Λίτκε Αντώνης [1596]

Επιδέξιος Γιώργος [1575]

Χριστοδούλου Αλέξανδρος [1649]

Κακκαβάς Βάιος [1582]

Καββαδίας Χριστόφορος [1581]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάϊος 1999

 

 

 

Πληροφορία , Internet , και Κοινότητα :

Σημειώσεις προς την κατανόηση της Κοινότητας στην Εποχή της Πληροφορίας

STEVEN G. JONES

 

 

 

 

 

 

Είναι φανερό ότι μέσα σε λίγα χρόνια από την άνοδο του Internet από ένα δίκτυο υπολογιστών σε μια δημοφιλή πολιτισμική ( και εμπορική ) εικόνα , οι μεταφορές δεν είναι πλέον απαραίτητες για να το περιγράψουν. Κάποτε ήταν απαραίτητο να προσδιορίσουν τη λειτουργία του Internet σαν μια “λεωφόρο της πληροφορίας”, για να επικαλεστούν μεταφορικά την κίνηση , τη ταχύτητα , τον έλεγχο , τον προορισμό και το ταξίδι. Είτε προάγοντας τη χρήση του Internet , όπως έκανε η Microsoft με τη διαφημιστική της καμπάνια : “ Που θέλετε να πάτε σήμερα ; ” , είτε ασκώντας κριτική για την ανάπτυξή του, όπως έκανε ο Michael Noll (1997) που επισημαίνει : “Η υπερλεωφόρος της πληροφορίας, δεν υπήρξε τόσο “υπέρ” όσο υποσχέθηκαν πολλοί .Οι πολλές λακκούβες και οι καταπονημένες γέφυρες τράνταξαν την αίσθησή μας για την πραγματικότητα.”(σελ.191) , οι συζητήσεις μας σκεπάστηκαν από τη γλώσσα της διακίνησης και του καταναλωτισμού . Τώρα αυτές οι μεταφορές άρχισαν να μοιάζουν ξεπερασμένες. Ωστόσο , είναι ακόμα απαραίτητες όσο μας επιτρέπουν να τοποθετούμε την ιστορία του Internet σαν ένα έργο περισσότερο παρά μια τεχνολογία μόνο , για να παρουσιάζουμε τους παραλληλισμούς ανάμεσα στο Internet ως “λεωφόρο της πληροφορίας” και στο διαπολιτειακό σύστημα λεωφόρων. Και τα δύο έργα επινοήθηκαν και παρακινήθηκαν αρχικά από στρατιωτικές μελέτες πάνω σε πραγματικούς και φανταστικούς παγκόσμιους πολέμους και , κυριότερα , από τις περιόδους ειρήνης κατά τη διάρκεια των οποίων το στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αναζήτησε άλλες ευκαιρίες για τον εαυτό του. Το Internet , όπως και το συμπαγές και υλικό πανομοιότυπό του, το σύστημα αυτοκινητοδρόμων , ακολούθησε γοργά το δρόμο προς το πολιτισμικό , και κυριότερα , εμπορικό πεδίο ενδιαφέροντος.

Ο Phil Patton (1986) , στην ιστορία του για το διαπολιτειακό σύστημα των ΗΠΑ τόνισε ότι ήταν :

“το πιο ακριβό και λεπτομερώς επεξεργασμένο πρόγραμμα δημοσίων έργων όλων των εποχών , που πρόσφερε ένα όραμα κοινωνικής και οικονομικής μηχανικής. Σχεδιάστηκε ώστε να είναι εξ αρχής ένας κεϋνσιανικός οικονομικός οδηγός και ένας γεωγραφικός εξισωτής , ένα όργανο για την παρούσα ευημερία και το όπλο ενός οράματος για το μέλλον . Ήταν από την αρχή το τελευταίο πρόγραμμα του New Deal και το πρώτο διαστημικό πρόγραμμα.” (σελ.17)

Το Internet έχει γίνει , απ’ ότι φαίνεται εδώ και καιρό , λιγότερο μέρος ενός προγράμματος δημοσίων έργων και περισσότερο ένα πείραμα σε οργάνωση για εμπορικό κέρδος. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ κράτησε κάποιον έλεγχο , αν και όχι τόσο μεγάλο , στο έργο αυτό ( περισσότερο καθώς ψάχνει τρόπο να επαναλάβει το ρόλο της λόγω της επόμενης γενιάς Internet ). Το Internet είναι το πρώτο πρόγραμμα του νέου New Deal και το τελευταίο διαστημικό πρόγραμμα . Η πληροφορία είναι γι’ αυτό το νέο New Deal ότι ήταν και η δουλειά , το εργοτάξιο για τον Franklin D. Roosevelt. Όπως η WPA (Διοίκηση Σχεδίασης Έργων ), το CCC (Σώμα Συντήρησης Πολιτισμού) και άλλα προγράμματα μεταμόρφωσαν και κατηγοριοποίησαν τα κοινωνικά και φυσικά τοπία , έτσι επίσης καταβάλουν προσπάθειες να οργανώσουν το Internet , να προσφέρουν πρόσβαση σ’ αυτό , να το πουλήσουν , να το συνδέσουν με την καθημερινή ζωή , να μεταμορφώσουν κοινωνικές σχέσεις και κυβερνοδιαστημικά τοπία . Όπως το New Deal δεν άλλαξε μόνο τις κοινότητές μας αλλά και την έννοια της κοινότητας και της συντροφικότητας , έτσι επίσης επηρεάζει το Internet την αντίληψη του ποίοι είμαστε , ποίοι είμαστε μεταξύ άλλων και ποιοι θέλουμε να είμαστε. Το σχόλιο του Phil Patton σχετικά με τις επιπτώσεις που είχαν οι διαπολιτειακοί αυτοκινητόδρομοι στις πόλεις και τις κοινότητες εξαιτίας τους , χρήζει μιας ιδιαίτερα προσεκτικής μελέτης καθώς επιφέρει στο νου εικόνες από το τι θα προκαλέσει ενδεχομένως η “λεωφόρος της πληροφορίας” στην κοινωνική διαμόρφωση.

Οι αυτοκινητόδρομοι , γράφει ο Patton (1986):

“είχαν τερατώδεις παρενέργειες . Συχνά κυλούσαν , σαν μια γιγαντιαία έκδοση των μηχανών που τους έφτιαξαν , μέσα από τις πόλεις , διαχωρίζοντας τις κοινότητες σε γκέτο , μετατοπίζοντας ανθρώπους και διαλύοντας την οικειότητα των παλιών πόλεων.

Ενώ υποσχέθηκαν να μας φέρουν πιο κοντά, στην ουσία οι αυτοκινητόδρομοι μας πρόσφεραν το αίσθημα της αλλοτρίωσης.” (σελ.20)

Με κριτική αντιμετώπιση του ρητορικού πλαισίου, η χρήση του Internet είναι η υπόσχεση μιας ανανεωμένης έννοιας της κοινότητας και , σε πολλές περιστάσεις , νέοι τύποι και μορφές της κοινότητας. Η επικοινωνία μέσω υπολογιστή ( CMC , computer mediated communication) , απ’ ότι φαίνεται, θα κάνει μέσω των ηλεκτρονικών μονοπατιών ότι οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι δεν ήταν ικανοί να κάνουν – συγκεκριμένα , να μας ενώσουν παρά να μας εξατομικεύσουν , να μας τοποθετήσουν στον έλεγχο του “οχήματος” χωρίς , ωστόσο, να μας αποκόψουν από τον υπόλοιπο κόσμο.

Αν είναι να γίνει έτσι , τότε δεν είναι πρόωρο να τεθούν ερωτήσεις γύρω από αυτές τις νέες διαμορφώσεις. Πώς θα μοιάζουν οι νέες ηλεκτρονικές κοινότητες ; Οι περισσότεροι “προφήτες”, όπως ο Howard Rheingold (1993), τις οραματίστηκαν σαν ένα είδος τελευταίας άνθισης της κοινότητας , ένα μέρος ( και δεν σφάλουν τα οράματα αυτά ότι είναι όντως ένα μέρος που διακυβεύεται ) όπου τα άτομα σχηματίζουν τη δικιά τους κοινότητα με το να διαλέγουν σε ποιες άλλες κοινότητες να ανήκουν. Η προσπάθεια του Rheingold να δημιουργήσει ένα τέτοιο μέρος , τα “Ηλεκτρικά Μυαλά” ( Electric Minds), προχώρησε κάπως αδέξια και τελικά είχε λίγους χρήστες και ακόμα λιγότερους χρηματοδότες. Είναι ενδιαφέρον ότι η κοινότητα στην περίπτωση των Ηλεκτρικών Μυαλών , πλαισιώθηκε σαν ένα εμπορεύσιμο επικερδές είδος , και γι’ αυτό θα μπορούσε να συγχωρεθεί κάποιος που πιστεύει πως το Internet είναι τώρα λιγότερο μέρος ενός προγράμματος για δημόσια έργα και περισσότερο μέρος ενός παγκόσμιου πειράματος στην οργάνωση για εμπορικό κέρδος .

 

Ο Rheingold στο βιβλίο του “Η Εικονική Πραγματικότητα” συζητάει για το πως σχηματίζονται και διαμορφώνονται online οι φιλίες και για το πως οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά ο ένας με τον άλλον για να αλληλοϋποστηριχτούν στις αναποδιές και τις κακοτυχίες τους.

Είναι ο πρώτος που έγραψε για τις online κοινότητες με τρόπο που είχε χαρακτήρα τόσο ταξιδιωτικού οδηγού όσο και ανθρωπολογικού. Αυτό το θεμελιώδες κλασσικό βιβλίο εξερευνά ολόκληρη την εικονική κοινότητα , ξεκινώντας με μια επιλεκτική αλλά ταυτόχρονα κριτική ματιά στο γνήσιο online σπίτι του συγγραφέα : το Well (Whole Earth 'Lectronic Link - Παγκόσμιος Ηλεκτρονικός Σύνδεσμος), ένα καλιφορνέζικο BBS ( Bulletin Board System- ηλεκτρονική βάση δεδομένων ).

 

Αυτό το βιβλίο θέτει το ερώτημα αν η διάκριση μεταξύ "εικονικών" και "πραγματικών" κοινοτήτων βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Η Εικονική Πραγματικότητα επιχειρηματολογεί ότι οι αληθινές σχέσεις συμβαίνουν και οι πραγματικές κοινότητες αναπτύσσονται όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν πάνω σε ένα κοινό εικονικό πεδίο. Ο Rheingold εκθέτει επίσης τη βαθιά γνώση του για το πως η τεχνολογία επηρεάζει την κοινωνική κατασκευή μας.

 

 

Ωστόσο , το όνειρο του Rheingold (1993) και εκείνων για τους οποίους η μοντέρνα κοινωνία μοιάζει , για τον έναν ή τον άλλο λόγο , ψυχρή και απρόσωπη , εξακολουθεί και ζει . Είναι ένα όνειρο που έχει τις ρίζες του στη νοσταλγία για ανθρωπιά και κοινωνικότητα . Αλλά είναι επίσης ένα χτύπημα από μια παραδοξολογία που έχει στοιχειώσει εδώ και καιρό την Αμερική και οι συνδέσεις με άλλους που προσφέρει το Internet συντελούν στη λύση αυτού του παράδοξου με έναν καθαρά αμερικάνικο τρόπο : Μπορούμε να φτιάξουμε τα δικά μας μέρη ανάμεσα στα πολλά που υπάρχουν, όχι δημιουργώντας νέα μέρη , αλλά διαλέγοντας απλά από το μενού των ήδη υπαρχόντων , εισερχόμενοι (και εξερχόμενοι) όπου και όποτε επιθυμούμε . Ομοίως, ο Healy (1997) τόνισε ότι τέτοια κινητικότητα “ δε θα υποχρεώσει τους… συμμετέχοντες να ασχοληθούν με την ποικιλότητα ” (σελ. 63), ενισχύοντας ,λοιπόν, τις προκαταλήψεις των χρηστών. Ο Stephen Doheny-Farina (1996) το εξέφρασε καλά στο Η Καλωδιωμένη Γειτονιά :

Η κοινότητα είναι συνδεδεμένη με το μέρος , το οποίο πάντα περιέχει σύνθετες κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες . Δεν είναι κάτι με το οποίο μπορείς εύκολα να ενωθείς . Δεν μπορείς να συνδράμεις σε μια κοινότητα όπως συνδράμεις σε ένα γκρουπ συζήτησης στο δίκτυο. Πρέπει να βιωθεί. Είναι περιτυλιγμένη , αντιφατική και εμπεριέχει όλες μας τις αισθήσεις . (σελ. 37)

Στους διαξιφισμούς γύρω από τις απειλές του κυβερνοχώρου και τις ευκαιρίες που αυτός παρέχει, αναζητά ο καθηγητής Doheny-Farina "τη μέση οδό ανάμεσα στην αρνητική προδιάθεση και την άκριτη εμμονή , ανάμεσα στην αντιτεχνολογική απόγνωση και την ηλεκτρονική έκσταση." Και τονίζει πως δεν έχουμε ανάγκη ηλεκτρονικές γειτονιές αλλά πλήρεις και ολοκληρωμένες γεωφυσικές γειτονιές. Στη συνέχεια αναλύει τις "καταστροφικές και καθολικές συνέπειες του κυβερνοχώρου" και εστιάζει τη συζήτηση στην εμβέλεια της μικρής αλλά δυναμικά σημαντικής νίκης του αστικού δικτυακού κινήματος που καταβάλει προσπάθειες ώστε να χρησιμοποιήσει τις τηλεπικοινωνιακές τεχνολογίες με σκοπό την επανολοκλήρωση των ανθρώπων μέσα στις κοινότητες που αυτοί βρίσκονται .

 

Έτσι , μια άλλη από τις πολλές ερωτήσεις που πρέπει να θέσουμε σχετικά με τις ηλεκτρονικές κοινότητες είναι η εξής : Ποια είναι η φύση της δέσμευσης του ατόμου-μέλους προς αυτές ; Στο φυσικό κόσμο , τα μέλη μιας κοινότητας πρέπει να ζουν μαζί. Όταν το να είσαι μέλος σε μια κοινότητα είναι , ούτε λίγο ούτε πολύ , ζήτημα του αν είσαι ή όχι συνδρομητής σε έναν πίνακα ανακοινώσεων ( bulletin board ) ή σε μια ηλεκτρονική ομάδα συζήτησης , είναι διαφορετική η φύση της αλληλεπίδρασης απλά επειδή κάποιος μπορεί να αποδεσμευτεί με λίγες ή καθόλου συνέπειες ; Όπως τόνισε ο Vilem Flusser (1986) υπάρχει μια ακριβής διάκριση , οντολογική και πνευματική , ανάμεσα “στους κόσμους που εμείς έχουμε σχεδιάσει [και] … σ’ αυτό που μας έχει δοθεί , όπως ο περιβάλλον κόσμος .” (σελ. 242) Ποιες είναι οι συνέπειες των διαφορών ανάμεσα στους προσωρινούς και τους μόνιμους κόσμους ;

Ίσως η σημαντικότερη ερώτηση για τους σκοπούς αυτού του βιβλίου να είναι : Πώς μελετούμε την κοινωνία των Υπολογιστών ; Πράγματι, πώς μελετούμε την κοινότητα στην εποχή της πληροφορίας; Ο Doheny-Farina (1996) εξέτασε τη δική του αίσθηση για την κοινότητα μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα , σε μια ζεστή κινηματογραφική αίθουσα : “ Ο καιρός ήταν πραγματικός”,έγραψε, “ αλλά ήταν και η κοινότητα ; Βίωσα την κοινότητα μόνο επειδή είδα μια ρηχή αντανάκλασή της στην οθόνη ; Μήπως κατασκευάζω μια κοινότητα κατά την περιγραφή της ;” (σελ. 5) . Όπως είναι η εμπειρία μας για την κοινότητα off-line , είναι όμοια και για την on-line εμπειρία μας. Η έννοια της κοινότητας είναι χειροπιαστή , αλλά κι εφήμερη .

Όπως τονίζει ο Fernback (1997) , “ η κοινότητα είναι ένας όρος ο οποίος φαίνεται να μπορεί να οριστεί εύκολα στο ευρύτερο κοινό , αλλά είναι απείρως σύνθετος και άμορφος στις ακαδημαϊκές συζητήσεις . Έχει περιγραφικές , στερεότυπες και ιδεολογικές υπονοήσεις…[και] συμπεριλαμβάνει εξίσου υλικές και συμβολικές διαστάσεις ” (σελ. 39). Πολλές συζητήσεις , αν όχι όλες , και πολλοί διαξιφισμοί γύρω από την Επικοινωνία Μέσω Υπολογιστή ( ΕΜΥ) και την κοινότητα λαμβάνουν χώρα στους κόλπους των ακαδημαϊκών κριτικών- με τι τρόπους επηρεάζουν οι συμπεριφορές μας, οι υποθέσεις μας , οι ελπίδες και οι πόθοι μας προς και για την κοινότητα αυτή τη συζήτηση ;

Κατά κάποιο τρόπο οι λόγιοι ίσως να καθησυχάζονται σε μια λανθασμένη έννοια βεβαιότητας όταν το να ψάχνουν για on-line κοινότητα βασίζεται στην ικανότητα να “παγώνουν” την ηλεκτρονική συζήτηση συλλαμβάνοντας το κείμενο και την πληροφορία που περιέχει και κάνοντας εξωτερική και μόνιμη τη μνήμη του. Αλλά πως επιβεβαιώνουμε τη στιγμή ερμηνείας σε μια ηλεκτρονική συζήτηση , ειδικά όταν αυτή δεσμεύει τόσο το διάβασμα όσο και το γράψιμο ; Μήπως η ειδική δυνατότητα να την αρχειοθετήσουμε μας κάνει κατά κάποιο τρόπο πιο σίγουρους ότι μπορούμε να τη βάλουμε κάτω από το μικροσκόπιο ; Ποιοι είναι οι τύποι της αλληλεπίδρασης που επιτρέπονται και δομούνται από αυτές τις νέες τεχνολογίες ; Συνίσταται η κοινότητα από συνομιλία και αλληλεπίδραση ; Η θεμελιώδης εργασία των Berger και Luckmann (1967) πάνω στην κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας θα πρέπει , τουλάχιστον , να κάνει κάποιον διστακτικό να αμφισβητήσει ότι είναι έτσι . Αλλά αν έχουν έτσι τα πράγματα , ποιες είναι τότε οι συνέπειες της αίσθησης μας για την κοινότητα αν συνομιλία και αλληλεπίδραση γίνονται μέσω συναντήσεων πρόσωπο με πρόσωπο , ηλεκτρονικού ταχυδρομείου , του Παγκόσμιου Ιστού (WWW), ή άλλων μορφών μέσων ;

Δε θα ‘πρεπε να υπάρχει λάθος γύρω από τη διαισθητική αντίληψη της πραγματικότητας που συναντούμε on-line – οι χρήστες του Internet έχουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς στις on-line δραστηριότητές τους . Η Weise (1996) , λ.χ., παρατήρησε με ζωηρό τρόπο την γνωριμία της με τις on-line κοινωνικές σχέσεις μετά τη μετακόμισή της σε μια άλλη πόλη και την εκεί αίσθηση της απομόνωσης .

Ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία τα ενθουσιώδη μέλη των εικονικών κοινοτήτων σε Ιαπωνία , Αγγλία ,Γαλλία και Η.Π.Α συμφωνούν, είναι ότι η διεύρυνση του φιλικού τους περιβάλλοντος είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα στη συνεύρεση μέσω υπολογιστή. Η Επικοινωνία Μέσω Υπολογιστή, είναι ένας τρόπος να γνωρίζεις ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν αισθάνεσαι την ανάγκη να συνυπάρχεις μαζί τους σε ένα επίπεδο κοινότητας. Είναι ένας τρόπος τόσο για να έρθεις σε επαφή αλλά και να διατηρήσεις μια απόσταση με τους άλλους. Ο τρόπος με τον οποίο συναντάς ανθρώπους στον κυβερνοχώρο βάζει μια διαφορετική πινελιά στην συνύπαρξη : σε παραδοσιακά είδη κοινοτήτων συνηθίζεται να συναντάμε ανθρώπους και μετά να τους γνωρίζουμε. Ωστόσο στις εικονικές κοινότητες μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους και μετά να αποφασίσεις να τους γνωρίσεις. Επίσης η συνύπαρξη μπορεί να είναι πολύ περισσότερο εφήμερη στον κυβερνοχώρο, επειδή μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους που ενδεχομένως δε θα γνώριζες σε φυσικό επίπεδο.

(από το βιβλίο του H. Rheingold, Η Εικονική Πραγματικότητα)

 

Ο E.F.Schumacher (1977) επιχειρηματολόγησε με δυναμισμό ότι “ο πιο ‘πραγματικός’ κόσμος στον οποίο ζούμε είναι αυτός των συνανθρώπων μας” (σελ. 24). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας που υπάρχει on-line δεν αποτελείται , ωστόσο , από τα δίκτυα ΕΜΥ που χρησιμοποιούν οι χρήστες , αλλά συνίσταται σε αυτά . Θα ήταν αρκετά ευκολότερο να καταλάβουμε τις φυσικές , ή καλωδιακές , συνδέσεις από το να καταλάβουμε τις συμβολικές συνδέσεις που εκπορεύονται από την αλληλεπίδραση. Δανειζόμενοι από τον James Carey διατυπώνουμε πως μεγάλο μέρος της ενέργειάς μας κατευθύνθηκε προς την κατανόηση της ταχύτητας και της έκτασης με τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι υπολογιστές σαν εργαλεία επικοινωνίας . Απουσιάζει ύποπτα , όμως , μια κατανόηση του πώς χρησιμοποιούνται οι υπολογιστές σαν εργαλεία για την επικοινωνία και την προσέγγιση των ανθρώπων (κάτι που θα μπορούσαμε να του δώσουμε τον όρο “compunity” από το computer και community ) .

“Εκείνοι που κατακρίνουν την ΕΜΥ επειδή κάποιοι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν με εμμονή πετυχαίνουν έναν σημαντικό στόχο , αλλά χάνουν κι ένα σπουδαίο νόημα όταν δεν λαμβάνουν υπόψιν τους εκείνους τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν το μέσο αυτό για γνήσια ανθρώπινη αλληλεπίδραση .” γράφει ο Η.Rheingold και συνεχίζει :

“Επειδή δεν μπορούμε να δούμε κάποιον στον κυβερνοχώρο, το γένος , η ηλικία , η εθνικότητα και η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι φανερά εκτός κι αν κάποιος θέλει να δημοσιοποιήσει τέτοια χαρακτηριστικά του εαυτού του. Άτομα με σωματικές ιδιαιτερότητες και αναπηρίες δυσκολεύονται να σχηματίσουν νέες φιλίες και θεωρούν ότι οι εικονικές κοινότητες τους αντιμετωπίζουν όπως θα ήθελαν εκείνοι να αντιμετωπίζονται πάντα : ως σκεπτόμενους ανθρώπους , φορείς ιδεών και αισθημάτων, και όχι ως ανδρείκελα με συγκεκριμένη εμφάνιση και συγκεκριμένο τρόπο να περπατούν και να μιλούν ( ή να μην περπατούν και να μη μιλούν ).”

 

Ο Carey (1989) έκανε σαφή τη διάκριση μεταξύ της άποψης της μετάδοσης και της καθιερωμένης άποψης για την επικοινωνία : “ Η επικοινωνία κατά την άποψη της μετάδοσης είναι η προώθηση μηνυμάτων γεωγραφικά για σκοπούς ελέγχου , ενώ η … περίπτωση κατά την καθιερωμένη άποψη είναι η ιερή τελετή που οδηγεί τα πρόσωπα στη συναδέλφωση και την αλληλεγγύη .” (σελ.18). Οι διακρίσεις ανάμεσα στις δύο απόψεις επικοινωνίας που ξεχώρισε ο Carey είναι κρίσιμες στην κατανόηση της εμβέλειας της ΕΜΥ. Φαίνεται πως τώρα έχουμε το πλανητικό χωριό ή κοινότητα και όχι μόνο διαμέσου της ΕΜΥ αλλά λόγω των πολλών μέσων επικοινωνίας που έχουμε σήμερα παρά ποτέ . Όπου κι αν πάμε μπορούμε να “μπούμε” σ’ αυτήν την κοινότητα με ένα κινητό τηλέφωνο , έναν προσωπικό ψηφιακό βοηθό , ένα modem , ή ένα δορυφορικό πιάτο . Όμως η σύνδεση δεν είναι ούτε συμφυής με την κοινότητα , ούτε οδηγεί απόλυτα σε απαραίτητες ανταλλαγές πληροφορίας με νόημα και έννοια .

Πολλοί θορυβούνται από την ιδέα της εικονικής κοινότητας , φοβούμενοι ότι είναι ακόμα ένα βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση υποκαθιστώντας περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα έναντι των φυσικών πόρων ή της ανθρώπινης ελευθερίας. Αυτές οι κριτικές αντιλαλούν συχνά τη λύπη τους για αυτό στο οποίο υποβιβάστηκε ο άνθρωπος να πράττει σε έναν πολιτισμό που εκθειάζει την τεχνολογία, υποτιμώντας τις περιστάσεις που οδηγούν μερικούς ανθρώπους σε τόσο παθητικά αποσυνδεδεμένες ζωές ώστε προτιμούν να βρίσκουν τους συντρόφους τους στην άλλη μεριά μιας οθόνης υπολογιστή. Υπάρχει , πράγματι , ένα ίχνος αλήθειας σε αυτόν το φόβο, μιας και οι εικονικές κοινότητες απαιτούν περισσότερα πράγματα από λέξεις στην οθόνη ενός υπολογιστή , κατά κάποιο τρόπο , αν σκοπεύουν να μην λειτουργούν μόνο σαν υποκατάστατο .

Οι Barnes και Duncan (1992) δανείστηκαν από τον James Clifford : “ Όταν γράφουμε, το κάνουμε από μια απαραίτητα τοπική βάση” (σελ. 3). Οι πρωταρχικές πράξεις που περιλαμβάνονται στην ΕΜΥ είτε είναι μέσω e-mail , Usenet , WWW , MUD και MOO είναι της ανάγνωσης και της γραφής. Όπως στην περιγραφή του Walter Ong (1982) για τη συγγραφή , αυτές οι πράξεις είναι έντονα τοπικές , έτσι , ίσως είμαστε σίγουροι για ένα ακροατήριο , αλλά είναι ταυτόχρονα αδύνατο να πιστοποιήσουμε την ύπαρξη του όπως είναι αδύνατο να εξακριβώσουμε την ερμηνεία του γραπτού μας .

Αυτή η αβεβαιότητα της ερμηνείας του γραπτού μας από κάποιον “άλλον” έχει κεντρική θέση στην πράξη της γραφής, όπως το αντιλαμβάνεται ο Ong (1986) . Μπορεί επίσης να έχει κεντρική θέση στον πόθο για έλεγχο και ανατροφοδότηση , που όπως πίστευε ο James Beninger (1986) , προκάλεσε την “επανάσταση ελέγχου” ( control revolution) . Oι σκέψεις του Beninger εστιάστηκαν στη ραγδαία τεχνολογική καινοτομία στα τέλη του 19ου αιώνα που κήρυξε την εισαγωγή βασικών τεχνολογιών επικοινωνίας και , αναφέρει ο ίδιος , επανέφεραν τον οικονομικό και πολιτικό έλεγχο που είχε χαθεί κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης .

“Πριν απ’ αυτό , ο έλεγχος της κυβέρνησης και των αγορών εξαρτιόταν από τις προσωπικές σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα , ο έλεγχος ήρθε να επανεγκαθιδρυθεί με μέσα της γραφειοκρατικής οργάνωσης , τη νέα υποδομή της μετακίνησης και των τηλεπικοινωνιών , και της πολυσυστηματικής επικοινωνίας μέσω των νέων μαζικών μέσων επικοινωνίας .” (σελ. 14)

Ή , για να το θέσουμε αλλιώς , οι Nguyen και Alexander (1996) ισχυρίστηκαν ότι “Τα παλιά μέσα μαζικής επικοινωνίας ήταν ενοποιητικά μέσα - συνάθροιζαν και στήριζαν τα έθνη με ένα θέατρο πραγματικού χρόνου. Στον κυβερνοχώρο δεν υπάρχει κεντρική σκηνή . Ωστόσο , αν και απέραντος , ο χρόνος του κυβερνοχώρου είναι έντονα αποκεντρωτικός.” (σελ. 108). Οι Nguyen και Alexander , ως εκ τούτου , δε συμμερίστηκαν την ανωτερότητα των ΜΜΕ έναντι της ΕΜΥ, υπογράμμισαν την ανάγκη για έλεγχο , που είναι προφανής όταν η πολιτική , η οικονομία και τα δικαιώματα του πολίτη αντιμετωπίζονται σε σχέση με τη γεωγραφία προβλήματα που λύνονται με τη μετακίνηση και την επικοινωνία .

Το ζήτημα της γεωγραφίας , στο οποίο θα επιστρέψουμε αργότερα σ’ αυτό το κεφάλαιο , είναι κρίσιμο όχι μόνο για την κατανόηση της ΕΜΥ αλλά και για την κατανόηση της αυξημένα πολύπλοκης σχέσης ανάμεσα στη μαζική επικοινωνία , τα άτομα και τις νέες τεχνολογίες μέσων . O Paul Virilio (1995) παρατήρησε τη μετατόπιση στον κοινωνικό χώρο ανάμεσα σ’ ένα θεατρικό και σ’ ένα κινηματογραφικό έργο :

“Στο θέατρο , κάθε μέλος του ακροατηρίου , που είναι διασκορπισμένο μέσα στη θεατρική αίθουσα , βλέπει αναγκαστικά ένα διαφορετικό έργο . Στον κινηματογράφο , από την άλλη μεριά , αυτοί οι ίδιοι θεατές βλέπουν ακριβώς αυτό που είδε ο φακός , όπου κι αν τυχαίνει να κάθονται – αυτό σημαίνει, βλέπουν Την ίδια ταινία.” (σελ. 8)

Καινούρια μέσα, όπως η καλωδιακή μετάδοση , το Internet , και νέες χρήσεις των μέσων , όπως οι WWW σελίδες που επιτρέπουν για την προσωποποίηση τα λεγόμενα

“browser cookies” , ακόμα και οι ταμειακές μηχανές των παντοπωλείων που σαρώνουν και συλλέγουν δεδομένα του αγοραστή και επιστρέφουν δελτία που απευθύνονται προς το συγκεκριμένο αγοραστή , σηματοδοτούν ακόμα μια άλλη μετατόπιση της αποσαφήνισης του Virilio για τη σχέση του κινηματογράφου με το θέατρο : Τώρα , κάθε μέλος ενός ακροατηρίου , ή μιας κοινότητας , μπορεί , στην πραγματικότητα να δει κάτι που είναι διαφορετικό αλλά , παρ’ όλα αυτά , απευθυνόμενο στη μάζα . Η σημασία αυτού δεν μπορεί να υποτιμηθεί . Οι Daniel Dayan και Elihu Katz (1992) όρισαν “μεσο-παραγόμενες κοινωνικές δομές” που “δεν περιορίζονται από τη γεωγραφία,”(σελ. 16) και τις οποίες συνέκριναν και αντιπαρέθεσαν στις “κοινότητες της καλής γειτνίασης και της μοιραζόμενης πνευματικότητας .”(σελ. 132) όμοιες σε πολλές περιπτώσεις με την εβραϊκή γιορτή seder ( που συζητείται με οξύτητα παρακάτω σ’ αυτό το βιβλίο από τον Mark Poster σε σχέση την “κυβερνοεβραϊκή” e-mail λίστα). Τα γεγονότα των μέσων , όπως η seder , απαιτούν ανθρώπους σε διαφορετικά μέρη , την ίδια ώρα , για να συμμετέχουν σε καθιερωμένα , ή τελετουργικά , γεγονότα . Η σύγκριση είναι αναγκαστική, συγκεκριμένα όταν λαμβάνει κάποιος υπόψιν του τα γεγονότα των μέσων σε παγκόσμια κλίμακα . Δε χρειάζεται να υπενθυμίσουμε σε κάποιον τα πολλά τέτοια γεγονότα που βίωσε ο δυτικός ( και περιστασιακά, και αυξανόμενα μη δυτικός ) κόσμος : Απόλλων 11 , η δολοφονία του JFK , ο θάνατος της πριγκίπισσας Diana , οι ανθρωπιστικές βοήθειες και άλλα . Αξίζει να ρωτήσουμε πόσο συχνά αισθανόμαστε μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας σε σύγκριση με μια πιο τοπική κοινότητα . Καθώς επεκτάθηκαν οι ορίζοντές μας , μήπως συνάμα κατέρρευσαν πάνω μας με τέτοιο βάρος που μας αναγκάζει να στραφούμε μέσα στους εαυτούς μας ; Ποια είναι τα απόλυτα νοήματα του “δημόσιου” και “ιδιωτικού” σε έναν κόσμο όπου τα γεγονότα των μέσων και τα “προσωποποιημένα” μέσα μπορούν να συνυπάρξουν ;

Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη κατάσταση : Πως παραβρισκόμαστε στις κοινωνικές , οικονομικές και πολιτικές συνδέσεις που προσκρούουν πάνω μας , στις συνδέσεις που άμεσα επιθυμούμε ( e-mail , τηλέφωνο , fax , δημοκρατική συμμετοχή , εργασία κτλ. ) και αυτά τρέφουν το χαρακτήρα μας ως κοινωνικά όντα και αλληλοσυγκρούονται ( επειδή καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο από το χρόνο μας και την ενέργειά μας και κομματιάζουν την ατομικότητα και τον εαυτό μας σε μια ποικιλία πλήθους ) ; Πάλι αναζητείται ο έλεγχος , αλλά όχι με σκοπό την εξουσία : με σκοπό που έχει να κάνει με το αντίστροφό του , τον περιορισμό . Όπως το τοποθέτησε ο Carey (1993) , “Η ανθρώπινη διανόηση στέγασε τον εαυτό της , εξωσωματικά , στην απόλυτη ατμόσφαιρα που μας περιβάλλει και μας στηρίζει . Ωστόσο , πίσω στο “σπίτι” μας έχουμε πλεόνασμα αταξίας και ακαταστασίας .” (σελ. 172) . Η μεγάλη πληθώρα γνώσης και πληροφορίας οδηγεί προς το χάος και ολοένα και μεγαλύτερες προσπάθειες γίνονται για τον έλεγχο της αταξίας των συστημάτων πλοήγησης στο Internet ,όπως τα Netscape , Explorer , Gopher , Mosaic και μυριάδες μηχανές ψαξίματος .

Τέτοια ανωμαλία και οι προσπάθειες για να την ελέγξουν ,τονίζουν τη μυθική επένδυση που έχουμε στη τεχνολογία των υπολογιστών. Το άγχος και η σύγχυση που προήλθε από το άνοιγμα των συνόρων, μας οδηγούν να επινοήσουμε μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς σαν αυτά τα μέσα να ήταν ένα, μέρος και πακέτο της ίδιας διαδικασίας. Όπως οι δρόμοι στα παλιά χρόνια ακολουθούσαν την πορεία των ρυακιών και των ποταμών ,έτσι και στη πορεία της εποχής μας ήταν αναμενόμενο τα τηλεγραφικά καλώδια να αντικατασταθούν από τα τηλεφωνικά και αυτά με τη σειρά τους από τα καλώδια οπτικών ινών. (Ο καθένας στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναρωτηθεί τι πραγματικά θα επιφέρει η ,χωρίς καλώδια , επικοινωνία -και όλες οι εκδηλώσεις της επικοινωνίας αυτής-, καθώς η ένωση μεταξύ επικοινωνίας και μεταφοράς διαλύεται όπως καταγράφει και η ιστορία.) Το κεφάλαιο των Jenkins και Fuller(1995) σχετικά με τις αφηγήσεις για το καινούργιο κόσμο και συγκεκριμένα για τον κυβερνοχώρο ,παραχώρησε ακριβώς την ανάλυση που χρειαζόταν ,για να κάνουμε ξεκάθαρα τις συνδέσεις που χρειαζόμασταν μεταξύ των νέων μέσων και της ιστορίας μας.

Είναι σημαντικό για μας επίσης να καταλάβουμε όχι μόνο τις αλληλοσυσχετίσεις ,μεταξύ των αφηγήσεων σχετικά με το σύγχρονο κόσμο και τις αφηγήσεις σχετικά με την επικοινωνία μέσω υπολογιστών, αλλά και τις διαφορές τους.. Στο σύγχρονο κόσμο υπάρχει μια ανάγκη για έλεγχο , ο οποίος σχετίζεται με τη δομή και την ομογενοποίηση προς την αλλαγή της εντροπίας. Τέτοια αλλαγή φαίνεται σε εμάς με τη μεταμόρφωση των επικοινωνιών και των παραλληλισμών που ξεπερνούν το φυσικό χώρο. Η επικοινωνία βασισμένη σε υπολογιστές (CMC), λέγεται ότι θα μας οδηγήσει κατευθείαν σε μια νέα κοινότητα `τοπική ,παγκόσμια και οτιδήποτε ενδιάμεσο. O Douglas Schuler (1996) δυναμικά έθεσε την ανάγκη για νέες κοινότητες των οποίων η ύπαρξη θα βασίζεται στην επικοινωνιακή τεχνολογία. Τα επιβλητικά επιχειρήματά του στηρίχτηκαν στη βάση ότι η τεχνολογία των υπολογιστών ,σε συνδυασμό με άλλες προσπάθειες, μπορεί να παίξει θετικό ρόλο στο επαναχτήσιμο κοινοτήτων ενδυναμώνοντας …βασικές αξίες(σελ.34).Αλλά η παρουσία του χάους αμείλικτα μας οδηγεί μακριά από αυτό το ιδανικό, καθώς η ανάγκη για έλεγχο γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Είναι πιο ακριβές να ισχυριστούμε ,όπως έκανε κι ο Carey(1993) , ότι όταν πρόκειται να προσηλυτίσουμε EMY και κοινότητες ,υπάρχουν ιδέες που οι άνθρωποι θέλουν ή χρειάζονται να είναι αληθινές ,μόνο και μόνο επειδή θα ‘ταν τρομακτικό να ζουν χωρίς αυτές.(σελ.172). Ωστόσο παρόλο που είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε δίκτυα κοινοτήτων που δεν σέβονται την τεχνολογία που εμπλέκεται σ’ αυτά , είναι ακόμη πιο δύσκολο να υποστηρίξουμε ότι θα’ ταν καλύτερα χωρίς αυτά.

Τώρα καθώς χτίζουμε ή ακόμη και καθώς μιλάμε για αυτές τις νέες κοινότητες, θα ήταν πολύπλοκο για εμάς να δημιουργήσουμε και να μελετήσουμε τα πρότυπα των on-line κόσμων , και σίγουρα ο τρόπος μας θα ήταν και αρκετά περιοριστικός. Η διαδικασία εκμάθησης μπορεί να έφερνε τους ανθρώπους κοντά, αφού μια τέτοια διαδικασία βασίζεται στη συνεργασία, αλλά είναι συχνά και αγχωτική και απογοητεύσιμη. Η αποκλειστικότητα ,έλλειψη ελαστικότητας , απομόνωση και αυστηρότητα για τις παλιές αντιλήψεις περί κοινοτήτων ,για τις οποίες μίλησε ο Schuler(1996) ,μπορούν να συναντηθούν και στις κοινότητες που βασίζονται στους υπολογιστές.

Παρόλ’ αυτά ο ενθουσιασμός του Schuler για νέες κοινότητες ενστερνίζεται από πολλούς και καθοδηγείται από την αίσθηση ότι ξεκινάμε μια νέα περιπέτεια προς τη δημιουργία νέων μορφών κοινωνίας. Ο ενθουσιασμός πηγάζει από την αντίληψη ότι , πρώτον δημιουργούμε νέες κοινωνίες και δεύτερον ότι μπορούμε να τις δημιουργήσουμε τεχνολογικά. Τέτοια κίνητρα με τη σειρά τους προέρχονται από αυτό που ο Edward Soja(1989) αποκάλεσε μεταμοντέρνες γεωγραφίες, τις εντάσεις δηλαδή που προκαλούνται από τη διαφοροποίηση και ομογενοποίηση στην αναπαραγωγή του χώρου. Στη περίπτωση της EMY αυτό που επιτρέπει την αναπαραγωγή του χώρου είναι η ευκαμψία με την οποία η έννοια της ταυτότητας μπορεί να δημιουργηθεί και να διαπραγματευτεί, ένα θέμα το οποίο πολλοί συγγραφείς του κυβερνοχώρου ανέλαβαν, και ακόμη ένα θέμα με το οποίο ασχολήθηκαν πάρα πολλοί από αυτούς που σχετίζονται με τη συγγραφή του Cybersociety 2.0. Επομένως κάποιος πρέπει να αναζητήσει την ικανότητα της EMY στην παραγωγή κοινωνικού χώρου, δηλαδή μήπως θα μπορούσε να αναπαραγάγει πραγματικές κοινωνικές σχέσεις σ’ ένα ‘εικονικό’ περιβάλλον;

Πιο πιθανό είναι ότι οι κοινωνικές σχέσεις που αναδύονται μέσα από την EMY είναι μεταξύ δυο πόλων `της παραγωγής και της αναπαραγωγής. Αν ταυτιστούμε απόλυτα με ένα από τους δύο πόλους , τότε θέτουμε σε κίνδυνο οποιαδήποτε κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας μπορεί να αναδυθεί. Και ακόμη κάθε νέα κοινωνική μορφοποίηση κινδυνεύει να γίνει μύθος και να ενσωματωθεί στη ρητορική του ηλεκτρικού μεγαλείου, με την οποία ταυτίστηκε ο Carey (1989). Για παράδειγμα όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν ‘κυνηγηθεί’ για τις δυνατότητές τους στον τομέα της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είχαν αρχικά προωθηθεί σαν εργαλεία για την εκπαίδευση ,έτσι και η EMY δε διαφέρει Όταν όμως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση παρουσιάστηκαν, η έμφαση δόθηκε στο να γνωστοποιηθούν ευρέως στο δημόσιο κοινό ως μέσα ευκολίας και βασικής ανάγκης γι’ άλλους σκοπούς.. Το θεωρητικό περίβλημα των δικτύων υπολογιστών είναι παρόμοιο. Ο πρόδρομος του Internet John Quarterman (1993) είπε: “Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση διαμόρφωσαν μια καινούργια κοινωνία .Τα δίκτυα υπολογιστών θα κάνουν το ίδιο. Ίσως αυτή τη φορά μπορέσουμε να αποφύγουμε ορισμένα λάθη.(σελ 49). Ο καθένας φυσικά θα το ευχόταν αυτό. Όμως κάποιος θα πρέπει επίσης να αναρωτηθεί τι σημαίνει τεχνολογία και πρόοδος ; ” (Terry & Calvert , 1997 , σελ. 2) . Είναι σημαντικό στην επιτυχία των προσπαθειών για το χτίσιμο κοινοτήτων , κανένας να μη εμπλέκει την εξουσία πίσω από αποφάσεις που προορίζονται για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ποιος θα κάνει το σχεδιασμό , με ποιο τρόπο και πώς κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού θα προβλέψουμε μη αναμενόμενες επιπτώσεις; Η ρύθμιση των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις ΗΠΑ έχει ελάχιστα γίνει η πιο επιτυχημένη επιχείρηση. Γιατί θα πρέπει να πιστεύουμε ότι ο σχεδιασμός και η ταχτοποίηση των θεμάτων που αφορούν την EMY θα είναι διαφορετική ;

Όπως επισήμανε κι ο Quarterman(1993) μπορούμε να μάθουμε από τα λάθη που κάναμε στη χρήση των άλλων μέσων. Η επικοινωνία μέσω των υπολογιστών (και οι υπολογιστές γενικότερα) ,μας δίνουν την αίσθηση ότι μπορούμε να αρχίσουμε από την αρχή και να μάθουμε από το παρελθόν. Και φυσικά έχουμε μια βασική ανάγκη ,ή τουλάχιστον ελπίδα, ότι κάτι καλύτερο πρόκειται να έρθει για τα μέσα του μέλλοντος.

Αλλά για τι πράγμα ακριβώς ελπίζουμε ; Η απάντηση στην ερώτηση αυτή συνδέεται απαραίτητα με απορίες σχετικά με το τι ελπίζουμε να γίνουμε ως κοινωνία και αυτό με τη σειρά του είναι συνδεδεμένο με θέματα ταυτότητας. Ποιοι είμαστε όταν είμαστε on-line ; Η ερώτηση γίνεται ακόμη πιο σημαντική καθώς αναπτύσσονται και νέες τεχνολογίες .

Η πιθανότητα για νέες κοινωνικές μορφοποιήσεις είναι σίγουρα πιο ελκυστική και είναι μία από τις ιδέες που φαίνεται να θέλουμε ή χρειαζόμαστε να γίνουν αληθινές. Ο Burnett(1996) επισήμανε ότι ,

Όσο κι αν ισχύει ότι το Internet καταστεί δυνατές τις κοινωνικές επαφές σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα ,απ’ ότι προηγούμενα είχαμε φανταστεί, οι βασικές ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων παραμένουν λίγο-πολύ το ίδιο , όπως και σε προηγούμενες περιόδους . Και κάποιος πρέπει να’ ναι πολύ προσεκτικός για ν’ αποδώσει την ικανοποίηση τόσων πολλών αναγκών στις καινούργιες τεχνολογίες.(σελ.92)

Ανάμεσα στις καινούργιες αυτές ανάγκες είναι η τάση του σύγχρονου ανθρώπου προς την εικόνα και την οπτικοποίηση και η ανάγκη ότι η τεχνολογία για τη βέρτσουαλ πραγματικότητα πραγματικά αναπτύσσεται , όπως επιβεβαιώνει και ο Burnett(1996).

Ωστόσο αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι η βέρτσουαλ πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο μπερδεμένη έννοια από την μη-βέρτσουαλ πραγματικότητα . Τα συστήματα πολιτιστικής σημασίας και οι μέθοδοι του κοινωνικού ελέγχου στους on-line κόσμους ,σε κάποιες περιπτώσεις παραλληλίζονται με κάποιες που εμείς ήδη γνωρίζουμε και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις όχι. Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις σχηματίζουν ένα νέο πίνακα κοινωνικών συσχετίσεων. Από ποιες δυνάμεις οι μορφοποιήσεις αυτές προωθούνται ,είναι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα το οποίο δε πρέπει να παραληφθεί. Οι κοινωνίες του κυβερνοχώρου δεν είναι οργανωμένες απλά για την μεταφορά των πληροφοριών κι ούτε έχουν να κάνουν κάτι ασυνήθιστο με τις πληροφορίες που στέλνουν και λαμβάνουν.(Licklider &Taylor, 1968 , σελ.21) . Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος από τα ζητήματα που διαπραγματεύεται η επικοινωνία μέσω υπολογιστών (EMY) είναι κάτι συνηθισμένο. Είναι δυνατό ,όπως επισήμαναν οι Chesebro and Bonsall (1989) , ότι η EMY μπορεί να προωθήσει την αποδοτικότητα στο όνομα της κοινωνικής επαφής (σελ.221). Παρόλ’ αυτά είναι αδύνατο πολλοί άνθρωποι της σύγχρονης κοινωνίας να βρουν τις αξίες , στη θέση των Chesebro and Bonsall, σαφείς και ανταγωνιστικές. Πρέπει όλες οι επικοινωνίες να έχουν ως σκοπό την κοινωνική επαφή; Όχι απαραίτητα. Ωστόσο αυτό που είναι αποφασιστικό στην EMY είναι ότι επιφέρει μια πάρα πολύ αποτελεσματική φόρμα κοινωνικής επαφής.

Η επικοινωνία μέσω υπολογιστών μας επιτρέπει να αναγάγουμε σε απαιτήσεις πελάτη τις κοινωνικές επαφές τεμαχισμένων κοινοτήτων και έτσι να οργανώσουμε και να κάνουμε πολύ αποτελεσματικές τις κοινωνικές μας επαφές . Λίγοι έχουν μελετήσει το φαινόμενο αυτό με κατανόηση (και για να στεφτεί με επιτυχία απαιτεί πολύπλευρες προσεγγίσεις) , παρόλο που το βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση έχει παρθεί από τη Linda Harasim , συγγραφέα της ανθολογίας Global Networks. Η Harasim (1993) βρήκε ότι η επικοινωνία κοινωνικών ομάδων είναι ένα πρωταρχικό συστατικό της EMY κι έτσι μπορούμε να οργανώσουμε ιδέες γύρω από συλλογικές παρά ατομικές λειτουργίες εργασίας. Παρόλ’ αυτά κανένας απ’ όσους συνεισέφεραν στην ανθολογία που εξέδωσε , δεν εμβάθυνε ικανοποιητικά μέσα στη φύση της κοινωνικής χρήσης της EMY και σε τελική ανάλυση προτίμησαν να ισχυριστούν ότι απλά αναζητούμε τη δημιουργία κοινωνίας με οποιαδήποτε μέσα μπορεί αυτή να μας προσφερθεί .

Αυτό είναι αλήθεια ειδικά όσο πιο πολύ αναζητούμε κοινότητες σ’ άλλους χώρους καθώς αυτές διαλύονται στους χώρους που βιολογικά κατοικούμε . Αυτή η διάλυση των χώρων είναι που προκάλεσε τον Schuler (1996, και άλλους όχι όμως αναμεμειγμένους με την EMY , όπως ο Robert Bellah ) να προτρέψει για την επαναδημιουργία των κοινοτήτων στη κοινωνία. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η τεχνολογία έχει βρει ένα χρήσιμο εργαλείο για αυτή την επαναδημιουργία . Δυναμικά επιχειρήματα σχετικά με τους τρόπους που η τεχνολογία σχηματίζει κοινωνικές σχέσεις , έχουν αναπτυχθεί από πολυάριθμους κοινωνικούς επιστήμονες και φιλοσόφους , όπως ο Lewis Mumford (1934) και ο Marshall Mc Luhan . O Mumford συγκεκριμένα επισήμανε μια αλλαγή στα ενδιαφέροντα της κοινωνίας και μια μετάβαση από την αφηρημένη έννοια του χώρου και του χρόνου προς μια επιθυμία για χρησιμοποίηση του χώρου και του χρόνου. Και η επικοινωνία μέσω υπολογιστών μας δίνει ένα εργαλείο για να χρησιμοποιήσουμε το χώρο .

Η επικοινωνία μέσω υπολογιστών δεν είναι βέβαια απλά ένα εργαλείο . Είναι αυτόματα τεχνολογία , περιβάλλον και μηχανή κοινωνικών σχέσεων . Όπως επισήμαναν οι Terry και Calvert (1997) ,

Προσδιορίζοντας αυστηρά την τεχνολογία σε όρους από αντικείμενα όπως εργαλεία , μηχανές και συσκευές , υπονοείται βασικά (αλλά τελικά απατηλά ) διαχωρισμός μεταξύ της τεχνολογίας του σχεδιαστή και του χρήστη της . Σ’ αυτή τη μορφή του όρου η τεχνολογία έχει περιγραφεί ως ουδέτερη και αυτόνομη , μη συσχετισμένη και μη αποτελούμενη από ηθικές ή πολιτικές αξίες. Με άλλα λόγια ένα εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό ή για κακό . (σελ.3)

Η επικοινωνία μέσω υπολογιστών δεν οικοδομεί μόνο κοινωνικές σχέσεις . Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι σχέσεις λαμβάνουν χώρα και το εργαλείο με το οποίο ο καθένας εισέρχεται στο χώρο . Επομένως είναι κάτι παραπάνω από το περιεχόμενο μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται οι κοινωνικές σχέσεις (παρόλο που είναι κι αυτό συνάμα ) . Φανταστικά η EMY οικοδομείται από συμβολικές διαδικασίες που αρχικοποιούνται και διατηρούνται από μεμονωμένα άτομα και ομάδες , διαμέσου του λογισμικού και του υλικού , τα οποία σχεδιάζονται και υλοποιούνται από πολλούς ανθρώπους . Πιθανότατα αυτή είναι η γένεση της ομόφωνης ψευδαίσθησηςγια την οποία ο William Gibson εμπνεύστηκε τον όρο κυβερνοχώρος. Η έμφαση δίνεται στον όρο ομόφωνη παρά στον όρο ψευδαίσθηση , σε σχέση με την αντίληψη του χώρου , γιατί φυσικά αποτελεί μεγαλύτερη ψευδαίσθηση ο χώρος στην EMY , παρά ο χώρος που αποδίδουμε στις εκφάνσεις της καθημερινής μας αντίληψης .

Αλλά είναι δυνατό να αποδώσουμε στον όρο χώροκάποια συγκεκριμένη σημασία ; Όπως παρατήρησε ο Benedict(1991) o χώρος για τους περισσότερους από εμάς ‘αιωρείται’ μεταξύ συνηθισμένης φυσικής ύπαρξης και κάτι άλλου .(σελ.125) Εκεί που το βρίσκουμε να αιωρείται είναι , όπως επισήμανε ο Edward Soja (1989) , μέσα σε

κοινωνικά παραγόμενο χώρο , όπου η διαστημικότητα μπορεί να ξεχωριστεί από το φυσικό χώρο της υλικής φύσης και το νοητικό χώρο της γνώσης και αναπαράστασης , καθένα από τα οποία χρησιμοποιείται και ενσωματώνεται στη δημιουργία της διαστημικότητας , αλλά δε μπορεί να γίνει έννοια όπως το αντίστοιχό του .(σελ.120)

Η σημασία της επικοινωνίας μέσω υπολογιστών και των ακολούθων της κοινωνικών δομών βρίσκεται όχι μόνο στην ερμηνεία και αφήγηση , ενέργειες που μπορούν να διορθώσουν και να σχηματίσουν και είναι αυτές με τις οποίες οι χρήστες της EMY είναι συνέχεια απασχολημένοι , αλλά και στην έννοια της κινητικότητας με την οποία ο καθένας μπορεί να κινηθεί (αφηγηματικά ή και αλλιώς ) μέσα στο κοινωνικό χώρο . Η κινητικότητα έχει δύο έννοιες στη περίπτωση αυτή . Πρώτον είναι καθαρά μία δυνατότητα να κινούμαστε από μέρος σε μέρος , χωρίς βιολογικά να έχουμε ταξιδέψει . Αλλά και δεύτερον είναι μία δυνατότητα μετακίνησης κατάστασης , τάξης , κοινωνικού ρόλου και χαρακτήρα . Όπως οι ‘κάτοικοι’ του Nevsky Prospect που περιγράφησαν από το Marshall Berman (1982) , οι κάτοικοι του κυβερνοχώρου (ή του δικτύου όπως αποκαλούνται μόνοι τους οι εφήμεροι κάτοικοι ) έρχονται εδώ να δουν και να τους δουν , να μεταφέρουν τα οράματά τους ο ένας στον άλλο , χωρίς υστερόβουλο σκοπό , απληστία ή ανταγωνισμό (σελ.196). Η διαφορά μεταξύ αυτών στο δίκτυο και αυτών στο δρόμο συμπεριλαμβάνεται σε μα διάκριση που έκανε ο Edward Soja(1989). “Καθώς ο χώρος , ο χρόνος και η πραγματικότητα σκιαγραφείται και συμπεριλαμβάνει τις απαραίτητες αξίες του φυσικού κόσμου , η διαστημικότητα , η προσωρινότητα και η κοινωνική πραγματικότητα μπορούν να εκληφθούν σαν αφηρημένες διαστάσεις , οι οποίες μαζί συμπεριλαμβάνουν όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης”. (σελ.25) . Στον κυβερνοχώρο η διαστημικότητα είναι κοινώς απατηλή σαν διαίσθηση (τουλάχιστον μέχρι οι αναφορές του Gibson για την ενορατικότητά της πραγματοποιούνται ) και η προσωρινότητα είναι αμφίβολη από τη στιγμιαία ύπαρξη της EMY και της ικανότητας να περιτριγυρίζουμε στο δίκτυο με δημιουργήματα λογισμικού ,τα οποία είναι αυτοματοποιημένοι αντιπρόσωποι ικανοί να λαμβάνουν πληροφορία και γενικά να αλληλεπιδρούν στο δίκτυο . Αυτό που απομένει είναι η κοινωνική πραγματικότητα , η οποία είναι και αυτή αμφίβολη και προβληματική . Αυτός που ‘συμμετέχει’ στον κυβερνοχώρο είναι μια δημόσια φιγούρα ή κάποια ιδιωτική φιγούρα με μια σχετική αυτονομία ,αλλά και ειδική αλληλεξάρτηση ; Όπως προσέγγισε το θέμα ο Soja σε μια περίληψη της διαλεκτικής ανάμεσα στις έννοιες του χώρου και της κοινωνικής ζωής ,

Ο προσωρινός σχηματισμός της κοινωνικής ζωής προσδιορίζει πώς η κοινωνική κίνηση και σχέση (συμπεριλαμβανομένου και των ταξικών σχέσεων ) είναι υλικά οργανωμένες και φτιαγμένες πολύ στέρεες. . Η διαδικασία της σύνθεσης και της σταθεροποίησης είναι προβληματική γεμάτη αντιφάσεις και δυσκολία (μεγάλο μέρος της οποίας είναι επαναλαμβανόμενο) . Οι αντιφάσεις προέρχονται κυρίως από τη δυικότητα του παραγόμενου χώρου καθώς και τα δύο έρχονται ως συνέπεια , προϋπόθεση και περιβάλλον της κοινωνικής ενέργειας (σελ.129) .

Άσχετα με το πόσο λάθος έχει προσδιοριστεί ο χώρος στον κυβερνοχώρο , ο χώρος που καταλαμβάνουμε ως κοινωνικά όντα , είναι επηρεασμένος από την EMY . Όπως το είδαν οι Gillespie και Robins (1989) , “Οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες δεν επηρεάζουν μόνο τα μέρη. Τα μέρη , οι κοινωνικές διαδικασίες και οι κοινωνικές σχέσεις ενσωματώνουν και επηρεάζουν πόσο τα τεχνολογικά συστήματα σχεδιάζονται , εφαρμόζονται και χρησιμοποιούνται .(σελ.7)

Τα σχόλια του Soja και οι απορίες που αναδύονται από αυτά μιλούν στη καρδιά πολλών αντιφάσεων και προβλημάτων που εμπεριέχονται στην EMY . Απ’ τη μια μεριά φαίνεται ότι φροντίζει τη κοινωνία , ή τουλάχιστον την αίσθηση της κοινότητας ανάμεσα στους χρήστες. Απ’ την άλλη μεριά ενσωματώνει την απρόσωπη επικοινωνία των υπολογιστών και του γραπτού κόσμου , ο τύπος της μιμητικής συζήτησηςόπως ορθά περιέγραψε ο Walter Ong (1982, σελ.102). M’ αυτό τον τρόπο η EMY έχει μέσα στο μανίκι της την πιο σημαντική διχοτόμηση που η Joli Jensen προσδιόρισε στο βιβλίο της Redeeming Modernity . Η Jensen έγραψε ότι η παραδοσιακή ζωή υποθετικά χαρακτηριζόταν από στενές ,πρόσωπο με πρόσωπο σχέσεις φίλων , ενόσω η μοντέρνα ζωή χαρακτηριζόταν από μακρινές , απρόσωπες επαφές μεταξύ ξένων. Οι κοινότητες προσδιορίζονται ως μοιρασμένες , στενές και οικείες , ενώ οι κοινωνίες προσδιορίζονται ως ξεχωριστές , απομακρυσμένες και ανώνυμες . (σελ.71). Μπορεί η επικοινωνία μέσω υπολογιστών να γίνει αντιληπτή ώστε να χτιστούν κοινότητες και να σχηματίσουν ένα μέρος της συμπεριφοράς της κοινωνικής ζωής , όπως άλλες μορφές επικοινωνίας φαίνεται να επιτυγχάνουν , ή πρέπει η επικοινωνία μέσω υπολογιστών να προβληματίσει τις ιδέες μας περί κοινοτήτων και δημόσιας ζωής ; H επικοινωνία μέσω υπολογιστών μπορεί να είναι η καθαρότερη απόδειξη από τηνψευδοκοινωνίατου James Beniger μέρος της αντιστροφής των χρονικά ώριμων συνηθειών από την οργανική κοινότητα –βασισμένη από αλληλοπροσωπικές σχέσεις –σε απρόσωπες συσχετίσεις ολοκληρωμένων από τα μαζικά μέσα” (σελ.369) . Ακόμη κι έτσι η πιο σημαντική ερώτηση είναι η εξής : Πώς είναι δυνατό ένα μαζικό περιβάλλον να είναι τόσο στενά συνδεδεμένο (και μερικές φορές εξισωμένο ) με μια κοινότητα ;

Ένας κίνδυνος που υπάρχει στην εκτίμησή μας για τον κυβερνοχώρο και τις κοινωνικές σχέσεις σ’ αυτόν είναι η μη ικανοποιησιμότητα του “μύθου της ηλεκτρονικής επανάστασης” των Carey και Quirk στον οποίο έγινε αναφορά προηγουμένως. Για παράδειγμα, ο Michael Benedikt (1991) έχει ισχυριστεί ότι στον κυβερνοχώρο, “στον οποίο κάθε υπολογιστής είναι ένα παράθυρο, αντικείμενα που έχουν ειδωθεί ή ακουστεί δεν είναι ούτε φυσικά αντικείμενα, ούτε απαραίτητα αναπαραστάσεις φυσικών αντικειμένων, παρά μόνο έχουν μορφή, χαρακτήρα και δράση φτιαγμένη από δεδομένα, από καθαρή πληροφορία.”(σελ 122-123). Είναι καλό να θυμάται κανείς ότι τα υπολογιστικά δεδομένα είναι οπωσδήποτε δυαδική πληροφορία βασισμένη στη χρήση συμβολοσειρών από μονάδες και μηδενικά, και τα οποία δεν μπορούν να είναι πιο “φυσικά” από όσο τους επιτρέπει η φαντασία μας. Κατά τη χρήση ενός audio compact disc player τα πληροφοριακά bits του ψηφιακού δίσκου αποκωδικοποιούνται από τη συσκευή και μετατρέπονται σε ηχητικά κύματα αντιπροσωπευτικά (και ανάλογα) των ηχητικών κυμάτων που κωδικοποιήθηκαν κατά την εγγραφή. Ο ήχος παραμένει “υψηλής ακρίβειας”, πιστός σε αυτό που ηχογραφήθηκε, εξαιτίας κυρίως της τεράστιας ποσότητας πληροφορίας που κωδικοποιήθηκε στο δίσκο. Όσο περισσότερη η πληροφορία, τόσο υψηλότερη η ακρίβεια, αλλά τα όρια είναι πεπερασμένα: Κανένα ποσό πληροφορίας δεν θα παράγει τον αυθεντικό, ηχογραφημένο ήχο. Κατά τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων στον κυβερνοχώρο, bits πληροφορίας αποκωδικοποιούνται από τους χρήστες και μετατρέπονται σε κάτι ανάλογο ενδιάμεσων και διαπροσωπικών κοινωνικών σχέσεων. Ο κίνδυνος υπάρχει με την έννοια ότι οι κοινωνικές σχέσεις στον κυβερνοχώρο διατηρούν ”υψηλή ακρίβεια” με αυτό το κάτι ανάλογο. Πρώτον, δεν υπάρχει προαπαιτούμενο για μια τέτοια ομολογία. Δεύτερον, οποιαδήποτε υπόθεση μιας ομολογίας, υποθέτει επίσης και προκαλεί την αναγέννηση πρότερων κοινωνικών σχέσεων, μηχανοποιημένες παράλληλα με τις μηχανές που τις καθιστούν αισθητές.

Η σημασία των απογοητεύσεων που έφεραν οι μηχανοποιημένες κοινωνίες δεν μπορούν να κατανοηθούν. Δεν μπορούμε πλέον να δομήσουμε κοινωνίες όπου θα μπορούμε να κάνουμε φίλους ! Ή τουλάχιστον,. όπως υπέδειξε ο David Harvey (1989), “η δυναμική σύνδεση μεταξύ εργασιών διαμόρφωσης χώρου και ενθάρρυνσης διάσπαρτων εφαρμογών...και πολιτικών εργασιών...μπορεί να είναι το πολύ συντηρητική και τουλάχιστον αντιδραστική” (σελ 277). Ο Harvey ακολούθησε τον Heidegger στους παραλληλισμούς του με το φασισμό, μια συνθήκη που το διαδίκτυο έχει γενικά αποφύγει (τουλάχιστον κοινωνικά), αλλά οι θέσεις του, ιδίως όσον αφορά την πολιτική ζωή, θα έπρεπε να εστιαστούν στους χρήστες της ΕΜΥ . Οι ορισμοί της κοινωνίας έχουν συγκεντρωθεί κυρίως γύρω από την απροβλημάτιστη έννοια του χώρου, ένα “που”, που οι κοινωνικοί επιστήμονες μπορούν να παρατηρήσουν, να επισκεφθούν, να μείνουν και να φύγουν, συμμετέχοντας απλά σε μια παρατήρηση συμμετοχής. Έχουν στηριχθεί, όπως ισχυρίζεται ο Lotfalian (1996), σε όρους

που αναφέρονται σε δυναμικές ομάδες όπως απορρόφηση, προσαρμογή και συμμετοχή [και] στο αντίθετο: αποβολή, μετανάστευση και εξορία. Οι όροι που χρησιμοποιούνται “On-line” και αναφέρονται σε κοινωνίες είναι διαφορετικές, όπως ταχυδρόμηση, αλληλοταχυδρόμηση, αναμονή και εκπομπή, τα οποία δεν αναφέρονται σε συμμετοχή στο σύνολο. (σελ 118)

Παραδοσιακά, οι παρατηρήσεις των κοινωνικών επιστημόνων έχουν διαμορφωθεί κυρίως από την εξέταση γεγονότων, δημιουργημάτων, και κοινωνικών σχέσεων μέσα σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Η μανιφεστοποίηση του πολιτικού αγώνα καθώς τα όρια μετακινούνται, χωρίζονται και ξανασχηματίζονται έχουν παραβλεφθεί, και είναι δύσκολο κατά μία έννοια να “κοιταχτεί”, καθώς, όπως σημείωσε ο Lotfalian, οι ομάδες σε σύνδεση (on-line) “αλληλεπιδρούν σε μία ιερογλυφική κατάσταση”, μια κατάσταση στην οποία “το αντικείμενο της αλληλεπίδρασης μεταχειρίζεται σαν διαμάχη, και είναι ριζωματικό, με την έννοια ότι δεν έχει αρχή ούτε τέλος”. Οι ορισμοί της Sandy Stone για τις εικονικές κοινωνίες και τον εικονικό χώρο βοηθούν περισσότερο, καθώς γι’ αυτήν είναι “κοινωνικοί χώροι χωρίς αντιθέσεις όπου οι άνθρωποι συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά κάτω από νέους ορισμούς των λέξεων “συναντιέμαι” και “πρόσωπο”...Οι εικονικές κοινωνίες είναι σημεία-σταθμοί για τη συλλογή κοινών πεποιθήσεων και πρακτικών τα οποία ένωσαν ανθρώπους οι οποίοι ήταν φυσικά χωρισμένοι”. Έτσι, ο κυβερνοχώρος δεν έχει ένα “που” (αν και υπάρχουν κόμβοι όπου συναντιούνται οι χρήστες). Μάλλον, ο χώρος του κυβερνοχώρου κατηγοριοποιείται σε γνώση και πληροφορία, βάση των κοινών πεποιθήσεων και πρακτικών μιας κοινωνίας διαχωρισμένης από το φυσικό χώρο. Μέρος αυτής της γνώσης και πληροφορίας, παρ’ όλα αυτά, έγκειται απλά στην γνώση πως να κινηθείς στον κυβερνοχώρο. Αλλά το σημαντικό στοιχείο στις κοινωνικές σχέσεις του κυβερνοχώρου είναι η μοιρασιά της πληροφορίας. Δεν είναι μοιρασιά με την έννοια της μετάδοσης πληροφορίας η οποία χωρίζει κοινωνίες στον κυβερνοχώρο. Είναι η αρχέγονη μοιρασιά πληροφορίας που τις ενώνει. Αυτή η μοιρασιά δημιουργεί το δεύτερο είδος κοινωνίας την οποία ο Carey αναγνώρισε να αναδύεται από την ανάπτυξη των πόλεων κατά τη διάρκεια του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, η οποία

σχηματίστηκε από μια φανταστική διασπορά- κοσμοπολίτες και τα νέα επαγγέλματα τα οποία ζούσαν στους φανταστικούς κόσμους της πολιτικής, μόδας, τέχνης, φαρμακευτικής, νομικής και άλλα. Αυτές οι ομάδες διασποράς ανακατεύτηκαν μεταξύ τους με την αστική ζωή. Τους δόθηκε η μορφή των συμβολικών αλληλεπιδράσεων της πόλης και η οικολογία των μέσων επικοινωνίας, τα οποία αναφερόντουσαν σε αυτές, τις ορίζανε, δημιουργούσανε και ενθάρρυναν ανταγωνισμούς μεταξύ τους, και έφτιαχναν μορφές αμοιβαίας στέγασης.

 

Η κοινωνία στη λεωφόρο

 

Στο The Postmodern Condition ο γεωγράφος και θεωρητικός David Harvey (1989) αναφερόταν συχνά στη “συμπίεση χρόνου-χώρου:...διαδικασίες που επαναστατικοποιούν τόσο τις αντικειμενικές ποιότητες του χώρου και του χρόνου που είμαστε αναγκασμένοι να αλλοιώσουμε, μερικές φορές με ριζικό τρόπο, το πως αναπαριστούμε τον κόσμο στους εαυτούς μας.” Ο Harvey βρήκε αυτή τη συμπίεση βασική στην κατανόηση υπάρχουσες κοινές έννοιες του κόσμου σαν ένα “καθολικό χωριό” ή “διαστημόπλοιο γη”. Σαν μέρος της ανάλυσής του των μετακινήσεων στην ιστορία του καπιταλισμού, αναγνώρισε μια αλλαγή στην χωρική οργάνωση από τη φεουδαρχική στην Αναγεννημένη Ευρώπη. Όσον αφορά το πρώτο, έγραψε,

Στους σχετικά απομονωμένους κόσμους . . . του Ευρωπαϊκού φεουδαλισμού, το μέρος υπονοούσε μια καθορισμένη νομική, πολιτική και κοινωνική έννοια χαρακτηριστική μιας σχετικής αυτονομίας των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνίας μέσα σε αυστηρά δοσμένα εδαφικά όρια...Ο εξωτερικός χώρος ήταν θολά κατανοητός και γενικά συνειδητοποιημένος σαν μια μυστηριώδης κοσμολογία κατοικημένη από κάποια εξωτερική εξουσία, αγγελικές μορφές, ή και πιο διαβολικές φιγούρες της μυθολογίας και της φαντασίας.

Ο Meaghan Morris (1992) κριτίκαρε την αναγωγή από τον Harvey των σύνθετων προβλημάτων σε απλούς δυϊσμούς. Συγκεκριμένα, ο Morris έγραψε,

Τα καθολικά προβλήματα θέτονται με μία έννοια “επείγοντος” οφειλόμενη σε ηθικό πανικό, αλλά στη συνέχεια τα υπάρχοντα πρακτικά πειράματα που έχουν να κάνουν με αυτά σε μια σωστή κλίμακα απαλλάσσονται για τα συνηθισμένα ήθη (“σχετικισμός”, “ηττοπάθεια”), επαναπροσδιορισμένα σε αυτό που δηλώνουν, ή αγνοημένα εντελώς.

 

 

Τουλάχιστον δύο σημεία που θίγει ο Harvey είναι σημαντικά για τη μελέτη της ΕΜΥ και της κοινωνίας. Πρώτα, ο εξωτερικός χώρος είναι κατά κάποια έννοια ακόμη θολά κατανοητός σήμερα, παρόλο που έχει καθοριστεί με μια σειρά από τρόπους συνδεδεμένους με αντικειμενική αναπαράσταση μέσω χαρτών, φωτογραφιών και άλλων οπτικών μέσων. Όπως παρατηρεί και ο Benedikt,

“η έννοια του χώρου υπήρξε κρίσιμη στην αρχιτεκτονική θεωρία εδώ και χρόνια. Παραμένει, ωστόσο, μια θολή ιδέα, που από τη μία εννοεί και αναφέρεται στα πάντα, και από την άλλη δεν εννοεί και δεν αναφέρεται πουθενά. Γιατί; μήπως επειδή ο “χώρος” όπως και ο “χρόνος” είναι μια κατηγορία που έξω από αυτήν η κατανόησή της είναι αδύνατη όπως υπέθεσε και ο Kant; Μήπως είναι απλά ένα από αυτά τα καθολικά, αδιάσπαστα δεδομένα που χωρίς αυτά ο κόσμος δεν θα μπορούσε να υπάρξει;”

Δεύτερον, η σχετική αυτονομία για την οποία μιλούσε ο Harvey (1989) έχει δώσει το μέρος της από την αναγέννηση “στην απευθείας επιρροή του ευρύτερου κόσμου μέσω του εμπορίου, διαεδαφικό ανταγωνισμό, στρατιωτική δράση, την προσέλευση νέων συνηθειών”. Ο κοινωνικός αποκλεισμός γίνεται μια δύσκολη κατάσταση για κάθε σύγχρονη κοινωνία. Κοινωνίες βασισμένες στην επικοινωνία μέσω υπολογιστή είναι κατά μία έννοια “πρακτικά πειράματα” που έχουν να κάνουν με “καθολικά προβλήματα”, και η κριτική του Morris ήταν πολύ έντονη καθώς διέκρινε το λάθος του Harvey ότι “ο γεωγραφικά καθολικός χώρος απαιτεί έναν φιλοσοφικά διάφανο χώρο ανάλυσης” Ποιοι από αυτούς τους χώρους απευθύνονται στη μελέτη της ΕΜΥ;

Είναι ξεκάθαρο ότι οι μελέτες της κοινωνίας έχουν ενσωματώσει το ίδιο λάθος. Η μελέτη της κοινωνίας ακολούθησε μια πορεία όμοια με αυτή που περιέγραψε ο Harvey και κατέκρινε o Morris καθώς αφορούσε από προσπάθειες περιγραφής και καταγραφής κοινωνιών με έναν απομονωμένο τρόπο μέχρι προσπάθειες να ασχοληθεί με τις πολυπλοκότητες των επικαλύψεων και των διασυνδεδεμένων κοινωνιών.

Διαβάζοντας την ιστορία των κοινωνικών μελετών, βρίσκει κανείς ότι ο χώρος ήταν κατανοητός λιγότερο σαν παραγόμενος από την κοινωνία και περισσότερο αυτός που προκαλούσε τις κοινωνικές σχέσεις. Σύμφωνα με τον Bruno Zevi (1957) για να καταλάβουμε τον χώρο, για να μάθουμε να τον βλέπουμε, πρέπει να κατανοήσουμε τα κτίρια., ή κατά τον Miles Danby (1963) είναι δυνατόν να αντιληφθούμε και να βιώσουμε τον χώρο όταν περικλείεται σε αρχιτεκτονικές φόρμες. Έτσι, για παράδειγμα, ο Stacey (1974) αναγνώρισε τις ίνες που αποτελούσαν τους ορισμούς της κοινωνίας και της κοινωνιολογικής μελέτης της κοινωνίας. Αυτές περιλαμβάνουν έδαφος, κοινωνικό σύστημα, και την έννοια της ιδιοκτησίας. Το πρώτο στοιχείο, το έδαφος, εννοείται σαν ένα σύνορο μέσα στο οποίο μια κοινωνία συντηρεί τα άλλα δύο στοιχεία.

Σύμφωνα με τον Benedikt, για τον Πλάτωνα, ο χώρος ήταν το σύνολο των δυνατών γεωμετρικών σχέσεων, για παράδειγμα το σύνολο των αριθμητικών δεδομένων που μπορούσαν να αποδοθούν σε αποστάσεις και κατευθύνσεις, και αντίστροφα, δηλαδή, αναλογίες. Η σημασία της αναλογίας που χαρακτηρίζει την κλασσική αρχιτεκτονική αυτές τις μέρες, καθώς και η σύνδεση μεταξύ του συντελεστή σαν σύγκριση δύο ποσοτήτων, απορρέει από αυτόν τον Πλατωνικό ορισμό. Για τον Αριστοτέλη, ο χώρος δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την τοποθεσία, ή από το γενικό άθροισμα των τοποθεσιών. Αν ο ορισμός του Πλάτωνα ήταν γεωμετρικός, του Αριστοτέλη ήταν τοπολογικός : (η) τοποθεσία (κάποιου) , έλεγε, ήταν η εσωτερική επιφάνεια της πρώτης, σταθερής περιβαλλοντικής περιοχής. Η τοποθεσία μιας καρέκλας είναι το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεται, της σελήνης το πλανητικό σύστημα κ.ά. Ο μεσαίωνας είδε αυτές τις απόψεις περιορισμένες! αλλά προστέθηκε ένα νέο πνευματικό στοιχείο. Ο χώρος ήταν ελαφρύς, ή πνεύμα, ή ο ίδιος ο Θεός.

Οι Bell και Newby (1974) αναγνώρισαν μια ποικιλία υπαρχόντων στοιχείων στους περισσότερους ορισμούς της κοινωνίας. Κοινωνική αλληλεπίδραση βασισμένη σε γεωγραφική περιοχή, αυτάρκεια, κοινή ζωή, συνειδητοποίηση του είδους, και κατοχή κοινών μέσων και πόρων. Οι Bell και Newby επίσης συμπεριέλαβαν ιδέες όσον αφορά τα κοινωνικά συστήματα, ανεξαρτησία, συνολικότητα των τάσεων και πρόοδο, σαν κοινοτοπίες στις προσεγγίσεις των κοινωνικών μελετών.

Η πιο χρήσιμη αποδόμηση των εννοιών της κοινωνίας ήρθαν από τον Effrat (1974) ο οποίος κατηγοριοποίησε τρεις βασικές:

1. Κοινωνία σαν συμπαγείς οργανισμούς

2. Κοινωνία σαν πρωτεύουσα αλληλεπίδραση

3. Κοινωνικά σαν οργανικά διακεκριμένες ομάδες

Οι κατηγορίες του Effrat προδίδουν όχι μόνο ένα δυτικό, κοινωνιολογικό παράγοντα (τον οποίο παραδέχεται), σαν ένα κλάδο μιας “ορχηστρικής” άποψης, βασισμένης στη συσχέτιση και την αλληλεπίδραση. Οι ρίζες μπορεί να είναι στη σχολή κοινωνιολογίας του Chicago, αλλά οι έννοιες είναι πιο εύκολο να μετρηθούν από αυτές της κοινωνίας, οι περιγράφονται άψογα ποιοτικά. Μια τέτοια προοπτική πηγάζει επίσης από μία νεότερη κοινωνιολογική μελέτη, το Yankee City του Lloyd Warner, όπου ο Warner ισχυρίζεται θα ανπαριστούσε πλεκτά τις αμερικάνικες κοινωνίες. Το κίνητρο που οδηγούσε αυτές τις μελέτες είναι αυτό του κοινωνικού επιστήμονα που επιθυμεί να γενικεύσει τις συνθήκες της μελέτης όσο κοντύτερα γίνεται στο “εργαστήριο”. Ο Schuler (1996) με όμοιο τρόπο αναγνώρισε αυτό που όρισε “ωμές αξίες της νέας κοινωνίας”: συμβίωση και παιδεία, εκπαίδευση, ισχυρή δημοκρατία, υγεία και ευ-ζειν, οικονομική ευχέρεια, ευκαιρία, και διατηρησιμότητα και πληροφόρηση και επικοινωνία. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιος να διαφωνήσει με αυτές τις γενικές κατηγορίες. Είναι όμως δύσκολο να οριστούν και να μετρηθούν στη ζωή σε πραγματικό ή όχι χρόνο. Και είναι παρόμοια δύσκολο να καθοριστεί η θέση τους στη σχέση τους μεταξύ αυτών και των άλλων. Μιλώντας όπως στο παράδειγμα του Etzioni (1991) στο “I and We”, βασισμένος

στην ιδέα ότι το άτομο και η κοινωνία έχουν μια ηθική βάση. κανένας δεν είναι δευτερεύον ή παραγόμενος. Για να δώσω έμφαση στο πλέξιμο, την αμοιβαία εξαρτώμενη σχέση του ατόμου και της κοινωνίας, και για να λάβω υπόψιν το μέντορά μου, Martin Buber, αναφέρομαι σε αυτή τη συνθετική θέση... ( το We σηματοδοτεί τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές, καθώς και ιστορικές και οργανικές δυνάμεις, οι οποίες σχηματίζουν τον συλλεκτικό παράγοντα - την κοινωνία).

 

ο Etzioni έθεσε τρία κριτήρια για την εστίαση στην κοινωνία: εύρος, υπόσταση και κυριαρχία. Κάθε κριτήριο εστίαζε επίσης στο επιχείρημα του Calhoun (1980) ότι

Χρειαζόμαστε να αναπτύξουμε μια εννοιολογία της κοινωνίας η οποία θα μας επιτρέπει να διεισδύσουμε πέρα από απλές κατηγορίες...να δούμε μια μεταβλητή κοινωνικών σχέσεων. Η σχέση μεταξύ της κοινωνίας σαν ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνίας σαν ένα πλέγμα ιδεών και εννοιών έχει ερευνηθεί ελάχιστα.

 

Το πρώτο υπήρξε στοιχείο της μελέτης της ΕΜΥ από την αρχή. Μερικές από τις τελευταίες ιδέες για την ΕΜΥ αναγνωρίζουν ότι η κοινωνία με υπολογιστική επικοινωνία θα επηρεάσει την αντίληψή μας περί χώρου. Όπως το είδαν οι Licklider και Taylor το 1968,

Πως θα είναι οι διασυνδεδεμένες κοινωνίες αλληλεπίδρασης; Στα περισσότερα πεδία θα αποτελούνται από γεωγραφικά διαχωρισμένα μέλη, μερικές φορές ομαδοποιημένα σε μικρούς τομείς και μερικές φορές εργαζόμενοι ανεξάρτητα. Θα είναι κοινωνίες χωρίς κοινή τοποθεσία, αλλά κοινού ενδιαφέροντος. Σε κάθε γεωγραφικό τομέα, ο συνολικός αριθμός χρηστών...θα είναι αρκετά μεγάλος για να υποστηρίξει εργασίες επεξεργασίας και φύλαξης εκτεταμένης πληροφορίας γενικού σκοπού...η ζωή θα είναι πιο ευτυχισμένη για το διασυνδεδεμένο άτομο επειδή οι άνθρωποι με τους οποίους θα συναναστρέφεται θα είναι επιλεγμένοι κυρίως λόγω των κοινών ενδιαφερόντων και όχι λόγω των τυχαίων συγκυριών.

 

 

Η σχέση μεταξύ “πεδίων” και “ενδιαφερόντων” δεν αναλύεται σε αυτό το άρθρο, ούτε η σχέση μεταξύ “κοινών ενδιαφερόντων” και της έννοιας του Calhoun της “κοινωνίας σαν ένα πλέγμα ιδεών και εννοιών” που ακολούθησε, αλλά είναι μεγαλύτερης σημασίας η πίστη ότι “οι τυχαίες συγκυρίες” οδηγούν κάποιον στη δυστυχία. Η τυχαιότητα με τη συνηθισμένη της έννοια δεν παίζει ρόλο στον κόσμο που περιγράφουν ο Licklider και ο Taylor, αλλά μόνο ένα είδος θέλησης αλληλεπίδρασης μεταξύ άλλων με (ακαθόριστα) “κοινά ενδιαφέροντα” είναι λειτουργικό. Όμως, η γεωγραφία παίζει κάποιο ρόλο, καθώς αυτή εξυπηρετεί τουλάχιστον τους κόμβους και τα κέντρα των μηχανών που στηρίζει για να μας βοηθήσουν να δραπετεύσουμε από τους κοινωνικούς περιορισμούς που μας έχουν ανατεθεί.

O Jan Walls (1993) σε μία έκθεση πάνω στα καθολικά δίκτυα επιχείρησε να διαχωρίσει την κοινωνία σε αυτούς που είναι “εστιασμένοι στις σχέσεις” και σε αυτούς που είναι “εστιασμένοι στις εργασίες”. Αυτός ο διαχωρισμός απλά προσφέρει ενόραση μέσα στις λειτουργίες συγκεκριμένων ομάδων χρηστών παρά στις συνδέσεις μεταξύ χρηστών, και μετά βίας συμπορεύεται με την έννοια του (1980) Calhoun της κοινωνίας. Ο Howard Frederick (1993) δανείστηκε από την έννοια των “δικτυόκοσμων” του Harasim (1993) και την σημείωση του Rheingold (1993) για τις “εικονικές κοινωνίες” για να αναγνωρίσει τις “χωρίς τόπο” κοινωνίες. Καμιά από όλες αυτές τις σύντομες αναφορές στην ΕΜΥ και την κοινωνία πετυχαίνουν το στόχο τους. Αυτό που λείπει η ο παράλληλος ορισμός του χώρου και της κοινωνίας, η αναζήτηση στις σχέσεις μεταξύ κοινωνικών σχέσεων, χωρικών πρακτικών, αξιών και πεποιθήσεων. Η ικανότητα να δημιουργείς, συντηρείς και ελέγχεις το χώρο (όπως και να τον καλούμε - εικονικό, χωρίς τόπο, δικτυόκοσμο) μας παραπέμπει σε έννοιες δύναμης και αναγκαία σε θέματα εξουσίας, κυριαρχίας, υποταγή, επανάσταση και συνεργασία, έννοιες που ο Etzioni έθεσε σαν πρωταρχικά κριτήρια και έγνοιες για την κοινωνία. Απλά και μόνο επειδή οι χώροι με τους οποίους ασχολούμαστε τώρα είναι ηλεκτρονικοί, δεν υπάρχει εγγύηση ότι είναι δημοκρατικοί, ισότιμοι, η προσπελάσιμοι, και δεν είναι το θέμα να προλογιστούμε ειδικά για την υπόσταση και την κυριαρχία.

Οι ανησυχίες για αυτά τα θέματα όχι μόνο έχουν μείνει χωρίς εκπροσώπηση στη μελέτη της EMY αλλά έχουν χαθεί στις μελέτες των κοινοτήτων.

Στην κλασσική του μελέτη για τις κοινωνίες και τις κοινωνικές αλλαγές στην Αμερική, ο Thomas Bender (1978) κριτίκαρε την κοινωνιολογία των κοινοτήτων σαν την μελέτη της “ενέργειας βασισμένης στην τοπικότητα” που δίνει έμφαση στην περιοχή στην ακρίβεια του πολιτισμού:

Η αναγνώριση της κοινότητας με τοπικότητα και η κοινοτική εμπειρία με διάφορες συσχετίσεις έχει ξαναορίσει την κοινότητα με ένα τρόπο που την βάζει σε ανισότητα με την ιστορική και δημοφιλή έννοια

στραγγίζει την έννοια της ποιότητας που δίνει την αναφορά του πολιτισμού της κοινότητας, όπως αντιτίθεται στην οργανωτική σημασία(σελ.10)

Για τον Bender, οι κοινότητες ορίζονται όχι σαν τόποι, αλλά σαν δίκτυα κοινωνιών, ένας ορισμός χρήσιμος για τη μελέτη της κοινότητας στον κυβερνοχώρο για δύο λόγους. Πρώτον, εστιάζει στις αλληλεπιδράσεις που δημιουργούν κοινότητες.

Δεύτερον, εστιάζει μακριά από τον τόπο. Στα μέσα, αυτή η ολίσθηση έχει όχι μόνο την αίσθηση του χώρου αλλά και του τόπου, τοποθετώντας στο κέντρο τις σκέψεις ότι η περιοχή είναι απαραίτητη για να εμποδίσει εισόδους αναφοράς δύναμης και ανάλυσης.

Ψευδο-κοινότητα και επικέντρωση του τόπου

Διάφοροι συγγραφείς, οι κυριότεροι από τους οποίους ο James Beniger και o Scott Peck (1987), έγραψαν για την ψευδο-κοινότητα “η μεγάλη κοινωνική αλλαγή του 19ου αιώνα… ένα κοφτερό χτύπημα στον διαπροσωπικό έλεγχο της διακεκριμένης συμπεριφοράς : από τις παραδοσιακές σχέσεις σε μία κοινότητα στις απρόσωπες, πολύ περιορισμένη συσχέτιση ή μηχανιστικός τύπος σχέσεων…από τις πρόσωπο με πρόσωπο στις έμμεσες ή συμβολικές σχέσεις των ομάδων” (Beniger,1987,P.353).

Ο Beniger δανείστηκε από τη δουλειά του Ferdinand Tonnies’s (1967) για να δώσει τις διακρίσεις μεταξύ μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τις σχέσεις της και μηχανιστικού τύπου σχέσεων σε μία συζήτηση για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Ο Ferdinand Tonnies είναι Γερμανός κοινωνιολόγος. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τους όρους “gemeinschaft”(κοινότητα) και “gesellschaft”(κοινωνία). O Tonnies πιστεύει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι ανθρώπων: ο “ουσιαστικός” και ο “ρυθμιστικός”.

Για τον Beniger, μία ψευδο-κοινότητα είναι αυτή στην οποία οι απρόσωπες συσχετίσεις στηρίζουν εξομοιωμένη διαπροσωπική επικοινωνία την οποία καλεί “ένα υβρίδιο διαπροσωπικής και μαζικής επικοινωνίας”(σελ.369).

O Beniger θεωρεί ότι η “επανάσταση του ελέγχου” είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές αλλαγές των καιρών μας.

Έπλασε αυτόν το όρο για να περιγράψει την ολίσθηση στην κοινωνία μας προς τις καλύτερες επικοινωνίες και τεχνολογίες των πληροφοριών.

Οι δικές του κριτικές και του Peck για την ψευδο-κοινότητα επικεντρωνόταν στην μη αυθεντικότητα της επικοινωνίας που αυτή εκπροσωπεί και τα θέματα προς τα οποία η επικοινωνία μπορεί να κατευθυνθεί.

Είναι φυσικό ότι τέτοιες κριτικές συνηθίζουν να είναι μέρος μιας ενημέρωσης του EMY.

Ο Howard Rheingold (1993) έκανε τις κατάλληλες ερωτήσεις: Είναι ο πολιτισμός των τηλεπικοινωνιών ικανός να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που ο Scott Peck αποκάλεσε ψευδο-κοινότητα, όπου οι άνθρωποι στερούνται την αυθεντικότητα των προσωπικών δεσμεύσεων μεταξύ τους οι οποίες μορφοποιούν τη γνήσια επικοινωνία;

Ή είναι η σημείωση της γνήσιας αλλαγής σε μία εποχή όπου κάθε μέρα όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους σε ένα αυξημένα τεχνητό περιβάλλον ;

Νέες τεχνολογίες τείνουν να αλλάξουν τους τρόπους με τους οποίους παλιότερα κάναμε διάφορα πράγματα. Μήπως η ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία πάει να γίνει το επόμενο τεχνολογικό αγαθό ; (σελ.60-61). Τι σημαίνει αυτό για την off-line κονότητα αν η on-line είναι ένα υποκατάστατο για την off-line κοινότητα ;

Η έρευνα αρχίζει να προτείνει ότι δεν είναι ένα υποκατάστατο (Cody et al.,1997) και ότι οι προσωπικές συναλλαγές on-line μοιάζουν πολύ με τις off-line – αυτοί που μπορούν να κάνουν γρήγορα φιλίες off-line κάνουν το ίδιο και on-line και αντίστροφα.

Αλλά, δεν είναι ξεκάθαρο ότι οι οn-line κοινότητες είναι ασυνεχείς.

Μία πολύ σημαντική ερώτηση είναι το αν οι αναφορές μας της αυθεντικότητας αλλάζουν.

Ένα από τα μέτρα της γνήσιας κοινότητας είναι συνήθως οι ενέργειες των σχέσεων, πολιτικές ή άλλου είδους. Όπως γράφει και ο Charles Taylor στο “Η Ηθική της Αυθεντικότητας”, η πολιτική αδυναμία τροφοδοτείται με αποξένωση από την κοινότητα.

Μήπως, η συμμετοχή σε on-line κοινότητες αυξάνει ή μειώνει συγκεκριμένα αισθήματα δύναμης ;

Είναι μία τεχνολογία που ενσωματώνει την ηθική του Taylor όπως οι χρήστες της αλλάζουν ταυτότητες ή μία τεχνολογία η οποία μειώνει αυτή την ηθική και την κάνει τεχνολογική, με προβληματική ταυτότητα και κατά συνέπεια αυθεντικότητα ;

Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση είναι απαραίτητο να οριστεί το τι θα μπορούσε να είναι η on-line πολιτική και προσωπική ενέργεια.

Η σύνδεση μεταξύ της κοινότητας που προέρχεται από τους υπολογιστές και του πολιτικού και κοινωνικού κόσμου όπου οι χρήστες είναι μέρος ενός off-line δεν είναι ξεκάθαρες, πολύ περισσότερο σαν τις συνδέσεις μεταξύ των διαφημιστών και των καταναλωτών ή της τηλεόρασης και του υπεύθυνου των εφφέ .

Περισσότερο είναι σημαντικό όχι να ολισθαίνουμε με ερωτήσεις πρόσβασης στις κοινότητες που προέρχονται από τους υπολογιστές, όπως σχετίζονται με τη δύναμη.

Όπως σημειώνει και ο Robert Doolitle (1972), τα ρητορικά και πολιτικά στοιχεία τα οποία πολύ συχνά στηρίζουν τις κοινότητες περιέχουν κοινές έννοιες τις οποίες η ενέργεια και η προσπάθεια θα οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των επιδιώξεων για το κοινό καλό.

Η κατάσταση στην οποία βρίσκουμε κοινότητες που προέρχονται από υπολογιστές προς το παρόν είναι πολύ καθορισμένη όπως οι κοινότητες αντιλαμβάνονται σαν ένα καλό πράγμα, το οποίο δημιουργεί μία οπαδό και αυτοεκπληρούμενη κοινότητα η οποία δίνει λίγη προσοχή στην πολιτική ενέργεια έξω από αυτό το οποίο εξασφαλίζει τη δική της συντήρηση.

Η κοινότητα και η δύναμη δεν διαχωρίζονται απαραίτητα, αλλά ένας τέτοιος οπαδισμός είναι μία φόρμα δύναμης από μόνη της, διευθυνόμενη από αυτούς οι οποίοι κατέχουν την κοινότητα.

Η Anne Branscomb (1993) είπε ότι “Μεγαλύτερη σημαντικότητα από την υποκατάσταση των νόμιμων κανόνων οι οποίοι είναι σαν να εμφανίζονται κυβερνητικές ηλεκτρονικές επικοινωνίες, είναι η ερώτηση ότι ποια ομάδα θα αποφασίσει ποιοι νόμοι και κανόνες λειτουργίας θα εφαρμοστούν” (σελ.99).

Η Anne Wells Branscomb είναι δικηγόρος από την Φιλαδέλφεια των Η.Π.Α.

Έχει σπουδάσει εκτός από Νομική, πολιτικές επιστήμες στο Harvard.

Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων. Έχει γράψει το:”Toward a Law of Global Communications Networks” μετά από πολλές έρευνες και μελέτες.

Είναι γνωστή ως μία από τους πρώτους αναλυτές του όρου “αποδιοργάνωση της πληροφορίας”.

Τέλος, η Anne Branscomb είναι μέλος πολλών επιτροπών όπως η “Επιτροπή της Ελευθερίας και της Ισότητας στην Πρόσβαση της Πληροφορίας”,το State Department και το Αμερικάνικο Κογκρέσο.

Μέρος αυτού που ήδη συμβαίνει είναι η δημιουργία πολυτεχνικών ή πολιτιστικών ομάδων οι οποίες καθορίζουν κανόνες λειτουργίας για το δικό τους χώρο. Αλλά αυτό που συμβαίνει επιπρόσθετα όπως το Internet και άλλα δίκτυα υπολογιστών που αναπτύσσουν εμπορικούς κόμβους είναι η συσσώρευση του κεφαλαίου και οι συνακόλουθες πιέσεις στις ομάδες οι οποίες έχουν ήδη δύναμη.

Ο Oscar Gandy, Jr (1995) λέει σε μία καλογραμμένη και κοφτερή κριτική “It’s Discrimination, Stupid!” ότι η δημιουργία και η αναγνώριση των κοινοτήτων που στηρίζονται σε κοινά ενδιαφέροντα συχνά στηρίζεται στο απόρρητο του κόσμου “στους όρους των ικανοτήτων τους και των ανικανοτήτων τους και αυξημένα στους όρους της ιατρικής τους κατάστασης”(σελ.43) και συχνά με αυτόματες διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στη συγκέντρωση πληροφοριών, στο marketing και στη στατιστική ανάλυση. Τα ορίσματα αυτών των ομάδων συχνά συνδυάζουν να πείθουν την κυβέρνηση, τη βιομηχανία και τους πολίτες ότι τα δίκτυα υπολογιστών πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα, βασίζονται στην ιδέα ότι είναι μόνο για απουσία ανάγκης τα οποία η κοινότητα πρέπει να έχει μέσω της EMY, αλλά τα ορίσματα είναι σύχνα αυτοεξυπηρετούμενα, στην καλύτερη περίπτωση, και εκμεταλλευόμενα, στην χειρότερη.

Η κοινότητα από μόνη της είναι μία έννοια και μία δύναμη η οποία δίνει το σχεδόν πρωταρχικό τράβηγμα της συμβολικής δύναμης την οποία η λέξη κοινότητα συνεχίζει να έχει. Είναι χρήσιμη για τη βιομηχανία και για την κοινωνία.

Η κοινωνία σαν πολιτιστικά-κατασκευασμένη κατηγορία

Δημιουργώντας και συντηρώντας μία κοινότητα έχει παραδοσιακά αξιολογηθεί σαν ένα αξιέπαινο θέμα. Ο Bell και ο Newby (1974) έγραψαν ότι η κοινότητα ήταν ένα καλό πράγμα, περνούσε ότι ήταν φοβισμένη και με τύψεις”(σελ.21).

Αυτή η θεωρητική κληρονομικότητα έμεινε πίσω από τον μοντερνισμό και με κάποιους τρόπους είναι έτσι μέρος του μεταμοντερνισμού επίσης.

Η σημαντικότητα είναι καθαρά η συνεχιζόμενη ρητορική χρήση της κοινότητας στον κοινωνικό σχεδιασμό και η δύναμη που ο όρος “κοινότητα” περιέχει.

Στο βιβλίο της “Redeeming Modernity”, η Joli Jensen (1990), δανείστηκε από τον Robert Nisbet την αναγνώριση ότι “η διχοτόμηση της κοινότητας/κοινωνίας αναφέρεται σε κοινωνικές σχέσεις” και απαιτούσε ότι “αυτό το οποίο είναι το στοίχημα σε αυτή τη διχοτόμηση, όπως νόμιζαν στην Αμερικάνικη κοινωνία, είναι το ζήτημα της σύνδεσης-πώς θα συνδεθούμε στην Αμερική” (σελ.71).

Η Joli Jensen υποστηρίζει ότι “είναι επικίνδυνα ανώριμο να υποθέτουμε ότι θα σωθούμε από την τέχνη, τη μόρφωση, την τεχνολογία. Οι έμμεσες ελπίδες μερικών κριτικών για εξαγορασμένες συμβολικές φόρμες, εφοδιάζονταν από κάποια ιδανικά συστήματα επικοινωνιών, αποκαλύπτοντας μία χρονική αναμονή για σωτηρία.

Η ερώτηση του Jensen για τους δεσμούς που μας δένουν πρόκειται να απαντηθεί στο φως της EMY.

Πώς η κοινότητα που προέρχεται από τους υπολογιστές μας ενώνει ;

Έχουμε μερικές απαντήσεις όπως οι συνδέσεις έχουν ήδη γίνει και άλλες όπως παρατηρούνται. Η λογοτεχνία την οποία εξετάζει η EMY επεκτείνεται σε διάφορα πεδία και εξετάζει τη φύση αυτού του είδους της επικοινωνίας. Αυτό που μπορεί να μαθευτεί από όλα αυτά που δεν είναι μόνο η παρούσα κατάσταση της EMY αλλά και το μέλλον της ;

Διάφορα νήματα κατηγοριών εμφανίζονται από ένα κλειστό διάβασμα της λογοτεχνίας, προβλέποντας στην υπογράμμιση των συνεπειών της EMY στις κοινωνικές σχέσεις.

Η EMY, η οποία απαιτούσε, θα κάνει τα εξής:

1.θα δημιουργήσει ευκαιρίες για εκπαίδευση και μάθηση

2.θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για συμμετοχή σε δημοκρατία

3.θα επιτύχει μετροκοινωνίες σε μία κλίμακα χωρίς ακρίβεια

4.θα παγιδεύσει τα ήδη δύσκολα νομικά θέματα τα οποία περιέχουν την προσωπικότητα, τα πνευματικά δικαιώματα και την ηθική και

5.θα επαναδημιουργήσει την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής.

Η βασική αρχή πάνω από αυτές τις απαιτήσεις είναι ότι η οργανωτική αλλαγή θα επιφέρει την παρατήρηση τους.

Όπως σημειώνει η Carolyn Marvin (1988) στην υπέροχη μελέτη της για τις πρόσφατες ηλεκτρικές συσκευές επικοινωνίας “Όταν οι παλιές τεχνολογίες ήταν νέες” τα συμπεράσματα για την τεχνολογική αλλαγή μας λένε τι πιστεύουμε ότι η τεχνολογία πρόκειται να κάνει, το οποίο διαφέρει πολύ από αυτά που πιστεύουμε ότι πρόκειται να κάνουμε.

Θα φανεί τότε ότι περισσότερο από την επαναδημιουργία κοινωνικών σχέσεων ή ακόμα και από την επανεξέταση των κοινωνικών δομών της κοινότητας τις οποίες ήδη έχουμε, πιστεύουμε ότι θα επαναδιοργανώσουμε κοινωνικές σχέσεις γύρω από μία νέα τεχνολογία.

Η πιο σημαντική αναγνώριση είναι η δύναμη με την οποία η ιδανική πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία βρίσκεται στο κέντρο των ορισμάτων για τη δομή της τεχνολογίας των επικοινωνιών.

Μερικές αποδείξεις για αυτό βρέθηκαν στη χρήση των όρων όπως “αλληλεπίδραση” οι οποίοι περιγράφουν και προωθούν νέα τεχνολογία που επιτρέπει την επανατροφοδότηση του χρήστη. Όπως και ο Rafaeli (1988) είπε :

Η αλληλεπίδραση γενικά είναι μία φυσική ιδιότητα της πρόσωπο με πρόπωπο συζήτησης αλλά έχει προταθεί να παρατηρείται επίσης και στην κατασκευασμένη επικοινωνία.

Η αλληλεπίδραση είναι μία έκφραση της επέκτασης σε μία δεδομένη σειρά από συναλλαγές επικοινωνίας, κάθε τρίτη μετάδοση σχετίζεται σε κάποιο βαθμό με το ποιες προηγούμενες συναλλαγές αναφέρονται ακόμα και σε προηγούμενες μεταδόσεις…

Αυτή η πολυπλοκότητα και ο ορισμός αποτυγχάνει να εκπροσωπήσει τη φύση της αλληλεπίδρασης. Είναι γεγονός ότι η δύναμη της έννοιας βρίσκεται στο συμβάν του γεγονότος της φύσης της.

Το κοινό αίσθημα είναι ότι η αλληλεπίδραση, όπως τα νέα, είναι κάτι το οποίο ξέρεις πότε θα το δεις(σελ.110-111)

Ο Rafaeli κριτίκαρε τη χρήση της αλληλεπίδρασης σαν μία “buzzword”, αλλά δεν κοιτάζει πάνω από μία αρχική ερώτηση: Γιατί θα πρέπει η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία να προσφέρεται σαν ιδανική ; Η καλύτερη απάντηση είναι ότι είναι ένα είδος επικοινωνίας το οποίο αναγνωρίζουμε και σχετίζουμε με την κοινότητα με, μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τις σχέσεις της και την πρόσωπο με διαπρόσωπο επικοινωνία την σχετίζουμε με την απρόσωπη επικοινωνία την οποία ο Beniger (1987) την ονομάζει ψευδοκοινότητα.

Ακόμα, ο Michael Schudson (1978) σημείωνε ότι:

Όταν κριτικάρουμε την πραγματικότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, το κάνουμε σε αντίθεση με μία ιδανική συζήτηση την οποία δεν εξετάζουμε.

Δεν ενδιαφερόμαστε στην πραγματικότητα για το πώς είναι η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία. Έτσι, έχουμε αναπτύξει μία γνώμη ότι όλες οι επικοινωνίες θα έπρεπε να είναι σαν ένα συγκεκριμένο μοντέλο συζήτησης, ανεξάρτητα από το αν αυτό το μοντέλο υπάρχει ή όχι.(σελ.323)

Η κοινότητα που προέρχεται από τους υπολογιστές μας αποτρέπει από το αίσθημα για το οποίο ο Rafaeli μιλάει με έμφαση, αλλά πιστεύουμε ότι τo EMY έχει επιτύχει την ιδανική πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία. Ο Schudson σημειώνει τι η ιδανική πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία είναι :

Σαν μέρος της συνακολουθίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης… Πρώτον τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνηθίζουν να φτιάχνουν το κριτήριο της ιδανικής επικοινωνίας πιο χαρακτηριστικό και πιο πιθανό να πραγματοποιηθεί… Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είχαν ένα δεύτερο επηρρεασμό στο φτιάξιμο της ιδανικής συζήτησης πιο συχνά πραγματοποιήσιμο (σελ.326)

Έχουμε συνηθίσει στο να φανταστούμε ένα άλλο και πιο συχνά όχι ένα ιδιαίτερο αλλά σαν μία ομάδα, το οποίο να είναι ένα κοινό, μία αγορά ή μία κοινότητα.

Αυτή είναι η σημασία της σύμπτωσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης και όπως ο Foster (1997) ανακάλυψε για την EMY: “Η σημασία της EMY απαραίτητα δίνει έμφαση στην ενέργεια της σκέψης η οποία απαιτείται για την εικόνα της κοινότητας με άλλους οι οποίοι συχνά είναι απρόσωποι, διαφανείς ή ανώνυμοι” (σελ.25).

Ο Heally (1997) αποκάλεσε το Internet σαν ένα “μέσο τοπίο” το οποίο επιτρέπει σε διακεκριμένα άτομα να εξασκήσουν τις φιλοδοξίες τους για διαχωρισμό και ασυνδετικότητα” (σελ.66).

Έτσι, παραπαίει μεταξύ του πιστεύω ότι η EMY θα το κάνει, για να δανειστούμε από τον Marshall McLuhan, μας φυλής παρέχοντας μας μία τεχνολογική ιδανική μορφή επικοινωνίας την οποία έχουμε βρει ηλίθια και πιστεύουμε ότι η αλληλεπίδρασή μας θα γίνει μηχανική, χωρίς τον πλούτο της πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλίας.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ακόμα και στην πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση περισσότερο από ότι είναι πιο πολύτιμο είναι η απουσία της πληροφορίας, η σιωπή και η παύση μεταξύ των λέξεων και των φράσεων.

Ο Cohen (1985) επίσης κριτίκαρε την ειδυλλιακή και συχνά ρομαντική όψη της πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδρασης:

Η ιδέα ότι σε μικρής κλίμακας κοινωνία οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σαν ολοκληρωμένα άτομα είναι απλοποίηση. Μπορούν να συναντώνται μεταξύ τους πιο συχνά, με μεγαλύτερη ευαισθησία και πάνω από ένα μεγαλύτερο πεδίο ενεργειών από ότι στην περίπτωση της πιο ανώνυμης μεγάλης κλίμακας.

Αλλά, δεν μπορείς να πεις ότι η γνώση των ανθρώπων για το άτομο προσπερνάει την αντίληψη των διακεκριμένων ενεργειών στις οποίες το άτομο ενσωματώνεται.(σελ.29)

Διασφαλιζόμαστε από την πίστη ότι η πραγματικότητα που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας στην πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία είναι πιο πραγματική από άλλα μέσα.

Αυτή η πίστη επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της στην αντίληψη που έχουμε για το ότι η κατασκευασμένη πραγματικότητα είναι επαρκώς πλούσια ώστε να ανταγωνίζεται την μη-κατασκευασμένη πραγματικότητα.

Κάθε πιστεύω γεμίζει τον κυβερνοχώρο με πληροφορία και δίνει χώρο σε δύο διαφορετικές ιδέες: Πρώτον, ο αχρησιμοποίητος χώρος είναι σπατάλη και δεύτερον, οι περισσότερες πληροφορίες είναι πιο επιθυμητές και καλύτερες.

Ο στόχος του EMY, όπως και σε άλλους χώρους των υπολογιστών, είναι να παρέχει μεγαλύτερη ταχύτητα και πιο πολλά επίπεδα οργάνωσης.

Παρατηρώντας την κοινότητα πιο άμεσα βλέπουμε ότι στοχεύει στην αφαίρεση των συνόρων. Και, ακόμα, όπως σημειώνει και ο Cohen (1985) είναι “ένα όριο που περιέχει την ταυτότητα της κοινότητας” (σελ.12).

Η πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση δεν σπάει απαραίτητα τα σύνορα και να το δεχτούμε αυτό σαν κάτι ιδανικό όχι απαραίτητα που προάγει επικοινωνία, χτίσιμο κοινωνίας ή κατανόηση από τους ανθρώπους.

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΜΕΣΩ Η/Υ

Παρόλο που η μελέτη της οργανωτικής επικοινωνίας έχει αρχίσει να τέμνεται με τις κοινωνικές σπουδές, ιδιαίτερα στον τομέα της επικοινωνίας υγείας, έχει από μακρού συνδεθεί με την EMY.Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας η οποία εξετάζει την EMY έχει οργανωτική σκοπιά και προέρχεται από μελέτες πάνω στην εισαγωγή των υπολογιστών στους χώρους εργασίας. Το έργο Ron Rice(1984,1987,1989;Rice &Love,1987 ;Rice&McDaniel,1987) καθώς επίσης και των Lee Sproull και Sara Kiesler(1991) είναι υποδειγματικό και ανέπτυξε ιδέες πάνω στις μεταβολές που το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο φέρνει στους οργανισμούς. Το κύριο μέρος του έργου τους εξέτασε πρότυπα αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας μέσω των τηλεπικοινωνιών, της τηλεδιάσκεψης, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλων συναφών και έθεσε ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση, την απασχόληση και το μέλλον των παραδοσιακών δομών οργάνωσης αποδεσμευμένων από “τα συμβατικά πρότυπα του ποιός μιλάει σε ποιόν και ποιός γνωρίζει τί”(Sproull&Kiesler,1991,σελ.116).

Υπάρχουν δυο στοιχεία κλειδιά σε αυτή τη μορφή ανάλυσης της EMY.Πρώτα,θεωρεί ότι η απόσταση και ο χώρος θα ξεπεραστούν κεντρικά και θα ελεγχθούν, όχι υπό την έννοια ότι το άτομο θα τα ελέγξει αλλά ότι η τεχνολογία χρησιμοποιούμενη κεντρικά και παγκόσμια θα επιτρέψει “σχεδόν απεριόριστη πρόσβαση σε δεδομένα και στον υπόλοιπο κόσμο”(Sproull&Kiesler,1991,p.116).Σχεδόν απόλυτα συχνωτισμένοι , όμως, οι δύο συγγραφείς υποστήριξαν την κεντρική επίβλεψη και τον έλεγχο της πρόσβασης λέγοντας ότι

“Είναι στο χέρι της κάθε διαχείρισης να φτιάξει και να μορφοποιήσει συνδέσεις. Η οργάνωση του μέλλοντος θα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο στο πώς αναπτύσσεται η τεχνολογία των δικτύων αλλά επίσης και στο πώς οι διαχειριστές θα αρπάζουν την ευκαιρία που αυτή παρουσιάζει στην μεταμόρφωση των δομών εργασίας(σελ.123)”

Το θέμα όμως είναι να μειωθούν οι αλλαγές στις “δομές εργασίας” και να αυξηθεί ο έλεγχος της πρόσβασης σε δεδομένα και ανθρώπους. Αυτή η πρόσβαση βασίζεται σε δύο κύριες υποθέσεις σχετικά με τις χρήσεις των Η/Υ οι οποίες απαντώνται σε πολλές αναλύσεις της EMY:

Α) Οι Η/Υ διαπερνούν ή γκρεμίζουν τα σύνορα

Β) Οι Η/Υ καταρρίπτουν ιεραρχίες

Και οι δύο αυτές υποθέσεις βασίζονται στην ιδέα ότι οι τροποποιήσεις στα σύγχρονα κοινωνικά συστήματα και οι αντιδράσεις στις κοινωνικές ανησυχίες μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα με την χρήση μιας νέας τεχνολογίας πάνω σε παλιά προβλήματα. Είναι συνηθισμένο να συναντά κανείς τέτοιες υποθέσεις όταν μια νέα τεχνολογία τίθεται σε εφαρμογή όπως σημειώνει ο Marvin(1998). Παρόμοια, οι Hiltz και Turrof(1978),σημειώνουν σε σχέση με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι υπάρχει η τάση να βλέπει κανείς τη νέα τεχνολογία απλά ως μια πιο αποδοτική μέθοδο ή εργαλείο για να αντιμετωπίζει ή να βελτιώνει μια ήδη υπάρχουσα τεχνολογία ή κατάσταση.

Εντούτοις, οι Η/Υ δημιουργούν σύνορα και ιεραρχίες με την ίδια ευκολία. Όπως επισήμανε ο Andrew Ross(1990) σ’ ένα σπουδαίο δοκίμιο, υπάρχει “μια τάση να χρησιμοποιείται η τεχνολογία για να δημιουργεί τους εκλεκτούς της πληροφορίας”(σελ.15),και οι αποδείξεις τέτοιων μορφοποιήσεων μπορεί να βρεθούν στην ρομαντική θεώρηση του hacker ως ενός ήρωα που πάει ενάντια στον πολιτισμό, στην ανάδειξη του ιδιωτικού χώρου ως ενός σημαντικού θέματος για τους χρήστες Η/Υ και στο ζήλο με τον οποίο το PGP(Pretty Good Privacy) και άλλες μέθοδοι κρυπτογράφησης δεδομένων υιοθετούνται, ενώ κυβερνητικοί φορείς αναζητούν μηχανισμούς για πρόσβαση σε κρυπτογραφικούς κωδικούς.

Η ταχύτητα με την οποία μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες ιεραρχίες και να αναδιοργανώσουμε τις ήδη υπάρχουσες , ιδίως όπως αυτές που δημιουργήθηκαν με μέσα αλληλεπιδρώντος κειμένου, συμβάλλει ελάχιστα στην άμβλυνση του γεγονότος ότι αυτές όντως υπάρχουν. Αν και μπορούν να ανέλθουν και να πέσουν πολύ πιο γρήγορα, απλά παραμένουν πανταχού παρούσες. Ο Howard Rheingold(1993) ασχολήθηκε σε βάθος προσδιορίζοντας ότι οι κοινωνίες που χρησιμοποιούν ως μέσα τους Η/Υ “θα αναπτυχθούν σε πολύ μεγαλύτερα δίκτυα τα επόμενα 20 χρόνια”(σελ.58),αλλά δεν θέτει το ερώτημα ή εξετάζει πώς αυτή η ανάπτυξη θα συνοδεύεται από δημιουργία δομών και απ’ τις ιεραρχίες που δημιουργήθηκαν μέσα στα δίκτυα.

Πράγματι, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πως η ιεραρχία και η κοινωνία μπορούν να συνυπάρχουν διαμέσου της EMY,εν μέρει εξαιτίας της φαινομενικά άναρχης (ή τουλάχιστον αδόμητης) φύσης πολλών δικτύων Η/Υ . Ένας κοινός παρονομαστής που συνδέει ιεραρχία και κοινωνία είναι η ταυτότητα, σε σχέση όχι μόνο με την αίσθηση του ατόμου για τον εαυτό του αλλά και με την αίσθησή του για τους άλλους. Η EMY παρέχει αρκετό χώρο για ταυτότητα αλλά όχι και για δόμηση ή τον προσδιορισμό αυτής. Ο Ross(1990) σημειώνει ότι “Η πρόσβαση σε ψηφιακά συστήματα ακόμα απαιτεί μόνο την αναγνώριση του γνησίου της υπογραφής ή ενός ψευδωνύμου και όχι τον προσδιορισμό της ταυτότητας ενός πραγματικού προσώπου που τίθεται υπό έρευνα, έτσι ώστε εκεί να υπάρχει ένα κρίσιμο επιχειρησιακό κενό ανάμεσα στην υπόδειξη της γνησιότητας και την αναγνώριση της ταυτότητας”(σελ.24).’Οπως έχουν επισημάνει άλλοι, από διάφορες οπτικές γωνίες πάνω στην EMY,κάποιος μπορεί να έχει πολλαπλές ταυτότητες στον κυβερνοχώρο και επιπλέον μπορεί να αλλάζει ταυτότητες μάλλον εύκολα, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά των ταυτοτήτων άλλων. Τα θέματα γύρω απ’ την ταυτότητα οφείλουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μαζί με αυτά της κοινωνίας καθώς αναπτύσσεται η EMY.Όπως επισήμανε σωστά ο Cheney(1991),”η ταυτότητα ενός ατόμου συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με την ευρύτερη κοινωνική τάξη Παρ’ όλα αυτά υπάρχει διαφωνία… τί είδους σχέση αυτό συνεπάγεται”.Το πιο σημαντικό είναι ότι η ταυτότητα συνδέεται άμεσα με την αύξηση σε μέγεθος των κοινωνικών οργανισμών.

Η αναγκαιότητα να “παρακολουθούνται” τα άτομα με τη μέθοδο των αριθμών κοινωνικής ασφάλισης και άλλων γραφειοκρατικών μεθόδων που συνδέουν τα άτομα με μια ευρύτερη οντότητα κάνουν την ταυτοποίηση επίσης ένα θέμα οργάνωσης ,παρά ένα θέμα αυτοπροσδιορισμού μόνο. Το σχόλιο του Cheney ότι “έχει υπάρξει ένας μετασχηματισμός του όρου “ταυτότητα” από την έννοια της “ομοιότητας” στην έννοια της “ουσίας””(σελ.13).Είναι σημαντικό ακριβώς διότι η ταυτότητα διαμέσου του κυβερνοχώρου δεν μεταφέρει καμιά ουσιαστική σημασία. Οι συγγένειες που βασίζονται στην “ομοιότητα” μπορούν να δημιουργηθούν και να διαλυθούν. Παρόλ’ αυτά οι ιδέες που ο Cheney δανείστηκε από τον Burke και που τον βοήθησαν να αναπτύξει έναν ορισμό της ταυτότητας “που να σχετίζεται με το άτομο το οποίο πρέπει να καταφύγει σε κοινωνικά και συλλογικά μέσα για να της προσδώσει νόημα”(σελ.20) δεν έχει την ίδια εφαρμογή στην EMY καθώς είναι πιθανό να χρησιμοποιήσει κανείς παρόμοια μέσα ώστε να αναπτύξει και να τις δώσει νόημα αλλά χωρίς τους συναισθηματικούς δεσμούς που ο Cheney υπαινίχθηκε ότι είναι απαραίτητοι. Ο Rheingold (1993) επιχείρησε να καθορίσει το πώς η ταυτότητα θα κατασκευάζεται διαμέσου των EMY:

“Μειώνουμε και κωδικοποιούμε τις ταυτότητές μας ως λέξεις στην οθόνη, αποκωδικοποιούμε και αποκαλύπτουμε τις ταυτότητες των άλλων. Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις ,οι ιστορίες (αληθινές ή ψεύτικες) που λέμε για τους εαυτούς μας (ή για την ταυτότητα που θέλουν οι άλλοι να πιστεύουν ότι έχουμε) είναι αυτά που καθορίζουν την ταυτότητά μας στον κυβερνοχώρο. Η συνάθροιση προσώπων, που αλληλεπιδρούν, καθορίζει τη φύση του συλλογικού πολιτισμού.”(σελ.61)

Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το ίδιο ισχύει για τη συνάθροιση συγκεκριμένων γνωρισμάτων που καθορίζουν τη φύση των ατόμων. Παρόλ’ αυτά οι συμβολικές διαδικασίες που ο Rheingold ξεδιπλώνει μέσω της χρήσης λέξεων όπως κωδικοποιώ και ξεπακετάρω(λέξεις οι οποίες είναι επίσης μέρος της γλώσσας του λογισμικού των Η/Υ) είναι γεμάτες από απροβλημάτιστες παραδοχές σχετικά με την εργασία που εκτελούν οι άνθρωποι σε αναζήτηση της δικής τους ταυτότητας και αυτής των άλλων. Η αλληλεπίδραση οφείλει να μην αποκαθίσταται για την κοινωνία ,ή, γι’ αυτό το λόγο για την επικοινωνία και να δέχεται κανείς αβασάνιστα συνδέσμους ανάμεσα σε πρόσωπα, άτομα και κοινωνία πρέπει να αποφεύγεται. Ένα σημαντικό σημείο για να θυμάται κανείς είναι αυτό που ο Wellman(1997) τόνισε, ότι πολλές από τις ενεργές σχέσεις μας βρίσκονται ενσωματωμένες και στην μη ενεργή σχέση με κάποιον τρίτο. Η αυξημένη χρήση της τεχνολογίας στους χώρους εργασίας και στα σχολεία σημαίνει ότι η EMY συνυπάρχει στενά με πολλούς τρόπους και με κοινωνικές σχέσεις που ήδη δημιουργήθηκαν on-line και οι οποίες ως μόνο τέτοιες αναπτύσσονται διαφορετικά ή απλά βραδύτερα από άλλες.

Θα ήταν ατυχές αν δεν κάναμε προσπάθειες να κατανοήσουμε την EMY ως μια κοινωνική τεχνολογία παράλληλα με άλλες κοινωνικές δραστηριότητες και σχέσεις και αν δεχτούμε αβασάνιστα ότι η EMY θα εγκαινιάσει τη σημαντική νέα εποχή που άλλα μέσα επικοινωνίας απέτυχαν να φέρουν. Δεν είναι, όπως είπε ο πρωτοπόρος της εικονικής πραγματικότητας Jaron Lanier σε μια συνέντευξη, ότι η τηλεόραση απέτυχε επειδή “δεν είχε σχεδιαστεί αρκετά καλά”(“Virtual Reality”,1992,σελ.6), είναι που η οργάνωση και ο σχεδιασμός δεν είναι κατ’ ανάγκη κατάλληλες διαδικασίες για την κατασκευή ή την επαναδιατύπωση της έννοιας της κοινωνίας την οποία νοσταλγούμε. Ο Thomas Bender(1978) άσκησε οξύτατη κριτική σ’ αυτούς οι οποίοι αναζητούν “να ξανασυλλάβουν την κοινωνία τοποθετώντας την μέσα σε οργανισμούς μεγάλης κλίμακας και σε κοινωνική δραστηριότητα βασισμένη σ’ έναν τόπο αδιαφορώντας για την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων που χαρακτηρίζουν το περιεχόμενό τους”(σελ.143).

Φυσικά, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα μοιάζουν οι νέες on-line κοινωνίες, και είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιούμε τις μνήμες και τους μύθους μας καθώς τις κατασκευάζουμε. Όπως ο Willson-Quayle(1997) το έθεσε σε σχέση με τη δημοκρατία , “η επίδραση της τεχνολογίας των Η/Υ στη δημοκρατική πολιτική θα είναι περισσότερο θέμα βαθμού παρά είδους”(σελ.241).Παρομοίως το ίδιο ισχύει και για την επίδρασή της στην κοινωνία. Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβουμε είναι ότι η κατασκευή που αναλαμβάνουμε είναι ιδιόμορφη και ιδιαίτερη για τους Η/Υ . Επειδή αυτές οι μηχανές θεωρούνται ως “συνδετικές” (συνδέουν πληροφορίες, δεδομένα, επικοινωνίες, ήχο, εικόνα, μέσα από την κοινή γλώσσα της ψηφιακής κωδικοποίησης),επηρεάζουν έμφυτα τους τρόπους που αντιλαμβανόμαστε τη σύνδεση μεταξύ μας, και έτσι ταιριάζουν απόλυτα στις σκέψεις μας για την κοινωνία. Οι τεχνολογίες των μέσων που έχουν ευρέως συνδεθεί με την άποψη της “μεταφοράς” της επικοινωνίας που επισημάνθηκε παραπάνω αναπτύχθηκαν για να ξεπερνούν το χώρο και το χρόνο. Ο Η/Υ , ιδιαιτέρως , είναι ένα μηχάνημα “απόδοσης” που φιλοδοξεί να αυξάνει διαρκώς την ταχύτητά του. Αναντίθετα μ’ αυτές τις τεχνολογίες , ο Η/Υ που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία είναι μια τεχνολογία η οποία πρέπει να κατανοηθεί από την “τελετουργική” σκοπιά της επικοινωνίας ,διότι άπαξ ο χώρος και ο χρόνος ξεπεραστούν(ή τουλάχιστον γίνουν υπερπηδήσιμοι)το κίνητρο για την ανάπτυξη είναι η σύνδεση. Όταν μπορέσουμε να υπερπηδήσουμε τον χώρο και τον χρόνο και να “είμαστε” οπουδήποτε ,πρέπει να επιλέξουμε ένα “πού” στο οποίο να είμαστε, και η λειτουργικότητα του Η/Υ βρίσκεται στη δύναμή του να μας κάνει να οργανώνουμε τις επιθυμίες μας σχετικά με τους χώρους που επισκεπτόμαστε και μένουμε. Τέτοια οργανωτική δουλειά δεν είναι εύκολη, και θα χρειαστεί επιπλέον προσπάθεια έτσι ώστε να μην αφήσουμε απλά άλλους να οργανώσουν αυτές τις επιθυμίες για μας. Ο τρόπος μέσα από τον οποίο επιδιώκουμε να βρούμε την κοινωνία, την παροχή δυνατοτήτων και την πολιτική δράση όλα ενσωματωμένα στην ικανότητά μας να χρησιμοποιούμε την EMY είναι ταραγμένος. Κανένα μέσο, καμιά τεχνολογία, δεν έχει σταθεί ικανή να παρέχει αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό, και συχνά δεν μπορούμε να τα βρούμε σε κανένα μέσο. Η EMY έχει τη δυνατότητα μιας ποικιλίας επιπτώσεων ,κάποιες αναμενόμενες και κάποιες όχι. Η σημαντική επίγνωση των κοινωνικών μετασχηματισμών που έχουν συντελεστεί και συνεχίζουν να συντελούν με ή χωρίς την τεχνολογία θα είναι ο καλύτερός μας σύμμαχος καθώς ενσωματώνουμε την EMY στη σύγχρονη κοινωνική ζωή.

 

 

 

 

 

 

 

 


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος