Εργασία
Για το Μάθημα
Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας
http://hyperion.math. upatras.gr/courses/soctech/
Μάιος 1999
Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ
Tom Forester & Perry Morrison

Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1988, οι αμερικανικές τελωνιακές αρχές στο διεθνές αεροδρόμιο του Los Angeles πραγματοποιώντας έλεγχο ρουτίνας εντόπισαν τον Richard Lawrence Sklar, ένα φυγά που κατεζητείτο για συμμετοχή σε κτηματομεσιτική απάτη στην Arizona. Μέρος της διαδικασίας αυτής, ήταν η εξακρίβωση της ημερομηνίας γέννησής , του ύψους, του βάρους, και του χρώματος των μαλλιών και των ματιών του, από τις αρχές οι οποίες και τον συνέλαβαν. Στις επόμενες δύο μέρες ο 58χρονος ταξιδιώτης γδύθηκε και υπέστη σωματικό έλεγχο, μεταφέρθηκε από το ένα κελί στο άλλο και δέθηκε με χειροπέδες μαζί με διάφορους βίαιους παραβάτες. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι οι αρχές είχαν πιάσει το λάθος άνθρωπο. Ο συγκεκριμένος Sklar ήταν καθηγητής πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της California (Los Angeles) και του είχαν παρθεί δακτυλικά αποτυπώματα 3 φορές μέσα σε 12 χρόνια για τις παραβάσεις ενός απατεώνα του οποίου ο φάκελος παρέμενε θαμμένος μαζί με άλλα 19 εκατομμύρια αρχεία υπολογιστή στο National Crime Information Center (Εθνικό Κέντρο Πληροφοριών Εγκλήματος).

Η υπόθεση του Sklar είναι μια τραγική απεικόνιση του αντίκτυπου που μπορούν να έχουν οι βάσεις δεδομένων και οι κάθε είδους ηλεκτρονικές πληροφορίες, στις ζωές αθώων ανθρώπων. Επίσης υποδεικνύει ότι η μεγάλη πίστη που εναποθέτουμε σε τέτοιου είδους πληροφορίες ίσως να είναι αδικαιολόγητη. Ακολουθεί ένας αριθμός από παρόμοια περιστατικά σε αυτό το κεφάλαιο. Ωστόσο, από την αρχή θα πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του, ότι πολλά ζητήματα ηλεκτρονικού απορρήτου μπορούν να κατανοηθούν ως ζητήματα που προκύπτουν από τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών υπολογιστών και την προοπτική τους να επηρεάζουν τις ζωές των ατόμων. Για παράδειγμα, η εύρεση μιας ισορροπίας μεταξύ των αναγκών για απόρρητο και των αναγκών για ασφάλεια μπορεί να είναι δύσκολη, γιατί υπάρχουν αλληλοσυγκρούσεις μεταξύ των αναγκών και των προσδοκιών των ατόμων από την μία και των υποχρεώσεων και των ρόλων των οργανισμών και των υπηρεσιών που διαδραματίζουν σημαντικές λειτουργίες σε κάθε πολύπλοκη τεχνολογικά κοινωνία από την άλλη.

Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο αυτό θα ενασχοληθεί με αυτή την ισορροπία και πως αυτή διατηρείται στις κοινωνίες που οι δυτικές δημοκρατίες έχουν δημιουργήσει. Μέσα από αυτό το πρίσμα, παρατηρούνται τα βασικά ηθικά ζητήματα που σχετίζονται με το απόρρητο, την παρακολούθηση και τη δημοκρατία.

Οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων έχουν υπάρξει υπεύθυνες για πολλές καταστροφές. Η δασκάλα στο Houston, Darlene Alexander εθεωρείτο αξιόπιστη δανειολήπτης μέχρι που έκανε αίτηση για δάνειο $75.000 οπότε και την ενημέρωσαν ότι είχε ήδη αρκετά χρέη για να λάβει τέτοιο δάνειο. Το μητρώο της έδειξε ανεξόφλητους λογαριασμούς προς την American Express, την Mastercard, την Visa και ένα δάνειο ύψους $22.800 για την αγορά μιας Chevrolet Camaro. Δυστυχώς, κανείς από τους παραπάνω λογαριασμούς δεν ήταν δικός της και η ίδια ήταν ιδιοκτήτρια ενός Datsun μοντέλου του 83. Η Alexander είχε πέσει θύμα αυτών που αποκαλούνται "πιστωτικοί γιατροί", ατόμων δηλαδή που "κλέβουν" καλά και καθαρά πιστωτικά μητρώα και έπειτα τα πουλάνε σε αυτούς που έχουν κακό πιστωτικό παρελθόν. Ένας απατεώνας είχε ανοίξει λογαριασμούς στο όνομά της, από τους οποίους και δανείστηκε, με αποτέλεσμα η Alexander τώρα να είναι καταδικασμένη σε άσχημο πιστωτικό παρελθόν και να έχει ελάχιστες ελπίδες να της δοθεί δάνειο για αγορά κατοικίας ή για οποιοδήποτε άλλο σημαντικό σκοπό.

Σε μεγάλο βαθμό ο τρόπος λειτουργίας των "πιστωτικών γιατρών" είναι παρόμοιος με εκείνον των διάφορων καταστροφικών hackers. Γενικά δουλεύουν δωροδοκώντας τους υπαλλήλους πιστωτικών οργανισμών για να τους αποκαλύψουν τους κωδικούς πρόσβασης στα συστήματά τους. Έπειτα, αφού αποκτήσουν πρόσβαση, ψάχνουν για κάποιον που έχει το ίδιο όνομα με αυτό του πελάτη τους και τυγχάνει να έχει καλό ιστορικό. Έχοντας βρει το θύμα τους, αντιγράφουν τις πληροφορίες που σχετίζονται με αυτό (συμπεριλαμβανομένου και του σημαντικότατου αριθμού κοινωνικής ασφάλισης), και τις προμηθεύουν στον πελάτη τους. Αλλά αυτό που τους κάνει πιο "ελκυστικούς" είναι το γεγονός ότι η απάτη δεν μπορεί να αποκαλυφτεί προτού ο πραγματικός κάτοχος αρχίσει να το ψάχνει συνήθως ως αποτέλεσμα υπερσυσσωρευμένων χρεών. Μέχρι τότε οι "πιστωτικοί γιατροί" θα έχουν προμηθεύσει στους πελάτες τους με κάποιον άλλο παρανόμως αποκτηθέντα πιστοληπτικό μηχανισμό.

Σε ένα άλλο περιστατικό, η American Express ήρθε σε επαφή με έναν πελάτη της για να του εκφράσει την ανησυχία της ότι αυτός ίσως να μην μπορούσε να εξοφλήσει τον λογαριασμό του. Η American Express είχε προσπελάσει τον λογαριασμό του και είχε ανακαλύψει ότι είχε λιγότερα από αυτά που της χρωστούσε με αποτέλεσμα να του απενεργοποιήσει την κάρτα. Το συμβόλαιο δίνει το δικαίωμα στην American Express να προσπελάσει τον λογαριασμό κάποιου πελάτη της στην περίπτωση που πρόκειται να διαπιστωθεί η ικανότητά του να αποπληρώσει.

Επιπλέον, ένα ακόμη παράδειγμα είναι αυτό του Michael DuCross, ενός Ινδιάνου γεννημένου στον Καναδά που ζούσε στο Huntington Beach στην California. Στις 9:00μ.μ. στις 24 Μαρτίου το 1980, ένας αστυνομικός σταμάτησε τον DuCross καθώς οδηγούσε προς το τοπικό σούπερ μάρκετ, έπειτα από οδική παράβαση που είχε διαπράξει. Ο αστυφύλακας σημείωσε το όνομά του και τον αριθμό αδείας του και ζήτησε περαιτέρω έλεγχο του υπόπτου μέσω του ασυρμάτου του. Η αίτηση έφτασε στο Sacramento, πρωτεύουσα της πολιτείας αυτής, και μετά ταξίδεψε 3000 μίλια ανατολικά στο NCIC στην Washington. Τα αρχεία έδειχναν ότι ο DuCross κατεζητείτο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για λιποταξία από το σώμα των πεζοναυτών τα Χριστούγεννα του 1969. Βάση των πληροφοριών αυτών και παρόλο που ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν αθώος, ο DuCross οδηγήθηκε στις στρατιωτικές φυλακές του Camp Pendleton στην California. 5 μήνες αργότερα, οι κατηγορίες αυτές αποσύρθηκαν αφότου ανακαλύφθηκε ότι ο DuCross δεν υπήρξε ποτέ λιποτάκτης. Ο DuCross είχε απολυθεί εθελοντικά από τους πεζοναύτες το 1969 μέσω ειδικής ρύθμισης. Πάλι φαίνεται ότι η πίστη στην ακρίβεια των ηλεκτρονικών στοιχείων ήταν εντελώς παραπλανητική για την υπόθεση. Έτσι ο DuCross έχασε 5 χρόνια από τη ζωή του, εξαιτίας κακής διαχείρισης της βάσεως δεδομένων.

Άλλη μία περίπτωση λαθεμένης εμπιστοσύνης σε ηλεκτρονικά αρχεία είναι αυτή ενός αμερικανού πολίτη του οποίου κλάπηκε το πορτοφόλι από κάποιον ο οποίος αργότερα το χρησιμοποίησε για να του "κλέψει" την ταυτότητα. Έπειτα ο ληστής αναμίχθηκε σε ληστεία μετά φόνου, και έτσι η νέα του ταυτότητα έγινε γνωστή στο αστυνομικό τμήμα του Los Angeles. Αυτή η πληροφορία τοποθετήθηκε στη βάση δεδομένων τους και όταν μετέπειτα σταμάτησαν τον νόμιμο κάτοχο για τροχαίο έλεγχο ρουτίνας, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής έδειξε ότι ήταν βασικός ύποπτος φόνου με αποτέλεσμα την άμεση σύλληψή του. Όπως είναι φυσικό, πέρασε μερικές μέρες στην φυλακή μέχρι να αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες της υπόθεσης αυτής.

Με μια πρώτη ματιά το περιστατικό αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένα "αποδεχτό" λάθος. Παρόλα αυτά, έπειτα από την αποκάλυψη της αλήθειας, ο ίδιος άνθρωπος συνελήφθηκε 5 φορές μέσα σε 14 μήνες με βάση τα ίδια λάθος στοιχεία της βάσης δεδομένων. Έπειτα από μεγάλη απόγνωση, εξασφάλισε μια επιστολή από τον τοπικό αστυνομικό διευθυντή που διευκρίνιζε ότι δεν ήταν κάποιος ύποπτος για φόνο και ότι τα αστυνομικά αρχεία ήταν λάθος. Εντούτοις, ενώ η επιστολή ήταν αρκετή για τις τοπικές αρχές, λίγο μετρούσε εκτός εκείνης της πολιτείας. Μόνο έπειτα από δικαστική διαμάχη (και μια οικονομική αποζημίωση $55000) τα αρχεία σβήστηκαν.

Ασφαλώς, η πλειονότητα των λαθών σε βάσεις δεδομένων δεν είναι τόσο καταστροφικά όσο το παραπάνω, απλώς προκαλούν αγανάκτηση και απόγνωση. Βέβαια η συχνότητα πρόκλησης τέτοιων συναισθημάτων αυξάνεται, δεδομένου της ραγδαίας εισβολής των βάσεων δεδομένων σε ολοένα και περισσότερους τομείς της ζωής μας. Για παράδειγμα, το 1977, ο Harvey Saltz, ένας πρώην δικηγόρος της περιοχής του Los Angeles, έφτιαξε την UD Registry Inc., η οποία παρείχε πληροφορίες σε ιδιοκτήτες για τους πιθανούς ενοικιαστές τους. Η εταιρία του Saltz αντλούσε τις πληροφορίες της από μηνύσεις ιδιοκτητών σε ενοικιαστές και 1900 ιδιοκτήτες τον πλήρωναν με τον χρόνο για να τους εξακριβώσει πιθανούς ενοικιαστές οι οποίοι στο παρελθόν είχαν μηνυθεί από ιδιοκτήτες.

Βρώμικος Harry με μία Βάση Δεδομένων (Dirty Harry with a Database)

Στις 9 Νοεμβρίου του 1979, ημέρα Παρασκευή, τρεις νεαροί γάλλοι φούλαραν το αμάξι τους με βενζίνη σε ένα βενζινάδικο στο Etampes, μια μικρή πόλη κοντά στο Παρίσι (Paris). Ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου πρόσεξε ότι η πινακίδα του αυτοκινήτου αποτελούταν από σπασμένα κομμάτια κολλημένα μεταξύ τους με ταινία, κάτι που του φάνηκε ύποπτο, ίδιος αφότου η επιταγή με την οποία τον πλήρωσαν είχε μια περίεργη υπογραφή. Έτσι σημείωσε τον αριθμό του αυτοκινήτου και αφότου έφυγαν ειδοποίησε την αστυνομία.

Ο έλεγχος της αστυνομίας στη βάση δεδομένων τους έδειξε ότι το αμάξι ήταν κλεμμένο και ένα περιπολικό στάλθηκε για να επιληφθεί της υπόθεσης. Πέτυχαν τους νεαρούς όταν είχαν σταματήσει σε φανάρι. Τότε δύο αστυνομικοί με πολιτικά βγήκαν από το αυτοκίνητο, ο ένας κρατώντας ένα αυτόματο και ο άλλος ένα .357 magnum. Ο μόνος ένστολος αστυνομικός παρέμεινε στο αυτοκίνητο.

Παρόλο που τα ακριβή γεγονότα που επακολούθησαν δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί, γνωρίζουμε ότι ο αστυνομικός με το magnum άνοιξε πυρ κατά των τριών νεαρών με αποτέλεσμα ένας από αυτούς να τραυματιστεί. Οι άλλοι δυο νεαροί ενημερώθηκαν ότι αυτοί που τους επιτίθονταν ήταν αστυνομικοί (και όχι gangsters) οπότε και συνελήφθησαν ενώ ένα ασθενοφόρο έσπευσε να βοηθήσει τον τραυματισμένο φίλο τους.

Οι μετέπειτα έρευνες έδειξαν διαφορετικά πράγματα. Ένας εκ των τριών νεαρών είχε αγοράσει με καθόλα νόμιμο τρόπο το αμάξι δέκα μέρες πριν. Πράγματι το αμάξι είχε κάποτε κλαπεί, αλλά αυτό είχε συμβεί το 1976 και είχε ανεβρεθεί από την ασφαλιστική εταιρία η οποία το πούλησε στην εταιρία από την οποία το αγόρασε μετέπειτα ο νεαρός. Η κύρια αιτία του περιστατικού ήταν η μη ενημέρωση του ηλεκτρονικού αρχείου που αφορούσε το συγκεκριμένο όχημα, με αποτέλεσμα το ιδιοκτησιακό του καθεστώς να μην αναπαρίσταται με ακρίβεια. Δυστυχώς, όταν συνέβη το περιστατικό αυτό, τα αρχεία της αστυνομίας εμφάνιζαν το όχημα ως κλεμμένο και οι αστυνομικοί αντέδρασαν σα να αντιμετώπιζαν κάποιους εν δυνάμει επικίνδυνους εγκληματίες.

Αυτή η προφύλαξη φαίνεται λογική για τους ιδιοκτήτες. Εντούτοις όμως, κάποιος που έχει προβληματιστεί με την απόρριψή του (στο θέμα της στέγης) θα μπορούσε να μάθει περισσότερα μελετώντας την υπόθεση της Barbara Ward, κατοίκου του Los Angeles. Το 1972 η Ward ενοικίασε ένα διαμέρισμα το οποίο ανακάλυψε ότι ήταν γεμάτο κατσαρίδες και άλλα ζωύφια. Όταν ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε να τακτοποιήσει το θέμα, του έδωσε προθεσμία 30 ημερών και αυτός ανταπάντησε με αίτηση έξωσης. H Ward στο δικαστήριο παρουσίασε στοιχεία από την περιφερειακή επιτροπή υγείας, ενώ ο ιδιοκτήτης δεν εμφανίστηκε. Η αίτηση για έξωση απορρίφθηκε αλλά μερικά χρόνια αργότερα, η αίτησή της για στέγη απορριπτόταν από διάφορους ιδιοκτήτες επειδή το αρχείο της στο UD Registry έδειχνε ότι στο παρελθόν της είχε γίνει έξωση. Δυστυχώς για την Ward, δεν γνώριζε ούτε την ύπαρξη του UD Registry, ούτε το γεγονός ότι είχε δημιουργήσει και διακινήσει εσφαλμένες πληροφορίες για το ιστορικό της ως ενοικιάστρια.

Πρόσφατα, αποκαλύφθηκε ότι η Employer's Information Service με έδρα την Gretna στην Louisiana, είχε δημιουργήσει μια τεράστια τράπεζα δεδομένων με τους εργάτες που ανέφεραν ατυχήματα στην δουλειά (εργατικά ατυχήματα). Οι εργοδότες μπορούσαν να πληρώσουν και να ζητήσουν μια αναφορά για τους μελλοντικούς τους εργάτες, η οποία θα περιελάμβανε ένα ιστορικό με τα μέχρι τότε εργατικά ατυχήματα και τις πιθανές αιτήσεις για αποζημίωση. Για να αποτρέψουν την περίληψή τους και σε άλλες τέτοιες τράπεζες δεδομένων, οι εργάτες του Idaho μηνύσαν τη βιομηχανική επιτροπή αυτής της πολιτείας ώστε να την αποτρέψουν να δημοσιοποιήσουν τέτοια στοιχεία.

Ίσως από τις πιο γνωστές περιπτώσεις, μπορούν να βρεθούν στο βιβλίο "Ο φάκελος" του Peter Kimball, πρώην καθηγητή δημοσιογραφίας στο Columbia University. Όταν δημοσιοποιήθηκε ο προσωπικός του φάκελος από το FBI, έγινε εμφανές ότι για περισσότερα από 30 χρόνια είχε κατηγοριοποιηθεί ως ανεπιθύμητος πολίτης και άτομο που συμπαθούσε τον κομμουνισμό. Αυτό ήταν προϊόν δύο γεγονότων που συνέβησαν νωρίς στη ζωή του. Το πρώτο συνέβη όταν έκανε αίτηση για μια κυβερνητική θέση λίγο μετά την "απόλυσή" του από τους πεζοναύτες στο τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Κάποιος από αυτούς που εξέτασαν την αίτησή του αμφισβήτησε τις πολιτικές του θέσεις αλλά δεν έκανε καμία αναφορά στον κομμουνισμό. Το δεύτερο γεγονός ήταν όταν απέρριψε μια κυβερνητική θέση που του είχε προταθεί ώστε να αναλάβει μια πιο πολλά υποσχόμενη θέση σε μια από τις κορυφαίες αμερικάνικες εφημερίδες. Στο βιβλίο του, ο Kimball δείχνει πως μέσα σε μια περίοδο 30 ετών, αυτά τα γεγονότα καθώς, και οι μετέπειτα έρευνες που έγιναν σε μια προσπάθεια αποσαφηνισμού των λόγων για την απόρριψη της θέσης, συνδυάστηκαν και μεγαλοποιήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο φάκελός του να λάβει της προσοχής του J. Edgar Hoover και οι μετέπειτα αιτήσεις του για κυβερνητικές και ακαδημαϊκές θέσεις ακόμη και για διαβατήρια να επηρεαστούν σοβαρά.

Privacy Potshots

  • Ο Martin Lee Dement πέρασε δύο χρόνια στις αγροτικές φυλακές του Los Angeles εξαιτίας κακής λειτουργίας του αυτόματου συστήματος αναγνώρισης αποτυπωμάτων της California. Μετέπειτα μη αυτόματος (manual) έλεγχος των αποτυπωμάτων ενός άλλου υπόπτου, τον αθώωσε.
  • Ο Joseph O. Robertson συνελήφθηκε, απελάθηκε και εγκλείστηκε σε κρατικό ψυχιατρείο για δεκαεφτά μήνες παρόλο που οι βαλλιστικοί έλεγχοι και τα δαχτυλικά αποτυπώματα αποδείκνυαν την αθωότητά του.
  • H Sheila Jackson Stossier συνελήφθη και οδηγήθηκε στην φυλακή εξαιτίας ενός εντάλματος του NCIC για κάποια Shirley Jackson.
  • Παρότι είχε 6 ίντσες διαφορά στο ύψος, είχε διαφορετική ημερομηνία γέννησης, και διάφερε 35 κιλά από τον ύποπτο, κάποιος Shirley Jones συνελήφθη, ενώ ο πραγματικός ύποπτος ήταν ήδη στην φυλακή.
  • Κάτοικοι της New York η Anne Marie O'Connor και η Ann Marie O'Connor είχαν τον ίδιο αριθμό κοινωνικής ασφάλισης(SSN), την ίδια εμφάνιση και την ίδια ημερομηνία γέννησης. Το μπέρδεμα αυτό αποκαλύφθηκε έπειτα από φορολογική έρευνα στο συνδυασμένο τους εισόδημα.
  • Δύο James Edward Taylors κάτοικοι της New York, είχαν την ίδια ημερομηνία γέννησης, πολιτεία γέννησης και αριθμό κοινωνικής ασφάλισης. Παρόλο που αυτό αποκαλύφθηκε το 1965, το λάθος παρέμενε αδιόρθωτο μέχρι το 1973.
  • Η ηθοποιός Rebecca Schaeffer δολοφονήθηκε από έναν μανιακό οπαδό της ο οποίος βρήκε την διεύθυνσή της από το παράρτημα μηχανοκίνητων οχημάτων της California (California Department of Motor Vehicles).
  • Το πρόγραμμα δανεισμού βιβλίων του FBI ήταν μια προσπάθεια για να ανιχνευτούν οι δανειστικές συνήθειες ατόμων ξένης εθνικότητας.
  • Ο Roberto Hernandez κρατήθηκε τρεις φορές μεταξύ του 1985 και του 1989 ως ύποπτος για μια διάρρηξη που συνέβη το 1985. Οι αρχές τον είχαν μπερδέψει με έναν άλλον Roberto Hernandez που τους είχε υποδείξει το NCIC. Και οι δύο άντρες είχαν το ίδιο ύψος, βάρος, χρώμα μαλλιών και ματιών, τατουάζ το αριστερό χέρι και ημερομηνία γέννησης και οι αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης τους διάφεραν κατά ένα ψηφίο μόνο.

Το βιβλίο του Kimball είναι ένας ενδιαφέρον απολογισμός της ματαίας μάχης που έδωσε ένας ιδιώτης απέναντι στην γραφειοκρατική αδράνεια και αδιαφορία. Συγκεκριμένα δείχνει πως οι γριφώδεις κρίσεις ενός δεξιού (στο 1ο από τα 2 γεγονότα) όπως μια χιονοστιβάδα, μετατράπηκαν και παραποιήθηκαν, με αποτέλεσμα ο Kimball να χαρακτηρίζεται "επικίνδυνο ρίσκο για την εθνική ασφάλεια, αμφιβόλου πίστης στην αμερικανική κυβέρνηση και τους νόμους." Μετέπειτα συζητήσεις με τα άτομα που ανακρίθηκαν από το FBI δείχνουν σκόπιμες αλλοιώσεις και αποκρύψεις με σκοπό να διατηρηθεί ο "χαρακτήρας" που είχε αποκτήσει ο φάκελος. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι για όλα αυτά ουδέποτε ενημερώθηκε ο Kimball πέρα από το ότι δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να υποστηρίξει δημόσια τον εαυτό του.

Παρόλο που η υπόθεση του Kimball είναι συνυφασμένη με την περίοδο που τα αρχεία κρατούνταν σε φυσικό και όχι ηλεκτρονικό μέσο, οι προεκτάσεις της είναι πιο εφιαλτικές δεδομένης της ευκολίας με την οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί μαζική ηλεκτρονική παρακολούθηση και υψηλής τεχνολογίας συλλογή πληροφοριών. Ακόμη παρότι τις τελευταίες δεκαετίες οι δυνατότητες της τεχνολογίας για συλλογή τεράστιων ποσών πληροφοριών έχουν αυξηθεί εκθετικά, οι δυνατότητες των ανθρώπων να κρίνουν την αξία και την εγκυρότητα τέτοιων πληροφοριών δεν έχει βελτιωθεί καθόλου.

Έτσι αυτός είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που συνδέεται με την εφαρμογή της τεχνολογίας στην συλλογή πληροφοριών και στην παρακολούθηση του πληθυσμού. Παρόλη την σχετική ακρίβεια των νέων τεχνολογιών που προσδίδει μια κάποια εγκυρότητα στα δεδομένα που συλλέγονται, τελικά είναι οι άνθρωποι που πρέπει να κάνουν κάποιες κρίσεις βασιζόμενοι σε αυτά τα δεδομένα, κρίσεις οι οποίες στηρίζονται σε προκαταλήψεις, προηγούμενες υποθέσεις και προσωπικές ερμηνείες. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από τις μηχανές να μας υποδείξουν συνωμοσίες ακόμη και αν μπορούσαν να συλλέξουν και να αποθηκεύσουν δεδομένα με απόλυτη ακρίβεια (πράγμα που δεν κάνουν). Αυτές οι κρίσεις είναι ανθρώπινες κρίσεις, κάποιος που διαβάζει κομμουνιστική λογοτεχνία είναι κομμουνιστής ή απλά ένας σπουδαστής; Κάποιος που παρατηρεί στρατιωτικά αεροσκάφη είναι ένας ενθουσιώδης χομπίστας ή κάποιος κατάσκοπος; Ασφαλώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατανοούμε την ανακρίβεια των υπολογιστικών συστημάτων και σε άλλες καταστάσεις-συνθήκες, τα προβλήματα της ακρίβειας των δεδομένων, της πληρότητας και του συσχετισμού του είναι αυτά που συνθέτουν τις δυσκολίες οι οποίες συνδέονται με τη φύλαξη και την επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών με την εφαρμογή υπολογιστικών συστημάτων.

Επόμενο: Το Μωσαϊκό των Πληροφοριών