά, μπορεί οι γιαπωνέζικες τιμές να καθορίζονται σε σχέση με ευριστικές μεθόδους εντελώς διαφορετικές με εκείνες που εμφανίζονται να επικρατούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.13 Αν αυτό είναι σωστό για τους υπολογιστές, είναι απίθανο να αποτελεί μια τυχαία διαφοροποίηση : πιθανώς σχετίζεται με τις σημαντικές διαφορές στις επιχειρησιακές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες βιομηχανίες υπολογιστών.

Ομοίως, πολλές φορές έχει υποστηριχθεί ότι μεγάλες επιχειρήσεις καθορίζουν τα συνολικούς τους προϋπολογισμούς για έρευνα και ανάπτυξη (Research and Development, R&D) με βάση σχετικά απλούς εμπειρικούς κανόνες.14 Στην Cray Research, ο R&D προϋπολογισμός καθορίστηκε στο 15% των συνολικών εσόδων.15 Από την άλλη πλευρά, κάποιες πρόσφατες Βρετανικές μαρτυρίες θεωρούν ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο προφανή16, και φαίνεται πιθανό να υπάρχουν πολλές άλλες περιπλοκές, όπως η σημασία του καθορισμού των εξόδων, ή η R&D που αφορά τη φορολογία και την αντίληψη της μελλοντικής προοπτικής μιας επιχείρησης. Πάντως και σε αυτή την περίπτωση, οι εμπειρικές μέθοδοι που εμπνεύστηκαν από τα εναλλακτικά οικονομικά πρέπει να είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.17

Άλλωστε, αξίζει να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με διάφορα ερευνητικά ή και επιστημονικά εργαστήρια R&D, ο σκοπός λειτουργίας ενός R&D εργαστηρίου μιας επιχείρησης είναι να βοηθήσει την επιχείρηση αυτή να αυξήσει το κέρδος της. Το κέρδος δηλαδή είναι, αν όχι ο κυρίαρχος, ο πιο σημαντικός στόχος μιας επιχείρησης. Έτσι, οποιοσδήποτε θα ανέμενε ότι οι κανόνες που καθορίζουν τον προϋπολογισμό για R&D συνδέονται τόσο με παράγοντες που αφορούν τη ζήτηση αλλά και την αποπλήρωση του R&D, όσο και με παράγοντες που σχετίζονται με το κόστος του R&D.

Πιο συγκεκριμένα, πολλές έρευνες έχουν παρουσιάσει με σαφήνεια την έκταση στην οποία το ποσό που δαπανάται στην προσπάθεια για R&D επηρεάζεται από το επίπεδο της ζήτησης ή των πωλήσεων του προϊόντος για το οποίο διεξάγεται η έρευνα. Σε βιομηχανικό επίπεδο για παράδειγμα, ο Schmookler ισχυρίζεται ότι το προσδοκώμενο μέγεθος της αγοράς ενός προϊόντος είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει το ποσό της προσπάθειας που καταβάλλεται για R&D που στοχεύει είτε στη βελτίωση του προϊόντος, είτε στη μείωση του κόστους του. Στην κατασκευαστική βιομηχανία τουλάχιστον, οι δαπάνες για R&D σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με τις πωλήσεις της βιομηχανίας, ενώ μετατόπιση των πωλήσεων σε οποιαδήποτε κατεύθυνση προκαλεί και μια αντίστοιχη μετατόπιση των R&D δαπανών προς την ίδια κατεύθυνση.

Επίσης, πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων υιοθετούν τον ακόλουθο κανόνα καθορισμού του προϋπολογισμού τους για R&D : οι δαπάνες τους για R&D είναι ένα σταθερό κλάσμα των πωλήσεων τους.

Πάντως, πρέπει να αναφερθεί ότι σε αντίθεση με παράγοντες που αφορούν την πλευρά της ζήτησης και οι οποίοι επηρεάζουν το επίπεδο των δαπανών για R&D με αρκετά κατανοητό τρόπο, η επίδραση διαφόρων μεταβλητών, που επηρεάζουν την ευκολία ή τη δυσκολία της έρευνας για ορισμένους συγκεκριμένους τομείς προϊόντων, στο ποσό των δαπανών για R&D στους τομείς αυτούς, είναι αρκετά αβέβαιη και ασαφής. Είναι αλήθεια ότι έχουν διατυπωθεί αρκετές υποθέσεις στο θέμα αυτό.

Πολλοί μελετητές για παράδειγμα έχουν προτείνει ότι η «γνώση» που σχετίζεται με ορισμένες τεχνολογίες είναι πιο δυνατή, πιο βαθιά, από τη «γνώση» που σχετίζεται με άλλες τεχνολογίες, ενώ πιστεύουν και ότι μια δυνατή βάση γνώσεων διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την έρευνα της τεχνολογίας. Βέβαια, είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια το νόημα της φράσης «πιο δυνατή γνώση». Μερικοί ερευνητές έχουν συνδέσει τη γνώση με τις τυπική επιστήμη και έχουν αποπειραθεί να κατατάξουν ορισμένες βιομηχανίες (όπως βιομηχανίες ηλεκτρονικών ή χημικών) ως πιο στενά συνδεδεμένες με την επιστήμη, σε σχέση με άλλες βιομηχανίες (όπως βιομηχανίες υφαντουργίας). Παρόλα αυτά όμως, αν και υπήρχε μια συμφωνία σχετικά με την ταξινόμηση αυτή, υπήρχε έντονη διαμάχη σχετικά με την επίδραση μιας πιο δυνατής επιστημονικής βάσης στις δαπάνες αλλά και στα αποτελέσματα της έρευνας και της ανάπτυξης. Έτσι, μερικοί οικονομολόγοι, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τον Schmookler, υποστήριξαν ότι η σχέση μεταξύ της δυνατής της επιστημονικής βάσης σε μια βιομηχανία και το ποσό για έρευνα και ανάπτυξη που δαπανάται από την βιομηχανία αυτή, είναι πολύ ασθενέστερη από τη σχέση μεταξύ του επιπέδου ζήτησης του προϊόντος που παράγει και του ποσού που δαπανά για R&D. Αντίθετα, ορισμένοι άλλοι όπως ο Rosenberg, υποστήριξαν ότι η πρόοδος της τεχνολογίας είναι πολύ πιο γρήγορη σε βιομηχανίες που είναι πολύ κοντά στην τυπική επιστήμη. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο προαναφερθείσες θέσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη και ασύμφωνες μεταξύ τους, αφού η πρώτη αφορά τα εισαγόμενα στη έρευνα και την ανάπτυξη, ενώ η άλλη αφορά τα παραγόμενα από την έρευνα και την ανάπτυξη.

Τροχιές

Τι μπορούμε να πούμε, όμως, για το περιεχόμενο της Έρευνας και Υλοποίησης παρά για την ποσότητά της; Ίσως η πιο ευδιάκριτη συνεισφορά μέσα στο πλαίσιο της πρόσφατης εργασίας πάνω στην παράδοση των εναλλακτικών οικονομικών είναι η αντίληψη της τεχνολογικής τροχιάς, ή της ‘φυσικής τροχιάς’ της τεχνολογίας.18

Η έρευνα και υλοποίηση (R&D) μπορεί να μεγαλώσει και τεχνική πρόοδος να υπάρξει. Αυτός ο χαρακτηρισμός μπορεί να συλλάβει τι γίνεται σε μερικές τεχνολογίες, αλλά αποτυγχάνει να εξηγήσει την βαθμιαία αυξανόμενη φύση της τεχνολογικής προόδου σε πολλούς τομείς. Σε πολλές τεχνολογικές ιστορίες το καινούριο δεν είναι μόνο καλύτερο από το παλιό. Με κάποια έννοια το καινούριο πηγάζει από το παλιό. Μια εξήγηση γι αυτό είναι ότι το αποτέλεσμα των σημερινών ερευνών δεν είναι απλά μια καινούρια τεχνολογία, αλλά επίσης αυξάνει την γνώση και διαμορφώνει την βάση νέων μπλοκ που θα χρησιμοποιηθούν αύριο.

Θεωρήστε το σύνολο των τεχνολογικών δυνατοτήτων που ορίζονται από διάφορες αναμίξεις συστατικών. Με βάση προηγούμενη εμπειρία, αυτός που παίρνει την απόφαση πιστεύει ότι μια σημαντική αύξηση στην ποσότητα ενός από αυτά σε σχέση με τα υπόλοιπα θα οδηγούσε σε οικονομικά ανώτερα προϊόν. Αλλά δεν είναι σίγουρος, και δεν ξέρει πόσο περισσότερο να προσθέσει. Μια λογική στρατηγική έρευνας και υλοποίησης (R&D) μπορεί να δοκίμαζε πρώτα τις οικονομικές ιδιότητες ενός μίγματος λίγο πλουσιότερου από ότι το προηγούμενο, και, αν τα αποτελέσματα είναι αρεστά, θα δοκίμαζε ένα ακόμα πλουσιότερο μίγμα, κτλ. Γενικά μια καλή στρατηγική έρευνας και υλοποίησης (R&D) θα σταματούσε την διαδικασία κάπου κοντά στην κορυφή γιατί οι οικονομικές ιδιότητες που επιτεύχθηκαν είναι αρκετά καλές και γιατί τα κέρδη από την δημιουργία ενός νέου μίγματος δεν αναμένεται να αξίζουν την πραγματοποίηση ενός ακόμα τεστ. Όμως οι γνώσεις που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε μια επόμενη προσπάθεια.

Σε πολλές βιομηχανίες που παράγουν υλικό όπως η βιομηχανία αεροσκαφών, η έρευνα και υλοποίηση (R&D) μπορεί να αναπαρασταθεί σαν ένα βαθμιαίο συμπλήρωμα των λεπτομερειών μιας γενικά δύσκολης σχεδιαστικής ιδέας, με την σχεδιαστική δουλειά να καθοδηγείται από μια σειρά από μελέτες και τεστ. Σε επόμενα στάδια αυτές αφορούν πρωτότυπες εκδόσεις του πραγματικού νέου υλικού. Σε προσπάθειες αυτού του είδους η εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων είναι κάπως επιβεβλημένη. Οι ερευνητές φτιάχνουν μια παραλλαγή που δεν υπήρχε πριν και βρίσκουν πως αυτή δουλεύει. Γενικά το νέο σχέδιο θα αφορά ένα μεγάλο αριθμό από υποσχέδια. Κάθε ένα από αυτά μπορεί να υπάρξει ένα συγκεκριμένο «σχεδιαστικό πρόβλημα» προς λύση, με την έννοια ότι συγκεκριμένοι στόχοι απόδοσης πρέπει να επιτευχθούν. Η γνώση μπορεί να οδηγήσει την προσπάθεια για την λύση του προβλήματος σε υποσχόμενα εναλλακτικά σχέδια. Επίσης η γνώση μπορεί να οδηγήσει το γενικό σχέδιο προσδιορίζοντας ποια προβλήματα μπορεί να είναι εύκολα ή δύσκολα και οδηγώντας την στρατηγική σε σχηματισμούς που δεν απαιτούν τα προηγούμενα προβλήματα να έχουν λυθεί. Τα νέα υλικά αναπαριστούν ένα σύνολο από λύσεις σε σχεδιαστικά προβλήματα και παρέχουν ένα νέο σημείο εκκίνησης για την επόμενη προσπάθεια έρευνας και υλοποίησης.

Έχουμε δει μέχρι τώρα ότι τα αποτελέσματα του σήμερα είναι ταυτόχρονα μια επιτυχημένη νέα τεχνολογία και μια αρχή για τις αυριανές έρευνες. Είναι λογικό άλλωστε να ψάχνουμε για κάτι παρόμοιο αλλά πιθανότατα καλύτερο από αυτό που είχε ανακαλυφθεί στο παρελθόν. Αυτό μπορούμε να το δούμε σαν τροποποίηση μερικών στοιχείων στο σχέδιο του χτεσινού επιτυχημένου νέου αεροσκάφους, προσπαθώντας να λύσουμε κάποια προβλήματα που ακόμα υπάρχουν ή που παρουσιάσθηκαν κατά την χρήση.

Αυτή η μορφοποίηση δείχνει να εξηγεί ικανοποιητικά συγκεκριμένες απόψεις για αυτό που έχει γίνει γνωστό σαν κύκλος προϊόντος. Η ιστορία πολλών τεχνολογιών δείχνει να χαρακτηρίζεται από περιστασιακές μεγάλες ανακαλύψεις που ακολουθούνται από ένα κύμα από μικρές (ανακαλύψεις). Ένα μέρος αυτού που συμβαίνει είναι η εξέλιξη του σχεδίου του προϊόντος. Ο Enos αναφέρει ότι σε πολλές περιπτώσεις οι πρώτες εκδόσεις της νέας τεχνολογίας σκόπευαν να γίνουν ελάχιστα καλύτερες από τις πιο πρόσφατες εκδόσεις της παλιότερης τεχνολογίας και δεν ήταν μερικές φορές ανώτερες καθόλου. Τα πλεονεκτήματα του νέου επιτυγχάνονταν ευρέως με τα κύματα βελτιώσεων που ήταν εφικτές με το νέο σχέδιο, συγκρινόμενα με την δυσκολία του να βρεις περαιτέρω μεγάλες βελτιώσεις στο παλιό.

Όσο εξελίσσεται το προϊόν τόσο εξελίσσεται και η διαδικασία παραγωγής. Ο Hirsch έδειξε τρία διαφορετικά είδη μηχανισμών στην εργασία : οι εργαζόμενοι μαθαίνουν να κάνουν την δουλειά τους καλύτερα, το μάνατζμεντ μαθαίνει πώς να οργανώνει πιο αποτελεσματικά και οι μηχανικοί ξανασχεδιάζουν το προϊόν για να κάνουν την δουλειά πιο εύκολή και για να αντικαταστήσουν τα εργατικά όπου αυτό είναι εφικτό και πιο οικονομικό. Διαφορετικά είδη κόστους επηρεάζονται διαφορετικά κατά την διαδικασία εκμάθησης. Συγκεκριμένα, τα εργατικά κόστη ανά μονάδα τείνουν να μειωθούν δραματικά, τα κόστη των υλικών ανά μονάδα μειώνονται σε μικρότερο βαθμό και το κεφάλαιο ανά μονάδα μπορεί να αυξηθεί.

Σε μερικές περιπτώσεις αυτό το κυνήγι για ελάχιστες βελτιώσεις αφορά την εξερεύνηση σε μια ποικιλία από διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλά σε μερικές περιπτώσεις κάποιες κατευθύνσεις δείχνουν πολύ πιο συναρπαστικές από ότι άλλες. Ιδιαίτερα σε βιομηχανίες όπου η τεχνολογική πρόοδος είναι πολύ γρήγορη, η πρόοδος δείχνει να ακολουθεί την πρόοδο με έναν τρόπο που φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτος. Ο Rosenberg γράφει για «τεχνολογικές αναγκαιότητες» σαν να οδηγούν την εξέλιξη συγκεκριμένων τεχνολογιών : εμπόδια σε συνδεδεμένες εργασίες και αδύναμα σημεία στα προϊόντα καθορίζουν τους στόχους για βελτίωση. Σε άλλες περιπτώσεις, οι κατευθύνσεις που ακολουθούνται δείχνουν «ισχυρότερες» από ότι προτείνεται από την έμφαση του Rosenberg στην μετατόπιση του κέντρου της προσοχής. Αποκαλούμε αυτά τα μονοπάτια σαν «φυσικές τροχιές».

Οι φυσικές τροχιές είναι καθορισμένες για μια συγκεκριμένη τεχνολογία ή μιας ευρέως ορισμένης «τεχνολογικής μεθόδου». Χρησιμοποιούμε τον όρο «τεχνολογική μέθοδος» συσχετιζόμενο με τις αντιλήψεις των τεχνικών σχετικά με το τι είναι εφικτό ή τουλάχιστον με το τι αξίζει να προσπαθήσουμε.

Συχνά οι διάφορες τροχιές είναι αλληλοσυμπληρούμενες. Ενώ οι φυσικές τροχιές έχουν κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με την συγκεκριμένη τεχνολογία, εμφανίζεται το φαινόμενο να υπάρχουν συγκεκριμένες φυσικές τροχιές που είναι κοινές σε ένα μεγάλο εύρος τεχνολογιών. Δυο από αυτές που έχουν προσδιορισθεί καλά είναι : προοδευτική εκμετάλλευση από μη ορατές στην κλίμακα οικονομίες και αυξανόμενη μηχανοποίηση λειτουργιών που έχουν γίνει με το χέρι. Η πρώτη τροχιά θα επιτρέψει την επέκταση του προϊόντος χωρίς αντίστοιχη αύξηση του κεφαλαίου ή άλλων εξόδων. Από την άλλη πλευρά η μηχανοποίηση δείχνει να θεωρείται από τους σχεδιαστές σαν ένας φυσικός τρόπος να μειωθεί το κόστος, να αυξηθεί η αξιοπιστία και η ακρίβεια της παραγωγής καθώς και να υπάρξει πιο αξιόπιστος έλεγχος στις λειτουργίες.

Αν και οι δύο παραπάνω τροχιές εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην τεχνολογική πρόοδο, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να πιστεύουμε ότι δεν θα είναι τόσο ισχυρές και στο μέλλον. Για παράδειγμα στον 20ο αιώνα υπάρχουν δύο χρησιμοποιούμενες φυσικές τροχιές που δεν ήταν διαθέσιμες πριν : η επέκταση μιας κατανόησης του ηλεκτρισμού και η δημιουργία και η βελτίωση ηλεκτρικών και πρόσφατων ηλεκτρονικών κομματιών ---- όμοιες εξελίξεις που αφορούν χημικές τεχνολογίες.

Μια άποψη των φυσικών τροχιών, είτε είναι για μια συγκεκριμένη τεχνολογία ή πιο γενικές, είτε του 19ου αιώνα ή πιο σύγχρονες, είναι ότι κάτω από την κίνηση κατά μήκος τους βρίσκεται ένα σώμα γνώσης που αποκτάται από του τεχνικούς, τους μηχανικούς και τους επιστήμονες που εμπλέκονται στην σχετική δραστηριότητα. Η γνώση μπορεί να αφορά περισσότερο την τέχνη και την έμπνευση παρά την επιστήμη. Ωστόσο πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι κάτω από τις τεχνολογίες που είχαν την πιο γρήγορη ανάπτυξη βρίσκεται μεγάλη επιστημονική γνώση.

Το ότι υπάρχει ένα πραγματικό φαινόμενο που αξίζει προσοχής είναι ξεκάθαρο. Η τεχνολογική αλλαγή όντως παρουσιάζει ισχυρά μορφώματα, όπως η αυξανόμενη μηχανοποίηση των λειτουργιών που γίνονται με το χέρι, η αύξηση της συρρίκνωσης των μικρό-ηλεκτρονικών στοιχείων και την αύξηση της ταχύτητας των υπολογισμών των υπολογιστών. Ορισμένα από αυτά τα μοντέλα είναι όντως τόσο ακριβή όπως το να χρησιμοποιείς κανονικό ποσοτικό τύπο(μορφή). Για παράδειγμα, «ο Νόμος του Μoore» αναφορικά με τον ετήσιο διπλασιασμό των αριθμών των στοιχείων των πιο εξελιγμένων μικροτσίπ, που σχηματίστηκαν το 1964, έδειξε ότι ίσχυε αξιοσημείωτα καλά (με μέγιστο μια σταδιακή αύξηση στο διπλασιασμό του χρόνου στα πρόσφατα χρόνια) από το αρχικό τρανζίστορ επίπεδης επεξεργασίας του 1959 μέχρι τις μέρες μας.19

Το πρόβλημα, βεβαίως, είναι πως θα εξηγηθούν τόσο ισχυρά μοντέλα τεχνολογικών αλλαγών.

Η τεχνολογική αλλαγή αποτελεί σημαντικό τομέα της εξελικτικής διαδικασίας. Επομένως, η μοντελοποίηση της τεχνολογικής αλλαγής δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί βασικό στόχο κατά την μελέτη της τεχνολογίας. Είναι γεγονός ότι έχουν γίνει πολλές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση όμως στις περισσότερες περιπτώσεις η φύση των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπιστούν δυσχέραινε την ανάλυση τους. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυσκολία ανάλυσης είναι ανάλογη της ισχυρότητας αυτών των μοντέλων στην πρακτική εφαρμογή τους.

Το «φυσιολογικό» είναι ένας επικίνδυνος ορισμός εδώ. Ένας ορισμός του «φυσιολογικού» είναι το τι ακολουθεί εξαιτίας της ροής των πραγμάτων –το τι οι άνθρωποι ασυνείδητα έχουν πρόθεση να κάνουν, χωρίς εξωτερική υποκίνηση. Αυτό είναι το νόημα του «φυσιολογικού» στο παρακάτω κείμενο του Nelson και Winter: "To αποτέλεσμα των σημερινών αναζητήσεων είναι τόσο μια επιτυχημένη καινούρια τεχνολογία όσο και ένα φυσιολογικό αρχικό σημείο για τις μελέτες του αύριο. Υπάρχει μια «γειτονική» αντίληψη σχετικά φυσικής ποικιλίας. Είναι λογικό να ψάχνουμε για ένα καινούριο φάρμακο «παρόμοιο» αλλά πιθανόν καλύτερο από αυτό που ανακαλύφθηκε χτες. Ένας μπορεί να σκεφτεί να τροποποιήσει κάποια στοιχεία στο σχεδιασμό ενός επιτυχημένου νέου αεροσκάφους του χθες, προσπαθώντας να επιλύσει προβλήματα που ακόμα υπάρχουν στο σχεδιασμό ή που αποφεύχθηκαν διαμέσου ενός συμβιβασμού."20 Όπως περιγράφουν ο Miller και ο Sawers, το αυθεντικό Douglas DC-3, το αποτέλεσμα του συνδυασμού ενός αριθμού από έρευνες και υλοποιήσεις, αντιπροσώπευσε ένα ολοκληρωτικά νέο αεροσκάφος : ολοκληρωτικά μεταλλικό εξωτερικό, χαμηλό φτερό, πιο δυνατές μηχανές. Το βασικό σχέδιο βελτιώθηκε σε μια ποικιλία από μοντέλα. Κάθε επιτυχημένη γενιά αεροπλάνων ήταν πιο γρήγορη, και ήταν πιο άνετη. Το αρχικό βασικό σχέδιο επεκτάθηκε για να επιτευχθεί επιπρόσθετη απόδοση και διαφοροποιήθηκε για να ανταποκριθεί σε διαφορετικές απαιτήσεις και όρους. Το DC-4 ήταν η αρχή για μια σειρά από εκδόσεις τεσσάρων μηχανών. Στα μέσα της δεκαετίας του 50 οι δυνατότητες του σχεδίου αυτού είχαν επεκταθεί πάρα πολύ. Η άφιξη του Boeing 707 και του Douglas DC-8 σήμανε την αρχή ενός νέου τεχνολογικού κύκλου στην βιομηχανία των αεροσκαφών. Το πρόβλημα είναι ότι το ‘φυσιολογικό’ έχει κάπως διαφορετικό νόημα, σημαίνοντας το τι παράγεται από, ή σύμφωνα, με τη φύση. Αυτό το διαφορετικό νόημα μπορεί να μην είναι δύσκολο αλλά βεβαίως δεν ηχούσε σαν μια πιθανή ερμηνεία της μηχανικής21 μεταφοράς της ‘τροχιάς’. Εάν ρίξω μια πέτρα, εγώ ως ανθρώπινος παράγοντας της δίνω μια αρχική διεύθυνση. Από εκεί και πέρα η τροχιά της επηρεάζεται από φυσικές δυνάμεις μόνο. Η ιδέα της ‘τεχνολογικής τροχιάς’ μπορεί εύκολα να εννοηθεί ότι σημαίνει πως από την στιγμή που η τεχνολογική αλλαγή δρομολογείται αρχικά σε μια δεδομένη διεύθυνση (για παράδειγμα, με την επιλογή ενός συγκεκριμένου παραδείγματος) και η μετέπειτα ανάπτυξη της καθορίζεται από τεχνικές δυνάμεις.

Εάν ο Nelson και ο Winter συγκλίνουν στην αρχική έννοια του ‘φυσιολογικού’, ο Giovanni Dosi -του οποίου η παραδοχή της θεώρηση της τροχιάς έχει υπάρξει τουλάχιστον εξίσου επιρρεαστίκη- μπορεί μερικές φορές22 να διαβαστεί σαν να περικλείει την δεύτερη. Για να πάρουμε δύο παραδείγματα:

Η ‘κανονική’ τεχνική πρόοδος συντηρεί μια ενέργεια από μόνη της η οποία καθορίζει το πλάτος του προσανατολισμού των καινοτόμων δραστηριοτήτων.

Από την στιγμή που μια διεύθυνση έχει επιλεχθεί και έχει εγκαθιδρυθεί, αυτό από μόνο του μας δείχνει μια ενέργεια.23

Ένα ισχυρό μόρφωμα τεχνολογικής αλλαγής όντως κατέχει ενέργεια αλλά ποτέ ενέργεια από μόνο του. Η τεχνολογική αλλαγή δεν είναι αυτόνομη, με την έννοια ότι δεν πραγματοποιείται από μόνη της. Έτσι τα μορφώματα που υπάρχουν σε αυτή συνδέονται τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλές τεχνολογικές και κοινωνικές έννοιες και διαδικασίες. Οι επιδράσεις αυτές, κάνουν το ισχυρό μόρφωμα να έχει ενέργεια και κατά συνέπεια υπόσταση. Χωρίς τους συνδετικούς ιστούς δεν μπορεί να υπάρξει το μόρφωμα από μόνο του. Ιστορικά στοιχεία μιας case-study (όπως η μελέτη του Tom Hughes’, πλούσια σε διορατικότητα, της τροχιάς της χημείας της υδρογεννετικής) μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να δείξουν αυτό, όπως μπορεί η θεωρία του «δικτύου-δραστών» του Michel Gallon, Bruno Latour, John Law, και οι συνάδερφοι τους.24 Θα επιχειρηματολογήσω πάνω στο θέμα κάπως διαφορετικά, παρουσιάζοντας μια άποψη των τροχιών που είναι προφανής αλλά η οποία, παραδόξως, φαίνεται να μην έχει αναπτυχθεί στη λογοτεχνία του θεωρητικού υπόβαθρου του ζητήματος25 – δηλαδή, ότι η τεχνολογική τροχιά μπορεί να θεωρηθεί σαν μια αυτο-ικανοποιούμενη προφητεία.

Τα ισχυρά μόρφωμα των τεχνολογικών αλλαγών είναι κατά ένα μέρος ισχυρά διότι οι τεχνολόγοι και άλλοι πιστεύουν ότι είναι ισχυρά. Κάτι που είναι αποδεκτό ότι ισχύει δεν αμφισβητείτε εύκολα, τουλάχιστον όχι από αυτόν που το πιστεύει. Σε μια τέτοια κατάσταση ότι πιστεύει κανείς το θεωρεί δεδομένο, αντίληψη που ενισχύεται με το πέρασμα του χρόνου. Έτσι μερικά μορφώματα της τεχνολογικής αλλαγής είναι ισχυρά επειδή η εξέλιξη που επιβάλουν είναι επιθυμητή και αυτοί που τα καθορίζουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό είναι ευχαριστημένοι με το παραγόμενο αποτέλεσμα.

Πάρτε, για παράδειγμα, την ισχυρή αύξηση στην ταχύτητα υπολογισμών των υπολογιστών. Οποιαδήποτε στιγμή στο χρόνο από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1980 φαίνεται να υπάρχει ένας λογικά ομόφωνος υπολογισμός του πιθανού ρυθμού της αύξησης της ταχύτητας των υπερυπολογιστών: ότι αυτό, για παράδειγμα, θα αύξανε κατά έναν παράγοντα περίπου ίσο με 10 κάθε πέντε χρόνια.26 Οι σχεδιαστές των υπερυπολογιστών σχεδίαζαν έχοντας υπ’ όψιν σε τέτοιες εκτιμήσεις ώστε να τους βοηθήσουν να κρίνουν το πόσο γρήγορες θα έπρεπε να ήταν οι επόμενες μηχανές τους ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν με αυτές των ανταγωνιστών τους, και επομένως οι υπολογισμοί επέδρασαν σημαντικά στην μορφοποίηση του σχεδιασμού των υπερυπολογιστών. Ο σχεδιαστής του ΕΤΑ υπερυπολογιστή μου είπε ότι καθόρισε το βαθμό του παραλληλισμού της αρχιτεκτονικής αυτής της μηχανής αποφασίζοντας ότι θα έπρεπε να είναι 10 φορές πιο γρήγορο από τον πρόγονο του Cyber 205. Συμβουλευόμενος έναν ειδικό στην τεχνολογία των μικροτσίπ ανακάλυψε ότι η αναμενόμενη επιτάχυνση στα βασικά τσιπς ήταν της τάξης του τετραπλάσιου. Ο βαθμός του παραλληλισμού καθορίστηκε αργότερα από την ανάγκη να αποκτηθεί ο υπολοίπων παράγοντας περίπου ίσος με 2,5 με τη χρήση πολλαπλών επεξεργαστών.27

Αν και δεν κατάφερα να πάρω συνέντευξη από τον Seymour Gray ή από τους σχεδιαστές των Γιαπωνέζικων υπερυπολογιστών, τα στοιχεία συνιστούν παρόμοιες διαδικασίες λογικής υποστήριξης στο υπόλοιπο πεδίο του κύριου υπερυπολογισμού ( μη περιλαμβάνοντας μαζικά παράλληλες αρχιτεκτονικές και μίνι υπερυπολογιστές).28 Όπου ήταν δυνατόν, η ταχύτητα αυξήθηκε κατά το ποσό που κρίθηκε απαραίτητο με τη χρήση γρηγορότερων συστατικών, ενώ διατηρήθηκε η ίδια αρχιτεκτονική ελαχιστοποιώντας το ρίσκο και μειώνοντας τα προβλήματα συμβατότητας με τις υπάρχουσες μηχανές. Όταν δεν φαινόταν πιθανό να είναι διαθέσιμα ικανοποιητικά γρήγορα συστατικά, οι αρχιτεκτονικές τροποποιήθηκαν για να κερδίσουν αυξανόμενη ταχύτητα μέσω ποικίλων μορφών του παραλληλισμού. Παρατηρούμε ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα ήρθε μέσα από μια κατάλληλη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Ο τρόπος που πραγματοποιήθηκε η αναπτυξιακή και εξελικτική αυτή διαδικασία είναι ευέλικτος και ευρηματικός. Η παράγωγη του ζητούμενου προϊόντος έγινε όσο το δυνατόν οικονομικότερα, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερο την υπάρχουσα τεχνογνωσία.

Η προφητεία ενός συγκεκριμένου βαθμού αύξησης ήταν πλέον αυτο- ικανοποιούμενη. Είχε πλέον ξεκάθαρα υπηρετήσει σαν μια πρόκληση της τεχνολογικής φιλοδοξίας. Είχε επίσης υπηρετήσει, μολονότι λιγότερο φανερά, να περιορίσει μια τέτοια φιλοδοξία. Γιατί, ίσως θα ρωτούσε ο αναγνώστης, οι σχεδιαστές ικανοποιούνταν αντί να αναζητούν το να βελτιστοποιούν; Γιατί δεν σχεδίασαν τον γρηγορότερο δυνατόν υπολογιστή ( το οποίο είναι αυτό που αυτοί και ιδίως ο Seymour Gray είχαν λεχθεί ότι θα κάνουν); Κατά το ένα μέρος, λόγω των γενικών δυσκολιών της ιδέας της βελτιστοποίησης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ήταν το ρίσκο και το κόστος . Κατά γενική ομοφωνία, όσο υψηλότερος σε ταχύτητα ήταν ο στόχος τόσο μεγαλύτερο ήταν το ρίσκο μιας τεχνολογικής αποτυχίας και τόσο μεγαλύτερο τελικό κόστος της μηχανής. Αν και οι αγοραστές των υπερυπολογιστών ήταν καλά εξοπλισμένοι, ήταν παραδοσιακά παραδεκτό ότι υπήρχε ένα «πειστικό» φάσμα κόστους των υπερυπολογιστών, με λίγες μηχανές να κοστίζουν περισσότερο από 20 εκατομμύρια δολάρια. Όταν οι σχεδιαστές δεν μετρίαζαν τις φιλοδοξίες τους για να λάβουν υπόψη το ρίσκο και το κόστος, το κάνανε οι μάνατζερ και οι χρηματοδότες τους.29 Ο αναμενόμενος βαθμός ταχύτητας βοηθά σαν μέτρο σύγκρισης για το τι είναι κατάλληλα ρεαλιστικό επίπεδο φιλοδοξίας. Η εξέλιξης της τεχνολογίας δεν είναι μια καθαρά επιστημονική εργασία. Ανέκαθεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τους διαθέσιμους χρηματικούς πόρους που μπορούσαν να δαπανηθούν. Μάλιστα, από την στιγμή που η πληρέστερη οργάνωση και εκμετάλλευση των διαθέσιμων πόρων έγινε επιτακτική, η τεχνολογική εξέλίξη άρχισε να καθορίζεται όλο και περισσότερο από τις κοινωνικές επιστήμες.

Στην περίπτωση των υπερυπολογιστών, όλοι οι εμπλεκόμενοι συμφωνούν ότι η αυξανόμενη ταχύτητα είναι επιθυμητή. Παρομοίως, οι εμπλεκόμενοι με το σχεδιασμό των τσιπ φαίνεται να παραδέχονται ότι, αν και άλλα πράγματα είναι εξίσου σημαντικά, είναι επιθυμητός ο αυξημένος συνολικός αριθμός των συστατικών. Οι τροχιές είναι αυτο-ικανοποιούμενες προφητείες, οπωσδήποτε ακόμα και όταν αυτό δεν είναι έτσι. Πάρτε την «μηχανοποίηση των διαδικασιών που πριν γινόταν με το χέρι». Αν και έχει αναλυθεί σαν μια φυσική τροχιά από τους Nelson-Winter,30 φυσικά έχει συχνά φανεί ούτε φυσική ούτε επιθυμητή στους εμπλεκόμενους-ειδικότερα στους εργάτες που φοβούταν για τις δουλειές ή τις τέχνες τους, αλλά μερικές φορές επίσης στις διαχειρίσεις που δεν επιθυμούσαν την αλλαγή, την επένδυση και την ανασφάλεια. Ένα ισχυρό επιχείρημα της μηχανοποίησης ωστόσο, υπήρξε η υπόθεση ότι άλλες εταιρίες και άλλες χώρες θα μηχανοποιήσουν και ότι η εταιρία που δεν θα το κάνει θα σταματήσει να λειτουργεί. Η αύξηση της ακρίβειας των πυραύλων είναι μια παρόμοια, αν και απλούστερη, περίπτωση: αυτοί που την ένιωθαν ως ανεπιθύμητη ( γιατί ίσως θα έκανε ελκυστικό ένα πυρηνικό πρώτο κτύπημα στις δυνάμεις ενός αντιπάλου) έχουν συχνά νιώσει ανίκανοι να αντιταχθούν σε αυτό γιατί το έχουν παραδεχτεί ως αναπόφευκτο και ειδικότερα ασταμάτητο από τις συμφωνίες ελέγχου των όπλων. Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία στο να του αντιταχθούν υπήρξε ένας παράγοντας που το κατέστει δυνατό.

Η φύση της τεχνολογικής τροχιάς ως αυτο-ικανοποιούμενη προφητεία μπορεί να εκφραστεί στην γλώσσα τόσο των οικονομικών όσο και της κοινωνιολογίας. Όπως ένας οικονομολόγος θα το έθετε, οι προσδοκίες είναι μια αδιάσπαστη άποψη των μορφωμάτων της τεχνολογικής αλλαγής. Η εργασία του Brian Arthur και του Paul David είναι σχετική εδώ, αν και έχει, από όσο ξέρω, σε μεγάλο βαθμό αναφερθεί σε αποφάσεις τεχνικής ή πρότυπα παρά τις συσσωρευτικές, διαδοχικές αποφάσεις που σχηματίζουν μια τροχιά. Σε μια διασκεδαστική και διορατική συζήτηση της σχεδόν καθολικής υιοθέτησης του κατώτερου QWERTY πληκτρολόγιου, ο David γράφει:

Η διαίσθηση υποδεικνύει πως εάν οι επιλογές γίνονταν κατ ένα τρόπο με τον οποίο βλέπουμε μπροστά, παρά μυωπικά με βάση τις συγκρίσεις στα τρέχοντα ισχύοντα κόστη των διαφορετικών συστημάτων, το τελικό αποτέλεσμα θα επηρεαζόταν ισχυρά από τις προσδοκίες που οι επενδυτές στα συστατικά συστημάτων –είτε συγκεκριμένα προσόντα πληκτρολόγησης ή γραφομηχανών- τελικά είχαν αναφορικά με τις αποφάσεις που θα λαμβάνονταν από τους άλλους πράκτορες. Ένα συγκεκριμένο σύστημα θα μπορούσε να θριαμβεύσει κατά των αντιπάλων μόνο και μόνο γιατί οι αγοραστές λογισμικού (και/ή του υλικού) περίμεναν πως θα το έκανε. Αυτή η διαίσθηση φαίνεται να υποστηρίζεται από πρόσφατες, τυπικές αναλύσεις των αγορών όπου οι αγοραστές αντίπαλων προϊόντων επωφελούνται από εξωτερικούς παράγοντες υπό προϋποθέσεις σχετικά με το μέγεθος του συμβατικού συστήματος ή «δίκτυο» με το οποίο εκ τούτου αυτοί συνδέονται.31

Οι προσδοκίες των ενεργών στοιχείων στο τεχνολογικό μέλλον είναι μέρος αυτού που κάνει ένα συγκεκριμένο μέλλον, παρά από άλλα πιθανά μέλλοντα, αληθινό. Με την δυνατότητα να βλέπουμε πίσω, το μονοπάτι που πραγματικά παίρνεται μπορεί όντας να φαίνεται φυσικό, όπως υποδεικνύεται από την ίδια την φύση του φυσικού κόσμου. Αλλά τα «μη-εργοδικά» εξαρτόμενα-απο-το-μανοπάτι μοντέλα του Brian Arthur των διαδικασιών υιοθεσίας βοηθούν ζωτικά στο να μας υπενθυμίζουν τρόπους με τους οποίους τεχνολογίες στερούνται ευδιάκριτων ορίων, αρχής, ουσιαστικής υπεροχής μπορούν γοργά να γίνουν μη-αντιστρεπτά ανώτερες στην πράξη παρόλη την ίδια την διαδικασία υιοθέτησης.32

Ο κοινωνιολογικός τρόπος του να εκφράσουμε ουσιαστικά την ίδια άποψη είναι το να πούμε ότι η τεχνολογική τροχιά είναι ένας θεσμός. Ως θεσμός συνδέεται άμεσα με την κοινωνία και τις διάφορες τάσεις και δυνάμεις που κυριαρχούν. Έτσι ,όπως κάθε θεσμός, αυτό υποστηρίζεται όχι μέσω κάθε εσωτερικής λογικής είτε μέσω ουσιαστικής υπεροχής απέναντι σε άλλους θεσμούς, αλλά λόγω των ενδιαφερόντων που αναπτύσσουν στην συνέχεια της και της πίστης ότι θα συνεχίσει. Η συνέχεια της τοποθετείται μέσα στα πλαίσια του υπολογισμού και της συνήθους συμπεριφοράς των δραστών, και συνεχίζει γιατί είναι κατ’ αυτό τον τρόπο πλαισιωμένη. Είναι έντονα προβληματικό να δούμε κοινωνικούς θεσμούς ως φυσικούς με την έννοια ότι αντιστοιχούν στην φύση (αν και έτσι συχνά αναγνωρίζονται), αλλά οι θεσμοί συχνά γίνονται φυσικοί με την έννοια ότι ασυνείδητα θεωρούνται ως δεδομένοι. Η πιο σχετική κοινωνιολογική εργασία εδώ είναι αυτή του Barry Barnes, ο οποίος έχει υποστηρίξει πως οι αυτο-ικανοποιούμενες προφητείες πρέπει να μην αντιμετωπίζονται ως μια παθολογική μορφή συμπεράσματος (όπως συχνά ήταν σε πρωτύτερες κοινωνιολογικές συζητήσεις), αλλά ως η βάση όλων των κοινωνικών θεσμών, συμπεριλαμβανομένου του διεισδυτικού φαινομένου της δύναμης.33

Ο ισχυρισμός μου δεν είναι ο ιδεαλιστικός κατά τον οποίο όλες οι προφητείες είναι αυτο-ικανοποιούμενες. Πολλές ευρέως αποδεχόμενες τεχνολογικές προβλέψεις αποδείχθηκαν λανθασμένες. Όχι όλα τα μορφώματα της τεχνολογικής αλλαγής μπορούν να θεσμοθετηθούν, και θα είναι χαζό να αρνηθούμε ότι τα χαρακτηριστικά του υλικού κόσμου του «μη-ανθρώπινου δράστη» των Calon και Latour, παίζει ένα ρόλο στο καθορισμό των μορφωμάτων που θεσμοθετούνται. Ένας λόγος για τον οποίο είναι ελκυστική η έννοια μιας φυσικής τροχιάς προς τα εναλλακτικά οικονομικά είναι ότι τα οικονομικά έχουν αντιδράσει όχι εναντίον στον τεχνολογικό ντετερμινισμό (όπως έχει η κοινωνιολογία της τεχνολογίας), αλλά εναντίον μια πλευράς της τεχνολογίας σαν μία εντελώς πλαστική οντότητα μορφοποιημένη βούληση από τα παντογνωστικά χέρια των δυνάμεων της αγοράς.34

Συμμερίζομαι εντελώς το ένστικτο ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να μορφοποιηθεί κατά βούληση, είτε από τις αγορές ή από τις κοινωνίες. Η τεχνολογία από την φύση της ακολουθεί συγκεκριμένους νόμους και η εξέλιξή της διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες. Είναι σαφές, ότι οι κανόνες αυτοί διαμορφώνονται κατά ένα μεγάλο μέρος από τις αγορές ή τις κοινωνίες, αλλά όχι ολοκληρωτικά. Υπάρχουν φυσικά όρια και περιορισμοί που γίνονται αντιληπτοί κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια υπέρβασης τους. Το ρίσκο, ωστόσο, του να εκφράσεις αυτό του ισχύοντος ένστικτου στην έννοια της φυσικής τροχιάς είναι αυτό που αληθινά «σκότωσε» την πνευματική(διανοητική) περιέργεια για τους σκοπούς της συνέπειας στα μορφώματα της τεχνολογικής αλλαγής. Αν και είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν είναι σκόπιμο από τους υποστηρικτές του, ο όρος έχει μια δυστυχισμένη αντήχηση με ευρεία διαδεδομένες (αν υπονοούμενες) προκαταλήψεις για την σωστή σφαίρα κοινωνικο-επιστημονικής ανάλυσης της τεχνολογίας –προκαταλήψεις που κλείνουν συγκεκριμένες γραμμές αναζήτησης. Αφήστε να δώσω ένα παράδειγμα. Υπάρχει η συμφωνία ότι είμαστε μάρτυρες μιας επανάστασης της πληροφοριακής τεχνολογίας ή μιας αλλαγής «τεχνοοικονομικού παραδείγματος» βασισμένη σε πληροφοριακές και επικοινωνιακές τεχνολογίες. Σημαντικής σημασίας σε αυτή την επανάσταση, ή νέο παράδειγμα, είναι, κατά γενική παραδοχή, η τεχνολογία μικροτσίπ και το μόρφωμα ανάπτυξης του νόμου του Moore της: "ξεκάθαρα αντιληπτό χαμηλό και γοργά ελαττωμένο σχετικό κόστος", "προφανώς σχεδόν απεριόριστη διαθεσιμότητα προμήθειας σε μακρές περιόδους"," καθαρή δυνατότητα για … χρήση της ενσωμάτωσης … σε πολλά προϊόντα και διαδικασίες σε όλη την οικονομία".35 Ωστόσο σε όλες τις πολλές οικονομικές και κοινωνιολογικές σπουδές της πληροφοριακής τεχνολογίας υπάρχει με τα βίας ένα κομμάτι δημοσιευμένης έρευνας – και ελπίζω να μην γράφω εν άγνοια μου εδώ- στις ειδοποιούς διαφορές του μορφώματος του Νόμου του Moore.36 Κατηγορηματικά είτε υπονοούμενα, θεωρείται να είναι μια φυσική τροχιά αυτή της οποίας τα αποτελέσματα μπορούν να μελετηθούν από οικονομολόγους και κοινωνιολόγους αλλά της οποίας τα αίτια κείτονται έξω από τον χώρο τους. Στην εργασία του Dosi στους ημιαγωγούς, για παράδειγμα, ο Νόμος του Moore χαρακτηρίζεται ως "σχεδόν ένας 'φυσικός νόμος' της βιομηχανίας", ένας παράγοντας που δίνει μορφή στην τεχνολογική πρόοδο, αλλά όχι ένας του οποίου η ίδια η μορφή πρέπει να εξετασθεί.37 Μέχρι μια τέτοια μελέτη του Νόμου του Moore γίνει, δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ποίες διανοητικές ικανότητες χάνονται, αλλά είναι απίθανο αυτές να είναι ασήμαντες.

Εθνολογιστική

Μια επισταμένη κατανόηση των ισχυρών μοντέλων της τεχνολογικής αλλαγής που υπάρχουν προσφέρει μια εφικτή γέφυρα πάνω από το κενό ανάμεσα στις οικονομικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις της τεχνικής αλλαγής. Μια άλλη εφικτή γέφυρα που θα την αποκαλούσα «εθνολογιστική» ανάλογα με την εθνομουσικολογία, την εθνοβοτανολογία, ή την εθνομεθοδολογία. Ακριβώς όπως εθνοβοτανολογία είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες τοποθετούν σε κατηγορίες τα φυτά, μια μελέτη που δεν είναι δομημένη από τις αντιλήψεις μας για την εγκυρότητα αυτών των ιδιοτήτων κατηγοριοποίησης, η εθνολογιστική θα πρέπει να είναι η μελέτη του πως οι άνθρωποι κάνουν τους οικονομικούς υπολογισμούς τους, ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις μας για την ποιότητα αυτού του υπολογισμού και από τις επαγγελματικές ταμπέλες που είναι προσκολλημένες σε αυτούς που εμπλέκονται.

Η εθνολογιστική δεν έχει υπάρξει παραδοσιακό ενδιαφέρον για συγγραφείς μέσα στον κλάδο της λογιστικής. Το φυσικό ενδιαφέρον τους ήταν πως η λογιστική πρέπει να εξασκηθεί, παρά πως πραγματικά εξασκείται.38 Παρόλο που αργότερες μελέτες έχουν γίνει πολύ πιο κοινές την τελευταία δεκαετία (δες για παράδειγμα, τις σελίδες του άρθρου Accounting Organizations and Society), ακόμα είναι μικρή η συστηματική μελέτη από ερευνητές της λογιστικής για την εθνολογιστική της τεχνολογικής αλλαγής. Οι κοινωνιολόγοι γενικά δεν έχουν ενδιαφερθεί για την εθνολογιστική, τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα.39 Συγκρίνετε για παράδειγμα το πελώριο μέγεθος της κοινωνιολογίας της ιατρικής με την σχεδόν μη υπάρχουσα κοινωνιολογία της λογιστικής.40 Από την στιγμή που το τελευταίο επάγγελμα μπορεί να αιτιολογηθεί ότι είναι τόσο σημαντικό για τον σύγχρονο κόσμο όσο και το πρώτο, είναι δύσκολο να μην υποπτευθούμε ότι οι κοινωνιολόγοι έχουν επηρεαστεί από γενική εικόνα της λογιστικής σαν ένα πεδίο που μπορεί να είναι κερδοφόρο αλλά είναι επίσης και πολύ βαρετό.

Φυσικά κάτι τέτοιο το αναμένει κανείς αν έχει κατανοήσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την ιατρική από την λογιστική. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αν και πρόκειται για δυο εξίσου σημαντικές επιστήμες, είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η βαρύτητα έχει δοθεί στην ιατρική. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στο ότι τα θέματα τα οποία διαπραγματεύεται η ιατρική είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από τα αντίστοιχα της λογιστικής. Είναι εμφανές ότι η λογιστική εμφανίζει μια μονοτονία προς την πλευρά του μελετητή, ενώ οι συνεχείς εξελίξεις στην ιατρική κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον.

Είναι περισσότερο εκπληκτικό ότι οι οικονομολόγοι έχουν αγνοήσει τις πραγματικές εφαρμογές της λογιστικής, αλλά αυτό φαίνεται να είναι το θέμα. Ο Nelson και ο Winter πρότειναν ένα λόγο ο οποίος, αν και αμφιλεγόμενα εκφρασμένος, μπορεί να είναι σωστός : « Για την ορθοδοξία, οι λογιστικές διαδικασίες (μαζί με όλες τις άλλες όψεις πραγματικών διαδικασιών απόφασης) είναι ένα πέπλο πάνω από τα αληθινά φαινόμενα που οι εταιρίες αποφασίζουν οριστικά, που είναι πάντα λογικά προσανατολισμένες στην πληροφορία του άγνωστου μέλλοντος …. Χάρη στην σχεδόν χωρίς λόγο ανυποληψία της ορθοδοξίας για ότι θεωρεί ως τα επιφαινόμενα της λογιστικής εξάσκησης, μπορεί να είναι πιθανό να κάνουμε σημαντική πρόοδο στην θεωρητική αναπαράσταση της συμπεριφοράς των εταιριών χωρίς καμία άμεση εμπειρική έρευνα – όλα όσα χρειάζεται κανείς είναι ένα βασικό λογιστικό βιβλίο.41

Η εθνολογιστική πιο κεντρικά αφορά την κατηγορία του «κέρδους». Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ακόμα και αν οι εταιρίες δεν μπορούν να μεγιστοποιήσουν το κέρδος, σίγουρα βγάζει νόημα να δούμε αυτές σαν να έχουν αυτόν τον προσανατολισμό. Αλλά μπορούν να ξέρουν τα κέρδη τους μόνο με τις εφαρμογές της λογιστικής. Και όσο αυτές αλλάζουν, το ίδιο κάνει και η έννοια, για αυτούς που εμπλέκονται, του κέρδους. Για παράδειγμα, το The Visible Hand του Alfred Chandler, ανιχνεύει πως οι εφαρμογές της λογιστικής και ο ορισμός του κέρδους άλλαξαν σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ανάδειξης της σύγχρονης ιδιωτικής επιχείρησης.42 Δυστυχώς, ο Chandler ντύνει την βαθιά του ανάλυση σε τηλεολογική γλώσσα – περιγράφει μια εξέλιξη προς σωστή εφαρμογή της λογιστικής και έναν «ακριβή» ορισμό του κέρδους43 – και δεν δένει άμεσα τις αλλαγές που αναφέρει με τις αλλαγμένες εξελίξεις της τεχνολογίας.

Η «τηλεολογία» έχει διορθωθεί και η σύνδεση με την τεχνολογική αλλαγή έχει σφυρηλατηθεί, αν και σε πολύ πιο περιορισμένο πεδίο, από την ιστορικό της τεχνολογίας Judith McGaw.44 Αν και ικανοποιητική για του σκοπούς αυτών που εμπλέκονται, η λογιστική εξασκεί στον 19ο αιώνα , όπως αυτή τονίζει, «κρυφό καπιταλισμό» και τονισμένα εργατικά κόστη, διευκολύνοντας τον μηχανισμό των εργασιών που γίνονται με τα χέρια. Αν και άλλοι δεν έχουν κάνει τις ίδιες συνδέσεις που η McGaw έχει, είναι προφανές ότι οι εφαρμογές που αναφέρει δεν ήταν περιορισμένες στην συγκεκριμένη βιομηχανία που συζητά.45

Το γενικό ζήτημα του αν η εξάσκηση της λογιστικής δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε μια συγκεκριμένη κλάση του κόστους, και συνεπώς η προσπάθεια να βρεθούν καινούριες ιδέες προς την κατεύθυνση της μείωσης αυτού του κόστους, είναι αξιοπρόσεχτης σημασίας. Οι εφαρμογές της λογιστικής που δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα εργατικά κόστη είναι πιθανό γενικά να επιταχύνουν την αντικατάσταση των ανθρώπων από μηχανήματα. Ωστόσο μπορεί να αποτελέσουν εμπόδιο στην εισαγωγή σε κεφάλαιο-αποθήκευσης ή ενέργεια-αποθήκευσης τεχνολογίες και πολλά τωρινά συστήματα πληροφορικής-τεχνολογίας θεωρούνται σαν να έχουν αυτά τα πλεονεκτήματα.

Άλλωστε αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι το κόστος που σχετίζεται με το εργατικό δυναμικό (ότι αυτό μπορεί να περιλαμβάνει) είναι ιδιαίτερα σημαντικό για κάθε επιχείρηση. Η εμπειρία που έχει προκύψει από την μελέτη των ενεργειών διαφόρων επιχειρήσεων, κάθε φορά που αυτές στοχεύουν στην μείωση του κόστους, μας δείχνει ότι πολύ συχνά προχωρούν στην αντικατάσταση των ανθρώπων από μηχανήματα. Η αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως αποτελεί και την πιο συνηθισμένη πολιτική που ακολουθείται από κάθε επιχείρηση στην προσπάθεια της να μειώσει το κόστος. Επομένως και οι ίδιες οι εφαρμογές της λογιστικής δεν μμπορούν παρά να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έχει πολλές παρενέργειες στην οικονομική άλλα και κοινωνική οργάνωση του περιβάλλοντος στο οποίο υπάρχει κάθε επιχείρηση.

Υπάρχουν επίσης αποδείξεις από μικρά, ασύνδετα αλλά ενδιαφέροντα κομμάτια ότι οι τεχνικές του οικονομικού υπολογισμού των νέων τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται στην Μεγάλη Βρετανία και στις Η.Π.Α. μπορεί να διαφέρουν από αυτές που χρησιμοποιούνται στην Ιαπωνία. Σαν αποτέλεσμα, το κέρδος ορίζεται διαφορετικά. Στην Μεγάλη Βρετανία και στις Η.Π.Α. υπάρχει τυπικά μεγάλη εμπιστοσύνη (για σκοπούς λήψης αποφάσεως, και επίσης στην βράβευση των μάνατζερ) σε αυτό που ένας κριτής αποκαλεί «οικονομικές μετρήσεις απόδοσης, όπως το διαμοιραζόμενο κέρδος, οι οποίες δίνουν μια ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας και ακρίβειας αλλά οι οποίες είναι σχετικά εύκολα να ελεγχθούν με τρόπους που δεν βελτιώνουν την μακρόχρονη ανταγωνιστική θέση της εταιρίας, και γίνονται το κέντρο του ενδιαφέροντος της κερδοσκοπικής συμπεριφοράς των μάνατζερ.46 Η γιαπωνέζικη λογιστική διαχείρισης, αντίθετα, ασχολείται λιγότερο με οικονομικές μετρήσεις σε τόσο βραχυχρόνια προοπτική. Όσο οι γιαπωνέζικες εταιρίες προφανώς δεν είναι αδιάφορες για το κέρδος, και είναι φυσικά νόμιμα περιορισμένες για το πώς το κέρδος υπολογίζεται για φορολογικούς σκοπούς, δείχνουν πιο ευέλικτες στην εσωτερική κατανομή του κόστους και στον ορισμό του κέρδους. Οι γιαπωνέζικες εταιρίες «φαίνεται να χρησιμοποιούν συστήματα λογιστικής (διαχείρισης) περισσότερο για να δώσουν κίνητρο στους υπαλλήλους τους να λειτουργούν σύμφωνα με μακροχρόνιες στρατηγικές κατασκευής παρά για να παρέχουν υψηλή διαχείριση με ακριβείς πληροφορίες σε κόστη, διακυμάνσεις και κέρδη».47

Αβεβαιότητα και κλείσιμο

Η εθνολογιστική είναι μια άποψη από το πολύ μεγαλύτερο θέμα που μπορούμε να το αποκαλέσουμε την κατασκευή του οικονομικού. Οικονομικά φαινόμενα όπως τιμές, κέρδη και αγορές δεν είναι απλώς «εκεί» - αυτό-συντηρούμενα, αυτό-εξηγούμενα – αλλά υπάρχουν μόνο στην προέκταση ότι συγκεκριμένα είδη σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν. Αυτή είναι ίσως η πιο κεντρική συνεισφορά του Marx στο θέμα μας.48 Ο Marx αφιέρωσε το τελικό κομμάτι του volume 1 του Capital στην ανάλυση της ιστορικής ανάπτυξης του κεφαλαίου σαν ένα τρόπο για συγκαταβατικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Εννοείται επίσης ότι στον λογαριασμό του Marx βρίσκεται η αιτία του γιατί η πραγματική υπόσταση είναι εύκολο να ξεχαστεί. Δεν είναι μόνο ότι ο καπιταλισμός δίνει αύξηση σε ένα συγκεκριμένο τρόπο οικονομικής ζωής. Κάτω από τον καπιταλισμό, όψεις κοινωνικών σχέσεων αδιαχώριστες σε προηγούμενες μορφές της κοινωνίας (όπως πολιτική δύναμη και οικονομικές σχέσεις) πετυχαίνουν έναν μοναδικό βαθμό διαχωρισμού, δίνοντας αύξηση στην «thing-like» εμφάνιση του οικονομικού.

Μια από τις ομορφιές της τεχνολογικής αλλαγής είναι ότι μετατρέπει την ερώτηση της κατασκευής του οικονομικού από μια γενική ερώτηση σχετικά με καπιταλιστική κοινωνία σε συγκεκριμένο και αναπόφευκτο ενδιαφέρον. Η συχνά αναφερόμενη ανυπολόγιστη αβεβαιότητα της τεχνολογικής αλλαγής κάνει δύσκολα τα υπολογιστικά πλαίσια των οικονομικών. Ο Chris Freeman, για παράδειγμα, συγκρίνει προσπάθειες σε πρώιμες εξελίξεις των R&D project με «φυλετικούς χορούς του πολέμου».49 Αυτός αναφέρεται σε εξασκήσεις των συμμετεχόντων, αλλά αξίζει να σημειώσουμε ότι οι οικονομολόγοι της τεχνολογικής αλλαγής, στην έρευνά τους για μια πρώτη μορφή μηχανής η οποία να τους ελκύσει, έχουν συχνά στραφεί στον Joseph Schumpeter, με την έμφασή του σε μη-υπολογιστικές όψεις της οικονομικής δραστηριότητας, πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο προκάτοχο.

Το ζήτημα μπορεί χρήσιμα να ξαναδιατυπωθεί με τους όρους της θεωρίας του «δικτύου-δραστών». Καινούρια τεχνολογική εξέλιξη απαιτεί την κατασκευή ενός καινούριου δικτύου-δραστών.50 Σαφώς αυτός είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να διαφοροποιήσουμε καινούριες εξελίξεις από πιο αυξητικές αλλαγές. Μόνο μια φορά ένα νέο network έχει επιτυχώς σταθεροποιηθεί και κάνει αξιόπιστους οικονομικούς υπολογισμούς να γίνουν εφικτοί.51 Πριν αυτό αναπτυχθεί άλλες φόρμες δράσης και άλλες φόρμες κατανόησης απαιτούνται.

Τα ασταθή δίκτυα είναι συνεπώς ένα πρόβλημα για τα οικονομικά, τουλάχιστον για τα ορθόδοξα οικονομικά. Με σύγκριση, η μελέτη τους έχει υπάρξει ένας μεγάλος δότης δύναμης για την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης.52 Η επιστημονική αμφιλογία, όπου η «ερμηνευτική ευελιξία» των επιστημονικών ευρημάτων γίνεται προφανής, είναι το τελευταίο πεδίο της πιο παραγωγικής περιοχής της εμπειρικής μελέτης, και η ερμηνευτική ευελιξία είναι το ανάλογο με αυτό που οι οικονομολόγοι αναφέρουν ως «αβεβαιότητα».53 Η αδυναμία της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης έχει, μάλλον, υπάρξει στην μελέτη του κλεισίματος – την μείωση της (κατά κανόνα άπειρης) ερμηνευτικής ευελιξίας, την ανάλυση της αμφιλογίας, την ανάπτυξη σταθερών δικτύων.

Τα οικονομικά της τεχνολογικής αλλαγής και η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης έτσι προσεγγίζουν βαθιά το ίδιο θέμα – την δημιουργία σταθερών δικτύων – από εντελώς αντίθετες πλευρές. Δεν ξέρω τι είναι πιο σωστό : το να χρησιμοποιήσεις εργαλεία σχεδιασμένα για σταθερά δίκτυα για να μελετήσεις την αστάθεια μου φαίνεται να είναι λιγότερο παραγωγικό από το να χρησιμοποιήσεις εργαλεία σχεδιασμένα για αστάθεια για να μελετήσεις την σταθερότητα.54 Σίγουρα, προσπαθώντας το πρώτο είναι αυτό που οι εναλλακτικοί οικονομολόγοι έχουν κάνει λάθος στην ιδέα της τεχνολογικής τροχιάς.

Ο τελευταίος τρόπος, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που αναπτύχθηκαν στην μελέτη της αστάθειας, απαιτεί ωστόσο ένα βήμα πίσω στην έρευνα της τεχνολογικής αλλαγής : μια επιστροφή στην «φυσική ιστορία»55 της εξέλιξης του 1960 και του 1970, αλλά μια επιστροφή με διαφορετικό επίκεντρο, τονίζοντας την εμπειρική μελέτη των ευριστικών, τον ρόλο της αυτό-ικανοποιούμενης προφητείας στα ισχυρά μοντέλα της τεχνολογικής αλλαγής, και την εθνολογιστική της τεχνολογικής αλλαγής. Πρέπει να ξέρουμε περισσότερα σχετικά με την δομή της ερμηνευτικής ευελιξίας στην τεχνολογική αλλαγή, και σχετικά με τους τρόπους που η ερμηνευτική ευελιξία μειώνεται στην πράξη. Πώς, στην ορολογία των οικονομολόγων, μετατρέπεται η αβεβαιότητα σε ρίσκο;56 Πώς, για παράδειγμα, κρίνουν οι συμμετέχοντες εάν επιχειρούν αυξανόμενη ή ολοκληρωτική εξέλιξη;57 Ποιος είναι ο ρόλος της δοκιμής των τεχνολογιών (και των ανάλογων όπως δημιουργία πρωτοτύπων και καθορισμός παραδειγμάτων);58 Πώς η τεχνολογική αλλαγή πακετάρεται για τους σκοπούς της διαχείρισης – με άλλα λόγια, πώς είναι μια διαδικασία που από μια άποψη μπορεί να θεωρηθεί σαν άδικα αβέβαιη παρουσιαζόμενη σαν αντικείμενο για λογικό έλεγχο; Ποίοι είναι οι ρόλοι εδώ των προτάσεων των εργασιών, των αναθεωρήσεων των εργασιών, και των σημαντικών σταδίων της ανάπτυξης – των διαφορετικών συστατικών των «χορών του πολέμου» του Freeman; Πώς διαπραγματεύεται το όριο μεταξύ του «τεχνικού» και του «μη τεχνικού»; Ποια είναι αυτά που καθορίζουν την αξιοπιστία του τεχνικού, και του μη τεχνικού, που η γνώση απαιτεί;

Ακόμα και αν παραμερίσουμε το γεγονός ότι η τεχνολογική αλλαγή δεν είναι ουσιαστικά ίδια με την επιστημονική αλλαγή, δεν μπορούμε να κοιτάξουμε την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης για θεωρίες ή μοντέλα που μπορούν να εφαρμοσθούν άμεσα με σκοπό να απαντηθούν ερωτήσεις όπως αυτές. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που το πεδίο έχει αναπτυχθεί. Είναι περισσότερο μια ερώτηση ευαισθησιών, αναλογιών και λεξιλογίων. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παραλληλισμοί μεταξύ κλεισίματος στην επιστήμη και επιτυχημένης εξέλιξης στην τεχνολογία, και μεταξύ της ερμηνευτικής ευελιξίας και της αβεβαιότητας, είναι αρκετά ισχυροί ώστε να δείχνουν ότι εξερευνώντας αυτούς τους παραλληλισμούς μπορεί να είναι ένας σημαντικός τρόπος προόδου για την μελέτη της τεχνολογικής αλλαγής. Στο κλείσιμο της επιστημονικής αντιλογίας και στην επιτυχημένη τεχνολογική εξέλιξη, ένα προφανώς αυτό-διατηρούμενο πεδίο ενδιαφέροντος (της αντικειμενικής γνώσης, των οικονομικών διαδικασιών) προκύπτει, αλλά μόνο ως το τελικό προϊόν μιας διαδικασίας που αφορά πολύ περισσότερα από ότι είτε η φυσική πραγματικότητα ή ο οικονομικός υπολογισμός. Η κατανόηση του ενός θα βοηθήσει σίγουρα την κατανόηση του άλλου.

Επίλογος

Επιχειρηματολόγησα σχετικά με το ότι τα εναλλακτικά οικονομικά συσχετιζόμενα με τον Nelson, τον Simon, τον Winter και άλλους δείχνουν πιο σωστά από τα νεοκλασικά οικονομικά, με την υπονοούμενη ιδέα τους της μεγιστοποίησης του κόστους. Ιδέες από την προηγούμενη παράδοση θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στα οικονομικά και στην κοινωνιολογία σε πεδία όπου αυτές οι ιδέες δεν έχουν (σύμφωνα με τις γνώσεις μου) χρησιμοποιηθεί ευρέως, όπως εργαστηριακές μελέτες. Αυτά τα εναλλακτικά οικονομικά μπορούν επίσης να εφαρμοσθούν άμεσα στην τιμολόγηση και στο γενικό R&D budget των εταιριών, αν και πρόσφατη εμπειρική δουλειά σε αυτή την περιοχή δείχνει εκπληκτικά μικρή.

Η εφαρμογή των εναλλακτικών οικονομικών στο περιεχόμενο του R&D είναι πιο δύσκολη. Η μεταφορά της «τεχνολογικής τροχιάς» μπορεί να παρασύρει. Ισχυρά μοντέλα της τεχνολογικής αλλαγής υπάρχουν, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν «φυσικά» με την έννοια ότι ανταποκρίνονται στο φυσιολογικό. Ούτε και έχουν δική τους δυναμική. Απαιτήσεις σχετικά με το τεχνολογικό μέλλον είναι κύριες για αυτά : έχουν την μορφή των αυτό-ικανοποιούμενων προφητειών, ή κοινωνικών θεσμών. Το να συλλάβεις τα ισχυρά μοντέλα με αυτό τον τρόπο προσφέρει ένα τρόπο γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στα οικονομικές και στις κοινωνιολογικές εξηγήσεις της τεχνολογικής αλλαγής.

Ένας άλλος τρόπος γεφύρωσης του χάσματος είναι αυτό που έχω αποκαλέσει εθνολογιστική. Μελετώντας το πώς οι άνθρωποι κάνουν τους οικονομικούς υπολογισμούς της τεχνολογικής αλλαγής θα ενώσει το βασικό ενδιαφέρον των οικονομολόγων για τις οικονομικές όψεις της εξέλιξης με την εξίσου ισορροπημένη εμπειρία των κοινωνιολόγων. Έχω πει ότι η εθνολογιστική δεν θα είναι μια μικρή επιχείρηση, ανακατώνοντας τις βαρετές λεπτομέρειες της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά οφείλει να ρίξει φως σε κεντρικές ερωτήσεις όπως ο πρακτικός ορισμός του κέρδους και η σχετική τάξη της τεχνολογικής αλλαγής σε διαφορετικές ιστορικές και εθνικές περιοχές.

Τελικά, επιχειρηματολόγησα ότι, εξαιτίας της κεντρικότητας της αβεβαιότητας (ή των μη-σταθεροποιούμενων δικτύων) για την τεχνολογική αλλαγή, η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης, με την εμπειρία της στην μελέτη του πολύ σημαντικού ζητήματος της ερμηνευτικής ευελιξίας, οφείλει να έχει κάποια σχέση εδώ. Οι επιστήμονες κατασκευάζουν σταθερές, αγύριστες κατασκευές σε γνώση σε έναν κόσμο όπου καμία γνώση δεν κατέχει απόλυτη αιτία : από το χάος κατασκευάζουν αποδεδειγμένη αλήθεια. Οι τεχνολόγοι, οι εργάτες, οι χρήστες και οι διαχειριστές κατασκευάζουν επιτυχημένες εξελίξεις σε έναν κόσμο όπου οι τεχνολογική αλλαγή αφορά υπάρχουσα αβεβαιότητα, από το χάος, κατασκευάζουν ένα κόσμο όπου τα οικονομικά είναι εφαρμόσιμα.

Η Μελέτη της Τεχνολογίας ως Εργαλείο για Κοινωνιολογική Ανάλυση

Είναι γεγονός, ότι οι διάφοροι κοινωνικοί επιστήμονες(ιστορικοί, κοινωνιολόγοι ή οικονομολόγοι) επιχειρούν για μεγάλο διάστημα να εξηγήσουν το σκοπό, τα αποτελέσματα και τις συνθήκες εξέλιξης της Τεχνολογίας. Όμως, η μελέτη της ίδιας της Τεχνολογίας μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα εργαλείο κοινωνιολογικής ανάλυσης. Αυτή η αντιστροφή δεν είναι μόνο εφικτή αλλά και επιθυμητή. Μια τέτοια διαδικασία θα διεύρυνε την μεθοδολογική εμβέλεια των κοινωνικών επιστημών και θα διευκόλυνε την κατανόηση της τεχνολογικής εξέλιξης.

Γενικά, οι μηχανικοί που αναπτύσσουν μια νέα τεχνολογία, καθώς επίσης και αυτοί που συμμετέχουν σε κάποια στιγμή στο σχεδιασμό, εξέλιξη και εξάπλωσή της συνεχώς κάνουν υποθέσεις και μορφές επιχειρημάτων που βάζουν αυτούς τους συμμετέχοντες μέσα στο πεδίο της κοινωνιολογικής ανάλυσης. Είτε το θέλουν είτε όχι, μετατρέπονται σε κοινωνιολόγους ή καλύτερα μηχανικούς-κοινωνιολόγους.

Ειδικά στις περιπτώσεις ριζικών καινοτομιών, εξ’ αρχής, οι τεχνικές, επιστημονικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές θεωρήσεις συνδυάζονται αδιάρρηκτα δημιουργώντας ένα οργανικό σύνολο. Μέσα από μια τέτοια ετερογενικότητα και πολυπλοκότητα οι κοινωνιολογικές, τεχνοεπιστημονικές και οικονομικές αναλύσεις διαπλέκονται μόνιμα σε ένα δίκτυο. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε αυτό το χαρακτηριστικό για να μετατρέψουμε την μελέτη της τεχνολογίας σε ένα εργαλείο για κοινωνιολογική ανάλυση, οδηγούμενοι σε μια νέα επεξήγησης της δυναμικής της τεχνολογίας.

Μηχανικοί-Κοινωνιολόγοι

Η ικανότητα των μηχανικών να δρουν ως κοινωνιολόγοι μπορεί να διαπιστωθεί εμφανώς κατά την ανάπτυξη μια μεγάλης τεχνολογικής καινοτομίας.

Σε γενικές γραμμές, οι μηχανικοί παρουσιάζουν ένα σχέδιο που εκτός από τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά του προς ανάπτυξη προϊόντος, καθορίζει το κοινωνικό σύμπαν μέσα στο οποίο θα χρησιμοποιηθεί το προϊόν. Έτσι χρησιμοποιούν μαζί με τις τεχνικές και άλλες ικανότητες που συνήθως έχουν οι κοινωνικοί επιστήμονες. Οι μηχανικοί έχουν αρχικά ένα συγκεκριμένο όραμα για το μέλλον και το βασίζουν στις εκτιμήσεις των τροχιών ανάπτυξης βασικών δομικών στοιχείων του προϊόντος. Οι μηχανικοί καθορίζουν όχι μόνο την ταυτότητα των οντοτήτων που συμμετέχουν και το πεδίο στο οποίο θα δραστηριοποιηθούν αλλά επίσης και το σχετικό μέγεθός τους.

Βλέπουμε ότι οι μηχανικοί ελέγχουν τα πάντα. Μετακινούνται από τις θετικές επιστήμες στην πολιτική επιστήμη χωρίς μεταβάσεις. Η ανάλυση του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο θα χρησιμοποιηθεί το προϊόν είναι επίμονη και ταυτόχρονα εξονυχιστική.

Συμπερασματικά, εάν ένας μηχανικός-κοινωνιολόγος θέλει να αποδειχθεί σωστός, πρέπει να δημιουργήσει μια νέα αγορά. Η επιτυχία μετριέται από το μέγεθος του κέρδους.

Δίκτυα Δραστών

Οι μηχανικοί κατά την ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογίας συνδυάζουν και συσχετίζουν ετερογενή στοιχεία που η ταυτότητα και οι μεταξύ τους σχέσεις είναι προβληματικές. Η επιτυχία της κατασκευής μετριέται από την σταθερότητα και την μακροζωία των ετερογενών συσχετίσεων που προτείνονται από τους μηχανικούς.

Για την περιγραφή αυτών των ετερογενών συσχετίσεων και των μηχανισμών της μεταμόρφωσης ή σταθεροποίησης τους, εισάγεται η έννοια του δικτύου δραστών. Το δίκτυο δραστών δεν μπορεί να μειωθεί ούτε σε έναν δράστη μόνο, αλλά και ούτε σε ένα δίκτυο. Όπως ακριβώς τα δίκτυα αποτελείται από μια σειρά από ετερογενή στοιχεία, έμψυχα και άψυχα, που συνδέονται μεταξύ τους για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Το δίκτυο δραστών μπορεί, λοιπόν, να διαχωριστεί από τους παραδοσιακούς δράστες της κοινωνιολογίας, μια κατηγορία που γενικά αποκλείει κάθε μη ανθρώπινο παράγοντα και της οποίας η εσωτερική δομή μπορεί σπάνια να συγκριθεί με αυτή ενός δικτύου. Αλλά το δίκτυο δραστών δεν θα πρέπει, από την άλλη, να συγχέεται με ένα δίκτυο που συνδέει με κάποιο προβλέψιμο τρόπο στοιχεία που είναι αυστηρώς καλά ορισμένα και σταθερά. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, γιατί οι οντότητες που το συνθέτουν, μπορούν ανά πάσα στιγμή να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητα και τις αμοιβαίες τους σχέσεις με ένα νέο τρόπο και να φέρουν νέα στοιχεία στο δίκτυο. Το δίκτυο δραστών είναι ταυτόχρονα ένας δράστης που η δράση του συγκεντρώνεται στην διασύνδεση ετερογενών στοιχείων και ενός δικτύου που είναι ικανό να επαναπροσδιορίζει και να μεταμορφώνει τα δομικά του στοιχεία.

Η δυναμική της ανάπτυξης μιας νέας τεχνολογίας εξηγείται με διάφορους μηχανισμούς. Δύο από αυτούς είναι η απλοποίηση και η παράθεση.

Η απλοποίηση είναι το πρώτο στοιχείο απαραίτητο στην οργάνωση των ετερογενών συσχετίσεων. Στην θεωρεία η πραγματικότητα είναι άπειρη. Στην πράξη οι δράστες περιορίζουν τις συσχετίσεις τους σε μια σειρά από διακριτές οντότητες που τα χαρακτηριστικά τους είναι καλώς ορισμένα. Η έννοια της απλοποίησης χρησιμοποιείται για να εξηγήσει αυτή την μείωση ενός άπειρα πολύπλοκου κόσμου. Αυτό που κάνουν οι μηχανικοί είναι να εκφράζουν κάτι μεγάλο και πολύπλοκο σε κάτι απλούστερο που όμως αντιπροσωπεύει επαρκώς την μεγαλύτερη έννοια υπο μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Είναι σαφές ότι τέτοιες απλοποιήσεις διατηρούνται όσο δεν παρουσιάζονται άλλες οντότητες που κάνουν τον κόσμο πιο περίπλοκο στιγματίζοντας την πραγματικότητα που προτείνουν ως μια βελτιωτική προδοσία.

Είναι δυνατόν, η απλοποίηση να είναι αντιπροσωπευτική αλλά ταυτόχρονα να μπορεί να πάρει περισσότερες από μια συγκεκριμένες μορφές κυρίως μέσα από την απλοποίηση που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε βασικά δομικά της στοιχεία, Κάτι τέτοιο κάνει πολύ δύσκολή την ανάλυση της. Για αυτό το λόγο η απλοποίηση δεν είναι ποτέ εγγυημένη. Πρέπει πάντα να δοκιμαστεί.

Μια απλοποιημένη οντότητα, όντας το αποτέλεσμα μια απλοποίησης, έχει μια υπονοούμενη ύπαρξη από την παράθεση τα με άλλες οντότητες με τις οποίες συνδέεται. Εάν απομακρύνουμε ένα από αυτά τα στοιχεία τότε η όλη δομή αλλάζει. Το σύνολο των απαιτούμενων συσχετίσεων είναι το περιεχόμενο που δίνει σε κάθε οντότητα την σημασία της και ορίζει τους περιορισμούς της. Κάτι τέτοιο το κάνει με το να συσχετίζει την οντότητα με άλλες που υπάρχουν μέσα σε ένα δίκτυο. Επομένως εκεί υπάρχει μια διπλή διαδικασία: απλοποίηση και παράθεση. Οι απλοποιήσεις είναι δυνατές μόνο ένα στοιχεία παραθέτονται σε ένα δίκτυο συσχετίσεων, αλλά αντίστοιχα η παράθεση οντοτήτων απαιτεί ότι αυτές είναι απλοποιημένες.

Αυτές οι παραθέσεις ορίζουν τις συνθήκες λειτουργίας της κατασκευής του μηχανικού. Στην πραγματικότητα, από αυτές τις παραθέσεις οι συσχετίσεις αντλούν την συνοχή τους και την δομή των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των τμημάτων που τις περιλαμβάνουν. Εάν δεν τοποθετούνταν σε ένα δίκτυο, αυτά τα στοιχεία θα ήταν καταδικασμένα. Αυτές οι σχέσεις, που ορίζουν την συνεισφορά κάθε στοιχείου καθώς επίσης και την σταθερότητα της κατασκευής σαν σύνολο, είναι λογικό να διαφέρουν. Η διαφοροποίηση εξαρτάται από τα στοιχεία που συμμετέχουν και την σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ τους. Έτσι μπορούμε να έχουμε σχέσεις ανταλλαγής, βάση συμβολαίου, δύναμης ακόμη και κυριαρχίας.

Επομένως, οι διαδικασίες που οδηγούν σε αλλαγές στην σύνθεση και λειτουργία ενός δικτύου δραστών είναι υπερβολικά πολύπλοκες. Η έκταση στην οποία μια οντότητα μπορεί να υποβληθεί σε μετατροπές είναι μια συνάρτηση του τρόπου με τον οποίο η συγκεκριμένη οντότητα αντιπροσωπεύει και απλοποιεί ένα δίκτυο εκ μέρους ενός άλλου. Οι οντότητες είναι δυνατές γιατί συγκεντρώνουν άλλες. Οπότε, ένα δίκτυο είναι ανθεκτικό όχι μόνο λόγω της ανθεκτικότητας των δεσμών μεταξύ των σημείων του αλλά επίσης επειδή καθένα σημείο αποτελεί ένα ανθεκτικό και απλοποιημένο δίκτυο. Για αυτό το λόγο, κάθε μετατροπή επιρεάζει όχι μόνο τα στοιχεία του δικτύου δραστών και τις σχέσεις τους αλλά και τα δίκτυα που απλοποιεί καθένα από αυτά τα στοιχεία.

Το δίκτυο δραστών περιγράφει την δυναμική της κοινωνίας με όρους ριζικά διαφορετικούς από αυτούς που συχνά χρησιμοποιούν οι κοινωνιολόγοι. Γενικά οι κοινωνιολογικές θεωρίες παραμένουν μια έξυπνη και μερικές φορές γοητευτική κατασκευή, αλλά περιορίζονται στο να παραμένουν υποθετικές γιατί απλοποιούν την κοινωνική πραγματικότητα αποκλείοντας από τις συσχετίσεις τους όλες τις οντότητες που εξηγούν την συνεξέλιξη της κοινωνίας και των τεχνουργημάτων της. Αντίθετα το δίκτυο δραστών αποτελεί μια καλή εναλλακτική λύση στην διαδικασία της κοινωνιολογικής ανάλυσης αφού λαμβάνει υπ’ όψιν του τους άψυχους παράγοντες που υπεισέρχονται στην κοινωνική εξέλιξη.

Ένα νέο μεθοδολογικό εργαλείο

Οι κοινωνιολόγοι ως σήμερα, μάθαιναν για την κοινωνία μέσα από τα εργαλεία που είχαν αναπτυχθεί μέσα από την εξελικτική διαδικασία: αναφορές, στατιστικές αναλύσεις, συνεντεύξεις, παρατηρήσεις και ούτω καθ’ εξής. Ένας άλλος τρόπος για να μάθουμε σχετικά με την κοινωνία είναι να ακολουθήσουμε τους καινοτομιστές στις αναζητήσεις και εργασίες τους. Αυτή η μέθοδος είναι πολύ αποτελεσματική επειδή οι μηχανικοί δουλεύουν σε ριζικές καινοτομίες, είναι υποχρεωμένοι να αναπτύξουν συγκεκριμένες κοινωνιολογικές θεωρίες για να εντάξουν την εργασία τους στην κοινωνία. Μέσα από αυτή την διαδικασία οι κοινωνιολόγοι έχουν ένα πανίσχυρο εργαλείο για να υπολογίσουν την απόδοση διαφορετικών κοινωνιολογικών πλαισίων ανάλυσης.

Η μελέτη της επιστήμης μπορεί να παίξει έναν κρίσιμο ρόλο. Αντί να είναι κάποιος που οι ιδέες και τα πειράματα του μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος του κοινωνιολόγου, ο μηχανικός-κοινωνιολόγος γίνεται το μοντέλο στο οποίο στρέφεται ο κοινωνιολόγος για έμπνευση. Σε αυτή την περίπτωση, η έννοια του δικτύου δραστών γίνεται κεντρική επειδή αναγνωρίζει το ειδικό κοινωνιολογικό στυλ του μηχανικού-κοινωνιολόγου. Το να μεταμορφωθεί η ακαδημαϊκή κοινωνιολογία σε μια κοινωνιολογία ικανή να ακολουθεί την τεχνολογία μέσα από την διαδικασία επεξεργασίας της, σημαίνει να αναγνωρίσει ότι το σωστό αντικείμενο μελέτης της δεν είναι ούτε η κοινωνία ούτε οι καλούμενες κοινωνικές σχέσεις αλλά τα ίδια τα δίκτυα δραστών του ταυτόχρονα δίνουν ισχύ στην κοινωνία και την τεχνολογία.

Παραπομπές

  1. Σύγκρινε, για παράδειγμα, δύο πρωτοπόρες μονογραφίες που αφορούν την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία : του Ruth Schwartz Cowan, με τίτλο More Work for Mother: The Ironies of Household Technology from the Open Earth to the Microwave (Basic Books, 1983) και του Jonathan Gershuny, με τίτλο Social Innovation and the Division of Labour (Oxford University Press, 1983). Η ανάλυση του Cowan στηρίζεται κυρίως σε δεσμεύσεις αξίας. Ο Gershuny, αν και από τότε έχει διατηρήσει μια ακαδημαϊκή θέση στην κοινωνιολογία, αναπτύσσει ένα τυπικό οικονομικό μοντέλο μιας ορθολογιστικής, επιλογής μεγιστοποίησης.
  2. Ο Sidney Winter, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του Jon Elster, Explaining Technical Change: A Case Study in the Philosophy of Science (Cambridge University Press, 1983), σελίδες 139-140.
  3. Το κλασικό αντεπιχείρημα μπορεί να το βρει κανείς στο “The methodology of positive economics,” στο βιβλίο του Friedman: Essays in Positive Economics (University of Chicago Press, 1953), στις σελίδες 3-43 και ειδικά στη σελίδα 22. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτόν, ακόμα και αν οι επιχειρήσεις δεν στοχεύουν συνειδητά στην μεγιστοποίηση, μια διαδικασία παρόμοια με αυτή της φυσικής επιλογής συνεχίζεται. Επιχειρήσεις που συμβαίνει να ακολουθούν μια στρατηγική μεγιστοποίησης ή σχεδόν μεγιστοποίησης θα αναπτυχθούν, ενώ εκείνες που δεν ακολουθούν μια τέτοια πορεία θα συρρικνωθούν ή θα αποτύχουν και επομένως οι στρατηγικές που στοχεύουν στη μεγιστοποίηση θα υπερισχύσουν, ακόμα και αν εκείνοι που τις επιδιώκουν το κάνουν για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τη γνώση ότι στοχεύουν στη μεγιστοποίηση. Αν το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις ήταν σταθερό, τότε η υπεράσπιση αυτή θα ήταν εντελώς εφικτή. Όμως, η υπόθεση ενός σταθερού, δεδομένου περιβάλλοντος είναι εντελώς μη ρεαλιστική αλλά και απαγορευτική, ειδικά όταν εξετάζεται η τεχνολογική αλλαγή. Αν το περιβάλλον αλλάζει δραματικά, είναι κάθε άλλο από προφανές ότι υπάρχει μια σταθερή στρατηγική μεγιστοποίησης προς την επιλογή που θα μετακινήσει πληθυσμούς. Οι παιχνιδό-θεωρητικές εξηγήσεις της νεοκλασικής δομής βοηθούν, επειδή μπορούν να μοντελοποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο μια ενέργεια μιας επιχείρησης μεταβάλλει το περιβάλλον μιας άλλης επιχείρησης, αλλά αν και βασίζονται σε μια συγκεκριμένη σταθερότητα του πλαισίου εργασίας.
  4. Βλέπε το βιβλίο των R. M. Cyert και J. G. March με τίτλο A Behavioral Theory of the Firm (Prentice-Hall, 1963) αλλά το βιβλίο των Richard R. Nelson και Sidney G. Winter με τίτλο An Evolutionary Theory of Economic Change (Harvard University Press, 1982), σελίδες 107-112. Πρόσεξε τους ολοφάνερους παραλληλισμούς με τις συζητήσεις για την πολιτική επιστήμη στην εξήγηση της εθνικής πολιτικής, ειδικά στον τομέα της άμυνας και των εξωτερικών υποθέσεων, όπου μια «ρεαλιστική» θέση, σύμφωνη με τα νεοκλασικά οικονομικά, έχει αντιπαρατεθεί με μια «γραφειοκρατική πολιτική» θέση που έχει υποστηρίξει ότι η πολιτική είναι περισσότερο κατάληξη παρά απόφαση. Δύο κλασικά βιβλία είναι του Graham Allison, Essence of Decision: Explaining the Cuban Missile Crisis (Little, Brown, 1971), και του John D. Steinbruner, The Cybernetic Theory of Decision: New Dimensions of Political Analysis (Princeton University Press, 1974).
  5. Nelson και Winter, Evolutionary Theory.
  6. David Noble, Forces of Production: A Social History of Industrial Automation (Knopf, 1984), σελίδα 321.
  7. Αν και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι υπάρχει μια σύνδεση που ο Noble θα ήθελε να κατασκευάσει, αξίζει να σημειωθεί ότι η «κυριαρχία» είναι μια κατηγορία πολύ πιο κεντρική στην κοινωνιολογία του Max Weber παρά στην πολιτική οικονομία του Karl Marx.
  8. Αφού η καπιταλιστική κυριαρχία μπορεί να πάρει μια σειρά από διαφορετικές μορφές, από τις οποίες ο άμεσος έλεγχος είναι μόνον μία, θα ήταν περισσότερο σωστό να μιλάμε για ένα σύνολο ευριστικών μεθόδων. Η συζήτηση στο κείμενο, για χάρη της απλότητας, αφορά μόνο τον άμεσο έλεγχο.
  9. Michael Piore, “The impact of the labor market upon the design and selection of productive techniques within the manufacturing plant,” Quarterly Journal of Economics 82 (1986), όπως αναφέρεται από τον Noble στο Forces of Production, σελίδα 217. Για πιο πρόσφατη απόδειξη που να αφορά το ίδιο θέμα, βλέπε το βιβλίο των Michael L. Dertouzos, Richard K. Lester, Robert N. Solow and the MIT Commission on Industrial Productivity με τίτλο Made in America: Regaining the Productive Edge (MIT Press, 1989).
  10. Μια κλασική μελέτη της τιμολογιακής συμπεριφοράς στην εναλλακτική οικονομική παράδοση είναι η σημασία της τιμολόγηση σε ένα κατάστημα στο κεφάλαιο 7, στο βιβλίο των Cyert και March με τίτλο Behavioral Theory. Δες επίσης και το Evolutionary Theory, των Nelson και Winter, σελίδα 410.
  11. Συνέντευξη με τον Neil Lincoln (παλιότερα ένας πρωτοπόρος σχεδιαστής υπέρ-υπολογιστών στη Control Data Corporation and ETA Systems), Mineapolis, 3 Απριλίου 1990. Τα δεδομένα μου στην επικράτηση του 3:1 κανόνα είναι αυστηρά περιορισμένα και επομένως ότι υποστηρίζω στο κείμενο μπορεί απλώς να είναι δοκιμαστικό.
  12. Συνέντευξη με τον John Rollwagen (πρόεδρο του Cray Research Inc), Mineapolis, 3 Απριλίου 1990. Το μακράς διάρκειας ποσοστό του 65 τοις εκατό είχε μειωθεί στο 60 τοις εκατό από τότε.
  13. Toshiro Hiromoto, “Another hidden edge-Japanese management accounting,” Harvard Business Review 66 (1988), σελίδες 4, 22-26.
  14. Βλέπε το βιβλίο του Christopher Freeman, The Economics of Industrial Innovation, second edition (MIT Press, 1982), σελίδα 163, καθώς και το βιβλίο των Rod Coombs, Paolo Saviotti και Vivien Walsh, Economics and Technological Change (Macmillan, 1987), σελίδα 57.
  15. Συνέντευξη του Rollwagen.
  16. Η διατριβή των R. Ball, R. E. Thomas και J. McGrath “A Survey of relationships between company accounting and R&D decisions in smaller firms,” ανακοινώθηκε στο συνέδριο της ESRC με θέμα, “New Technologies and the Firm Initiative” Stirling, 1991. Οι συγγραφείς ανακάλυψαν ότι οι επιχειρήσεις ανέφεραν οτι δίνουν μεγαλύτερο βάρος στον προσδιορισμό των δαπανών και των πλεονεκτημάτων των έργων τους από ότι σε απλούστερους υπολογισμούς όπως ο προϋπολογισμός που αφορούσε το R&D του προηγούμενου χρόνου. Πάντως, θα ήταν δυνατό οι επιχειρήσεις να ανέφεραν μια ιδανική έκδοση της πρακτικής που ακολουθούσαν. Επίσης, οι μικρότερες επιχειρήσεις μπορεί να έπαιρναν πιο ad hoc αποφάσεις σε σχέση με τις μεγαλύτερες.
  17. Βλέπε το βιβλίο των Nelson και Winter με τίτλο Evolutionary Theory, σελίδες 251-254. Πάντως και πάλι δεν μπόρεσα να βρω πρόσφατη εμπειρική εργασία. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο των Nelson και Winter δίνει μικρή προσοχή στους προϋπολογισμούς που αφορούν την τιμολόγηση και το R&D και επικεντρώνεται σε αναπτυξιακές ποσότητες καθώς και σε μακροχρόνια οικονομικά μοντέλα ανάπτυξης. Αν και αυτά είναι εντυπωσιακά (και εμφανίζονται εμπειρικά επιτυχημένα), οι υποθέσεις στις οποίες στηρίζονται είναι πάρα πολύ απλές και ότι εξηγείται πολύ γενικά, για αυτούς έχει άμεση σημασία σε αυτό το σημείο. Μια σύντομη και σαφής περίληψη αυτής της άποψης της εργασίας των Nelson και Winter υπάρχει στο βιβλίο του Paul Stoneman με τίτλο The Economic Analysis of Technological Change (Oxford University Press, 1983), σελίδες 184-185.
  18. Richard Nelson και Sidney Winter, “In search of useful theory of innovation,” Research Policy 6 (1977): 36-76 και κυρίως τις σελίδες 56-60, Nelson και Winter, Evolutionary Theory, σελίδες 255-262, Giovanni Dosi, “Technological paradigms and technological trajectories: A suggested interpretation of the determinants of technical change,” Research Policy 11 (1982): 147-162. Μια πιο πρόσφατη συζήτηση είναι του Giovanni Dosi, “The nature of the innovative process,” στο Technical Change and Economic Theory, (Pinter, 1988).
  19. Για το Νόμο του Moore (που πήρε το όνομά του από τον Gordon E. Moore, διευθυντή έρευνας στο Fairchild Semiconductor το 1964), βλέπε το βιβλίο του Robert Ν. Noyce με τίτλο “Microelectronics,” Scientific American 237, no. 3 (1977), ανατυπωμένο στο The Microelectronics Revolution, ed. T. Forester (MIT Press, 1980).
  20. Nelson και Winter, Evolutionary Theory, σελίδα 257.
  21. Είναι ίσως μικρής σημασίας ότι οι Nelson και Winter, των οποίων το συνολικό έργο εξελίσσεται με μια βιολογική μεταφορά, εδώ (χωρίς συζήτηση) αλλάζει από τη βιολογία στη μηχανική.
  22. Στο βιβλίο του Technical Change and Industrial Transformation: The Theory and an Application to the Semiconductor Industry (Macmillan, 1984), ο Dosi υποστηρίζει ότι «οι τεχνολογικές τροχιές δεν έχουν νόημα όταν ‘δίνονται από τους μηχανικούς’ μόνον : προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι αποτελούν την τελική έκβαση μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ μερικών βασικών οικονομικών παραγόντων (αναζήτηση για νέες ευκαιρίες κέρδους και νέες αγορές, τάσεις προς την ελάττωση του κόστους και την αυτοματοποίηση, κ.α.) μαζί με ισχυρούς καθιερωμένους επιχειρηματικούς παράγοντες (τα ενδιαφέροντα και η δομή των υπαρχόντων επιχειρήσεων, οι επιδράσεις των κυβερνητικών επιτροπών, τα μορφώματα των κοινωνικών συγκρούσεων, κ.α.)» (σελίδα 192). Αυτό το απόσπασμα πάντως, μπορεί να στοχεύει στην περιγραφή μόνο της αρχικής επιλογής ενός τεχνολογικού παραδείγματος, παρά στην επακόλουθη τροχιά που το παράδειγμα «καθορίζει» (σελίδα 299). Μια άλλη διατύπωση (Dosi, “Technological paradigms and technological trajectories,” σελίδα 154) περιέχει κάτι από το αρχικό νόημα του «φυσικού» και παρέχει έναν διαμορφωμένο ρόλο για τους οικονομικούς παράγοντες μετά την αρχική επιλογή ενός αρχικού παραδείγματος, αλλά μόνο μέσα στα όρια που καθορίζονται από τον τελευταίο : «μια τεχνολογική τροχιά, το ‘φυσικό’ πρόβλημα που λύνει τη δραστηριότητα που καθορίστηκε από ένα παράδειγμα, μπορεί να αναπαρασταθεί από την μετακίνηση των πολύ-διάστατων trade-offs μαζί με τις τεχνολογικές μεταβλητές που το παράδειγμα καθορίζει ως σχετικές. Η εξέλιξη μπορεί να προσδιοριστεί ως η βελτίωση αυτών των trade-offs. Κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί την τροχιά σαν έναν «κύλινδρο» στον πολύ-διάστατο χώρο που προσδιορίζεται από αυτές τις τεχνολογικές και οικονομικές μεταβλητές. (Επομένως, μια τεχνολογική τροχιά είναι μια ομάδα από δυνατές τεχνολογικές κατευθύνσεις των οποίων τα εξωτερικά όρια καθορίζονται από τη φύση του ίδιου του παραδείγματος)». Η χρησιμότητα του «παραδείγματος» είναι μια επέκταση (αναλογικά) στην τεχνολογία της ιδέας του T. S. Kuhn για ένα επιστημονικό παράδειγμα. Για μια χρήσιμη συζήτηση για τις ασάφειες του τελευταίου, βλέπε το υστερόγραφο του Kuhn στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου The Structure of Scientific Revolutions (Chicago University Press, 1970).
  23. Dosi, Technical Change and Industrial Transformation, 68, Dosi, “Technological paradigms and technological trajectories,”, σελίδα 153.
  24. Thomas P. Hughes, “Technological momentum in history: Hydrogenation in Germany, 1898-1933,” Past and Present 44 (1969): 106-132, Bruno Latour, Science in Action (Harvard University Press, 1987).
  25. Το πιο σχετικό σχόλιο για αυτό το έχω βρει (πάλι μπορεί να φταίει η αμάθειά μου) σε αυτή την παρατήρηση στο βιβλίο του Dosi “Innovative process” (σελίδα 226): «στο σημείο που η καινοτόμος εκμάθηση είναι ‘τοπική’ και επιστημονική και συμβαίνει κατά μήκος συγκεκριμένων τροχιών, αλλά είναι διαμοιρασμένη – με διαφορετικές ικανότητες και βαθμούς επιτυχίας – από όλους τους οικονομικούς παράγοντες που δρουν σε αυτή τη συγκεκριμένη τεχνολογία, κάποιος είναι σαν να παρατηρεί στο επίπεδο του συνόλου των επιχειρήσεων εκείνα τα φαινόμενα των ‘δυναμικά αυξανόμενων ανταποδόσεων’ και ‘παγιδευμένων’ σε συγκεκριμένες τεχνολογίες που συζητήθηκαν [από τον Brian Arthur και τον Paul David].»
  26. Βλέπε, Jack Worlton, “Some patterns of technological change in high-performance computers,” στο βιβλίο Supercomputing ’88.
  27. Συνέντευξη του Lincoln. Ο ΕΤΑ σχεδιάστηκε με οκτώ επεξεργαστές, όχι τρεις, επειδή η επεξεργαστική ταχύτητα δεν αυξάνεται γραμμικά με τον αριθμό των επεξεργαστών.
  28. Η ασάφεια των ορίων μεταξύ αυτών των πεδίων στα 1990 και η πτώση της άμυνας της αμυντικής αγοράς για παραδοσιακούς υπερυπολογιστές φαίνεται να έχει εξασθενίσει το ρόλο του δείκτη για την ταχύτητα.
  29. Αυτό συνέβει με το αισιόδοξο σχέδιο υλοποίησης υπερυπολογιστή «ΜΡ» του Steve Chen της Cray Research, που ακυρώθηκε από τον πρόεδρο John Rollwagen της Cray Research διότι φαινόταν να οδηγεί σε μια άπρεπα ακριβή μηχανή (Συνέντευξη Rollwagen). Τότε ο Chen έφυγε από την Cray Research για να αναζητήσει ανάπτυξη υπερυπολογιστικότητας με χρηματοδότηση (αλλά σίγουρα όχι του τελικού μάρκετινγκ ενός προϊόντος) της IBM.
  30. Nelson και Winter. Evolutionary Theory, σελ. 259-261.
  31. Paul A. David, “Understanding the economics of QWERTY: The necessity of history” στο History and the Modern Economist, εκ. W. Parker(Blackwell,1986). Δείτε σελ. 43.
  32. Δείτε το W. Brian Arthur, “Competing technologies and economic prediction”, Options (April 1984): 10-13. Ανάμεσα στα παραδείγματα που συζητούνται από τον Arthur και David είναι το QWERTY πληκτρολόγιο, ο αντιδραστήρας συμπιεσμένου νερού και η μηχανή αυτοκινήτου εσωτερικής καύσης αερίου.
  33. Barry Barnes, “Social life as bootstrapped induction”, sociology 17 (1983): 524-545. Barnes, The Nature of Power (polity Press, 1988).
  34. Δείτε το Christopher Freeman, “Induced innovation, diffusion of innovations and business cycles”, στο Technology and Social Press, εκ. B. Elliott (Edinburgh University Press, 1988).
  35. Christopher Freeman και Carlota Perez, “Structural crises of adjustment, business cycles and investment behavior”, στο Dosi et al., Technical Change, δείτε σελ. 48. Αυτές, σύμφωνα με τους Freeman και Perez, είναι οι γενικές συνθήκες που πληρούνται από τον «παράγοντα κλειδί» και στα πέντε διαδοχικά παραδείγματα που ***, αλλά πιστεύουν ξεκάθαρα πως ισχύουν για την τεχνολογία μικροτσίπ ως κλειδί για το τρέχον, αναδυόμενο παράδειγμα.
  36. Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου draft αυτού του paper, ανακάλυψα έναν ανέκδοτο paper του Arie Rip του πανεπιστημίου του Twente, που ουσιαστικά συμπεραίνει το ίδιο με τον νόμο του Moore: Expectations and Strategic Niche Management in Technological Development (Ιούνιος 1989). Δείτε επίσης το Harro van Lente (1993), Promising Technology: The Dynamics of Expectations in Technological Developments, διδακτορική διατριβή, Universiteit Twente, Netherlands, ειδικά σελ. 79,87 και 171, για χρήσιμα σχόλια στον νόμο του Moore. Η διπλωματική του Van Lente περιέχει case studies του ρόλου των προσδοκιών στην ανάπτυξη ενός ηλεκτρικού μονωτή, μεμβρανικής τεχνολογίας και της τηλεόρασης υψηλής πυκνότητας.
  37. Dosi, Technical Change and Industrial Transformation, σελ. 68. Αναφέρω την μελέτη του Dosi μόνο επειδή κάνει κατηγοριματική χρήση της έννοιας της τροχίας. Αλλοι συγγραφείς κάνουν την ίδια υπόθεση. Δείτε, για παράδειγμα, το Ernest Braun και Stuart Macdonald, Revolution in Miniature: The History and Impact of Semiconductor Electronics (Cambridge University Press, 1982), σελ. 103-104 και 217.
  38. Δείτε το Cyril Tomkins και Roger Groves, “The everyday acountant and researching his reality”, Accounting Organizations and Society 8 (1983) 361-374, ειδικά 364. Φυσικά, υπάρχουν ενδιαφέρουσες μελέτες των μη βιομηχανικών κοινωνιών στην οικονομική ανθρωπολογία και την οικονομική επιστήμη, αν και όχι όλες εισχωρούν ολοκληρωτικά στην εθνολογιστική. Δείτε το Rhonda H. Halperin, Economies across Cultures: Towards a Comparative Science of the Economy (Macmilan, 10988), και Raymond W. Goldsmith, Premodern Financial Systems: A historical Comparative Study (Cammvridge University Press, 1987).
  39. Αν και δεν ασχολείται με την τεχνολογική αλλαγή, η κοινωνιολογική εργασία που είναι πιο κοντά στην επιχειρηματολογία μου είναι η R. J. Anderson, J. A. Hughes και W.W. Sharrock, Working for Profit: The Social Organization of Calculation in an Entrepreneurial Firm (Averbury,1989), και Richard Harper, An Ethnographic Examination of Accountancy, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Manchester, 1989. Δείτε επίσης το Harper, “Not old numbers: An examination of practical reasoning in an accountancy environment”, Journal of Interdisciplinary Economics 2 (1988): 297-306. Μια άλλη ενδιαφέρουσα μελέτη είναι η Jean Lave, ”The values of quantification”, στο Power, Action and Belief, Sociological Review monograph 32, εκ. J. Law (Routledge, 1986).
  40. Πέρα από το υλικό που βρίσκεται στην προηγούμενη σημείωση, εργασία πάνω στην εθνολογιστική έχει γίνει επίσης από τους κοινωνιολόγους Keith Macdonald και Colwyn Jones: δείτε τa Keith M. Macdonald, “Professional formation: The case of Scottish accountants”, British Journal of Sociology 35 (1984): 174-189 και Colwyn Jones, What is Social about Accounting? Bristol Occasional Papers in Sociology, νούμερο 7, 1989.
  41. Nelson and Winter, Evolutionary Theory, σελ. 411.
  42. Alfred D. Chandler, Jr., The Visible Hand: The Managerial Revolution in American Business (Harvard University Press, 1977).
  43. Ένας λόγος για τον οποίο αυτός είναι ένας αμφιλεγόμενος τρόπος σκέψης είναι ότι ένα λογιστικό σύστημα δεν υφίσταται δωρεάν. Πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ των ωφελειών της ευρύτερης γνώσης των λειτουργιών ενός τέτοιου και των κοστών αυτής της γνώσης. Ίσως εδώ υπάρχει ένα μικρότερο αντίγραφο του γενικού προβλήματος της μεγιστοποίησης που συζητήθηκε νωρίτερα.
  44. Judith A.. McGaw, “Accounting for innovation: Technological change and business practice in the Berkshire County paper industry”, Technology and Culture 26 (1985): 703-725. Δείτε επίσης το McGaw, Most Wonderfull Machine: Mechanization and Social Change in Berkshire Paper Making, 1801-1885 (Princeton University Press, 1987).
  45. Δείτε τo Anthony F. C. Wallace, St. Clair: A Nineteenth-Century Coal Town’s Experience with a Disaster-Probe Industry (Knopf, 1987). Ίσως υπάρχει μια αγορά εδώ πάνω σε μια κλασσική συζήτηση της οικονομικής ιστορίας: η εξήγηση του γρηγορότερου ρυθμού μηχανοποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες του δέκατου ενάτου αιώνα σε σύγκριση με την Μεγάλη Βρετανία, για την οποία δείτε το H. J. Habakkuk, American and British Technology in the Nineteenth Century: The Search for Labour-Saving Inventions(Cambridge University Press, 1962). Ωστόσο, δεν είναι φανερό ότι η βρετανική εφαρμογή της λογιστικής ήταν διαφορετική από την αμερικάνικη στην σχετική άποψη. Δες το The Genesis of Modern Management: A Study of the Industrial Revolution in Great Britain (Edward Arnold, 1965), του Sidney Pollard.
  46. Robert S. Kaplan, “The Evolution of Management Accounting,” Accounting Review 59 (1984): 390-418, ειδικά 415.
  47. Hiromoto, “Another hidden edge,” σελίδα 22.
  48. Δες το κεφάλαιο 2 αυτού του τόμου.
  49. Freeman, Industrial Innovation, σελίδα 167.
  50. Δες το κεφάλαιο 1 αυτού του τόμου για μια σύντομη παρουσίαση της θεωρίας του δικτύου δραστών. Προσέξτε ότι οι δράστες που εμπλέκονται περιλαμβάνουν μη ανθρώπινες οντότητες όπως και ανθρώπινα όντα : ένα δίκτυο δραστών δεν είναι ένα δίκτυο με την συνηθισμένη κοινωνιολογική χρήση του όρου. Η έννοια είναι πιο κοντινή στον φιλοσοφικό μονισμό παρά σε κοινωνιομετρίες. Δες την χρήση του le réseau στο, “Le Rêve de d’ Alembert,” του Denis Diderot, (Euvres Complètes, τόμος 17 (Hermann, 1987)) (π.χ. στην σελίδα 119).
  51. Είναι ίσως σημαντικό ότι τόση επιτυχία όση τα νεοκλασικά οικονομικά είχαν στην εμπειρική εξήγηση της τεχνολογικής αλλαγής φαίνεται να είναι κυρίως στην εξήγηση των μορφημάτων διάχυσης. Κάποιος βαθμός σταθεροποίησης είναι απολύτως απαραίτητος για την δυνατότητα εφαρμογής της ιδέας της διάχυσης, επειδή χρειάζεται να υπάρχει κάποια έννοια κατά την οποία το ίδιο πράγμα (υβριδικό καλαμπόκι, ή οτιδήποτε) είναι αυτό που διαχέεται. Για σκεπτικιστικά σχόλια στην ιδέα της διάχυσης, δες Latour, Science in Action.
  52. Έχουν υπάρξει κλήσεις για κάποιο καιρό για να πλησιάσουν την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης και την μελέτη της τεχνολογικής αλλαγής. Δες ειδικά Trevor J. Pinch και Wiebe E. Bijker, “The social construction of facts and artefacts: or how the sociology of science and the sociology of technology might benefit each other,” Social Studies of Science 14 (1984): 339-441. Μια πρώτη συλλογή από μελέτες που ανέλυαν την σύνδεση ήταν The Social Construction of Technological Systems: New Directions in the Sociology and History of Technology, ed. W. Bijker et al. (MIT Press 1987). Αυτές οι μελέτες, ωστόσο, δεν διευθυνσιοδότησαν την οικονομική ανάλυση της τεχνολογικής αλλαγής πολύ άμεσα. Η κύρια προσπάθεια για να γίνει αυτό στο The Social Construction of Technological Systems, από τον Henk van den Belt και τον Arie Rip (“The Nelson-Winter-Dosi model and synthetic dye chemistry”) μου φαίνεται μη αρκετά κριτικό για αυτό το μοντέλο.
  53. Για την «ερμηνευτική ευελιξία» δες H. M. Collins, “Stages in the empirical programme of relativism,” Social Studies of Science 11 (1981): 3-10. O Pinch και ο Bijker, στο “Facts and artefacts,” αναπτύσσουν την σχέση της ιδέας για μελέτες της τεχνολογίας, αν και φτιάχνουν την πιο γενική αναλογία της «ευελιξίας στο πως οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται η ερμηνεύουν τα artefacts και στο πως τα artefacts σχεδιάζονται» (σελίδα 421).
  54. Η προκατάληψή μου ξαναζωντάνεψε από μια παρουσίαση του σημείου από τον Bruno Latour σε ένα ανεπίσημο σεμινάριο στο University Of Edinburgh στις 6 Φεβρουαρίου του 1990.
  55. Coombs et al., Economics and Technological Change,σελίδες 6-7.
  56. Αυτό είναι το κεντρικό θέμα ενός παλιού αλλά ακόμα πολύτιμου paper του Donald Schon, “The Fear of Innovation,” όπως ξανατυπώθηκε στο Science in Context: Readings in the Sociology of Science, ed. B. Barnes και D. Edge (MIT Press, 1982). Η αυθεντική συζήτηση βρίσκεται στο Frank H. Knight, Risk, Uncertainty and Profit (Houghton Mifflin, 1921).
  57. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας τρόπος η διάκριση να μπορεί να γίνει ex ante. Δες Schon, “The fear of innovation,” σελίδες 293-294.
  58. Έχω επιχειρηματολογήσει αλλού ότι υπάρχει για να φτιαχτεί μια παραγωγική αναλογία ανάμεσα στην δοκιμή της τεχνολογίας και στο επιστημονικό πείραμα όπως αναλύεται από την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης. Δες Donald MacKenzie, “From Kwajalein to Armageddon? Testing and the social construction of missile accuracy,” στο The Uses of Experiment: Studies in the Natural Sciences, ed. D. Gooding et al. (Cambridge University Press, 1989)

Πίσω στη σελίδα του μαθήματος