Σπύρος Ρέτζεκας [1630]

Ειρήνη Καρύμπαλη [1672]

Μανώλης Καλλίγερος [1585]

Κώστας Τσίχλας [1641]

Νίκος Φουντουλάκης [1642]

Στυλιανός Ράντος [1628]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάιος 1999

 

 

 

Πουλώντας Κρασί χωρίς Μπουκάλια:

Η Οικονομία του Ανθρώπινου Πνεύματος στο Παγκόσμιο Δίκτυο

John Perry Barlow

 

 

Η ιδέα, το αποτέλεσμα δηλαδή της δύναμης της σκέψης, είναι αυτό που μπορεί κάποιος αποκλειστικά να κατέχει όσο την κράτα μέσα στο μυαλό του. Τη στιγμή όμως που αποκαλύπτεται, γίνεται αναγκαστικά κτήμα όλων, ενώ ο δέκτης μίας ιδέας δεν είναι δυνατόν με κάποιον τρόπο να την αποδιώξει από επάνω του. Το παράξενο είναι ότι κανείς δεν κατέχει « λιγότερο» από κάποια ιδέα, αφού όλοι κατέχουν το σύνολό της. Κάποιος που λαμβάνει μία ιδέα από εμένα, εκπαιδεύει τον εαυτό του χωρίς όμως να με υποβαθμίζει. Είναι δηλαδή σαν κάποιος να ανάβει το κερί του από το δικό μου. Αυτός φωτίζεται χωρίς εγώ να χάνω καθόλου από το φως μου. Το ότι οι ιδέες πρέπει να διαδίδονται ελεύθερα από τον έναν άνθρωπο στον άλλο, για την ηθική και αμοιβαία εκπαίδευση του ανθρώπινου γένους καθώς και για τη βελτίωση της κατάστασής του, φαίνεται ότι κατά περίεργο και συνάμα φιλανθρωπικό τρόπο είχε σχεδιαστεί από τη φύση όταν αυτή δημιούργησε τις ιδέες. Μοιάζουν με τον αέρα μέσα στον οποίο είναι τοποθετημένη η φυσική μας οντότητα, μέσα στον οποίο αναπνέουμε και κινούμαστε, τον οποίο όμως ούτε μπορούμε να τον περιορίσουμε αλλά ούτε και να τον οικειοποιηθούμε κατά τρόπο αποκλειστικό. Οι « εφευρέσεις» από τη φύση τους δεν μπορούν να είναι ιδιοκτησία κανενός.

- Thomas Jefferson

 

Καθόλη τη διάρκεια της περιπλάνησης μου στον Κυβερνοχώρο διαπίστωσα ότι έχει μείνει άλυτο ένα τεράστιο αίνιγμα, το οποίο φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα σχεδόν κάθε νομικής, ηθικής, κυβερνητικής και κοινωνικής εμπλοκής του Virtual Κόσμου. Αναφέρομαι στο πρόβλημα της ψηφιοποιημένης ιδιοκτησίας.

Τίθεται το εξής ερώτημα: αν η ιδιοκτησία μας μπορεί να αναπαραχθεί και στιγμιαία να διαδοθεί σε όλον τον πλανήτη χωρίς κόστος, χωρίς τη δική μας συγκατάθεση και χωρίς καν να φεύγει από την κατοχή μας, πώς εμείς μπορούμε να την προστατέψουμε; Πώς θα πληρωθούμε για την πνευματική μας εργασία; Και αν δεν μπορούμε να πληρωθούμε, τότε τι θα είναι αυτό που θα εξασφαλίσει τη συνέχιση αυτής της εργασίας και τη διάδοσή της;

Αφού δεν έχουμε κάποια λύση για αυτή τη νέα πρόκληση και αφού προφανώς δεν μπορούμε να καθυστερήσουμε την καλπάζουσα ψηφιοποίηση οτιδήποτε μη απόλυτα φυσικού, αρμενίζουμε προς το μέλλον πάνω σε ένα πλοίο που βυθίζεται.

Το πλοίο αυτό, το σύνολο δηλαδή των νόμων για τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τις ευρεσιτεχνίες (copyright and patent laws), δημιουργήθηκε για να μεταφέρει τρόπους και μεθόδους έκφρασης εντελώς διαφορετικούς από το άυλο φορτίο που τώρα καλείται να κουβαλήσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το σκάφος να « μπάζει νερά» .

Η νομική προσπάθεια για να κρατηθεί το παλιό πλοίο στην επιφάνεια έχει πάρει τις ακόλουθες τρεις μορφές: φρενήρης ανακατάταξη στις ξαπλώστρες του καταστρώματος, αυστηρές προειδοποιήσεις στους επιβάτες ότι αν το πλοίο βουλιάξει θα αντιμετωπίσουν σκληρές ποινές και ψυχραιμία.

Οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία δεν μπορούν να συμπληρωθούν, να μετασκευαστούν ή να επεκταθούν ώστε να περιλάβουν και την ψηφιοποιημένη έκφραση. Μπορούν μόνο να αναθεωρηθούν έτσι ώστε να καλύπτουν και θέματα που αφορούν την κατανομή των συχνοτήτων μετάδοσης. Θα πρέπει να αναπτύξουμε ένα εντελώς νέο σύνολο από μεθόδους το οποίο θα ταιριάζει με τις εντελώς νέες συνθήκες.

Οι περισσότεροι από αυτούς που δημιουργούν λογισμικό (software) - οι προγραμματιστές, οι hackers και αυτοί που περιπλανούνται στον Κυβερνοχώρο (Net surfers) - το γνωρίζουν ήδη αυτό. Δυστυχώς ούτε οι εταιρείες για τις οποίες δουλεύουν, ούτε και οι δικηγόροι των εταιρειών δεν έχουν αρκετή εμπειρία γύρω από τα μη υλικά αγαθά, ώστε να καταλάβουν γιατί αυτά είναι τόσο προβληματικά. Προχωρούν όσο τους επιτρέπεται από τους παλιούς νόμους αλλά κάνουν λάθος.

Η ρίζα του αινίγματος αυτού είναι απλή αλλά η λύση του σύνθετη. Η ψηφιακή τεχνολογία αποσπά πληροφορία από το φυσικό κόσμο όπου έχουν ήδη θεσπιστεί νόμοι που αφορούν κάθε είδους ιδιοκτησία.

Καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας των νόμων αυτών, αυτό το οποίο διασφαλιζόταν δεν ήταν οι ίδιες οι ιδέες αλλά η έκφραση αυτών των ιδεών. Οι ιδέες αυτές καθαυτές θεωρούνταν ιδιοκτησία της ανθρωπότητας. Βάσει των νόμων αυτών, κάποιος αποκτούσε δικαιώματα πάνω σε μία ιδέα, όταν αυτή ξέφευγε από τα όρια των λέξεων που την περιέγραφαν.

Δηλαδή τη στιγμή που μία ιδέα ξέφευγε από το νου του δημιουργού της και έμπαινε μέσα σε ένα φυσικό αντικείμενο, είτε αυτό ήταν βιβλίο είτε κάποια φυσική υλοποίηση της ιδέας αυτής, τότε ο δημιουργός αποκτούσε δικαιώματα επάνω της. Η άφιξη και άλλων εμπορικών μέσων εκτός των βιβλίων δε μετέβαλε τη νομική σημασία αυτής της στιγμής. Ο νόμος προστάτευε την έκφραση των ιδεών και εκτός από λίγες (όσο και πρόσφατες) εξαιρέσεις, το να εκφράζεται κανείς ισοδυναμούσε με το να υλοποιεί κάτι.

Η προστασία της φυσικής έκφρασης ήταν κάτι εύκολο. Οι νόμοι για τα δικαιώματα του δημιουργού δούλεψαν καλά γιατί ήταν δύσκολο να φτιάξει κανείς ένα βιβλίο. Επιπλέον τα περιεχόμενα ενός βιβλίου βρίσκονταν σε μία τέτοια μορφή που ήταν δύσκολο τόσο να τα αλλάξει κανείς όσο και να τα αναπαράγει. Η αντιγραφή ή η διανομή αντιγραμμένων αντιτύπων ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτό δια της οράσεως και έτσι ήταν σχετικά εύκολο να πιαστεί ο ένοχος επ' αυτοφώρω. Ακόμα, αντίθετα από τις λέξεις και τις εικόνες, τα βιβλία είχαν υλικές επιφάνειες πάνω στις οποίες ήταν εύκολο να τοποθετηθούν σημειώσεις για τα δικαιώματα του δημιουργού, τα διακριτικά του εκδότη και η τιμή.

Η μετατροπή της ιδέας σε ύλη ήταν ακόμα πιο έντονη στην περίπτωση των ευρεσιτεχνιών. Μία ευρεσιτεχνία μέχρι πρόσφατα ήταν ή μία περιγραφή της μορφής στην οποία έπρεπε να έρθουν κάποια υλικά ώστε να επιτευχθεί κάποιος στόχος ή μία περιγραφή της διαδικασίας μέσω της οποίας αυτή η μετατροπή επιτυγχάνεται. Και στις δύο περιπτώσεις η ευρεσιτεχνία αναφερόταν στο υλικό αποτέλεσμα. Αν το αποτέλεσμα μίας ευρεσιτεχνίας ήταν ένα αντικείμενο το οποίο δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθεί, τότε αυτή απορρίπτονταν. Ένα δοχείο Klein ή ένα μεταξένιο φτυάρι δε θα μπορούσαν να γίνουν ευρεσιτεχνίες. Θα έπρεπε να είναι κάτι που να δουλεύει.

Έτσι τα δικαιώματα των εφευρετών και των συγγραφέων συνδέθηκαν με δραστηριότητες του υλικού κόσμου. Δεν αμειβόταν κανείς για τις ιδέες αλλά για την ικανότητά του να τις μετατρέπει σε κάτι χειροπιαστό. Συνεπώς δινόταν αξία στο δοχείο και όχι σε ότι αυτό περιείχε.

Με άλλα λόγια προστατευόταν το μπουκάλι και όχι το κρασί.

Τώρα, καθώς η πληροφορία μπαίνει στον Κυβερνοχώρο, το φυσικό χώρο του Νου, τα μπουκάλια αυτά εξαφανίζονται. Με τον ερχομό της ψηφιοποίησης μας δίνεται πλέον η δυνατότητα να αντικαταστήσουμε όλες τις προηγούμενες μορφές αποθήκευσης της πληροφορίας με ένα μετά - μπουκάλι: πολύπλοκες ακολουθίες από μηδενικά και άσσους.

Ακόμα και τα φυσικά / ψηφιακά μπουκάλια τα οποία έχουμε συνηθίσει, εύκαμπτοι δίσκοι, CD-ROMs και άλλα διακριτά, τυλιγμένα με πλαστικό μέσα αποθήκευσης bits, θα εξαφανιστούν καθώς όλοι οι υπολογιστές θα συνδέονται με το παγκόσμιο Δίκτυο. Μπορεί το Διαδίκτυο (Internet) να μη συμπεριλάβει ποτέ όλες τις υπολογιστικές μονάδες του πλανήτη, παρόλα αυτά υπερδιπλασιάζεται κάθε χρόνο και αναμένεται να γίνει το κύριο μέσο μεταφοράς της πληροφορίας και ίσως τελικά και το μοναδικό.

Όταν αυτό θα συμβεί, όλα τα αγαθά της Εποχής της Πληροφορίας - όλες δηλαδή οι εκφράσεις που άλλοτε περιέχονταν σε βιβλία, φιλμ, έγγραφα ή περιοδικά - θα υπάρχουν είτε με τη μορφή καθαρής σκέψης είτε σαν κάτι πολύ κοντά σε αυτή: επίπεδα ηλεκτρικής τάσης τα οποία θα κινούνται μέσα στο Δίκτυο με την ταχύτητα του φωτός και θα μπορεί κανείς να τα παρατηρήσει είτε με τη μορφή φωτεινών εικονοστοιχείων (pixels) είτε με τη μορφή μεταδιδόμενων ήχων. Κανένας όμως δε θα μπορεί να τα ακουμπήσει ή να θεωρηθεί « ιδιοκτήτης» τους με την παλιά έννοια της λέξης.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι και πάλι θα χρειαστούν κάποιες φυσικές υλοποιήσεις της πληροφορίας όπως η μαγνητική της απεικόνιση σε κάποιους γιγαντιαίους σκληρούς δίσκους απομακρυσμένων εξυπηρετητών (servers), αλλά αυτοί είναι μπουκάλια που δεν έχουν μακροσκοπικά διακριτή ή προσωπική μορφή.

Μερικοί θα πουν επίσης ότι ο άνθρωπος έχει εμπλακεί με μη υλικές εκφράσεις των ιδεών από την εποχή του ραδιοφώνου και θα έχουν δίκιο. Άλλα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των εκπομπών δεν υπήρχε κάποιος εύκολος τρόπος να αποθηκεύουμε τα διάφορα αγαθά που κινούνταν μέσα στο ηλεκτρομαγνητικό μέσο μετάδοσης και να τα αναπαράγουμε με ποιότητα εφάμιλλη των εμπορικών πακέτων. Και ενώ αυτό άλλαξε πρόσφατα, λίγα έχουν γίνει είτε νομικά είτε τεχνικά για να ελεγχθεί αυτή η αλλαγή.

Γενικά το θέμα της πληρωμής από τους καταναλωτές των προú όντων που μεταδίδονταν ηλεκτρονικά δεν είχε έννοια. Οι ίδιοι οι καταναλωτές ήταν τα προú όντα. Τα διάφορα μέσα μετάδοσης έβγαζαν χρήματα είτε πουλώντας την προσοχή του κοινού τους στους διαφημιστές, είτε χρησιμοποιώντας τις κυβερνήσεις για να επιβάλουν πληρωμές μέσω φόρων ή για να ζητιανέψουν από αυτές ετήσιες αποδοχές.

Όλα τα μοντέλα υποστήριξης των μέσων μετάδοσης έχουν ελαττώματα. Η υποστήριξη είτε από τους διαφημιστές είτε από τις κυβερνήσεις έχει μειώσει την καθαρότητα των αγαθών που μεταδίδονται. Εξάλλου η απευθείας προώθηση των αγαθών (direct marketing) σκοτώνει σταδιακά το μοντέλο υποστήριξης από τους διαφημιστές.

Τα μέσα μετάδοσης μας έδωσαν μία μέθοδο πληρωμής ενός ιδεατού προú όντος. Η πληρωμή γίνεται μέσω των δικαιωμάτων που τα μέσα πληρώνουν στους συνθέτες τραγουδιών μέσω οργανισμών όπως είναι η ASCAP και η BMI. Αλλά, σα μέλος της ASCAP μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αυτό δεν είναι ένα μοντέλο που πρέπει να υιοθετήσουμε. Οι μέθοδοι επίβλεψης είναι πολύ προσεγγιστικοί. Δεν υπάρχει κάποιο παράλληλο σύστημα για να υπολογίζει τα έσοδα. Ειλικρινά η μέθοδος αυτή δε δουλεύει.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, χωρίς τους παλιούς τρόπους φυσικού ορισμού της έκφρασης των ιδεών και χωρίς αποδοτικά μοντέλα για τις μη φυσικές δοσοληψίες, δεν ξέρουμε πως να εξασφαλίσουμε την αξιόπιστη πληρωμή της πνευματικής εργασίας. Και σα να μην έφτανε αυτό, όλα αυτά συμβαίνουν σε μία εποχή που ο ανθρώπινος νους έρχεται να αντικαταστήσει το φως του ήλιου και τα αποθέματα ορυκτών και να θεωρείται αυτός η νέα πηγή πλούτου.

Επιπλέον, η όλο και αυξανόμενη δυσκολία ενίσχυσης των ήδη υπαρχόντων νόμων για τα δικαιώματα του δημιουργού και τις ευρεσιτεχνίες έχει βάλει σε κίνδυνο την απώτατη πηγή πνευματικής ιδιοκτησίας, την ελεύθερη ανταλλαγή των ιδεών.

Δηλαδή, όταν τα κύρια είδη εμπορίου σε μια κοινωνία μοιάζουν με τον προφορικό λόγο τόσο πολύ που δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε από αυτόν και όταν οι παραδοσιακές μέθοδοι προστασίας της ιδιοκτησίας τους έχουν γίνει μη αποδοτικοί, το να προσπαθήσουμε να λύσουμε το πρόβλημα με πιο ευρείες και πιο σκληρές απαγορεύσεις σίγουρα θα απειλήσει την ελευθερία του λόγου.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις μελλοντικές σας ελευθερίες μπορεί να μην προέρχεται από τις κυβερνήσεις αλλά από εταιρικούς νομικούς οργανισμούς οι οποίοι θα αγωνίζονται να προστατέψουν με τη βία αυτό το οποίο δε θα μπορεί να προστατευθεί πια από το γεγονός ότι έχει φυσική υπόσταση ή από την κοινωνική συναίνεση.

Ο ASCAP είναι ο Αμερικάνικος Οργανισμός Συνθετών, Συγγραφέων και Εκδοτών (μουσικής - American Society of Composers, Authors and Publishers) και αριθμεί πάνω από 80000 μέλη τα οποία είναι συνθέτες, στιχουργοί και μουσικοί παραγωγοί. Τα μέλη δηλαδή του ASCAP, κινούνται στο χώρο της μουσικής και του τραγουδιού. Ο σκοπός του ASCAP είναι να προστατεύει τα δικαιώματα των μελών του δίνοντας άδεια για δημόσια εκτέλεση των έργων τους, μαζεύοντας χρήματα από αυτούς που έχουν λάβει την προαναφερθείσα άδεια και μοιράζοντας τα χρήματα στους δημιουργούς. Εννοείται φυσικά ότι τα μέλη του ASCAP θα πρέπει να έχουν κατοχυρώσει τα έργα τους σύμφωνα με τους νόμους για τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο ASCAP είναι ο μοναδικός αμερικάνικος οργανισμός του οποίου το κεντρικό συμβούλιο αποτελείται εξ' ολοκλήρου από συνθέτες, στιχουργούς ή μουσικούς παραγωγούς οι οποίοι είναι μέλη του και εκλέγονται από τα υπόλοιπα μέλη. Το συμβούλιο αυτό είναι 24-μελές και συνέρχεται συχνά για να καθορίσει την πολιτική του οργανισμού. Υπάρχουν ακόμα 18 επιτροπές οι οποίες επιβλέπουν και κατευθύνουν τη λειτουργία των διάφορων τομέων με τους οποίους ασχολείται ο ASCAP.

Ο ASCAP δίνει άδεια για δημόσια εκτέλεση των έργων των μελών του σε μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, σε καλωδιακά δίκτυα, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε κολέγια, πανεπιστήμια, ταβέρνες και εστιατόρια, σε τόπους στο Διαδίκτυο (web sites), σε ιδιωτικούς χώρους διασκέδασης (clubs), σε αίθουσες συναυλιών και χορού, σε εμπορικά κέντρα, σε αεροπορικές εταιρείες κ.ο.κ. Υπάρχουν πάνω από εκατό κατηγορίες επιχειρήσεων στις οποίες δίνει άδεια ο ASCAP καλύπτοντας έτσι σχεδόν όλους τους χώρους στους οποίους παίζεται μουσική. Τα ποσά που πληρώνονται από όμοιες επιχειρήσεις για τον ίδιο τύπο χρήσης μουσικής είναι τα ίδια, αλλά ποικίλουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων τύπων πελατών. Για παράδειγμα ένας τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός θα πληρώσει λιγότερα από ένα τηλεοπτικό δίκτυο. Μία μικρή ταβέρνα θα πληρώσει πολύ λιγότερα από ένα ξενοδοχείο στο Las Vegas.

Για να γίνει κανείς μέλος του ASCAP είτε σα συνθέτης, είτε σα στιχουργός, είτε σαν παραγωγός θα πρέπει να παράσχει στον ASCAP κάποια πειστήρια της ιδιότητάς του αυτής. Από τη στιγμή που κάποιος θα γίνει μέλος, η ετήσια συνδρομή είναι $10 αν πρόκειται για συνθέτη και $50 αν πρόκειται για παραγωγό. Τα ποσά αυτά παραμένουν σταθερά από την ίδρυση του οργανισμού το 1914.

Τα έργα ενός μέλους του ASCAP γίνονται αυτόματα μέρος του « ρεπερτορίου» του ASCAP. Για την εκτέλεση των έργων αυτών σε διάφορους χώρους, ο οργανισμός συγκεντρώνει ποσά, για τα οποία έρχεται σε συνεννόηση με τους πελάτες του, δηλαδή με τους χρήστες της μουσικής που εκτελούν δημόσια, έργα που ανήκουν στο ρεπερτόριο του ASCAP.

Οι περισσότεροι από τους πελάτες του οργανισμού πληρώνουν σε αυτόν ένα ποσό ετησίως αποκτώντας το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε έργο του ρεπερτορίου του ASCAP. Μερικοί τοπικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί επιθυμούν να πληρώνουν με βάση το πρόγραμμά τους. Από τα χρήματα που μαζεύονται, ένα πολύ μικρό μέρος πηγαίνει για τα λειτουργικά έξοδα του οργανισμού και το υπόλοιπο μοιράζεται στα μέλη των οποίων οι δουλειές χρησιμοποιήθηκαν από τους πελάτες του ASCAP.

Ο ASCAP πληρώνει απευθείας και δίκαια κάνοντας χρήση της αρχής "follow the dollar". Με άλλα λόγια τα χρήματα που μαζεύονται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς πληρώνονται στα μέλη για εκτελέσεις των έργων τους στην τηλεόραση, τα χρήματα από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς πληρώνονται για τα έργα που εκτελούνται στο ραδιόφωνο κ.ο.κ. Ο ASCAP καταγράφει τη χρήση της μουσικής στα διάφορα μέσα και χώρους έτσι ώστε να μπορεί να προσδιορίσει ποια κομμάτια παίχτηκαν και ποιοι είναι αυτοί που πρέπει να πληρωθούν.

Η αξία της κάθε εκτέλεσης καθορίζεται από διάφορους παράγοντες όπως το συνολικό ποσό των χρημάτων που συγκεντρώνεται από κάθε μέσο (ραδιόφωνο, τηλεόραση κ.τ.λ.), τον τύπο της εκτέλεσης, αν ήταν δηλαδή οπτική εκτέλεση, μουσικό χαλί κ.τ.λ. καθώς και από την οικονομική οντότητα του κάθε πελάτη (πόσα δηλαδή πληρώνει ο συγκεκριμένος πελάτης στον οργανισμό).

Με βάση τους νόμους για το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι κληρονόμοι ενός μέλους γίνονται και αυτοί μέλη του ASCAP μετά το θάνατό του και συνεχίζουν να πληρώνονται όπως και τα ευρισκόμενα στη ζωή μέλη. Ακόμα οι κληρονόμοι ενός συνθέτη ή δημιουργού που δεν ήταν μέλος του ASCAP και έχει πεθάνει μπορούν να κάνουν αίτηση ώστε να γίνουν μέλη.

Ένα πολύ σημαντικό ερώτημα είναι αυτό που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο ASCAP καταγράφει τις διάφορες εκτελέσεις των έργων των μελών του. Υπάρχουν εκατομμύρια μουσικές εκτελέσεις από τους εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες του οργανισμού κάθε χρόνο. Το κόστος καταγραφής κάθε μίας από αυτές τις εκτελέσεις θα ήταν τόσο υψηλό ώστε δεν θα έμεναν καθόλου χρήματα για να μοιραστούν στα μέλη. Για το λόγο αυτό ο ASCAP στηρίζεται σε εκτιμήσεις του πλήθους των εκτελέσεων. Οι εκτιμήσεις αυτές καλύπτουν εκτελέσεις στα FM, στα ΑΜ και στο κολεγιακό ραδιόφωνο, σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, σε τηλεοπτικά και καλωδιακά δίκτυα, σε αεροπορικές εταιρείες καθώς και ζωντανές εμφανίσεις σε αίθουσες και χώρους συναυλιών, κολέγια και πανεπιστήμια. Σε περιπτώσεις που είναι οικονομικά εφικτό γίνονται ακριβείς καταμετρήσεις των διαφόρων εκτελέσεων. Διαφορετικά χρησιμοποιούνται στατιστικές εκτιμήσεις οι οποίες εκπονούνται από ειδικούς έτσι ώστε να δίνουν μία ακριβή στατιστική αναπαράσταση των εκτελέσεων που γίνονται σε κάθε μέσο.

Ο ASCAP για να κάνει τις εκτιμήσεις του στηρίζεται στο συνδυασμό διαφόρων πηγών που παρέχουν πληροφορία για το πλήθός των εκτελέσεων που γίνονται σε κάποιο μέσο. Έτσι ο ASCAP κάνει χρήση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό, δεδομένων που παρέχονται από τους ίδιους τους πελάτες καθώς και εκτιμήσεων που προέρχονται από ειδικούς σε θέματα μουσικής. Για παράδειγμα οι ραδιοφωνικοί σταθμοί παρέχουν αναλυτικές καταγραφές των κομματιών που παίζονται από αυτούς καθώς και μαγνητοφωνήσεις από πραγματικές εκπομπές οι οποίες αναλύονται από τους ειδικούς του οργανισμού. Για την τηλεόραση γίνεται χρήση παρόμοιων μεθόδων.

Ενώ όμως τα πράγματα για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο αλλά και τις συναυλίες είναι πιο ξεκάθαρα, όσο αφορά τα υπόλοιπα μέσα είναι αρκετά πιο δύσκολο να γίνουν εκτιμήσεις. Αφού λοιπόν είναι πρακτικά αδύνατον ακόμα και να εκτιμηθεί το πλήθος των εκτελέσεων σε μπαρ, εστιατόρια και τα συναφή, τα χρήματα που συγκεντρώνονται από αυτές τις επιχειρήσεις πάνε σε ένα γενικό λογαριασμό και αποδίδονται στα μέλη με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από τα μέσα όπου μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις, όπως είναι το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε ότι σε διάφορες χώρες του κόσμου υπάρχουν αντίστοιχοι με τον ASCAP οργανισμοί με τους οποίους αυτός συνεργάζεται, έτσι ώστε τα μέλη του να πληρώνονται για εκτελέσεις των έργων τους και εκτός των συνόρων της Αμερικής. Ο ASCAP έχει συνάψει συμφωνία με 55 τέτοιους οργανισμούς οι οποίοι ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν όλες τις χώρες στις οποίες ισχύουν νόμοι για τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο ASCAP δίνει άδειες για τα έργα των μελών τους στην Αμερική και αυτοί κάνουν το ίδιο για τα μέλη του ASCAP στις περιοχές δράσης τους [1].

Η ΒΜΙ (Broadcast Music, Incorporated) είναι ένας οργανισμός αντίστοιχος με τον ASCAP, ο οποίος αναλαμβάνει να πληρώνει στα μέλη του ποσά τα οποία προέρχονται από δημόσιες εκτελέσεις των έργων τους που προστατεύονται από τους νόμους για τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι αρχές που διέπουν τη λειτουργία του οργανισμού αυτού είναι παρόμοιες με αυτές που αναπτύχθηκαν πιο πάνω για τον ASCAP [2].

Επιπλέον όταν ο Τζέφερσον και οι συνεργάτες του, του Διαφωτισμού, σχεδίασαν το σύστημα που έγινε αμερικάνικος νόμος για το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, ο αρχικός τους αντικειμενικός σκοπός ήταν η εξασφάλιση της πλατιά διαδεδομένης διανομής της σκέψης, όχι το κέρδος. Το κέρδος ήταν η κινητήρια δύναμη που θα μετέφερε ιδέες στις βιβλιοθήκες. Οι βιβλιοθήκες θα αγόραζαν βιβλία, ανταμείβοντας έτσι τους συγγραφείς για τη δουλειά τους στη συγκέντρωση ιδεών, που θα γίνονταν ελεύθερα διαθέσιμα στο κοινό, των οποίων η διαθεσιμότητα θα ήταν περιορισμένη σε άλλη περίπτωση. Αλλά ποιος είναι ο ρόλος των βιβλιοθηκών, αν δεν υπάρχουν βιβλία; Πώς θα πληρώσει τώρα η κοινωνία για τη διάδοση των ιδεών , αν δε χρεώσει για τις ιδέες τον εαυτό της;

Επιπρόσθετα, περιπλέκοντας πιο πολύ τα πράγματα, υπάρχει το γεγονός ότι παράλληλα με τα δύσκολα μονοπάτια στα οποία η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ανήκει, η ψηφιακή τεχνολογία εξαλείφει κιόλας τις νομικές δικαιοδοσίες του φυσικού κόσμου και τις αντικαθιστά με τις απεριόριστες και ίσως άνομες θάλασσες του Κυβερνοχώρου.

Ο Κυβερνοχώρος λέγεται συχνά ότι δεν έχει διαστάσεις. Αλλά αυτό δε σημαίνει στην πραγματικότητα ότι δεν έχει μέγεθος. Αν θεωρήσουμε ότι το μέγεθος αναπαριστά τη μέση ποσότητα πληροφορίας που περιέχεται σε μια θέση στον Κυβερνοχώρο, μια βασική επίδραση των ψηφιακών δικτύων μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η τάση τους να μικραίνουν το μέγεθος των πραγμάτων (ενθαρρύνοντας την ανταλλαγή μικρών μηνυμάτων και bits από δομημένα δεδομένα) και ταυτόχρονα να αυξάνουν το μέγεθος των πραγμάτων (επιτρέποντας τη συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων και την πρόσβαση σε αυτά). Έτσι αντί να έχουμε να κάνουμε με βιβλία , που να έχουν το κατάλληλο μέγεθος για χωρούν στην τσάντα ενός πλασιέ, έχουμε να κάνουμε με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τεράστιες κατανεμημένες βάσεις δεδομένων. Πώς γίνεται η τάση του δικτύου να αλλάζει το μέγεθος της ανταλλαγής πληροφοριών να έχει επίδραση στο πως ο νόμος εφαρμόζεται όσον αφορά την ιδιοκτησία και την ανταλλαγή αυτών των πληροφοριών;

Σε σχέση με το δόγμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ταυτόχρονη μεγέθυνση και σμίκρυνση των πνευματικών δημιουργημάτων στον Κυβερνοχώρο δημιουργεί σημαντικά προβλήματα. Θα έπρεπε να θεωρούμε κάθε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μια διεργασία; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν παράγοντα τέτοιο ώστε να έχουμε μια ανάλυση δίκαιης χρήσης, όταν έχουμε να κάνουμε με την αντιγραφή και την προώθηση καθολικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου; Στο άλλο άκρο, το μεγάλο μέγεθος της συσσώρευσης κομματιών που απαιτούνται για να παράγουν μερικές διεργασίες πολυμέσων έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κόστους, με μερικές κλήσεις για αλλαγές σε μια νέα νομική δομή που κάνει ιδιαίτερα δύσκολο να συγκεντρωθεί το ποσό των κατάλληλων υλικών που απαιτούνται - σε μεγάλες ποσότητες μικρών bits - για κάποιους τύπους διεργασιών.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για πολλές άλλες περιοχές του νόμου. Οι μεγάλοι αριθμοί των μικρών bits που διασχίζουν ένα δίκτυο κάνουν σχεδόν αδύνατο για ένα διαχειριστή μιας λίστας στο δίκτυο να ανασκοπεί μηνύματα προκαταβολικά - και επομένως απαιτείται να ξανασκεφτούμε την εφαρμογή της παραδοσιακής υποχρέωσης του εκδότη για δυσφήμιση. Η ικανότητα να συσσωρεύονται και να προσπελαύνονται τεράστιοι αριθμοί ηλεκτρονικών εγγραφών όσον αφορά το νόμο περί κλεψιτυπίας μας κάνει να σκεφτούμε την επανεξέταση ενός κατά τα άλλα δεδομένου δικαιώματος, να επαναδημοσιεύσεις πληροφορία που είναι κοινή αλλά είναι δύσκολο να τη συσσωρεύσεις σε ένα μέρος.

Όταν σημαντικές επικοινωνίες αποθηκεύονται σε μετρίου μεγέθους δέσμες (όπως ένα βιβλίο) που χρειάζονται ένα μέτριο ποσό προσπάθειας (μια εβδομάδα ή περισσότερο, αλλά γενικά όχι κάποια χρόνια), τείνουν να παράγονται από ινστιτούτα τα οποία μπορεί να είναι ομάδες που μαζί να μοιράζονται την προσπάθεια. Αυτό ίσως βοηθάει στον έλεγχο της ποιότητας, αλλά παρεμποδίζει τη δημιουργικότητα. Αντίθετα ένα πνευματικό πεδίο που περιλαμβάνει μικρά μηνύματα που στέλνονται σε όλο τον κόσμο μειώνει το ρόλο των ινστιτούτων, κάνει τον καθένα να βρίσκεται μέσα στην πίεση για τους σκοπούς της Πρώτης Τροποποίησης και επιτρέπει την εκπλήρωση αρκετών μεγαλύτερων καθηκόντων. Δημιουργεί επίσης υπερφόρτωση πληροφορίας (καθώς τεράστιες ποσότητες από e-mails περνούν μέσα από φράγματα που αποβάλλουν ογκώδη αυτόκλητη πληροφορία). Αυτό ίσως δημιουργεί την ανάγκη για νέο νόμο, αν δεν μπορούμε να ελέγξουμε απρόσκλητες, αυθαίρετες εισόδους από τεχνολογικά μέσα.

Η νέα αυτή διασπορά έχει μια επίδραση στο μέγεθος των κοινωνιών που ανήκουμε. Σχετικά λίγοι άνθρωποι μπορούν να επιδιώξουν ένα διαμοιρασμένο ενδιαφέρον στην καθολική κλίμακα. Αν επιτρέψουμε σε αυτούς τους λίγους να σταθεροποιήσουν τις αλληλεπιδράσεις τους, επιτρέποντας την τυποποίηση νέων σωματειακών οντοτήτων διοικούμενων στο δίκτυο, θα δούμε την εμφάνιση ενός νέου τύπου ενδιάμεσου οργανισμού - που δεν είναι εύκολο να τοποθετηθεί στον πραγματικό κόσμο - του οποίου οι ενέργειες ίσως όπως λέγεται να συμβαίνουν παντού και πουθενά, και του οποίου η επίδραση ίσως να είναι μεγάλη ακόμα κι αν οι αριθμοί των ανθρώπων που περιλαμβάνει είναι μικροί.

Αν είναι αλήθεια ότι ψηφιοποιώντας οτιδήποτε και συνδέοντας οποιονδήποτε με το δίκτυο κάνει τα πράγματα που χρειάζονται νομική προσοχή ταυτόχρονα μικρότερα (δυσκολότερο να βρεθούν, ευκολότερο να ξεκινήσουν και να σταματήσουν) και μεγαλύτερα (καθολικά προσπελάσιμα, ικανά για ευρεία συλλογή), τότε θα έπρεπε να βρούμε μερικές δυσκολίες καθώς εφαρμόζουμε παραδοσιακά δόγματα σ’ αυτά τα νέα φαινόμενα. Ίσως μερικοί καλά θεμελιωμένοι νόμοι, όπως οι νόμοι της φύσης, να εξανεμιστούν ή να καταρρεύσουν κάτω από τη γενική πίεση [3].

Στο Κυβερνοχώρο δεν υπάρχουν καθόλου εθνικά ή τοπικά σύνορα που να περιέχουν τον τόπο ενός εγκλήματος και να καθορίζουν τη μέθοδο της δίωξής του. Δεν υπάρχουν καθαρές πολιτιστικές συμφωνίες στο τι μπορεί να είναι έγκλημα. Άλυτες και βασικές διαφορές ανάμεσα σε ευρωπαϊκές και ασιατικές πολιτιστικές παραδοχές για την πνευματική ιδιοκτησία μπορούν μόνο να επιδεινωθούν μέσα σε μια περιοχή όπου πολλές συναλλαγές πραγματοποιούνται και στα δύο ημισφαίρια και ακόμη, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, σε κανένα.

Ακόμη και στις πιο τοπικές ψηφιακές συνθήκες, δικαιοδοσία και υπευθυνότητα είναι δύσκολο να προσδιοριστούν. Μια ομάδα από μουσικούς παραγωγούς έκανε αγωγή κατά της Compuserve γιατί είχε επιτρέψει στους χρήστες της να φορτώσουν μουσικές συνθέσεις σε περιοχές, όπου άλλοι χρήστες ίσως τις είχαν πάρει. Αλλά απ’ τη στιγμή που η Compuserve δε μπορεί πρακτικά να ασκήσει αρκετό έλεγχο στο χείμαρρο των bits που περνάει ανάμεσα στους συνδρομητές της, δεν είναι προφανώς υπεύθυνη για την παράνομη δημοσιοποίηση αυτών των εργασιών.

Οι έννοιες της κυριότητας, της αξίας, της ιδιοκτησίας και η φύση του πλούτου αυτή καθαυτή αλλάζουν πιο ουσιαστικά από κάθε άλλη φορά, από τότε που οι Σουμέριοι σκάλισαν σφηνοειδή σε βρεγμένο πηλό και το ονόμασαν αποθηκευμένα δημητριακά. Μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι είναι ενήμεροι του μεγέθους αυτής της μεταβολής και λιγότεροι από αυτούς είναι δικηγόροι ή δημόσιοι υπάλληλοι.

Εκείνοι που βλέπουν αυτές τις αλλαγές πρέπει να ετοιμάζουν απαντήσεις για το νομικό και το κοινωνικό κομφούζιο που θα ξεσπάσει, καθώς οι προσπάθειες να προστατευθούν νέοι τύποι ιδιοκτησίας με παλιές μεθόδους γίνονται προφανώς πιο μάταιες και συνεπώς πιο άκαμπτες.

 

Από τα ξίφη ως τις εντολές και τα bits

Η ανθρωπότητα τώρα μοιάζει να κλίνει σε μια παγκόσμια οικονομία, πρωταρχικά βασισμένη σε αγαθά που δεν έχουν υλική μορφή. Κάνοντάς το αυτό ίσως εξαλείφουμε κάθε αναμενόμενη σχέση ανάμεσα στους δημιουργούς και σε μια δίκαιη αμοιβή για τη χρησιμότητα ή την ευχαρίστηση που άλλοι μπορεί να βρίσκουν στις δουλειές τους (των δημιουργών).

Χωρίς αυτή τη σχέση, και χωρίς καμιά βασική αλλαγή στην συνείδησή μας ώστε να συμβιβάσουμε το χάσιμό της, χτίζουμε το μέλλον μας με έξαλλο ενθουσιασμό, δικαστικό αγώνα, και καθιερωμένη αποφυγή της πληρωμής εκτός από περιπτώσεις εξαναγκασμού. Ίσως επιστρέφουμε στις «κακές παλιές μέρες» της ιδιοκτησίας.

Παντού στα σκοτεινότερα κομμάτια της ανθρώπινης ιστορίας, η κυριότητα και η κατανομή της ιδιοκτησίας ήταν σε μεγάλο βαθμό στρατιωτική υπόθεση. Η ιδιοκτησία ήταν εξασφαλισμένη από εκείνους με τα πιο επικίνδυνα εργαλεία, είτε γροθιές είτε στρατούς, και την πιο αποφασιστική θέληση να τα χρησιμοποιήσουν. Η ιδιοκτησία ήταν το θείο δικαίωμα των φονιάδων.

Με το πέρασμα της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. η εμφάνιση των εμπορικών τάξεων και των γαιοκτημόνων οδήγησε στην ανάπτυξη ηθικών αντιλήψεων για τη λύση των διαφορών κυριότητας. Αργά το Μεσαίωνα, φωτισμένοι ηγέτες, όπως ο Ερρίκος ο 2ος της Αγγλίας, άρχισαν να κωδικοποιούν αυτό τον άγραφο «κοινό νόμο» σε γραπτούς κανόνες. Αυτοί οι νόμοι ήταν τοπικοί, αλλά αυτό δεν πείραζε ιδιαίτερα καθώς απευθύνθηκαν αρχικά σε ακίνητη περιουσία, μια μορφή ιδιοκτησίας που είναι τοπική εξ’ ορισμού. Και αυτή, όπως δηλώνει το όνομά της, ήταν πραγματική.

Αυτό συνέχισε να είναι έτσι όσο η προέλευση του πλούτου ήταν γεωργική, αλλά με τον ερχομό της Βιομηχανικής Επανάστασης η ανθρωπότητα άρχισε να εστιάζει πιο πολύ στους πόρους. Τα εργαλεία απόκτησαν νέα κοινωνική σημασία και χάρη στην ανάπτυξή τους έγινε δυνατό να αντιγραφούν και να διανεμηθούν σε ποσότητες.

Ενθαρρύνοντας την επινόησή τους, νομοθεσία για το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας και της ευρεσιτεχνίας αναπτύχθηκε στις περισσότερες δυτικές χώρες. Αυτοί οι νόμοι ήταν αφιερωμένοι στο λεπτό καθήκον της μεταφοράς πνευματικών δημιουργιών στο κόσμο, όπου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν - και στο μυαλό των άλλων - ενώ θα εξασφαλιζόταν η αποζημίωση των εφευρετών τους για την αξία της χρήσης τους. Και, όπως προηγουμένως δηλώθηκε, τα συστήματα, στο νόμο και στην πράξη, που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτό το θέμα ήταν βασισμένα στη φυσική έκφραση.

Αφού είναι πλέον δυνατό να μεταφέρει κάποιος ιδέες από το ένα μυαλό στο άλλο χωρίς αυτές να πάρουν φυσική μορφή, διεκδικούμε να κατέχουμε ιδέες αυτές καθαυτές και όχι απλά την έκφρασή τους. Και αφού είναι το ίδιο πιθανό να δημιουργήσουμε χρήσιμα εργαλεία που ποτέ δεν παίρνουν φυσική μορφή, έχουμε οδηγηθεί στο να πατεντάρουμε αφηρημένες ιδέες, ακολουθίες από virtual γεγονότα και μαθηματικές φόρμουλες - την πιο φανταστική μη ακίνητη περιουσία.

Σε συγκεκριμένες περιοχές αυτό αφήνει δικαιώματα ιδιοκτησίας σε τόσο διφορούμενη κατάσταση, που άλλη μια φορά η κυριότητα προσχωρεί σε εκείνους που μπορούν να συγκεντρώσουν τους μεγαλύτερους στρατούς. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα οι στρατοί αποτελούνται από δικηγόρους.

Απειλώντας τους αντιπάλους τους με το ατελείωτο καθαρτήριο των δικαστικών αγώνων, αντί του οποίου ορισμένοι ίσως προτιμούν το θάνατο, διεκδικούν δικαίωμα σε κάθε σκέψη που ίσως έχει εισέλθει σε κάποιο άλλο κρανίο μέσα στο συλλογικό σώμα των σωματείων που εξυπηρετούν. Ενεργούν οι απειλούντες σαν αυτές οι ιδέες να εμφανίστηκαν από μια υπέροχη αποσύνδεση από όλη την προηγούμενη ανθρώπινη σκέψη και υποστηρίζουν ότι η σκέψη για ένα προϊόν είναι το ίδιο καλή όπως η κατασκευή, η διανομή και η πώλησή του.

Ότι προηγουμένως θεωρείτο κοινός ανθρώπινος πόρος, διανεμημένος στα μυαλά και στις βιβλιοθήκες του κόσμου, είναι τώρα φραγμένος. Είναι σα μια νέα τάξη επιχείρησης να έχει παρουσιαστεί, που διεκδικεί να κατέχει αέρα και νερό.

Τι πρόκειται να γίνει; Ενώ υπάρχει ένα μακάβριο αστείο σ’ αυτό, χορεύοντας πάνω στον τάφο του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας και της ευρεσιτεχνίας θα σώσουμε λίγα, ειδικά όταν τόσοι λίγοι θέλουν να παραδεχτούν ότι ο κάτοχος αυτού του τάφου είναι νεκρός και προσπαθούν να τηρήσουν με το ζόρι, ότι δεν μπορεί να τηρηθεί περισσότερο κατά την κοινή αποδοχή.

Οι νομικιστές, απελπισμένοι πάνω στην ολισθηρή τους λαβή, προσπαθούν γενναία να το παρατείνουν. Πράγματι οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλοι πιστοί υποστηρικτές του GATT έχουν πίστη στα ετοιμοθάνατα συστήματα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα η Κίνα θα αρνηθεί την εμπορική κατάσταση του «πιο ευνοημένου έθνους» εκτός αν συμφωνηθεί να τηρηθεί ένα σύνολο από πολιτιστικά ξένες αρχές, ακόμη κι αν δεν είναι λογικά εφαρμόσιμες στη χώρα της καταγωγής τους.

Σε έναν τέλειο κόσμο θα ήταν ευχή να δηλώσουμε ένα moratorium στη δίκη, στη νομοθεσία και τις διεθνείς συμβάσεις σ’ αυτή την περιοχή, μέχρι να αποκτήσουμε μια καθαρότερη συναίσθηση των όρων και των συνθηκών της επιχείρησης στον Κυβερνοχώρο. Ιδανικά, οι νόμοι επικυρώνουν ήδη αναπτυγμένες κοινωνικές ομοφωνίες. Δεν είναι τόσο το Κοινωνικό Συμβόλαιο αυτό καθαυτό, παρά μια σειρά από υπομνήματα που εκφράζουν ένα συλλογικό σκοπό, που έχει ανακύψει από πολλά εκατομμύρια ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων.

Οι άνθρωποι δεν έχουν κατοικήσει αρκετά στο Κυβερνοχώρο ή σε επαρκή ποικιλία ώστε να έχουν αναπτύξει ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο που να προσαρμόζεται στις παράξενες νέες συνθήκες αυτού του κόσμου. Οι νόμοι που αναπτύχθηκαν πριν ομόφωνα, συνήθως εξυπηρετούν τους λίγους ήδη εγκατεστημένους, οι οποίοι μπορούν να τους υπερπηδήσουν αλλά δεν μπορούν να υπερπηδήσουν την κοινωνία σαν σύνολο.

Στο βαθμό που είτε ο νόμος είτε η εγκατεστημένη κοινωνική πρακτική υπάρχει σ’ αυτή την περιοχή, βρίσκονται ήδη σε μια επικίνδυνη διαφωνία. Οι νόμοι όσον αφορά τη μη έγκριση αναπαραγωγής εμπορικού λογισμικού είναι καθαροί και αυστηροί - και σπάνια τηρούνται. Οι νόμοι για την κλεψιτυπία λογισμικού είναι τόσο πρακτικά μη εκτελέσιμοι και η παραβίασή τους έχει γίνει τόσο κοινωνικά αποδεκτή, που μόνο μια μικρή μειοψηφία εμφανίζεται αναγκασμένη, είτε από φόβο είτε από συνείδηση, να τους υπακούσει.

Μερικές φορές βγάζω λόγους πάνω σ’ αυτό το θέμα και πάντα ρωτάω πόσοι άνθρωποι στο ακροατήριο μπορούν ειλικρινά να ισχυριστούν ότι δεν έχουν μη αυθεντικό λογισμικό στους σκληρούς δίσκους τους. Δεν έχω δει ποτέ πάνω από 10% από τα χέρια να σηκώνονται.

Οποτεδήποτε υπάρχει τόσο βαθιά διάσταση ανάμεσα στο νόμο και την κοινωνική πρακτική, δεν είναι η κοινωνία αυτή που να προσαρμόζεται. Και παρά το ταχύ ρεύμα των πελατών, η τρέχουσα πρακτική των εκδοτών λογισμικού να απαγχονίζουν μερικά ορατά εξιλαστήρια θύματα είναι τόσο προφανώς ιδιότροπη, ώστε να μειώνει περισσότερο το σεβασμό για το νόμο.

Μέρος της πλατιά διαδεδομένης λαϊκής αδιαφορίας για το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας εμπορικού λογισμικού προέρχεται από τη νομοθετική αποτυχία να κατανοηθούν οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες αυτό προέκυψε. Το να υποθέσει κανείς ότι συστήματα νόμου βασισμένα στο φυσικό κόσμο θα λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον που είναι τόσο ουσιαστικά διαφορετικό, όπως ο Κυβερνοχώρος, είναι ανοησία.

Όπως θα αναφερθεί στο επόμενο τμήμα , η απεριόριστη πνευματική ιδιοκτησία είναι πολύ διαφορετική από τη φυσική ιδιοκτησία και δεν μπορεί να προστατευθεί περισσότερο, ακόμα κι αν αυτές οι διαφορές δεν υπήρχαν. Για παράδειγμα, αν συνεχίσουμε να υποθέτουμε ότι η αξία είναι βασισμένη στην έλλειψη, όπως είναι σε σχέση με τα φυσικά αντικείμενα, θα δημιουργήσουμε νόμους που είναι ακριβώς αντίθετοι με τη φύση της πληροφορίας, η οποία ίσως σε πολλές περιπτώσεις αυξάνει σε τιμή ανάλογα με το πόσο γνωστή είναι.

Τα μεγάλα νομικώς ενάντια στο κίνδυνο ιδρύματα, που είναι πιο πιθανά να παίξουν με τους παλιούς κανόνες, θα υποφέρουν από την υποταγή τους. Όσους περισσότερους δικηγόρους, όπλα και χρήμα επενδύουν, είτε για να προστατέψουν τα δικαιώματά τους, είτε για να υπονομεύσουν τους αντιπάλους τους, τόσο περισσότερο ο εμπορικός ανταγωνισμός θα μοιάζει με τελετή του Kwakiutl Potlatch, στην οποία οι αντίπαλοι διαγωνίστηκαν καταστρέφοντας τα υπάρχοντά τους. Η ικανότητά τους να παράγουν νέα τεχνολογία απλά θα σταματήσει σιγά σιγά με τριγμούς, καθώς κάθε κίνηση που κάνουν τους οδηγεί βαθύτερα στο λάκκο των αντιμαχιών σε κάποια αίθουσα δικαστηρίου.

Η πίστη στο νόμο δε θα είναι αποτελεσματική στρατηγική για εταιρίες υψηλής τεχνολογίας. Ο νόμος προσαρμόζεται με συνεχείς αυξήσεις και με ένα ρυθμό που υστερεί μόνο ως προς τα γεωλογικά φαινόμενα όσον αφορά την επιβλητικότητά του. Η τεχνολογία προχωρεί με απότομες κινήσεις, όμοια με την βιολογική εξέλιξη που αλλόκοτα επιταχύνθηκε. Οι συνθήκες του πραγματικού κόσμου θα συνεχίζουν να αλλάζουν με ένα εκτυφλωτικό βηματισμό και ο νόμος θα μείνει περισσότερο πίσω, πιο βαθιά μπερδεμένος. Αυτό το μη ταίριασμα είναι μόνιμο.

Υποσχόμενες οικονομίες βασισμένες σε καθαρά ψηφιακά προϊόντα, ή θα γεννηθούν σε μια κατάσταση παράλυσης, όπως φαίνεται να είναι η περίπτωση με τα πολυμέσα, ή θα συνεχίσουν με θάρρος και θεληματική αυταπάρνηση από τους κατόχους τους να παίζουν το παιχνίδι της ιδιοκτησίας καθολικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες κάποιος μπορεί κιόλας να δει μια παράλληλη ανάπτυξη της οικονομίας, περισσότερο ανάμεσα σε μικρές, ευέλικτες επιχειρήσεις που προστατεύουν τις ιδέες τους εισβάλλοντας στην αγορά γρηγορότερα από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές τους, που βασίζουν την άμυνά τους στον τρόμο και στις δίκες.

Ίσως εκείνοι που είναι μέρος του προβλήματος απλά θα βάλουν σε καραντίνα τον εαυτό τους στο δικαστήριο, ενώ εκείνοι που είναι μέρος της λύσης θα δημιουργήσουν μια νέα κοινωνία, βασισμένη αρχικά στην κλεψιτυπία. πιθανόν, όταν το τρέχον σύστημα του νόμου πνευματικής ιδιοκτησίας θα έχει καταρρεύσει, καθώς φαίνεται αναπόφευκτο, καμιά νέα νομική δομή δε θα εμφανιστεί στη θέση του.

Αλλά κάτι θα συμβεί. Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι συναλλάσσονται. Όταν το χρήμα δεν έχει πια νόημα, η δουλειά γίνεται με ανταλλαγή. Όταν οι κοινωνίες αναπτύσσονται έξω από το νόμο, αναπτύσσουν τους δικούς τους άγραφους κώδικες, πρακτικές και ηθικά συστήματα. Ενώ η τεχνολογία ίσως ανατρέπει το νόμο, παράλληλα προσφέρει μεθόδους για αποκατάσταση δημιουργικών δικαιωμάτων.

 

Ταξινομώντας την πληροφορία

Μου φαίνεται πως το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να εξετάσω σε βάθος την αληθινή φύση αυτού που προσπαθούμε να προστατεύσουμε. Αλήθεια, πόσα γνωρίζουμε για την πληροφορία και τις φυσικές της εκφάνσεις;

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ανεξέλεγχτης δημιουργίας; Σε τι διαφέρει από προηγούμενες μορφές ιδιοκτησίας; Πόσες από τις ιδιοποιήσεις μας για αυτήν αφορούν στην πραγματικότητα τη συσκευασία της παρά το μυστήριο περιεχόμενό της; Ποια είναι τα διάφορα είδη της και πώς μπορεί το καθένα από αυτά να έρθει υπό έλεγχο; Ποιες τεχνολογίες θα είναι χρήσιμες στη δημιουργία νέων virtual μπουκαλιών που θα αντικαταστήσουν τα παλιά αληθινά;

Βέβαια, η πληροφορία είναι εκ φύσεως άυλη και δύσκολο να οριστεί. Παρόμοια με άλλα τέτοια δυσνόητα φαινόμενα, σαν το φως και την ύλη, είναι ένας φυσικός ξενιστής οξύμωρων. Όπως είναι βολικό να κατανοούμε το φως ως σωματίδιο και κύμα ταυτόχρονα έτσι και η κατανόηση της πληροφορίας δύναται να προέλθει από την αφηρημένη αναλογία των ξεχωριστών διαφορετικών ιδιοτήτων της που θα μπορούσαν να περιγραφούν από τις ακόλουθες τρεις προτάσεις:

Στην ακόλουθη ενότητα θα εξετάσω κάθε μία από αυτές.

 

Η πληροφορία είναι μια δραστηριότητα

 

Η πληροφορία είναι ρήμα, όχι ουσιαστικό

Το ρητό αυτό θέλει να πει ότι η πληροφορία δηλώνει μια ενέργεια, δεν προσδιορίζει κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια. Απελευθερωμένη από τη συσκευασία της, η πληροφορία δεν είναι προφανώς ένα πράγμα. Μάλιστα είναι κάτι που συμβαίνει στο πεδίο της αλληλεπίδρασης μεταξύ σκέψεων ή αντικειμένων ή άλλων πληροφοριών.

Ο τεχνικός ορισμός της πληροφορίας εισήχθη το 1948 από τον Αμερικανό μηχανικό Claude Shannon. Σκοπός του ήταν να μετρήσει την πληροφορία σαν ένα οικονομικό αγαθό. Ένα μεγάλο μέρος ενός μηνύματος δεν είναι πληροφορία: είναι πλεονασμός. Κι αυτό διότι είτε το γνωρίζει ήδη ο λήπτης του μηνύματος είτε γιατί επαναλαμβάνει άλλα κομμάτια του μηνύματος [4]. Αν συμβολίσουμε με Α την άγνοια του λήπτη πριν λάβει το μήνυμα και με Β την υπολειπόμενη άγνοια αφού το λάβει, τότε η διαφορά Α-Β δηλώνει το πληροφοριακό περιεχόμενο του μηνύματος. Πάνω στις ιδέες αυτές ο Shannon ανέπτυξε τη Θεωρία Πληροφορίας.

Ο ανθρωπολόγος-κοινωνιολόγος [5] Gregory Bateson, επεκτείνοντας τη Θεωρία Πληροφορίας του Claude Shannon, είπε, "Η πληροφορία είναι κάτι διαφορετικό που έχει σημασία". Έτσι, η πληροφορία υπάρχει αληθινά μόνο στο Δέλτα. Το αίτιο αυτού του διαφορετικού είναι μια δραστηριότητα στα πλαίσια μιας σχέσης. Η πληροφορία είναι μια δράση που απορροφά χρόνο παρά μια οντότητα που καταλαμβάνει φυσικό χώρο, όπως είναι η περίπτωση των διαρκών αγαθών. Είναι η πάσα, όχι η μπάλα, ο χορός, όχι ο χορευτής.

 

Η πληροφορία βιώνεται, δεν κατέχεται

Ακόμα και όταν έχει αποθηκευτεί σε κάποια στατική μορφή όπως σε ένα βιβλίο ή ένα σκληρό δίσκο, η πληροφορία εξακολουθεί να είναι κάτι που σου συμβαίνει καθώς την αποσυμπιέζεις νοητικά από την κωδικοποιημένη αποθήκευσή της. Όμως, είτε τρέχει με gigabits ανά δευτερόλεπτο είτε με λέξεις ανά λεπτό, η πραγματική αποκωδικοποίηση πρέπει να εκτελεστεί από έναν νου, μια διαδικασία που πρέπει να λάβει χώρα στο χρόνο.

Υπήρχε ένα καρτούν στο Δελτίο των Ατομικών Επιστημόνων πριν από μερικά χρόνια που επισήμανε γλαφυρά το σημείο αυτό. Στο σκίτσο, ένας ένοπλος ληστής σημαδεύει με το πιστόλι του εκείνον το διοπτροφόρο τύπο που φαίνεται να διαθέτει ένα μεγάλο όγκο πληροφορίας μέσα στο κεφάλι του. "Γρήγορα", διατάζει ο κακοποιός, "Δώσε μου όλες σου τις ιδέες."

Καθώς ο όγκος της πληροφορίας που παράγει διαρκώς ο ανθρώπινος πολιτισμός αυξάνεται κανείς πια δεν μπορεί να μάθει τα πάντα δεδομένου και του πεπερασμένου της ανθρώπινης ζωής. Τα άτομα των επόμενων γενεών θα γνωρίζουν, το καθένα ξεχωριστά, όλο και μικρότερο ποσοστό της συνολικής ανθρώπινης γνώσης. Η εποχή των πανεπιστημόνων έχει περάσει ανεπιστρεπτί, δίνοντας τη θέση της στην εποχή της εξειδίκευσης. Το φαινόμενο αυτό ενισχύει την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων και επιτάσσει τη στενότερη συνεργασία για να συνεχίσει η ανθρωπότητα να παράγει νέες γνώσεις.

 

Η πληροφορία πρέπει να κινείται

Λέγεται ότι οι καρχαρίες πεθαίνουν από ασφυξία αν σταματήσουν να κολυμπούν. Το ίδιο ισχύει περίπου και για την πληροφορία. Η πληροφορία που δεν κινείται παύει να υφίσταται ως οτιδήποτε πλην λανθάνουσα - τουλάχιστον μέχρι να της επιτραπεί να κινηθεί ξανά. Για το λόγο αυτό, η πρακτική της συσσώρευσης πληροφορίας, συνηθισμένη σε γραφειοκρατίες, είναι ένα ιδιαίτερα λοξό τεχνούργημα συστημάτων βασισμένων σε υλικές αξίες.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε το project Gutenberg – μια συλλογική προσπάθεια να τοποθετηθεί στο Διαδίκτυο μια σύγχρονη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, μια βιβλιοθήκη η οποία θα περιέχει σε ηλεκτρονική μορφή κάθε κείμενο που έχει ποτέ εκδοθεί, από τα δημιουργήματα της αρχαιότητας μέχρι τη σύγχρονη λογοτεχνία. Η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια, με εμπνευστή τον Michael Hart, βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια. Η συλλογή του project Gutenberg διαθέτει σήμερα περίπου 1500 τίτλους και εμπλουτίζεται με 45 νέους τίτλους κατά μέσο όρο το μήνα.

Επί του παρόντος η βιβλιοθήκη περιορίζεται σε έργα συγγραφέων για τα οποία έχει παρέλθει η περίοδος προστασίας από τους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας – και θα συνεχίσει επί μακρόν έτσι, αφού θα περάσει καιρός μέχρι να εξαντληθούν. Κάποια στιγμή, ωστόσο, αυτό θα συμβεί αλλά ο Hart είναι αποφασισμένος να μη σταματήσει. “Δεν πειράζει και φυλακή να πάω”, λέει. “Αρκεί που θα γίνει θόρυβος και το θέμα θα ακουστεί” [6].

 

Η πληροφορία μεταβιβάζεται διαδιδόμενη, όχι διαμοιραζόμενη

Ο τρόπος με τον οποίο η πληροφορία μεταφέρεται είναι επίσης πολύ διαφορετικός από τη διανομή των υλικών αγαθών. Μετακινείται περισσότερο σα δημιούργημα της φύσης παρά ενός εργοστασίου. Μπορεί να συνενωθεί όπως τα ανατρεπόμενα ντόμινο ή να μεγαλώσει κατά το πλεγματοειδές ανάπτυγμα ενός fractal, όπως απλώνεται η πάχνη πάνω στο τζάμι ενός παραθύρου, αλλά δεν μπορεί να μεταφέρεται εδώ και εκεί όπως οι κατασκευές, εκτός του ότι μπορεί να περιέχεται σε αυτές. Δεν κυκλοφορεί απλώς. Αφήνει το ίχνος της οπουδήποτε περνάει.

Η κεντρική οικονομική διάκριση μεταξύ πληροφορίας και υλικής ιδιοκτησίας είναι η ικανότητα της πρώτης να μεταφέρεται χωρίς να χάνεται από την κατοχή του πρωτογενούς ιδιοκτήτη. Αν σας πουλήσω το άλογό μου, δε θα μπορώ να το ιππεύω μετά. Αν σας πουλήσω αυτό που ξέρω, θα το ξέρουμε και οι δύο.

Η πληροφορία λοιπόν μεταβιβάζεται εύκολα, γρήγορα και ανέξοδα αν εξαιρέσουμε την πρακτική ανάγκη καμιά φορά να είναι συσκευασμένη. Η ιδιότητα αυτή είναι έκδηλη στην περίπτωση του πειρατικού λογισμικού. Καθώς βγαίνει ένα καινούργιο πρόγραμμα αρχικά ο μόνος τρόπος για να το αποκτήσει κανείς είναι να το αγοράσει. Μία εβδομάδα μετά οι νομιμόφρονες καταναλωτές θα το έχουν δανείσει σε κάποιον γνωστό τους που θα το αντιγράψει σε ένα δικό του CD. Το “κακό” θα έχει αρχίσει και θα πολλαπλασιάζεται εκθετικά. Η βαθύτερη αιτία του φαινομένου αυτού είναι το ότι για να προμηθευτούν 30 καταναλωτές τον ίδιο τύπο αυτοκινήτου πρέπει να κατασκευαστούν και τα 30 αυτοκίνητα, ενώ για να προμηθευτούν το ίδιο πακέτο λογισμικού χρειάζεται αυτό να δημιουργηθεί μόνο 1 φορά.

Η πληροφορία είναι μια μορφή ζωής

 

Η πληροφορία θέλει να είναι ελεύθερη

Η κομψή αυτή δήλωση του προφανούς αποδίδεται γενικά στον Steward Brand, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την έμφυτη επιθυμία των μυστικών να αποκαλύπτονται και το γεγονός ότι πιθανόν είναι ικανά να διαθέτουν κάτι σα μια "επιθυμία" πρώτου βαθμού.

Ο Άγγλος βιολόγος και φιλόσοφος Richard Dawkins πρότεινε την ιδέα των "μίμων", αυτο-αντιγραφόμενα σχέδια πληροφορίας που διαδίδονται μέσα στα οικοσυστήματα των σκέψεων, λέγοντας ότι μοιάζουν με μορφές ζωής.

Εγώ πιστεύω ότι πρόκειται για μορφές ζωής από κάθε άποψη πλην του ότι δε δομούνται με βάση το άτομο του άνθρακα. Αυτο-αναπαράγονται, αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους και προσαρμόζονται σε αυτό, μεταλλάσσονται, επιζούν. Όπως κάθε μορφή ζωής αναπτύσσονται να καταλάβουν τα προοπτικά κενά των τοπικών περιβαλλόντων τους, τα οποία είναι, σε αυτή την περίπτωση, τα πιστεύω και οι αξίες των ξενιστών τους, δηλαδή εμείς.

Πράγματι, οι βιοκοινωνιολόγοι, όπως ο Dawkins, κάνουν μια αληθοφανή υπόθεση ότι οι μορφές ζωής που βασίζονται στον άνθρακα είναι και αυτές πληροφορία, και ότι, όπως το κοτόπουλο είναι ο τρόπος που έχει ένα αυγό για να κάνει ένα άλλο αυγό, το όλο βιολογικό θέαμα είναι απλώς τα μέσα του μορίου του DNA να παράγει ταινίες πληροφορίας - πιστά αντίγραφα του εαυτού του.

Για τον Richard Stallman, τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από τη Free Software Foundation, μια μη-κερδοσκοπική ομάδα προγραμματιστών, η πληροφορία όχι μόνο θέλει αλλά επιβάλλεται να είναι ελεύθερη. Οι απόψεις του είναι μάλλον εκκεντρικές: ένας συγγραφέας δεν είναι ιδιοκτήτης των λέξεων που βάζει στο χαρτί, δηλώνει. Ένας ζωγράφος δεν είναι κάτοχος του έργου που ζωγραφίζει, το πολύ-πολύ να τον θεωρήσουμε κάτοχο του τελάρου πάνω στο οποίο ζωγραφίζει και της μπογιάς που χρησιμοποιεί. Και φυσικά, ένας προγραμματιστής δεν είναι κάτοχος του κώδικα τον οποίο γράφει.

Ο Stallman είναι προγραμματιστής ο ίδιος και αν θα θέλαμε να του προσάψουμε κάτι σίγουρα αυτό δε θα ήταν η ασυνέπεια. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η Free Software Foundation προωθεί την ιδέα του ελεύθερου από περιορισμούς χρησιμοποίησης λογισμικού. Κατά τον Stallman το ελεύθερο λογισμικό είναι κάτι αντίστοιχο με την ελευθερία του λόγου. Ο κάθε χρήστης πρέπει να έχει το δικαίωμα να εξετάζει τον κώδικα που χρησιμοποιεί και αν θέλει ή μπορεί, να κάνει τις αλλαγές που πιστεύει ότι χρειάζονται για τις ανάγκες του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι αν και οι θιασώτες του ελεύθερου λογισμικού αρνούνται κάθε έννοια ιδιοκτησίας σε πνευματικά προϊόντα (και άρα κερδοφορίας από την εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας αυτής), εντούτοις δεν αρνούνται καθόλου την έννοια της πατρότητας. Έτσι, σε αντιπαραβολή με την έννοια του copyright, ο Stallman και η παρέα του προωθούν την έννοια του “copyleft”. Ο καθένας είναι δημιουργός του έργου του (του προγράμματος που έχει γράψει ή των τροποποιήσεων που έχει κάνει), αλλά είναι (ηθικά) υποχρεωμένος να προσφέρει τον κώδικα σε οποιονδήποτε θα ήθελε να τον μελετήσει ή να τον τροποποιήσει [6].

 

Η πληροφορία αναπαράγεται στα ανοίγματα των προοπτικών

Σαν τις έλικες του DNA, οι ιδέες είναι ανηλεείς επεκτατιστές, ψάχνοντας πάντα νέες ευκαιρίες για lebensraum. Όμοια, όπως στη δομημένη στον άνθρακα φύση, όπου οι πιο ανθεκτικοί οργανισμοί είναι εξαιρετικά επιδέξιοι στο να βρίσκουν νέους χώρους για να ζήσουν. Έτσι, ακριβώς όπως η κοινή μύγα έχει τρυπώσει σχεδόν σε κάθε οικοσύστημα του πλανήτη, όμοια και ο μίμος της "μετά θάνατον ζωής" έχει βρει θέση στις περισσότερες σκέψεις ή ψυχο-οικοσυστήματα.

Όσο πιο καθολικά ηχηρή είναι μια ιδέα, μία εικόνα ή ένα τραγούδι, σε τόσες περισσότερες σκέψεις θα εισέλθει και θα εγκατασταθεί. Το να προσπαθήσει κανείς να σταματήσει τη διάδοση μιας πραγματικά ανθεκτικής πληροφορίας είναι σα να προσπαθεί να περιορίσει τις μέλισσες-δολοφόνους στα νότια των συνόρων. Το όλο θέμα μπάζει.

Ο Κυβερνοχώρος είναι ένα ιδανικό μέσο για την επέλαση μιας πληροφορίας, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα σε συγγραφείς και εκδότες. Η μεγαλύτερη πρόκληση που καλούνται να αντιμετωπίσουν δεν είναι το πώς θα ενδυναμώσουν τους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας αλλά το πώς θα επαναϊδρύσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα ώστε να εκτιμήσουν το πώς θα παρέχουν περιεχόμενο που θα ενδιαφέρει τους υποψήφιους πελάτες πάνω σε όρους που θα γίνονται αποδεκτοί από τους καταναλωτές αυτούς. Ίσως είναι πιο σημαντικό να προστατεύσουν τα εισοδήματά τους παρά τα ίδια τα bits. Και το να προστατεύσουν τα εισοδήματά τους πιθανόν να σημαίνει ότι πρέπει να μοιράσουν δωρεάν περιεχόμενο ώστε να προσελκύσουν πελάτες για άλλο περιεχόμενο ή για υπηρεσίες συνυφασμένες με το πρώτο. Τελικά δηλαδή, ένα αρνητικό από οικονομική άποψη χαρακτηριστικό της πληροφορίας μπορεί να αναχθεί σε επιχειρηματικό εργαλείο οδηγώντας σε νέες μορφές εμπορίου.

 

Η πληροφορία θέλει να αλλάζει

Αν οι ιδέες και τα άλλα αλληλεπιδραστικά σχήματα πληροφορίας είναι πράγματι μορφές ζωής, αναμένεται να εξελίσσονται διαρκώς σε μορφές που θα είναι πιο πλήρως προσαρμοσμένες στο περιβάλλον τους. Και, όπως βλέπουμε, το κάνουν αυτό όλη την ώρα.

Όμως, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι διαθέσιμοι στατικοί τρόποι ενημέρωσης, είτε πρόκειται για σκαλίσματα σε πέτρα είτε για μελάνι σε χαρτί είτε για χρώμα σε σελλουλόιντ, είχαν αντισταθεί σθεναρά στην εξελικτική ορμή, εξαίροντας τη σπουδαιότητα του να μπορεί ο συγγραφέας να καθορίσει το τελειωμένο προϊόν. Αντιθέτως, όπως σε μια προφορική παράδοση, η ψηφιακή πληροφορία δεν έχει "τελικό κόψιμο".

Η ψηφιακή πληροφορία, δίχως τον περιορισμό του πακεταρίσματος, είναι μια συνεχής διαδικασία που μοιάζει περισσότερο με τις μεταμορφικές διαδόσεις της προϊστορίας παρά με κάτι που χωράει μέσα σε ένα στενό περίβλημα. Από τη Νεολιθική Εποχή μέχρι τον Gutenberg, η πληροφορία περνούσε από στόμα σε στόμα, αλλάζοντας με κάθε επανα-αφήγηση (ή επανα-τραγούδισμα). Οι εξιστορήσεις που κάποτε διαμόρφωναν την αντίληψή μας για τον κόσμο δεν είχαν αυθεντικές εκδοχές. Προσαρμόζονταν στον κάθε πολιτισμό μέσα στον οποίο λέγονταν.

Επειδή ποτέ μια ιστορία δε στερεοποιούταν σε έντυπη μορφή, το λεγόμενο "ηθικό" δικαίωμα των εξιστοριτών να κρατήσουν την ιστορία κτήμα τους δεν προστατευόταν ούτε αναγνωριζόταν. Η ιστορία απλά περνούσε από τον ένα στον άλλον, όπου και προσλάμβανε μια διαφορετική μορφή. Καθώς επιστρέφουμε στη συνεχή πληροφόρηση, αναμένουμε να μειώνεται η σημασία της πατρότητας. Οι δημιουργικοί άνθρωποι πιθανόν να πρέπει να ανανεώσουν την εξοικείωσή τους με την ταπεινοφροσύνη.

Όμως το σύστημά μας για τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας δεν προβλέπει τίποτα για εκφράσεις που δε "στερεοποιούνται" ούτε για πολιτισμικές εκφράσεις που στερούνται ενός συγκεκριμένου συγγραφέα ή εφευρέτη.

Αυτοσχεδιασμοί στην τζαζ, κωμικές φράσεις της στιγμής, παραστάσεις παντομίμας, αναπτυσσόμενοι μονόλογοι, και μη καταγεγραμμένες ραδιοφωνικές μεταδόσεις στερούνται τη συνταγματική απαίτηση για στερεοποίηση ως μία "γραφή". Χωρίς να στερεοποιούνται με την έννοια της έκδοσης τα ρευστά έργα του μέλλοντος θα μοιάζουν όλα με αυτές τις διαρκώς προσαρμοζόμενες και μεταβαλλόμενες μορφές και για το λόγο αυτό θα έγκεινται πέρα από τα ισχύοντα περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η ειδικός σε θέματα δικαιωμάτων περί πνευματικής ιδιοκτησίας Pamela Samuelson αναφέρει ότι παρακολούθησε τον περασμένο χρόνο ένα συνέδριο συγκαλούμενο γύρω από το γεγονός ότι οι Δυτικές χώρες πιθανόν να ιδιοποιηθούν νομικά τη μουσική, τα σχεδιάσματα και τις βιοϊατρικές γνώσεις των αυτοχθόνων κατοίκων χωρίς να αποζημιώσουν τη φυλή προέλευσής τους μια και αυτή η φυλή δε θεωρείται ούτε "συγγραφέας" ούτε "εφευρέτης".

Σύντομα όμως η περισσότερη πληροφορία θα παράγεται από τη συνεργασία των κυβερνο-φυλετικών θηρευο-συλλεκτών του Κυβερνοχώρου. Η αλαζονικά νομική παύση των δικαιωμάτων των "πρωτόγονων" θα γίνει μπούμερανγκ εναντίον μας.

 

Η πληροφορία είναι φθαρτή

Εξαιρώντας τις έξοχες κλασικές δημιουργίες, η περισσότερη πληροφορία είναι σαν τα αγροτικά προϊόντα. Η ποιότητά της υποβιβάζεται ταχέως και με το χρόνο και με την απόσταση από την πηγή παραγωγής της. Αλλά ακόμα και εδώ, η αξία είναι καθαρά υποκειμενική και περιστασιακή. Οι εφημερίδες του χτες είναι πραγματικά πολύτιμες στον ιστορικό. Μάλιστα, όσο πιο παλιές είναι τόσο μεγαλύτερη αξία έχουν. Από την άλλη μεριά, ένας χρηματιστής πιθανόν να θεωρεί ότι η είδηση ενός συμβάντος που έγινε πριν μία ώρα έχει χάσει κάθε σπουδαιότητα. Επίσης η πληροφορία συμβαίνει να χάνει τη σημασία της όταν έχει να ταξιδέψει. Για παράδειγμα η είδηση ότι χιονίζει στην Αθήνα δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον κάτοικο του Πεκίνου. Τέτοιου είδους υποβάθμιση ενδέχεται να προέρχεται και λόγω απώλειας της αξιοπιστίας, οπότε η πληροφορία να εκφυλίζεται σε φημολογία.

 

Η πληροφορία είναι μια μορφή σχέσης

 

Το νόημα έχει σημασία και είναι μοναδικό σε κάθε περίπτωση

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, προσδίδουμε αξία στην πληροφορία με βάση το νόημά της. Το μέρος που κατοικεί η πληροφορία, η ιερή στιγμή που η μετάδοση γίνεται λήψη, είναι μια περιοχή που έχει πολλά μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά και αρώματα, τα οποία εξαρτώνται από τη σχέση ανάμεσα στον αποστολέα και τον παραλήπτη, από το βάθος της εσωτερικής τους επικοινωνίας.

Κάθε τέτοια σχέση είναι μοναδική. Ακόμη και στην περίπτωση που ο αποστολέας είναι το μέσο μετάδοσης, και δεν υπάρχει καμία απόκριση, ο παραλήπτης πολύ δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απαθής. Πολύ συχνά το να λαμβάνεις πληροφορίες είναι μια πράξη εξίσου δημιουργική με τη γέννησή τους.

Η αξία αυτού που αποστέλλεται εξαρτάται ολοκληρωτικά από το βαθμό στον οποίο κάθε ξεχωριστός παραλήπτης έχει τους δέκτες - κοινή ορολογία, προσοχή, ενδιαφέρον, γλώσσα, παραδείγματα - που είναι απαραίτητοι προκειμένου να μεταφράσουμε αυτό που λαμβάνουμε σε κάτι που έχει νόημα.

Το γεγονός αυτό είναι που καθιστά τη διαδικασία της επικοινωνίας σε κάτι τόσο πολύπλοκο και σημαντικό, αφού δεν είναι δυνατό να υπάρξει επικοινωνία χωρίς την εθελούσια πνευματική συμμετοχή και των δύο μερών, χωρίς να χρησιμοποιήσουν και οι δύο πλευρές μεγάλο μέρος των νοητικών και πνευματικών δυνατοτήτων τους. Για το λόγο αυτό η απλή ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μηχανημάτων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν επικοινωνία αν δεν παρεμβληθεί ο ανθρώπινος παράγοντας, που θα κατανοήσει και θα δώσει αξία και νόημα στα δεδομένα (αν βέβαια και αυτός έχει την ικανότητα για κάτι τέτοιο).

Η κατανόηση είναι ένα ισχυρά σημαντικό στοιχείο που όλο και περισσότερο παραβλέπεται στην προσπάθεια να μετατραπεί η πληροφορία σε εμπορεύσιμο αγαθό. Δεδομένα μπορεί να είναι ένα σύνολο από γεγονότα, χρήσιμα ή μη, κατανοητά ή μυστηριώδη, σχετικά ή άσχετα. Οι υπολογιστές μπορούν να παράγουν νέα δεδομένα όλη τη νύχτα χωρίς την ανθρώπινη βοήθεια, και τα αποτελέσματα μπορούν να διατεθούν προς πώληση σαν πληροφορία. Μπορεί να είναι ή μπορεί να μην είναι στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο. Μόνο ένα ανθρώπινο ον μπορεί να διακρίνει το νόημα που χωρίζει την πληροφορία από τα δεδομένα.

Στην πραγματικότητα, η πληροφορία, με την οικονομική έννοια του όρου, αποτελείται από δεδομένα τα οποία έχουν περάσει μέσα από έναν ανθρώπινο νου και στα οποία έχει αναγνωριστεί κάποια σημασία μέσα στη συγκεκριμένη πνευματική συνάφεια. Οι πληροφορίες κάποιου μπορεί να φαίνονται σαν απλά δεδομένα σε κάποιον άλλο. Αν για παράδειγμα κάποιος είναι ανθρωπολόγος, τότε οι λεπτομερείς χάρτες των συγγενικών αποτυπωμάτων του Tasaday μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για αυτόν. Αν όμως είναι ένας τραπεζίτης από το Hong-Kong, τότε του φαίνονται σαν απλά δεδομένα.

Το στοιχείο αυτό όσο και αν φαίνεται σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει στην ισχυρότερη οικονομική αξιοποίηση του Διαδικτύου. Πολύ συχνά αναζητώντας πληροφορίες για κάποια αντικείμενα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σωρό δεδομένων τα οποία είτε δεν μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε, (αν δεν έχουμε έστω τη στοιχειώδη γνώση για το αντικείμενο που μας ενδιαφέρει) είτε τα ίδια δεν είναι σχετικά με αυτό που μας ενδιαφέρει. Μπροστά σε αυτό τον όγκο ακατανόητων δεδομένων δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα προσφερθούν να μας προσφέρουν τη χωρίς κόπο πρόσβαση στο ακριβές είδος πληροφορίας που μας ενδιαφέρει με κάποιο τίμημα φυσικά. Είναι αυτοί που θα θελήσουν να εκμεταλλευτούν το στοιχείο του χάους που διακρίνει το Διαδίκτυο και τη δική μας ανάγκη μας για κάποια τάξη και νομοτέλεια προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε ως αξιόπιστη, απλή και γρήγορη πηγή πληροφόρησης.

Η εξοικείωση έχει μεγαλύτερη αξία από την σπανιότητα

Με τα φυσικά αγαθά υπάρχει μια απευθείας σχέση ανάμεσα στη σπανιότητα και την αξία. Ο χρυσός για παράδειγμα έχει μεγαλύτερη αξία από το σιτάρι, παρόλο που δεν είναι κάτι βρώσιμο. Παρόλο που αυτό δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις, η κατάσταση με την πληροφορία είναι ακριβώς η αντίστροφη. Τα περισσότερα αγαθά λογισμικού μεγαλώνουν σε αξία όσο περισσότερο κοινά γίνονται. Η εξοικείωση είναι ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο στην κοινωνία των πληροφοριών. Πολύ συχνά ισχύει πως το καλύτερο που μπορείς να κάνεις προκειμένου να αυξήσεις τη ζήτηση για το προϊόν σου είναι να το προσφέρεις δωρεάν.

Ίσως δεν μπορεί να υπάρξει κλασικότερο παράδειγμα των όσων ισχυριζόμαστε από αυτό μεταξύ IBM και APPLE. Η αδιαμφισβήτητη υπεροχή της δεύτερης, που από πολλούς προσδιοριζόταν σε τεχνολογικό προβάδισμα μιας πενταετίας, χάθηκε μέσα σε μια νύχτα. Την νύχτα που η IBM αποφάσισε να επιτρέψει κλώνους των προϊόντων της (συμβατά PC) ενώ η APPLE θέλησε να ακολουθήσει σκληρή πολιτική πάνω στο ίδιο θέμα. Αποτέλεσμα αυτών των κινήσεων ήταν η πλειοψηφία των χρηστών να αγοράζει τα φτηνά συμβατά PC και έτσι να εξοικειώνεται με προγράμματα και ορολογία που ήταν βασισμένα σε IBM συμβατή τεχνολογία. Έτσι σήμερα, ενώ η IBM εξακολουθεί να είναι μια οικονομικά εύρωστη εταιρεία με ικανοποιητικό αριθμό πωλήσεων, η APPLE αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και αναγκάζεται να παράγει λογισμικό που κάνει εξομοίωση PC στα μηχανήματά της. Αν είχε επιτρέψει και η APPLE κλώνους τότε όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο ότι θα ήταν κυρίαρχος αυτή τη στιγμή στην αγορά.

Παρόλο που αυτό δεν πέτυχε πάντα με το ελεύθερα διαμοιραζόμενο λογισμικό, μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στο βαθμό που κάποιο εμπορικό λογισμικό γίνεται αντικείμενο κλεψιτυπίας και των ποσοτήτων που πουλάει. Προϊόντα ευρείας πειρατείας όπως το Lotus 1-2-3 ή το Wordperfect, γίνονται ένα standard και ευνοούνται από το νόμο των αυξανόμενων επιστροφών που βασίζεται στην εξοικείωση.

Άλλωστε ακόμη και σήμερα, που η Microsoft είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωτοπόρος στις εταιρείες λογισμικού και που τα προϊόντα της χρησιμοποιούνται από τη συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών, η ίδια συνεχίζει να επιτρέπει την ελεύθερη δωρεάν διακίνησή τους. Αν και θα μπορούσε να είναι περισσότερο αυστηρή σε τέτοιες ενέργειες, αφού είναι κυριολεκτικά κυρίαρχος στην αγορά λογισμικού, δεν το κάνει διότι ξέρει πως η συγκεκριμένη αγορά είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και οι ισορροπίες αλλάζουν πολύ εύκολα. Άλλωστε ο ιδιοκτήτης της είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου και αυτό είναι μάλλον το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της πολιτικής που ακολουθεί.

Ακόμη πιο αιρετική είναι η άποψη και η τακτική κάποιον άλλων εταιριών λογισμικού οι οποίες εκτός από το να επιτρέπουν την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων τους δίνουν και στο ευρύ κοινό τον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που παράγουν. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η άποψη πάνω σε αυτό του Robert Young, στελέχους της εταιρείας Red Hat, την οποία και παραθέτουμε. H Red Hat είναι η εταιρεία παραγωγής του Linux O.S.

 

Πώς μπορείς να κερδίσεις χρήματα μέσα από ελεύθερα διαδιδόμενο Λογισμικό;

Η ερώτηση εννοεί ότι είναι εύκολο, ή τουλάχιστον ευκολότερο, να αποκτήσεις χρήματα πωλώντας μόνο λογισμικό που συνοδεύεται από τη σχετική άδεια χρησιμοποίησής του. Αυτό είναι λάθος. Οι περισσότερες εταιρείες λογισμικού, είτε αυτές που επιτρέπουν την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων τους, είτε αυτές που τα προστατεύουν μέσα από το νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας, αποτυγχάνουν. Δεδομένου πως έως τα τελευταία χρόνια όλες οι εταιρείες λογισμικού προστάτευαν τα προϊόντα τους από την ελεύθερη διακίνηση, είναι αρκετά ασφαλές να ισχυριστούμε πως το μοντέλο παραγωγής και προώθησης λογισμικού που βασίζεται στο νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ένας αρκετά δύσκολος τρόπος για να εξασφαλίζεις τα προς το ζην.

Κανείς βέβαια δεν περιμένει πως είναι εύκολο να κερδίσεις χρήματα από ελεύθερα διαμοιραζόμενο λογισμικό. Παρόλο που το τελευταίο είναι μία πρόκληση δεν είναι σίγουρο πως η πρόκληση αυτή είναι μικρότερη όταν έχουμε να κάνουμε με πνευματικά κατοχυρωμένο λογισμικό. Στην πραγματικότητα και στις δύο περιπτώσεις αποκομίζεις κέρδη με τον ίδιο τρόπο. Δημιουργείς ένα προϊόν, το προωθείς στην αγορά με ικανότητα και φαντασία, προσέχεις τους πελάτες σου και με τον τρόπο αυτό φτιάχνεις μια εταιρεία που στηρίζεται στην ποιότητα και την εξυπηρέτηση.

Η προώθηση του προϊόντος με ικανότητα και φαντασία, ειδικά σε υψηλά ανταγωνιστικές αγορές, απαιτεί την προσφορά λύσεων στους πελάτες σου που οι άλλοι δεν μπορούν να προσφέρουν. Στο σημείο αυτό ο ελεύθερα προσφερόμενος πηγαίος κώδικας είναι ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Το συγκεκριμένο μοντέλο παραγωγής λογισμικού οδηγεί σε προϊόντα που είναι σταθερά, ευέλικτα και σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό προσαρμοζόμενα στις ανάγκες του καθένα. Έτσι η εταιρεία ενός τέτοιου προϊόντος ξεκινά με ένα ποιοτικό λογισμικό σαν προϊόν της. Το κόλπο πλέον είναι να βρεις έναν αποτελεσματικό τρόπο να αποκτάς λεφτά με το να προσφέρεις έμπρακτα στους πελάτες σου τα πλεονεκτήματα που παρέχει ένα τέτοιου τύπου λογισμικό.

 

Είμαστε μια εταιρεία παροχής Προϊόντων – Υπηρεσιών

Αφού δεν έχουμε πνευματική ιδιοκτησία με τον τρόπο που όλες σχεδόν οι υπόλοιπες εταιρείες λογισμικού έχουν και εφόσον οι υπόλοιπες εταιρείες επιμένουν πως το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτουν είναι η πνευματική ιδιοκτησία πάνω στα αγαθά τους, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως η Red Hat δεν είναι μια εταιρεία παραγωγής λογισμικού. Η Red Hat δεν είναι μια εταιρεία που κατέχει άδειες πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν είναι αυτό το οικονομικό μοντέλο που θα υποστηρίξει τους πελάτες μας, τους υπαλλήλους μας και τους μετόχους μας. Επομένως γεννάται η ερώτηση. Τι είδους εταιρεία είμαστε; Η απάντηση ήταν να κοιτάξουμε σε άλλες εταιρείες και να ψάξουμε να βρούμε κάποια που να ταιριάζουμε. Θέλαμε μια εταιρεία όπου τα βασικά συστατικά ήταν ελεύθερα προς εκμετάλλευση. Κοιτάξαμε στη νομική βιομηχανία. Δεν μπορείς να κατοχυρώσεις νομικά ή να πάρεις άδεια ευρεσιτεχνίας για τα νομικά επιχειρήματα. Αν κάποιος δικηγόρος κερδίσει μια υπόθεση στο ανώτατο δικαστήριο, οι υπόλοιποι δικηγόροι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα επιχειρήματά του χωρίς να πάρουν άδεια. Υπό την έννοια αυτή τα νομικά επιχειρήματα είναι ελεύθερα σε όλους.

Κοιτάξαμε σε εταιρείες παραγωγής ειδών καθημερινής ανάγκης και αρχίσαμε να αναγνωρίζουμε μερικές ιδέες. Όλες οι πρωτοποριακές εταιρείες που πουλάνε είδη καθημερινής ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των εμφιαλωμένων νερών (Perrier ή Evian), εταιρείες απορρυπαντικών ( Tide) και εταιρείες παραγωγής ζυμαρικών και τοματικών (Heinz), βασίζουν το χτίσιμο ισχυρών εταιρειών στον τρόπο προώθησης των προϊόντων τους. Αυτές οι εταιρείες πρέπει να χαρακτηρίζονται από ποιότητα, συνέπεια και αξιοπιστία. Είδαμε κάποια χαρακτηριστικά στις εταιρείες αυτές που θεωρήσαμε πως ήταν δυνατό να τα εξομοιώσουμε.

Για παράδειγμα η Ketchup δεν είναι τίποτε άλλο από εύγευστη σάλτσα ντομάτας. Κάτι που μοιάζει αρκετά και έχει την ίδια γεύση με την Ketchup Heinz μπορεί να φτιαχθεί στην κουζίνα σας χωρίς να παραβιάζεται κάποιος κανόνας πνευματικής ιδιοκτησίας. Χρειάζονται μόνο ελεύθερα διακινούμενα υλικά όπως ντομάτες, ξύδι, αλάτι και μπαχαρικά. Επομένως για ποιόν λόγο οι καταναλωτές δε φτιάχνουν μόνοι τους σάλτσα ντομάτας και πως η Heinz κατέχει το 80% αυτής της αγοράς;

Συνήθως δε φτιάχνουμε σάλτσα ντομάτας γιατί είναι πιο οικονομικό και πιο βολικό να την αγοράζουμε έτοιμη από τη Heinz, τη Hunts ή την Del Monte. Αλλά η ευκολία είναι μόνο το ένα κομμάτι της όλης ιστορίας. Η ευκολία από μόνη της θα είχε σαν αποτέλεσμα όλες οι εταιρείες να έχουν ίδιο ποσοστό πάνω στη συγκεκριμένη αγορά. Στην πραγματικότητα όμως η Heinz κατέχει το 80% της αγοράς.

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί η Heinz έχει καλύτερη γεύση αλλά επειδή η συγκεκριμένη εταιρεία είχε την ικανότητα να ορίσει τη γεύση της σάλτσας ντομάτας στο μυαλό των καταναλωτών. Τώρα η εταιρεία αυτή έχει επηρεάσει τόσο πολύ τους καταναλωτές που νομίζουμε πως μια σάλτσα ντομάτας που δε βγαίνει εύκολα από το μπουκάλι είναι καλύτερη από μια που ρέει με ευκολία.

Αυτό ακριβώς ήταν η ευκαιρία για τη Red Hat. Να προσφέρει αξιοπιστία, να προσφέρει ποιότητα και το σημαντικότερο να μπορέσει να κάνει τους καταναλωτές να κατανοήσουν τι είναι στην πραγματικότητα ένα λειτουργικό σύστημα. Στη Red Hat αν μπορέσουμε να κάνουμε ικανοποιητικά τη δουλειά της παροχής και υποστήριξης ενός προϊόντος υψηλής ποιότητας, τότε έχουμε καλές πιθανότητες να ιδρύσουμε μια εταιρεία την οποία θα προτιμούν οι χρήστες του Linux.

Πώς όμως μπορούμε να συνδυάσουμε την ανάγκη μας να δημιουργήσουμε περισσότερους χρήστες Linux με την ανάγκη να σιγουρευτούμε πως οι χρήστες αυτοί θα προτιμήσουν τη Red Hat; Κοιτάξαμε σε κλάδους όπου η συμμετοχή πολλών εταιρειών δημιουργεί όφελος σε όλες τις εταιρείες.

Το να πιεις νερό σε όλες σχεδόν τις βιομηχανικές χώρες μπορεί να γίνει πολύ εύκολα με το άνοιγμα της βρύσης. Τότε γιατί η Evian πουλάει εκατομμύρια δολλάρια γαλλικού νερού σε όλες αυτές τις αγορές; Η απάντηση είναι απλή και προέρχεται από το φόβο πως το νερό που βγαίνει από τη βρύση μας δεν μπορούμε να το εμπιστευτούμε.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί άνθρωποι προτιμούν να αγοράσουν ένα “επίσημο” Red Hat Linux σε ένα κουτί για $50 ενώ θα μπορούσαν να το προμηθευτούν δωρεάν από το Διαδίκτυο ή να αγοράσουν ένα ανεπίσημο CD-ROM με αντίγραφο του Red Hat Linux μόνο με $2. Βέβαια η Evian έχει το πλεονέκτημα πως όλοι οι άνθρωποι πίνουν νερό. Εμείς αντίθετα πρέπει να δημιουργήσουμε πολλούς χρήστες Linux ώστε να έχουμε μια αγορά για να πωλήσουμε το προϊόν μας.

Η πρόκληση είναι να εστιάσεις στο μέγεθος της αγοράς και όχι σε ένα μερίδιό της. Όταν για παράδειγμα η ζήτηση εμφιαλωμένου νερού αυξάνεται, η Evian κερδίζει παρόλο που πολλοί καταναλωτές προτιμούν τα προϊόντα μιας άλλης εταιρείας. H Red Hat όπως η Evian επωφελείται όταν οι υπόλοιποι προμηθευτές Linux προσπαθούν να προωθήσουν το συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα. Όσο περισσότεροι χρήστες Linux υπάρχουν τόσο περισσότεροι είναι και οι εν δυνάμει αγοραστές για τα προϊόντα μας. [7]

Πρόκειται για ένα σαφές νέο μοντέλο οικονομίας που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα μονοπώλια έμμεσα, αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού στην αγορά. Είναι βέβαιο πως το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας θα επηρεαστεί άμεσα από τέτοια εγχειρήματα τα οποία φαίνονται πολύ επιτυχημένα προς το παρόν.

Σχετικά με το δικό μου πνευματικό προϊόν, τραγούδια rock and roll, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το συγκρότημα για το οποίο γράφω, The Grateful Dead, έχει αυξήσει τη δημοτικότητά του με το να τα δίνει ελεύθερα. Επιτρέπουμε στους ανθρώπους να μαγνητοφωνούν τις συναυλίες μας από τις αρχές της δεκαετίας των 70, αλλά αντί να παρουσιαστεί μείωση στη ζήτηση των προϊόντων μας, αυτή τη στιγμή είμαστε οι μεγαλύτεροι σχεδιαστές συναυλιών στην Αμερική, ένα γεγονός το οποίο συνδέεται έστω και μερικώς με τη δημοσιότητα που προήλθε από τις μαγνητοφωνημένες συναυλίες.

Η αλήθεια είναι πως δεν παίρνω τίποτα από τα πνευματικά δικαιώματα για τα εκατομμύρια αντίγραφα των τραγουδιών μου που προέρχονται από τις συναυλίες, αλλά δε βλέπω και κανένα λόγο να παραπονιέμαι. Η πραγματικότητα είναι πως κανείς άλλος παρά μόνο οι Grateful Dead μπορούν να ερμηνεύσουν ένα τραγούδι των Grateful Dead, έτσι αν κάποιος θέλει την πείρα και όχι τη λεπτή της προβολή θα πρέπει να αγοράσει ένα εισιτήριο από εμάς. Με άλλα λόγια, η προστασία της πνευματικής μας ιδιοκτησίας προκύπτει από το γεγονός πως είμαστε η μόνη πραγματική πηγή αυτής.

Βέβαια στην πληροφορική τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Το αντίγραφο με το αυθεντικό δεν έχουν καμία διαφορά. Πρόκειται για ηλεκτρονική ψηφιακή αντιγραφή που δεν προσθέτει θόρυβο, αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με καταστροφή του προϊόντος. Έτσι κάποιος που έχει ένα δωρεάν αντίγραφο ενός σημαντικού λογισμικού μπορεί να κάνει ικανοποιητικά την δουλειά του χωρίς να αισθανθεί τη διαφορά ανάμεσα στο αυθεντικό και το αντίγραφο.

Η μοναδικότητα έχει αξία

Το πρόβλημα με το μοντέλο το οποίο εξαρτάται από το φυσικό λόγο σπανιότητα/αξία, είναι πως μερικές φορές η αξία της πληροφορίας εξαρτάται πάρα πολύ από τη σπανιότητά της. Η αποκλειστική γνώση συγκεκριμένων γεγονότων τα κάνει πολύ πιο χρήσιμα. Αν για παράδειγμα γνωρίζουν όλοι στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν ψηλά την τιμή μιας μετοχής, τότε η πληροφορία αυτή δεν έχει καμία αξία.

Αλλά και πάλι ο σημαντικός παράγοντας είναι ο χρόνος. Δεν πειράζει αν κάποια πληροφορία γίνει κάποια στιγμή γνωστή σε όλους. Αυτό που έχει αξία είναι το να βρίσκεται κάποιος ανάμεσα στους πρώτους που την κατέχουν και δρουν με βάση αυτή. Παρόλο που τα ισχυρά μυστικά συνήθως δεν παραμένουν μυστικά, παραμένουν σε τέτοια διάρκεια που είναι αρκετή για να ευνοήσουν τα σχέδια αυτών που τα γνωρίζουν πρώτοι.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της υποτίμησης εθνικών νομισμάτων. Αν και λαμβάνεται μέριμνα το γεγονός αυτό να είναι γνωστό από ελάχιστους ανθρώπους, μέσα σε λίγες ώρες αφού γίνει η επίσημη ανακοίνωση θα είναι γνωστό στο σύνολο του πληθυσμού. Δεν μπορεί όμως να μην υποψιαστεί κανείς πως αυτοί οι ελάχιστοι που είχαν αποκλειστική γνώση της πληροφορίας δεν την εκμεταλλεύτηκαν προκειμένου να αυξήσουν την περιουσία τους κατά ποσοστό ίδιο με αυτό της υποτίμησης.

Η άποψη και η ισχύς έχουν αξία

Σε έναν κόσμο μεταβαλλόμενων πραγματικοτήτων και αντικρουόμενων χαρτών, ανταμοιβές θα προκύψουν σε εκείνους τους σχολιαστές των οποίων οι χάρτες φαίνεται ότι ταιριάζουν στην περιοχή τους ξεκούραστα, βασισμένοι στην ικανότητά τους να παράγουν προβλέψιμα αποτελέσματα για αυτούς που τους χρησιμοποιούν.

Στην αισθητική πληροφορία, είτε είναι ποίηση είτε rock ‘n’ roll, οι άνθρωποι εμφανίζονται πρόθυμοι να αγοράσουν ένα νέο προϊόν ενός καλλιτέχνη, χωρίς να το έχουν δει, βασισμένοι στο ότι έχουν δεχτεί μια ευχάριστη εμπειρία από την προηγούμενη δουλειά του.

Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο αρχίζει να συμβαίνει και στην επιστήμη των υπολογιστών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σπεύδουν να αγοράσουν ή να χρησιμοποιήσουν την καινούργια έκδοση ενός πακέτου λογισμικού μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιούν για αρκετά χρόνια μια προηγούμενη έκδοση και είναι ευχαριστημένοι από τις επιδόσεις της. Βέβαια η έκταση αυτού του φαινομένου είναι μικρή, μια και οι περισσότεροι σπεύδουν κάθε φορά να πληροφορηθούν για τις καινούργιες δυνατότητες που προσφέρει ένα πακέτο πριν αποφασίσουν να αναβαθμιστούν.

Η πραγματικότητα είναι μία έκδοση. Οι άνθρωποι φαίνονται πρόθυμοι να πληρώσουν για την ισχύ αυτών των εκδοτών των οποίων η φιλτραρισμένη άποψη μοιάζει να τους ταιριάζει καλύτερα. Και ξανά η άποψη είναι ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να κλαπεί ή να αντιγραφεί. Κανείς άλλος εκτός από την Esther Dyson δε βλέπει τον κόσμο όπως αυτή και το ποσό που χρεώνει για το περιοδικό της είναι για να αποκτήσουμε στην πραγματικότητα το προνόμιο να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά της μοναδικά μάτια.

 

Ο χρόνος αντικαθιστά τον χώρο

Στον πραγματικό κόσμο, η αξία εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την κατοχή ή την εγγύτητα στο χώρο. Κάποιος που κατέχει τα υλικά που βρίσκονται μέσα σε συγκεκριμένα όρια φυσικών διαστάσεων και έχει την ικανότητα να δρα απευθείας, αποκλειστικά και με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί, σε οτιδήποτε βρίσκεται μέσα σε αυτά τα όρια, είναι η βασική αρχή της ιδιοκτησίας. Και φυσικά υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στην αξία και τη σπανιότητα, ο περιορισμός στο χώρο.

Στο virtual κόσμο, η εγγύτητα στο χρόνο είναι ο καθοριστής της αξίας. Ένα πληροφοριακό προϊόν έχει συνήθως μεγαλύτερη αξία, όσο πιο κοντά μπορεί να βρίσκεται ο αγοραστής στη στιγμή που αυτό εκφράστηκε, ένας περιορισμός στο χρόνο. Πολλά είδη πληροφορίας υποβαθμίζονται ραγδαία είτε από το χρόνο είτε από την αναπαραγωγή. Η σχετικότητα εξασθενεί καθώς αλλάζει η περιοχή την οποία απεικονίζουν. Θόρυβος προστίθεται και εύρος ζώνης χάνεται με την απομάκρυνση από το σημείο όπου η πληροφορία γεννήθηκε.

Έτσι, το να ακούς μία κασέτα των Grateful Dead δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ίδια εμπειρία με το να παρακολουθήσεις μια συναυλία τους. Όσο εγγύτερα βρίσκεται κάποιος στην πηγή της πληροφορίας, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει στο να βρει μία σαφή εικόνα της πραγματικότητας μέσα σε αυτή. Στην εποχή της εύκολης αναπαραγωγής, οι πληροφοριακές αφαιρέσεις ευχάριστων εμπειριών, θα διαδοθούν μακριά από την πηγή τους προκειμένου να φθάσουν σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Αλλά είναι αρκετά εύκολο να περιοριστεί η πραγματική εμπειρία του επιθυμητού γεγονότος , είτε αυτό είναι μια γροθιά από έναν αγώνα box είτε το παίξιμο της κιθάρας, σε αυτούς που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για να βρίσκονται εκεί.

Το ίδιο φαινόμενο θα αρχίσει πολύ σύντομα να κάνει την παρουσία του στο Διαδίκτυο. Οι virtual ξεναγήσεις σε μουσεία, αρχεία οργανισμών, όπερες και αρχαιολογικούς χώρους θα γίνουν πραγματικότητα με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών για δίκτυα ευρείας ζώνης αλλά και για τοπικά δίκτυα. Πλέον όχι μόνο ο χρόνος γέννησης της πληροφορίας αλλά και η απόσταση από το πραγματικό γεγονός θα αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους και στο Διαδίκτυο. Έτσι ενώ κάποιος θα μπορεί να περιηγηθεί στο Λούβρο πληρώνοντας το ένα εκατοστό του κόστους ενός ταξιδιού στην Γαλλία δεν είναι βέβαιο αν μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες θα νιώσει το άρωμα, τη γοητεία και τη μαγεία μιας πραγματικής περιήγησης.

 

Η προστασία της εκτέλεσης

Στην κωμόπολη από την οποία προέρχομαι, δε σου δίνουν και μεγάλη αξία απλά με το να έχεις ιδέες. Κρίνεσαι από το τι μπορείς να παράγεις από αυτές. Καθώς τα πράγματα συνεχίζουν να επιταχύνονται, πιστεύω πως η εκτέλεση είναι η καλύτερη προστασία για αυτά τα σχέδια που καταλήγουν σε φυσικά προϊόντα. Ή όπως το έθεσε κάποτε ο Steve Jobs, «Η αρμάδα των πραγματικών καλλιτεχνών». Ο μεγάλος νικητής είναι συνήθως αυτός που βγαίνει πρώτος στην αγορά ( και με αρκετή οργάνωση ώστε να διατηρηθεί πρωτοπόρος ).

Όμως, καθώς παγιωνόμαστε σε ένα εμπόριο πληροφοριών, πολλοί από εμάς πιστεύουν πως η αυθεντικότητα από μόνη της είναι αρκετή για να προσδώσει αξία, η οποία είναι άξια, μέσα από τη σωστή νομική ασφάλιση, ενός σταθερού εισοδήματος. Στην πραγματικότητα, ο καλύτερος τρόπος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι η δράση πάνω σε αυτή. Δεν είναι αρκετό να εφευρίσκεις και να κατοχυρώνεις, κάποιος πρέπει να δημιουργεί επίσης. Κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει κατοχυρώσει το μικροεπεξεργαστή πριν από την Intel. Μπορεί και να είναι έτσι. Αν όμως είχε ξεκινήσει να παράγει μικροεπεξεργαστές πριν από την Intel, οι ισχυρισμοί του θα φαίνονταν σαφέστατα λιγότερο ψεύτικοι.

Θα ήταν χρήσιμο άλλωστε να δούμε τι λέει η Αμερικάνικη νομοθεσία σχετικά με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τις σχετικές άδειες που εκδίδει. Σύμφωνα λοιπόν με τον Αμερικάνικο νόμο : Οι άδειες ευρεσιτεχνίας παρέχουν στον εφευρέτη το δικαίωμα να απαγορεύει σε άλλους να παράγουν ή να χρησιμοποιούν την ανακάλυψη του εφευρέτη για ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ χρονικό διάστημα. Ο Αμερικάνικος νόμος περί ευρεσιτεχνιών έχει τεθεί σε ισχύ από το Κονγκρέσσο με σκοπό την προστασία των όσων ανακαλύπτουν οι εφευρέτες. Προκειμένου να δοθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε μια ανακάλυψη πρέπει να είναι επαναστατική, χρήσιμη και μη προφανής ( Άρθρα 101-103 , τόμος 35). Διπλώματα ευρεσιτεχνίας δίνονται για τέσσερις κατηγορίες εφευρέσεων : Μηχανήματα, προϊόντα φτιαγμένα από τον άνθρωπο, συνθέσεις υλικών και μεθόδους επεξεργασίας. [8]

Από τις κατηγορίες των εφευρέσεων και από τα χαρακτηριστικά που πρέπει να πληρούν προκειμένου να κατοχυρωθούν δια νόμου σε κάποιον καταλαβαίνουμε πως είναι απαραίτητη η υλοποίηση. Δεν είναι λίγες οι φορές που κατοχυρώνεται στην πράξη η υλοποίηση και όχι η πραγματική ιδέα. Ακόμα και σε περιπτώσεις που κατοχυρωθεί κάτι μη υλοποιημένο, ο χρονικός περιορισμός στην κατοχύρωση επιβάλλει τη δράση του, διάδοσή του και εξέλιξή του από την πλευρά του δημιουργού προκειμένου να έχει ο τελευταίος πραγματικά οφέλη.

Το πρόβλημα της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας γίνεται βέβαια ακόμη πιο έντονο με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και την περιορισμένη ασφάλεια που το διακρίνει. Άλλωστε αν σε προϊόντα υλικού είναι σχετικά απλό και ελάχιστα χρονοβόρο να αποδείξεις την πνευματική κλοπή στο λογισμικό τα πράγματα περιπλέκονται πάρα πολύ. Είναι πολύ δύσκολο να αποδείξει κάποιος πως ο πυρήνας ενός προγράμματος βασίζεται σε κώδικα άλλων ή ακόμη να απαγορεύσεις σε κάποιον να φτιάξει ένα πρόγραμμα που έχει διεπαφή χρήστη όμοια με κάποια άλλη κατοχυρωμένη διεπαφή. Ο κώδικας από κάποιο άλλο πρόγραμμα μπορεί να μετασχηματιστεί και να αλλάξει μορφή πολύ εύκολα, και οι επιτροπές που εξετάζουν τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να εξαπατηθούν σε μεγάλο βαθμό. Υπάρχουν άλλωστε πολλοί που υποστηρίζουν πως αν κάποιος ήθελε να φτιάξει ένα παραθυρικό λειτουργικό σύστημα, σίγουρα η Microsoft δε θα έπρεπε να στηριχθεί απλά στον νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να τον σταματήσει.

 

Η πληροφορία σαν ιδία ανταμοιβή

Είναι πλέον αρκετά συνηθισμένο να λέμε πως χρήμα είναι η πληροφορία. Με την εξαίρεση των Krugerands, των κομίστρων των ταξί και των περιεχομένων των μακριών βαλιτσών που οι πλασιέ φαρμάκων έχουν τη φήμη να μεταφέρουν, το περισσότερο χρήμα στον κόσμο της πληροφόρησης είναι σε μορφή μηδενικών και άσσων. Η μορφή αυτή χρήματος διαχέεται μέσα στο Διαδίκτυο, σαν υγρό σαν τον καιρό. Είναι επίσης σαφές, όπως έχω αναφέρει, πως η πληροφορία έχει γίνει ένα βασικό στοιχείο στη δημιουργία της σύγχρονης μορφής του πλούτου, όπως η γη και το φως του ήλιου κάποτε.

Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ο βαθμός στον οποίο η πληροφορία αποκτά σημαντική αξία, όχι με την έννοια της κτίσης αλλά σαν ένα αντικείμενο που μπορεί να αποκτηθεί. Πιστεύω πως αυτό ίσχυε πάντα έστω και σε μικρότερο βαθμό. Στην πολιτική και στην ακαδημαϊκή κοινότητα δύναμη και πληροφορία ήταν πάντα στενά συνδεδεμένες.

Πάντως, καθώς όλο και περισσότερο αγοράζουμε πληροφορίες με χρήματα, αρχίζουμε να βλέπουμε πως το να αγοράζουμε πληροφορίες με άλλου είδους πληροφορίες είναι απλά μια οικονομική συναλλαγή χωρίς την ανάγκη να μετατρέπουμε το προϊόν σε νόμισμα και αντίστροφα. Αυτό είναι κάτι κάπως προκλητικό για αυτούς που απαιτούν ξεκάθαρη χρέωση, αφού, σύμφωνα με τη θεωρία πληροφοριών, οι πληροφοριακές ισοτιμίες είναι κάτι πολύ ρευστό ώστε να ποσοτικοποιηθούν ως το δεκαδικό ψηφίο.

Ανεξάρτητα από αυτό, τα περισσότερα αγαθά που ένας μέσος Αμερικανός αγοράζει, λίγο έχουν να κάνουν με την επιβίωσή του. Αγοράζουμε ομορφιά, κύρος, πείρα, μόρφωση και τις αφανείς απολαύσεις της κτήσης. Πολλά από αυτά τα αγαθά όχι μόνο μπορούν να εκφραστούν με μη υλικούς όρους, αλλά μπορούν να κατανοηθούν και με μη υλικές έννοιες.

Και πέρα από αυτό υπάρχουν οι ανεξήγητες χαρές της ίδιας της πληροφορίας, η χαρά της μάθησης, της γνώσης και της διδασκαλίας. Αυτό το παράξενο, ευχάριστο συναίσθημα της πληροφορίας που έρχεται και φεύγει από κάποιον. Το παιχνίδι με τις ιδέες είναι μια ψυχαγωγία, για την οποία οι άνθρωποι μάλλον είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αρκετά, αν κρίνουμε από την αγορά των βιβλίων και των κατ’εκλογή σεμιναρίων. Είναι πολύ πιθανό πως θα ξοδεύαμε πολλά περισσότερα χρήματα για τέτοιες απολαύσεις, αν δεν υπήρχαν τόσες πολλές ευκαιρίες να πληρώνουμε τις ιδέες με άλλες ιδέες.

Αυτό βέβαια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό πολύ από τη συλλογική, εθελοντική δουλειά που γίνεται μέσα σε αρχεία, ομάδες ειδήσεων και βάσεις δεδομένων στο Διαδίκτυο. Οι «δημότες» του δεν εργάζονται για το τίποτα, όπως πιστεύεται ευρύτερα. Αντίθετα πληρώνονται σε κάτι διαφορετικό από χρήμα. Πρόκειται για μια οικονομία που στηρίζεται αποκλειστικά σχεδόν στην πληροφορία.

Αυτό είναι πιθανό να εξελιχθεί στον επικρατέστερο τρόπο ανθρώπινου εμπορίου και αν συνεχίσουμε να μοντελοποιούμε την οικονομία σε μια αυστηρά χρηματική βάση, τότε ίσως να έχουμε παραπλανηθεί σε μεγάλο βαθμό. Και αποτελεί σίγουρα ένα μεγάλο ερώτημα -αν όχι στοίχημα- το κατά πόσο η οικονομική εξουσία θα μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα κατάσταση. Πως θα μπορέσει να “φορολογήσει”, κατά την προσφιλή της τακτική, οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής και αν θα μπορέσει να προσαρμόσει τη φιλοσοφία της και την τακτική της στη νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργείται. Ίσως βρισκόμαστε στο τέλος ή καλύτερα στην αρχή της παρακμής του χρηματικού μοντέλου οικονομίας. Και το σίγουρο είναι πως αυτοί που επενδύουν σε πληροφορία ή σε μέσα παροχής της πληροφορίας θα είναι οι ευδαίμονες του 21ου αιώνα.

 

Η πληρωμή της πνευματικής ιδιοκτησίας στον Κυβερνοχώρο

Ο τρόπος με τον οποίο όλα τα παραπάνω συνδέονται με τις λύσεις που μπορούν να δοθούν στην κρίση γύρω από την πνευματική ιδιοκτησία, είναι κάτι που μόλις έχω αρχίσει να σχηματίζω στο μυαλό μου. Είναι πολύ εύκολο να φανταστούμε τις παρωδίες του νομικού συστήματος που θα συσσωρευτούν, εφόσον συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε ένα τέτοιο ζήτημα με νομικό και μόνο τρόπο.

Οι νόμοι δεν έχουν γραφεί έχοντας υπόψη το Διαδίκτυο και τις συνέπειες που αυτό θα έχει στην κοινωνία. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε αν το νομικό σύστημα είναι σε θέση να προλάβει τεχνολογίες που εμφανίζονται κάθε δύο έως τρία χρόνια. Γενικά πάντως το υπάρχον νομικό σύστημα δεν είναι σε θέση να εφαρμοστεί στις νεοεμφανιζόμενες τεχνολογίες.

Όπως είπα και παραπάνω, πιστεύω ότι αυτές οι απαρχαιωμένες απόψεις δε θα έχουν καμία εφαρμογή στην επόμενη δεκαετία και εμείς οι στοχαστές δε θα έχουμε άλλη επιλογή από το να ρισκάρουμε με νέα και επαναστατικά μέτρα που θα αποδίδουν.

Στην πραγματικότητα δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος όσον αφορά το μέλλον όπως οι αναγνώστες θα έχουν συμπεράνει ως τώρα. Λύσεις θα εμφανιστούν. Η φύση απεχθάνεται το κενό, όπως και το εμπόριο.

Πράγματι, μία από τις πλευρές του Electronic Frontier Foundation (EFF) που βρίσκω περισσότερο ευχάριστη – και ο λόγος για τον οποίο ο Mitch Kapor και εγώ χρησιμοποιήσαμε αυτή τη φράση για να ονοματίσουμε το ίδρυμά μας – είναι στο βαθμό που αυτό μοιάζει με την Αμερικάνικη Δύση του 19ου αιώνα όσον αφορά την φυσική προτίμηση για κοινωνικούς μηχανισμούς που επιβάλλονταν από τις εκεί συνθήκες και όχι για μηχανισμούς που επιβάλλονταν από εξωγενείς παράγοντες. Παρενθετικά, το EFF αποτελεί ένα μη κερδοφόρο και καθόλα νόμιμο οργανισμό που ιδρύθηκε το 1990. Σκοπός του είναι η προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου, όπως η ελευθερία έκφρασης, στο πεδίο των υπολογιστών και του Internet. Πιο συγκεκριμένα, το EFF ιδρύθηκε ώστε να βοηθήσει στον «εκπολιτισμό» του Διαδικτύου, έτσι ώστε αυτό να γίνει πραγματικά χρήσιμο και ευεργετικό για όλους, με τέτοιο τρόπο όμως που θα μας επιτρέψει να διατηρήσουμε τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνίας μας όσον αφορά την ελευθερία στην ροή της κυκλοφορίας και της επικοινωνίας [9].

Μέχρι η Δύση να εκπολιτισθεί και να ωριμάσει πλήρως στη διάρκεια αυτού του αιώνα, η τάξη εξασφαλιζόταν από τους άγραφους κώδικες της Δύσης οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από την ευλυγισία τους και την ρευστότητά τους σε αντίθεση με την ακαμψία που χαρακτηρίζει ένα νομικό σύστημα. Η ηθική εκείνη την εποχή ήταν σημαντικότερη από τους κανόνες. Η ρύθμιση διαφορών μέσω συνεννόησης προτιμούταν από την εφαρμογή νόμων οι οποίοι ήταν, σε μεγάλο βαθμό, μη εφαρμόσιμοι.

Πιστεύω ότι το σύνολο των νόμων, όπως το αντιλαμβανόμαστε, αναπτύχθηκε ώστε να προστατέψει τα συμφέροντα που εμφανίστηκαν σε δύο οικονομικά «κύματα», τα οποία προσδιορίζονται με ακρίβεια από τον Alvin Toffler στο The Third Wave. Το πρώτο «κύμα» ήταν βασισμένο στη γεωργία και απαιτούσε νόμους που θα εξασφάλιζαν την ιδιοκτησία της κύριας πηγής παραγωγής, δηλαδή της γης. Στο δεύτερο «κύμα», η βιομηχανία έγινε ο ουσιαστικός παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης και κατά επέκταση η δομή του μοντέρνου νομικού συστήματος αναπτύχθηκε γύρω από την ανάγκη των κέντρων παραγωγής για προστασία των αποθεματικών τους σε κεφάλαιο, ανθρώπινο δυναμικό και μηχανήματα.

Και τα δύο οικονομικά συστήματα απαιτούσαν σταθερότητα. Οι νόμοι σχεδιάζονταν ώστε να αντιστέκονται σε αλλαγές και ταυτόχρονα να εγγυώνται, σε κάποιο βαθμό, ομοιομορφία της διανομής πλούτου μέσα σε ένα αρκετά στατικό κοινωνικό πλαίσιο εργασίας. Ενδεχόμενα κενά στα συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια θα έπρεπε να περιοριστούν ώστε να διατηρηθεί η απαραίτητη προβλεψιμότητα είτε για τη διαχείριση της γης είτε για το σχηματισμό κεφαλαίου.

Στο τρίτο «κύμα» που έχουμε ήδη εισέλθει, η πληροφορία αντικαθιστά σε πολύ μεγάλο βαθμό τη γη και το κεφάλαιο και όπως έχω αναφέρει λεπτομερώς σε προηγούμενη ενότητα, η πληροφορία σε αντίθεση με τη γη και το κεφάλαιο βρίσκεται κυρίως στον περίγυρό μας και στο σπίτι μας, δηλαδή σε ένα πολύ περισσότερο ρευστό και προσαρμοζόμενο περιβάλλον. Το τρίτο «κύμα» πιθανότατα θα επιφέρει θεμελιώδεις μεταβολές στις προθέσεις και μεθόδους των νόμων που θα είναι πολύ πιο αποδοτικοί από τα παρόντα νομοθετήματα που ελέγχουν την πνευματική ιδιοκτησία. Η αποδοτικότητα ενός τέτοιου νομικού συστήματος θα είναι η συνισταμένη ενός μεγάλου αριθμού παραμέτρων. Για παράδειγμα, είναι βασική προϋπόθεση να είναι το νομικό σύστημα αυστηρό αλλά και παράλληλα εύκαμπτο και ευμετάβλητο ώστε αφενός μεν να διαθέτει το απαραίτητο κύρος για την πλήρη εφαρμογή του και αφετέρου να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας με τη μικρότερη χρονική καθυστέρηση [10].

Το ίδιο το «έδαφος» – η αρχιτεκτονική του Διαδικτύου – μπορεί να εξυπηρετήσει πολλές από τις θεμελιώδεις αρχές που μπορούσαν στο παρελθόν να διατηρηθούν μόνο μέσω επιβολής των νόμων. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι περιττή η συνταγματική διασφάλιση της ελευθερίας έκφρασης σε ένα περιβάλλον που σύμφωνα με τα λόγια του φίλου μου και συνιδρυτή του EFF John Gilmore, «θεωρεί τη λογοκρισία ως βλάβη» και επανατροφοδοτεί απαγορευμένες ιδέες μέσα σε αυτό.

Παρόμοιοι φυσικοί εξισορροπητικοί μηχανισμοί μπορεί να εμφανιστούν ώστε να εξομαλύνουν τις κοινωνικές διαταράξεις που πρωτύτερα απαιτούσαν παρεμβολή του νόμου ώστε να ομαλοποιηθούν. Στο Διαδίκτυο, αυτές οι διαφορές είναι πιθανό να καλυφθούν από ένα συνεχές φάσμα που συνδέει τόσα όσα και χωρίζει.

Οι εταιρίες που εμπορεύονται πληροφορία, παρόλη την επίμονη προσκόλλησή τους στο παλιό νομικό σύστημα, πιθανότατα θα καταλάβουν ότι η ανικανότητα των δικαστηρίων να αντιμετωπίσουν με ευαισθησία και υπευθυνότητα τεχνολογικά ζητήματα θα έχει ως αποτέλεσμα να μη βγάζουν αποφάσεις που να είναι αρκετά προβλέψιμες ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν μία επιχείρηση με μακροπρόθεσμη προοπτική. Κάθε αντιδικία θα εξελίσσεται σε ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, οπότε και η τελική απόφαση θα εξαρτάται μόνο από το ικανότητα του δικαστή.

Ένα ρευστό ή προσαρμόσιμο νομικό σύστημα, αν και «βιαστικό, χαλαρό και εκτός ελέγχου», όπως και κάθε επείγων μέτρο, είναι πιο πιθανό να αποδώσει δικαιοσύνη στην παρούσα κατάσταση. Στην πραγματικότητα, οποιοσδήποτε μπορεί ήδη να διακρίνει την ανάπτυξη νέων πρακτικών που ταιριάζουν στις συνθήκες του ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι μορφές ζωής της πληροφορίας εξελίσσουν μεθόδους για να προστατεύσουν τη συνεχόμενη αναπαραγωγή τους.

Για παράδειγμα, ενώ τα «ψιλά» γράμματα στη συσκευασία των εμπορικών πακέτων λογισμικού απαιτούν πολλά από αυτούς που θα τα ανοίξουν, υπάρχουν κατά τη γνώμη μου, λίγοι που διαβάζουν αυτούς τους όρους και ακόμα λιγότεροι που τους ακολουθούν. Παρόλα αυτά, οι επιχειρήσεις λογισμικού αποτελούν έναν πολύ υγιή τομέα της Αμερικάνικης οικονομίας.

Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Αυτό συμβαίνει επειδή τελικά οι άνθρωποι φαίνεται να αγοράζουν το λογισμικό που πραγματικά χρησιμοποιούν. Όταν ένα πρόγραμμα γίνει κεντρικό εργαλείο της δουλειάς μας, θέλουμε την τελευταία έκδοσή του, την καλύτερη υποστήριξη, τα πραγματικά εγχειρίδια και γενικά όλα τα προνόμια που αποκτούμε από τη νόμιμη αγορά του. Στην απουσία ενός ικανοποιητικού νομικού πλαισίου, τέτοιοι πρακτικοί λόγοι θα γίνονται ολοένα και περισσότερο σημαντικοί στο να λαμβάνουν οι δημιουργοί το αντίτιμο της εργασίας τους πάνω σε ένα πακέτο λογισμικού το οποίο μπορεί πολύ εύκολα να αποκτηθεί χωρίς σημαντική οικονομική επιβάρυνση.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε τη γενικότερη άγνοια που υπάρχει σχετικά με το τι είναι νόμιμο και τι παράνομο όσον αφορά την πνευματική ιδιοκτησία. Ο χρήστης θα πρέπει να κατανοήσει ότι η παράνομη απόκτηση ενός πακέτου λογισμικού αποτελεί πράξη κλοπής και όχι μία εντελώς φυσική πράξη που δικαιολογείται από το καθεστώς κοινοκτημοσύνης που επικρατεί σε αρκετούς όσον αφορά την ψηφιακή πληροφορία. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι βέβαια η διαρκής ενημέρωση καθώς και η σωστή παιδεία του εκάστοτε χρήστη. Πραγματικά πιστεύω ότι μία ποσότητα λογισμικού αγοράζεται λόγω ηθικών αναστολών ή και λόγω της αντίληψης ότι η παράνομη απόκτησή του θα έχει ως αποτέλεσμα την παύση της παραγωγής του. Με αυτές όμως τις περιπτώσεις δεν πρόκειται να ασχοληθώ. Αν και πιστεύω ότι η αποτυχία των νόμων θα έχει σχεδόν σίγουρα ως αποτέλεσμα την αντισταθμιστική επανεμφάνιση και υιοθέτηση ηθικών κανόνων ως το βασικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα κινείται η εμπορική δραστηριότητα, αυτή είναι μία άποψή μου που δεν έχω το χώρο να αναλύσω εδώ.

Αντί αυτού πιστεύω ότι όπως και στην περίπτωση που αναφέρθηκε παραπάνω, η αποζημίωση για προϊόντα λογισμικού θα καθοδηγείται κυρίως από πρακτικούς λόγους, όλοι από τους οποίους θα είναι συνεπής με τις αληθινές ιδιότητες της ψηφιακής πληροφορίας, στην οποία κείται όλη η αξία, καθώς και με το πώς αυτή θα χρησιμοποιηθεί και θα προστατευθεί με τη χρήση της τεχνολογίας.

Αν και το αίνιγμα παραμένει άλυτο, έχω ήδη αρχίσει να διακρίνω κατευθύνσεις από τις οποίες λύσεις μπορεί να εμφανιστούν, στηριζόμενες εν μέρει στη διεύρυνση των πρακτικών λύσεων που ήδη έχουν εφαρμοσθεί.

 

Η πληροφορία ως σχέση και τα εργαλεία της

Πιστεύω ότι μία ιδέα είναι αναγκαία για να κατανοήσουμε το εικονικό εμπόριο: Η οικονομία της πληροφορίας, λόγω της απουσίας αντικειμένων, θα βασίζεται περισσότερο στη σχέση που πηγάζει από την πληροφορία παρά στην κατοχή.

Ένα υπάρχον μοντέλο για τη μελλοντική μεταφορά και διανομή της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι η σε πραγματικό χρόνο παράσταση. Αυτό είναι ένα μέσο που επί του παρόντος χρησιμοποιείται μόνο στο θέατρο, στη μουσική, στις διαλέξεις καθώς και σε άλλες παρεμφερής δραστηριότητες. Πιστεύω ότι η ιδέα της «παράστασης» σε πραγματικό χρόνο θα διευρυνθεί ώστε να συμπεριλαμβάνει όσες περισσότερες μορφές δραστηριότητας της οικονομίας της πληροφορίας, από σαπουνόπερες ως ανάλυση χρηματιστηρίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εμπορική συνδιαλλαγή θα είναι περισσότερο σαν ένα εισιτήριο για μία συνεχόμενη παράσταση παρά σαν η αγορά διακριτών πακέτων αυτών που παρουσιάζονται.

Το άλλο μοντέλο προφανώς είναι αυτό της παροχής υπηρεσιών. Ολόκληρες επαγγελματικές τάξεις – γιατροί, δικηγόροι, σύμβουλοι, αρχιτέκτονες και άλλοι – ήδη πληρώνονται άμεσα για την πνευματική τους ιδιοκτησία. Ποιος χρειάζεται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε αυτές τις περιπτώσεις;

Στην πραγματικότητα, το παραπάνω μοντέλο είχε εφαρμοσθεί μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα στις περισσότερες περιπτώσεις που σήμερα συγκαταλέγονται σε αυτές που υπάρχουν νόμιμα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright). Πριν τη βιομηχανοποίηση της δημιουργίας, οι συγγραφείς, οι συνθέτες, οι καλλιτέχνες και οι λοιποί παρήγαγαν προϊόντα στην ιδιωτική υπηρεσία κάποιων πελατών. Χωρίς λοιπόν να υπάρχουν χειροπιαστά αντικείμενα για διανομή σε μία μαζική αγορά, οι δημιουργικοί άνθρωποι θα επιστρέψουν σε μία κατάσταση παρόμοια με την παραπάνω, με τη διαφορά ότι θα εξυπηρετούν πολλούς πελάτες και όχι μόνο έναν.

Μπορούμε ήδη να διακρίνουμε την εμφάνιση εταιριών που έχουν σαν βασικό τους στόχο τη στήριξη και καλυτέρευση του λογισμικού που παράγουν και δεν αναλώνονται αποκλειστικά και μόνο με την πώλησή τους.

Η νέα εταιρεία του Trip Hawkins, 3DO, για τη δημιουργία και χορήγηση αδειών για εργαλεία πολυμέσων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των όσων λέγω. Η 3DO δεν σκοπεύει να παράγει εμπορικό λογισμικό ή διάφορες συσκευές. Αντί αυτού, θα ενεργεί κατά κάποιον τρόπο σαν ένα ιδιωτικό σώμα θέσπισης προτύπων και φορμών, διαμεσολαβώντας μεταξύ παραγωγών λογισμικού και υλικού οι οποίοι θα είναι εξουσιοδοτημένοι με άδεια από την ίδια την εταιρεία. Κατά αυτόν τον τρόπο η 3DO θα παρέχει ένα σημείο κοινής αναφοράς για την ανάπτυξη σχέσεων και επικοινωνίας μεταξύ ενός ευρύ φάσματος από οντότητες.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, είτε κάποιος θεωρεί τον εαυτό του σαν παροχέα υπηρεσιών είτε σα δημιουργό, η μελλοντική προστασία της πνευματικής του ιδιοκτησίας θα εξαρτάται από την ικανότητά του να ελέγχει ην σχέση του με την αγορά – μια σχέση που είναι πιθανό να αναπτυχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

Η αξία της σχέσης αυτής έγκειται στην ποιότητα της παρουσίασης του πνευματικού δημιουργήματός σας, στη μοναδικότητα της άποψής σας, στην εγκυρότητα της πραγματογνωμοσύνης σας, στη σχετικότητά της με την αγορά και πάνω από όλα στην δυνατότητα της αγοράς να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες που προσφέρονται, άμεσα, εύκολα και με αλληλεπίδραση. Η επίτευξη αυτών των υποστόχων θα μας οδηγήσει στο χτίσιμο μίας σοβαρής και αξιόπιστης σχέσης με την αγορά την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα βλέπουμε να αρχίζει να επεκτείνεται με το πέρασμα του χρόνου.

Το Διαδίκτυο, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, μας επιτρέπει να έχουμε μία άμεση σχέση με την αγορά και κατά επέκταση να είμαστε σε θέση να κάνουμε άμεση και σε πραγματικό χρόνο έρευνά της. Το σκεπτικό που ακολουθείται σε αυτή την περίπτωση είναι ότι εφόσον ελέγχεις την δικιά σου σελίδα στο Διαδίκτυο (web site) και δοθέντος ότι αυτή αποτελεί τη δικιά σου αγορά συνεπάγεται ότι ελέγχεις τη δικιά σου αγορά! Υπάρχουν πολλά εμπορικά πακέτα που επιτρέπουν τη συλλογή στοιχείων όσον αφορά τη συμπεριφορά των πελατών σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση. Πριν το Διαδίκτυο, μία τέτοια εργασία θα απαιτούσε μήνες και θα απαιτούσε μεγάλο κόστος.

Μάλιστα, η τεχνολογία έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που να μας επιτρέπει να κάνουμε μία ανάλυση σε πραγματικό χρόνο σε τέτοιου είδους δεδομένα. Αυτό θα μας δίνει τη δυνατότητα να παράγουμε αυτόματα την επόμενη σελίδα που θα επισκεφθεί ο χρήστης έτσι ώστε αυτή να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του. Δηλαδή, θα υπάρχει κατά κάποιο τρόπο μία εξομοίωση της προσαρμογής ενός ταλαντούχου πωλητή στις αγοραστικές ανάγκες και συνήθειες του πελάτη.

Αυτή η απευθείας επικοινωνία που παρέχεται από το Διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα σε εταιρείες να συμπεριλαμβάνουν στη γενική στρατηγική προώθησης και ανάδειξης ενός προϊόντος λογισμικού τη συνιστώσα «πριν βγει στην αγορά». Κατά αυτόν τον τρόπο ο πελάτης αποκτά μία στενότερη σχέση με την εταιρία και το εκάστοτε προϊόν. Η σχέση αυτή είναι κρίσιμη, αφού όσο πιο στενή είναι, τόσο πιο πιθανό είναι ο πελάτης να αγοράσει ένα συγκεκριμένο προϊόν και ταυτόχρονα τόσο πιο έντονη θα είναι η αίσθησή του ότι έχει συνεισφέρει στην επιτυχία του προϊόντος. Όμως, με αυτό τον τρόπο η εκάστοτε εταιρεία δημιουργεί το εξής προηγούμενο: από τη στιγμή που θα παραχωρήσει στον πελάτη ένα συγκεκριμένο επίπεδο πρόσβασης, δε θα μπορεί να του το αφαιρέσει χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη του.

 

Αλληλεπίδραση και προστασία

Η απευθείας αλληλεπίδραση θα παρέχει αρκετή προστασία στην πνευματική ιδιοκτησία στο μέλλον, αν και θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τέτοιο ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει. Κανείς δεν ξέρει πόσοι ιδιοκτήτες πειρατικού λογισμικού έχουν αγοράσει γνήσια αντίγραφα ενός πακέτου λογισμικού μετά την αποτυχημένη προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με την τεχνική υποστήριξη της εταιρείας που διαθέτει το πακέτο επειδή τους ζητήθηκαν αποδείξεις αγοράς του συγκεκριμένου πακέτου. Εικάζω πως ο αριθμός αυτός είναι πολύ υψηλός. Πράγματι, η τεχνική υποστήριξη αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα όπλα των εταιρειών κατά του πειρατικού λογισμικού. Καθώς η τεχνολογία λογισμικού εξελίσσεται, όλο και πιο πολύπλοκα πακέτα κάνουν την εμφάνισή τους στην αγορά και τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για απευθείας πληροφόρηση. Η στατική πληροφόρηση που παρέχουν τα εγχειρίδια δεν είναι πολλές φορές αρκετή ακόμα και για να καλύψει τις ανάγκες ενός απλού χρήστη. Άλλωστε, αυτοί είναι που προτιμούν περισσότερο την επίλυση προβλημάτων τους μέσω ερωταποκρίσεων παρά μέσω της ανάγνωσης ενός «ξερού» και ανούσιου πολλές φορές εγχειριδίου.

Ο ίδιος τύπος ρυθμίσεων θα είναι εφαρμόσιμος σε σχέσεις τύπου «ερώτησε και απάντησε» μεταξύ αυθεντιών σε ένα τομέα (ή καλλιτεχνών) και αυτών που ψάχνουν για γνώση επί συγκεκριμένων θεμάτων. Ομάδες χρηστών στο Διαδίκτυο με κοινά ενδιαφέροντα και τακτική επικοινωνία (newsletters), περιοδικά και βιβλία θα επεκταθούν και θα συμπληρωθούν μέσω της δυνατότητας που θα δίνεται στους συνδρομητές τους να κάνουν απευθείας ερωτήσεις στους συγγραφείς.

Η αλληλεπιδρασιμότητα θα είναι ένα αγαθό που θα χρεώνεται. Καθώς οι άνθρωποι μετακινούνται προς το Διαδίκτυο και παίρνουν ολοένα και περισσότερο την πληροφορία που θέλουν απευθείας από το σημείο παραγωγής της, η οποία είναι αφιλτράριστη από μαζικά μέσα ενημέρωσης, θα προσπαθήσουν να αναπτύξουν την ίδια αλληλεπιδραστική ικανότητα να εξετάζουν και να διερευνούν την πραγματικότητα, που μόνο τα δικά τους βιώματα τους την παρείχαν στο παρελθόν. Η άμεση προσπέλαση σε αυτά τα μακρινά «μάτια και αυτιά» θα είναι πολύ πιο εύκολη να φρουρηθεί από την προσπέλαση σε στατικά μεν πακέτα αποθηκευμένης αλλά εύκολα αναπαραγόμενης πληροφορίας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο έλεγχος θα βασίζεται στην περιορισμένη προσπέλαση της πιο πρόσφατης και μεγαλύτερης σημασίας πληροφορία. Θα είναι θέμα καθορισμού του εισιτηρίου, του τόπου, του παρουσιαστή και της ταυτότητας του κατόχου του εισιτήριου, ορισμοί που πιστεύω ότι θα πάρουν την τελική τους μορφή από την τεχνολογία και όχι από το νομικό σύστημα.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η προσδιορίζουσα τεχνολογία θα είναι η κρυπτογραφία.

 

Κρυπτο-Εμφιάλωση

Η κρυπτογραφία, όπως ίσως έχω πει αρκετές φορές, αποτελεί το “υλικό” από το οποίο θα είναι φτιαγμένοι οι τοίχοι, οι περιορισμοί -και τα μπουκάλια- του Κυβερνοχώρου.

Βέβαια υπάρχουν προβλήματα με την κρυπτογραφία ή με οποιαδήποτε άλλη αμιγώς τεχνική μέθοδο προστασίας της περιουσίας. Πάντα μου φαινόταν ότι με όσο μεγαλύτερη ασφάλεια κρύβει κανείς τα αγαθά του, τόσο περισσότερο είναι πιθανό να μετατρέψει το άδυτό του σε στόχο. Όντας προερχόμενος από έναν τόπο όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα κλειδιά επάνω στα αυτοκίνητά τους και δε χρησιμοποιούν ούτε κλειδιά για τα σπίτια τους, παραμένω πεπεισμένος ότι το καλύτερο μέτρο εναντία στο έγκλημα είναι μία κοινωνία η οποία διατηρεί την ηθική της ανέπαφη.

Μολονότι δέχομαι ότι αυτό δεν είναι το είδος της κοινωνίας στην οποία ζούμε οι περισσότεροι από εμάς, πιστεύω ωστόσο ότι η υπέρμετρη εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην προστασία με τη χρήση αποτρεπτικών μέσων παρά στη συνειδητή προστασία θα παραλύσει ενδεχομένως την τελευταία μετατρέποντας την ανεπιθύμητη εισβολή και την κλοπή από έγκλημα σε σπορ. Αυτό έχει συντελεστεί ήδη στον ψηφιακό κόσμο όπως αποδεικνύεται από τις δραστηριότητες των λεγόμενων hackers.

Επιπλέον, θα ισχυριζόμουν ότι οι αρχικές προσπάθειες που έγιναν για την προστασία του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας με την προστασία ενάντια στην αντιγραφή συνέβαλλε στη διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης, στην οποία οι κατά τ'άλλα ηθικοί χρήστες υπολογιστών φαίνονται να μην έχουν αναστολές στη χρήση κλεμμένου λογισμικού.

Αντί να καλλιεργείται στους νέους χρήστες υπολογιστών το αίσθημα του σεβασμού για τη δουλειά των συναδέλφων τους, η πρώιμη εμπιστοσύνη στην προστασία της αντιγραφής οδήγησε στην υποσυνείδητη δημιουργία της έννοιας του “σπασίματος” ενός πακέτου λογισμικού το οποίο έχει “κερδιθεί” από κάποιον. Πολλοί θα περιορίζονται πλέον μόνο από την τεχνική τους αδυναμία και όχι από λόγους συνείδησης, ενώ δε θα έχουν καμία αναστολή στο να κάνουν ό,τι επιθυμούν και ό,τι τους επιτρέπουν οι δυνατότητες τους. Αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί μία αναπότρεπτη υποχρέωση για την κρυπτογράφηση του ψηφιακού εμπορίου.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι η προστασία από την αντιγραφή έχει απορριφθεί από το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Πολλές από τις πρόσφατες προσπάθειες χρήσης μεθόδων προστασίας βασισμένων στην κρυπτογραφία έχουν την ίδια μοίρα. Οι άνθρωποι δεν πρόκειται να ανεχθούν την αυξανόμενη δυσκολία χρήσης των υπολογιστών που δεν έχει κανένα όφελος για αυτούς.

Ωστόσο, η κρυπτογράφηση έχει ήδη επιδείξει μία συγκεκριμένη χοντροκομμένη χρησιμότητα. Νεότερες συνεισφορές της σε ποικίλες υπηρεσίες δορυφορικής τηλεόρασης εκτοξεύτηκαν (αναπτύχθηκαν ραγδαία) πρόσφατα έπειτα από την ανάπτυξη περισσότερο ισχυρών μεθόδων κρυπτογράφησης των σημάτων της. Αυτό, παρά την ανάπτυξη ουσιαστικά ανίσχυρης τεχνολογίας στο υλικό (hardware) της κρυπτογράφησης για τέτοια συστήματα.

Ένα άλλο προφανές πρόβλημα με την κρυπτογράφηση ως συνολική λύση του προβλήματος είναι ότι εάν κάτι έχει αποκτηθεί από κάποιον με νόμιμη άδεια, μπορεί να γίνει ελεύθερα διαθέσιμο για μαζική αναπαραγωγή.

Σε μερικές περιπτώσεις, η αναπαραγωγή που ακολουθεί την αποκρυπτογράφηση μπορεί να μην αποτελεί πρόβλημα. Πολλά προϊόντα λογισμικού χάνουν σε μικρό χρονικό διάστημα την αξία τους. Ίσως το μοναδικό πραγματικό ενδιαφέρον σε τέτοια προϊόντα εστιάζεται ανάμεσα σε αυτούς που έχουν αγοράσει τα κλειδιά για την άμεση χρήση τους.

Πέρα από αυτά όμως, όσο πιο τμηματοποιημένο γίνεται το λογισμικό και η διανομή του γίνεται online, θα αρχίσει η μεταμόρφωσή του σε άμεση αλληλεπίδραση με το χρήστη. Οι ασυνεχείς αναβαθμίσεις θα εκφυλιστούν σε μία σταθερή διαδικασία αυξανόμενης βελτίωσης και προσαρμογής, ένα μέρος της οποίας θα έχει γίνει από τον άνθρωπο και άλλο ένα μέρος θα έχει προκύψει από τη χρήση γενετικών αλγορίθμων. Τα παράνομα αντίγραφα λογισμικού μπορεί να παραμένουν τόσο στάσιμα ώστε να καταλήξουν να μην έχουν αξία για το χρήστη.

Ακόμα και σε περιπτώσεις όπως εικόνες, όπου η πληροφορία αναμένεται να παραμένει αμετάβλητη, το μη κρυπτογραφημένο αρχείο μπορεί να είναι άμεσα συνδεδεμένο με κώδικα, ο οποίος το προστατεύει με μία μεγάλη ποικιλία μέσων.

Στις περισσότερες από τις μεθόδους που μπορώ να παρουσιάσω, το αρχείο παραμένει απαράλλαχτο με περιστασιακά ενσωματωμένο λογισμικό, το οποίο μπορεί να ανιχνεύει τις συνθήκες χρήσης και να αλληλεπιδρά με αυτές. Για παράδειγμα, μπορεί να περιέχει κώδικα, ο οποίος μπορεί να ανιχνεύει πότε γίνεται απόπειρα αντιγραφής του αρχείου και να το καταστρέφει.

Άλλες μέθοδοι δίνουν τη δυνατότητα της άμεσης ειδοποίησης του νόμιμου ιδιοκτήτη μέσω του Διαδικτύου. Η συνεχής ακεραιότητα μερικών αρχείων απαιτεί ίσως την περιοδική τροφοδότηση με ψηφιακό χρήμα από αυτούς που τα φιλοξενούν, οι οποίοι ουσιαστικά τροφοδοτούν με αυτό τους δημιουργούς αυτών των αρχείων.

Φυσικά, αρχεία τα οποία έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν αντίθετα από τη συνηθισμένη τους χρήση φαίνονται να μην είναι τόσο βολικά όπως για παράδειγμα το Morris Internet Worm. Τα “ζωντανά” αρχεία έχουν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά παρόμοια με εκείνη ενός ιού. Άλλες σοβαρές μορφές πειρατείας θα εμφανίζονταν ακόμα και στην περίπτωση που όλοι οι υπολογιστές είχαν από έναν ψηφιακό κατάσκοπο.

Το θέμα είναι ότι η κρυπτογραφία θα επιφέρει την ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας προστασίας στον επίμονο ανταγωνισμό ο οποίος πάντα υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς οι οποίοι “κλειδώνουν” και σε αυτούς οι οποίοι “σπάνε”.

Ωστόσο η κρυπτογραφία δε θα χρησιμοποιηθεί μόνο για το “κλείδωμα”. Βρίσκεται, επίσης, στην καρδιά των ψηφιακών υπογραφών και του προαναφερθέντος ψηφιακού χρήματος, τα οποία θα παίξουν κεντρικό ρόλο στη μελλοντική προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Πιστεύω ότι η γενικά αποδεκτή αποτυχία του μοντέλου της ελεύθερης διακίνησης λογισμικού έχει να κάνει περισσότερο με τη δυσκολία πληρωμής του ελεύθερου λογισμικού παρά με την ανεντιμότητα. Εάν η διαδικασία πληρωμής μπορεί να είναι αυτοματοποιημένη, πράγμα που θα επιτρέπουν τόσο το ψηφιακό χρήμα όσο και οι ψηφιακές υπογραφές, πιστεύω ότι οι παραγωγοί λογισμικού θα έχουν να θερίσουν πολύ περισσότερο από το σιτάρι που σπέρνουν στον Κυβερνοχώρο.

Επιπλέον, θα εξοικονομήσουν ένα μεγάλο μέρος από την επιβάρυνση, η οποία σχετίζεται με το marketing, τις πωλήσεις και τη διανομή των προϊόντων πληροφορίας, εάν αυτά τα προϊόντα είναι προγράμματα, βιβλία, CD's ή και κινούμενες εικόνες. Αυτή η λύση θα επιφέρει τη μείωση των τιμών και θα καταστήσει περισσότερο πιθανή τη μη υποχρεωτική πληρωμή αυτών των προϊόντων.

Αλλά, βέβαια, υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα για ένα σύστημα το οποίο απαιτεί, με τεχνολογικά μέσα, πληρωμή σε κάθε προσπέλαση ενός αντικειμένου πληροφορίας. Αναιρεί την αρχική ρήση του Jefferson για τη διαθεσιμότητα των ιδεών σε όλους ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του καθενός. Δεν είμαι υπέρ ενός μοντέλου πρόσβασης στην πληροφορία, το οποίο θα περιόριζε την προσπέλαση μόνο σε ανθρώπους με μεγάλη ή σχετικά μεγάλη οικονομική επιφάνεια.

 

Για μία οικονομία των ρημάτων

Οι μελλοντικές μορφές και οι μέθοδοι προστασίας της πνευματικής περιουσίας παρατηρούνται κυρίως από την είσοδο στην Ψηφιακή Εποχή. Ωστόσο, μπορώ να διατυπώσω (ή να επαναλάβω) ορισμένες σκέψεις, οι οποίες πιστεύω δε θα μοιάζουν ανόητες σε πενήντα χρόνια.

· Επ' απουσία των παλιών μορφών, σχεδόν οτιδήποτε νομίζουμε ότι ξέρουμε για την πνευματική ιδιοκτησία είναι λάθος. Θα πρέπει να τα ξεχάσουμε. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πληροφορία όπως δεν την έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ στο παρελθόν.

· Οι μέθοδοι προστασίας οι οποίες θα αναπτυχθούν θα βασίζονται περισσότερο στην ηθική και στην τεχνολογία και λιγότερο στο νόμο.

· Η κρυπτογράφηση θα αποτελεί την τεχνική βάση για το μεγαλύτερο μέρος της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (και θα πρέπει, για αυτούς ή για άλλους λόγους, να γίνει ευρύτερα διαθέσιμη).

· Η οικονομία του μέλλοντος θα βασίζεται περισσότερο στη σχέση παρά στην ιδιοκτησία. Θα είναι συνεχής παρά ακολουθιακή.

Και τελικά, στα ερχόμενα χρόνια, οι περισσότερες ανθρώπινες συναλλαγές θα είναι ιδεατές παρά υλικές, αποτελούμενες όχι από ύλη αλλά από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα. Οι μελλοντικές οικονομικές μας δραστηριότητες θα γίνονται σε έναν κόσμο φτιαγμένο περισσότερο από ρήματα παρά από ουσιαστικά.

Αναπτύσσεται εδώ η χρησιμότητα και οι περιορισμοί των τεχνικών κρυπτογράφησης ως μέσων προστασίας της πνευματικής περιουσίας στον Κυβερνοχώρο. Γίνεται φανερό στο κείμενο ότι η κρυπτογραφία είναι το μέσο με το οποίο προστατεύεται η ιδιοκτησία στον Κυβερνοχώρο. Αυτό δείχνει ουσιαστικά το είδος της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Αυτή η κοινωνία χαρακτηρίζεται, ίσως, από την εγγενή έλλειψη σεβασμού στην ιδιοκτησία. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο αναπτύσσονται οι διάφορες μέθοδοι προστασίας, όχι μόνο στον Κυβερνοχώρο αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις και τις εκδοχές της έννοιας της ιδιοκτησίας. Ό,τι είναι ιδιόκτητο πρέπει να προστατεύεται γιατί υπάρχει άμεσος κίνδυνος απώλειάς του. Ίσως, βέβαια, θα ήταν μία ουτοπία η ιδέα της ιδανικής κοινωνίας στην οποία κανείς δε θα έχει την πρόθεση να βλάψει με οποιοδήποτε τρόπο την ιδιοκτησία κάποιου. Η ιδέα αυτή ανατρέπεται και από ένα βασικό χαρακτηριστικό της ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία έχει τις περισσότερες φορές μία συγκεκριμένη αξία, η οποία συνήθως (όχι πάντα) μεταφράζεται σε χρήμα. Δηλαδή, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ιδιοκτησία είναι το ισοδύναμο του πλούτου. Είναι συνώνυμη του πλουτισμού. Μία κοινωνία, λοιπόν, στην οποία οι πολίτες θα έχουν σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα του σεβασμού προς την ιδιοκτησία του άλλου θα πρέπει να μην έχει θέσει ως πρωταρχική της αξία τον αδιάκοπο πλουτισμό. Γιατί ο αδιάκοπος και με κάθε μέσο πλουτισμός είναι εκείνος που ωθεί τον άνθρωπο στο να παραβιάσει την ξένη περιουσία.

Η κρυπτογραφία, ωστόσο, δε διασφαλίζει σε απόλυτο βαθμό την πνευματική ιδιοκτησία στον Κυβερνοχώρο. Πέρα από το γεγονός ότι πολλά συστήματα δεν είναι απόλυτα ασφαλή (π.χ. είναι πολλές οι εισβολές σε κρατικά αρχεία), τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει κάποιον από το να αναπαράγει παράνομα ένα προϊόν το οποίο ο ίδιος έχει νόμιμα στην κατοχή του. Ακόμη, αυτή η αναπαραγωγή θα μπορούσε να του αποφέρει κέρδος. Μία λύση σε αυτό το πρόβλημα έχει ήδη προταθεί και είναι εκείνη του λογισμικού ελεύθερης διακίνησης (shareware). Ωστόσο, αυτή η ιδέα έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της σύγχρονης οικονομίας ότι η εργασία θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αμείβεται. Δηλαδή, οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να αμείβουν τους προγραμματιστές και όλους τους δημιουργούς των πακέτων λογισμικού. Αυτό, όμως, θα προκαλέσει μία ανισορροπία στον ισολογισμό της εταιρίας. Βέβαια, η παράνομη αναπαραγωγή ενός νόμιμα αποκτηθέντος προϊόντος μπορεί να μην αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα, εφόσον όπως έχει δείξει η πρακτική τα προϊόντα λογισμικού χάνουν πολύ γρήγορα την αξία τους.

Βέβαια, η διαρκής απαίτηση χρημάτων για την πρόσβαση σε κάθε είδος πληροφορίας, περιορίζει τη γνώση σε αυτούς οι οποίοι διαθέτουν πόρους. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό του Κυβερνοχώρου. Οι διαδικασίες της κοινωνίας είναι τέτοιες ώστε απαιτείται η ύπαρξη πόρων για την πρόσβαση σε οποιοδήποτε είδος γνώσης. Αυτή η κατάσταση είναι προφανές ότι υπήρχε εκ των προτέρων ως χαρακτηριστικό της κοινωνίας, το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο στον Κυβερνοχώρο. Άλλωστε, ας μην λησμονεί κανείς ότι ο Κυβερνοχώρος δεν αποτελεί κάτι ιδεατό και απόλυτα ανεπηρέαστο από την κοινωνία και τα χαρακτηριστικά της. Αντίθετα, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς ότι ήδη υπάρχουσες συμπεριφορές και γενικότερες πρακτικές έχουν εφαρμοστεί στη λειτουργία του Κυβερνοχώρου.

Το βέβαιο είναι ότι δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε με ακρίβεια τις μελλοντικές μορφές της πνευματικής ιδιοκτησίας και της προστασίας της. Στο κείμενο υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η μελλοντική οικονομία θα βασίζεται περισσότερο στις σχέσεις παρά στην ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο θα ήταν, ίσως, παρακινδυνευμένο να ειπωθεί. Γιατί η ιδιοκτησία είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό του υπάρχοντος οικονομικού συστήματος.

Ojo Caliente, New Mexico, October 1, 1992

New York, New York, November 6, 1992

Brookline, Massachusetts, November 8, 1992

New York, New York, November 15, 1993

San Francisco, California, November 20, 1993

Pinedale, Wyoming, November 24-30, 1993

New York, New York, December 13-14, 1993

Αυτή η έκφραση έχει επιζήσει και αναπτυχθεί σε αυτό το σημείο περισσότερο από τις χρονικές περιόδους και τους τόπους που αναφέρονται παραπάνω. Παρά τη γραπτή της δημοσίευση εδώ, αναμένω ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται πιθανότατα για χρόνια.

Οι σκέψεις που παρουσιάζονται δεν ανήκουν αποκλειστικά σε εμένα, αλλά είναι αποτέλεσμα της επαφής που είχα με αρκετούς άλλους ανθρώπους, στους οποίους είμαι ευγνώμων. Ειδικότερα ευχαριστώ τους: Pamela Samuelson, Kevin Kelly, Mitch Kapor, Mike Godwin, Stewart Brand, Mike Holderness, Miriam Barlow, Danny Hillis, Trip Hawkins και Alvin Toffler.

 

 

 

 

 

Αναφορές

[1] http://www.ascap.com

[2] http://www.bmi.com

[3] David R. Johnson, “Granularity and the law of Cyderspace”, June 20, 1994

http://www.eff.org/pub/Intellectual_property/granularity_cyberlaw_johnson.article

[4] http://www.onthenet.com.au/~stear/dawkinschallenge.html

[5] http://www.oikos.org/baten.html

[6] RAM Μαρτίου 1999

[7] Robert Young, “How Red Hat Software Stumbled Across a New Economic Model

and Helped Improve an Industry”.

http://www.press.umich.edu/jep/04-03/young.html

[8] U. S. Patent Law, “Patent Law Materials”

http://www.law.cornell.edu/topics/patent.html

[9] Πληροφορίες σχετικά με το Electronic Frontier Foundation βρίσκονται στο

http://www.eff.org

[10] William W. Fischer, “The Growth of Intellectual Property: A History of the Ownership

of Ideas in the United States”, πρόκειται να δημοσιευθεί στο “Eigentumskulturen im

Vergleich (Vandenhoeck & Ruprecht, 1999)”

 


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος