Σταθοπούλου Νίκολα 1771
Νάση Καλλιρρόη 1742
Εργασία
Για το Μάθημα
Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας
http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάϊος 1999

ΑΣΚΟΥΝ ΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;

Langdom Winner

 

 

Στις δημόσιες συζητήσεις σχετικά με την τεχνολογία και την κοινωνία δεν υπάρχει τίποτα πιο προβοκατόρικο από την πεποίθηση ότι τα τεχνολογικά προϊόντα έχουν πολιτικές ιδιότητες. Υπό εξέταση είναι η άποψη ότι οι μηχανές, οι τεχνολογικές δομές και τα εν γένει συστήματα του σύγχρονου υλικού πολιτισμού μπορούν με ακρίβεια να αξιολογηθούν όχι μόνο από την συνεισφορά τους στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα, τις θετικές ή αρνητικές παρενέργειες που προξενούν στο περιβάλλον, αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ενσαρκώσουν συγκεκριμένες μορφές εξουσίας και αρχών. Καθώς λοιπόν ιδέες αυτού του είδους έχουν έντονη παρουσία και προκαλούν προβληματισμό στις συζητήσεις γύρω από τη σημασία της τεχνολογίας, δικαιούνται λεπτομερή αναφορά.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα διάφορα τεχνολογικά συστήματα είναι άμεσα συσχετιζόμενα με τις πολιτικές συνθήκες της νεώτερης ιστορίας. Η διαμόρφωση της βιομηχανικής παραγωγής, των εξοπλισμών, των επικοινωνιών κλπ. έχει ριζικά μεταβάλλει τόσο τον τρόπο άσκησης της εξουσίας όσο και των πολιτικών δικαιωμάτων. Αλλά πέρα από αυτό το προφανές γεγονός, ο ισχυρισμός ότι συγκεκριμένες τεχνολογίες έχουν από τη φύση τους πολιτικές ιδιότητες δείχνει με την πρώτη ματιά εντελώς λανθασμένος. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι ενεργούν πολιτικά, όχι τα πράγματα. Άρα, το να ανακαλύπτεις είτε αρετές είτε δαιμόνια σε αντικείμενα σιδήρου και πλαστικού, σε τρανζίστορ, ολοκληρωμένα κυκλώματα ή χημικά φαίνεται σαν ένα ανθρώπινο τέχνασμα ώστε να συγκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα, όπως η ελευθερία και η καταπίεση, η δικαιοσύνη και η αδικία. Το να κατηγορείς το υλικό είναι πιο ανόητο από το να κατηγορείς τα θύματα όταν κατακρίνεις τις συνθήκες της δημόσιας ζωής.

Συνεπώς, εκείνο που οφείλουμε αρχικά να ξεκαθαρίσουμε όσο αφορά την πεποίθηση ότι τα τεχνολογικά προϊόντα έχουν πολιτικές ιδιότητες, είναι ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι η τεχνολογία από μόνη της, αλλά τα κοινωνικά ή οικονομικά συστήματα στα οποία αυτή εφαρμόζεται. Αυτή η γενική αλήθεια, η οποία εμφανίζεται στην πράξη σε διάφορες παραλλαγές, είναι η κεντρική θέση μιας θεωρίας που καλείται κοινωνικός ντετερμινισμός της τεχνολογίας κι εκφράζει κάτι το προφανές. Τούτη ακριβώς τη θέση πρέπει να λάβουν υπ' όψη τους όσοι επικεντρώνονται άκριτα σε θέματα όπως 'τα κομπιούτερ και οι κοινωνικές τους επιδράσεις', αλλά αποτυγχάνουν να δουν πέρα από τα τεχνικά αντικείμενα και συστήματα και να εξετάσουν τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες αυτά αναπτύχθηκαν, απέκτησαν το δικό τους ρόλο και χρησιμοποιήθηκαν. Η άποψη αυτή παρέχει ένα αντίδοτο στον αφελή τεχνολογικό ντετερμινισμό -την ιδέα ότι η τεχνολογία αναπτύσσεται σαν το μόνο αποτέλεσμα μίας εσωτερικής δυναμικής και, χωρίς την μεσολάβηση κάποιας άλλης επίδρασης, τροποποιεί την κοινωνία έτσι ώστε να την προσαρμόσει στα δικά της καλούπια. Εκείνοι λοιπόν που δεν έχουν συλλογιστεί τους τρόπους μέσα από τους οποίους οι τεχνολογίες αναπτύσσονται υποκινούμενες από κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, δεν έχουν πάει και πολύ μακριά.

Αλλά και αυτή η θέση έχει τα δικά της σφάλματα, διότι, αν την ερμηνεύσεις κατά λέξη, υποστηρίζει ότι τα τεχνολογικά αντικείμενα ή συστήματα δεν έχουν καμία βαρύτητα από μόνα τους. Δηλαδή μόλις κάποιος αποκαλύψει τις κοινωνικές ομάδες που ελέγχουν μια συγκεκριμένη έκφανση της τεχνολογίας, τότε θα μπορέσει να εξηγήσει κάθε τι σημαντικό. Αυτό το συμπέρασμα δικαιώνει τους κοινωνικούς επιστήμονες, εφόσον τεκμηριώνει αυτό που πάντα υποπτεύονταν, ότι δηλαδή η μελέτη της τεχνολογίας δεν οδηγεί σε σημαντικά συμπεράσματα. Έτσι, επικαλούμενοι τα στάνταρ μοντέλα της κοινωνικής ισχύος -αυτά των ενδιαφερομένων συνόλων στην πολιτική, της γραφειοκρατικής πολιτικής, των μαρξιστικών μοντέλων της πάλης των τάξεων κ.τ.λ- έχουν ό,τι πληροφορίες χρειάζονται. Από αυτή τη σκοπιά ο κοινωνικός ντετερμινισμός της τεχνολογίας είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον κοινωνικό ντετερμινισμό, θα μπορούσαμε να πούμε, της πολιτικής της κοινωνικής πρόνοιας ή της φορολογίας.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν καλοί λόγοι που η τεχνολογία άρχισε πρόσφατα να ενδιαφέρει τους ιστορικούς, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς επιστήμονες. Επίσης, υπάρχουν εξίσου καλοί λόγοι που οι καθιερωμένες αρχές της κοινωνιολογίας φτάνουν μέχρι εκεί ώστε να αναλύσουν αυτό που περισσότερο προξενεί προβληματισμό στο θέμα που συζητάμε. Σε κάποια άλλη στιγμή είχα προσπαθήσει να δείξω γιατί η σύγχρονη κοινωνική και πολιτική σκέψη περιέχει σε μεγάλο βαθμό αναμασημένες ιδέες -ένα αλλόκοτο μπαστάρδεμα φιλελεύθερων, συντηρητικών και σοσιαλιστικών φιλοσοφικών θέσεων- για το ποια θα πρέπει να είναι η θεωρία της τεχνολογικής πολιτικής. Η θεωρία αυτή εστιάζει στην ισχύ των μεγάλων σε κλίμακα κοινωνικοτεχνικών συστημάτων, στην αντίδραση των σύγχρονων κοινωνιών σε συγκεκριμένες τεχνολογικές επιταγές και στην αναπροσαρμογή των ανθρωπίνων στόχων σύμφωνα με τα τεχνολογικά μέσα. Έτσι, προσφέρεται ένα καινούριο πλαίσιο εργασίας για την ερμηνεία μερικών περίπλοκων προτύπων που σχηματίστηκαν κατά την ανάπτυξη της μοντέρνας υλιστικής κουλτούρας. Ένα πλεονέκτημα αυτής της άποψης είναι ό,τι αντιμετωπίζει τα τεχνολογικά προϊόντα σοβαρά. Αντί να εμμένει σ’ αυτό που εμείς κάναμε αποδίδοντας τα πάντα σε κοινωνικούς λόγους , δηλώνει ότι πρέπει να δώσουμε σημασία στα χαρακτηριστικά των τεχνολογικών αντικειμένων και στο νόημα που μπορεί να δοθεί στα χαρακτηριστικά αυτά. Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα, και όχι υποκατάστατο, για τις θεωρίες του κοινωνικού ντετερμινισμού της τεχνολογίας είναι η δικαιωματική αναγνώριση συγκεκριμένων τεχνολογιών σαν πολιτικά φαινόμενα . Αυτό μας κάνει να ανατρέξουμε στην φιλοσοφική επιταγή του Edmund Husserl, δηλαδή 'στα πράγματα καθαυτά '.

Στη συνέχεια, με παραδείγματα θα παρουσιάσω δύο τρόπους που υποδεικνύουν πώς τα προϊόντα μπορούν να εσωκλείουν πολιτικές ιδιότητες. Αρχικά θα προβάλλω παραδείγματα κατά τα οποία η εφεύρεση, ο σχεδιασμός ή η διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης τεχνολογικής συσκευής ή συστήματος αποτελεί ένα τρόπο να διευθετηθεί ένα θέμα σε μια κοινωνία. Εξετάζοντάς τα, τα παραδείγματα αυτού του είδους είναι αρκετά ξεκάθαρα και ευκολονόητα. Κατά δεύτερον, υπάρχουν περιπτώσεις παραδειγμάτων που αποδεικνύουν ότι ορισμένες τεχνολογίες είναι φύσει πολιτικές, δηλαδή αφορούν κατασκευασμένα συστήματα τα οποία απαιτούν ή είναι απόλυτα συμβατά με συγκεκριμένες μορφές πολιτικών δομών. Τα επιχειρήματα αυτών των περιπτώσεων είναι πιο περίπλοκα αλλά εγγύτερα στην καρδιά του ζητήματος. Τέλος, με τον όρο 'πολιτική' εννοώ διακανονισμούς ισχύος και εξουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς και στις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στα πλαίσια αυτών των διακανονισμών. Ακόμα, για τους δικούς μου σκοπούς 'τεχνολογία' είναι όρος που χρησιμοποιώ για να εκφράσω ολόκληρη την σύγχρονη πρακτική τεχνική· για να αποφύγω όμως τυχών συγχύσεις προτιμώ να μιλώ για τεχνολογίες εννοώντας μικρότερα ή μεγαλύτερα μέρη από συστήματα υλικού ειδικευμένου είδους. Σκοπός μου δεν είναι να διευθετήσω τα θέματα που προκύπτουν μια για πάντα, αλλά να επιδείξω τις γενικότερες διαστάσεις τους και τη σημασία τους.

 

Τεχνικοί διακανονισμοί ως τρόποι κοινωνικής διάταξης

 

΄Όποιος έχει ταξιδέψει στους αυτοκινητόδρομους της Αμερικής κι έχει εξοικειωθεί με το συνηθισμένο ύψος των υπερυψωμένων γεφυρών θα βρει κάτι περίεργο σε κάποιες γέφυρες πάνω από τις λεωφόρους του Long Island στη Νέα Υόρκη. Πολλές από τις γέφυρες είναι ασυνήθιστα χαμηλές, καθώς η μέγιστη απόστασή τους από το έδαφος είναι μόλις εννέα πόδια. Ακόμα και αυτοί που τυχαίνει να παρατηρήσουν αυτήν την περίεργη δόμηση δεν θα επηρεαστούν τόσο ώστε να δώσουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα σ’ αυτή. Συνήθως κοιτάζουμε τα πράγματα γύρω μας, όπως π.χ. δρόμους και γέφυρες, με τέτοιο τρόπο που οι διάφορες λεπτομέρειες στη μορφή τους μας αφήνουν αδιάφορους και σπάνια μας απασχολούν παραπάνω.

Ωστόσο προκύπτει ότι οι διακόσιες περίπου χαμηλές γέφυρες στο Long Island έχουν επίτηδες σχεδιαστεί έτσι με σκοπό να πετύχουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικό αποτέλεσμα. Ο Robert Moses, ο φημισμένος εργολάβος των δρόμων, πάρκων, γεφυρών και άλλων δημόσιων έργων που έγιναν στη Νέα Υόρκη από το 1920 έως το 1970, έφτιαξε αυτές τις γέφυρες με προδιαγραφές τέτοιες ώστε να αποθαρρύνει την παρουσία λεωφορείων στους αυτοκινητόδρομους. Σύμφωνα με στοιχεία που προμήθευσε ο Robert A. Carro στη βιογραφία του για τον Moses, οι κατασκευές αυτές αντανακλούν την κοινωνική και φυλετική προκατάληψη του Moses. Οι λευκοί κάτοχοι αυτοκινήτων της 'ανώτερης' και της 'άνετης μεσαίας τάξης', όπως τους αποκαλούσε, θα μπορούσαν ελεύθερα να χρησιμοποιούν τις μεγάλες δεντροφυτεμένες από αριστερά και δεξιά λεωφόρους τόσο για να πηγαίνουν στη δουλειά τους όσο και για να κάνουν βόλτες. Συγχρόνως οι φτωχοί και οι μαύροι, που συνήθως χρησιμοποιούσαν δημόσια συγκοινωνία, δε θα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις λεωφόρους, καθώς τα λεωφορεία με ύψος δώδεκα πόδια δε θα μπορούσαν να περάσουν κάτω από τις γέφυρες. Μια συνέπεια λοιπόν ήταν να περιοριστεί η πρόσβαση σε φυλετικές μειονότητες και χαμηλού εισοδήματος κοινωνικές ομάδες στο Jones Beach, το οποίο ο Moses με ενθουσιασμό αποκαλούσε δημόσιο πάρκο. Ο Moses εξασφάλισε διπλά το παραπάνω αποτέλεσμα θέτοντας βέτο στην πρόταση για επέκταση του σιδηροδρόμου του Long Island στο Jones Beach.

Η ζωή του Robert Moses ήταν συναρπαστική αν τη δούμε σαν ένα θρύλο της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας. Οι συναναστροφές του με δημάρχους, κυβερνήτες και προέδρους, καθώς και οι από μέρους του επιδέξιοι χειρισμοί του νομοθετικού σώματος, των τραπεζών, των συνδικάτων, του τύπου και της κοινής γνώμης αποτελούν θέματα που οι πολιτικοί επιστήμονες θα μπορούσαν να σπουδάζουν για χρόνια. Αλλά οι πιο σημαντικές, διαχρονικής σημασίας, ενέργειες της δουλειάς του είναι οι τεχνολογίες του, τα τεράστια οικοδομικά του έργα που συμβάλλουν κατά μεγάλο βαθμό στη σημερινή μορφή της Νέας Υόρκης. Παρόλο που έχουν μεσολαβήσει γενιές μετά τον Moses κι έχουν διαλυθεί οι συμμαχίες που αυτός δημιούργησε, τα δημόσια έργα του, ιδιαίτερα οι αυτοκινητόδρομοι και οι γέφυρες που έχτισε ευνοώντας τη χρήση του αυτοκινήτου εις βάρος της ανάπτυξης των μαζικών μέσων μεταφοράς, συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν αυτήν την πόλη. Το γεγονός ότι πολλές από τις μνημειώδεις κατασκευές του από μπετόν και σίδερο ενσωματώνουν ένα συστηματοποιημένο κοινωνικό αποκλεισμό αποτελεί μία μέθοδο κατασκευής ενός ειδικού τύπου ανθρωπίνων σχέσεων, ο οποίος σιγά σιγά γίνεται ένα αναπόσπαστο κομμάτι της χωροδιάταξης. Ο σχεδιαστής Lee Koppleman είπε στον Carro για τις χαμηλές γέφυρες της λεωφόρου Wantagh: 'το κάθαρμα διασφάλισε ότι τα λεωφορεία ποτέ δεν θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν την καταραμένη λεωφόρο του'.

Η ιστορία της αρχιτεκτονικής, του σχεδιασμού πόλεων και των δημόσιων έργων περιέχει πολλά παραδείγματα υλικών διακανονισμών που εξυπηρετούν άμεσους ή έμμεσους πολιτικούς σκοπούς. Μπορεί κάποιος να αναφέρει τους φαρδύς παρισινούς δρόμους διπλής κυκλοφορίας του Baron Haussmann, που κατασκευάστηκαν μετά από οδηγίες του Louis Napoleon ώστε να αποτρέπουν κάθε επεισόδιο εμπλοκής στους δρόμους σαν αυτά που γίνονταν κατά την διάρκεια την επανάστασης του 1848. Ομοίως, μπορεί κανείς να επισκεφτεί τις τεράστιες πλατείες και μια πλειάδα κτηρίων από αδρό μπετόν που κατασκευάστηκαν στις Αμερικανικές Πανεπιστημιουπόλεις στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70 ώστε να αποτραπούν οι φοιτητικές διαδηλώσεις. Η μελέτη των βιομηχανικών μηχανών και εργαλείων αποκαλύπτει επίσης ενδιαφέρουσες πλευρές της πολιτικής ιστορίας, μερικές από τις οποίες παρεκκλίνουν από το σκοπό ύπαρξης των τεχνολογικών καινοτομιών, τον οποίο αρχικά προσδοκούσαμε. Αν υποθέσουμε ότι οι καινούριες τεχνολογίες προέκυψαν για να επιτύχουν αυξημένη αποτελεσματικότητα, η ιστορία της τεχνολογίας σε ορισμένες περιπτώσεις θα μας διαψεύσει. Η τεχνολογική ανάπτυξη αποτελεί μια πανοπλία από ανθρώπινα συμφέροντα, το βασικότερο εκ των οποίων είναι η επιθυμία κάποιων να κυριαρχήσουν έναντι άλλων, έστω κι αν αυτό απαιτεί θυσίες, όπως περικοπές του κόστους και παραβιάσεις κανόνων με σκοπό το μέγιστο δυνατό κέρδος.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα βρίσκεται στην ιστορία της βιομηχανικής επανάστασης του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στο εργοστάσιο παρασκευής θεριστικών μηχανών του Cyrus McCormick στα μέσα του 1880, προστέθηκαν στο τμήμα παραγωγής μηχανές πεπιεσμένου αέρα, μια νέα και αδοκίμαστη ανακάλυψη, με κόστος γύρω στις 500.000 δολάρια. Στη συνήθη οικονομική ανάλυση τέτοιων πραγμάτων, θα περιμέναμε ότι αυτό το βήμα έγινε για να εκσυγχρονίσει το εργοστάσιο και να επιτύχει την απόδοση που η μηχανοποίηση προσφέρει. Αλλά ο ιστορικός Robert Ozanne έδειξε το λόγο που η συγκεκριμένη καινοτομία πρέπει να αξιολογηθεί σε ευρύτερο πλαίσιο. Εκείνη την εποχή ο Cyrus McCormick II είχε εμπλακεί σε μια διαμάχη με το συνδικάτο National Union of Iron Molders. Θεώρησε λοιπόν την προσθήκη νέων μηχανών σαν ένα τρόπο να 'εκδιώξει τα κακοποιά στοιχεία από το εργοστάσιό του', συγκεκριμένα τους εξειδικευμένους εργάτες που είχαν οργανώσει την τοπική ένωση στο Σικάγο. Οι νέες μηχανές, επανδρωμένες με ανειδίκευτο προσωπικό, στην πραγματικότητα παρήγαγαν υποτιμημένα προϊόντα με υψηλότερο κόστος σε σχέση με την προηγούμενη διαδικασία. Μετά από τρία χρόνια λειτουργίας οι μηχανές ουσιαστικά εγκαταλείφθηκαν, αλλά μέχρι τότε είχαν πετύχει το σκοπό τους -την καταστροφή του συνδικάτου. Επομένως, η ιστορία αυτών των τεχνολογικών εξελίξεων στο εργοστάσιο του Cyrus McCormick δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ανεξάρτητα από τις εξής παραμέτρους: τις προσπάθειες των εργατών να οργανωθούν, την καταστολή από την αστυνομία του εργατικού κινήματος στο Σικάγο και τα γεγονότα που σχετίστηκαν με το βομβαρδισμό στο Haymarket Square. Βλέπουμε λοιπόν ότι τεχνολογική ιστορία και η Αμερικανική πολιτική ιστορία ήταν εκείνη την περίοδο βαθιά συνδεδεμένες.

Σε περιπτώσεις όπως αυτές των χαμηλών γεφυρών του Moses και των μηχανών πεπιεσμένου αέρα του McCormick, μπορεί κάποιος να δει καθαρά τη σημασία των τεχνικών διακανονισμών που προηγούνται της εφαρμογής των τεχνολογιών. Είναι φανερό ότι οι τεχνολογίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν με τρόπους που υποβοηθούν την εξουσία, τις αρχές και μερικές προνομιούχες κοινωνικές ομάδες έναντι άλλων, όπως π.χ. η τηλεόραση για να προωθήσει ένα πολιτικό υποψήφιο. Στο συνηθισμένο ανθρώπινο τρόπο σκέψης, οι τεχνολογίες αντιμετωπίζονται σαν ουδέτερα εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ορθά ή λανθασμένα, για το καλό, το κακό ή κάτι ενδιάμεσο. Σπανίως αναρωτιόμαστε για το αν μια μηχανή έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με τρόπο τέτοιο ώστε οι επιπτώσεις της να είναι ορισμένες πριν καν αυτή χρησιμοποιηθεί. Στο κάτω κάτω της γραφής οι γέφυρες του Robert Moses μετέφεραν αυτοκίνητα από το ένα μέρος στο άλλο και οι μηχανές του McCormick έφτιαχναν μεταλλικά εξαρτήματα. Παρόλα αυτά και οι δύο τεχνολογίες περιέκλειαν σκοπούς απώτερους από την προφανή χρήση τους. Αν με τους ηθικούς και πολιτικούς κανόνες βάσει των οποίων αξιολογούμε την τεχνολογία, κρίνουμε μόνο τα εργαλεία και τις χρήσεις τους χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τον τρόπο του σχεδιασμού και της διαμόρφωσης των προϊόντων, τότε εθελοτυφλούμε σε τέτοιο βαθμό που είναι πνευματικά και πρακτικά επικίνδυνο.

Λόγω του ότι η παραπάνω θέση γίνεται πολύ πιο εύκολα αντιληπτή υπό το φως συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων ενσωματωμένων στην υλική υπόσταση των τεχνολογιών, τα παραδείγματα που έχω μέχρι τώρα αναφέρει φαίνονται σχεδόν συνωμοτικά. Αλλά για να αναγνωρίσουμε τις πολιτικές διαστάσεις στις τεχνολογικές δομές δεν είναι απαραίτητο να ψάχνουμε για προμελετημένες συνομωσίες ή μοχθηρές προθέσεις. Το οργανωμένο κίνημα των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 επέδειξε άπειρους τρόπους με τους οποίους μηχανές, αντικείμενα και κατασκευές για κοινή χρήση -π.χ. λεωφορεία, κτήρια, πεζοδρόμια, υδραυλικές εγκαταστάσεις κλπ.- κατέστησαν αδύνατο για πολλούς να κινηθούν ελεύθερα, δημιουργώντας έτσι μια κατάσταση που συστηματικά τους απέκλειε από τη δημόσια ζωή. Με ασφάλεια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες δεν έγινε από πρόθεση αλλά από την αμέλεια των κατασκευαστών. Τώρα όμως που το θέμα άρχισε να απασχολεί την κοινή γνώμη, η δικαιοσύνη απαιτεί νομική αποκατάσταση. Έτσι πολλά προϊόντα πλέον επανασχεδιάζονται και επανακατασκευάζονται για την εξυπηρέτηση αυτής της μειονότητας.

Σε αυτό το σημείο θα παραθέσω τα εξής γενικά συμπεράσματα: Οι 'τεχνολογίες' -όπως τις ορίσαμε- αποτελούν τρόπους αναδιάταξης του κόσμου. Πολλές τεχνικές συσκευές και συστήματα σημαντικά στην καθημερινή ζωή προσφέρουν διαφορετικές δυνατότητες οργάνωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Συνειδητά ή όχι, σκόπιμα ή τυχαία, οι κοινωνίες διαλέγουν τέτοιες δομές για τις τεχνολογίες που επηρεάζουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον τρόπο που οι άνθρωποι πηγαίνουν στη δουλεία τους, επικοινωνούν, ταξιδεύουν, καταναλώνουν προϊόντα κ.τ.λ. Κατά τη διαδικασία μέσα από την οποία λαμβάνονται οι δομικές αποφάσεις, διαφορετικοί άνθρωποι κατέχουν διαφορετικούς βαθμούς εξουσίας, καθώς και άνισα επίπεδα γνώσης. Όταν μια συγκεκριμένη συσκευή, σύστημα ή τεχνική 'γεννιέται' έχουμε το μεγαλύτερο περιθώριο επιλογής για τη δομή του. Οι επιλογές όμως τείνουν να παγιώνονται με βάση το υλικό, τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους και τις κοινωνικές συνθήκες, κι έτσι η αρχική ευελιξία χάνεται. Μ’ αυτή την έννοια οι τεχνολογικές καινοτομίες λειτουργούν όπως η νομοθεσία ή οι κυβερνητικές αρχές θέτοντας ένα πλαίσιο διάταξης στη δημόσια ζωή που διαρκεί για πολλές γενιές. Γι’ αυτό το λόγο η ίδια σημασία που δίνεται στους κανόνες, ρόλους και συσχετίσεις της πολιτικής πρέπει επίσης να δοθεί σε θέματα όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, η δημιουργία τηλεοπτικών δικτύων και η προσθήκη φαινομενικά ασήμαντων χαρακτηριστικών σε νέες μηχανές. Τα θέματα που χωρίζουν ή ενώνουν τους ανθρώπους σε μια κοινωνία διευθετούνται όχι μόνο μέσω πολιτικών και θεσμικών πλαισίων αλλά και με απτούς διακανονισμούς σιδήρου και μπετόν, καλωδίων και τρανζίστορ, ανοιχτηριών και μπουκαλιών.

 

 

Φύσει πολιτικές τεχνολογίες

 

Κανένα από τα επιχειρήματα και τα παραδείγματα που παρατηρήθηκαν δεν παραπέμπουν σε ένα ισχυρισμό πιο περίπλοκο που συχνά συναντάμε σε μελέτες για την τεχνολογία και την κοινωνία, συγκεκριμένα ότι μερικές τεχνολογίες είναι από την ίδια τους την φύση ρητά πολιτικές. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, η εφαρμογή ενός δεδομένου τεχνολογικού συστήματος αναπόφευκτα ορίζει πολιτικά πλαίσια που επιβάλλουν συγκεκριμένη κοινωνική διάρθρωση -για παράδειγμα συγκεντρωτικά ή αποκεντρωτικά, ισόνομα ή όχι, αυταρχικά ή δημοκρατικά. Σε όλες τις περιπτώσεις που παρέθεσα παραπάνω οι τεχνολογίες είναι σχετικά ευέλικτες στο σχεδιασμό και το διακανονισμό και ποικίλουν στα αποτελέσματά τους. Παρόλο που η χρήση μιας δεδομένης συσκευής ή συστήματος φέρει συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ένα περιβάλλον, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε πώς αλλιώς θα μπορούσε να κατασκευαστεί ή τοποθετηθεί, ώστε να επιφέρει εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνέπειες. Τώρα λοιπόν πρέπει να εξετάσουμε και να εκτιμήσουμε αυτά τα συγκεκριμένα είδη τεχνολογίας που δεν επιτρέπουν την ευελιξία, η επιλογή των οποίων σημαίνει την επιλογή μιας συγκεκριμένης μορφής πολιτικής ζωής...

Επιχειρήματα που υποστηρίζουν ότι οι τεχνολογίες είναι φύσει πολιτικές με βάση κάποια λογική έχουν αναλυθεί σε μεγάλη έκταση και δεν είναι δυνατόν να τα αναπτύξω όλα παρακάτω. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν δύο βασικές κατευθύνσεις για να προσεγγιστεί το θέμα. Η μια εκδοχή υποστηρίζει ότι η υιοθέτηση ενός δεδομένου τεχνικού συστήματος απαιτεί τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός συγκεκριμένου πλαισίου κοινωνικών συνθηκών σαν το λειτουργικό περιβάλλον αυτού του συστήματος. Αυτή η άποψη ανήκει σε ένα σύγχρονο συγγραφέα που ισχυρίζεται ότι 'αν δεχτείς τα πυρηνικά εργοστάσια, δέχεσαι επίσης μια τεχνο-επιστημονικό-βιομηχανικό-στρατιωτική ελίτ. Χωρίς αυτούς τους ανθρώπους να έχουν τον έλεγχο, δεν μπορείς να έχεις πυρηνική ενέργεια'. Κάνοντας αυτήν την παραδοχή, βλέπουμε ότι μερικά είδη τεχνολογίας απαιτούν τα αντίστοιχα κοινωνικά περιβάλλοντα για να αναπτυχθούν με την ίδια λογική που το αυτοκίνητο χρειάζεται ρόδες για να κινηθεί. Η τεχνολογία δεν μπορεί να υπάρξει σαν μια αποτελεσματική λειτουργική οντότητα εκτός αν συγκεκριμένες κοινωνικές και υλικές συνθήκες συνδυαστούν. Το 'απαιτούνται' εδώ έχει την έννοια της πρακτικής (κι όχι της λογικής) αναγκαιότητας. Μια πρακτική αναγκαιότητα, σύμφωνα με τον Plato, είναι το ότι ένα πλοίο στη θάλασσα έχει ένα καπετάνιο και ένα απαραιτήτως υπάκουο πλήρωμα.

H δεύτερη εκδοχή -λιγότερο ισχυρή- υποστηρίζει ότι η εφαρμογή μιας τεχνολογίας είναι απόλυτα συμβατή με συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές δομές, χωρίς απαραίτητα να τις προαπαιτεί. Πολλοί υποστηρικτές της ηλιακής ενέργειας ισχυρίζονται πως τεχνολογίες βασιζόμενες σε αυτή τη μορφή ενέργειας είναι περισσότερο συμβατές με δημοκρατικές κοινωνίες απ' ότι αυτές που βασίζονται στο πετρέλαιο ή στην πυρηνική ενέργεια. Συγχρόνως όμως, δε δηλώνουν σε καμία περίπτωση πως η χρήση της ηλιακής ενέργειας σε μία κοινωνία απαιτεί η κοινωνία αυτή να είναι δημοκρατική. Η άποψή τους είναι, με λίγα λόγια, ότι η ηλιακή ενέργεια είναι αποκεντρωτική και από τεχνικής και από πολιτικής πλευράς. Τεχνικά, είναι πιο φτηνή η κατασκευή ηλιακών συστημάτων όταν γίνεται ευρεία κατανομή της παραγωγής από ότι όταν γίνεται συγκεντρωτική παραγωγή σε μεγάλης κλίμακας εργοστάσια. Από πολιτικής πλευράς, η ηλιακή ενέργεια διευκολύνει τόσο τα άτομα όσο και τις τοπικές κοινότητες να χειριστούν τις υποθέσεις τους αποτελεσματικά εφόσον τα ηλιακά συστήματα είναι πιο προσιτά, πιο κατανοητά και πιο εύχρηστα σε σχέση με τις μεγάλες συγκεντρωτικές πηγές ενέργειας. Συνεπώς, από αυτή τη σκοπιά η ηλιακή ενέργεια είναι επιθυμητή όχι μόνο για τα οικονομικά και περιβαλλοντολογικά της οφέλη, αλλά και για τις ευεργεσίες της σε άλλα πεδία της δημόσιας ζωής.

Από εδώ και πέρα τα επιχειρήματα που αφορούν το υπό συζήτηση θέμα μπορούν να πάρουν διάφορες κατευθύνσεις. Οι τρόποι λειτουργίας ενός δοθέντος τεχνικού συστήματος αξιώνουν την ύπαρξη κάποιων συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών ή χρειάζεται απλά η συμβατότητα μεταξύ του συστήματος και των κοινωνικών συνθηκών; Αυτές οι συνθήκες είναι εσωγενείς ή εξωγενείς του συστήματος (ή και τα δύο); Παρόλο που τα συγγράμματα που εκφράζουν τέτοια ερωτήματα είναι συχνά ασαφή ως προς το τι τελικά υποστηρίζουν, τα βασικά επιχειρήματά τους έχουν σημαντική παρουσία στις σύγχρονες πολιτικές ομιλίες, καθώς επιχειρούν να εξηγήσουν πώς οι αλλαγές στην κοινωνική ζωή συμβαίνουν ως επακόλουθο των τεχνολογικών νεωτερισμών. Συγκεκριμένα, κυρίως χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν ή να επικρίνουν προτεινόμενα σχέδια δράσης καινούργιων τεχνολογιών. Προβάλλονται λοιπόν καθαρά πολιτικά επιχειρήματα υπέρ ή κατά της υιοθέτησης μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας, πέρα από εκείνα που αφορούν τα οικονομικά κόστη και οφέλη, τις περιβαλλοντολογικές επιδράσεις και τους πιθανούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια που προκαλούνται από τεχνικά συστήματα. Το θέμα εδώ δεν είναι το πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν, πόσο κέρδος θα παραχθεί, πόσο η μόλυνση θα αυξηθεί ή πόσοι καρκίνοι θα προξενηθούν. Το θέμα είναι το πώς οι επιλογές που γίνονται κατά την τεχνολογική εξέλιξη επηρεάζουν τη μορφή και την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Αν εξετάσουμε πρότυπα κοινωνίας που εσωκλείουν περιβάλλοντα τεχνικών συστημάτων, θα βρούμε συσκευές και συστήματα συνδεδεμένα σχεδόν αναπόσπαστα με τις οργανωμένες μορφές εξουσίας. Το κύριο ερώτημα είναι: αυτή η κατάσταση των πραγμάτων απορρέει από την αναπόφευκτη κοινωνική 'υποταγή' στις ίδιες τις ιδιότητες των τεχνολογικών προϊόντων ή είναι μια επιβεβλημένη πραγματικότητα από το κυβερνητικό σώμα, την ανώτερη κοινωνική τάξη και από κάποιους κοινωνικούς και πολιτιστικούς θεσμούς για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς;

Σύμφωνα με το πιο απλό παράδειγμα, η ατομική βόμβα είναι ένα φύσει πολιτικό τεχνούργημα, εφόσον όσο αυτή υφίσταται, οι φονικές της ιδιότητες θα απαιτούν έλεγχο από μία κεντρική, αυστηρά ιεραρχημένη διοίκηση η οποία θα είναι ικανή να αντιμετωπίζει τις διάφορες εξωτερικές επιδράσεις που μπορεί να προξενήσουν επικίνδυνες συνέπειες. Το εσωτερικό πολιτικό σύστημα της "κοινότητας" που σχετίζεται με τη βόμβα πρέπει να είναι καθαρά αυταρχικό, ανεξαρτήτως του είδους του πολιτέυματος και της νομοθεσίας που έχει η κοινωνία στην οποία η "κοινότητα" αυτή είναι ενσωματωμένη, διότι δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος. Επομένως, τα δημοκρατικά καθεστώτα πρέπει να προσπαθήσουν να βρουν τρόπους να εξασφαλίσουν ότι οι κοινωνικές δομές και ο τρόπος σκέψης που διέπουν τη διαχείριση των πυρηνικών όπλων δεν επεκτείνονται στην εφαρμογή του πολιτειακού καθεστώς της χώρας.

Η ατομική βόμβα είναι φυσικά μια ειδική περίπτωση. Οι λόγοι, για τους οποίους μια εξουσία οφείλει να είναι αδιάβλητη από τη στιγμή που θα τεθεί η αναγκαιότητα της ύπαρξής της, πρέπει να είναι ξεκάθαροι σε οποιονδήποτε. Παρόλα αυτά θα βρούμε πάρα πολλά παραδείγματα στη σύγχρονη ιστορία που μας δείχνουν ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσουν κάποια είδη τεχνολογίας είναι η επικράτηση συγκεκριμένων μορφών εξουσίας.

Ο Alfred D. Chandler στο έργο του "The Visible Hand" -μια μελέτη για την σύγχρονη επιχειρησιακή δραστηριότητα- παρουσιάζει εντυπωσιακά στοιχεία για να υπερασπίσει τη θέση ότι η κατασκευή και η καθημερινή λειτουργία πολλών συστημάτων παραγωγής, συγκοινωνίας και επικοινωνίας το 19ο και 20ο αιώνα απαιτούν την ανάπτυξη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δομής: μια συγκεντρωτική και ιεραρχική οργάνωση της κοινωνίας, η οποία θα διοικείται από πολύ ικανούς και επιδέξιους ανθρώπους. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την ανάλυσή του για την ανάπτυξη του σιδηρόδρομου.

 

"Η τεχνολογία κατέστησε δυνατή τη γρήγορη μετακίνηση παντός καιρού. Όμως η ασφαλής, ομαλή και αξιόπιστη μεταφορά αγαθών και επιβατών, καθώς και η διαρκής συντήρηση και επισκευή των οχημάτων, των βαγονιών, των γραμμών του τρένου και άλλων εξοπλισμών απαίτησαν τη δημιουργία ενός μεγάλου διοικητικού συνόλου, το οποίο θα αποτελούνταν από κάποιους διευθυντές που θα επέβλεπαν τις εν λόγω δραστηριότητες σε έναν αρκετά εκτεταμένο γεωγραφικό χώρο, και από κάποιους άλλους διοικητικούς υπαλλήλους που θα ήλεγχαν, αξιολογούσαν και συντόνιζαν τη δουλειά των παραπάνω διευθυντών για την καθημερινή ομαλή λειτουργία του σιδηρόδρομου".

Σε όλο του το βιβλίο ο Chandler υποδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας, των χημικών και άλλων μεγάλης κλίμακας βιομηχανικών προϊόντων καθιστά αναγκαία τη διαμόρφωση ανθρωπίνων διασυνδέσεων σαν κι αυτών που αναφέρονται παραπάνω. Γι' αυτό λοιπόν, οι λειτουργικές απαιτήσεις των σιδηρόδρομων αξίωσαν τη δημιουργία των πρώτων ιεραρχικών διοικήσεων στις αμερικάνικες επιχειρήσεις.

Υπάρχει άλλος εφικτός τρόπος να οργανωθεί το συνονθύλευμα ανθρώπων και μηχανών; Ο Chandler λέει πως μία προηγούμενη επικρατούσα κοινωνική μορφή, αυτή της μικρής παραδοσιακής οικογενειακής επιχείρησης, απλά δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος στις περισσότερες των περιπτώσεων. Παρόλο που δεν εικάζει περαιτέρω, είναι πρόδηλο ότι πιστεύει πως το περιθώριο ελευθερίας στις μορφές εξουσίας των σύγχρονων κοινωνικοτεχνικών συστημάτων είναι πολύ μικρό. Οι ιδιότητες πολλών σύγχρονων τεχνολογιών (π.χ. πετρελαιαγωγοί και διυλιστήρια) είναι τέτοιες που επιφέρουν εντυπωσιακά μεγάλα και γρήγορα κέρδη. Για να δουλέψουν αυτά τα συστήματα αποτελεσματικά, αποδοτικά, γρήγορα και με ασφάλεια, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις σχετικά με την εσωτερική κοινωνική οργάνωσή τους. Διαφορετικά οι υλιστικές δυνατότητές τους δεν είναι δυνατό να αξιοποιηθούν. Ο Chandler παραδέχεται ότι αν συγκριθούν οι κοινωνικοτεχνικοί θεσμοί διαφορετικών εθνών, θα παρατηρηθούν τρόποι με τους οποίους τα διαφορετικά πολιτισμικά ήθη, οι αξίες, οι νοοτροπίες, τα πολιτικά συστήματα και οι κοινωνικές δομές επηρεάζουν αυτήν την εσωτερική οργάνωση. Αλλά η βασική του θέση εναρμονισμένη με ιστορικά παραδείγματα στο "The Visible Hand" αποδεικνύει ότι οποιοδήποτε ουσιαστικό ξεστράτισμα από τις θεμελιακές αρχές του προτύπου είναι εξαιρετικά απίθανο.

Όμως και κάποιοι άλλοι δόκιμοι διακανονισμοί της εξουσίας, όπως για παράδειγμα η αποκεντρωτική δημοκρατική αυτοδιαχείριση των εργατών, θα μπορούσαν να αποδειχτούν ικανοί να διοικήσουν εργοστάσια, διυλιστήρια, τηλεπικοινωνιακά συστήματα ή σιδηρόδρομους το ίδιο αποτελεσματικά, ή και περισσότερο, από τις δομές οργάνωσης που περιγράφει ο Chandler. Στοιχεία από τις ομάδες συναρμολόγησης αυτοκινήτου στη Σουηδία και τα εργατοδιοικούμενα εργοστάσια στη Γιουγκοσλαβία και σε άλλες χώρες είναι παραδείγματα που αποδεικνύουν αυτόν τον ισχυρισμό. Σ' αυτό το σημείο δε θα αναλύσω όλες τις αμφισβητούμενες θέσεις πάνω στο θέμα, αλλά θα ασχοληθώ μόνο με την ουσία της τριβής. Οι διαθέσιμες μαρτυρίες τείνουν να δείξουν ότι πολλά μεγάλα και σύνθετα τεχνολογικά συστήματα είναι στην πραγματικότητα απόλυτα συμβατά με το συγκεντρωτικό, ιεραρχικό διοικητικό έλεγχο. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα έχει να κάνει με το αν αυτό το πρότυπο του διοικητικού ελέγχου είναι σε κάθε περίπτωση μια προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιων συστημάτων, ένα ερώτημα που δεν προκύπτει μόνο εμπειρικά. Τελικά, το ζήτημα μένει στην κρίση μας γύρω από το τι διαβήματα είναι αναγκαία να γίνουν στον τρόπο εφαρμογής κάποιων ειδών τεχνολογίας και ποιοι θα είναι οι όροι που πρέπει να τεθούν για τη δομή των ανθρωπίνων σχέσεων. Είχε δίκιο ο Plato όταν δήλωσε ότι το τιμόνι του πλοίου στη θάλασσα πρέπει να οδηγείται από ένα ικανό και αποφασιστικό χέρι, γεγονός που επιτυγχάνεται μόνο με την ύπαρξη ενός μοναδικού καπετάνιου και ενός υπάκουου πληρώματος; Είχε δίκιο ο Chandler όταν ισχυρίστηκε ότι οι ιδιότητες των μεγάλης κλίμακας συστημάτων απαιτούν συγκεντρωτικό, ιεραρχικό διοικητικό έλεγχο;

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να εξετάσουμε λεπτομερώς τις ηθικές αξιώσεις της πρακτικής αναγκαιότητας (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που διακηρύσσουν τα οικονομικά δόγματα) και να τις αντιπαραβάλλουμε με τις ηθικές αξιώσεις άλλων ιδεολογημάτων, όπως για παράδειγμα την αντίληψη ότι είναι σωστό όλοι οι ναυτικοί να συμμετέχουν στην κυβέρνηση του πλοίου ή ότι όλοι οι εργάτες δικαιούνται να έχουν λόγο στις διοικητικές αποφάσεις του εργοστασίου. Εντούτοις, είναι χαρακτηριστικό των τεχνοκρατικών κοινωνιών ότι οι ηθικοί λόγοι που δεν εξυπηρετούν την πρακτική αναγκαιότητα, εμφανίζονται όλο και πιο απόλυτοι, πιο ιδεαλιστικοί. Οποιεσδήποτε διεκδικήσεις μπορεί να έχει κάποιος στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης ή της ισότητας, εξουδετερώνονται από το επιχείρημα που υποστηρίζει: "Ωραία όλ' αυτά, αλλά δε σου παρέχουν τρόπο για να λειτουργήσει διεξοδικά ο σιδηρόδρομος" (ή η μηχανική επεξεργασία του χάλυβα ή μια αεροπορική εταιρία ή ένα τηλεπικοινωνιακό σύστημα κλπ). Μέχρι ποιο σημείο είναι δικαιολογημένη η τεχνολογία, επικαλούμενη τις δυνατότητες που προσφέρει είναι ένα σημαντικό θέμα που απασχολεί τις σύγχρονες πολιτικές συζητήσεις και την κοινή γνώμη. Εδώ συναντάμε ένα κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας και του τρόπου σκέψης της κοινής γνώμης, που oριοθετεί το σημείο μέχρι το οποίο η "συμπεριφορά" της τεχνολογίας είναι δικαιολογημένη αντισταθμίζοντάς τη με τις δυνατότητες που αυτή παρέχει. Σε πολλές περιπτώσεις το να λέμε πως μερικές τεχνολογίες είναι φύσει πολιτικές σημαίνει ότι κάποιοι ευρέως αποδεκτοί λόγοι πρακτικής αναγκαιότητας -ιδιαίτερα το να διατηρήσουμε τα μεγάλης σημασίας τεχνολογικά συστήματα ως ομαλώς λειτουργικές οντότητες- τείνουν να εξαλείψουν τα επιχειρήματα άλλων ηθικών και πολιτικών συλλογισμών.

Μία απόπειρα να διασωθεί η αυτονομία της πολιτικής από την προσάρτηση σε αυτήν της πρακτικής αναγκαιότητας εμπλέκει τη θέση ότι οι συνθήκες που ορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις στο περιβάλλον της λειτουργίας ενός τεχνολογικού συστήματος μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από το πολιτειακό περιβάλλον. Οι Αμερικάνοι έχουν προ πολλού επαναπαυτεί στην πεποίθηση ότι οι διακανονισμοί της εξουσίας και των αρχών στο εσωτερικό των βιομηχανικών συνεταιρισμών, των δημοσίων υπηρεσιών κλπ, έχουν μικρή σχέση με τους γενικότερους κοινωνικούς θεσμούς, έθιμα και αντιλήψεις. Το γεγονός ότι "η δημοκρατία σταματάει στις πύλες του εργοστασίου" θεωρήθηκε ως μία πραγματικότητα που δεν επηρεάζει την πολιτική ελευθερία. Γίνεται όμως η εσωτερική πολιτική της τεχνολογίας και η πολιτική που διέπει ολόκληρη την κοινότητα να είναι έτσι εύκολα διαφοροποιημένες; Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη πάνω στους ισχυρούς Αμερικανούς επιχειρηματίες, όμοιους με αυτούς που περιγράφει ο Chandler στο "The Visible Hand Of Management", προκύπτει ότι οι τεχνοκράτες δε συμμερίζονται ηθικούς ενδοιασμούς του τύπου: 'κάθε άνθρωπος, ένας ψήφος'. Οι Αμερικάνοι διοιηκητικοί υπάλληλοι ρωτούν: 'Αν η δημοκρατία δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της επιχείρησης, τότε πώς αναμένεται ο πιο σημαντικός θεσμός της κοινωνίας να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κράτους - ιδίως όταν η ίδια η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τα επιτεύγματα της επιχείρησης;' Οι συγγραφείς της μελέτης παρατηρούν πως οι επιχειρηματίες προτιμούν μοντέλα διακυβέρνησης της χώρας που ευνοούν την αυτονομία των επιχειρήσεων, σε αντίθεση με αυτά που συγχέουν τα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα της κοινωνίας. Παρόλο που αυτές οι διαπιστώσεις δεν οδηγούν σε αποφθεγματικά συμπεράσματα, αποδεικνύονται όλο και περισσότερο ενδεικτικές για τη μορφή που παίρνει η κοινωνία, εφόσον η λύση σε ζητήματα, όπως π.χ. το ενεργειακό πρόβλημα, δε φαίνεται να είναι η αναδιανομή του πλούτου ή η διεύρυνση της δημόσιας συμμετοχής, αλλά μια πιο ισχυρή, συγκεντρωτική δημόσια διοίκηση -ο πρέδρος Carter είχε προτείνει ένα Ενεργειακό Συμβούλιο Κινητοποίησης (Εnergy Mobilization Board).

Ένα θέμα ζωτικής σημασίας, σύμφωνα με το οποίο οι λειτουργικές απαιτήσεις ενός τεχνικού συστήματος μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα της δημόσιας ζωής, είναι τώρα υπό εξέταση στις δημόσιες συζητήσεις και αφορά τους κινδύνους της πυρηνικής ενέργειας. Καθώς το απόθεμα του ουρανίου για τους πυρηνικούς αντιδραστήρες εξαντλείται, το προτεινόμενο εναλλακτικό καύσιμο είναι το πλουτώνιο που παράγεται ως υποπροϊόν στη δεξαμενή του χημικού αντιδραστηρίου. Γνωστές ενστάσεις στην ανακύκλωση του πλουτώνιου εστιάζουν στο τεράστιο οικονομικό κόστος της παραγωγής του, στις βλαβερές επιπτώσεις του στη μόλυνση του περιβάλλοντος και στη συμβολή του στην εξάπλωση των χημικών όπλων. Ωστόσο, εκτός από τις προαναφερόμενες απειλές, παραμονεύει και ένα άλλο, λιγότερο αισθητό σύνολο κινδύνων -εκείνων που αναφέρονται στη θυσία της πολιτικής ελευθερίας. Η διαδεδομένη χρήση του πλουτώνιου ως καύσιμο αυξάνει την πιθανότητα η τοξική αυτή ουσία να κλαπεί από τρομοκράτες, ανθρώπους του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλες ομάδες. Επομένως, επιτείνεται η ανάγκη να παρθούν δραστικά μέτρα για τη προστασία του πλουτωνίου από κλοπή και για την ανάκτησή του σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο. Τόσο οι εργάτες των πυρηνικών εργοστασίων όσο και οι απλοί πολίτες μπορεί να υποβληθούν σε εξέταση μέσω εσωτερικών ελέγχων ασφαλείας, μυστικών εποπτειών, τηλεφωνικών υποκλοπών, πρακτόρων, ακόμα και νομοθετικών μέτρων που θεσπίζονται για την προστασία του προϊόντος - τα πάντα δικαιολογούνται στο όνομα της προστασίας του πλουτωνίου.

O Russel W. Ayres στη μελέτη του πάνω στα νομικά παρακλάδια της ανακύκλωσης του πλουτωνίου καταλήγει: "Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση της ποσότητας του πλουτωνίου θα ασκηθούν πιέσεις για την εξάλειψη των παραδοσιακών ελέγχων στην διοίκηση των βιομηχανιών, τους οποίους η νομοθετική εξουσία και τα δικαστήρια έχουν ορίσει, και θα προωθηθεί ο σχηματισμός μιας αυτόνομης ισχυρής κεντρικής αρχής που θα είναι σε θέση να λάβει δρακόντεια μέτρα για την προστασία του προϊόντος". Βεβαιώνει ότι: "σε περίπτωση που το πλουτώνιο κλαπεί, είναι θεμιτό να γίνει η χώρα γης μαδιάμ για να το πάρει πίσω". Ο Ayres αναρωτιέται και ανησυχεί για τη λογική που διέπει τις φύσει πολιτικές τεχνολογίες. Ισχύει ακόμα ότι σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι κατασκευάζουν και διατηρούν τεχνικά συστήματα, τίποτα δεν είναι 'υποχρεωτικό' με την απόλυτη έννοια της λέξης. Παρόλα αυτά, μόλις ένα σχέδιο δράσης βρίσκεται στο δρόμο προς την εφαρμογή του και μόλις τεχνουργήματα, όπως τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας, βρίσκονται υπό κατασκευή ή υπό λειτουργία, τότε καινούργια επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν την προσαρμογή της κοινωνικής ζωής στις τεχνολογικές απαιτήσεις ξεπετάγονται, όπως τα λουλούδια την άνοιξη. Ο Ayres διατείνεται: "Όταν η ανακύκλωση αρχίσει και οι φόβοι για την κλοπή του πλουτονίου γίνουν πραγματικότητα, τότε η καταπάτηση των προστατευόμενων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση θα είναι πλέον επιτακτική". Αυτοί λοιπόν που μετά από κάποιο σημείο δε θα δεχτούν τους εν λόγω σκληρούς κανόνες και αξιώσεις θα θεωρηθούν ιδεαλιστές ή απλά ηλίθιοι.

 

 

Οι δύο ερμηνείες που έδωσα στην υπόσταση των τεχνολογιών υποδεικνύουν τρόπους με τους οποίους τα τεχνολογικά προιόντα έχουν πολιτικές ιδιότητες. Στην πρώτη περίπτωση περιγράψαμε μεθόδους με τις οποίες κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο σχεδιασμό ή τη λειτουργία ενός μηχανήματος ή συστήματος προσφέρουν ένα εύκολο μέσο καθιέρωσης μορφών εξουσίας σε ένα δεδομένο περιβάλλον. Οι τεχνολογίες αυτού του είδους χαρακτηρίζονται από ευελιξία στην υλική τους μορφή. Ακριβώς επειδή έχουν αυτή την ευελιξία, οι κοινωνικές τους συνέπειες μπορούν να κατανοηθούν μόνο αναφορικά με τους ανθρώπους που επέλεξαν το σχεδιασμό και το διακανονισμό τους. Στη δεύτερη περίπτωση εξετάσαμε τρόπους με τους οποίους ορισμένα χαρακτηριστικά κάποιων τεχνολογικών μορφών είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα, πιθανώς αναπόφευκτα, με θεσπισμένες κυβερνητικές δομές. Εδώ, η απόφαση για το αν θα εφαρμοστεί κάτι ή όχι, παίρνεται εκ των προτέρων σε σχέση με τις επιπτώσεις του. Εναλλακτικοί σχεδιασμοί ή λειτουργίες του προιόντος δεν παίζουν κανένα ρόλο στην απόφαση αυτή. Επιπλέον, φαίνεται ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο για δημιουργική παρέμβαση διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων -καπιταλιστικών ή σιοσιαλιστικών- στα χαρακτηριστικά της τεχνολογίας ή στην ποιότητα των πολιτικών της επιδράσεων.

Το ποια ερμηνεία είναι η κατάλληλη σε μία δοθείσα περίπτωση συχνά διακυβεύεται στις δημόσιες συζητήσεις γύρω από το ρόλο της τεχνολογίας στη ζωή μας. Κατά τη γνώμη μου, κάτω από διαφορετικές συνθήκες και οι δύο ερμηνείες θα μπορούσαν να είναι σωστές. Πράγματι, σε ένα συγκεκριμένο τεχνολογικό περιβάλλον -π.χ. ένα τηλεπικοινωνιακό ή συγκοινωνιακό σύστημα- κάποια στοιχεία του που αφορούν τις δυνατότητές που αυτό προσφέρει στην κοινωνία είναι πολύ ευέλικτα, σε αντίθεση με κάποια άλλα που είναι εντελώς ακλόνητα. Οι παραπάνω δύο ερμηνείες μπορούν να διασταυρωθούν σε πολλά σημεία.

Φυσικά, αυτά είναι ζητήματα πάνω στα οποία οι άνθρωποι διαφωνούν. Γι' αυτό, μερικοί υποστηρικτές της ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμους πόρους πιστεύουν τώρα πως ανακάλυψαν κάποιες καθαρά δημοκρατικές, δίκαιες και φιλοκομμουνιστικές τεχνολογικές μορφές. Ωστόσο, κατά την εκτίμησή μου, οι κοινωνικές συνέπειες της εφαρμογής των συστημάτων ανανέωσης ενέργειας θα εξαρτηθούν από τη δημιουργία τόσο του υλικού όσο και των κοινωνικών θεσμών που θα απαιτηθούν για την παραγωγή αυτής της ενέργειας. Μπορεί λοιπόν να αναγκαστούμε να βρούμε τρόπους να κάνουμε το ρόδι βόδι. Σε αντιδιαστολή, αυτοί που υποστηρίζουν την περαιτέρω ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας δείχνουν να πιστεύουν πως η συγκεκριμένη τεχνολογική μορφή είναι αρκετά ευέλικτη και οι δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις της μπορούν να διορθωθούν με αναδιαμόρφωση των παραμέτρων των αντιδραστήρων και των συστημάτων που ρυθμίζουν τα πυρηνικά απόβλητα. Για λόγους που αναφέραμε παραπάνω, θεωρώ ότι οι δεύτεροι έχουν πέρα για πέρα άδικο. Ναι, ίσως είναι πιθανό να βρεθούν τρόποι για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που επιφέρει η πυρηνική ενέργεια για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια. Καθώς όμως η κοινωνία προσαρμόζεται στα πιο επικίνδυνα και προφανώς ανεξίτηλα χαρακτηριστικά της πυρηνικής ενέργειας, ποιο ακριβώς θα είναι το μακροπρόθεσμο τίμημα στην ανθρώπινη ελευθερία;

Όταν λέω ότι πρέπει να παρακολουθούμε πιο προσεκτικά τα τεχνικά αντικείμενα δεν εννοώ να αγνοούμε το περιβάλλον στο οποίο αυτά τα αντικείμενα βρίσκονται. Ένα πλοίο στη θάλασσα μπορεί να απαιτεί ένα μοναδικό καπετάνιο και ένα υπάκουο πλήρωμα. Ένα πλοίο εκτός υπηρεσίας όμως, σταθμευμένο στο λιμάνι, χρειάζεται μόνο κάποιον να το συντηρήσει. Το να κρίνουμε τη σημασία των τεχνολογιών και του περιβάλλοντός της εφαρμογής τους απαιτεί προσπάθεια που περιλαμβάνει τόσο τη μελέτη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των τεχνικών συστημάτων και την ιστορία τους, όσο και τον εκτενή έλεγχο των αρχών και ενστάσεων της πολιτικής θεωρίας. Οι άνθρωποι στις μέρες μας είναι πρόθυμοι να κάνουν δραστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους ώστε να συμβαδίζουν με τους τεχνολογικούς νεωτερισμούς, ενώ συγχρόνως αντιτίθενται σε παρεμφερείς αλλαγές που στηρίζονται σε πολιτικό υπόβαθρο. Δε χρειάζεται κανένας άλλος λόγος για να καταλάβουμε ότι είναι πρωταρχικής σημασίας η επίτευξη μιας πιο σαφούς άποψης πάνω σε αυτά τα θέματα από αυτήν που είχαμε ως τώρα.

 

Μέχρι εδώ αναλύσαμε τους τρόπους με τους οποίους η υιοθέτηση συγκεκριμένων μορφών τεχνολογίας επιδρά και διαμορφώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς σε σχέση με τη δομή των τεχνολογιών. Τώρα θα αναφέρουμε συνοπτικά τους τρόπους με τους οποίους τα κοινωνικοτεχνικά συστήματα επηρεάζουν και τροποποιούν τους ίδιους θεσμούς σε σχέση με την επιβίωσή τους στην αγορά.

Είναι εύλογο ότι οι πολιτικοί θεσμοί καθορίζονται από ψηφοφόρους, νομοθέτες, δικαστές και κυβερνητικά στελέχη που παίρνουν αποφάσεις αναφορικά με τις δραστηριότητες του συστήματος, θέτοντας ορθούς στόχους, κανόνες και μέτρα στη λειτουργία του με σκοπό την εξασφάλιση του κοινού συμφέροντος. Αυτό όμως δε συμπίπτει συνήθως με τα συμφέροντα του συστήματος, το οποίο δεν προτίθεται να παίξει το ρόλο ενός παθητικού οργάνου στα χέρια πολιτικών θεσμών. Έτσι χρησιμοποιεί την τεράστια ισχύ του για να τροποποιήσει το υπάρχον πολιτικό σκηνικό -νομοθεσία, εκλογές κλπ.- προς δικού του οφέλους, σχεδόν πάντα οικονομικού. Για παράδειγμα, η εταιρία Standard Oil ξόδεψε εκατομμύρια για να υπονομεύσει το νόμο κατά της μόλυνσης. Υπάρχουν τόσα πολλά παραδείγματα αυτού του είδους, ώστε το φαινόμενο να θεωρείται συνηθισμένο.

Πολλές φορές οι στόχοι κάποιου συστήματος συμβαίνει να καλυφθούν εντελώς ή τα προιόντα του να ξεπεραστούν. Λογικά, βάσει του παραδοσιακού μοντέλου τεχνολογικής παραγωγής, σε αυτές τις περιπτώσεις θα περιμέναμε την απόσυρση του προιόντος ή την τροποποίησή του ώστε να προσαρμοστεί στις νέες κοινωνικες ανάγκες. Αυτή όμως είναι μια απαράδεκτα δυσάρεστη κατάσταση για ένα σύστημα με τεράστιες δεσμεύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και φυσικούς πόρους. Αντίθετα με τον Μεγα Αλέξανδρο που ξενικούσε για την κατάκτηση καινούργιων κόσμων, το σύστημα απλά τους δημιουργεί. Υπό το φόβο της επικείμενης εξαφάνισης, στρέφεται στην πολιτική αρένα σε μια απόπειρα να θέσει καινούργιους λόγους ύπαρξης και να διατηρήσει τη θέση του στην κοινωνία. Επομένως το σύστημα προτείνει ένα νέο σχεδιασμό του προιόντος με διαφορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι, από τη δική του οπτική, ζωτικής σημασίας για το πολιτικό σώμα. Επικεντρώνεται λοιπόν στην προσπάθεια να πείσει τον πολιτικό κόσμο για αυτή την καινούργια ανάγκη. Ένα τέτοιο παράδειγμα αφορά τη NASA που τώρα επιχειρεί να βρει καινούργιους λόγους για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της ως δίκτυο ‘υψηλής τεχνολογίας’. Αφού έστειλε με επιτυχία ανθρώπους στο φεγγάρι, ο σκοπός επιτεύχθηκε. Και τώρα τι γίνεται; Πολλά project προτάθηκαν, όπως το VSTOL αεροναυτικό σύστημα, εξερευνήσεις στον Άρη, την Αφροδίτη και το Δία, αποικίες στο διάστημα και άλλα, όμως ένα είναι το κύριο μέλημα : η αεροναυτική ομάδα να μη διασπαστεί, να μην καταρρεύσει αυτός ο κολοσσιαίος οργανισμός. Πρέπει λοιπόν να δοθεί κάτι στο σύστημα για να κάνει. Οτιδήποτε. Ενώ στις αρχές του ’60 η NASA έστελνε αστροναύτες για να ανακαλύψουν το διάστημα, τώρα στέλνει επιχειρηματίες από το Daily City στo Lake Tahoe ή τον πρόεδρο σε κάποιο διαστημικό σταθμό για γεύμα.

Έστω κι αν κάποιος μπορεί να επηρεάζει την αγορά ή τις πολιτικές διαδικασίες σε κάποιο βαθμό, δεν ισχύει ότι οι ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν αυτόνομες; Όσο κι αν έχουν διαφθαρεί τα μέσα προς ικανοποίησή τους, οι πρωταρχικές ανάγκες παραμένουν αναλλοίωτες. Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι συνεχίζουν να χρειάζονται στέγη, φαγητό, ρουχισμό, ψυχαγωγία. Το σύστημα όμως δεν αρκείται να επεμβαίνει στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς, θέλει να ελέγχει και τις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, τα συστήματα δε μένουν αδρανή μπροστά στις επιθυμίες της κοινής γνώμης. Αντίθετα διαθέτουν πολλούς τρόπους για να καλλιεργήσουν ευνοϊκές συνθήκες τέτοιες, ώστε να συμπίπτουν χρονικά οι κοινωνικές ανάγκες και τα προϊόντα που παράγει το σύστημα. Επιστρατεύουν επιστήμες όπως την κοινωνιολογία και την ψυχολογία για να το επιτύχουν. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας σωστά τα εργαλεία του marketing -τη διαφήμιση, το σχεδιασμό και την προώθηση του προϊόντος- ο άνθρωπος, ως καταναλωτής, αναγκάζεται να θέλει και επιζητά τα προιόντα που το σύστημα παράγει κάθε στιγμή. Παρατηρούμε ότι οι κοινωνικές ανάγκες δε λειτουργούν και τόσο αυτόνομα. Διαφορετικά η κοινωνία δε θα επέτρεπε την ανάπτυξη των συστημάτων σε τέτοιο βαθμό. Όμως ο άνθρωπος από τη φύση του είναι άπληστος και συνεπώς ένας εύκολος στόχος. Όταν κάποιος λέει ότι πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσει μια αυτόματη γκαραζόπορτα ή ένα σαμπουάν κατά της ξηροδερμίας, αυτή η ανάγκη του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ψεύτικη· απλά δεν είναι αυτόνομη. Μια τέτοια ανάγκη προκύπτει γιατί ένα σύστημα εξωγενές του ανθρώπου τη χρειάζεται να υφίσταται. Οι ανθρώπινες ανάγκες σχετίζονται με το τι είναι διαθέσιμο στην αγορά κάθε στιγμή και δεν είναι ανεξάρτητες του κοινωνικού περιβάλλοντος και της υπάρχουσας τεχνολογίας. Παρόλα αυτά, η προμελετημένη και καλά οργανωμένη διέγερση και χειραγώγηση της ανθρώπινης ανάγκης είναι τώρα πιο εντατική από ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός γενικού κλίματος καταναλωτικής μανίας που αγγίζει τα όρια της μαζικής υστερίας και συνεχώς ανακυκλώνεται.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως τα κοινωνικοτεχνικά συστήματα έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν και να ελέγχουν άμεσα τους πολιτικούς θεσμούς, να κερδίζουν την εύνοια του πολιτικού κόσμου εκμεταλλευόμενα τις τεχνικές τους ικανότητες και χειραγωγούν τις κοινωνικές ανάγκες που τα ίδια εξυπηρετούν, ορίζοντας έτσι ένα νέο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ανθρώπινη ελευθερία απειλείται.

 

 

 

 

 

 

 

Σημειώσεις :

 

 

  1. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους: Merritt Roe Smith, Leo Marx, James Miller, David Noble, Charles Weiner, Sherry Turkle, Loren Graham, Gail Stuart, Dick Sclove, και Stephen Graubard για τα σχόλια και την κριτική τους σε προσχέδια αυτού του κειμένου.
  2. Langdom Winner, Autonomous technology: Technics-out-of Control as a Theme in Political Thought (Cambridge, Mass.: MIT Press, 1977). Χρησιμοποιήθηκε ως πηγή πληροφοριών για τη βιβλιογραφική έρευνα.
  3. Το νόημα της ‘τεχνολογίας’ που χρησιμοποιώ σ’ αυτό το κείμενο δεν συμπεριλαμβάνει κάποιους από τους ευρύτερους ορισμούς, περιεχομένου σαν αυτό που μπορεί να βρεθεί στη σύγχρονη λογοτεχνία, για παράδειγμα, την έννοια της ‘τεχνικής’ στα γραπτά του Jacques Ellul. Ο σκοπός μου εδώ πιο περιορισμένος. Για την συζήτηση πάνω στις δυσκολίες που προκύπτουν κατά τις προσπάθειες να οριστεί η ‘τεχνολογία’, βλέπε Ref.2, pp. 8-12.
  4. Robert A. Carro, The Power Broker: Robert Moses and the Fall of New York (New York: Random House, 1974), pp. 318, 481, 514, 546, 951-958.
  5. Ibid, p. 952.
  6. Robert Ozanne, A Century of Labor-Management Relations at McCormick and International Harvester (Madison, Wis.: University of Winsconsin Press, 1967), p.20.
  7. Lewis Mumford, ‘Authoritarian and Democratic Technics,’ Technology and Culture, 5 (1964): 1-8.
  8. Jerry Mander, Four Arguments for the Elimination of Television (New York: William Morrow,1978),p.44.
  9. Βλέπε για παράδειγμα, Robert Argue, Barbara Emanuel, και Stephen Graham, The Sun Builders: A people’ s Guide to Solar, Wind and Wood Energy in Canada (Torondo: Renewable Energy in Canada, 19780. “Πιστεύουμε ότι η αποκέντρωση είναι ένα βασικό κομμάτι της ανανεώσιμης ενέργειας; υποννοώντας την αποκέντρωση των ενεργειακών συστημάτων , των κοινωτήτων και της εξουσίας. Η ανανεώσιμη ενέργεια δεν απαιτεί γιγαντιαία παραγωγή ενέργειας που θα μεταβιβάζεται μέσω διασπαστικών οδών. Οι πόλεις μας, που εξαρτώνται από συγκεντρωτικές πηγές ενέργειας, ίσως κατορθώσουν να επιτύχουν κάποιο βαθμό αυτονομίας ελέγχοντας και διοικώντας τις δικές τους ενεργειακές ανάγκες”(p.16).
  10. Alfred D. Chandler, Jr., The Visible Hand: The Management Revolution in American Business (Cambribge, Mass.: Belknap, Harvard University Press, 1977), p.244.
  11. Ibid., p.500.
  12. Leonard Silk and David Vogel, Ethics and Profits: The Cricis of Confidence in American Business (New York: Simon and Schuster, 1976), p.191.
  13. Russel W. Ayres, ‘Policing Plutonium: The Civil Liberties Fallout,’ Harvard Civil Rights-Civil Liberties Law Review, 10 (1975): 374,413-4, 443.

Πίσω στη σελίδα του μαθήματος