|
Βασίλης Ποϊκλής [1626] Βασίλης Παπουτσής [1659] Κώατας Ζαφειρόπουλος [1577] |
Εργασία Για το Μάθημα Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech Μάϊος 1999 |
John Law και E. Bijker
Σχετικά με την ετερογένεια και την εξήγηση
Όλες τις σχέσεις θα έπρεπε
να τις δούμε σαν κοινωνικές και τεχνικές- αυτό είναι ένα από τα βασικά
θέματα που επεξεργάζεται αυτό το βιβλίο. Καθαρά κοινωνικές σχέσεις βρίσκονται
μόνο στη φαντασία των κοινωνιολόγων ή πιθανότατα , απλά πιθανώς στις παραλίες
των γυμνιστών; και καθαρά τεχνολογικές σχεσεις μπορούν να συναντηθούν μόνο
στις αγριότερες προσεγγίσεις της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό επομένως
είναι το αξίωμα της ετερογένειας - ένα αξίωμα που προτείνει ότι ο κοινωνικός
ντετερμινισμός και η κατοπτρική εικόνα του, ο τεχνολογικός ντετερμινισμός,
έχουν ελαττώματα. Αυτό συμβαίνει γιατί ούτε (καθαρά ) η κοινωνική ούτε
(αποκλειστικά) η τεχνολογική είναι καθοριστικές στο τελευταίο παράδειγμα..
Πραγματικά, αυτό που καλούμε κοινωνικό οριοθετείται Αυστηρά τόσο από την
τεχνολογία όσο από την κοινωνική επιστήμη. Όπου υπήρχε ομοιομορφία τώρα
υπάρχει ετερογένειας. Κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές ομάδες, οργανισμοί,
επαγγέλματα -όλα κρατούνται στη θέση τους από υποδηλωμένα και καλά συσχετισμένα
κοινωνικά και τεχνικά νοήματα.
Αλλά τι προτείνει αυτό σχετικά με την εξήγηση;
Μπορούμε να μην έχουμε καμιά διέξοδο στις κατηγορίες κοινής λογικής της
κοινωνίας, της τεχνολογίας ,της αντιπροσωπείας κλπ; Αρκετές απαντήσεις
σ' αυτές τις ερωτήσεις προτείνουν τον εαυτό τους. Γι' αυτό είναι πιθανό
να ανάγουμε το όλο θέμα σε ένα θέμα αρχών. Για παράδειγμα στην εισαγωγή
αναφέραμε τη αρχή συμμετρίας του Bloor - η απαίτηση ότι οι πεποιθήσεις
του αληθινού και του ψεύτικου (ή στον χώρο της τεχνολογίας , οι συσκευές
που λειτουργούν και αυτές που δεν λειτουργούν) - θα έπρεπε να αναλύονται
με τους ίδιους όρους. Από την άλλη πλευρά επίσης αναφέραμε την ριζική επέκταση
αυτής της αρχής από τον Callon - η αμφιλεγόμενη θέση του ότι τα τεχνικά
τα κοινωνικά και τα αληθινά αντικείμενα στον πραγματικό κόσμο, θα έπρεπε
να αναλύονται με τους ίδιους όρους. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, σπουδαστές
της κοινωνιολογίας της τεχνολογίας που μιλούν αγγλικά απορρίπτουν αυτή
την θέση γιατί είναι αντίθετη με την παράδοση του Wittgensteinian και του
Winchian που αναφέρεται στην ανάλυση κουλτούρας σαν τύπο της ζωής : οι
μηχανές ,υποστηρίζεται ότι δεν μπορούν να δημιουργήσουν την δική τους κουλτούρα
(Collind and Yearley 1991). Οι Collins και Latour (1991) αντιτάχθηκαν υποστηρίζοντας
ότι είναι λάθος να δίνουμε προνόμια στους ανθρώπους, και ότι μία τελείως
συμμετρική ανάλυση θα εξέταζε σχεσεις και αλληλεπ0ιδράσεις χωρίς να υποθέτει
ότι συγκεκριμένες οντότητες - άνθρωποι ή οι πεποιθήσεις τους - είναι οι
κύριοι φορείς αυτών των σχέσεων. Έτσι, είναι δυνατό να παρθεί μια επιστημονική
θέση βασιζόμενη σε αρχές σχετικά με αυτά τα θέματα - αλλά είναι επίσης
δυνατό να αποφευχθεί αυτό. Οι μελέτες που έχουν συγκεντρωθεί εδώ συνιστούν
ότι παρά όλων αυτών των αντιθέσεων, υπάρχουν μεγάλες περιοχές που αλληλοκαλύπτονται
και έχουν κοινές βάσεις μεταξύ αυτών που παραπέμπουν στην ιδέα ότι την
κοινωνική τεχνολογία μπορούμε να την δούμε σαν ένα ετερογενές σύμπλεγμα.
Εάν έτσι είναι, τότε το πρακτικό πρόβλημα είναι πώς θα διακρίνουμε τομείς
και κανονικότητες μέσα στην κοινωνική τεχνολογία χωρίς να πάμε πίσω στις
παλιές συζητήσεις ανάμεσα στη κοινωνία την τεχνολογία και την κουλτούρα
.
Ένας τρόπος σκέψης για αυτό είναι να θεωρήσουμε ότι εάν ομάδες και οργανισμοί διατηρούνται από κοινωνικά και τεχνικά μέσα, δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι σταθεροί και ενωτικοί. Μάλιστα μπορεί να αλλάξουν ή να διαλύονται καθώς αυτά τα μέσα και η επίδραση τους αλλάζει. Η επιτυχία τους ή όχι είναι ένα ενδεχόμενο γεγονός, όχι αναγκαστικά ένα, που σημαίνει (όπως αναφέραμε στην εισαγωγή ) ότι ούτε οι τεχνολογίες αλλά ούτε και οι κοινωνικές θεσπίσεις κινούνται κατά μήκος άκαμπτων τροχιών. Μάλιστα, έχουμε δει τους Law και Callon να κάνουν ειρωνική χρήση αυτής της αντίληψης και να πιέζουν την αμφίβολη και ενδεχόμενη πρόοδο των εργασιών τους σε αυτούς τους τομείς . Σε ένα παρόμοιο θέμα, το κεφάλαιο του Bijken προτείνει ότι η καινοτομία δεν εισάγει απαραίτητα και διάχυση : και τα δύο μπορούν να συμβούν παράλληλα. Το βασικό σημείο είναι ότι κοινωνικοτεχνικά σύνολα - γεγονότα, τεχνουργήματα, κοινωνίες - είναι ευέλικτα ( Pinch and Bijker 1987) . Μόνο όταν ο αυταπόδεικτος και ευκρινής χαρακτήρας τέτοιων συνόλων έχει δομηθεί , γίνεται η ερώτηση για τις πηγές της ακαμψίας ουσιαστική. Αλλά τι θα έπρεπε να γίνει για αυτή τη δυνατότητα; Το παραπάνω σημαίνει ότι όλα είναι τόσο περίπλοκα που η περιγραφή να αντικαθιστά την εξήγηση; Είναι η ανάλυση της κοινωνικής τεχνολογίας περιορισμένη σε ερωτήσεις τύπου "πώς"; Οι ερωτήσεις ,σχετικά με το γιατί μερικοί κοινωνικοτεχνικοί συνδυασμοί γίνονται άκαμπτοι και επιβάλλονται ενώ άλλοι όχι , είναι απλά αδύνατον να καταπιαστούν εξαιτίας της πολυπλοκότητάς τους. Αλλά ακόμη και οι συνεισφέροντες σε αυτόν τον τόμο προσφέρουν μια μεγάλη ποικιλία οπτικών γωνιών . Για παράδειγμα, ο Latour πολύ σκόπιμα αναζητά να εκθλίψει " πώς" και " γιατί" ερωτήσεις. Κάπου αλλού (latour 1988c) διαφώνησε ότι τέτοια ομάδα συνειρμών όπως οι κατηγορίες, οι χώρες, οι βασιλιάδες ή εργαστήρια δεν θα έπρεπε να τα διαχειριζόμαστε σαν την αιτία μεταγενέστερων γεγονότων αλλά περισσότερο σαν ένα σύνολο επιδράσεων. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να τα εκτιμήσουμε σαν συνέπεια ενός συνόλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στρατηγιών, και συνειρμών. Σε αυτή την άποψη, η δουλειά του ερευνητή δεν είναι να ανακαλύπτει τελικές επιπτώσεις, γιατί δεν υπάρχουν τελικές επιπτώσεις. Μάλλον είναι εκτός πραγματικότητας αυτά τα σχήματα και επιδεικνύουν το ενδεχόμενο τους. Υπάρχει ακόμη ένα ηθικό στοιχείο εδώ πέρα . Ο Latour υποθέτει πως αυτοί που είναι δυνατοί αποκτούν αυτή τη δύναμη χτυπώντας άλλους, δανειζόμενοι από άλλους και διαστρεβλώνοντας τους .Στη δική του προσέγγιση, τα "γιατί" μετατρέπονται σε "πώς" .
Άλλη μια δυνατότητα είναι να προχωρήσει η δομή ακόμη περισσότερο . Εδώ ο ερευνητής παίρνει ξεχωριστά όχι μόνο τις στρατηγικές, τις δραστηριότητες και τους συνειρμούς αυτών που είναι υπό μελέτη, άλλα επίσης δομεί και τις ανάλογες στρατηγικές, δραστηριότητες και συνειρμούς που γεννούν τον δικό του λογαριασμό. Το ζήτημα, βέβαια, είναι ότι αν η συνέπεια και η σταθερότητα των υπό μελέτη είναι το προϊόν ασυνάρτητων ή μη-ασυνάρτητων μεθόδων, τότε το ίδιο είναι εξίσου αληθινό για τη μοναδική οντότητα του αναλυτή. Υπάρχουν αρκετοί καλοί λόγοι για να αποτολμήσει κανείς αυτή την αυτοπαθή δομή. Από την μια πλευρά είναι ένας τρόπος εξασθένησης του προνομίου που συνδέεται, συγκεκριμένα ή με άλλο τρόπο, στην περιγραφή του αναλυτή. Το τελευταίο γίνεται απλά άλλος ένας λογαριασμός. Αυτή μπορεί να γίνει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδος για να δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο ότι φαίνεται να είναι ένα απλό φαινόμενο ή αντικείμενο - για παράδειγμα, ένα τεστ ή ένα τεχνούργημα - ίσως να μεταφράζεται διαφορετικά από διαφορετικούς παρατηρητές .
Από την άλλη πλευρά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μια νέα επινόηση. Κατά συνέπεια εάν, εφόσον είναι δυνατό, εμείς και αυτοί που μελετάμε χρησιμοποιούμε γενικά τις ίδιες μεθόδους για να πετύχουμε ένα βαθμό σταθερότητας, ίσως μάθουμε για τις μεθόδους μας όταν μελετάμε άλλους, και να μάθουμε για τις μεθόδους τους ενώ μελετάμε τους εαυτούς μας . Αυτά, εν πάση περιπτώσει, είναι δύο συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την εργασία των Pinch, Ashmore, και Mulkay . Οι συγγραφείς λοιπόν έντεχνα δείχνουν ότι η "κοινωνική τεχνολογία" του ιατρικού προϋπολογισμού σημαίνει ουσιαστικά διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους - ή ακόμα και στους ίδιους ανθρώπους υπό διαφορετικές συνθήκες. Επίσης δείχνουν πώς δύο ασυνάρτητα μεταξύ τους ύφη, τα οποία μπορούν να παρουσιαστούν σαν ασυμβίβαστα σε έναν λογαριασμό, μπορούμε να τα χειριστούμε σαν συμπληρωματικά σε μια στρατηγική που τείνει να ενισχύσει μια τεχνολογία . Ένα παραπλήσιο συμπέρασμα μπορεί επίσης να εξαχθεί από την δουλειά του Bowker για τις ευρεσιτεχνίες, του οποίου η χρησιμότητα βασιζόταν στην χρησιμοποίηση δυο καταχωρήσεων - μια εσωτερική και Ουιγγική για ανάπτυξη σε ένα νόμιμο γενικό πλαίσιο , και μια εξωτερική και ήδη αναπτυγμένη, μολονότι κρυφά , μέσα σε ένα οργανοσιακό γενικό πλαίσιο .
Εάν η επιθυμία να αποφύγουν την μείωση οδηγήσει συγγραφείς σαν τον Latour και Ppinch et al να άρουν την διάκριση ανάμεσα στη περιγραφή και την στη εξήγηση , αυτή δεν είναι η μοναδική δυνατότητα . Επομένως κάποιοι από τους συνεισφέροντες σε αυτή την έκδοση υποθέτουν πως συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες είναι αρκετά σταθερές για να χρησιμοποιηθούν σαν ένα είδος επεξηγηματικού σκηνικού , κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες . Το ποιο καθαρό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης ευρίσκεται στην μελέτη του de la Bruheze για την ανάπτυξη της AEC πολιτικής προς την πυρηνική φθορά . Σε αυτό, οι ποικίλες υποδιαιρέσεις του AEC υποτίθεται ότι έχουν σχετικά σταθερό σύνολο ενδιαφερόντων, τα οποία εν μέρει αντανακλούν τις υπάρχουσες εφαρμογές . Ίσως όλες οι εμπειρικές μελέτες να εξαρτώνται από κάποιο τέτοιο φόντο - η στρατηγική τους χρήση ίσως να είναι ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο νέες , ασύμμετρες ( εάν κάπως πιο τοπικές και μεταβλητές) διακρίσεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εξηγήσουν τον παγκόσμιο ιστό .Εξάλλου ακόμη και στις πιο αυτοπαθείς μελέτες, δεν μπορούν όλα να δομηθούν ταυτόχρονα. Παρ' όλα αυτά, οι συνεισφέροντες σε αυτή την έκδοση είναι επιφυλακτικοί σχετικά με την κατάσταση των κοινωνικών ομάδων που φτιάχνουν το δικό τους ερμηνευτικό σκηνικό. Όλοι τους, για παράδειγμα, υποθέτουν πως οι δρώντας ή οι ομάδες (στα θέματα που απασχολούνται) επηρεάζονται από τα τεκταινόμενα γεγονότα στα οποία εμπλέκονται: ότι στο τέλος ίσως να μην είναι οι ίδιοι όπως ήταν όταν η ιστορία άρχισε. Εν ολίγοις τέτοιο συγγραφείς υποθέτουν ότι το φόντο είναι μια μερική συνάρτηση των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα μπροστά της. Ο σκοπός τότε είναι να ακολουθηθεί το πολυαναφερόμενο ρητό του Marx ότι οι άνδρες φτιάχνουν την ιστορία, αλλά όχι σε περιστάσεις που επιλέγουν οι ίδιοι.
Όπως έχει δείξει ένας αιώνας διαμάχης μεταξύ των Μαρξιστών, είναι δύσκολο να αποφύγεις την κατάρριψη των φραγμών προς την μια κατεύθυνση ή προς την άλλη. Τυπικά οι «άνθρωποι» ή οι «περιστάσεις» έρχονται να επιβεβαιώσουν την εξήγηση. Είναι δύσκολο να πετύχεις μια διαλεκτική στην οποία να είναι ισορροπημένες οι παραπάνω και ο τρόπος που αλληλεπιδρούν να είναι ορισμένος. Μάλιστα, πρόσφατη συζήτηση για την κοινωνική ανάλυση της τεχνολογίας απευθύνεται ακριβώς σε αυτό το θέμα .Ποιο δομημένα κεκλιμένοι αναλυτές, έχουν υποστηρίξει ότι η προσέγγιση που εξηγείται σε αυτή την έκδοση είναι υπερβολικά προσαρμοσμένη στον δρώντα και ελλιπή προσοχή στην ανάγκες που επιβάλλονται από την δομή. Αυτού του είδους οι διαμάχες είναι συνηθισμένες στην κοινωνιολογία, ωστόσο, οι όροι της αντανακλούν μια αυξανόμενη τάση να αρνούνται αυτό που ο Gilddens (1984) αποκαλεί δυϊσμό της δομής και της επίδρασης και αντίθετα χειρίζονται την επίδραση, όπως η κοινωνικές σχέσεις, σαν ένα σύνολο από στρατηγικά και επαναλαμβανόμενα μετασχηματιστικές τάσεις .
Oι ιδιαιτερότητες της κοινωνιολογικής ιδιοδιαλέκτου δεν είναι σημαντικές εδώ. Οι δρώντες και οι δομές είναι και τα δύο προϊόντα, και παράχθηκαν και διατηρούνται μαζί: το να δημιουργήσεις ένα δρώντα είναι το ίδιο με το να δημιουργήσεις μια δομή και το αντίθετο. Δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στις κοινωνιολογικές διαμάχες εδώ. Παρ' όλα αυτά, το ενδιαφέρον για την κοινωνικοτεχνική σταθεροποίηση με την οποία ασχολείται αυτό το κείμενο είναι κοντά στο πρόβλημα της εξασφάλισης της κοινωνικής διάταξης - προτείναμε στην εισαγωγή μία έκδοσή του. Άρα επιθυμούμε να λάβουμε υπόψη τη σχέση της δουλειάς που περιγράφηκε στα προηγούμενα κεφάλαια για ερωτήσεις σχετικά με την διάταξη τον έλεγχο και τη δομή . Εξετάζουμε τους μεσολαβητές και τις στρατηγικές τους πριν να γυρίσουμε στις ποιο δομημένες διαστάσεις της ακαμψίας .
Στις στρατηγικές της ακαμψίας
Ας αρχίσουμε με την παρατήρηση ότι πολύ από τον χρόνο τους οι άνθρωποι προσπαθούν να επινοήσουν διακανονισμούς που θα ξεπεράσουν σε διάρκεια την στιγμιαία προσοχή τους.Αυτό σημαίνει , ότι προσπαθούν να βρουν τρόπους για να σιγουρέψουν ότι τα πράγματα θα μείνουν σε μια θέση όταν αυτοί που τα αρχικοποίησαν θα έχουν φύγει και θα έχουν αρχίσει κάτι άλλο. Επίσης - και αυτό ενισχύει το ίδιο πράγμα - προσπαθούν να βρουν τρόπους για να κάνουν πράγματα απλά (Callon and Latour 1981). Ο παραπλανητικά απλός μύθος του Latour παρουσιάζει και τα δύο σημεία . Είναι ευκολότερο να περάσεις από μια πόρτα παρά από έναν τοίχο .Είναι απλούστερο να αντικαταστήσεις την διαδικασία της δημιουργίας και του κλεισίματος ενός ρήγματος σε ένα τεχνούργημα με το να ρίχνεις τον τοίχο κάτω και να τον ξαναχτίζεις κάθε φορά - απλούστερο αλλά όχι και τόσο απλό. Το πρόβλημα είναι ότι οι αντικαταστάτες θα πρέπει να κρατηθoύν σε ένα μέρος. Δεν ωφελεί η αντικατάσταση με διεργασίες σε τεχνουργήματα ή σε ανθρώπους αν η επιβάρυνση του να εξασφαλίσεις ότι λειτουργούν όπως θα έπρεπε είναι μεγαλύτερη από την αρχική επιβάρυνση. Το πρόβλημα τότε είναι διπλό. Πρώτα είναι αναγκαία η αντικατάσταση. Και μετά, είναι σημαντικό να βρεθούν τρόποι για αποδοτική διαχείριση των αντικαταστατών. Θέλουμε να προτείνουμε ότι πολλές, ίσως οι περισσότερες, στρατηγικές αντικατάστασης και διαχειρίσεις αποτελούνται από δύο βασικές κινήσεις. Αρχικά, γίνεται μια διάκριση ανάμεσα στα μέσα και στα έξω και ένα σύνολο από συναλλαγές ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ορίζεται και κανονικοποιείται (το οποίο καταλήγει στο ίδιο πράγμα ). Και έπειτα, αυτοί που βρίσκονται έξω βρίσκουν τους εαυτούς τους αναγκασμένους να συμμετέχουν σε αυτές τις συναλλαγές: ότι παράγεται από τους μέσα και το μέσα αυτό καθαυτό, γίνεται αυτό που ο Callon αποκαλεί υποχρεωτικό σημείο περάσματος. Μια τέτοια τοποθέτηση όμως έχει αφαιρετικό χαρακτήρα. Πώς αυτό δουλεύει στην πράξη; Σκεφτείτε ένα απλό παράδειγμα - την περιγραφή του Akrich για την χρησιμοποίηση των φωτοηλεκτρικών λαμπτήρων στις υποανάπτυκτες χώρες. Αυτοί οι λαμπτήρες, οι οποίοι στάλθηκαν στην Πολυνησία, σχεδιάστηκαν ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από ανθρώπους με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Το εσωτερικό των λαμπτήρων ήταν ερμητικά ασφαλισμένο από το εξωτερικό. Τα πιθανά σημεία εισόδου ήταν ελαχιστοποιημένα. Οι σχεδιαστές δεν ήθελαν ανεξουσιοδότητοι άνθρωποι να "παίζουν" τριγύρω: οι πρίζες τους δεν πληρούσαν τους κοινώς αποδεκτούς κανόνες ασφαλείας( οι μπαταρίες ήταν υδατοστεγείς και οι συναλλαγές μεταξύ των εξαρτήσεων και των χρηστών, ήταν περιορισμένες και ρυθμισμένες. Ένας επιτήδειος χρήστης ήταν συνδεδεμένος, όπως είχε σχεδιαστεί, με τον λαμπτήρα - ένας χρήστης που ο σχεδιαστής υπέθετε ότι θα ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιεί τον λαμπτήρα με τον πρέποντα τρόπο εξ' αιτίας της ανάγκης του για ηλεκτρικό φως .
Εδώ βλέπουμε μια φυσική προσπάθεια να διακρίνουμε το εσωτερικό από το εξωτερικό και να ρυθμίσουμε τις συναλλαγές μεταξύ τους . Και επίσης βλέπουμε μια θεωρία για τις ανάγκες και τους πόρους των χρηστών - η αντίληψη ότι θα ήταν αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν τον ηλεκτρικό λαμπτήρα με τον σωστό τρόπο επειδή χρειαζόντουσαν το φως και δεν γνώριζαν πολλά για τον ηλεκτρισμό ώστε να ανατρέψουν τις επιδιώξεις των σχεδιαστών. Με αυτό τον τρόπο μια θεωρία για την συμπεριφορά των δρώντων (actors) - ο Akrich το αποκαλεί script - χτιζόταν μέσα στα τεχνουργήματα .Όπως ο Akrich δείχνει η πρώτη από αυτές τις υποθέσεις ήταν σωστή αλλά η δεύτερη λάθος. Οι άνθρωποι πολύ γρήγορα μάθανε πώς να παρακάμπτουν τα απαγορευμένα και να προμηθεύονται με ανεξουσιοδότητο ηλεκτρισμό. Έτσι, Το script δεν επιβεβαιώθηκε.Η περίπτωση του ηλεκτρικού λαμπτήρα είναι ένα απλό παράδειγμα: με έλεγχο από μέσα, και μια θεωρία για το πώς το εξωτερικό θα αντιδράσει με τα προϊόντα του, ο δρών που επιδιώκει να κτίσει έναν οργανισμό έχει κάποιες ελπίδες για να προσελκύσει και να ρυθμίσει τους εξωτερικούς. Το επιστημονικό ή το τεχνολογικό εργαστήριο μας προσφέρει ένα άλλο παράδειγμα της ίδιας στρατηγικής στη δουλειά. Εδώ και πάλι διαχωρίζεται ένα εσωτερικό από ένα εξωτερικό. Το εσωτερικό πετυχαίνει ένα είδος ανεξαρτησίας, για λίγο χρόνο τουλάχιστον, επειδή οι συναλλαγές μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού είναι ρυθμισμένες : χρήματα και πόροι , για παράδειγμα, ανταλλάσσονται για μεταρρυθμίσεις ή για την υπόσχεση των μεταρρυθμίσεων. Αλλά εδώ η διάκριση εσωτερικού εξωτερικού έναν άλλο διαφορετικό ρόλο, επειδή η αυτονομία που παρέχεται στο εργαστήριο είναι προσωρινή. Οι θεωρίες για το περιβάλλον, όπως στην περίπτωση του λαμπτήρα, δεν συγκεκριμενοποιούνται. Μάλλον είναι προσαρμοζόμενες. Μάλιστα είναι συχνά δυνατόν να διενεργήσεις εξομοιώσεις στο εργαστήριο πολύ πιο γρήγορα απ' ότι στην πραγματικότητα . Ακριβώς όπως εμείς μπορούμε να αναλύσουμε μια ντουζίνα δυνατοτήτων με το μυαλό μας πριν να καταλήξουμε σε αυτή που μας βολεύει , έτσι και στο εργαστήριο μπορούμε να αναλύσουμε ντουζίνες ή και εκατοντάδες δυνατοτήτων πριν να καταλήξουμε σε μια ικανοποιητική επιλογή.
Αντίθετα προς την συσκευή - για παράδειγμα, τον ηλεκτρικό λαμπτήρα - το εργαστήριο είναι ένα είδος χρονομηχανής. Ο ηλεκτρικός λαμπτήρας δεν μπορεί να πάει μπροστά στο χρόνο ώστε να ελέγξει αν θα είναι ελκυστικός στους χρήστες του και να δει ότι δεν είναι "υπό-χρησιμοποιήσιμος". Η θεωρία για το περιβάλλον στο οποίο έχει κατασκευαστεί είναι είτε σωστή είτε λάθος. Δεν υπάρχει περίπτωση για προσαρμογή εδώ. Σε αντίθεση θεωρίες για τη μελλοντική συμπεριφορά του περιβάλλοντος που δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο μπορούν να αναλυθούν, να ελεγχθούν και να μεταβληθούν. Το εργαστήριο, και άλλοι ανάλογοι χώροι, έχουν πολλές πιθανότητες να προσελκύσουν και να ρυθμίσουν αυτούς που χρησιμοποιούν τα προϊόντα τους. Επίσης κάνει τα λάθη του μυστικά , πράγμα που σημαίνει ότι η αξιοπιστία του είναι λιγότερο πιθανό να υποτιμηθεί στα μάτια του εξωτερικού.
Αλλά πώς γίνεται η διάκριση εσωτερικού από το εξωτερικό; Πώς ελέγχεται η μεταξύ τους αλληλεπίδραση; Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις (σύμφωνα με την ανάλυση που έγινε στα κεφάλαια που προηγήθηκαν), φαίνονται να διαφοροποιούνται. Έτσι, ενώ υπάρχουν ακόμα φραγμοί, η υπόθεση με τη οποία ασχολήθηκε ο Akrich δείχνει την σημαντικότητα του φυσικού αποκλεισμού. Έτσι για παράδειγμα δεν υπάρχει περίπτωση να μάθει ο καταναλωτής το περιεχόμενο συσσωρευτών που έχουν σφραγιστεί. Ο φυσικός αποκλεισμός είναι επίσης σημαντικός σε μεγαλύτερο επίπεδο. Έτσι οι βιομηχανικές επιχειρήσεις δείχνουν να διατηρούν την ασφάλεια των ερευνών τους χρησιμοποιώντας εν μέρει φραγμούς με τη μορφή αλυσιδωτων εμποδίων.
Παρόλα αυτά, το παράδειγμα των επιστημονικών εργαστηρίων δείχνει μια άλλη σημαντική πιθανότητα: την ικανότητα να ανεβάζει και να κατεβάζει τον τρόπο που αναφέρει την αλλαγή σε υλικά και media . Συνεπώς το είδος της τυποποιημένης εργασίας που αναφέραμε παραπάνω λειτουργεί σε αντικείμενα τα οποία είναι πιο υπάκουα και χρησιμοποιήσιμα από τις οντότητες που αντιπροσωπεύουν . Λογικά είναι πιο υπάκουα από τους ανθρώπους. Σχέδια και αλγεβρικές παραστάσεις και μία χούφτα έγχρωμα βότσαλα είναι πιο εύπλαστα από πραγματικά προχώματα. Τόνοι νερού μπορούν να πλημμυρίσουν μέσα σε ένα μοντέλο μιας Ολλανδικής εκβολής ποταμού εκατό φορές πιο γρήγορα από ότι η βόρεια θάλασσα είναι ικανή να το κάνει στον πραγματικό κόσμο. Τέτοιες τεχνολογίες που γενικοποιούν επίπεδα απεικονίσεων και περιγραφών της κάθε αυξανόμενης απλότητας, ομοιογένειας, είναι κρίσιμες σε πολλές στρατηγικές για διάκριση μεταξύ των εσωτερικού και εξωτερικού .
Τέτοιες διακρίσεις είναι ενισχυμένες και φτιαγμένες ξανά από ένα τρίτο σύνολο μεθόδων για δημιουργία φραγμών. Αυτοί είναι οργανωτικοί διακανονισμοί, οι οποίοι μπορεί να στηρίζονται σε μια νόμιμη ή μερικώς νόμιμη θεμελίωση. Οι αλυσιδωτοί φραγμοί τείνουν λοιπόν να αναλύσουν και να επιτρέψουν μη νόμιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού εκτός και αν υπάρχει κάποια επιτήρηση. Επιπρόσθετα , πολλά μεταφορικά φράγματα μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών είναι εγγεγραμμένα με νόμιμες, οργανωμένες, μπορεί και ασυνάρτητές ή επαγγελματικές διευθετήσεις. Ας θεωρήσουμε για παράδειγμα την εταιρεία ατσαλιού Bessemer όπως περιγράφεται από την MISA. Αυτή ήταν μια ερασιτεχνική κοινοπραξία που νομιμοποίησε τους παραγωγούς ατσαλιού στις ΗΠΑ. Ως «εσωτερικό» του φράγματος είναι όλες οι ευρεσιτεχνίες που χρειάζονται για να φτιαχτεί το ατσάλι. Αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν από παραγωγούς ατσαλιού εξωτερικά, με αντάλλαγμα την πληρωμή κατάλληλου ποσού. Οι παραγωγοί ατσαλιού οδηγούνται στην εταιρεία αυτή επειδή δεν έχουν εναλλακτική λύση: ο μηχανισμός του νόμου της ευρεσιτεχνίας θα είχε επιβάλει πρόσθετες τιμωρίες πέραν αποζημίωσης αν κάθε παραγωγός είχε αδιαφορήσει για τις ευρεσιτεχνίες. Επομένως η Bessemer προσελκύει πελάτες . Ήταν ένας επιτυχής διακανονισμός που προέκυψε σε ένα υποχρεωτικό σημείο περάσματος των παραγωγών ατσαλιού.
Για την δημιουργία οργανωτικών φραγμών μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού η Bessemer κατασκευάζει στρατηγική χρήση των πατέντων. Αλλά όπως ο Bοwker παρουσίασε στις μελέτες του από την γεωφυσική φίρμα του Schlumberger, οι πατέντες δεν διατηρούνται από μόνες τους . Αν και στηρίζονται σε μια διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού. Επίσης βοηθούν στην αναπαραγωγή αυτών των εσωτερικών /εξωτερικών υποδιαιρέσεων. Όμως σε ένα νόμιμο περιβάλλον, στηρίζονται σε μια μυθοπλασία για την προτεραιότητα και τον αγνό χαρακτήρα της επεξεργασίας και της διάταξης την οποία σκοπεύουν να περιγράψουν. Την ίδια χρονική στιγμή , τουλάχιστον στην περίπτωση που περιγράφεται από τον Bowker , ο Schlumberger αναζήτησε την προστασία αυτών στα δικαστήρια όχι επειδή είχε περάσει η ιδεολογία ότι αυτοί μπορεί να προδώσουν ένα υποχρεωτικό σημείο περάσματος αλλά για ποικίλους καθιερωμένους λόγους - αρχική καθυστέρηση- πιστεύεται ότι τέτοια αντιδικία θα έδινε στον Schlumeberger την ευκαιρία να δουλέψει πιο στενά με τις εταιρίες πετρελαίου και έτσι να οχυρωθεί πιο καλά σε αυτόν τον κύκλο. ιρεία ατσαλιού Bessemer και ο Schlumberger ήταν πεισματώδη τελικά σημεία - φραγμοί, που θα χαρακτηρίζονταν σαν σύνολο διακανονισμών διακεκριμένο σε αυτούς που καθορίστηκαν για να πουλάνε και αυτούς που υποχρεώθηκαν να αγοράζουν, πολλές διαδικασίες ανοικοδόμησης φραγμών έχουν να κάνουν ακριβώς με την διάκριση μεταξύ του ποιος θα είναι εσωτερικός και του ποιος θα είναι εξωτερικό. Αυτό περιλαμβάνει φυσικά και μια κατανομή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων. Συχνά αυτά έχουν να κάνουν με το δικαίωμα να μιλάς ή με την υποχρέωση να μένεις σιωπηλός, μια διαδικασία που εμπεριέχει την στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων αυτών που ανακαλύπτουν τους εαυτούς τους στην λάθος πλευρά του φραγμού. Στο σημείο αυτό όπου αυτά τα εξωτερικά εξαρτιόνται ή έχουν ένα ενδιαφέρον στον προϊόν , το προϊόν και οι παραγωγοί του προήλθαν από ένα αναγκαστικό σημείο περάσματος.
Έτσι στην πορεία της συζήτησης του για την αξιοπρεπή τοποθέτηση λαμπτήρων φθορισμού στις ΗΠΑ πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο Bijker ασχολούνταν με μια προσφορά ότι όλες οι προκαθορισμένες ημερομηνίες για τον φωτισμό φθορίου θα πιστοποιηθούν πριν από την πώληση. Πιο επιτυχές είναι το παράδειγμα που περιγράφει ο De la Bruheze. Εδώ η απάντηση αφορά τον χειρισμό και την αποθήκευση των τοξικών αποβλήτων στις ΗΠΑ. Ένας αριθμός οργανισμός και υποδιαιρέσεων έχουν θεωρούμενα δικαιώματα να μιλήσουν σε αυτό το κεφάλαιο και ο De la Bruheze περιγράφει τον τρόπο στον οποίο αυτοί προσπάθησαν να επιβάλλουν τις δικές τους απόψεις για την ουσία του περιεχομένου και για αυτά που θα ήθελαν να είχαν δικαιώματα να συμμετέχουν σε μια δημιουργικά αποφασιστική εξέλιξη. Αυτή ήταν μία απαράδεκτη γραφειοκρατική μάχη. Ωστόσο , στο τέλος αυτό διεύθυνε προς την δημιουργία φραγμών μεταξύ των εσωτερικών - αυτών που ήταν αρμόδιοι να μιλήσουν και να πάρουν αποφάσεις - και των εξωτερικών - αυτών που δεν ήταν. Εν μέρη, αυτό ήταν διοργανωτικό. Για παράδειγμα διαφορετικές επιτροπές ήταν ενδυναμωμένες με διαφορετικές ικανότητες . Εν μέρη ωστόσο αυτό ήταν επαγγελματικό . Ιδιαίτεροι ειδικοί και συγκεκριμένες φόρμες πραγματογνωμοσύνης ήταν απελευθερωμένες καθώς άλλες περισσότερο αξιοπρόσεκτες στο γενικό κοινό , ήταν στερημένες των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
Η μελέτη του de la Bruheze διευκρινίζει ένα άλλο χαρακτηριστικό του τρόπου στον οποί το χτίσιμο του φραγμού και η ρύθμιση των πεπραγμένων του συλλόγου κατά μήκος μπορεί να διευθύνει την σταθεροποίηση. Οι εξωτερικοί μπορεί να βρουν τους εαυτούς τους δεσμευμένους , όχι τόσο πολύ από τα προϊόντα δημιουργημένα εντός του ορίου και ανταλλάσσοντας επί αυτού ,αλλά από την υπόσχεση των μελλοντικών προϊόντων. Συνεπώς στην περίπτωση της χρήσης και της διάθεσης των πυρηνικών αποβλήτων, οι επαγγελματίες ενδυνάμωσαν την έρευνα και συνέστησαν μία λύση στο πρόβλημα, όχι όμως διαφοροποιημένη μεταξύ τους. Επίσης αυτοί κοίταξαν και για παραπέρα έρευνες που χρειάζονταν εάν το πρόβλημα ήταν για να λυθεί. Αυτό ήταν όλα όσα χρειάζονταν για να κρατήσουν το κοινό και τους εξωτερικούς σκεφτικούς στην θέση τους. Οι επίτροποι της AEC που είχαν την δύναμη να αποφασίσουν είτε ναι είτε όχι να επιτρέψουν την επέκταση της πυρηνικής δύναμης ως πηγή ενέργειας. Ήταν ικανοποιημένοι με την υπόσχεση μίας μελλοντικής λύσης παρόλο που δύο δεκαετίες αργότερα οι δυσκολίες ήταν πιο αξεπέραστες από ποτέ.
Μια παρόμοια εργασία περιγράφεται από τους Law και Gallon στην TSR2 εκτόξευση αεροσκάφους. Σαν ένα εργαστήριο αυτή η εργασία προσέλκυσε πελάτες που παρείχαν πόρους σε αντάλλαγμα για την ελπίδα μιας μελλοντικής επιστροφής . Και εδώ ξανά, η μελλοντική επιστροφή ήταν μάλλον μη αναμενόμενη. Το συμπέρασμα ήταν ότι οι φραγμοί μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών - τα προσεκτικά ρυθμισμένα σημεία διασταύρωσης μεταξύ της ιδέας και του περιβάλλοντος της - εντελώς εξατμισμένο μαζί με τους πελάτες της ιδέας. Ιδρυματοποίηση ακολουθήθηκε από την διάλυση . Ένα παράδειγμα της μεγαλύτερης επιτυχίας παρουσιάστηκε από την περίπτωση Bijker για τις μεγάλης έντασης λάμπες φθορίου. Αυτό σχεδιάστηκε από ένα group υπευθύνων για να μετριάσουν το φόβο από την καθολική χρήση της νέας λάμπας η οποία θα απειλούσε τις πωλήσεις των εταιρειών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η λάμπα ήταν ειδικά αποτελεσματική εξαιτίας της υπόσχεσης που συνεπάγεται. Δεν ήταν ακόμα εφικτό να φτιάξεις μια τέτοια λάμπα αλλά αν κατά κάποιο τρόπο αυτό ήταν εφικτό σίγουρα θα κατανάλωνε μια μεγάλη ποσότητα ηλεκτρισμού.
Το ερώτημα του ποιος είχε δικαίωμα να μιλήσει είναι σημαντικό στις στρατηγικές της σταθεροποίησης και εμφανίζεται σε έναν αριθμό προσχημάτων σχετικά με το ζήτημα ερμηνευτικής ευκαμψίας. Όπως έχει δειχθεί αυτή είναι η αντίληψη ότι οποιοδήποτε αντικείμενο, θέσπιση ή διαδικασία μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Όπως φαίνεται από έναν αριθμό μελετών -για παράδειγμα αυτά των Bijker , De la bruheze και Pinch et al, σε αυτή τήν έκδοση και ο Callon (1980) και ο Mackenzie (1990) -ότι εμφανίζεται σαν πετυχημένη καινοτομία από μια πλευρά μπορεί να είναι ένα αποτυχημένο τεχνούργημα από την άλλη. Το παράδειγμα του αντισυλληπτικού χαπιού από τον Bodewitz et al (1987) είναι παραστατικό αλλά το νόημα σε μια πρόσφατη έκδοση της ισπανικής pharmacopoeia η συνεργασία οιστρογόνου - προγεστερόνης έχουν περιγραφεί σαν ναρκωτικό για την ρύθμιση του εμμηνορροϊκού κύκλου που είχε σαν αποτέλεσμα την πρόληψη της εγκυμοσύνης . Εάν αυτοί οι εξωτερικοί που είναι σκεφτικοί όσο αναφορά μια καινοτομία είναι υποχρεωμένοι έτσι και αλλιώς σε αυτή την καινοτομία , ή στην οργάνωση από όπου εμφανίζονται τότε αυτοί που είναι εσωτερικοί έχουν δυο βασικές επιλογές .Έτσι και αλλιώς όπως έχουμε δει αυτοί έχουν να στερήσουν τα πολιτικά δικαιώματα των σκεπτικιστών ή να μεταμορφώσουν τις εξωτερικές αντιλήψεις της καινοτομίας κατατάσσοντας αυτές στο εσωτερικό και να τους εισάγουν σε αυτή την «εσωτερική πραγματικότητα». Υπάρχουν μερικά παραδείγματα της δεύτερης επιλογής μεταξύ στις εν λόγω μελέτες. Για αυτό το λόγο ο Bijker περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο μια «Επιστήμη του βλέπειν» , η οποία έχει να κάνει με την υποκειμενική αντίληψη της τεχνητής φωτεινότητας , προσαρμοζόταν να συμφωνεί με τα ενδιαφέροντα των αναγκών και χρησιμοποιούνταν σαν εργαλείο για να πεισθεί το κοινό για το ότι υπήρχε καλή αίσθηση στην προσπάθεια να δημιουργήσουν υψηλότερης έντασης τεχνητό φωτισμό. Επιπλέον ο de la Bruheze μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο μια από τις επιτροπές για τα πυρηνικά απόβλητα έπαιξε ρόλο όσο αναφορά την επιμόρφωση του κοινού για την ευπείθεια του προβλήματος . Και τελικά ,σαν μια ειδική τεχνική για το μετασχηματισμό αντιλήψεων και την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των σκεπτικιστών , υπάρχει η διαδικασία των εξουσιοδοτημένων τεχνολογικών test . Συνεπώς , όπως μας υπενθυμίζει ο Pinch et al,όπως ακριβώς ότι μετράει σαν γεγονός της φύσης είναι συχνά ασαφές , έτσι επίσης είναι και ότι θα έπρεπε να μετράει σαν εργασία της τεχνολογίας .Η επιτυχία μιας διάταξης ή διαδικασίας είναι συχνά υλικό για συζήτηση . Ένας τρόπος επιβεβαίωσης ότι το προϊόν είναι επιτυχημένο είναι να "στερήσεις τα πολιτικά δικαιώματα" αυτών που το θεώρησαν διαφορετικά. Αυτή ήταν η στρατηγική που ακολουθήθηκε στην περίπτωση του αναλυτικού προϋπολογισμού . Αναγνωρίζοντας ότι αυτή είναι μια αρκετά αμφισβητήσιμη «κοινωνική τεχνολογία», αυτοί που ευθυνόντουσαν για την πειραματική του παρουσίαση στην Εθνική Βρετανική Υπηρεσία Υγείας κανόνισαν να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα των πειραμάτων τους από την Εθνική Ομάδα Αποτίμησης- μια επιτροπή υψηλόβαθμων επαγγελματιών των οποίων η κριτική θα είχε , ή έτσι ελπίζανε , μεγάλη βαρύτητα. Εμείς μαρτυρούμε εδώ το κοινωνικό ισοδύναμο της παράδοσης του ελέγχου των τουρμπίνων νερού που περιγράφτηκε από τον Constant (1983).
Στα πλαίσια του συντηρητισμού
Έχουμε συζητήσει ότι συντηρητικές στρατηγικές συνδυασμούς αντιπροσωπεύοντας και εποπτεύοντας τις αλληλοεπιδράσεις. Η διαλεκτική, των ενεργειών και η δομή, ενεργοποιούν αυτή την διπλή απαίτηση. Εάν οι στρατηγικές για την αντιπροσώπευση και τον έλεγχο είναι επιτυχώς αναπτυσσόμενες, ένα ίδρυμα καταλήγει, μία διευθέτηση είναι σταθεροποιημένη, μία δομή εμφανίζεται. Παρ' όλα αυτά η ιδρυματοποίηση δεν μπορεί να χωριστεί από τις στρατηγικές των actors (επιστήμονες και τεχνικοί) αλλά ούτε μπορεί να περιοριστεί σε αυτά επειδή οι αντιπρόσωποι, όπως ένας actor επιχειρεί να παρατάξει και να κρατήσει σε θέση, είναι απεικονιζόμενο από ένα δομημένο περιβάλλον. Αυτή η δομή μπορεί να ειδωθεί σαν ένα σύνολο ετερογενών υποθέσεων. Από την προσωπική άποψη κάθε ειδικού actor η δομή και οι ορισμένοι actors εντός αυτού παρουσιάζουν περισσότερη ή λιγότερη - επακριβώς απεικονιζόμενη ενδυναμωμένη γεωγραφία και εξαναγκασμούς. Έτσι κάποιες υποθέσεις είναι πιο εύκολες να δημιουργηθούν και να συντηρηθούν από κάτι άλλες. Αυτοί είναι έτοιμοι να απεικονιστούν και μπορεί να χρησιμοποιηθούν απλά και οικονομικά. Άλλοι είναι ακριβοί και χρονοβόροι. Η δομή είναι κάτι σαν ένα σύστημα μεταφοράς. Το δίκτυο των μονοπατιών, φορτηγά, δρόμοι, γραμμές τραίνου, και αερογραμμές δείχνουν πλέον ότι είναι εύκολο να πας από ένα σημείο σε ένα άλλο. Αυτοί βρίσκονται κοντά μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Από την άλλη μεριά άλλες τοποθεσίες είναι πολύ απομακρυσμένες από άλλες υπερασπίζοντας διασυνδέσεις μεταξύ αυτών και χάσιμο χρόνου, βαρετό, ακριβό, ή φανερά αδύνατο.
Εάν οι σχέσεις που αποτελούν την δομή είναι άμεσο αποτέλεσμα των στρατηγικών και των μη τυποποιημένων ενεργειών των actors τότε αυτή η δομή είναι πιθανόν να αλλάξει με τρόπο μερικές φορές απρόβλεπτο. Ωστόσο, κάθε ειδικός παράγοντας μπορεί μόνο να ελπίζει στην δράση με ένα τρόπο που να έχει περισσότερες από μια τυχαία ευκαιρία για επιτυχία εάν η γεωγραφία των δομημένων σχέσεων παρουσιάζει κάποιους βαθμούς πρόβλεψης. Εμείς έχουμε προσεγγίσει ένα από τα συμπεράσματα σε προηγούμενη δομή. Για σημαντικούς λόγους , ακόμη και αυτοί που επιμένουν στο ενδεχόμενο δόμησης είναι ικανοί να το εκθέσουν στην πράξη σαν περισσότερο ή λιγότερο σταθερό σενάριο το οποίο διαμορφώνεται, αλλά είναι σχετικά διαμορφώσιμο από την ενέργεια η οποία παίρνει μέρος στην σκηνή. Έτσι η ιδέα που υποστηρίζεται έχει τοπικό χαρακτήρα και επεξεργάζεται μέχρι να βρεθεί τελική φόρμα ανάμεσα σε ένα αριθμό συνεργατών μας. Επομένως, αν και οι περισσότεροι από τους συγγραφείς είναι έτοιμοι να συζητήσουν ότι τέτοια ενδιαφέροντα είναι αντικείμενο αλλαγής, αυτοί φροντίζουν να δουλεύουν στην αλαζονεία ότι οι actors έχουν ένα ενδιαφέρον να προστατεύσουν την δομή από τις υπάρχουσες εργασίες τους. Αυτό λοιπόν είναι το υπόβαθρο στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα.
Δεν είναι για να λέγεται ότι οι actors είναι πάντα ενήμεροι από τις δομές εντός των οποίων αυτοί λειτουργούν .Έτσι παρόλο που αυτοί έχουν διαδικασίες και τεχνολογίες για ρύθμιση και παρουσίαση τους (για παράδειγμα το μοντέλο του Ολλανδικού συστήματος), τέτοιες διαδικασίες είναι αναγκαία ανασφαλείς. Αυτό γίνεται επειδή αυτοί στηρίζονται σε μια πλευρά απλοποιημένων αξιώσεων - όσον αφορά στον γενικό χαρακτήρα του περιβάλλοντος όπως αυτό οργανώθηκε, όπως μπορεί να τακτοποιήθηκε ή να αναπροσαρμόστηκε. Από την συζήτηση των συγγραφέων προέκυψε ότι η απλότητα είναι επικίνδυνα αναγκαία και δεν υπάρχει τρόπος παρουσίασης και χειρισμού της πολυπλοκότητας ή της χροιάς. Συνεπώς τέτοιες υποθέσεις μπορεί να αποδειχθούν εφαρμόσιμες την επόμενη φορά αλλά μπορεί και όχι. Έτσι το τμήμα του Carlson διαφώνησε ότι ο Edison ήταν αντικαταστάτης μέσα σε ένα ιδιαίτερα απλουστευμένο πλαίσιο-τέτοιο από την μόρφωση του παραγωγού - και ότι ο χαρακτήρας αυτού του πλαισίου εξηγεί γιατί ο Edison και οι σύνδεσμοί του απέτυχαν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη της συνολικής ανάπτυξης της βιομηχανίας κινηματογραφικών ταινιών. Η ιστορία όπως ήταν αναμενόμενο έχει αλλάξει και αντίθετα προς την υπόθεση του Schlumberger περιγραφόμενη από τον Bowker ή την εταιρεία Bessemer η οποία περιγράφεται από την MISA. Οι στρατηγικές του Edison δεν διαμόρφωσαν κατευθείαν την πορεία αυτής της ιστορίας. Παρόλο που αυτό ήταν τα «πάνω-κάτω» το επιχειρηματικό άνοιγμα των nickelodeons στις εργατικές πολιτείες που πέτυχαν στην λειτουργικότητα σε αυτό τον τομέα του περιβάλλοντος. Εδώ λοιπόν ο Carlson εξετάζει το μοντέλου του υπολογιστικού ορθολογισμού το οποίο τόσο συχνά υποστηρίζει την ανάλυση της κοινωνικής τεχνολογίας. Η περίπτωση της ανάμιξης του Edison στην βιομηχανία ταινιών κινηματογράφου προτείνει ότι τέτοιο μοντέλο είναι στην καλύτερη περίπτωση το καλύτερο σε μερικές περιπτώσεις απλά λάθος.
Εάν θέλουμε να αποφύγουμε την απλούστευση, τι μπορούμε να πούμε τότε για την γεωγραφία της σύγχυσης και της εξουσιοδότησης η οποία φτιάχνει το περιβάλλον; Τι μπορούμε να πούμε για τον τρόπο τον οποίο επηρεάζεται η επιτυχία των στρατηγικών των actors; Και τι μπορούμε να πούμε για περιστάσεις οι οποίες προκαλούν συγκεκριμένες αλληλουχίες των κοινωνικών-τεχνολογικών στοιχείων για να φανερώσουν συντηρητισμό στους κόλπους τους. Θέλουμε να καταλήξουμε σε τρεις γραμμές με μερικές πιθανές απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις. Πρώτα η γνώμη του τεχνολογικού πλαισίου όπως επεξήγησε ο Bijker, δεύτερο η γνώμη της τεχνολογικής ορμής επεξηγημένο από έναν αριθμό κοινωνικών ιστορικών της επιστήμης . Και τρίτο (όπως το πρώτο παρουσιάστηκε ισχυρά σε αυτή την έκδοση) η διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών που ηγείται της ανάπτυξης του τι καλούν "negotiation spaces" ο Law και ο Callon.
Η γνώμη του τεχνολογικού πλαισίου σχετίζεται με σκέψεις, τεχνικές και πόρους που χρησιμοποιούνται σε μία κοινότητα τεχνολόγων. Το τεχνολογικό πλαίσιο είναι μια συνεργασία μιας σαφής θεωρίας, μίας υπονοούμενης γνώσης, της γενικευμένης μηχανικής εξάσκησης, των πολιτιστικών ηθικών αξιών των προκαθορισμένων διαδικασιών ελέγχου, των διατάξεων, των υλικών για τα δίκτυα και τα συστήματα που χρησιμοποιούν σε μια κοινότητα .Αυτό είναι (και το κάνει να ξεχωρίζει από πιθανές κοινωνικές αναλογίες όπως η αντίληψη της Mary Douglas (1973) για το πλέγμα και την ομαδοποίηση ή η σκέψη του ρόλου της διασταύρωσης από τον Joseph Ben-David (1960)) ταυτόχρονα κοινωνικού και τεχνικού χαρακτήρα. Το νόημα των Actor, συμπεριλαμβανομένων των μερών από την τακτική τους που είναι απευθείας ορισμένα (δηλαδή ο τρόπος που αντιδρούν και μεταφράζουν τη δομή) δημιουργούν ένα τεχνολογικό πλαίσιο. Αυτό αφορά δομικές σχέσεις, είτε κοινωνικές είτε τεχνικές. Επίσης και μια γέφυρα μεταξύ δομής και πράξης. Και αυτή η διασύνδεση όχι μόνο υποδεικνύει πως επηρεάζεται η δομή από την πράξη, αλλά καθιστά δυνατή την πρόβλεψη πως ορισμένα είδη δομής θα οδηγήσουν σε ένα είδος πράξη, ενώ άλλες δομές σε εναλλακτικές πράξεις.
Σαν παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πράξη είναι δυνατό να επηρεάσει το τεχνολογικό πλαίσιο, θεωρείστε την περίπτωση του κελλουλοϊτή (ζελατίνη). Ο Bijker (1987) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες προσπάθειες του Hyatt, των συνεργατών του και των ανταγωνιστών του να αναπτύξουν νιτροκελλουλοζικά πλαστικά (εστιάζοντας στον τομέα της θεραπείας και ειδικά στην καμφορά σαν ένα βασικό στην ανακάλυψη του κελλουλοϊτή) είχε απευθείας επίδραση τόσο στο τεχνολογικό πλαίσιο της επόμενης γενιάς όσο και στους μηχανικούς που εργάζονταν στη βιομηχανία κελλουλοϊτή. Σαν αποτέλεσμα, η σειρά πράξεων των χημικών επιστημόνων που συνέχιζαν να εργάζονται στο συγκεκριμένο πλαίσιο ήταν ?aneσoότερο εξαναγκασμένες, εκτός του ότι τους παρεχόταν και η δυνατότητα. Αλλά η θεωρία του τεχνολογικού πλαισίου επίσης κάνει προβλέψεις για το μέγεθος και την προέλευση μιας καινοτομίας. Έτσι, κάτω από καθορισμένες καταστάσεις θα υπάρχει μια κυρίαρχη ομάδα επιστημόνων και τεχνικών ικανή να επιμείνει στον καθορισμό τόσο των προβλημάτων όσο και των καταλληλότερων λύσεων. Κάτω από τέτοιες μονοπωλιακές συνθήκες, μάλλον συμβατές καινοτομίες τείνουν να εμφανίζονται. Συγκεκριμένα, έτσι γίνεται όταν υπάρχει σοβαρό λάθος (Constant 1980) και κρίνονται εξ' ορισμού για το πως αντιλαμβάνονται την καταλληλότητα αντιμετώπισης τέτοιων σφαλμάτων.
Υπό άλλες συνθήκες, όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερες ομάδες που ασχολούνται με ανταγωνιστικά τεχνολογικά πλαίσια, υπάρχουν θέματα που απασχολούν σε διαφορετικό βαθμό το κάθε ένα πλαίσιο. Κάτω από τέτοιες καταστάσεις κριτήρια έξω από το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα αφού απευθύνονται από τρίτος, συνήθως μέλη άλλων κοινωνικών ομάδων. Επιπρόσθετα, υπάρχει η τάση να αναζητούνται καινοτομίες που επιτρέπουν την συνύπαρξη κοινών συμφερόντων. Τέτοιες καινοτομίες (για παράδειγμα ο καθορισμός του ατσαλιού και σχετικών ελεγχόμενων τεχνολογιών)είναι λοιπόν διπλά συμβατικές διότι είναι αναγκαίο να ικανοποιούν και τα δυο τεχνολογικά πλαίσια.
Η Τρίτη κατάσταση σύμφωνα με τον Bijker (και εδώ η θέση του ταυτίζεται με την πρώιμη ιστορία του ποδηλάτου)συμβαίνει όταν δεν υπάρχει μια κυριαρχούσα ομάδα και ως αποτέλεσμα ένα φανερό σύνολο από κοινά συμφέροντα. Υπό τέτοιες συνθήκες, αν οι απαραίτητοι πόροι είναι διαθέσιμοι σε ένα πλήθος ατόμων θα υπάρξουν αρκετές διαφορετικές καινοτομίες. Επιπλέον αυτές οι καινοτομίες είναι πολύ πιθανόν να θεωρηθούν ριζοσπαστικές. Περισσότερο από ότι στις άλλες περιπτώσεις η επιτυχία της καινοτομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη μορφολογία της ομάδας, η οποία φαίνεται να αποδέχεται το προσχεδιασμένο τεχνολογικό πλαίσιο. Ο Bijker ερμηνεύει την πράξη συσχετίζοντάς την με τον τρόπο που τα άτομα διαμορφώνονται και εμπλέκονται μεταξύ τους. Υπάρχουν δεσμεύσεις, ρητές ή όχι, σε οικονομικές επενδύσεις, κανονικές πρακτικές και ικανότητες. Υπάρχει εξάρτηση (που φαίνεται περισσότερο όταν κάτι δεν πάει καλά) στους πόρους, η οποία ενεργοποιεί ένα κύκλο δράσεων που παρεμποδίζει είτε λίγο είτε πολύ και τους άλλους. Σε αυτό το σημείο τίθεται η ερώτηση που έχει να κάνει με τη διαφορετική διαθεσιμότητα αυτών των δικτύων πόρων. Έτσι, για παράδειγμα, ήταν πολύ πιο δαπανηρό να έχουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας όταν ξεκίνησαν από το να εγκαταστήσουν τη μονάδα παραγωγής ποδηλάτων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός προτύπου, όχι από τους περιορισμούς και τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, αλλά από τα πρότυπα που προκύπτουν, όταν κοινωνικές ομάδες συγκροτούνται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, μέσα από μια ποικιλία από διαφορετικές δομικές συνθήκες. Αποτελεί, επιπλέον, μια θεωρία η οποία δεν είναι ούτε κοινωνικού ούτε τεχνολογικού περιεχομένου : Η έννοια του «τεχνολογικού πλαισίου» είναι πραγματικά ετερογενής.
Αν και έχουμε αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο οι Law και Callon ειρωνεύονται την παραπάνω αντίληψη, η έννοια της τεχνολογικής ορμής (technological momentum) eae c ?anaioanής έννοια του κύκλου ζωής (life cycle) έχουν αναπτυχθεί με αξιόλογη επιτυχία στην ιστορία της τεχνολογίας (Hughes 1983, Staudenmaier 1985). Η διαμάχη μεταξύ αυτών των ιστορικών έγκειται στο εξής: Τουλάχιστον για την Αμερική από το 1880 έως το 1930 αρκετές τεχνολογίες (π.χ. ηλεκτρισμός, αυτοκίνητο) ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητες στα πρώτα στάδια, αργότερα όμως αναπτύχθηκαν σε σημείο να είναι αρκετά σταθερές και με άφθονη επιρροή πάνω στο περιβάλλον τους.
Παρά το γεγονός ότι είναι πιθανόν τέτοιες αναλύσεις να είναι ιστορικά αβέβαιες, εντούτοις είχαν σχέση με την Αμερικάνικη πραγματικότητα σε συγκεκριμένες περιόδους. Σε καμιά περίπτωση δεν έχουν διαχρονική αξία. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον, να σημειώσουμε ότι στη βάση της θεωρητικής του γενίκευσης, Ο Hughes (1986b) έχει κάνει προβλέψεις για την ανάπτυξη του σύγχρονου συστήματος υγείας. Ο Hughes διαφωνεί, για παράδειγμα, ότι το παρόν σύστημα υγείας είναι στη διαδικασία ανάπτυξης συγκρινόμενο πάντα με παρόμοια συστήματα που υπήρχαν μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων. Όπως με τα ισχυρά συστήματα εκείνων των χρόνων, τώρα τα συστατικά των ιατρικών συστημάτων είναι σε μεγαλύτερο βαθμό εκμεταλλεύσιμα και θεσμοθετημένα. Αναμφίβολα έχει περάσει η περίοδος κατά την οποία μοναχικοί ερευνητές και εφευρέτες , όπως για παράδειγμα οι φυσικοί με την ελάχιστη χρηματοδότηση και τον άκρως απαραίτητο εργαστηριακό εξοπλισμό, κυριαρχούσαν στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι εργαστήρια με εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία κτιριακών συστημάτων. Προφανείς υποψήφιοι για αυτό το σκοπό είναι οι εταιρείες κατασκευής ιατρικού εξοπλισμού, οι φαρμακοβιομηχανίες, διάφορες, γνωστές στο ευρύ κοινό, εταιρείες γενικού σκοπού. Σχεδιάζοντας ανάλογα μεταξύ των φαρμακοβιομηχανιών στο σύστημα υγείας και των πετρελαϊκών επιχειρήσεων στο σύστημα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, Ο Hughes προβλέπει ότι οι φαρμακοβιομηχανίες θα είναι ικανές να αναλάβουν βασικό ρόλο στο σύστημα υγείας μόνο αν αναπτύξουν μια ολιστική προσέγγιση στα ιατρικά προβλήματα. Διαφορετικά, σύμφωνα με την πρόβλεψή του, θα βρεθούν στην περιφέρεια, σαν να ήταν οι πετρελαϊκές εταιρείες οι οποίες ήταν τόσο αναμεμιγμένες στη βιομηχανία αυτοκινήτων έτσι, ώστε η ενοποίηση στο σύστημα παροχής ενέργειας ήταν δύσκολη.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τέτοιες θεωρίες προέρχονται από το ίδιο φιλοσοφικό ρεύμα όπως η θεωρία του επιστημονικού πλαισίου. Αυτό σημαίνει, ακόμα μια φορά, ότι στηρίζονται στο γεγονός πως επιστήμονες και τεχνικοί (actors) εμπλέκονται μεταξύ τους σε συγκεκριμένα δίκτυα συσχετισμών. Μερικά από αυτά είναι οικονομικά, ως εκ τούτου ο Bijker χρησιμοποιεί λεξικό χρηματοοικονομικών όρων όταν αναφέρεται στη λέξη «amortization» (χρεολυσία) των επενδεδυμένων συμφερόντων. Άλλοι θεωρούν απαραίτητο να ειδικευτούν και να αναπτύξουν τις ικανότητές τους: πρόκειται για την μεταφορική επένδυση χρόνου και ενέργειας. Ακόμα περισσότερο, ωστόσο, υπάρχουν προκαθορισμένες και σαφώς ορισμένες σχέσεις. Για παράδειγμα, το σύστημα οδικών αρτηριών στις Η.Π.Α., ο χαρακτήρας των μαζικών μέσων συγκοινωνίας, η ανάπτυξη νέων μορφών κατανάλωσης (όπως τα εμπορικά καταστήματα που βρίσκονται εκτός πόλης), εξαρτώνται από το ότι ο πολίτης χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του το αυτοκίνητο ή κάποιο μέσο μαζικής συγκοινωνίας. Τέτοιου είδους προκαθορισμένες σχέσεις (τις οποίες ο Staudenmaier αποκαλεί «διατηρητική σύνθεση»-maintenance constituency) στηρίζουν το κοινωνικο-τεχνικό σύστημα, διότι στηρίζονται σε μια ατελείωτη σειρά στοιχημάτων («side bets» Becker 1964). Αν και υπάρχει πάντα η έννοια του απρόβλεπτου, στην περίπτωση που χαθούν τα στοιχήματα ή αναδιαμορφωθούν, τότε η κοινωνικο-τεχνολογία αναπροσαρμόζεται κατάλληλα*.
Η τρίτη προσέγγιση στην μάλλον μετριοπαθή ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η δομή αλληλεπιδρά με την πράξη (μια διερεύνηση για τη διάκριση του εσωτερικού από το εξωτερικό) μας οδηγεί σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Στο προηγούμενο μέρος περιγράψαμε πώς οι συντηρητικές στρατηγικές συχνά, αν όχι πάντα, δημιουργούν πρώτα διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού και έπειτα επιβεβαιώνουν πως οτιδήποτε είναι εσωτερικό γίνεται δεσμευτικό σημείο περάσματος για ό,τι βρίσκεται στο εξωτερικό. Αναφέραμε την απλή περίπτωση του φυσικού αποκλεισμού (το παράδειγμα είχε να κάνει με το συσσωρευτή-μπαταρία κάποιου χρήστη στον αναπτυσσόμενο κόσμο) αλλά μιλήσαμε επίσης και για τις διευθετήσεις οι οποίες επιτρέπουν σε αυτούς που παρεμποδίζονται, να μετατραπούν σε ένα είδος μηχανής χρόνου και έτσι να διαμορφώσουν το εξωτερικό. Σε αυτό το σημείο όλες οι φυσικές, νομικές, ρητορικές, γραφειοκρατικές και τεχνολογικές μέθοδοι αναφέρθηκαν και αναμφίβολα υπάρχουν αρκετές ακόμα. Το σχέδιο δεξαμενής του Bessemer αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα. Σχεδιάζοντάς τη το 1866, ήταν πρόδηλη η τακτική του να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των ομάδων εργασίας των Troy και Ward. Επίσης όμως οδήγησε σε δομικούς περιορισμούς τις μελλοντικές πράξεις. Έτσι, όπως αποδεικνύει ο Misa, έθεσε σοβαρούς φραγμούς στις βιομηχανίες χάλυβα ,όπως την Andrew Carnegie's, η οποία προσπαθούσε να διευρύνει τον κύκλο εργασιών της το 1870.
Η διάκριση εσωτερικού και εξωτερικού έχει ετερογενή χαρακτήρα. Έχει να κάνει με γραφειοκρατικούς οργανισμούς (Chandler 1977), την ανάπτυξη μεθόδων της λογιστικής (MacGaw 1986, Mackenzie 1990, Law 1991a), τεχνολογίες επικοινωνιών (Eisenstein 1979, Beniger 1986), τεχνικές αναπαράστασης (Bertin 1983, Latour 1990, Lynch και Woolgar 1990, Tufte 1983, Shapin και Schaffer 1985), μεθόδους μοντελοποίησης (Law 1991b), μαθηματικά εργαλεία και στατιστικές αναπαραστάσεις (Mackenzie 1978, 1990c), χαρτογραφικές τεχνικές (Wilford 1981), επιτρεπόμενες καινοτομίες (Pool 1983) και αρκετές άλλες κοινωνικο-τεχνολογίες. Αν η κοινωνία μας δεν έχει ισχυρούς δεσμούς για να μας δεχτεί όλους ( Callon και Latour 1981, Latour 1990), τότε σίγουρα δεν θα υπάρξει χώρος να δημιουργηθούν πεισματώδεις διαπραγματεύσεις, που θα είναι ικανές να μοντελοποιήσουν και να μορφοποιήσουν τι ταιριάζει τελικά στην ιδιοσυγκρασία του λαού.
Όπως είναι φανερό, τέτοιες τακτικές δεν μένουν έκτος των ιστορικών βιβλίων. Μάλλον, όπως άλλωστε όλες οι άλλες σχέσεις που μελετήσαμε, είναι ιστορικά ανεπιβεβαίωτες. Διστάζουμε να κάνουμε την απλή σκέψη ότι βρίσκονται σε διαρκή ανάπτυξη. Ίσως, όπως ο Mann (1986) και ο Beniger (1986), θα ήταν σωστότερο να λεχθεί πως οι σχέσεις αυτές αναπτύσσονται με ασυνεχή τρόπο. Μολαταύτα, είναι αναμφισβήτητο πως αποτελούν αντικείμενο των εφήμερων αλλαγών. Τέτοιου είδους αλλαγές δεν μελετούνται όμως στο παρόν σύγγραμμα. Παρ' όλα αυτά, όταν η κοινωνικο-τεχνολογία αρχίζει να στρέφεται σε αυτές τις αλλαγές, θα αρχίσει να αποκτά ένα σύνολο από ουσιαστικά, ιστορικά και κοινωνικά ερωτήματα γύρω από την ισχύ, την τάξη, την ευμεταβλητότητα, την κοινωνική αλλαγή και το σχηματισμού του σύγχρονου κόσμου.
Συμπέρασμα
Συμπερασματικά, καταλήγουμε στο σημείο από το οποίο είχαμε ξεκινήσει. Η τεχνολογία είναι μια έννοια πού διακρίνεται και για τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Αντίστροφα, η κοινωνική επιστήμη είναι άμεσα συνυφασμένη με την τεχνολογία. Το παραπάνω είναι κάτι το οποίο εύκολα διατυπώνεται και δύσκολα κατανοείται. Δυστυχώς υπάρχει μια καθιερωμένη τάση να αντιμετωπίζονται αυτές οι δύο έννοιες σαν να είναι εντελώς χωρισμένες η μία από την άλλη. Οι συγγραφείς σε αυτό το βιβλίο συνεχώς ασχολούνταν με το θέμα αυτό. Φυσικά, δεν έφτασαν σε πανομοιότυπα συμπεράσματα. Η εργασία τους αποτελείται από ένα ευρύ φάσμα αντιθέσεων όσον αφορά στην ιστοριογραφία, στην κοινωνική και πολιτική θεωρία και στην οργάνωση και χειρισμό των τεχνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό που τους φέρνει μαζί είναι η κοινή διαίσθηση, σύμφωνα με την οποία, η δομή που εξετάζουν χαρακτηρίζεται από ετερογένεια. Θέλουμε να καταλήξουμε με δύο σκέψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, έφτασε ο καιρός που οι ακαδημαϊκή κοινότητα θα πρέπει να ασχοληθεί με την κοινωνικο-τεχνολογία. Στηρίζουμε τη θέση μας σε διάφορες προσεγγίσεις που παραθέσαμε στο παρόν εγχειρίδιο. Φυσικά, αυτές είναι στη διαδικασία ανάπτυξης και δεν πρέπει να θεωρούνται ολοκληρωμένες μιας και αναπαριστούν εργασία υπό εξέλιξη. Προς το παρόν πρέπει να πούμε πως ελάχιστα μπορούν να εφαρμοστούν. Παρ' όλα αυτά πιστεύουμε ότι θα μας δείξουν, πώς θα μορφοποιήσουμε την εμπειρική εργασία , με σκοπό να σπάσουν οι συντηρητικοί φραγμοί των εθίμων και της κοινής λογικής. Έτσι, θα κατανοήσουμε τη κοινωνικο-τεχνολογικό κόσμο στον οποίο ζούμε. Είμαστε μάρτυρες στη γέννηση μιας νέας αντίληψης, που θέλει με ρεαλιστικό τρόπο να περιγράψει, πώς άνθρωποι και μηχανές εργάζονται μαζί, πώς αλληλοσχηματίζονται και πώς συνυπάρχουν.
Η δεύτερη σκέψη μας έχει να κάνει με την επιτακτικότητα αυτής της διαδικασίας. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα μας περιβάλλουν, ενώ είμαστε στη δύση μιας χιλιετίας και φυσικά πότε άλλοτε δεν ήταν τόσο ισχυρά όσο τώρα. Επίσης, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο καταστροφικά όσο στις μέρες μας. Επιπρόσθετα, σήμερα είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αυτές τις τεχνολογίες (τον τρόπο που είναι διαμορφωμένες αλλά και πώς μας διαμορφώνουν). Η εργασία που περιγράφηκε σε αυτό το βιβλίο είναι μόνο το πρώτο βήμα. Το σημαντικότερο όμως είναι η κατανόηση της ετερογενούς δομής: τα ερωτήματα τεχνολογικής υφής δεν είναι αποκλειστικά θέματα τεχνολογίας. Αντίστροφα τα κοινωνικά προβλήματα πρέπει να απασχολούν μόνο τους κοινωνικούς επιστήμονες. Όταν κάτι δεν πάει καλά, ίσως να μην αποκλειστικά τεχνολογικό λάθος. Ίσως να μην φταίνε ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα οικονομικά συστήματα που υπάρχουν. Για παράδειγμα ποιος φταίει για την κατάρρευση του οδικού κόμβου Nimitz, την καταστροφή του Challenger, την αποψίλωση των Ιμαλαΐων ή το φαινόμενο του θερμοκηπίου; Αν πραγματικά θέλουμε να συνεισφέρουμε κάτι στην επίλυση των παραπάνω προβλημάτων, δεν πρέπει να ψάξουμε για εξιλαστήριο θύμα. Μάλλον, αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα είναι ένα εργαλείο (μια σειρά καλύτερα από εργαλεία) για να προχωρήσουμε πέρα από την αφελή αναζήτηση εξιλαστήριου θύματος έτσι, ώστε να κατανοούμε τα χαρακτηριστικά του ετερογενούς συστήματος.
*.Για παράδειγμα,
η συντηρητική κυβέρνηση της M. Thatcher τροποποίησε τη δομή των στοιχημάτων
για την Βρετανική υπηρεσία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό μπορεί να
θεωρηθεί ως κοινωνικο-τεχνολογικό πείραμα ευρείας κλίμακας. Το αποτέλεσμα
(από την πλευρά των επενδύσεων) είναι προς το παρόν ανεπιβεβαίωτο και μάλλον
θα παραμείνει έτσι για λίγο καιρό ακόμα. Μερικοί, ακόμα και επικριτές της,
προτείνουν ότι τέτοιου είδους επενδυτικές αποφάσεις θα έχουν στο εξής περισσότερο
τοπικό και βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Αν όντως έτσι εξελιχθούν τα πράγματα,
τότε οι προβλέψεις του Hughes, γύρω από τον ολιστικό χαρακτήρα της επιτυχούς
συμμετοχής σε κοινωνικο-τεχνολογικά συστήματα, θα είναι λανθασμένες (τουλάχιστον
στην παρούσα περίπτωση). Αυτό συμβαίνει γιατί η δομή των στοιχημάτων θα
έχει αλλάξει ριζικά. Φυσικά, επικριτές του πειράματος ίσως αμφισβητούν
ότι ο Hughes είναι καθ' όλα σωστός, εξαιτίας της έλλειψης ολισμού (φιλοσοφική
οντολογική θεωρία), εκτός του ότι είχε παροτρυνθεί μέσω της εισαγωγής των
τοπικών αγορών στην παροχή ηλεκτρισμού. Αυτό σημαίνει ότι μελλοντικά η
ασφάλεια παροχής ηλεκτρισμού, και γενικά η μακροχρόνια αποδοτικότητα του
συστήματος, ίσως να παρουσιάσουν κάποιο δυσμενές ενδεχόμενο, ιδίως από
την είσοδο νέων επενδυτών που έχουν, κατά κύριο λόγο, στόχο το βραχυπρόθεσμο
όφελος. Ωστόσο, τίποτα, από ότι φαίνεται, δεν είναι πρόχειρα σχεδιασμένο
και μάλλον θα παραμείνουμε σε αυτή τη μορφή τον επόμενο αιώνα.
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος