|
Αντωνόπουλος Χαράλαμπος (1688) Κάσδαγλη Αποστολία (1712) Λίτσα Ακριβή (1729) Μεντής Παναγιώτης (1734) Ρήγα Λαμπρινή (1761) |
Εργασία Για το Μάθημα Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech Μάϊος 1999 |
Η ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Steve Woolgar
Αυτό το άρθρο εξετάζει πώς η ειδική, θεωρητική σημασία της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης (Κ.Ε.Γ.) επηρεάζεται από τις προσπάθειες εφαρμογής υποκειμενικής κατασκευαστικότητας στην τεχνολογία. Το άρθρο δείχνει ότι, η αποτυχία να αντιμετωπιστούν οι πολύ σημαντικές αναλυτικές αντιπαραθέσεις στην πρακτική της Κ.Ε.Γ., έχει αλλοιώσει την γνήσια στρατηγική σημασία της. Συγκεκριμένα, η θεώρηση της Κ.Ε.Γ., ως επεξηγηματικής φόρμουλας, μειώνει την προοπτική της για βαθιά επαναπροσδιόρηση επιστημονικών θεμάτων. Μια θεώρηση των κριτικών του τεχνολογικού ντετερμινισμού*, και μερικών εμπειρικών μελετών, αποκαλύπτει παρόμοιες αναλυτικές αντιπαραθέσεις στη κοινωνική μελέτη της τεχνολογίας (Κ.Μ.Τ.). Η απαγόρευση να θεωρηθεί ή ‘‘τεχνολογία ως κείμενο’’ εξετάζεται κριτικά. Το συμπέρασμα είναι ότι μια προσαρμοστική επεξήγηση αυτού του σλόγκαν, είναι απαραίτητη για να ξανακερδηθεί μερική από την επιστημονική σημασία που έχει χαθεί στην κατασκευαστική κίνηση από την Κ.Ε.Γ. στην Κ.Μ.Τ.
*[ντετερμινισμός είναι το φιλοσοφικό σύστημα, που διακηρύσσει την αρχή ότι κανείς δεν είναι ελεύθερος να είναι αυτός που θέλει επειδή αυτό καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από το εξωτερικό περιβάλλον, στο όποιο κινείται]
Για όλους αυτούς που παρακολουθούν την επιστήμη, αποτελεί ένα ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο γεγονός η έκφραση ενδιαφέροντος μιας επιστήμης για ένα καινούργιο αντικείμενο. Σ’ αυτό το σημείο είναι, που βρίσκουμε μερικές φορές ασυνήθιστα ξεκάθαρους ισχυρισμούς σχετικά με το πεδίο δράσης και εφαρμογών αυτής της επιστήμης, σχετικά με την ικανότητά της να ξεπερνά τα καθιερωμένα όρια και σχετικά με τον τρόπο σύνδεσής της με τον τομέα του καινούργιου αντικειμένου.(
1)Αυτές οι προγραμματικές συζητήσεις είναι αποκαλυπτικές, γιατί συχνά περιέχουν αναπαραστάσεις του τύπου και της δομής της αντιπαράθεσης (και αιτιολόγησή της), που χαρακτηρίζουν αυτήν την επιστήμη. Επιπλέον, προσπάθειες για να ‘‘εφαρμοστεί’’ μια ήδη υπάρχουσα αναλυτική άποψη σ’ ένα καινούργιο αντικείμενο, αποκαλύπτουν (ίσως πιο ξεκάθαρα από ότι είναι εμφανές από την καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς της επιστήμης) βασικές υποθέσεις, που λαμβάνονται ως δεδομένες, σχετικά με το χαρακτήρα και την κατάσταση της επιστήμης. Εν συντομία, όταν μια επιστήμη ανοίγεται σ’ ένα καινούργιο αντικείμενο δημιουργεί μια κατάλληλη ευκαιρία για την ανακάλυψη περισσότερων στοιχείων σχετικά με την επεξηγηματική ρητορική που στηρίζει την επιστήμη αυτή.Η ‘‘επιστήμη’’, που έχω στο μυαλό μου, είναι η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης (Κ.Ε.Γ.) και το ‘‘καινούργιο αντικείμενο’’ είναι η τεχνολογία. Μη δίνετε, για την ώρα, σημασία στον επίμαχο χαρακτηρισμό μου, αυτού του μέρους της δουλειάς, ως επιστήμη. Τα τελευταία χρόνια, έγινε μια σχεδόν προσβλητική εισβολή από μερικούς κοινωνιολόγους της επιστημονικής γνώσης (Κ.Ε.Γ.) στην κοινωνική μελέτη της
τεχνολογίας (Κ.Μ.Τ.)(2), και αυτός ο συγγραφέας δεν αποτελεί εξαίρεση.(3)Τι ευθύνεται για αυτή την κίνηση από την επιστήμη στην τεχνολογία; Είναι δελεαστικό να μαντέψει κανείς ότι ευθύνεται η σημαντικότητα παραγόντων, όπως η αυξημένη διαθεσιμότητα πόρων για έρευνα πάνω στο κοινωνικό περιεχόμενο της τεχνολογίας (για παράδειγμα η πρόσφατη πρωτοβουλία Π.Π.Ε.Τ.(
4) στα Ηνωμένα Βασίλεια)˙ αυτή η κατάσταση με τη σειρά της δίνει έμφαση στην αναγκαιότητα για ‘‘χρήσιμη’’ (‘‘σχετική με την τακτική’’) κοινωνική επιστημονική έρευνα. Eνώ η Κ.Ε.Γ. έχει γενικά ασχοληθεί με τη ‘‘γνήσια’’ ακαδημαϊκή έρευνα, η Κ.Μ.Τ. έχει τη ρητορική ‘‘γοητεία’’ της ενδεχόμενης χρησιμότητας(5). Όμως, αυτό το είδος του ισχυρισμού φαίνεται να μην είναι αρκετό για να εξηγήσει αυτήν την κίνηση από την επιστήμη στην τεχνολογία (cf. Bloor, 1976). Συγκεκριμένα, αυτή η γραμμή αιτιολόγησης αποτυγχάνει να δώσει λόγο για το περιεχόμενο των επεξηγήσεων της Κ.Μ.Τ. Παρόλο που ορίζει για ποιο λόγο ένα διαφορετικό είδος αντικειμένου είναι ο στόχος της επεξήγησης , δε μας λέει γιατί εφαρμόζεται η ίδια φόρμα επεξήγησης, αλλά ούτε και μαθαίνουμε πολλά σχετικά με το ‘‘περιεχόμενο’’ αυτής της εφαρμογής.Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό, της κίνησης από την επιστήμη στην τεχνολογία, είναι ότι οι κοινωνιολόγοι που εμπλέκονται, μέχρι τώρα έχουν δείξει λιγότερο ενδιαφέρον στην αιτιολόγηση της κίνησης, από το να επιδείξουν την ύπαρξής της. Για παράδειγμα, o Pinch και ο Bijker ([1984] 1987) ενδιαφέρονται περισσότερο να υποστηρίξουν ότι η κοινωνική κατασκευαστική οπτική γωνία μπορεί να εφαρμοστεί στην τεχνολογία, από το να εξηγήσουν γιατί αυτή η πιθανότητα έγινε εμφανής(
6). Αυτή η έλλειψη (της απαραίτητης) προσοχής στο ερώτημα, για το τι ευθύνεται για την κίνηση από την επιστήμη στην τεχνολογία μπορεί να κατανοηθεί σαν αποτέλεσμα των βασικών υποθέσεων σχετικά με την κατάσταση της κοινωνικής ανάλυσης και επεξήγησης. Συγκεκριμένα, πιστεύω, μια έλλειψη (της απαραίτητης) ευαισθησίας μας βάζει σε κίνδυνο να ξεχάσουμε την στρατηγική θεωρητική σημασία της Κ.Ε.Γ. Τώρα, πρέπει επειγόντως να εκτιμήσουμε το πώς η στρατηγική σημασία της Κ.Ε.Γ. επηρεάζεται από την κίνηση στην Κ.Μ.Τ. Εν συντομία ,τι είναι αυτό που κερδίζεται ή χάνεται με την στροφή των κοινωνικών μελετών της επιστήμης στην τεχνολογία;Αυτό το άρθρο στοχεύει στο να θέσει αυτή την ερώτηση(
7). Επίσης, προσπαθεί να εξετάσει τι αποκαλύπτει αυτή η κίνηση σχετικά με τη ρητορική δομή της Κ.Ε.Γ. Ποια είναι η κατάσταση της; Τι έχει επιτευχθεί; Πού έχουμε φτάσει και τι έρχεται μετά; Συγκεκριμένα, τι γίνεται η αυθεντική προοπτική και τα χαρακτηριστικά της Κ.Ε.Γ. όταν βρίσκει ένα καινούργιο αντικείμενο; Αυτό το άρθρο δεν προσπαθεί να απαντήσει σ’ αυτές τις ερωτήσεις εξ’ ολοκλήρου, αλλά απλά προσπαθεί να θέσει τις προϋποθέσεις για την απάντησή τους. Συγκεκριμένα, η συζήτηση επικεντρώνεται στις υποκειμενικές κατασκευαστικές εκδοχές της Κ.Ε.Γ. και της Κ.Μ.Τ. περισσότερο από ότι στις άλλες παραμέτρους (για παράδειγμα, το δίκτυο ηθοποιών και τα μοντέλα μετάφρασης: Callon1980,1986;Latour1987;Law1987)(8)Το πρώτο μέρος του άρθρου δίνει την περίληψη αυτού, που εγώ θεωρώ ως τη στρατηγική σημασία της υποκειμενικής κατασκευαστικής άποψης στις κοινωνικές μελέτες της επιστήμης. Θεωρώ, ότι παρά την προοπτική της, η Κ.Ε.Γ. έχει αποτύχει να αναπτύξει μερικές από τις πιο βασικές παραμέτρους της σχετικής κατασκευαστικότητας. Αυτή η αποτυχία είναι μια τρανταχτή απόδειξη του γεγονότος, ότι ορισμένες πολύ σημαντικές αναλυτικές αντιπαραθέσεις στην Κ.Ε.Γ. πρέπει να γίνουν αντικείμενο έρευνας. Το δεύτερο μέρος του άρθρου εξετάζει τις συνέπειες αυτής της κατάστασης των υποθέσεων για την εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. στην τεχνολογία. Αναγνωρίζει παρόμοιες αντιπαραθέσεις και στην Κ.Μ.Τ. και θεωρεί ότι αυτές είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η τεχνολογία έχει θεωρηθεί ένα αντικείμενο ‘‘ευάλωτο’’ στην υποκειμενική κατασκευαστική φόρμουλα. Τέλος, εξετάζοντας τρεις διαφορετικούς τρόπους να ερμηνεύσει την τεχνολογία σαν ‘‘κείμενο’’, το άρθρο εξετάζει πώς η στρατηγική σημασία των κοινωνικών μελετών της επιστήμης θα μπορούσε να αναδιοργανωθεί αναφορικά με την τεχνολογία.
Παρόλο που η συζήτηση παίρνει τη μορφή μιας ειλικρινούς αίτησης για μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα, ευκαιρίες για τέτοιας μορφής πειράματα υπάρχουν σ’ αυτό το άρθρο.(
9)Η μορφή της διαφωνίας ακούγεται σ’ όλο το άρθρο, εκτός από την αμέσως επόμενη παράγραφο, όπου οι ενωμένες φωνές από ολόκληρη την κοινότητα των κοινωνικών μελετών της επιστήμης και της τεχνολογίας (συμπεριλαμβανομένου και εμένα), δυστυχώς, καταλήγουν σε μια σύντομη διακήρυξη.
Η πρόοδος στην Κ.Ε.Γ.
Ένας πιο προκλητικός τρόπος να τεθεί η κεντρική ερώτηση αυτού του άρθρου είναι να ρωτήσει κανείς σε ποιο βαθμό η Κ.Μ.Τ. είναι πιθανόν να (ή ίσως έχει ήδη) επαναλάβει τα ίδια λάθη όπως η Κ.Ε.Γ.
Λάθη; Ποια λάθη;;!
Με συγχωρείτε. Ήταν ένα εξοργιστικό πέρασμα στην ασυμμετρία, το ξέρω, ζητάω συγνώμη. Πώς τολμώ να θεωρήσω τον εαυτό μου ικανό να συμπεράνει λάθη;! Απλά, έψαχνα για ένα καινούργιο τρόπο να θέσω την ερώτηση για την πρόοδο στην κοινωνιολογία της επιστήμης. Στο σημείο που η Κ.Ε.Γ. βρίσκει ένα καινούργιο αντικείμενο, μοιάζει εξαιρετικά εύστοχο να ρωτήσει κανείς για την κατεύθυνση, την κατάσταση και την πρόοδο του εγχειρήματος. Οι πρόσφατες διαφωνίες σχετικά με τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες των εναλλακτικών (προηγούμενων) θέσεων (για παράδειγμα της θεωρίας ότι όλα τα γεγονότα και οι εξελίξεις υπηρετούν κάποιο σκοπό και γι’ αυτό συμβαίνουν, της φιλοσοφίας του να δοκιμάζει κανείς και να κάνει πράξη τη θρησκευτική πίστη και τη γνώση μέσω της λογικής και της αιτίας, της ‘‘όψεως που λαμβάνεται’’, των Μερτονιακών ιδεών κ.λ.π.), υπονοούν ότι η Κ.Ε.Γ. πρέπει να προτιμηθεί από τους προκατόχους της. Έτσι, φαίνεται λογικό να ρωτήσει κανείς αν η Κ.Ε.Γ. μπορεί να παραδεχτεί ότι ίσως με τον καιρό γίνει επίσης και αυτή η προκάτοχος μιας (νέας) προτιμούμενης άποψης. Για να το κάνει αυτό, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχουν χαρακτηριστικά της θέσης της Κ.Ε.Γ. -που, όχι ευγενικά, αναφέρθηκαν πιο πάνω ως λάθη- που δεν είναι τόσο στέρεα
, όπως εμφανίζονται τώρα. Aπ’ την άλλη μεριά, το να μην γίνει παραδεχτό ότι η Κ.Ε.Γ. μπορεί να αντικατασταθεί θα ήταν μια εξαιρετικά μεγάλη απόρριψη των χαρακτηριστικών της. Αυτό θα σήμαινε ότι, ενώ η σχετικότητα της αλήθειας είναι γεγονός για όλους τους άλλους τύπους του εγχειρήματος για γνώση, η Κ.Ε.Γ θεωρείται ειδική περίπτωση! Αυτό φυσικά είναι εκείνο ακριβώς που μερικοί υποστηρικτές της Κ.Ε.Γ. έχουν πει ότι θα ήθελαν να αποφύγουν: μια τρομαχτική επανάληψη των λαθών του Manheim. Χωρίς να παραδέχεται (αυτού του είδους) την ‘‘ελαστικότητα’’, σύμφωνα επίσης και κατά τον Blοοr (1976), η κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης θα μπορούσε να είναι μια σωστή διάψευση του εαυτού της.Αυτό το δυσάρεστο δίλημμα –είτε να παραδεχτεί τα λάθη, είτε να υποστηρίξει ότι πρόκειται για κατάσταση ειδικής περίπτωσης (και γι’ αυτό αυτοαναιρούμενη) –είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα ενός ενδιαφέροντος παραδόξου στην καρδιά των προγραμματικών ισχυρισμών της Κ.Ε.Γ. Παρόλο που μερικοί συγγραφείς θεωρούν ότι η Κ.Ε.Γ. είναι (όπως θα έπρεπε να είναι) ικανή να ερμηνεύσει το δικό της εγχείρημα (απλώς) ως έναν άλλο προσωρινό τρόπο παραγωγής της γνώσης, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πώς η Κ.Ε.Γ. φαντάζεται τις συνθήκες του δικού της τέλους. Αν η Κ.Ε.Γ. συνεχίσει για πάντα, θα διαψεύσει τη δική
της υποκειμενική πίστη αποτελώντας ένα αντίθετο εμπειρικό παράδειγμα που στηρίζει τη διαφωνία των (αντικειμενικών) αντιπάλων της. Αν, απ’ την άλλη πλευρά, αντικατασταθεί, για άλλη μια φορά θα επιδείξει τη κεντρική διαφωνία σχετικά με τη σχετικότητα κάθε θεωρίας, αποδεικνύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό της ικανό να συνεχίσει.(10)Δυστυχώς, αυτό το παράδοξο (και το δίλημμα που σχετίζεται μ’ αυτό) πρέπει ακόμη να ερευνηθεί ή να αντιμετωπιστεί από περισσότερους, παρά από μερικούς ειδήμονες, που ασχολούνται με την Κ.Ε.Γ. Αντί γι’ αυτό, είτε έχει αγνοηθεί, είτε, απλώς, δεν έχει παρατηρηθεί(
11).Αυτοί που έχουν ως αντικείμενό τους την Κ.Ε.Γ., προτιμούν να υιοθετήσουν μια συμπεριφορά του να τα ‘‘βγάζεις πέρα με τη δουλειά’’ από το να μένουν κολλημένοι και ανίκανοι να προοδεύσουν σ’ αυτό που θεωρούν ως μη παραγωγικό φιλοσοφικό αίνιγμα, στο επίπεδο των προγραμματισμών. Μια ενδιαφέρουσα συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς είναι ότι ορισμένες αναλυτικές αντιπαραθέσεις, παραμένουν κεντρικές στην πρακτική της Κ.Ε.Γ. Ο πρακτικός συσχετισμός του προγραμματικού διλήμματος που αναγνωρίστηκε παραπάνω, ξεπροβάλλει κατά την διάρκεια της αντιπαράθεσης στην Κ.Ε.Γ.
Aναλυτική αντιπαράθεση στην πρακτική της Κ.Ε.Γ.
Πρώτα, ας ξαναδούμε τα βασικά χαρακτηριστικά της δομής μιας διαφωνίας της Κ.Ε.Γ. Χωρίς να αποτελεί ανάρμοστη γελοιογραφία, μπορούν να αναγνωριστούν τέσσερις βασικές συστατικές κινήσεις (εικόνες)(
12):1. Διάλεξε το θέμα, που θα αντιμετωπιστεί με ειρωνεία.
Τυπικά, το θέμα που έχει επιλεγεί είναι ένας ισχυρισμός γνώσης, μια ανακάλυψη, μια μαθηματική φόρμουλα, ένα επιστημονικό έγγραφο, μια διάλεξη στα νόμπελ, μια συνέντευξη ενός επιστήμονα κ.λ.π.
2. Επέβαλλε (ή υπονόησε) ότι θέματα, αρκετά διαφορετικά από αυτά που έχουν επιλεχτεί, είναι πιθανά.
Ο κοινωνιολόγος υποστηρίζει ότι είναι πιθανό, κατ’ αρχή, να αντικαταστήσει το επιλεγμένο θέμα με ένα άλλο. Αυτή είναι η ‘‘θα μπορούσε να είναι αλλιώς’’ κίνηση. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πετύχει κανείς αυτήν την επιβολή εναλλακτικών τρόπων: με τη γενική έλξη από τις αρχές της ιστορικής και πολιτισμικής υποκειμενικότητας -σε διαφορετικές εποχές ή σε διαφορετικά μέρη θα μπορούσε να είναι διαφορετικά- ή χρησιμοποιώντας τα διαφορετικά θέματα που έχουν αναπτυχθεί από τους επιστήμονες, που έχουν αναμειχθεί στην αντιπαράθεση.
3. Παρουσίασε αυτά τα θέματα σαν εναλλακτικά της ‘‘ίδιας’’ ‘‘πραγματικότητας’’.
Αυτή η κίνηση είναι σημαντική ως μια λογική για να αντιπαραθέσει κανείς υποθετικά, εναλλακτικά θέματα. Η διαφορά τους θεωρείται ότι είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος σημειωμένη, γιατί έχουν σχέση με την ίδια ‘‘εξωτερική πραγματικότητα’’ (που δεν αλλάζει). Έτσι (για να επεκτείνουμε την αλυσίδα με τα παραδείγματα, ώστε να συμπεριλάβει υποκειμενικές κατασκευαστικές επεξηγήσεις που βρίσκονται πιο πάνω από την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης): διαφορετικοί νόμιμοι/ κοινωνικοί ορισμοί της ίδιας (ανήθικης) πράξης, διαφορετικές αναφορές ειδήσεων
για τα ίδια γεγονότα, διαφορετικές ιατρικές ταξινομήσεις για το ίδιο φάρμακο, και διαφορετική επιστημονική γνώση για τον ίδιο κόσμο. Αυτή η χρησιμοποίηση, ως αιτίας (είτε άμεσα είτε έμμεσα) μιας, υποτίθεται, υπάρχουσας πραγματικότητας με την οποία σχετίζονται ποικίλοι ορισμοί (κατασκευές), είναι μια ρεαλιστική μανούβρα, κρίσιμη για αυτό το τύπο της υποκειμενικής διαφωνίας.4. «Εξήγησε» τη «διαφορά» στα θέματα αντιπαραθέτοντας μια περιγραφή προηγούμενων συνθηκών.
Παραδείγματα τέτοιων συνθηκών περιλαμβάνουν τα διάφορα κοινωνικά και πνευματικά ενδιαφέροντα, τις δραστηριότητες ορισμένων πολύ σημαντικών κοινωνικών (και κεντρικών) ομάδων κ.λ.π. Είναι άξιο να σημειωθεί ότι ο λόγος που δίνει ο ίδιος ο κοινωνιολόγος γι’ αυτές τις συνθήκες που προηγήθηκαν –στην πορεία της επεξήγησης- δεν υπόκειται στην κίνηση (2). Δεν έχει δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι είναι πιθανόν, άσχετα με το αν έχει γίνει, να αντικατασταθεί ο ‘‘επεξηγηματικός’’ λόγος του ίδιου του κοινωνιολόγου με κάποιον άλλο.
Η κεντρική αναλυτική αντιπαράθεση αυτού του είδους της υποκειμενικής κατασκευαστικής επεξήγησης έχει τεκμηριωθεί αλλού ( Woolgar 1981,1983;Woolgar και Pawluch 1985)(
13). Η υποκειμενική διαφωνία εξαρτάται, κατά ειρωνεία, από έναν πρακτικό ρεαλισμό (αυτό εισέρχεται σε ‘‘ατέρμονο βρόχο’’ ή στηρίζεται αυστηρά στο κείμενο), και τα δυο με σεβασμό στην υποτιθέμενα υπάρχουσα πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας τις επιτεύξεις των επιστημόνων και με σεβασμό στις προηγούμενες συνθήκες που έχουν συλλεχτεί ως επεξηγήσεις. Έτσι βλέπουμε ότι η προγραμματική υποκειμενικότητα παραχωρεί τη θέση της σ’ έναν ρεαλισμό στην πράξη.Μια απάντηση σ’ αυτή την αντιπαράθεση είναι να «καταδώσουμε» την επεξηγηματική πρακτική της Κ.Ε.Γ. ως ανάρμοστη και να επισπεύσουμε την εγκατάλειψη της. Τυπικά, αυτή είναι η απάντηση των φιλόσοφων που είναι αντίθετοι στις κοινωνικές μελέτες της επιστήμης (για παράδειγμα, Laudan 1981). Mία εναλλακτική λύση είναι, να βλέπουμε μια τέτοια αντιπαράθεση, όχι σαν πρόβλημα ή σαν εμπόδιο, άλλα σαν μια
ευκαιρία να εξερευνηθούν εναλλακτικές μορφές της κοινωνικής επιστήμης που λογοδοτεί (Ashmore 1989; Woolgar and Ashmore 1988). Αν οι τρέχοντες συμβάσεις της επεξήγησης, θέτουν όρια στις προσπάθειες μας να εξερευνήσουμε τις λεπτομέρειες των υποκειμενικών διαφωνιών, πρέπει να σκεφτούμε τι κερδίζεται με το να διαμορφώνουμε την εμπιστοσύνη μας πάνω σ’ αυτές τις συμβατικές φόρμες. Είναι αυτή η γραμμή της διαφωνίας που παρέχει μια λογική για τα πρόσφατα πειράματα πάνω σε κείμενα, ‘‘νέες λογοτεχνικές φόρμες’’ και άλλες εξερευνήσεις πάνω στην προσαρμοστικότητα (για παράδειγμα, Ashmore 1989; Mulkay 1985˙ Woolgar 1988c).
H στρατηγική σημασία της Κ.Ε.Γ.
Όμως, μέχρι τώρα έχουν υπάρξει λίγες προσπάθειες για εκμετάλλευση της αναλυτικής αντιπαράθεσης και η αιτία είναι η εμπιστοσύνη πάνω στις συμβατικές μορφές που προκαλούν διαφωνίες. Όπως επισημαίνω σ’ αυτή την ενότητα, μια αντιθετική συνέπεια αυτού, είναι ο συμβιβασμός της γνήσιας στρατηγικής σημασίας της Κ.Ε.Γ.
Από μια προφανή άποψη ,εκεί που πραγματικά επικεντρώνεται η Κ.Ε.Γ είναι τα θέματα και τα ζητήματα που απασχολούν την επιστημονολογία. Η κοινωνιολογία της επιστήμης έχει χαρακτηριστεί ως ‘‘σχετική με την επιστημονολογία’’ (Cambell 1978), ως μια συμβολή στην ‘‘επιστημονική κοινωνιολογία’’ (Coulter 1989, chap. 1) και ως κάτι που σχετίζεται με τα ‘‘επιστημονικά θέματα’’ (Lynch 1989). Κάποιος, επίσης, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις πρόσφατες διαφωνίες μεταξύ των φιλοσόφων και των κοινωνιολόγων της επιστήμης ως ένα ‘‘διαγωνισμό’’ για τον ίδιο επιστημονικό τομέα (για παράδειγμα, Bloor 1981˙ Laudan 1981). Οι επιστημονικές τεχνικές περιλαμβάνουν σχεδόν πραγματική και πάνω στο κείμενο παρουσίαση, διάλεξη που προκαλεί διαφωνίες, τη τέχνη του να κάνεις εξηγήσεις, του να ξέρεις, να είσαι σίγουρος, να καταλαβαίνεις, να χρησιμοποιείς αποδείξεις, να αιτιολογείς κ.λ.π. Αφού τέτοιες πρακτικές είναι (θεωρούνται ότι είναι) βασικές στο πως επηρεάζουν μια τεραστία ποικιλία πράξεων και συμπεριφοράς, η σημαντικότητα της Κ.Ε.Γ. γίνεται προφανής ξεκάθαρα πιο πάνω, από την ικανότητά της να
μας διαφωτίζει σχετικά με την επιστήμη. Η σημαντικότητά της βρίσκεται όχι μόνο στο να αποδείξει περισσότερα ή διαφορετικά νέα στοιχεία ‘‘σχετικά με την επιστήμη’’, αλλά μέσα στη δική της προοπτική να επανεκτιμήσει πρωταρχικές, βασικές υποθέσεις της μοντέρνας σκέψης. Όμως, όπως θα δούμε στο παράδειγμα της διαφωνίας για τη ‘‘δυσκολότερη πιθανή περίπτωση’’, αυτή η προοπτική δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να προοδεύσει εξαιτίας της έλλειψης θέλησης (ή της ανικανότητας, βλέπε σημείωση 11) για να πιέσει τις προσαρμοστικές συνέπειες της διαφωνίας σχετικά με την Κ.Ε.Γ.Συχνά θεωρείται ότι η σημαντικότητα της Κ.Ε.Γ. βρίσκεται στον ριζικό ρόλο που διαδραματίζει για πολλές άλλες περιοχές υψηλής κατάρτισης και γνώσης (για παράδειγμα, Woolgar1991,26). Όταν τα αποτελέσματα και τα ευρήματα της Κ.Ε.Γ. ερμηνεύονται ως μέρος (ή ως αποτέλεσμα) της κοινωνιολογίας της γνώσης, έχουν, επίσης, άμεσο ρόλο στην κατανόηση όλων των άλλων ειδών παραγωγής γνώσεων(
14). Αν, ειδικά, αποδειχτεί ότι αυτά αποτελούν επίσης, αντικείμενο της κοινωνιολογίας της γνώσης, συνεπάγεται ότι μπορούμε να συνεχίσουμε με αυξημένη εμπιστοσύνη στην κοινωνική ανάλυση όλων των άλλων μορφών της γνώσης .Ο Collins (1981) έχει αναλύσει με εκφραστικό τρόπο τη στρατηγική αξία της Κ.Ε.Γ. περιγράφοντας το ‘‘εμπειρικό πρόγραμμα της υποκειμενικότητας’’ (Ε.Π.Υ.):Θα ήταν πολύ ικανοποιητικό, αν η καθιέρωση ενός «κομματιού» γνώσης που ανήκει σε μια μοντέρνα, κυρίαρχης τάσης, επιστήμη, με υπολογίσιμη θεσμική αυτονομία, μπορούσε να περιγραφεί με όρους και απ’ τα τρία στάδια του Ε.Π.Τ.Υ. Η επίδραση της κοινωνίας στη γνώση η οποία έχει ‘‘παραχθεί εργαστηριακά’’, θα είχε τότε ολοκληρωθεί στη χειρότερη δυνατή περίπτωση.
Αλλού ο Collins εξηγεί με λεπτομέρειες;
Όταν μίλησα για μια ‘‘δύσκολη περίπτωση’’, το εννοούσα μέσα από την τεχνική έννοια, για την οποία νόμιζα ότι είχε γενική χρήση -ονομαστικά ότι αν κάποιος θέλει να αποδείξει μια γενική θέση, προσπαθεί να την αποδείξει για την περίπτωση που αυτή η θέση μοιάζει λιγότερο πιθανό να υποστηρικτεί. Η ιδέα είναι, ότι αν το αποδείξεις για την περίπτωση που φαίνεται λιγότερο πιθανό να υποστηρικτεί, είναι δίκαιο να το γενικεύσεις για περιπτώσεις όπου φαίνεται περισσότερο πιθανό να υποστηρικτεί, ενώ κανείς δεν έχει δικαίωμα να το γενικεύσει στην άλλη κατεύθυνση (1982,142˙ Collins’s emphasis).
Παρόλο που αυτή η διαφωνία φαίνεται ξεκάθαρη, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι αυτή η λογική εξαρτάται από μια σειρά ‘‘θεωρήσεων επάρκειας’’ που δεν έχουν εξεταστεί. Τι ακριβώς υποτίθεται ότι μετράει ως ‘‘απόδειξη’’, ‘‘υποστήριξη’’, ‘‘γενικοποίηση’’ και ‘‘δικαίωμα’’ στην δουλειά, η οποία ‘‘έλκεται από τη διαφωνία’’, του ίδιου του Ε.Π.Τ.Υ.; Είναι οι ειδικοί του Ε.Π.Τ.Υ. χαρούμενοι με την παρατήρηση ότι, σαν μέλη της κεντρικής ομάδας των ερευνητών της Κ.Ε.Γ
., οι δικές τους προσπάθειες να αποδείξουν, να υποστηρίξουν κ.λ.π, έχουν κοινωνικά καθοριστεί από την ‘‘επίδραση της κοινωνίας’’;(15)Για τους ίδιους λόγους, γίνονται επιτακτικές oι ερωτήσεις σχετικά με την ιδέα της ‘‘δυσκολίας’’. Για τον Collins, η ‘‘δυσκολία’’ της γνώσης ανταποκρίνεται στην μικρή πιθανότητα ότι η υποκειμενική θέση θα υποστηρικτεί(
16). Και η ‘‘μικρή πιθανότητα να υποστηρικτεί’’ είναι ισοδύναμη ‘‘με αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα έλεγαν σ’ αυτή την περίπτωση (… η αίσθηση… που νόμιζα ότι ήταν κοινής χρήσης )’’. Τώρα, όπως ταιριάζει στο σκεπτικιστικό κύμα αυτού του είδους της υποκειμενικότητας, ίσως θέλουμε να δώσουμε έμφαση στην επεξηγηματική ελαστικότητα αυτής της παρατήρησης. Σύμφωνα με το τρόπο που έχει τεθεί το θέμα, ας πούμε, τα κοινωνικά προβλήματα και η ανήθικη λογοτεχνία , θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε για ποιον, σε ποιες συνθήκες, σε ποιες περιστάσεις, πώς και γιατί αυτό εμφανίζεται δύσκολο (για παράδειγμα Spectοr και Kitsuse 1977 );(17) Κάνοντας αυτές τις ερωτήσεις, θα θεωρούσαμε ότι δεν υπάρχει λόγος να δώσουμε προνόμια στην δυσκολία ως μια πραγματική, κληρονομική ή επίκτητη, σταθερή ιδιότητα του αντικειμένου της μελέτης, όχι περισσότερο απ’ όσο υπάρχει για οποιαδήποτε ιδιότητα των φυσικών φαινομένων.(18) Mε άλλα λόγια, η δυσκολία δε δίνεται, κατασκευάζεται (αποδίδεται, συναποτελείται, περιστρέφεται και μερικές φορές ολοκληρώνεται). Δεν κατοικεί μέσα στο αντικείμενο της μελέτης, αλλά μάλλον δημιουργείται μέσα από την ‘‘πονηρή’’ και παραπλανητική παρουσίαση του αντικειμένου.(19)Ένα αποτέλεσμα αυτής της ελαστικής εφαρμογής της κατασκευαστικότητας είναι το ξεκίνημα ενός προγράμματος ερευνών σχετικά με το χαρακτήρα της κοινωνικής επιστημονικής διαμάχης.(
20) Μαθαίνουμε ότι η Κ.Ε.Γ. εγκαθιδρύει την ίδια της τη δυσκολία με τρόπο μιας ρητορικής αντιπαράθεσης μεταξύ της δουλειάς του αναλυτή και της δουλειάς των επιστημόνων που έχουν μελετηθεί, μεταξύ των δραστηριοτήτων που αναπαρίστανται απ’ τον κοινωνιολόγο και αυτών των δικών του ή δικών της επιστημονικών αντικειμένων. Ενώ τα δεύτερα παρουσιάζονται ως επιρρεπή στην υποκειμενικότητα, έχει μειωθεί σε σπουδαιότητα η ενδεχόμενη εφαρμογή της υποκειμενικότητας στα πρώτα. Η ρητορική αντιπαράθεση καταλήγει στον ισχυρισμό ότι διαφορετικές κλάσεις δραστηριότητας που αναπαρίσταται είναι διαφοροποιημένα επιρρεπής στην υποκειμενικότητα. Με άλλα λόγια, ο αναλυτής, ο ίδιος στην εξήγηση, υποτίθεται ότι δουλεύει σ’ ένα επίπεδο «υψηλότερο» απ’ ότι (διαφορετικό από) τα αντικείμενα της μελέτης.Αυτή η πρακτική, ή πραγματική παράνομη συνάντηση (στην πορεία της αναπαράστασης/ διαφωνίας) μιας διαφοράς στα επίπεδα είναι στην ουσία δυσκολία με διαφορετικό έμβλημα. Όσο πιο δύσκολη είναι η δικιά μας διαφωνία, τόσο το λιγότερο απίθανα μοιάζει επιρρεπής στο είδος της υποκειμενικότητας που εμείς εφαρμόζουμε στα αντικείμενα της μελέτης. Η δυσκολία, η έλλειψη εξάρτησης και επιρροής από την υποκειμενικότητα είναι ισοδύναμη με την απόσταση που εμείς δημιουργούμε μεταξύ των αναπαριστώμενων πρακτικών που παρουσιάζουμε ως επιρρεπή
στην υποκειμενικότητα και αυτών που δεν είναι.(21) Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση, τόσο δυσκολότερη είναι η περίπτωση. Έτσι, η δυσκολία είναι επίσης ένα μέτρο σύγκρισης για τη δουλειά που χρειάζεται για να αναγνωρίσει ή να καταρρίψει την απόσταση που υπάρχει μεταξύ του αναλυτή και του αντικειμένου. Όπως έχει επισημάνει και ο Latour, η σταθερότητα των επιστημών είναι χτισμένη ακριβώς πάνω σ’ αυτή την ιδιότητα να ενεργούν σε απόσταση. Η πιο πειστική διαμάχη είναι αυτή ακριβώς που επιτρέπει στον αναλυτή να «δρα επάνω» (για παράδειγμα να επεξηγεί, να αναπαριστά) τα φαινόμενα ενώ υπάρχει απόσταση από αυτά (Latour [1986] 1990, 1987). Η ρητορική απαίτηση είναι ότι ο ίδιος ο αναλυτής μπορεί να μιλήσει, έχοντας ο ίδιος την εξουσία, σχετικά με το φαινόμενο, χωρίς, όπως ήταν, να «μολυνθεί» απ’ το φαινόμενο το ίδιο.(22)Σαν ένα αποτέλεσμα της προσαρμοστικής εφαρμογής της υποκειμενικότητας- κατασκευαστικότητας, βλέπουμε ότι η δυσκολία εξαρτάται από την κοινωνία. Είναι μια πρακτική ολοκλήρωση. Αυτή η ανακατασκευή της δυσκολίας έτσι ξαναεπιβεβαιώνει τη δύναμη της φόρμουλας της Κ.Ε.Γ. Αλλά, την ίδια στιγμή , όπως έχουμε ήδη θεωρήσει, η Κ.Ε.Γ. ειρωνικά αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της για θεωρητική σημαντικότητα. Καθώς όλο και περισσότερες ‘‘διακηρύξεις’’ του κοινωνικού χαρακτήρα της επιστημονικής γνώσης αναδύονται, έτσι και οι εικασίες μας σχετικά με την προνομιούχα κατάσταση της επιστήμης, σιγά σιγά αλλάζουν. Ο όλος σκοπός του σχεδίου της Κ.Ε.Γ. είναι να αποδυναμώσει τη δυσκολία που σχετίζεται με την επιστημονική γνώση.(
23) Αλλά, όσο περισσότερο η εφαρμογή της υποκειμενικότητας στην επιστημονική γνώση είναι δεκτή, τόσο λιγότερο ξεκάθαρο είναι ότι η Κ.Ε.Γ. ασχολείται με την δυσκολότερη δυνατή περίπτωση. Αυτό που είναι σημαντικό εδώ είναι ότι αυτό σημαίνει ότι ίσως υπάρχει μια ακόμη δυσκολότερη περίπτωση για να αποτύχει από τη δυσκολότερη δυνατή περίπτωσηΠοια να είναι αυτή η περίπτωση; Αν ξαναθυμηθούμε ότι δυσκολότερη σημαίνει το λιγότερο πιθανό μέρος όπου η υποκειμενική θέση μπορεί να στηριχτεί, και ότι η δυσκολία επίσης εκφράζει αναλυτική απόσταση, ίσως ερμηνεύσουμε το ‘‘εγώ’’, ως υποψήφιο για μια ακόμα δυσκολότερη, πιο δύσκολη
πιθανή περίπτωση. Με το ‘‘εγώ’’ εννοώ το ‘‘εγώ μέσα στο κείμενο’’, τη φωνή του αναλυτή/ συγγραφέα όπως εμφανίζεται (ή μάλλον όπως κρύβει τον εαυτό του) στην πορεία της διαφωνίας (γράφοντας, μιλώντας, αναπαριστώντας). Παρατηρείστε ότι η εφαρμογή της υποκειμενικότητας στο γερά και βαθιά στηριγμένο εγώ στο κείμενο, εννοεί να προτείνει κάτι διαφορετικό από τις πολλές τρέχοντες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Αυτές οι προσεγγίσεις τείνουν να εξηγήσουν το εγώ σαν ένα θέμα ασύνδετο με την αναπαριστώμενη δουλειά που υποστηρίζει. Παρέχουν θεωρητικές συζητήσεις για το ρόλο του εγώ ή για την ‘‘ιδέα’’ του εγώ, δηλαδή ιστορικά πορτραίτα που δείχνουν πώς αλλάζει η ιδέα του εγώ. Ενώ τέτοιες προσεγγίσεις είναι ενδιαφέρουσες, δεν τείνουν να ανακρίνουν το εγώ στην πράξη. Το εγώ που μας απασχολεί είναι το εγώ που υποστηρίζει αναπαριστώμενη πρακτική. Αυτού του είδους το εγώ μπορεί να ερμηνευθεί σαν μια ακόμη δυσκολότερη περίπτωση απ’ την επιστήμη, αφού θεωρώ πως είναι ακόμη λιγότερο πιθανό ότι η υποκειμενική γνώμη μπορεί να εφαρμοστεί στο εγώ παρά στην επιστημονική γνώση.Οποιαδήποτε και αν είναι η συγκεκριμένη άξια (αυτού του είδους) του εγώ σαν μια πιθανώς ακόμη δυσκολότερη, πιο δύσκολη πιθανή περίπτωση το σημαντικό γενικό σημείο εδώ είναι ότι η προσαρμοστική εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. παράγει ένα παραπάνω τομέα πιθανών στόχων για ανάλυση. Εδώ τώρα ερχόμαστε στο δύσκολο κομμάτι του ζητήματος. Η θεωρητική σημασία της Κ.Ε.Γ. δεν είναι (απλά) ότι αντιμετωπίζει την πιο δύσκολη πιθανή περίπτωση αλλά ότι λόγω της καλής ποιότητας της προσαρμοστικής της εφαρμογής έχει τη δυνατότητα να γεννά όλο και περισσότερες ‘‘ακόμη δυσκολότερες πιο δύσκολες πιθανές περιπτώσεις’’. Αυτό δεν πρέπει να το βλέπει κανείς σαν ελάττωμα αλλά σαν ένα θετικό χαρακτηριστικό του εγχειρήματος. Η αναλυτική αντιπαράθεση που προκύπτει από την κατανόηση της Κ.Ε.Γ ως μια επεξηγηματική φόρμουλα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί θετικά παρά σαν λόγος ντροπής. Τότε, μπορούμε να δούμε ότι μακριά από το να γίνεται οπισθοδρομική, η προσαρμοστική εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. είναι απ’ όλες τις απόψεις αναζωογονητική. Η βασική σημασία της Κ.Ε.Γ. με άλλα λόγια, είναι ότι περιέχει μέσα της, τη δυναμική βάση για την επαναλαμβανόμενη επαναπροσδιόριση των γενικών ιδεών των επιστημονικών θεμάτων. Είναι λόγω της χρήσιμης ποιότητας αυτού του δυναμικού που η Κ.Ε.Γ. έχει την ‘‘πιθανότητα επανεκτίμησης των πρωταρχικών υποθέσεων της μοντέρνας γνώσης’’(Woolgar 1991, 25).
Για να δώσουμε μια περίληψη της διαφωνίας μέχρι τώρα, βλέπουμε ότι η ενδεχόμενη στρατηγική θεωρητική σημασία της Κ.Ε.Γ. έχει συμβιβαστεί λόγω μιας έλλειψης θέλησης για να αντιμετωπίσει το παράδοξο στην καρδιά των προγραμματιστικών της ισχυρισμών και για να εκμεταλλευτεί τις ανάλυτικές αντιπαραθέσεις στην πρακτική της. Στην αρχή, κύριος στόχος της Κ.Ε.Γ. ήταν η αντικειμενοστρεφής της
φιλοσοφία. Η βασική υπόσχεση της Κ.Ε.Γ. έφερε μεγάλη αναστάτωση στους κόλπους αυτής της ομάδας αλληλεγγύης. Μπορούμε τώρα να συμπεράνουμε ότι η αντικειμενοστρεφής φιλοσοφία παρείχε έναν αρχικό καταλύτη για να θέσει σε προετοιμασία το δυναμικό του επαναλαμβανόμενου επαναπροσδιορισμού των γενικών αρχών. Δυστυχώς όμως, αυτή η διαδικασία κινδυνεύει να τερματιστεί, εξαιτίας της επιθυμίας να καθιερωθεί η Κ.Ε.Γ. ως μια επεξηγηματική φόρμουλα, ένα εργαλείο για να εφαρμοστεί σε διαφορετικές στιγμές των ισχυρισμών της επιστημονικής γνώσης. Συγκεκριμένα, η αντοχή στην προσαρμοστικότητα σημαίνει οτι δεν έχει υπάρξει υποβασταζόμενη προσπάθεια να ψάξει εναλλακτικές λύσεις στην ρεαλιστική διάλεξη. Συνεχίζουμε, λοιπόν, να βλέπουμε με ειρωνεία τις επιστημονικές πρακτικές των άλλων, ενώ δίνουμε προνόμια στις δικές μας.
H Κ.Ε.Γ. αναλαμβάνει την επιστημονική γνώση
Προχωρώντας από την επιστήμη στην τεχνολογία, τι γίνεται με τη βασική προοπτική της Κ.Ε.Γ.; Με δεδομένο ότι η Κ.Ε.Γ. δεν έχει προχωρήσει πολύ, μπορούμε μόνο να περιμένουμε η Κ.Μ.Τ. να αποδυναμώσει περαιτέρω τη βασική της προοπτική; Αυτό το άρθρο θεωρεί ότι δυστυχώς η ανακάλυψη ενός καινούργιου αντικειμένου (τεχνολογία) παρέχει ένα συμφέροντα τρόπο για να αποφύγουμε παραπέρα την ερώτηση της προσαρμοστικότητας. Όταν ερμηνεύεται ως μια φόρμουλα για την παραγωγή επεξηγήσεων στην κοινωνιολογία (περισσότερο απ’ ότι για παράδειγμα, μια περίσταση για να προκαλεί σημαντικά περισσότερο την ίδια την ιδέα της ‘‘επεξήγησης’’), η εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. σ’ ένα καινούργιο αντικείμενο (τεχνολογία) υπηρετεί απλά την εκλέπτυνση αυτής της φόρμουλας. Αυτό μας οδηγεί στο να αναρωτηθούμε αν η στροφή στην ΚΜΤ δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα πλάγιο γύρισμα.
Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου, απευθύνω την ερώτηση μέσα από ένα συγκεντρωτικό βλέμμα στην πρόσφατη Κ.Μ.Τ. Ένα έναυσμα για την τρέχουσα επέκταση της κοινωνικής μελέτης της τεχνολογίας είναι η εφαρμογή πολλών από τις ιδέες και τις προσεγγίσεις της Κ.Ε.Γ. στην μελέτη της τεχνολογίας. Έτσι τώρα, βρίσκουμε την ίδια μετά-Kuhnian κριτική των απόψεων που έχουν σχηματιστεί από πριν και δε στηρίζονται σε γνώση και απόδειξη σχετικά με την τεχνολογία, όπως έχει πρόσφατα εφαρμοστεί στις απόψεις αυτές σχετικά με την επιστήμη. Αυτή η κριτική παράγει τα ακόλουθα είδη διαφωνίας (το αντίστοιχο κομμάτι
που ανταποκρίνεται στην φόρμουλα της Κ.Ε.Γ. είναι μέσα στις αγκύλες):Οι διακρίσεις μεταξύ του τεχνικού [επιστημονικού] και του κοινωνικού πρέπει να καταργηθούν. Η κοινωνική ανάλυση θα πρέπει να δώσει ερευνητικό βάρος στο περιεχόμενο της τεχνολογίας[επιστημονική γνώση]. Το ρόλο του μεγάλου ελεύθερου επαγγελματία, μηχανικού , εφευρέτη[επιστήμονα, ανθρώπου που κάτι ανακάλυψε] πρέπει να τον δούμε σε κοινωνικό περιεχόμενο . Η τεχνολογική [επιστημονική] ανάπτυξη δεν μπορεί πια να θεωρείται ως ένας γραμμικός υπολογισμός των κατασκευών του ανθρώπου[γεγονότα], που το καθένα εκτιμάται από μια υπάρχουσα ανθολογία τεχνολογικών επιτεύξεων[επιστημονική γνώση]. Εν συντομία, η τεχνολογία [επιστήμη] έχει σχέση με τη διαδικασία, όπως και με την παραγωγή και οι τεχνολογικές ανακαλύψεις [επιστημονικά γεγονότα ] πρόκειται να γίνονται αντιληπτά ως κοινωνικές κατασκευές.
(24)Ο Pinch και ο Bijker ([1984]1987) εκφράζουν ωραία αυτούς τους παραλληλισμούς μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, αναφορικά με το Ε.Π.Υ. Επισημαίνουν την επεξηγηματική χαλαρότητα που σχετίζεται με την επεξήγηση (χρήση) των τεχνολογικών κατασκευών. Δεν υπάρχει μοναδικός (απαραίτητος) τρόπος για σχεδιασμό (ή για να επεξηγήσει κανείς και να χρησιμοποιήσει) τη τεχνολογία. Οι σχεδιασμοί και οι επεξηγήσεις (χρήσεις) ποικίλουν ανά τις εποχές και μεταξύ διαφορετικών ομάδων και πολιτισμών. Όταν οι ανταγωνιζόμενες απόψεις και ιδέες έρχονται σε ρήξη, το αποτέλεσμα της επακόλουθης αντιπαράθεσης καθορίζεται από ποικίλες κοινωνικές εικασίες και προβλέψεις. Η σύσταση των κοινωνιολόγων είναι να ακολουθούν το Ε.Π.Υ., χαρτογραφώντας το πέρασμα της αντιπαράθεσης και τη δημιουργία της συμφωνίας, υποστηρίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο με αποδείξεις τις κοινωνικές διαδικασίες (ειδικά τους μηχανισμούς του κλεισίματος και του σχηματισμού συγκεντρωτικής γνώμης), τη στιγμή που οι τεχνολογικές ανακαλύψεις έρχονται στη ζωή και γίνονται δεκτές.(
25)Η αναλυτική αντιπαράθεση στις κριτικές του τεχνολογικού ντετερμινισμού
Μερικοί συγγραφείς της Κ.Μ.Τ. διαφωνούν ριζικά με την ιδέα του ‘‘τεχνολογικού ντετερμινισμού’’. Για παράδειγμα, στην εισαγωγή της συλλογής τους, που έχει υποστεί επιρροή, ο MacKenzie και ο Wajcman (1985, 4ff) επισημαίνουν ότι η άποψη, ότι η τεχνολογία έχει αποτελέσματα (ή επίδραση) πάνω στην κοινωνία, έχει σχέση με δυο βασικές υποθέσεις. Πρώτον, η τεχνολογία ερμηνεύεται σαν ένας ανεξάρτητος παράγοντας στην κοινωνική αλλαγή, κάτι που θεωρείται να είναι η ‘‘έξω’’ κοινωνία, είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά. Η δραστηριότητα των ειδικών στην τεχνολογία, ερμηνεύεται σαν ανεξάρτητη απ’ την κοινωνία. Οι ειδικοί στην τεχνολογία θεωρείται, ότι κάνουν εφαρμογή των ανακαλύψεων της επιστήμης, μετατρέποντάς αυτές σε τεχνικές και συσκευές που μετά έχουν επίδραση πάνω στην κοινωνία. Δεύτερον, γίνεται η υπόθεση ότι οι αλλαγές στην τεχνολογία προκαλούν αλλαγές στην κοινωνία.(
26)Εναντίον αυτών των υποθέσεων, ο Mackenzie και ο Wajcman υποστηρίζουν: Πρώτον, υπάρχουν πολλές φορές που συσκευές που κρίθηκαν χρήσιμες, ακόμα και απαραίτητες δεν υιοθετήθηκαν ,δεν καθιερώθηκαν ή που, στην ουσία θεωρήθηκαν αναποτελεσματικές. Αυτό δείχνει ότι, τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, παίζουν σημαντικό ρόλο στην απόφαση για το ποιες τεχνολογίες υιοθετούνται. Έτσι, η τεχνολογία δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν ένας παράγοντας ανεξάρτητος απ’ την κοινωνία. Δεύτερον, η ίδια τεχνολογία μπορεί να έχει διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικές καταστάσεις. Έτσι πρέπει να βλέπει κανείς τη τεχνολογία σαν μόνο έναν από μια ποικιλία παραγόντων που προκαλούν αλλαγή. Τρίτον , αυτό δείχνει ότι το να καθορίζει κανείς τις επιδράσεις μιας τεχνολογίας είναι μια έντονα δύσκολη και προβληματική άσκηση, που απαιτεί μια καλή θεωρία για τη λειτουργία της κοινωνίας, μια κατανόηση των συνολικών δυναμικών της κοινωνίας, πριν να είναι κάποιος ικανός να ειδικεύσει τις επιδράσεις μιας τεχνολογίας.
Αυτές οι τρεις σημαντικές παρατηρήσεις εγκαθιδρύουν την αναγκαιότητα, η Κ.Μ.Τ. να μην υιοθετεί ή να μην λαμβάνει ως δεδομένες τελειωτικές απεικονίσεις του πραγματικού χαρακτήρα μιας τεχνολογίας, τι μπορεί ή δε μπορεί να κάνει κ.λ.π. Όμως ο Mackenzie και ο Wajcman προσθέτουν μια σημαντική υποσημείωση. Ακριβώς επειδή οι επιδράσεις της τεχνολογίας είναι περίπλοκες, λένε,
αυτό δε δίνει το δικαίωμα σε μας να υποθέσουμε ότι η τεχνολογία δεν έχει επιδράσεις. Αυτή είναι μια σημαντική παρατήρηση, γιατί αποκαλύπτει τη δέσμευση των συγγραφέων σε (ένα είδος) τυχαίας επεξήγησης στην ανάλυση τους για την τεχνολογία .Δεν υπάρχει διαφωνία στο να ερμηνεύει κανείς τεχνολογία ως ένα τυχαίο παράγοντα. Μάλλον, είναι μια δήλωση των τεχνικών δυσκολιών, που έχουν σχέση με την απομόνωση των επιδράσεων της τεχνολογίας, ως ενός συγκεκριμένου τυχαίου παράγοντα.Θέλω να εκφράσω την άποψη, ότι αυτή η δέσμευση στην τυχαιότητα, τείνει να συμβιβάσει τις διαφωνίες τους, για την αυτονομία της τεχνολογίας. Η επίκληση ενός τυχαίου παράγοντα υπονοεί ότι είναι πιθανό να περιγράψει κανείς επαρκώς τα σημαντικά σημεία και χαρακτηριστικά της οντότητας για την οποία έχει τεθεί το θέμα. Αλλά, αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της επεξηγηματικής προσαρμοστικότητας, που σχετίζεται με την κοινωνική μορφή της τεχνολογίας. Η ερμηνεία της τεχνολογίας σαν ένας τυχαίος παράγοντας μοιάζει να υπονοεί ότι υπάρχουν τελειωτικά, αναγνωρίσιμα σημεία και χαρακτηριστικά αυτής της τεχνολογίας, ενώ το κεντρικό νόημα της κοινωνικής μορφής είναι να ‘‘προτείνει’’ ότι τέτοια σημεία και χαρακτηριστικά είναι αβέβαια και εξαρτώμενα, ότι οποιαδήποτε τέτοια χαρακτηριστικά που θα ευχόμαστε να
αποδώσουμε σε μια τεχνολογία είναι το προσωρινό αποτέλεσμα μιας σειράς πολύπλοκων κοινωνικών (αναλυτικών) διαδικασιών, που κατά μεγάλο βαθμό οφείλονται στις προσπάθειες συγκεκριμένων κοινωνικών υπηρεσιών (ομάδων). Ή για να θέσω το πράγμα αλλιώς, η επίκληση από μέρους τους μιας τεχνολογίας σαν μια αιτία υπονοεί την πιθανότητα να παρέχουν μια τελειωτική -που δε μπορεί να αλλαχτεί- περιγραφή αυτής της τεχνολογίας.Αυτό το σημείο απαιτεί συγκεκριμένη ταξινόμηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι η απεικόνιση της τεχνολογίας σαν μια αιτία απαιτεί ότι, όλες οι ερωτήσεις επαρκούς περιγραφής αυτής της τεχνολογίας πρέπει πρώτα να καθοριστούν σε κάποια τελική ή απόλυτη έννοια.(
27) Για παράδειγμα, είμαστε εξοικειωμένοι με ισχυρισμούς όπως το ότι το ‘‘Τσερνομπίλ’’ προκάλεσε μόλυνση του γάλατος, ενώ το τι ακριβώς το ‘‘Τσερνομπίλ’’ περιέχει σαν έννοια είναι, θεωρητικά, ανοιχτό σ’ έναν ακαθόριστο αριθμό παραπέρα ερευνών, αιτήσεων για ταξινόμηση κ.λ.π. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, τη στιγμή της ερμηνείας αυτής της τυχαίας σύνδεσης, στην πορεία της διαμόρφωσης της αιτίας σ’ αυτή την κατεύθυνση, η αναφορά στο ‘‘Τσερνομπίλ’’ θεωρείται επαρκής. Δηλαδή ,κατ’ αυτή την έννοια, η τυχαία ομιλία σχετίζεται με τη τοπική ολοκλήρωση μιας πρακτικά επαρκούς περιγραφής της ‘‘τεχνολογίας’’. Παρόλο που η κριτική τους .για τον τεχνολογικό ντετερμινισμό. χρησιμοποιεί την θεωρητική δυσκολία της περιγραφής των θετικών χαρακτηριστικών της τεχνολογίας για την οποία τίθεται το ερώτημα, όταν μιλάνε για την τεχνολογία ότι έχει επιδράσεις, ο Mackenzie και ο Wajcman μοιάζουν να το ερμηνεύουν ως, ούτε λίγο ούτε πολύ, τεχνική δυσκολία.Ο Mackenzie και ο Wajcman ξεκάθαρα θέτουν μερικές τεχνολογίες, ως υποψήφιες για την υπόθεση της κοινωνικής μορφής. Αυτό υπογραμμίζει την επεξηγηματική ελαστικότητα της τεχνολογικής ικανότητας. Τι μπορεί να κάνει μια τεχνολογία είναι βασικά αβέβαιο. Τι ‘‘εμείς’’ μετά θεωρούμε μια τεχνολογία ικανή να κάνει, είναι το αποτέλεσμα της υιοθέτησης μας του αποτελέσματος, που εξαρτάται από μια περίπλοκη αναλυτική διαδικασία. Αλλά ο Mackenzie και ο Wajcman επίσης, θεωρούν ότι μερικές τεχνολογίες έχουν πράγματι εμφανή καλά χαρακτηριστικά και ικανότητες.. Για παράδειγμα (1985, 7),
Οι συνέπειες της τεχνολογίας είναι άμεσα βιολογικές και οικολογικές, όπως επίσης και κοινωνικές. Οι τεχνολογίες μπορούν και όντως τρέφουν, ενδύουν και παρέχουν κατοικία σε μας. Επίσης μπορούν και όντως σκοτώνουν και δηλητηριάζουν. Οι τεχνολογίες μπορούν να διατηρήσουν και να υποβαθμίσουν το περιβάλλον μας.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι δικαιολογεί την αναλυτική διάκριση μεταξύ τεχνολογιών που μπορούν να θεωρούνται έμπιστες όσον αφορά στο αξίωμα της επεξηγηματικής ελαστικότητας (και έτσι στην ανάλυση των κοινωνικών μορφών) και αυτών, που τα καλά χαρακτηριστικά τους
πρόκειται να αντιμετωπίζονται σαν δεδομένα, χωρίς τον παραμικρό προβληματισμό. Είναι δελεαστικό να απαντήσει κανείς ότι για ορισμένες τεχνολογίες οι επιδράσεις είναι εμφανείς στους ίδιους τους κόλπους τους, ίσως ακόμη αναμφισβήτητες. Αλλά αυτό δε θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, καθόλου ικανοποιητικό, αφού το όλο νόημα της επεξηγηματικής ελαστικότητας είναι ότι τα εμφανή χαρακτηριστικά ‘‘το να είναι κάτι ξεκάθαρο χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί’’ και ‘‘το να είναι κάτι αναμφισβήτητο’’ είναι κοινωνικές εκπληρώσεις που είναι επιρρεπείς στην αλλαγή. Η πηγή της βοηθείας μας για το πρώτο χαρακτηριστικό απλά έχει έναν τρέχοντα ορισμό. Και θα ήταν κρίμα να περιορίσει κανείς το σκοπό της θεωρίας στις τεχνολογίες των οποίων το αποτέλεσμα τώρα τυχαίνει να είναι αντιθετικό. Άλλη μια απάντηση παραδέχεται ότι το να παίρνει κανείς ένα συγκεκριμένο ορισμό όπως δίνεται δεν είναι ικανοποιητικό, αλλά ότι τουλάχιστον αυτή είναι η τρέχουσα συγκεντρωτική γνώμη πάνω στο θέμα. Πάλι, αυτό είναι απογοητευτικό, μέχρι το βαθμό που δεν είναι ξεκάθαρο ποιων η συγκεντρωτική γνώμη είναι αυτή και πώς (και πότε και γιατί) επιτεύχθηκε(28).
H αναλυτική αντιπαράθεση στην εμπειρική Κ.Μ.Τ.
Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της έκθεσης των Mackenzie και Wajcman, έχουμε δείξει την αναλυτική αντιπαράθεση στις θεωρητικές συζητήσεις για τον τεχνολογικό ντετερμινισμό. Η υποσχόμενη απόταξη του υπαρκτού χαρακτήρα της τεχνολογίας, είναι συμβιβασμένη με την επιθυμία να συνεχίσει τη τυχαία ανάλυση και με μια απουσία κριτηρίων για διάκριση μεταξύ των τεχνολογιών, οι οποίες πρόκειται να τεθούν στην επεξηγηματική ελαστικότητα, και σ’ αυτές που δεν πρόκειται . Μια παρόμοια αντιπαράθεση χαρακτηρίζει την εμπειρική λογοτεχνία, όπως μπορούμε να δούμε από μια στενή εξέταση της έκθεσης του Langdon Winner’s ([1980] 1985) η οποία έχει δεχτεί επαίνους –‘‘Οι τεχνικές ανακαλύψεις έχουν πολιτική;’’. Η έκθεση του Winner συχνά χρησιμοποιείται σαν ένα καλό παράδειγμα μιας διαφωνίας που υποθάλπει την ιδέα, ότι οι τεχνολογίες είναι έμφυτα ουδέτερες (Mackenzie and Wajcman 1985, 7).
O Winner αρχίζει παρατηρώντας πώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά τα κοινωνικά ή οικονομικά συστήματα πάνω στα οποία στηρίζεται . Αυτή η θέση, λέει ο Winner, έχει το πλεονέκτημα του να υπολογίζει τον αφελή τεχνολογικό ντετερμινισμό -η υπόθεση ότι η παραγωγή και οι επιδράσεις της τεχνολογίας πηγαίνουν από ένα δυναμικό, εσωτερικό μέρος στην τεχνολογία- αλλά έχει το μειονέκτημα να θεωρεί ότι ο χαρακτήρας των ίδιων των τεχνικών πραγμάτων
δεν έχει καμία σημασία. Κατά έναν τρόπο, ο οποίος παραλληλίζει το κάλεσμα από τους κοινωνιολόγους της επιστημονικής γνώσης για προσοχή, με το νόημα της επιστημονικής γνώσης, ο Winner λέει ότι πρέπει να πάρουμε σοβαρά τις τεχνικές κατασκευές, ότι χρειάζεται να προσέξουμε ‘‘τα χαρακτηριστικά των τεχνικών αντικειμένων και τα νοήματα αυτών των χαρακτηριστικών’’ (Winner [1980]1985 , 27).O Winner διαφωνεί ότι υπάρχουν δυο έννοιες, σύμφωνα με τις οποίες, τα τεχνικά πράγματα μπορούν να έχουν πολιτικές ποιότητες. Πρώτον, οι τεχνολογίες μπορούν να έχουν πολιτικές ποιότητες, με την έννοια ότι είναι σχεδιασμένες (συνειδητά ή ασυνείδητα) έτσι ώστε να έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική επίδραση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη χρήση των τεχνολογιών για ορισμένους σκοπούς (όπως η χρήση της τηλεόρασης για να προβάλλει έναν πολιτικό υποψήφιο). Ο Winner θεωρεί ότι μια συσκευή που μας δίνεται, μπορεί να είναι ‘‘σχεδιασμένη και χτισμένη κατά τέτοιο τρόπο που να παράγει ένα συγκεκριμένο σύνολο συνθηκών, λογικά και προσωρινά, προηγούμενες από οποιαδήποτε από τις χρήσεις που υποτίθεται ότι έχουν’’([1980]1985, 30˙ η έμφαση του Winner). Δεύτερον, συνεχίζει διαφωνώντας ο Winner, ορισμένες άλλες τεχνολογίες είναι ‘‘έμφυτα πολιτικές’’ στο ότι η υιοθέτηση ενός δοσμένου τεχνικού συστήματος, στην ουσία απαιτεί τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός συγκεκριμένου συνόλου κοινωνικών συνθηκών όπως το λειτουργικό σύστημα αυτού του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, η ύπαρξη των τόπων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας απαιτεί την ύπαρξη μιας τεχνικής, επιστημονικής, βιομηχανικής, στρατιωτικής ελίτ για να τους αναλάβει. Η ατομική βόμβα είναι ένα έμφυτα πολιτικό κατασκεύασμα γιατί ‘‘οι φονικές της ιδιότητες απαιτούν να ελέγχεται από μια κεντρική αυστηρά ιεραρχική αλυσίδα εντολών κλειστών σ’ όλες τις επιρροές που ίσως κάνουν τη ‘‘δουλειά’’ της απρόβλεπτη’’ (Winner [1980] 1985, 32-33). Εναλλακτικά, λέει ο Winner, ένα δοσμένο είδος τεχνολογίας, μπορεί να μην απαιτεί συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, αλλά ίσως να είναι ισχυρά συμβατό με αυτές. Έτσι, για παράδειγμα, η ηλιακή ενέργεια είναι πιο συμβατή με (αλλά δε την κάνει απαραίτητη ) μια δημοκρατική κοινωνία ίσων ευκαιριών και δικαιωμάτων απ’ ότι είναι ενεργειακά συστήματα βασισμένα στο κάρβουνο, τα καύσιμα, και την πυρηνική ενέργεια, καθώς ‘‘μιλώντας τεχνικά, είναι σε μεγάλο βαθμό πιο λογικό να χτίσεις ηλιακά συστήματα με ένα, μη συγκεντρωμένο, πολύ διασκορπισμένο τρόπο απ’ ότι σε μεγάλη κλίμακα κεντρικά οργανωμένων εργοστασίων»(Winner [1980] 1985, 32).
Aς εξετάσουμε την ανατομία αυτής της διαφωνίας. Σύμφωνα με την πρώτη έννοια, δηλαδή ότι τα τεχνικά κατασκευάσματα έχουν πολιτική, ο Winner χρησιμοποιεί το παράδειγμα των γεφυρών του Robert Moses στο Long Island. Πρώτα, ο Winner χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την ειρωνική συσκευή της υποκειμενικότητας: το τεχνολογικό κατασκεύασμα, λέγεται, να είναι άλλο από αυτό που εμφανίζεται. Ο Winner θεωρεί ότι η δομική μορφή των γεφυρών θα προκαλούσε μικρή προσοχή απ’ τη μεριά του τυχαίου παρατηρητή αλλά ότι η μορφή τους, στην ουσία, περιέχει πολύ περισσότερα από αυτά που μπορεί να συλλάβει το μάτι. Δεύτερον, μας έχουν πει για τα κίνητρα του σχεδιαστή (Moses): προκατάληψη όσον αφορά στις κοινωνικές τάξεις και υποστηρικτής των φυλετικών διακρίσεων. Αυτά τα κίνητρα προέρχονται από στοιχεία που δίνει ο βιογράφος του Moses. Τρίτον, μας έχουν πει για τις επιδράσεις της τεχνολογίας για την οποία γίνεται λόγος:
Oι φτωχοί άνθρωποι και οι μαύροι, που φυσιολογικά χρησιμοποιούσαν δημόσια μεταφορά, κρατήθηκαν μακριά απ’ τους δρόμους, γιατί τα δώδεκα ποδιών ψηλά λεωφορεία δεν μπορούσαν να περάσουν τον αυτοκινητόδρομο που περνάει πάνω από τη γέφυρα. Μια συνέπεια ήταν να περιοριστεί η πρόσβαση των φυλετικών μειονοτήτων και των ομάδων με χαμηλό εισόδημα στη Jones Beach, το διάπλατα ανοικτό δημόσιο πάρκο του Moses(Winner [1980] 1985, 28).
H χρήση από τον Winner του παραδείγματος της εισαγωγής του Cyrus McCormick στην πνευματική μορφοποίηση των μηχανών έχει μια παρόμοια δομή. Πρώτα, μας έχουν πει ότι η εισαγωγή των μορφοποιημένων μηχανών μοιάζει σαν ένα βήμα για τον εκμοντερνισμό του εργοστάσιου και την αύξηση της αποτελεσματικότητας. Έτσι, μας έχουν προειδοποιήσει ότι τα πράγματα είναι αλλά απ’ ότι φαίνονται. Δεύτερον, μας έχουν πει ότι ο McCormick ήθελε να ξεφορτωθεί τους ικανούς εργάτες που είχαν οργανωθεί σε τοπικό σωματείο. Έτσι, αποκαλύφτηκαν τα κίνητρα του ειδικού στη τεχνολογία. Τρίτον, μας έχουν πει το αποτέλεσμα, τα γεγονότα: ότι οι καινούργιες μηχανές ‘‘στην ουσία’’ παρήγαγαν κατώτερες διαλογές σε υψηλότερο κόστος από ότι η προηγούμενη διαδικασία και ότι, μετά από τρία χρόνια, οι μηχανές είχαν καταστρέψει το σωματείο. ‘‘Πρέπει να δει κανείς την ανάπτυξη σαν ένα ευρύτερο περιεχόμενο [της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας και τις προσπάθειες των εργατών που είναι οργανωμένοι σε σωματεία]’’ (Winner [1980] 1985 29: προστέθηκε έμφαση).
Παρατηρήστε ότι και στις δυο ιστορίες, τα κίνητρα του σχεδιαστή παραμένουν σταθερά με τις επιδράσεις στο σχεδιασμό. Αυτό σημαίνει, παρά τα συχνά παρατηρούμενα φαινόμενα, (α) ότι οι επιδράσεις της τεχνολογίας συχνά διαφέρουν από τις επιδράσεις στις οποίες στόχευαν και (β) ότι όλη η σειρά των διαφορετικών επιδράσεων μπορεί να πει κανείς ότι συμβαίνει σαν αποτέλεσμα της ίδιας τεχνολογίας. Ειρωνικά, η απήχηση αυτών των ιστοριών βρίσκεται κατά ένα μέρος στην εμφάνιση μιας ‘‘λογικής’’ σύνδεσης (η οποία έχει κατασκευαστεί) μεταξύ των συνεπειών που αποκαλύπτονται. Πιο σημαντική όμως είναι η εξάρτηση αυτών των ιστοριών από τις τελειωτικές αναφορές του αποτελέσματος της τεχνολογίας. Παρά τη διαφωνία, δηλαδή ότι το αποτέλεσμα ή η επίδραση των τεχνολογιών είναι επίμαχη, ότι είναι πολύ προβληματικό να τεθεί ως υποψήφια η μια ή η άλλη επίδραση, καθώς προκύπτουν από τις ίδιες τις τεχνολογίες παρά από άλλους κοινωνικούς ‘‘παράγοντες’’, κάθε μία από αυτές τις ιστορίες, θέτει απροβλημάτιστα ως υποψήφιο το αποτέλεσμα (επιδράσεις) μιας τεχνολογίας.
Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του λόγου, που δίνει ο Winner, είναι ακόμα πιο καλά υποβασταζόμενο μέσα στους ισχυρισμούς του για την έμφυτα πολιτική ποιότητα κάποιων τεχνολογιών. Με στόχο να παρουσιάσει τη τεχνολογία είτε να απαιτεί είτε να είναι συμβατή με μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, ο Winner εξελίσσει μια τελειωτική εκδοχή της ικανότητας των επιδράσεων αυτής της τεχνολογίας. Για παράδειγμα, λέει, ‘‘είναι πολύ πιο λογικό να χτίσεις ηλιακά συστήματα με ένα μη συγκεντρωμένο, πολύ διασκορπισμένο τρόπο απ’ ότι σε μεγάλη κλίμακα κεντρικά οργανωμένων εργοστασίων’’ (έχει προστεθεί έμφαση). Επίσης, αναφέρεται στις ‘‘φονικές ιδιότητες’’ της ατομικής βόμβας και τα λοιπά. Άλλη μια φορά, θα έπρεπε να επισημάνω ότι δε θέλω να μιλήσω εναντίον αυτών των εκδοχών της τεχνικής ικανότητας ή αυτού που μετράει σαν λογικό, τόσο πολύ όσο ώστε να παρατηρήσω ότι ο Winner υποστηρίζει τη θέση του με το να μεταχειρίζεται ως τελειωτικό, αυτό που ίσως κάπου αλλού να το μεταχειρίζονταν (σε συμφωνία με την υποκειμενική κατασκευαστική υπόθεση σχετικά με την επεξηγηματική ελαστικότητα) ως, βασικά, εκδοχές που υπόκεινται σε αμφισβήτηση και εξαρτώνται από την ικανότητα των διάφορων τεχνολογιών. Δεν απασχολείται με την ανακατασκευή αυτών των συγκεκριμένων εκδοχών της τεχνικής ικανότητας, παρόλο που από την άποψη μιας ευρείας κατασκευαστικής δέσμευσης, είναι ξεκάθαρα μέρος των φαινομένων, που πρέπει να ερευνηθούν.
Βλέπουμε ότι η δομή σε τρία μέρη, αυτών των διαφωνιών είναι μια τροποποίηση της φόρμουλας της Κ.Ε.Γ. που περιγράφτηκε νωρίτερα. Μια τεχνολογία επιλέγεται (κίνηση 1). Ο ‘‘εμφανής’’ χαρακτήρας της αντιμετωπίζεται ειρωνικά (κινήσεις 2 και 3), συγκεκριμένα με το να εξελίσσει ένα προτιμούμενο διάβασμα του χαρακτήρα της τεχνολογίας. Η βάση για το προτιμούμενο διάβασμα (μια ‘‘επεξήγηση’’ της διαφοράς μεταξύ του «εμφανή χαρακτήρα» και του προτιμούμενου διαβάσματος) εκφράζεται μετά ξεκάθαρα, με το να θέτει ως αιτία τα κίνητρα ή τις άλλες προηγούμενες συνθήκες του ειδικού στη τεχνολογία (κινηση4). Στα παραπάνω παραδείγματα της Κ.Μ.Τ. μια ακόμα κίνηση ακολουθεί. Το προτιμούμενο διάβασμα του χαρακτήρα της τεχνολογίας υποστηρίζεται από μια δήλωση ‘‘των πραγματικών επιδράσεων’’ της τεχνολογίας, για την οποία γίνεται λόγος.
Η τεχνολογία σαν αντικείμενο
Η αναλυτική αντιπαράθεση στην Κ.Ε.Γ. έτσι επέρχεται στην Κ.Μ.Τ. Ειδικά στην εμπειρική Κ.Μ.Τ., η υποκειμενικότητα εφαρμόζεται μόνο σε συγκεκριμένες επιλεγμένες τεχνολογίες. Σημαντικότερα, τώρα, η ανακατασκευή των επιλεγμένων τεχνολογιών, εξαρτάται από το τι περνάει (στην
πορεία της διαφωνίας) ως τελειωτικές εκδοχές της ικανότητας και της καλής ποιότητας αυτών των τεχνολογιών. Αυτό συμβαίνει παρά την αξιωματική απήχηση στην επεξηγηματική ελαστικότητα του χαρακτήρα και των προτερημάτων της τεχνολογίας και της απόταξης του τεχνολογικού ντετερμινισμού.Στην περίπτωση της Κ.Ε.Γ., θεώρησα ότι αυτή η αναλυτική αντιπαράθεση ήταν η πρακτική ανταπόκριση ενός παραδόξου στην καρδιά ενός προγράμματος που στόχευε να μεταχειριστεί τις επιστημονικές πρακτικές μη ελαστικά, το οποίο είναι σαν μια σφαίρα φαινομένων που ερμηνεύονται σαν να έχουν μια βασική (και ευδιάκριτη) απόσταση από τις δραστηριότητες του αναλυτή. Η σύσταση ήταν, αυτό το παράδοξο να ερευνηθεί, παρά να αγνοηθεί, γιατί συμβαίνει, μ’ αυτό τον τρόπο, η προοπτική για επαναληπτική επαναπροσδιορίση των γενικών αρχών να μπορεί να πραγματοποιηθεί. Η αναλυτική αντιπαράθεση στη Κ.Μ.Τ. μοιάζει πολύ λιγότερο σαν συνέπεια παρά στην Κ.Ε.Γ., ακριβώς γιατί η πρακτική της τεχνολογίας προσδιορίζεται σαν μια δραστηριότητα, πιο μακρινή απ’ ότι αυτή του αναλυτή. Ακόμα και αν η Κ.Μ.Τ. επιτρέπει το χαρακτηρισμό της δουλειάς του αναλυτή ως επιστημονική (επεξηγηματική, που παρουσιάζει αποδείξεις), η ίδια άποψη δεν έχει εφαρμογή στη δουλειά αυτού που ασκεί και κάνει πράξη την τεχνολογία.
Αυτή η ρητορική απόσταση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου (αναλυτή και τεχνολόγου), καθιστά ασφαλή την εφαρμογή ενός σχήματος αντιπαράθεσης, αυτού του είδους. Τοποθετημένος ως απομακρυσμένο αντικείμενο, ο τεχνολόγος εμποδίζεται να ‘‘ανταπαντήσει’’˙ Η αντιπαράθεση μπορεί να προχωρήσει ασφαλώς (και γενικώς προβλέψιμα) γνωρίζοντας ότι οι πρακτικές του αναλυτή δεν επηρεάζονται απ’ αυτές του τεχνολόγου. Δεν αποτελεί σύμπτωση, βέβαια, το ότι σχηματισμένη έτσι, η Κ.Μ.Τ. διαθέτει λίγα από τα στοιχεία της απόρριψης και της αμφισβήτησης που συνδέονται με την μεταχείριση της επιστημονικής γνώσης σαν αναλυτικό αντικείμενο. Πόσοι φιλόσοφοι θα αναστατωθούν με τον ισχυρισμό ότι οι τεχνολογίες είναι κοινωνικά δομημένες; Όχι και πολλοί! Που είναι οι Larry Laudans και Bill Newton-Smith
s να διακηρύξουν πόσο σκανδαλώδης είναι η κοινωνική αποδόμηση της τεχνολογίας; Η τεχνολογική σχεδίαση δεν είναι, ως επί τω πλείστον, μια τιμητική δραστηριότητα, επικροτούμενη από ένα εξέχον μέρος της φιλοσοφικής παράδοσης. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν φιλόσοφοι να αναστατώσουν, είναι απογοητευτικό, όχι γιατί είναι διασκεδαστικό να αναστατώνεις τον κόσμο, αλλά γιατί, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, τέτοιου είδους αντιθέσεις είναι λειτουργικές για να εξασφαλίζεται, στο μεγαλύτερο βαθμό, η σημαντικότητα της πρόκλησης για κριτική, απέναντι σε παραδοσιακά αποκρυσταλλωμένες απόψεις.Παρόμοια, η Κ.Μ.Τ., δεν παρουσιάζει την έλλειψη διαίσθησης που συνήθως συνδέεται με την κοινωνική δομή της επιστήμης. Ενώ, τουλάχιστον στην φάση της αρχικής της τυποποίησης, η άποψη ότι η επιστημονική γνώση ήταν κοινωνικά δομημένη έμοιαζε να διαψεύδει κοινώς αποδεκτές αντιλήψεις σχετικά με την επιστήμη, η πρόταση ότι η τεχνολογία συνεπάγεται κοινωνική εξέλιξη δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα. Βέβαια, σε μερικές περιπτώσεις και για συγκεκριμένους σκοπούς, οι άνθρωποι καταλήγουν να πιστέψουν ότι ορισμένες σχεδιαστικές λύσεις είναι και οι πιο λογικές από τις υπάρχουσες. Αλλά, μάλλον, είμαστε πιο ικανοποιημένοι με το να δεχτούμε ότι η υπάρχουσα λύση (πυρηνικός αντιδραστήρας) είναι συνέπεια κοινωνικών και πολιτικών μηχανορραφιών, παρά να ισχυριστούμε το ίδιο για την κατασκευή ενός ηλιακού συσσωρευτή.
Ένας άλλος τρόπος να καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα, είναι να αναφέρουμε ότι, δομημένη ως εφαρμογή ενός προϋπάρχοντος πλαισίου σ’ ένα νέο αντικείμενο, η Κ.Μ.Τ. δεν έχει πρόθεση να ασχοληθεί με την δυσκολότερη περίπτωση. Τίποτα ιδιαίτερα ‘‘σκληρό’’ δεν έχει ειπωθεί για την τεχνολογία˙ είναι πολύ πιο ανεκτική στο σχετικισμό απ’ την επιστημονική γνώση. Εδώ φαίνεται πάλι πως προσαρμόζεται η ριζοσπαστική ισχύς της Κ.Μ.Τ. Το εμπειρικό πρόγραμμα στην κοινωνική δομή της τεχνολογίας, δεν μας ενθαρρύνει να θεωρήσουμε ποιες άλλες ‘‘δύσκολες’’ περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν και σε τι έγκειται η ‘‘δυσκολία’’ τους.
Πως είναι λοιπόν δυνατό να επαναφέρουμε κάτι απ’ την αρχική, σημαντική, δυναμική ισχύ της Κ.Ε.Γ προς όφελος της τεχνολογίας; Συνεπάγεται απ’ τον παραπάνω συλλογισμό, ότι το πρόβλημα έγκειται στην ερμηνεία της τεχνολογίας σαν αντικείμενο και την αποδοχή της Κ.Ε.Γ. ως σταθερή μεταβλητή, δηλαδή ως ένα πλαίσιο για αμερόληπτες εφαρμογές σ’ ένα μη οροθετημένο αντικείμενο. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, να βρούμε ένα τρόπο να επανακτήσουμε τον παραγωγικό ρίσκο μιας ευέλικτης τακτικής. Μια αρχική πρόταση είναι, να προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες απαντήσεις στην δομή της τεχνολογίας ως κείμενο
.Τεχνολογία ως κείμενο 1: Η συντελεστική απάντηση
Ας διακρίνουμε τρεις διαφορετικές, κύριες απαντήσεις στο σύνθημα: ‘‘τεχνολογία ως κείμενο’’. Μια πρώτη συντελεστική απάντηση, απλά επανατονίζει τη διερμηνευτική ελαστικότητα του χαρακτήρα και της δυνατότητας της τεχνολογίας, είναι δηλαδή, ένας προκαταρκτικός ισχυρισμός του είδους σχετικιστή– κατασκευαστή, που προαναφέρθηκε. Αντιμετωπίζει την άποψη των τεχνολογικών κατασκευών ως εύχρηστα αντικείμενα με προκαθορισμένη συμπεριφορά (χρήσεις, δυνατότητες κ.λ.π.). Υποστηρίζει την ελαστικότητα του χαρακτήρα των τεχνολογικών κατασκευών και συνεπώς παρέχει τη δυνατότητα ύπαρξης ενός ‘‘δυνατού προγράμματος’’ στην κοινωνιολογία της τεχνολογίας (Bloor 1976˙ Pinch και Bijker 1984). Το κυρίως περιεχόμενο (τεχνικές δυνατότητες) της κατασκευής μπορεί να ειπωθεί ότι γίνεται κατανοητό κοινωνιολογικά, σαν η έκβαση μιας σειράς από ενδεχόμενες κοινωνικές διαδικασίες, ανεξάρτητα από την επικείμενη επιτύχια ή αποτυχία της τεχνολογίας, και ότι μπορεί να πραγματωθεί με τρόπους διαφορετικούς από μία (μερικές φορές αναπόφευκτη) πορεία εξέλιξης. Αυτή η πορεία, μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε την πορεία δόμησης του κειμένου, και ιδιαίτερα, τη διείσδυση σ’ ένα δίκτυο ρόλων (Latour [1986] 1990
) ώστε να περιοριστεί ή να ελαχιστοποιηθεί το φάσμα των πιθανών “αναγνώσεων”˙ με άλλα λόγια, ώστε να υπάρξει ομοφωνία σχετικά με τις τεχνικές δυνατότητες.Η συντελεστική ερμηνεία της τεχνολογίας ως κείμενο, επίσης υποστηρίζει, ότι πολλές συζητήσεις και αναλύσεις, σχετικά με τον αντίκτυπο της τεχνολογίας είναι μάλλον ανώριμες, με την έννοια ότι τείνουν να υιοθετήσουν μια προκαθορισμένη άποψη για την, υπό αμφισβήτηση, ικανότητα της τεχνολογίας. Σ’ αυτές τις συζητήσεις, ο αντίκτυπος αυτός έγκειται πρωταρχικά στις συνθήκες ανάπτυξης και εφαρμογής της τεχνολογίας˙ επομένως οι (υποτιθέμενα έμφυτες) δυνατότητές της περιορίζονται ή επαυξάνονται ανάλογα με τον εκάστοτε χειρισμό. Σε αντίθεση, η άποψη της τεχνολογίας ως κείμενο, υποστηρίζει ότι ο πιθανός αντίκτυπος της νέας τεχνολογίας “χτίζεται” κατά τη διαδικασία της εξέλιξης και του σχεδιασμού της, και ανασκευάζεται και αποδομείται κατά τη διάρκεια της χρήσης της.
Τεχνολογία ως κείμενο 2: Η διερμηνευτική απάντηση
Η συντελεστική ανάγνωση της τεχνολογίας, ως κείμενο, μπορεί να οδηγήσει σε μια έρευνα που να αποσκοπεί στο να διακρίνουμε κοινά σημεία ανάμεσα στο περιβάλλον οργάνωσης (εννοώντας τη δομή οργάνωσης, τον τρόπο διαχείρισης, απόψεις και κουλτούρα) και τη διαδικασία της τεχνολογικής ανάπτυξης: τι είδους περιβάλλον ευνοεί ή αντίθετα παρεμποδίζει την ανάπτυξη της τεχνολογίας; Αυτό το γενικό πλαίσιο θεώρησης αποδέχεται μια ποικιλία από πιθανά είδη μελέτης, συμπεριλαμβανομένων μελετών που προσπαθούν να ανακαλύψουν πώς οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αποσαφηνίζουν τα κοινά σημεία μεταξύ του περιβάλλοντος της τεχνολογίας και της εφαρμογής της (Woolgar 1987b).(
29)Συνεπώς, αυτή η αντίληψη της τεχνολογίας ως κείμενο, προτείνει επίσης μια διερμηνευτική απάντηση: τη μελέτη των τρόπων με τους οποίους τα τεχνολογικά κείμενα γράφονται και διαβάζονται. Για παράδειγμα, η δομή και οι δυνατότητες μιας τεχνολογικής κατασκευής είναι δυνατό να αναγνωστούν ενσωματώνοντας στην μελέτη το πλαίσιο της οργάνωσης, μέσα στο οποίο η κατασκευή λαμβάνει χώρα. Με άλλα λόγια, το τεχνικό περιεχόμενο μπορεί να αναγνωσθεί σε ισομορφία με το οργανωτικό πλαίσιο. Αυτό είναι, φυσικά, ένα ανάγνωσμα που συμφωνεί με την άποψη του Durkheim ότι, δηλαδή τα αντικείμενα κατηγοριοποιούνται στις κοινωνίες με τρόπο τέτοιο, που να αντανακλά τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές κατατάξεις: για παράδειγμα, ιδέες σχετικά με το διάστημα, ή γνώση του φυσικού κόσμου αντανακλά τους βασικούς υλικούς και κοινωνιολογικούς τομείς της κοινωνίας μας˙ η κατανόηση που έχουμε για τη φύση, θα επιδείξει την οργάνωση και τον καθορισμό των κοινωνικών θεσμών. Αυτή τη στιγμή, οι τεχνολογικές κατασκευές θεωρούνται ικανές να επιδείξουν τη μορφή της παραγόμενης οργάνωσης.
Η άποψη ότι οι κατασκευές “ενσαρκώνουν” οργανωτική μορφή είναι σκανδαλωδώς υβριστική. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι αυτή η “ενσάρκωση” είναι, ένα επίτευγμα, μία από τις πολλές εναλλακτικές, πιθανές αναφορές, και τέλος είναι η έκβαση της ανάγνωσης του κειμένου με ένα συγκεκριμένο τρόπο και για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Για παράδειγμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ανάγνωση της τεχνολογίας, για τις συνθήκες της γέννησής της, μπορεί να είναι ελκυστική για ορισμένους ‘‘μεγάλους’’ της βιομηχανίας, γιατί παρέχει τη βάση για την αποδόμηση του ισχυρισμού ενός αντιπάλου, για ουδετερότητα. Δηλαδή, ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός σχετικά με την τεχνική δυνατότητα, μπορεί να απορριφθεί με την ανάγνωση της κατασκευής, για τις προηγούμενες συνθήκες της κατασκευής της (π.χ. τα κίνητρα των σχεδιαστών, ο τύπος οργάνωσής τους κ.λ.π.). Σε αναλογία με την τεχνική του υπαινιγμού μοντελοποίησης κατά την κατάρριψη του ισχυρισμού της επιστημονικής γνώσης ενός αντιπάλου, αυτός ο τρόπος για την ανάγνωση μιας τεχνολογίας, παρέχει ένα είδος υπονόμευσης του ισχυρισμού των ανταγωνιστών για την τεχνολογική δυνατότητα.(
30)Η άποψη ότι είναι δυνατόν να διαβαστεί η τεχνολογία ως κείμενο και, ειδικότερα, σαν σχηματισμένη οργανωτική μορφή, φαίνεται να αντιτίθεται στην πιο δημοφιλή άποψη, ότι οι τεχνολογίες ουσιαστικά αποκρύβουν την ιστορία τους. Σύμφωνα με την άποψη του Bachelard, για παράδειγμα, το φαινόμενο-τεχνική αποκτά αξία ακριβώς επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να χρειάζεται να απορρίψουμε την θεωρητική εργασία και τα επιστημονικά επιτεύγματα του παρελθόντος που, ουσιαστικά περικλείει. Με αυτή την έννοια, οι χρήσιμες τεχνολογίες είναι αδιαφανή κείμενα, μαύρα κουτιά στην κυριολεξία. Παρ’ όλα αυτά, η φανερή αντίθεση λύνεται όταν αναγνωρίσουμε ότι και οι δύο διερμηνεύσεις (η τεχνολογία ως φανερή οργανωτική μορφή, στην μία μεριά˙ και η τεχνολογία που αποκρύπτει την ιστορία της, από την άλλη) είναι αναγνώσεις που έχουν πραγματωθεί για διαφορετικούς σκοπούς. Η πρώτη ανάγνωση μεταχειρίζεται την τεχνολογία με γνώμονα τι μπορεί να αποκομισθεί από τον υπαινιγμό των συνθηκών της γέννησης της, η δεύτερη για τι μπορεί να αποκομισθεί χωρίς την παρακολούθηση αυτών των συνθηκών. Όταν αναφερόμαστε στην διερμηνευτική απάντηση της τεχνολογίας ως κείμενο, ένα σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι ποια ανάγνωση είναι πιο κατάλληλη από την άλλη, σε κάθε δεδομένη κατάσταση.(
31)Τεχνολογία ως κείμενο 3: Η αυτοπαθής απάντηση
Είδαμε ότι η αρχική (συντελεστική) απάντηση στην θεώρηση της τεχνολογίας ως κείμενο, επανατόνισε την διερμηνευτική ελαστικότητα της τεχνολογικής δυνατότητας και την ανέπτυξε με ένα αρκετά παραδοσιακό ισχυρισμό. Η δεύτερη (διερμηνευτική) απάντηση τονίζει την πραγματοποίηση της κειμενοποίησης και οδηγεί σ’ ένα πρόγραμμα μελέτης για τους τρόπους και τις αιτίες που πραγματοποιούνται οι αναγνώσεις της τεχνολογίας. Μία τρίτη απάντηση επεκτείνει την δεύτερη προσέγγιση, εμμένοντας στην άποψη ότι οι αναγνώσεις της τεχνολογίας ως κείμενο πραγματοποιούνται από τα τεχνολογικά υποκείμενα και τον αναλυτή μαζί, στην πορεία της κοινωνιολογικής αντιπαράθεσης.
Με αυτή τη τελευταία έννοια, η τεχνολογία ως κείμενο προωθεί τον επαναπροσδιορισμό του αντικείμενου ώστε να ‘‘επανέλθει’’ στον αναλυτή. Αυτό γίνεται με την μείωση (ίσως και την εκμηδένιση) της απόστασης που παρεμβάλλεται μεταξύ αναλυτή και αντικειμένου, το οποίο να αντιμετωπίζεται ως ένας χώρος πρακτικής, ουσιαστικά διαφορετικός από αυτόν της αντιπαράθεσης του αναλυτή. Υπό αυτή την έννοια, ο,τι κατανοούμε ως τεχνολογία, πρέπει να δομηθεί ως κείμενο, του οποίου η παραγωγή και η χρήση εξαρτάται από τις δικές μας πρακτικές γραφής και ανάγνωσης. Με άλλα λόγια, η ανάλυση μας ξεκινά από τη στιγμή που η κειμενοποίηση της τεχνολογίας και η κειμενοποίηση της αντιπαράθεσης είναι ουσιαστικά ταυτόσημες.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, επανερχόμαστε στην αρχική οπτική γωνία της Κ.Ε.Γ. για τις επιστημονικές πρακτικές.. Μπορούμε δηλαδή να αναρωτηθούμε πώς και γιατί οι τεχνολογίες μπορούν να διαβαστούν ως υγιείς τομείς ερμηνείας μέσα σε μια ‘‘θάλασσα’’ από ασαφώς ερμηνευμένα κείμενα. Η καθαρότητά τους, ή η
σχετική ευστάθειά τους, έγκειται στο βαθμό που διαθέτουν την ικανότητα να δρουν ή να έχουν ως συνέπεια τη δράση. Ενώ τα αποτελέσματα των ‘‘συνηθισμένων’’ κειμένων στον αναγνώστη είναι, σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτα, οι τεχνολογίες είναι κείμενα με προβλεπόμενα (και προσχεδιασμένα) αποτελέσματα. Υπό αυτή την έννοια, η ερώτηση για τους τρόπους και τα αίτια, μπορεί να αποδοθεί σε σχέση με τις διάφορες αντιπροσωπευτικές (και άλλες επιστημονικές) πρακτικές που αφορούν την κατανόηση και την παράθεση των τεχνολογιών και των συνεπειών, που αυτές έχουν, με ιδιαίτερη έμφαση στους τρόπους με τους οποίους τα κείμενα των αναλυτών αποτελούν τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Αυτή μπορεί να μα περιλαμβάνει μελέτες των τρόπων, με τους οποίους διάφορες ομάδες από οντότητες, έχουν το προνόμιο να συζητούν για δυνατότητες και αξιοπιστία.˙ για το ρόλο των διαφόρων μέσων αντιπροσώπευσης για ανάθεση και συζήτηση δράσης, τα αίτια και τις συνέπειές της. Αυτό μπορεί να οδηγήσει, ιδιαίτερα, σε ερωτήσεις σχετικά με την φύση τη παραγωγής των κειμένων και με ποια έννοια τα κείμενα, που παράγονται από τις μηχανές, είναι πιο σαφή από τα άλλα.Οι διαφορές μεταξύ των τριών τρόπων αντιμετώπισης της τεχνολογίας ως κείμενο, μπορούν να κατανοηθούν σαν ένα απλό θέμα διαφορετικής έμφασης˙ είναι φυσιολογική η πιθανότητα διαφορετικών ερμηνειών της τεχνολογικής δυνατότητας. Όμως οι διαφορές είναι δυνατόν να κατανοηθούν ως η αντανάκλαση των βαθιά διχασμένων επιστημονικών υποθέσεων που δημιουργούν ξεχωριστές απόψεις στην Κ.Μ.Τ. Αυτό φανερώνεται και σε αναφορά με
την γενικότερη αντιπαράθεση για τη σχέση μεταξύ κειμένου και νοήματος.Κανείς, σε γενικές γραμμές εξοικειωμένος με την νέα γλωσσολογική φιλοσοφία του Wittgenstein δεν θα ισχυριζόταν ότι τα κείμενα, και γενικά οποιεσδήποτε γλωσσολογικές ομάδες, έχουν προκαθορισμένο ή έμφυτο νόημα. Σύμφωνα με τον Garfinkel (1967) ιδιαίτερα, η έννοια της μοντελοποίησης επεκτείνεται, έτσι ώστε όλα τα γλωσσικά αντικείμενα να είναι κατηγοριοποιημένα. Είναι σημαντικό, όμως, να αναφέρουμε ότι η μοντελοποίηση των γλωσσικών αντικειμένων, δε σημαίνει ότι τα γλωσσικά αντικείμενα μπορούν να είναι ‘‘χωρίς νόημα’’, πριν τη χρήση τους. Το θέμα είναι πάντα πώς χρησιμοποιούνται˙ εξ’ αιτίας της ίδιας της ύπαρξής τους, είναι σε χρήση. Κατ’ αναλογία , η άποψη για τεχνολογίας ως κείμενο υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να υπάρξει τεχνολογία ‘‘χωρίς νόημα’’. Όπως και τα γλωσσικά στοιχεία, οι τεχνολογίες είναι κείμενα που είναι πάντα σταθερά καθορισμένα. Ο ισχυρισμός του Winner διαπραγματεύεται την συντελεστική έννοια, σύμφωνα με την οποία, οι τεχνολογίες είναι κείμενα. Υποστηρίζει ότι, η υπό ερώτηση τεχνολογία, μπορεί να διαβαστεί με τουλάχιστον δύο τρόπους. Έτσι, οι γέφυρες του Moses μπορούν να διαβαστούν ως ένας απλός τρόπος για μεταφορά αυτοκινήτων, ή σαν μια συνωμοτική έκβαση φυλετικής προκατάληψης, ή σαν στοιχείο του δυναμικού μια καπιταλιστικής οικονομίας κ.λ.π.. Προκειμένου να προωθήσει την ανάγνωση που ο ίδιος προτιμά, ο Winner οργανώνει το κείμενο του, έτσι ώστε να συσχετίσει κίνητρο, αποτέλεσμα και τεχνική δυνατότητα. Επαναφέρει υπό αμφισβήτηση την τεχνική κατασκευή, τοποθετώντας την σε διαφορετική θέση, απαντώντας καταφατικά στην ερώτηση: υπάρχει πολιτική στις τεχνικές κατασκευές; Η αναλυτική διαδικασία, συνεπώς, διαπραγματεύεται την κειμενικότητα της τεχνολογίας, με το να (ανα)παράγει κείμενα τεχνολογιών, έτσι ώστε να διαβάζονται ως πολιτικά.
Η στροφή από την συντελεστική στην διερμηνευτική απάντηση, λαμβάνει χώρα όταν αναγνωρίζουμε ότι το θέμα είναι κάτι παραπάνω απ’ το αν οι κατασκευές έχουν πολιτική, ή όχι. Η πρακτική του Winner αποσκοπεί στο να αντικαταστήσει τη δυσμενή ανάγνωση, για χάρη του τι είναι, στην πραγματικότητα, οι τεχνολογίες. Με άλλα λόγια, για τον Winner, οι δύο αναγνώσεις της τεχνολογίας (‘‘ουδέτερη’’ ή ‘‘πολιτική’’) δεν είναι δύο απλές εναλλακτικές˙ η δεύτερη ανάγνωση είναι η καλύτερη, η πιο αξιόπιστη και αληθινή. Η διερμηνευτική απάντηση ασπάζεται μια στάση αμεροληψίας, υποστηρίζοντας ότι αντικείμενο της ανάλυσης είναι οι τρόποι με τους οποίους γίνονται οι αναγνώσεις, χωρίς προκατάληψη για τη σχετική αλήθεια τους. Απ’ αυτή την άποψη, το επείγον αναλυτικό θέμα είναι η κατανόηση της παραγωγής, οργάνωσης, και η ερμηνεία του χαρακτήρα του κειμένου των τεχνολογιών. Με αυτή την έννοια, η απάντηση στην ερώτηση του Winner είναι καταφατική. Είναι όντως πιθανή η ανάγνωση ενός κειμένου ‘‘κάνωντας πολιτική’’. Τι είναι όμως αυτό, που καθιστά την μια ανάγνωση (της τεχνολογίας) πειστικότερη απ’ την άλλη; Απ’ αυτή την οπτική γωνία, υπάρχει μικρό αναλυτικό κέρδος να διακυρήσσουμε (ή και να αγωνιζόμαστε για) τη μία ή την άλλη ερμηνεία, έχοντας την εντύπωση ότι ο ρόλος του αναλυτή είναι να διακρίνει το πραγματικό νόημα, σαν κάποιο που δουλεύει κάτω απ’ τον Winch. Αυτό θα ήταν ισοδύναμο με το να θέταμε νόμους σχετικά με την πραγματικη θέση ενός ισχυρισμού για την επιστημονική γνώση. Από τη θέση
του διερμηνευτή, η αναλυτική διαδικασία καταπιάνεται με την γνώση του ερωτήματος: πως μερικά κείμενα τεχνολογιών εμφανίζονται να είναι πιο πειστικά από άλλα;Η διερμηνευτική θέση τονίζει την ουσιώδη έλλειψη καθορισμού (αοριστία, ερμνευτική ελαστικότητα) των χαρακτηριστικών (δυνατότητα, σύνθεσης, βάσεων) της τεχνολογίας. Παρόλ’ αυτά, η διερμηνευτική άποψη βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, όσον αφορά στα κείμενα του ίδιου του αναλυτή. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η αυτοπαθής θέση για την τεχνολογία ως κείμενο, υποστηρίζει ότι όλες οι ερμηνείες (περιγραφές, θέματα) της τεχνολογίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη αυστηρότητα από οποιαδήποτε άλλη έκβαση παραγωγής και ερμηνείας κειμένων. Αυτό περιλαμβάνει και τα δικά μας κείμενα, στα οποία εμείς οι αναλυτές δίνουμε μεγαλύτερο κύρος απ’ ότι στα άλλα. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι συζητήσεις σχετικά με την τεχνολογία, μπορούν να χρησιμοποιηθόυν παραγωγικά στην έρευνα της ανύψωσης του εαυτού μας από εμάς. Τι είναι αυτό, στην παραγωγή κειμένου, που καθιστά έναν απλό συγγραφέα λιγότερο προβλέψιμο στο αποτέλεσμα του προϊόντος, από την τεχνολογία.
Η στροφή από τη διερμηνευτική στη συντελεστική θέση της τεχνολογίας ως κείμενο, σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στη βάση της έννοιας της επιστήμης, και αυτή η αλλαγή θέτει μια από της σημαντικότερες ενστάσεις στη χρήση της μεταφοράς: ‘‘ως κείμενο’’. Η διερμηνευτική απάντηση συνεπάγεται τη χρήση αυτής της υποκειμενικής και υπερβατικής μεταφοράς. Σύμφωνα με τη περιγραφή της παραπεμπτικής θεωρίας της κοινωνιολογίας, η προσοχή μας εστιάζεται στις διαφορετικές αντιδράσεις που έχει πάνω στο ‘‘ίδιο αντικείμενο’’. Με άλλα λόγια, η βαθύτερη έννοια της τεχνολογίας παραμένει αμετάβλητη˙ περιγράφεται, ονομάζεται ή καλείται κάτι διαφορετικό για συμβατικούς λόγους. Σε αντίθεση, η αυτοπαθής άποψη υποστηρίζει μια πιο οντολογικά αγνωστικιστική θέση. Θέτει, δηλαδή την ερώτηση: πως δημιουργείται, περιγράφεται και συντηρείται η πραγματικότητα της τεχνολογίας και πως η δυνατότητα και οι συνέπειες της τεχνολογίας σχετίζονται με αυτές
, που χαρακτηρίζουν άλλες εννοιολογικές οντότητες στο κείμενο που περιγράφονται;(32)Μα που μας οδηγεί αυτό; Μήπως αυτή η σύγχυση υποκειμένου και αντικείμενου (ο συγγραφές ως τεχνολογία, η τεχνολογία ως κείμενο) απλώς θολώνει τα νερά της ανάλυσης; Ναι! Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός. Η πίεση αυτή, πέρα από τη συμβατική διάκριση μεταξύ αναλυτή και φαινομένου (μέσα από συντελεστικές και διερμηνευτικές έννοιες) παράγει ένα τρόπο αντικατάστασης των υπαρχόντων αναλύσεων της τεχνολογίας, από έναν ελαστικό προσανατολισμό για τον διατυπωμένο χαρακτήρα. Το θόλωμα είναι μία επιτηδευμένη τακτική, με σκοπό την επανάκτηση μερικών απ’ τα στοιχεία της έλλειψης ισορροπίας, τα οποία χάθηκαν κατά τη διάρκεια της μετατόπισης της Κ.Ε.Γ. σε μια φόρμουλα, ώστε να απευθυνθούμε σ’ ένα καινούργιο αντικείμενο. Υποστηρίζοντας την αρχειοθετημένη ισοτιμία του συγγραφέα-κειμένου και της τεχνολογίας-κειμένου, παίρνουμε τις καλύτερες στιγμές από την αναλυτική αντιπαράθεση, που προκύπτει, όταν δίνουμε προνόμια στη μία οντότητα έναντι της άλλης. Τότε, αυτό μας καθιστά ικανούς να εκμεταλλευτούμε αυτήν την αντιπαράθεση με τρόπο, ο οποίος είναι κατάλληλος για να συνειδητοποιήσουμε το ριζοσπαστικό δυναμικό της Κ.Ε.Γ. Επανερχόμαστε μ’ αυτό τον τρόπο
, στο σημείο απ’ το οποίο έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε αναθεώρηση των επιστημονικών θεμάτων.Έχουμε ήδη δείξει πως αυτή η πορεία μας δίνει τη δυνατότητα να επανακτήσουμε κάτι από το επιστημολογικό υλικό, το οποίο χάθηκε από τη στροφή της Κ.Ε.Γ. σε Κ.Μ.Τ. Τα συγκεκριμένα αυτά επιστημονικά θέματα αναπαριστούν και συνθέτουν τις ικανότητες αλλά και την χωρητικότητα των οντοτήτων, μερικές απ’ τις οποίες θα προικιστούν τελικά με το κοινωνικό υπόβαθρο της τεχνολογίας. Μέσα απ’ τον αυτοπαθή προσανατολισμό της τεχνολογίας ως κείμενο, δεν αναζητάμε απλώς τι κάνει τις επιδράσεις μιας οντότητας (το τεχνολογικό αποτέλεσμα) να είναι περισσότερο ή λιγότερο προβλέψιμες από άλλες (το κείμενο του συγγραφέα)˙ αναζητούμε ακόμη τι χρειάζεται για να διευθετήσουμε την παραπάνω ερώτηση μέσα στους περιορισμούς της συμβατικότητας του κειμένου, οι οποίοι τιμούν τις δραστηριότητες του συγγραφέα.
Μιας και όλες οι προσεγγιστικές μέθοδοι αφορούν στη χρησιμοποίηση της λεγόμενης ‘‘τεχνολογίας της αναπαράστασης’’ (συσκευές επιγραφής, σταθερές μεταβλητές κ.τ.λ.) ο αυτοπαθής προσανατολισμός της τεχνολογίας ως κείμενο διευθετεί, με ανανεωμένη έμφαση, το θέμα της σκληρότητας
. Αυτή η τεχνολογία αντιμετωπίζεται ως κείμενο το οποίο παράγει κείμενο˙ συγκεκριμένα, κείμενο το οποίο αποτελεί το δεσμό μεταξύ αναλυτή και αντικειμένου. Παράγει κείμενο, το οποίο δίνει την ευκαιρία για ισχυρισμούς και σκέψεις όσον αφορά στην απόσταση κάποιου με τους άλλους. Με άλλα λόγια, μπορεί να ειπωθεί ότι η τεχνολογία της αναπαράστασης δημιουργεί απόσταση και επομένως επαυξάνει την ‘‘σκληρότητα’’ των ισχυρισμών μας. Για παράδειγμα, ένα video δεν φέρνει μόνο τα μαγνητοσκοπημένα πρόσωπα σε θέαση έξω απ’ το περιβάλλον καταγραφής τους. Μας δίνει ακόμη τη δυνατότητα να τα σταματήσουμε, να τα μετακινήσουμε μπροστά και πίσω και με διαφορετική ταχύτητα. Η ‘‘εκμετάλλευση’’ αυτή των μαγνητοσκοπημένων υποκειμένων επιβεβαιώνει την καταχώρησή τους ως ‘‘πραγματικές οντότητες’’. Ταυτόχρονα, αυτή ακριβώς η εκμετάλλευση αντικατοπτρίζει το ρόλο που εκτελεί ο χειριστής του κειμένου. Ο διακριτικός της δημιουργός απλώς πατάει τα κουμπιά, αφήνοντας την πραγματικότητα να εξελιχθεί˙ λες και το video, παρά ο χειριστής τους, είναι υπεύθυνο για τα πρόσωπα που αποκαλύπτονται. Περιγράφοντας την τεχνολογία ως προϊόν αντικειμένων ή δυνάμεων εξωπραγματικών, ακολουθούμε τη λογική στην οποία κατευθυνόμαστε απ’ το δίκτυο των εταιριών που ‘‘δημιουργεί’’ την τεχνολογία, έτσι όπως φαίνεται. Συγκεκριμένα, κάνοντας απόπειρα να εξηγήσουμε την τεχνολογία, κινδυνεύουμε να μειώσουμε τη σημασία της, ακριβώς με την έννοια ότι η τεχνολογία γίνεται ένα αντικείμενο αποκομμένο απ’ το συγγραφέα, υποκείμενη μόνο σε ‘‘κοινωνικές δυνάμεις’’ οι οποίες έχουν προφανώς αφαιρεθεί από το κόσμο του αναλυτή. Η αυτοπαθής δομή της τεχνολογίας ως κείμενο είναι μια προσπάθεια ανάκρισης στο δίκτυο των εταιριών μέσα απ’ το οποίο η κατανόησή μας, για την τεχνολογία, είναι κανονικά περιορισμένη.Εν ολίγοις, η τεχνολογία πρέπει να κατανοηθεί όχι απλώς ως κείμενο που βρίσκεται σε απόσταση από το δημιουργό της, άλλα ως μία οντότητα που αποκτά αυτό το χαρακτηριστικό μόνο μέσα από τις σχέσεις που απαρτίζονται στα ίδια μας τα κείμενα. Η δημοτικότητα του παραδείγματος της γέφυρας του Moses είναι ακριβώς η ειρωνική αποκάλυψη του Winner, ενός σημειωτικού χαρακτήρα του οποίου η παρουσία ήταν κρυμμένη.
Ουσιαστικά, ο Winner δείχνει πως η γέφυρα του Moses βρίσκεται σε απόσταση˙ ο Moses δεν χρειάζεται να είναι εκεί ώστε να έχει επίδραση στους άμοιρους μαύρους. Αυτό που δεν έχει ακόμη κατανοηθεί ωστόσο, είναι η σπουδαιότητα της παρατήρησης, ότι η ισχυριζόμενη σχέση μεταξύ του Moses και των μαύρων εξαρτάται από την εξ’ αποστάσεως επιτυχημένη δράση του Winner. Μόνο σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της τεχνολογίας και της αναπαράστασης του Winner μπορούν οι γέφυρες να θεσπίσουν τη σχέση του Moses με τους μαύρους.
Συμπέρασμα
Έχω ισχυριστεί ότι το ριζικό δυναμικό της Κ.Ε.Γ. έχει συμβιβαστεί ,γιατί έχει αποτύχει να ‘‘ανακρίνει’’ την αντίληψη σκληρότητάς του, και συνεπώς απέτυχε να εκμεταλλευτεί αναλυτικά την αντιπαράθεσή του στην καρδιά της εφαρμογής του. Εκτός από λίγες πρόσφατες ενθαρρυντικές εξαιρέσεις, η Κ.Ε.Γ. δεν έχει διευθετήσει την ανεξαρτησία της μέσα από συμφωνίες οι οποίες να προκύπτουν από ρεαλιστική συζήτηση. Συνεπώς, η Κ.Ε.Γ. αποτυγχάνει να διευθετήσει και το θέμα της αναπαράστασης μέχρι κάποιο βασικό επίπεδο. Φαίνεται έτσι ότι θα γίνει ένα άλλο παράδειγμα της σχετικιστικής- κατασκευαστικής φόρμουλας, παρά μία περίπτωση για εξέταση της ιδέας της εφαρμογής διαφορετικών μεθόδων μαζί. Στην αρχικά διατυπωμένη του ενσάρκωση, ο σκοπός της Κ.Ε.Γ. δεν είναι η ριζική επαναδιατύπωση των αντιλήψεών μας για την αναπαράσταση, ούτε η αναζήτηση εναλλακτικών όψεων της οντολογίας του ρεαλισμού. Αντ’ αυτού, η Κ.Ε.Γ. έχει τον μετριοπαθή σκοπό να κάνει ένα είδος γνώσης (επιστημονικής) να συμβαδίσει με άλλα. Αυτό δεν είναι μόνο μία αποκαλυπτική αλήθεια που απλώς αντικαθιστά επιστημονικές αλήθειες με κοινωνιολογικές (και μερικές φορές λογοτεχνικές) αλήθειες (Lawson και Appignanesi 1989˙ Woolgar 1988a,1989). Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα τούτου είναι η δυναμική πλευρά της επαναθεώρησης, η ικανότητα της Κ.Ε.Γ. να επανέρχεται στις σκληροπυρηνικές της υποθέσεις και να δημιουργεί, πιθανότατα, παραπέρα δύσκολες καταστάσεις, τίθεται σε κίνδυνο. Η εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. στην τεχνολογία δυστυχώς δημιουργεί ένα τρόπο που επιδεινώνει αυτές τις ατέλειες αν όχι να παραστρατεί εντελώς από τη στρατηγική σπουδαιότητα της Κ.Ε.Γ. Όπως προαναφέρθηκε, η τεχνολογία έχει αναζητηθεί απλώς ως ένα άλλο παράδειγμα της φόρμουλας της Κ.Ε.Γ., παρά ως μία περίπτωση μέσω της οποίας θα εξεταστεί η ιδέα της εφαρμογής της φόρμουλας αυτής και άλλων. Η σημαντική ρητορική συνέπεια αυτής της κίνησης είναι να ενισχυθεί η υποτιθέμενη δύναμη της ίδιας της φόρμουλας. Η Κ.Ε.Γ. γίνεται τότε μια αμφίβολη τεχνική: ουσιαστικά ένα ουδέτερο όργανο, το οποίο εφαρμόζεται αδιάφορα σε όλο και περισσότερα νέα είδη αντικειμένων. Κάτω από μία απαρατήρητη αλλά ξαφνική ειρωνεία, οι προγραμματιζόμενες κλήσεις για άνοιγμα του μαύρου κουτιού της τεχνολογίας εξαρτώνται από την αντιμετώπιση του ιδεολογικού και μεθοδολογικού περιεχομένου της Κ.Ε
.Γ. ως τίποτα παραπάνω από ένα μαύρο κουτί.(33) Η κύρια συνέπεια είναι ότι η αναλυτική αντιπαράθεση, το ερώτημα της δυσκολίας του φαινομένου και η επιστημονική σπουδαιότητα των κατευθύνσεων εξερεύνησης που αρχικά έχουν προταθεί από την Κ.Ε.Γ., απέχουν λίγο από το να χαθούν.Έχει ειπωθεί ότι αυτά τα σημαντικά χαρακτηριστικά της Κ.Ε.Γ. μπορούν να επανακτηθούν μέσα από μία ελαστική ενάρθρωση της αντίληψης της τεχνολογίας ως κειμένου. Ο συγγραφέας-κείμενο και η τεχνολογία-κείμενο πρέπει να τοποθετηθούν στον ίδιο παράγοντα αν είναι να επανακτήσουμε τη στρατηγική, θεωρητική σπουδαιότητα της Κ.Ε.Γ. Αυτό πρέπει να γίνει, όχι απλώς επικρίνοντας τη συντελεστική εφαρμογή της Κ.Ε.Γ. σε ένα καινούργιο αντικείμενο, αλλά όπως έχουμε δει και θεσπίζοντας τη συντελεστική εφαρμογή της αυτοπαθούς κριτικής της Κ.Ε.Γ. σε σημείο που θα συναντήσει το καινούργιο αυτό αντικείμενο.
Σημειώσεις
Κοιτώντας μέσα στο WAX, ο West νόμισε πως είδε ένα διάγραμμα του σωματειακού οργανισμού του DEC. Κατάλαβε ότι το WAX ήταν πολύ περίπλοκο. Δεν του άρεσε, για παράδειγμα, το σύστημα, μέσω του οποίου τα διάφορα μέρη του μηχανήματος επικοινωνούσαν μεταξύ τους, γιατί , κατά τη γνώμη του, περιλάμβαναν μεγάλο μέρος του πρωτοκόλλου. Αποφάσισε ότι το WAX ενσωμάτωνε ψεγάδια στο σωματειακό οργανισμό του DEC. Το μηχάνημα εξέφραζε το προσεκτικό, γραφειοκρατικό χαρακτήρα της, φαινομενικά, επιτυχημένης εταιρίας. ‘‘με το WAX, η DEC προσπαθούσε να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο’’, είπε ο West.
Συνεπώς, η εκτίμηση του West, προτείνει έναν δυναμικά πολύτιμο τρόπο σύνδεσης μεταξύ περιβάλλοντος και προϊόντος.
Βιβλιογραφία – Αναφορές
Ashmore, M.1988.
The life and opinions of a replication claim. In Knowledge and reflexivity: New frontiers in the sociology of knowledge, edited by S.Woolgar, 125-54. London: Sage.
Ashmore, M.1989.
The reflexive thesis: Wrighting sociology of scientific knowledge. Chicago: Chicago University Press.
Best, J.Forthcoming.
Social problems. Hawthorne, NY: Aldine / De Gruyter.
Bijker, W., T.P.Hughes, and T.Pinch, eds.1987.
The social construction of technological systems.Cambridge: MIT Press.
Bloor, D.1976.
Knowledge and social imagery. London: Routledge & Kegan Paul.
Bloor, D.1981.
The strengths of the strong programmer. Philosophy of the Social Sciences. 11:199-213.
Callon, M.1980.
Struggles and negotiations to define what is problematic and what is not In The social process of scientific investigation, edited by K.Knorr, R.Krohn, and R.Whitley, 197-219. Dordrecht: Reidel.
Callon, M.1986.
Some elements of a sociology of translation. In Power, action and belief, edited by J.Law, 196-233. London: Routledge & Kegan Paul.
Campbell, D.1978.
Qualitative knowing in action research. In The social contexts of method, edited by M. Brenner, P. Marsh, and M. Brenner,184-95. London: Croom Helm.
Collins, H.M.1975.
The seven sexes: A study in the sociology of a phenomenon or the replication of experiments in physics. Sociology 9:205-24.
Collins, H. M.1981.
Stages in the empirical programme of relativism. Social Studies of Science 11:3-10.
Collins, H.M.1982.
Special relativism: The natural attitude. Social Studies of Science 12:139-43.
Coulter, J. 1989
Mind in action. Cambridge: Polity.
Garfinkel, H.1967.
Studies in ethnomethodology. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.
Gieryn, T.1983.
Boundery-work and the demarcation of science from non-science: Strains and interests in the professional ideologies of scientists. American Sociological Review 48:781-95.
Ibarra, P.R., and J.I.Kitsuse.1989.
Vernacular resources in the construction of social problems: Clarifying the research agenda. Paper presented to SSp meetings, Berkley, CA, 4-8 August.
Kidder, T.1981.
The soul of a new machine. New York: Avon.
Kitsuse, J.I., and P.R.Ibarra.1990.
On the uses of rhetorical idioms in social problems discourse. Paper presented to SSP meetings, Washington, DC, 9-11 August.
Latour, B.[1986] 1990.
Visualization and cognition: Thinking with eyes and hands. In Representation in scientific practice, edited by M.Lynch and S.Woolgar. Cambridge: MIT Press.
Latour, 1987.
Science in action. Milton Keynes: Open University Press.
Latour, B., and S.Woolgar.1986.
Laboratory life: The construction of scientific facts. 2d ed. Princeton, NJ: Princeton University Press.
Laudan, L. 1981.
The pseudo-science of science? Philosophy of the Social Sciences 11:173-98.
Laudan, ed. 1984.
The nature of technological knowledge: Are models of scientific change relevant? Dordrecht: Reidel.
Law, J.1987.
Technology and heterogeneous engineering: The case of Portuguese expansion. In The social construction of technological systems, edited by W.Bijker, T.P.Hughes, and T.Pinch, 111-34. Cambridge: MIT Press.
Lawson, H., and L.Appignanesi, eds. 1989.
Dismantling truth: Reality in the post-modern world. London: Wiedenfeld & Nicholson.
Lynch, M.1989.
Extending Wittgenstein: The pivotal move from epistemology to the sociology of science. Draft paper, July.
Lynch, M., and Woolgar, S.,eds.1990.
Representation in scientific practice. Cambridge: MIT Press.
MacKenzie, D., and J.Wajcman, eds. 1985.
The social shaping of technology. Milton Keynes: Open University Press.
Mulkay, M. 1985.
The word and the world: Explorations in the form of sociological analysis. London: George Allen & Unwin.
Pinch, T. 1988.
Reservations about reflexivity or why should the devil have all the good tunes? In Knowledge and reflexivity: New frontiers in the sociology of knowledge, edited by S.Woolgar, 178-99. London: Sage.
Pinch, T., and W.Bijker. [1984] 1987.
The social construction of facts and artifacts: Or how the sociology of science and the sociology of technology might benefit each other. In The social construction of technological systems, edited by W.Bijker, T.P.Hughes, and T.Pinch, 399-442. Cambridge: MIT Press.
Pollner, M.1989.
Comments on Peter Ibarra and John Kitsuse. Paper presented to SSSP meetings, Berkley, CA, 4-8 August.
Potter, J. 1983.
Speaking and writing science: Issues in the analysis of psychologists’ discourse. D.Phil. thesis, University of York.
Schneider, J. 1989.
Response to Ibarra and Kitsuse. Paper presented to SSSP meetings, Berkeley, CA, 4-8 August.
Spector, M., and J.Kitsuse. 1977.
Constructing social problems. Menlo Park, CA: Cummings.
Winch, P.1958.
The idea of a social science. London: Routledge &Kegan Paul.
Winner, L.[1980] 1985.
Do artefacts have politics? In The social shaping of technology, edited by D.MacKenzie and J.Wajcman, 26-38. Milton Keynes: Open University Press.
Woolgar, S.1981.
Discovery: Logic and sequence in a scientific text. In The social process of scientific investigation, edited by K.Knorr, R.Krohn, and R.Whitley, 239-68. Dordrecht: Reidel.
Woolgar, S.1983.
Irony in the social study of science. In Science observed: Perspectives on the social studies of science, edited by K.D.Knorr-Cetina and M.Mulkay, 239-266. London: Sage.
Woolgar, S.1987a.
Reconstructing man and machine: Some notes on sociological critiques of constructivism. In The social construction of technological systems, edited by W.Bijker, T.P.Hughes, and T.Pinch, 311-48. Cambridge: MIT Press.
Woolgar, S.1987b.
The ethnography of software development: Initial considerations. Background paper for PICT workshop, Manchester, 16-18 December.
Woolgar, S. 1988a.
Science: The very idea. London: Routledge.
Woolgar, S. 1988b.
Knowledge and reflexivity: New frontiers in the sociology of knowledge. London: Sage
Woolgar, S. 1988c.
Reflexivity is the ethnographer of the text. In Knowledge and reflexivity: New frontiers in the sociology of knowledge, edited by S. Woolgar, 14-36. London: Sage
Woolgar, S. 1989.
The ideology of representation and the role of the agent. In Dismantling truth: Reality in the post-modern world, edited by H. Lawson and L. Appignanesi, 131-144. London: Wiendenfeld &Nicholson.
Woolgar, S. 1991.
The turn to technology in social studies of science. Science, Technology, & Human Values 16: 20-50
Woolgar, S., and M. Ashmore. 1988.
The next step: An introduction to the reflexive project. In Knowledge and reflexivity: New frontiersin the sociology of knowledge, edited by S. Woolgar, 1-13. London: Sage.
Woolgar, S., and D. Pawluch. 1985.
Ontological gerrymandering: The anatomy of social problems explanations. Social Problems 32: 214-27.
Περίληψη- σχολιασμός
Το "άνοιγμα" μιας επιστήμης σ 'ένα καινούργιο αντικείμενο δημιουργεί μια κατάλληλη ευκαιρία για να καταλάβουμε περισσότερα σχετικά με τις βασικές αρχές αυτής της επιστήμης. Το άνοιγμα αυτό βέβαια γίνεται αφορμή και για πολλές διαφωνίες. Συγκεκριμένα, το άρθρο αναφέρεται στην κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης (επιστήμη) και στη τεχνολογία (καινούργιο αντικείμενο).
¨Έχουν επισημανθεί ορισμένοι λόγοι για την κίνηση από την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης (Κ.Ε.Γ.) στις κοινωνικές μελέτες της τεχνολογίας (Κ.Μ.Τ.), όπως είναι τα διάφορα κονδύλια, αλλά ούτε οι κοινωνιολόγοι της Κ.Ε.Γ. ούτε οι αντίπαλοι της έχουν ασχοληθεί βαθύτερα με την αιτία, απλά "επιδυκνύουν"
την ίδια την κίνηση.
Το άρθρο προσπαθεί να καθορίσει ποιες ανακατατάξεις γίνονται στους κόλπους της ΚΕΓ λόγω αυτής της στροφής και αν αυτές είναι επικίνδυνες. Από την άλλη προσπαθεί να εξετάσει τη τεχνολογία σαν "κείμενο".
Η διαφωνία στους κόλπους της ΚΕΓ και οι αντιπαραθέσεις με τους αντιπάλους της προκύπτουν καταρχήν γιατί, ούτε λίγο ούτε πολύ, θεωρεί τον εαυτό της ως μια ακλόνητη θεωρία.Ο συγγραφέας φοβάται μήπως αυτό το "λάθος"επαναληφθεί και στην Κ.Μ.Τ.
Μια τέτοια διαφωνία, στην ουσία, δομείται ως εξής:βρίσκεται το θέμα πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί η διαφωνία.Μετά οι κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι το θέμα αυτό θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Στη συνέχεια αναφέρουν πως οτιδήποτε γίνεται γύρω μας, άρα και το θέμα αυτό, μπορεί να ερμηνευτεί υποκειμενικά και τέλος εξηγούν τη διαφορά μεταξύ των θεμάτων, αντιπαραθέτοντας προηγούμενες συνθήκες.
Λόγω αυτής της επεξηγηματικής πρακτικής της ΚΕΓ, μερικοι παρατηρητές της καταλήγουν να την αππορίψουν.Όμως θα έπρεπε να τηρήσουμε μια επιφυλακτική, κριτική στάση για να δούμε και τα αποτελέσματα που θα έχουν αυτές οι διαφωνίες όσον αφορά την αξιοποίηση και βελτίωση της ΚΕΓ.
Αυτό που κατά βάση ασχολείται η ΚΕΓ είναι η ανάλυση των επιστημονικών θεμάτων που από μια πρώτη ματιά φαίνεται ως κάτι το αντικειμενικό, όπως αντικειμενική είναι και η ίδια η επιστήμη. Για να μας πείσει όμως η ΚΕΓ πάνω σε αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίζει τις πιο απίθανες περιπτώσεις και τα ζητήματα που για πολλούς φαίνονται αντικειμενικά αλλά ίσως να μην είναι, ώστε να μπορεί να γενικεύσει.Αυτό γίνεται απαίτηση από τη στιγμή που το "εγώ", για παράδειγμα ο αναλυτής εμπλέκεται στην επεξήγησηù εξάλλου και η ίδια επηρεάζεται από την κοινωνία και δεν μπορεί να ερμηνευτεί έτσι κατά εντελώς αντικειμενικό τρόπο.
Η σπουδαιότητα λοιπόν της ΚΕΓ έγκειται στην προοπτική της να επαναπροσδιορίσει τις αρχές της και να παράγει όλο και πιο δύσκολα θέματα για συζήτηση-διαφωνία.
Μήπως όμως θα έπρεπε να δώσουμε κοινωνικό περιεχόμενο και στην επιστήμη, αφού εξάλλου κάθε τεχνολογική ανακάλυψη και επιστημονικό επίτευγμα επηρεάζεται απο τις συνθήκες της συγκεκριμένης εποχής που δημιουργήθηκε;
Η τεχνολογία αποτελεί την εφαρμογή των επιστημονικών ανακαλύψεων και γι' αυτό το λόγο επηρεάζεται από την κοινωνία αλλά και την επηρεάζει. Επειδή οι επιδράσεις της πάνω στην κοινωνία είνει περίπλοκες, γι' αυτό μερικές φορές ερμηνεύεται σαν ένας τυχαίος παράγοντας που απλώς επιφέρει αλλαγή. Απ' την άλλη ενώ μπορεί να ξέρουμε κάποιες επιδράσεις μιας τεχνολογίας ή ενός γεγονότος που έχει σχέση με αυτή, δεν μπορούμε να έχουμε σφαιρική άποψη για τη συγκεκριμένη τεχνολογία.
Επιπροσθέτως είναι λάθως να υποστηρίζουμε απόλυτα τον τεχνολογικό ντετερμινισμό. Μερικές τεχνολογίες έχουν στόχο μια συγκεκριμένη κοινωνική επίδραση, και όχι πάντα αυτή που φαίνεται, άλλες βασίζονται σ' ένα συγκεκριμένο σετ κοινωνικών συνθηκών, ενώ άλλες απλά το προυποθέτουν.Για την πρώτη περίπτωση αναφέρεται το παράδειγμα κάποιων γεφυρών που αντί να επιτελούν το σκοπό τους να ενώνουν δύο μέρη, στην ουσία εμπόδιζαν ορισμένες κοινωνικές ομάδες. να περάσουν απέναντι. Ένα άλλο παράδειγμα ήταν αυτό της εισαγωγής καινούργιων μηχανημάτων
σε ένα εργοστάσιο, που όχι μόνο αποδείχτηκαν αναποτελεσματικά, αλλά οδήγησαν στην καταστροφή ενός σωματείου εργατών (στα παραδείγματα αυτά φαίνεται και η δομή της διαφωνίας της ΚΕΓ).Απ' την άλλη στην ΚΜΤ δε συναντάμε τόσες αντιπαραθέσεις όσες στην ΚΕΓ,γιατί η ΚΜΤ διαθέτει λιγότερα στοιχεία που θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν ή να απορριφθούνù και αυτό γιατί υπάρχει "ρητορική" απόσταση μεταξυ αναλυτή και τεχνολόγου, μιας και ο δεύτερος δεν "απειλείται" από το αντικείμενό του αλλά κρατιέται σε απόσταση ασφαλείας.
Όσον αφορά τη τεχνολογία, η πρόταση ότι αυτή συνεπάγεται κοινωνική εξέλιξη είναι κοινώς αποδεκτή, ενώ είναι πολύ πιο ανεκτή στο σχετικισμό σε σχέση με την επιστημονική γνώση. Από την άλλη μεριά, η τεχνολογία ως "κείμενο" είναι ένα σύνθημα που αναλύεται σε τρεις διαφορετικές έννοιες: την συντελεστική, την διερμηνευτική και τη αυτοπαθή.
Συμερασματικά, οι απαιτήσεις της πολλαπλής εφαρμογής της τεχνολογίας σε διάφορα καινούργια αντικείμενα προϋποθέτουν την καθιέρωση της Κ.Μ.Τ.
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος