Η
Εξέλιξη Των Μεγάλων Τεχνολογικών Συστημάτων
Thomas P.
Hughes
Ορισμός
των τεχνολογικών συστημάτων
Ο άνθρωπος από τη φύση του έχει την τάση να
εξελίσσεται και ν’ αναζητά ολοένα και
τελειότερα συστήματα. Η τεχνολογία τον βοηθάει
σήμερα να προχωρά με γοργούς ρυθμούς σ’ αυτή την
αναζήτηση του τέλειου. Αυτό προϋποθέτει την
ιδιαίτερη μελέτη των τεχνολογικών συστημάτων.
Τα τεχνολογικά
συστήματα περιέχουν δύσκολα στη διευθέτηση,
πολύπλοκα, συστατικά μέρη για επίλυση
προβλημάτων. Είναι κοινωνικά δομημένα και
κοινωνιολογικά προσαρμοσμένα ->1. Ανάμεσα στα συστατικά μέρη των
τεχνολογικών συστημάτων υπάρχουν φυσικά
συστατικά μέρη όπως οι τουρμπογεννήτριες,
μετασχηματιστές και γραμμές μεταφοράς σε
σύστημα παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και ενέργειας
->2. Τα τεχνολογικά συστήματα επίσης
περιλαμβάνουν οργανισμούς, όπως κατασκευαστικές
εταιρίες κοινής ωφέλειας και επενδυτικές
τράπεζες, και ενσωματώνουν συστατικά μέρη τα
οποία συνήθως προσδιορίζονται ως επιστημονικά,
όπως βιβλία, άρθρα, και πανεπιστημιακά
προγράμματα διδασκαλίας και έρευνας. Νομοθετικά
φυσικά συστατικά μέρη όπως ρυθμιστικοί νόμοι,
μπορούν επίσης να αποτελέσουν μέρος των
τεχνολογικών συστημάτων. Επειδή είναι κοινωνικά
δομημένες και προσαρμοσμένες με σκοπό να
λειτουργούν κατά συστήματα οι φυσικές πηγές
πλούτου όπως ανθρακωρυχεία, μπορεί επίσης να
θεωρηθούν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για
συστατικά μέρη ενός συστήματος ->3.
Ένα συστατικό μέρος είτε φυσικό,
είτε τεχνητό, λειτουργώντας σαν ένα συστατικό
μέρος σε ένα σύστημα, αλληλεπιδρά με άλλα φυσικά
συστατικά, τα οποία όλα, ανεξαιρέτως
συνεισφέρουν άμεσα ή διαμέσου άλλων συστατικών
μερών στον κοινό σκοπό του συστήματος. Αν ένα
συστατικό μέρος απομακρυνθεί από ένα σύστημα, ή
τα χαρακτηριστικά του αλλάξουν, θα αλλάξουν
αναλόγως τα χαρακτηριστικά τους και τα άλλα
τεχνουργήματα μέσα στο σύστημα . Σε ένα σύστημα
παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και ενέργειας, για
παράδειγμα, μια αλλαγή στην αντίσταση ή το φορτίο
στο σύστημα, θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στα
συστατικά μέρη μεταβίβασης, διανομής και
παραγωγής. Αν υπάρχει επαναλαμβανόμενο στοιχείο
ότι τα επενδυτικά προγράμματα σε μια επενδυτική
τράπεζα είναι συντονισμένα με τις
δραστηριότητες στο τμήμα πωλήσεων ενός
εργοστασιάρχη ηλεκτρισμού τότε είναι πολύ
πιθανόν να υπάρξει μια συστηματική συνδιαλλαγή
ανάμεσά τους. Η αλλαγή πολιτικής στο ένα, θα
επιφέρει αλλαγές στην πολιτική του άλλου. Για
παράδειγμα, οι επενδυτικές τράπεζες μπορεί
συστηματικά να επενδύσουν στην αγορά
εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ενός
συγκεκριμένου βιομηχάνου, με το οποίο να
μοιράζονται ιδιοκτήτες και αλληλοσυνδεόμενα
συμβούλια διευθυντών ->4. Εάν τα μαθήματα σε
ένα σχολείο μηχανικής μετατοπίσουν την
σπουδαιότητα από την μελέτη του συνεχούς
ρεύματος, στο εναλλασσόμενο ρεύμα, περίπου την
ίδια στιγμή από συνεχές ρεύμα σε εναλλασσόμενο
ρεύμα, τότε μια συστηματική σχέση επίσης
φαίνεται να είναι πιθανή. Οι καθηγητές που
διδάσκουν αυτά τα μαθήματα ίσως να είναι
τακτικοί σύμβουλοι των εταιριών κοινής ωφελείας
και των εταιριών παραγωγής ηλεκτρισμού. Οι
απόφοιτοι των μηχανολογικών σχολείων ίσως να
έχουν γίνει μηχανικοί και διευθυντές στις
εταιρίες και οι διευθυντές και οι μηχανικοί από
την εταιρία ίσως να κάθονται στα διοικητικά
συμβούλια των μηχανολογικών σχολείων.Βλέπουμε δηλαδή μία αντιστροφή ρόλων,
αφού υπάρχει μετακίνηση δυναμικού από και προς
τις εταιρίες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και
προς τις δύο κατευθύνσεις.
Επειδή εφευρίσκονται
και αναπτύσσονται από σχεδιαστές συστημάτων και
τους συνεργάτες τους, τα συστατικά μέρη των
τεχνολογικών συστημάτων είναι τεχνουργήματα
κοινωνιολογικά δομημένα. Τα άτομα που σχεδιάζουν
συστήματα παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και
ενέργειας, εφευρίσκουν και αναπτύσσουν όχι μόνο
γεννήτριες και γραμμές μεταφοράς, αλλά επίσης
τέτοιου είδους μορφές οργανώσεων όπως
βιομηχανίες παραγωγής ηλεκτρισμού και
κεφαλαιούχες εταιρίες κοινής εκμετάλλευσης.
Μερικοί μεγάλης εμπειρίας και ταλαντούχοι
σχεδιαστές συστημάτων, μπορούν να εφεύρουν
μεταλλικές συσκευές, καθώς επίσης και
οργανισμούς, αλλά συνήθως διαφορετικά άτομα
αναλαμβάνουν αυτές τις ευθύνες καθώς ένα σύστημα
εξελίσσεται. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά
ενός σχεδιαστή συστήματος είναι η ικανότητά του
να κατασκευάσει ή να εκβάλλει αρμονία από την
ανομοιότητα, συγκέντρωση αντί πλουραλισμό, και
συνοχή από το χάος. Αυτή η δόμηση συχνά
περιλαμβάνει την καταστροφή των εναλλακτικών
συστημάτων. Οι σχεδιαστές συστημάτων μέσα στην
κατασκευαστική τους δραστηριότητα είναι σαν
‘ετερογενείς μηχανικοί’.
Επειδή τα συστατικά μέρη ενός
τεχνολογικού συστήματος αλληλεπιδρούν μεταξύ
τους, τα χαρακτηριστικά τους απορρέουν από το
σύστημα. Για παράδειγμα, η διαχειριστική δόμηση
μιας κοινωφελούς εταιρίας παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας και φωτισμού, όπως υποβάλλεται από το
οργανωτικό διάγραμμά του, βασίζεται στον
χαρακτήρα της λειτουργίας των μηχανικών ή των
συστατικών μερών του μέσα στο σύστημα. Με την
σειρά της η διαχείριση σε ένα τεχνολογικό
σύστημα, συχνά διαλέγει τεχνικά συστατικά μέρη,
τα οποία στηρίζουν την δόμηση ή την οργανωτική
μορφή της διαχείρισης ->5. Πιο συγκεκριμένα
η διαχειριστική δομή, αντανακλά την ιδιαίτερη
οικονομική ανάμειξη των εργοστασίων παραγωγής
ενέργειας στο σύστημα, και την παραγωγή της
μείξης του εργοστασίου ηλεκτρικής ενέργειας
είναι ανάλογη προς την διαχειριστική δομή. Η
δόμηση του τεχνικού συστήματος μιας εταιρίας,
επίσης αλληλεπιδρά με την στρατηγική της
επιχείρησης ->6.
Αυτές οι ανάλογες δομήσεις και στρατηγικές
δομούν το τεχνολογικό σύστημα και συμβάλλουν
στην διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του.
Επειδή τα συστατικά μέρη τυπικά
ονομαζόμενα ως κοινωνικά είναι δημιουργίες του
σχεδιαστή συστημάτων ή συστατικά μέρη, σε ένα
τεχνολογικό σύστημα, ο κατά συνθήκη
προσδιορισμός των κοινωνικών παραγόντων, όπως το
περιβάλλον, ή το περιεχόμενο ενός τεχνολογικού
συστήματος, πρέπει να αποφεύγονται. Τέτοιου
είδους επιπλοκές συμβαίνουν όταν οι μαθητές
αναφέρονται στο κοινωνικό περιεχόμενο της
τεχνολογίας ή στο κοινωνικό υπόβαθρο της
τεχνολογικής αλλαγής. Ένα τεχνολογικό σύστημα
συνήθως έχει ένα περιβάλλον αποτελούμενο από
δύσκολους παράγοντες, όχι όμως υπό τον έλεγχο των
διαχειριστών του συστήματος, αλλά αυτά δεν είναι
όλα οργανωτικής φύσης. Αν ένας παράγοντας στο
περιβάλλον, ας πούμε, μια παροχή ενέργειας,
πρέπει να επέλθει υπό τον έλεγχο του συστήματος,
γίνεται τότε ένα αλληλεπιδρόμενο μέρος του. Με
τον καιρό, τα τεχνολογικά συστήματα καταφέρνουν
όλο και περισσότερο να ενσωματώνουν το
περιβάλλον μέσα στο σύστημα και ως εκ τούτου να
αποκλείσουν πηγές αβεβαιότητας, όπως η κάποτε
ελεύθερη αγορά. Ίσως η ιδεώδης κατάσταση για τον
έλεγχο του συστήματος είναι ένα κλειστό σύστημα
το οποίο δεν σχετίζεται με περιβάλλον. Σ’ ένα
κλειστό σύστημα ή σε ένα σύστημα χωρίς
περιβάλλον, οι διευθυντές θα μπορούσαν να
καταφύγουν στην γραφειοκρατία (η
γραφειοκρατία όμως όταν συσσωρεύεται γίνεται
όλο και πιο άχρηστη σαν πληροφορία που δεν
κινείται), στην μετατροπή
της ζωής τους σε ρουτίνα και την μείωση εργατικού
δυναμικού με σκοπό να αποκλείσουν την
αβεβαιότητα και την ελευθερία. Έτσι η πρόβλεψη
μέσα από συμπερασματική επαγωγή, ένα
χαρακτηριστικό των διαχειριστών των συστημάτων,
γίνεται λιγότερο ευφάνταστη.
Δύο είδη περιβάλλοντος σχετίζονται
με ανοιχτά τεχνολογικά συστήματα: Στο ένα πάνω
στο οποίο βασίζονται και στο άλλο που βασίζεται
σε αυτό. Σε καμία όμως περίπτωση δεν υπάρχει
αλληλεπίδραση ανάμεσα στο σύστημα και στο
περιβάλλον. Υπάρχει απλά μια μονόδρομη επιρροή.
Επειδή δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του
συστήματος, οι περιβαλλοντολογικοί παράγοντες
που επηρεάζουν το σύστημα δεν πρέπει λαθεμένα να
θεωρηθούν ως συστατικά μέρη του συστήματος.
Επειδή δεν αλληλεπιδρούν μαζί με το σύστημα, οι
περιβαλλοντολογικοί παράγοντες που βασίζονται
στο σύστημα δεν πρέπει να ληφθούν ούτε ως μέρος
αυτού. Η παροχή φυσικών καυσίμων είναι συχνά ένας
περιβαλλοντολογικός παράγοντας πάνω στον οποίο
ένα σύστημα ηλεκτροφωτισμού και παραγωγής
ενέργειας είναι εξαρτώμενο. Μια εταιρία κοινής
ωφελείας, που ανήκει εξ ολοκλήρου σε έναν
κατασκευαστή ηλεκτρισμού, είναι μέρος ενός
εξαρτώμενου περιβάλλοντος, αν δεν έχει καμία
επιρροή πάνω στις τακτικές του κατασκευαστή,
αλλά πρέπει να αποδεχτεί τα προϊόντα του. Από την
άλλη πλευρά, η ιδιοκτησία δεν είναι σίγουρη
ένδειξη εξάρτησης, γιατί ο κατασκευαστής μπορεί
να σχεδιάσει τα προϊόντα του σε συνεργασία με τη
εταιρία κοινής ωφελείας ->7. Σ’ αυτήν την
περίπτωση η ιδιόκτητη εταιρία κοινής ωφέλειας
αποτελεί ένα αλληλεπιδρόμενο συστατικό μέρος
του συστήματος.
Τα τεχνολογικά συστήματα λύνουν
προβλήματα ή εκπληρώνουν στόχους
χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε μέσα είναι
διαθέσιμα και κατάλληλα. Τα προβλήματα έχουν να
κάνουν κυρίως με την αναδιάταξη του φυσικού
κόσμου με τρόπους που θεωρούνται χρήσιμοι ή
επιθυμητοί, τουλάχιστον από εκείνους που
σχεδιάζουν ή χρησιμοποιούν ένα τεχνολογικό
σύστημα. Όμως ένα πρόβλημα για να λυθεί, ίσως
μεταχρονολογήσει την εμφάνιση του συστήματος ως
λύση. Για παράδειγμα, τα ηλεκτρικά χρειώδη όπως
παρουσιάζονται μέσα από τα διαφημιστικά και
άλλες τακτικές πωλήσεις αγαθών, διεγείρουν την
αναγκαιότητα για οικιακές ηλεκτρικές συσκευές,
οι οποίες θα χρησιμοποιούσαν ηλεκτρικό ρεύμα
κατά τη διάρκεια των ωρών μειωμένης κατανάλωσης.
Αυτός ο υποκειμενικός ορισμός της τεχνολογίας ως
συστήματα λύσης προβλημάτων δεν αποκλείει την
επίλυση προβλημάτων στην τέχνη, την
αρχιτεκτονική, την ιατρική, ή ακόμα στην
διασκέδαση, αλλά ο ορισμός μπορεί να
επικεντρωθεί και να διασαφηνισθεί με περαιτέρω
ορισμούς: Είναι η επίλυση προβλημάτων που
συνήθως ασχολείται με την αναδιάταξη του υλικού
κόσμου για να τον κάνει ακόμα πιο παραγωγικό σε
προϊόντα και παροχή υπηρεσιών. Ο Martin Heidegger
προσδιορίζει την τεχνολογία ως μια παραγγελία
του κόσμου για να την κάνει διαθέσιμη ως ‘ένα
σταθερό απόθεμα’ σε ετοιμότητα για την επίλυση
προβλημάτων και επομένως ως τον μη αξιόλογο
τρόπο για να επιτευχθεί ο σκοπός. Αυτή η πρόκληση
του ανθρώπου για να βάλει στον κόσμο μια σειρά
και μ’ αυτόν τον τρόπο να ξεσκεπάσει την ουσία
του, ονομάζεται ‘πλαισίωση’.
Τα τεχνολογικά συστήματα είναι
καθορισμένα από τα όρια του ελέγχου που ασκείται
από τεχνητά κατασκευασμένους και ανθρώπινους
χειριστές. Στην περίπτωση ενός συστήματος
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και
ηλεκτροφωτισμού, ένα κέντρο αποστολής φορτίου με
τα συστατικά μέρη ελέγχου και επικοινωνίας και
ανθρώπινων αποστολέων φορτίων, είναι το
πρωταρχικό κέντρο ελέγχου για τα εργοστάσια
παραγωγής ισχύος και για γραμμές μεταβίβασης και
διανομής στο σύστημα. Το κέντρο αποστολής
φορτίου όμως είναι μέρος ενός ιεραρχικού
συστήματος ελέγχου που περιλαμβάνει την
διαχειριστική δόμηση της εταιρίας κοινής
ωφελείας. Αυτή η δόμηση ίσως από μόνη της να είναι
υποκείμενη στον έλεγχο μιας κεφαλαιούχου
εταιρίας μετοχών που συγχωνεύει άλλες
κοινωφελείς εταιρίες, τράπεζες, κατασκευαστές
ακόμα και ρυθμιστικά πρακτορεία. Μια κοινωφελείς
εταιρία ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να
αλληλοσυνδέεται με άλλες κοινωφελείς εταιρίες
για να σχηματίσουν ένα περιφερειακό κεντρικά
ελεγχόμενο σύστημα παραγωγής ηλεκτροφωτισμού
και ενέργειας. Τα περιφερειακά συστήματα ισχύος
μερικές φορές να ενσωματώνονται νομικώς και
οργανωτικά με εταιρίες ανθρακωρυχείων καθώς
ακόμα με βιομηχανικές επιχειρήσεις που
χρησιμοποιούν την ενέργεια και το φως. Αυτό ήταν
κάτι κοινό στην περιοχή του Ρούρου (ο οποίος ευνοούσε τη δημιουργία
υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων στη Γερμανία) στα χρόνια ανάμεσα στον 1ο και τον
2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συστήματα
εξαπλώνονται με ιεραρχία όπως ένα Ρώσικο
πασχαλινό αυγό μέσα σ’ ένα σχέδιο συστημάτων και
υποσυστημάτων.
Εφευρέτες, βιομηχανικοί
επιστήμονες , μηχανικοί, διευθυντές ,
μεγαλοεπενδυτές, και εργάτες είναι συστατικά
μέρη αλλά όχι τεχνουργήματα στο σύστημα. Άτομα
και γκρουπ σε συστήματα, που δεν είναι
δημιουργήματα των σχεδιαστών συστημάτων, έχουν
βαθμούς ελευθερίας, κάτι που δεν υφίσταται για τα
τεχνουργήματα. Οι μοντέρνοι σχεδιαστές
συστημάτων όμως, έχουν ων σκοπό να δημιουργήσουν
γραφειοκρατία, να μειώσουν την ανάγκη για
επιδέξιους εργάτες που αντικαθίστανται από
μηχανήματα, και πειθαρχούν στη ρουτίνα με σκοπό
να ελαχιστοποιήσουν τον εθελοντικό ρόλο των
εργατών και του διοικητικού προσωπικού σ’ ένα
οργανισμό. Στις αρχές αυτού του αιώνα ο Frederick W.
Taylor, μ’ ένα επιστημονικό διαχειριστικό
πρόγραμμα, οργάνωσε το εργατικό δυναμικό σαν να
ήταν ένα ασήμαντο συστατικό μέρος του
παραγωγικού συστήματος. Πιο πρόσφατα ακόμα,
κάποιοι σχεδιαστές συστημάτων έχουν σχεδιάσει
συστήματα που παρέχουν στο εργατικό δυναμικό μια
ευκαιρία, έτσι ώστε να οριστεί το εργατικό
δυναμικό ως συστατικό μέρος ενός συστήματος. Η
εθελοντική δράση δεν καταλήγει σε εργασία με τον
τρόπο που λειτουργεί στο σύστημα, αλλά καθώς
σχεδιάζει τις λειτουργίες της. Μια κρίσιμη
λειτουργία των ανθρώπων στα τεχνολογικά
συστήματα, εκτός του εμφανούς ρόλου τους στον
τομέα της εφεύρεσης, του σχεδιασμού και
αναπτυξιακών συστημάτων, είναι να συμπληρώσει
την ανάδραση κυκλικής τροχιάς μεταξύ της
απόδοσης του συστήματος και του στόχου του
συστήματος, και έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να
διορθώσει τα λάθη στο σύστημα απόδοσης. Ο βαθμός
ελευθερίας που ασκείται σ’ ένα σύστημα από
ανθρώπους, σε αντίθεση με την απόδοση του συνήθη
τρόπου εκτέλεσης μιας εργασίας, εξαρτάται από
την ωριμότητα και το μέγεθος ή την αυτονομία ενός
τεχνολογικού συστήματος, όπως θα αποδειχθεί. Τα
παλιά συστήματα όπως ακριβώς και οι ηλικιωμένοι
άνθρωποι τείνουν να γίνονται λιγότερο
προσαρμόσιμοι, αλλά τα συστήματα δεν φτιάχνονται
εύθραυστα απλά και μετά εξαφανίζονται. Μεγάλα
συστήματα με μεγάλη ορμή έχουν τάση να ασκούν
έναν εύκαμπτο ντετερμινισμό πάνω σε άλλα
συστήματα, σύνολα και άτομα στην κοινωνία.
Εφευρέτες, διοργανωτές και
διευθυντές τεχνολογικών συστημάτων ως επί το
πλείστον προτιμούν την ιεραρχία, έτσι τα
συστήματα με τον καιρό τείνουν προς μία
ιεραρχική δόμηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο
προσδιορίζων και ο περιγράφων ενός συστήματος θα
πρέπει να οροθετήσει το επίπεδο της ανάλυσης, ή
του υποσυστήματος που τον ενδιαφέρει. Για
παράδειγμα, αλληλεπιδρόμενα φυσικά
τεχνουργήματα μπορεί να προσδιορίσουν ένα
σύστημα, ή φυσικά τεχνουργήματα συν
αλληλεπιδρώντες οργανισμοί μπορούν να είναι
έτσι προσδιορισμένα. Οι τουρμπογεννήτριες σε ένα
σύστημα ηλεκτρικής ισχύος μπορούν να εκληφθούν
ως συστήματα με συστατικά μέρη όπως οι
τουρμπίνες, και οι γεννήτριες. Αυτά τα συστατικά
μέρη μπορούν, με την σειρά τους να αναλυθούν ως
συστήματα με συστατικά μέρη. Γι’ αυτό το λόγο οι
αναλυτές συστημάτων πρέπει να ξεκαθαρίσουν ή
τουλάχιστον να είναι ξεκάθαροι στις αποφάσεις
τους, ότι το σύστημα που τους ενδιαφέρει ίσως να
είναι ένα υποσύστημα, που όπως και ένα σύστημα, θα
περικλείει και τα δικά του υποσυστήματα. Σε ένα
μεγάλο τεχνολογικό σύστημα υπάρχουν αμέτρητες
ευκαιρίες για να απομονωθούν τα υποσυστήματα και
να ονομαστούν συστήματα για σκοπούς
περιεκτικότητας και ανάλυσης. Πράττοντάς το όμως
αυτό, κάποιος διαχωρίζει την δομή της
πραγματικότητας και ίσως έτσι να προσφέρει μόνο
μια υποκειμενική ή ακόμα και διαστρεβλωμένη
ανάλυση της συμπεριφοράς του συστήματος.
Ο προσδιορίζων ή ο περιγράφων, της
ιεραρχικής επιλογής του επιπέδου μιας ανάλυσης
ενός συστήματος, από φυσικό τεχνούργημα σε
υλιστικό σύστημα μπορεί να είναι αισθητά
‘πολιτικός’. Για παράδειγμα, ένα σύστημα
ηλεκτροφωτισμού και ενέργειας, μπορεί να είναι
τόσο προκαθορισμένα που εξωτερικεύσεις ή
κοινωνικές δαπάνες να αποκλείονται από την
ανάλυση. Τα εγχειρίδια που χρησιμοποιούν οι
μαθητές της μηχανολογίας συχνά περιορίζουν τα
τεχνολογικά συστήματα σε τεχνικά συστατικά μέρη,
αφήνοντας έτσι τους μαθητές με την λανθασμένη
εντύπωση ότι τα προβλήματα της ανάπτυξης και
διαχείρισης του συστήματος είναι με τάξη
περιορισμένα και αποκλείουν παράγοντες συχνά
τυπικά και υποτιμητικά καλούμενους ‘πολιτικές
υποθέσεις’. Από την άλλη πλευρά, νεοκλασικοί
οικονομολόγοι που ασχολούνται με συστήματα
παραγωγής συχνά συμπεριφέρονται στους τεχνικούς
παράγοντες ως εξωγενείς. Μερικοί κοινωνικοί
επιστήμονες σηκώνουν το επίπεδο της ανάλυσης και
της αφαίρεσης τόσο ψηλά, που δεν έχει καμιά
σημασία το ποιο ίσως να είναι το τεχνικό
περιεχόμενο ενός συστήματος.
Ένα τεχνολογικό σύστημα έχει μέσα
εισόδου δεδομένων και εξόδους. Συχνά αυτά
μπορούν να ενταχθούν κάτω από μια γενική
επικεφαλίδα. Για παράδειγμα, ένα σύστημα
παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και ενέργειας, έχει
θερμική ή μηχανική ενέργεια ως μέσο κύριας
εισόδου και ηλεκτρική ενέργεια ως τον ακροδέκτη
εξόδου του. Μέσα στο σύστημα τα υποσυστήματα
είναι συνδεδεμένα με εσωτερικές εισόδους
δεδομένων και εξόδους, ή ότι οι μηχανολόγοι
καλούν κοινές επιφάνειες σύνδεσης. Μια ανησυχία
στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος στο σύστημα,
ίσως πάρει ηλεκτρική ενέργεια από την κοινωφελή
εταιρία της οργάνωσης και να τροφοδοτήσει με
παραγωγικό εξοπλισμό την κοινωφελή εταιρία
παρασκευής ηλεκτρικού ρεύματος. Το
κατασκευαστικό ενδιαφέρον ίσως επίσης πάρει
κάποιο εισόδημα από τα κέρδη της κοινωφελούς
εταιρίας, και από την πώληση μηχανημάτων στην
εταιρία, και μετά να ξαναεπενδύσει στην εταιρία.
Και οι δυο ίσως να ανταλλάξουν πληροφορίες
σχετικά με την απόδοση του εξοπλισμού για
σκοπούς σχεδίασης και λειτουργίας. Μια
επενδυτική τράπεζα ίσως να απολάβει κέρδη από
τις επενδύσεις της σε μια εταιρία παραγωγής
ηλεκτρισμού και μιας κοινωφελούς, και μετά
επίσης να επενδύσει σ’ αυτές τις επιχειρήσεις.
Οικονομικές και τεχνικές πληροφορίες σχετικά με
συγκροτήματα παραγωγής ηλεκτρισμού και ισχύος
είναι επίσης ανταλλασσόμενα. Στα παραδείγματα
που παρουσιάστηκαν, κάποιος αναλαμβάνει τα
αλληλοσυνδεόμενα διευθυντικά συμβούλια και
διαχείριση και έλεγχο.
Το
πρότυπο της εξέλιξης
Μεγάλα, μοντέρνα τεχνολογικά συστήματα φαίνεται
να εξελίσσονται σε συμφωνία με ένα ασαφές
προσδιοριζόμενο πρότυπο. Οι ιστορίες ενός
αριθμού συστημάτων, ειδικά η ιστορία του
ηλεκτροφωτισμού και παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας από το 1870 ως το 1940, εκθέτει το πρότυπο
που περιγράφεται σ’ αυτό το κεφάλαιο. Το
παράδειγμα δεν είναι αρκετά μεγάλο όμως, για να
επιτρέψει να γίνουν απαραίτητα ποσοτικές
αναφορές όπως το ‘ περισσότερο’ ή η
‘πλειοψηφία’. Σχετικά παραδείγματα από την
Ιστορία των μοντέρνων τεχνολογικών συστημάτων,
τα περισσότερα από τον ηλεκτρισμό και την
ηλεκτρική ισχύ, υποστηρίζουν ή διευκρινίζουν τα
επιχειρήματά μου (του
συγγραφέα). Επίσης
χρησιμοποιώ (ο συγγραφέας) έναν αριθμό από αλληλοσχετιζόμενες
αρχές για να περιγράψω το πρότυπο της εξέλιξης. Η
αντίληψη της ‘ανεστραμμένης προεξέχουσας
γωνίας’ για παράδειγμα, μπορεί να εκτιμηθεί μόνο
αν είναι σχετισμένη με την αντίληψη του
συστήματος που χρησιμοποιείται σ’ αυτό το
κεφάλαιο. Η αντίληψη του τεχνολογικού στυλ,
πρέπει να συνδέεται με την αντίληψη της
τεχνολογικής μεταβίβασης. Ο όρος ‘πρότυπο’
είναι προτιμητέος από αυτό του ‘μοντέλου’,
επειδή ένα πρότυπο είναι μια μεταφορική έννοια
που υπονοεί αοριστία και μια τάση να
διαλευκανθεί.
Το πρότυπο που προτείνεται ανήκει
σε συστήματα, τα οποία εξελίσσονται και
εξαπλώνονται, όπως έκανα τόσα συστήματα που
ξεκίνησαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Με την όλο
και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα των συστημάτων, ο
αριθμός των συστατικών μερών και των προβλημάτων
ελέγχου αυξήθηκαν. Έντονα προβλήματα ελέγχου
έχουν ονομαστεί κρίσεις ελέγχου (Beniger1984).
Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές μεγάλης κλίμακας
έγιναν η μερική απάντηση. Μια εξήγηση της τάσης
των συστημάτων να επεκτείνονται, προσφέρεται
εδώ. Η μελέτη των συμβαλλομένων συστημάτων όπως
αμέτρητα μέσα από την ιστορία, θα μπορούσαν μέσα
από σύγκριση και αντιπαράθεση να βοηθήσουν να
δοθεί εξήγηση για την ανάπτυξη. Οι ιστορικοί των
συστημάτων χρειάζονται ανάμεσα στους αριθμούς
τους όχι μόνο τον Charles Darwins αλλά και τον Edward Gibbons.
Η ιστορία εξελισσόμενων ή
επεκτεινόμενων συστημάτων μπορεί να
παρουσιαστεί στις φάσεις όπου η δραστηριότητα
που αναφέρθηκε επικρατεί: εφευρετικότητα,
ανάπτυξη, καινοτομία, μεταβίβαση και ανάπτυξη,
ανταγωνισμός και συνένωση. Καθώς τα συστήματα
ωριμάζουν, αποκτούν στυλ και ορμή. Σ’ αυτό το
κεφάλαιο το στυλ συζητείται σε συνάρτηση με την
μεταβίβαση, και η ορμή συζητείται μετά το τμήμα
σχετικά με την ανάπτυξη, τον συναγωνισμό και την
συνένωση. Οι φάσεις στην ιστορία ενός
τεχνολογικού συστήματος, δεν είναι απλά
διαδοχικές: υπερθέτουν και ξανακάνουν την ίδια
πορεία. Μετά την εφεύρεση, την ανάπτυξη και την
καινοτομία, υπάρχει περαιτέρω εφεύρεση. Η
μεταβίβαση επίσης ίσως να μην διαδέχεται την
καινοτομία, αλλά μπορεί να λάβει χώρα σε άλλες
στιγμές της ιστορίας ενός συστήματος. Για μια
ακόμα φορά, θα πρέπει να τονιστεί ότι η εφεύρεση,
η ανάπτυξη, η καινοτομία, η μεταβίβαση και η
ανάπτυξη, ο συναγωνισμός και η συνένωση, μπορούν
και πραγματικά λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη
διάρκεια της ιστορίας ενός συστήματος, αλλά όχι
απαραίτητα μ’ αυτή τη διάταξη. Η θέση εδώ είναι
ότι ένα πρότυπο μπορεί να διακριθεί εξαιτίας
μίας ή αρκετών από αυτές τις δραστηριότητες που
επικράτησαν κατά τη διάρκεια της συνέχειας των
φάσεων που υποβλήθηκαν.
Οι φάσεις μπορούν περαιτέρω να
διαταχθούν ανάλογα με το είδος του σχεδιαστή του
συστήματος, ο οποίος είναι πιο ενεργητικός ως ο
παίρνων τις κρίσιμες αποφάσεις ->8.
Κατά την εφεύρεση και την ανάπτυξη ο
επιχειρηματίας εφευρέτης καλείται να λύσει
κρίσιμα προβλήματα. Κατά την πρωτοπορία, τον
συναγωνισμό και την ανάπτυξη, οι επιχειρηματίες
διαχειριστές παίρνουν κρίσιμες αποφάσεις. Και
κατά την διάρκεια της συνένωσης και της
εκλογίκευσης οι επιχειρηματίες-μεγαλοεπενδυτές
και μηχανικοί σύμβουλοι, ειδικά εκείνοι με
πολιτική επιρροή, συχνά επιλύνουν τα δύσκολα
προβλήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξη και
την ορμή. Βασιζόμενοι στο βαθμό των αναγκαίων
προσαρμογών σε νέες συνθήκες, είτε οι
επιχειρηματίες εφευρέτες είτε οι επιχειρηματίες
διαχειριστές, ίσως να υπερισχύσουν κατά τη
διάρκεια της μεταβίβασης. Επειδή τα καθήκοντά
τους απαιτούν τα έμφυτα χαρακτηριστικά
γνωρίσματα ενός πολυτεχνίτη αφοσιωμένου στην
αλλαγή παρά στα έμφυτα χαρακτηριστικά
γνωρίσματα ενός ειδικού, ο όρος
’επιχειρηματίας’, χρησιμοποιείται για να
περιγράψει σχεδιαστές συστημάτων. Ο Edison μας
παρέχει ένα πρώτο παράδειγμα ενός
επιχειρηματία-εφευρέτη. Εκτός του να εφευρίσκει
σε συστηματικό βαθμό, έλυσε διαχειριστικά και
οικονομικά προβλήματα, έτσι ώστε να προωθήσει
την χρήση της εφεύρεσής του. Η καρδιά του όμως,
τουλάχιστον ως νεαρός εφευρέτης, ήταν πάντα
δοσμένη στην εφεύρεση. Ο Elmer Sperry, ένας πιο
επαγγελματίας και πιο αφοσιωμένος εφευρέτης από
τον Edison, αλλά επίσης ένας επιχειρηματίας, θεώρησε
την διαχείριση και τον οικονομικό παράγοντα ως
τα απαραίτητα αλλά ανιαρά μέσα για να προωθήσει
την χρήση των υπεραγαπημένων του εφευρέσεων (Hughes
1971, pp. 41, 52-53).
Εφεύρεση
Η περίοδος της τεχνολογικής έκρηξης,
χαρακτηρίστηκε από την παράλληλη εμφάνιση
διαφόρων εφευρετών. Ο κάθε εφευρέτης άφησε το
δικό του στίγμα και με τον τρόπο του οδήγησε την
τεχνολογική εξέλιξη. Έτσι, εμφανίστηκε η ανάγκη
επινόησης νέων εφευρέσεων, καθώς και η βελτίωση
των ήδη υπαρχόντων. Έτσι το σύστημα δημιούργησε
για κάθε εφεύρεση και διαφορετικές τεχνολογικές
‘ομάδες’ συγκρουόμενες πολλές φορές και μεταξύ
τους.
Κεφαλαιούχες εταιρίες,
εργοστάσια παραγωγής ενέργειας / κινητήρες
οχημάτων, και ηλεκτρικές λάμπες φωτισμού, είναι
όλα εφευρέσεις. Οι εφευρέτες, οι διαχειριστές και
οι μεγαλοεπενδυτές, είναι μερικοί από τους
εφευρέτες των συστατικών μερών του συστήματος.
Οι εφευρέσεις έλαβαν χώρα κατά την περίοδο της
εφευρετικής φάσης ενός συστήματος και κατά την
διάρκεια άλλων φάσεων. Οι εφευρέσεις μπορούν να
είναι παραδοσιακές ή ριζοσπαστικές. Εκείνες που
έλαβαν χώρα κατά την εφευρετική φάση είναι
ριζοσπαστικές επειδή εγκαινιάζουν ένα
καινούργιο κατεστημένο. Οι παραδοσιακές
εφευρέσεις επικράτησαν κατά την ανάπτυξη του
συστήματος, γιατί βελτίωναν ή επέκτειναν τα ήδη
υπάρχοντα συστήματος. Επειδή η ριζοσπαστικές
εφευρέσεις δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη των
υπαρχόντων τεχνολογικών συστημάτων, τα οποία
είναι κατευθυνόμενα, από, συστηματικά
συνδεδεμένα με, και οικονομικά υποστηριζόμενα
από μεγαλύτερες οντότητες, οι οργανισμοί σπανίως
φροντίζουν μια ριζοσπαστική εφεύρεση. Πρέπει να
τονιστεί ότι ο όρος ‘ριζοσπαστικός’ δεν
χρησιμοποιείται εδώ με κοινότυπο τρόπο για να
υπονοηθούν βαρυσήμαντα κοινωνικά αποτελέσματα.
Οι ριζοσπαστικές εφευρέσεις δεν είναι
απαραίτητο να έχουν περισσότερες κοινωνικές
επιδράσεις απ’ ότι οι παραδοσιακές, αλλά, όπως
καθορίζεται εδώ, είναι εφευρέσεις που δεν
γίνονται συστατικά μέρη στα ήδη υπάρχοντα
συστήματα.
Ανεξάρτητοι επαγγελματίες
εφευρέτες συνέλαβαν ένα δυσανάλογο αριθμό
ριζοσπαστικών εφευρέσεων κατά τα τέλη του 19ου
και τις αρχές του 20ου αιώνα (Jewkes et al. 1969, pp.
79-103). Πολλές από τις εφευρέσεις τους εγκαινίασαν,
σημαντικά τεχνολογικά συστήματα, που μόνο
αργότερα τέθηκαν από την ευγενή φροντίδα των
μεγάλων οργανισμών. Μετά σταθεροποιήθηκαν και
απέκτησαν ορμή. Αξιοσημείωτα παραδείγματα
ανεξάρτητων εφευρετών και των ριζοσπαστικών
τους εφευρέσεων, που έριξαν τους σπόρους των
μεγάλων συστημάτων και τα οποία κατευθύνονταν
από νέες εταιρίες, ήταν ο Bell και το τηλέφωνο, ο Edison
και το σύστημα παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και
ενέργειας, οι Charles Parsons και Karl Gustaf Patrik de Laval και την
τουρμπίνα ατμοστρόβιλου, οι αδερφοί Wright και το
αεροπλάνο, ο Marconi και η ασύρματη
τηλεγραφία-τηλεφωνία, οι H.Anschόtz-Kδmpfe και Elmer Sperry
και την καθοδήγηση της γυροπυξίδας και
συστήματος ελέγχου, ο Frdinand von Zeppelin και το
πηδαλιουχούμενο αερόστατο, και τέλος ο Frank Whittle
και τον κινητήρα ώσεως αερίων ->9.
Παρόλο που η παράδοση αναθέτει τις εφευρέσεις
που καταγράφηκαν, σ’ αυτούς τους ανεξάρτητους
εφευρέτες, θα πρέπει να τονιστεί ότι άλλοι
εφευρέτες, οι περισσότεροι απ’ αυτούς
ανεξάρτητοι, επίσης συνήσφεραν σημαντικά στην
εγκαινίαση των νέων μεθόδων. Για παράδειγμα ο
Γερμανός Friedrich Haselwander, ο Αμερικανός C. S. Bradley, και ο
Σουηδός Jonas Wenstrφm, έφτιαξαν πατέντες για τα
πολυφασικά συστήματα, περίπου την ίδια χρονική
περίοδο με την Tesla. Και ο Joseph Swan, ο Βρετανός
εφευρέτης, θα πρέπει να μοιραστεί την δόξα με τον
Edison για την εφεύρεση της ηλεκτρονικής λυχνίας
διαρκούς πυράκτωσης αν όχι για το σύστημα της
λυχνίας πυρακτώσεως.
Παρόλο που οι ριζοσπαστικές
εφευρέσεις εγκαινιάζουν νέα συστήματα, είναι
συχνά βελτιώσεις παλαιοτέρων, παρόμοιων
εφευρέσεων που απέτυχαν να εξελιχθούν σε
καινοτομίες. Οι ιστορικοί έχουν ένα πλούσιο
πεδίο έρευνας ανάμεσα στα υπολείμματα αυτών των
αποτυχημένων εφευρέσεων. Ο Elmer Sperry, ο οποίος
συνέβαλε στην καθιέρωση αρκετών μεγάλης
σπουδαιότητας τεχνολογικών συστημάτων, επέμενε
ότι όλες οι εφευρέσεις του, συμπεριλαμβανομένου
και των ριζοσπαστικών, ήταν βελτιώσεις πάνω σε
παλαιότερη δουλειά άλλων (Sperry 1930, p. 63). Οι έντονες
έρευνες για πατέντες που έγιναν από ανεξάρτητους
ενδυναμώνουν την θέση του.
Οι όροι ‘ ανεξάρτητος’ και
‘επαγγελματίας’ δίνουν την αναγκαία
πολυπλοκότητα στην έννοια του εφευρέτη.
Ελεύθεροι από τους περιορισμούς οργανισμών, όπως
βιομηχανικά ή κυβερνητικά ερευνητικά
εργαστήρια, οι ανεξάρτητοι εφευρέτες μπορούσαν
να περιπλανιούνται παντού για να διαλέξουν
προβλήματα για τα οποία ήλπιζαν να βρουν λύσεις
με την μορφή των εφευρέσεων. Οι ανεξάρτητοι
εφευρέτες συχνά είχαν δικά τους ερευνητικά
κέντρα ή εργαστήρια, που όμως δεν διατήρησαν
στενή συνεργασία με τα υπάρχοντα συστήματα, όπως
γίνεται συνήθως με τα βιομηχανικά και
κυβερνητικά ερευνητικά εργαστήρια. Δαν ήταν όλοι
οι ανεξάρτητοι εφευρέτες ‘επαγγελματίες’. Οι
επαγγελματίες εφευρέτες στηρίζουν τις
εφευρετικές τους δραστηριότητες σε μια
εκτεταμένη περίοδο, από μια σειρά επιτυχημένων
εμπορικών εφευρέσεων. Δεν είναι μισθωτοί
υπάλληλοι, μολονότι ίσως να παίρνουν κάποιες
συμβουλευτικές αμοιβές. Πολλοί ανεξάρτητοι που
δεν ήταν επαγγελματίες, όπως ο Alexander Graham Bell,
αποκόμισαν τεράστια εισοδήματα από αρκετές
σημαντικές εφευρέσεις και μετά διάλεξαν να
ζήσουν ή να χαρούν μια ζωή διαφορετική από αυτή
των εφευρετών.Η αποστολή του
εφευρέτη είναι να υπηρετεί πάνω απ’ όλα το κοινό
συμφέρον. Σήμερα όμως, ισχύει ακριβώς το
αντίθετο. Κάθε νέα εφεύρεση εξυπηρετεί μάλλον
την ‘τσέπη’ του εφευρέτη και του χρηματοδότη
παρά το κοινό όφελος. Καταλήγουμε δηλαδή σε
άχρηστες ή ακόμη και επιζήμιες εφευρέσεις,
καταρρακώνοντας το ‘ευ ζην’ του
ανθρώπου-καταναλωτή για να διατηρηθεί το ζην του
εμπνευστού της. Αυτό, βέβαια, δεν ισχύει για τον
Bell. Αρκεί να σκεφτούμε την εποχή μας χωρίς
τηλέφωνο, άρα και χωρίς Internet.
Οι Elmer Sperry, Elihu Thomson, Edward Weston, Thomas Edison, και Nikola Tesla
είναι αξιοσημείωτα παραδείγματα εφευρετών που
συνέχισαν ως επαγγελματίες για μια εκτεταμένη
περίοδο κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων
του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου
αιώνα.
Οι ανεξάρτητοι εφευρέτες που
ευημέρησαν στα τέλη του 19ου και τις αρχές
του 20ου αιώνα, συνήθιζαν να συγκεντρώνουν
την προσοχή τους σε ριζοσπαστικές εφευρέσεις για
λόγους φανερούς και κρυφούς. Όπως σημειώθηκε, δεν
ήταν περιορισμένοι να κάνουν δικές τους επιλογές
προβλημάτων από οργανισμούς προσανατολισμένους
για έργα με υψηλό δείκτη αδράνειας. Συνετά
απέφευγαν να διαλέγουν προβλήματα που θα
μπορούσαν επίσης να επιλεχθούν από ομάδες
ερευνητών και εξελικτικών που δούλευαν μηχανικά
τμήματα εταιριών ή στα βιομηχανικά εργοστάσια
ερευνών. Ψυχολογικά είχαν την νοοτροπία ενός
ξένου, επίσης επιζητούσαν την συγκίνηση μιας
σπουδαίας τεχνολογικής μεταμορφώσεως. Συχνά,
επιτύγχαναν σημαντικά αποφασιστικά βήματα, και
όχι προσαυξητικές βελτιώσεις. Ο Elmer Sperry, ο
ανεξάρτητος εφευρέτης είπε: ‘Αν ξοδέψω μια
ολόκληρη ζωή πάνω από ένα δυναμό θα μπορέσω ίσως
να κάνω την μικρή μου συνεισφορά για να αυξήσω
την αποδοτικότητα αυτού του μηχανήματος κατά 6% ή
7%. Λοιπόν, υπάρχουν ένα σωρό τέχνες που
χρειάζονται ηλεκτρισμό, σχεδόν 400 ή 500%, άσε να
καταπιαστώ μ’ ένα από αυτά’ (Sperry 1930, p. 63). Για να
επιτύχουν αυτά τα αποφασιστικά βήματα, οι
ανεξάρτητοι είχαν την οξυδέρκεια να
απομακρυνθούν από μεγάλους οργανισμούς. Σωστά
διαισθάνθηκαν ότι η μεγάλη οργάνωση που ανήκε
στην υπάρχουσα τεχνολογία σπανίως φρόντιζε τις
εφευρέσεις, που από την φύση τους δεν προσέφεραν
τίποτα στην ορμή του οργανισμού, και που
προκάλεσαν ακόμα και το κατεστημένο στον
τεχνολογικό κόσμο, στον οποίο ο οργανισμός ήταν
ένα ηγετικό μέλος. Οι ριζοσπαστικές εφευρέσεις
συχνά θέτουν σε διαθεσιμότητα εργάτες,
μηχανικούς και διαχειριστές, εξαλείφουν
οικονομικές επενδύσεις και γενικά διεγείρουν
ανησυχία σε μεγάλους οργανισμούς. Μεγάλοι
οργανισμοί μερικές φορές απορρίπτουν τις
εφευρετικές προτάσεις των ριζοσπαστικών ως
τεχνικά ανεπεξέργαστες και οικονομικά επίφοβες,
αλλά μ’ αυτό τον τρόπο απλά αναγνώριζαν τον
χαρακτήρα του νέου και του ριζοσπαστικού.
Στην δεκαετία του 1920, αρκετές από
τις μεγαλύτερες εταιρίες πετρελαίου απέρριψαν
τις προτάσεις που τους έγιναν από τον Γάλλο
εφευρέτη Eugene Joules Houdry για ένα ριζοσπαστικό
διαφορετικό τρόπο ραφιναρίσματος διύλισης της
βενζίνης με καταλύτες. Το μηχανικό προσωπικό των
γνωστών εταιριών, δικαιολόγησαν τις αρνήσεις
τους με το να παραθέσουν την έλλειψη
εξευγενισμένης μηχανικής λεπτομέρειας και τα
άλυτα μηχανικά προβλήματα της διαδικασίας όπως
αργότερα ανεπτύχθη από τον Houdry. Προφανώς, δεν
έλαβαν υπόψη τους ότι αυτό ήταν πραγματικά ένα
κοινό χαρακτηριστικό για τις ριζοσπαστικές
εφευρέσεις στην φάση της ανάπτυξης. Μετά την
ανάπτυξη στη δεκαετία του 1930 από την εταιρία Sun Oil,
μια πρωτοποριακή, σχετικά μικρή ανεξάρτητη
Αμερικάνικη διυλιστική εταιρία, η διαδικασία του
Houdry επέφερε σημαντικά αυξημένες αποδόσεις στο
κλάσμα της βενζίνης από μια δεδομένη ποσότητα
αργού πετρελαίου, και έγινε το αντικείμενο από,
και πρότυπο για, την πετρελαϊκή βιομηχανία (Enos 1962,
pp. 137, 140-141).
Ανεξάρτητοι εφευρέτες όπως ο Houdry
είχαν περισσότερη ελευθερία, αλλά συνεπώς
μεγαλύτερη δυσκολία, στο να αναγνωρίζουν
προβλήματα, από ότι οι εφευρέτες και οι
επιστήμονες που εργάζονταν σε τμήματα μεγάλων
μηχανικών εταιριών ή σε βιομηχανικά ερευνητικά
εργαστήρια. Σε αρκετές αξιοσημείωτες
περιστάσεις οι ακαδημαϊκοί παρακίνησαν τις
επιλογές προβλημάτων των ανεξάρτητων εφευρετών
οι οποίοι ευημέρησαν στα τέλη του 19ου και
στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Charles Hall άκουσε
τον καθηγητή του της επιστήμης να λέει ότι ο
κόσμος πρόσμενε τον εφευρέτη που θα μπορούσε να
βρει ένα πρακτικό τρόπο να εξευγενίσει το
αλουμίνιο. Ένας καθηγητής στο Πολυτεχνείο του Graz,
στην Αυστρία, παρακίνησε τον Nikola Tesla να
επιχειρήσει την έρευνα που μεσουρανούσε στο
πολυφασικό ηλεκτρικό σύστημά του (Hughes 1983, p. 113). Ο
καθηγητής Carl Von Linde Πολυτεχνικού του Μονάχου
προσδιόρισε ένα πρόβλημα για τον μαθητή του Rudolf
Diesel, το οποίο τελικά είχε ως αποτέλεσμα την
εφεύρεση της μηχανικής Diesel (Diesel 1953, p. 97). Και ο
καθηγητής των φυσικών επιστημών William A. Antony του
Πανεπιστημίου Cornell έθεσε σε γενικές γραμμές
αρκετά προβλήματα για τον νεαρό Elmer Sperry που
κορυφώθηκαν στις πρώτες μεγάλες πατέντες ->10. Ίσως οι
φαντασίες των Ακαδημαϊκών εκτείνονταν ελεύθερα
επειδή αυτοί, όπως οι ανεξάρτητοι εφευρέτες, δεν
ήταν δεσμευμένοι στην βιομηχανία, αλλά την ίδια
στιγμή, ήταν ευρέως εξοικειωμένοι με την τεχνική
και επιστημονική λογοτεχνία.
Οι εφευρέτες εκδίδουν βιβλία, παρά
της δεδομένης άποψης για το αντίθετο. Εκδίδουν
πατέντες, και συχνά εκδίδουν περιγραφές των
πατενταρισμένων εφευρέσεών τους σε εφημερίδες
τεχνικού περιεχομένου. Τα τεχνικά άρθρα, κάποιες
φορές συγγραμμένα από τους ίδιους, κάποιες άλλες
φορές σε συνεργασία με τεχνικώς καταρτισμένους
δημοσιογράφους, προκάλεσαν όχι μόνο αναγνώριση
αλλά και δημοσιότητα εμπορικής αξίας. Είτε
πατέντα είτε άρθρο, η έκδοση πληροφόρησε την
εφευρετική κοινότητα σχετικά με την τοποθεσία
της εφευρετικής δραστηριότητας. Αυτό έθεσε σε
επιφυλακή την κοινότητα για προβλήματα που
χρειάζονταν προσοχή, γιατί σπάνια ήταν μια
πατέντα ή μια εφεύρεση η ύστατη λύση σ’ ένα
πρόβλημα, και οι έμπειροι εφευρέτες
συνειδητοποίησαν ότι ένα βασικό πρόβλημα
μπορούσε να επιλυθεί με μια ποικιλία
πατενταρισμένων τρόπων, συμπεριλαμβανομένων και
των δικών τους. Έτσι, συμβαδίζοντας με τις
πατέντες και τις εκδόσεις, οι εφευρέτες
μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους προβληματικούς
τομείς. Αυτό βοηθά να δοθεί εξήγηση στο γιατί οι
πατέντες έτειναν, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου
αρκετών χρόνων, να συγκεντρώνονται σε ομάδες, σε
προβληματικές τοποθεσίες.
Οι επαγγελματίες εφευρέτες έχουν
άλλους λόγους για τις επιλογές προβλημάτων. Με το
να αποφεύγουν προβλήματα πάνω στα οποία τμήματα
μηχανικής και βιομηχανικά εργαστήρια ερευνών
δούλευαν, οι ανεξάρτητοι περιόριζαν το πεδίο
τους σε επιλογές προβλημάτων. Η πρόκληση των
‘γλυκών’ προβλημάτων που είχαν ματαιώσει τα
σχέδια αναρίθμητων άλλων εφευρετών, συχνά
ενεργοποιεί τις επιλογές προβλημάτων των
ανεξάρτητων εφευρετών. Πιστεύουν ότι τα
ιδιαίτερα χαρίσματά τους, θα φέρουν την επιτυχία
εκεί που άλλοι απέτυχαν. Όχι και πολύ
δραστηριοποιημένοι από μια ορισμένη ανάγκη,
εξέθεσαν μια στοιχειώδη πηγή χαράς στην επίλυση
του προβλήματος σαν να επιλύθηκε από μόνο του. Ο
Alexander Graham Bell, ένας καθηγητής της ρητορικής και
αυθεντία στην κώφωση, βλέποντας την αναλογία
ανάμεσα στα ακουστικά και στα ηλεκτρικά
φαινόμενα, κυνήγησε τον στόχο της κατασκευής
ενός τηλέγραφου ομιλίας, παρά την συμβουλή φίλων
και συμβουλατόρων του που παρότρυναν να
συνεχίσει να συνεχίσει να συγκεντρώνει την
προσοχή του στο πρόβλημα της πολυπλεκόμενης
τηλεγραφίας, ένα συντηρητικό προσδιοριζόμενο
πρόβλημα της βιομηχανίας τηλέγραφου. Ένας άλλος
ανεξάρτητος εφευρέτης, ο Elisha Gray, ο οποίος επίσης
δούλευε πάνω στο πολύπλεγμα και που επίσης είδε
την πιθανότητα ενός τηλεγράφου ομιλίας, πήρε τη
συντηρητική απόφαση και συγκεντρώθηκε στην
δημιουργία πολυπλεκόμενου συστήματος σημάτων ή
μηνυμάτων (Hounshell 1975).
Οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες δεν
είχαν μόνο την ελευθερία στην επιλογή
προβλημάτων αλλά επίσης την λιγότερο επιθυμητή
ελευθερία από το βάρος της ευθύνης της
οικονομικής υποστήριξης από τους οργανισμούς. Η
ανταπόκρισή τους ήταν ευφυής. Στην αλλαγή του
αιώνα συχνά εμπορεύτηκαν πνευματική εργασία για
λεφτά. Σε μια εποχή, πριν η πατέντα γίνει
απαραίτητα η άδεια να καταφύγεις στα δικαστήρια,
και πριν οι μεγάλες εταιρίες συσσωρεύσουν τις
πηγές για να εμπλέξουν έναν ανεξάρτητο εφευρέτη
σε δικαστικό αγώνα, σε σημείο οικονομικής
εξουθένωσης, οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες
τροποποιούσαν τις ιδέες τους σε ιδιοκτησία με
την μορφή της πατέντας. Έχοντας κάνει αυτό,
πουλούσαν την πνευματική τους ιδιοκτησία σε
πρόσωπα με διαφορετικά είδη ιδιοκτησίας,
ιδιαίτερα χρήματα. Μερικές φορές ο εφευρέτης και
ο μεγαλοεπενδυτής θα μπορούσαν ο καθένας
ξεχωριστά να δώσουν για φύλαξη τόσες πολλές
πατέντες και τόσα πολλά χρήματα και να χωρίσουν
το πλεόνασμα μιας νεοσύστατης εταιρίας που
ιδρύθηκε για να εκμεταλλευτεί την πατέντα. Στην
δημοκρατική Αμερική η ικανότητα ενός
αυτοδημιούργητου εφευρέτη που συνδυάζει το
πνεύμα με τα υποτιθέμενα άδικα κερδισμένα έσοδα
των μεγαλοεπενδυτών θεωρούνταν υπέροχα
αξιοκρατικός.
Καθώς ο αγώνας για τον στρατιωτικό
εξοπλισμό, ιδιαιτέρως του πολεμικού ναυτικού,
αυξάνονταν σε ένταση πριν τον 1ο Παγκόσμιο
Πόλεμο, οι εφευρέτες στράφηκαν στις κυβερνήσεις
για αναπτυξιακές επιδοτήσεις.Πολλές φορές οι επιστήμονες οδηγούμενοι
από ιδιοτελή συμφέροντα κοινοπράττουν με
στρατιωτικές αρχές και δημιουργούν επιβλαβείς
κατασκευές για την ανθρωπότητα. Δηλαδή
χρησιμοποιούν τη γνώση με λάθος τρόπο, είτε
εκούσια είτε ακούσια. Χαρακτηριστικό το
παράδειγμα του Einstein, ο οποίος δημιούργησε την
ατομική βόμβα παίρνοντας τη διαβεβαίωση από τους
στρατηγούς και τον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων
Πολιτειών ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί, αλλά θα
γνωστοποιηθούν τα αποτελέσματά της στους
αντιπάλους και έτσι να παραδοθούν. Η υπόσχεση
αυτή, όμως, δεν κρατήθηκε και είναι νωπές, ακόμη, η
μνήμες και οι συνέπειες των ρίψεων των δύο
ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Αυτό έγινε αναγκαίο καθώς τα συμβόλαια
για την παροχή αεροπλάνων, ασυρμάτων,
ρυθμιστικών κανονιοβόλων, και άλλα
τεχνουργήματα υψηλής τεχνολογίας της εποχής. Οι
κυβερνήσεις υπέγραψαν συμβόλαια για μερικά
μοντέλα τα οποία στην ουσία ήταν πειραματικά
σχέδια. Με το εισόδημα από αυτά τα σύμβολα οι
εφευρέτες επένδυσαν σε περαιτέρω ανάπτυξη. Με
σκοπό να υπογράψουν συμβόλαια με τις
στρατιωτικές υπηρεσίες, πολλοί από τους
εφευρέτες συμμάχησαν με μεγαλοεπενδυτές για να
σχηματίσουν εταιρίες. Η πιθανότητα υπήρχε πως η
εταιρία θα ευημερούσε, και τότε ο εφευρέτης θα
δεσμευόταν κάτω από το βάρος των προβλημάτων που
ο ίδιος έφτιαξε. Όμως πολλές από τις εταιρίες
κατέρρευσαν, αφήνοντας τον εφευρέτη να γευτεί
πάλι την ανεξαρτησία. Οι ανεξάρτητοι επίσης
συγκέντρωναν χρήματα υποκρινόμενοι τους
συμβούλους ή με το να οργανώνουν μικρές εταιρίες
έρευνας και ανάπτυξης που θα ανέπτυσσαν τόσο τις
δικές τους εφευρέσεις, όσο και άλλων. Ίσως το
ιδεώδες της χρηματοδότησης και της ελευθερίας να
δημιουργήθηκε όταν ο εφευρέτης είχε
νομιμοποιήσει αρκετές πατέντες με τα χρόνια για
να φέρει σταθερά αυξανόμενο εισόδημα το οποίο θα
μπορούσε να ξαναεπενδυθεί σε εφευρέσεις. Η
επένδυση γίνονταν συνήθως σε εργαστήρια,
εργαστηριακές μονάδες, και προσωπικό, γιατί
αντίθετα με τον μύθο, οι ανεξάρτητοι εφευρέτες
δεν ήταν απαραίτητα ‘μηχανικοί εφευρέτες.
Μια άποψη της ριζοσπαστικής
εφεύρεσης λιγότερο κατανοητής από ότι η επιλογή
προβλήματος και χρηματοδότησης κείται στην
καρδιά του θέματος: οι καιροί της έμπνευσης και
οι στιγμές του ‘Εύρηκα’. Εκεί υπάρχει ένα
βοηθητικό λογοτεχνικό υλικό σχετικά με την
ψυχολογία της εφεύρεσης και της ανακάλυψης που
όμως ελλείπεται από πλούσια υποστηριγμένα και
διερευνημένα ‘ιατρικά’ ιστορικά της εφεύρεσης ->11. Οι
εφευρέτες από μόνοι τους σπάνια έχουν εκφράσει
με λέξεις στιγμές έμπνευσής τους. Μερικοί όμως
υποσχόμενοι αλλά ανεξερεύνητοι ακολουθούν το
παράδειγμά τους για να υπάρξουν. Συχνά οι
εφευρέτες μιλούν για τις εφευρέσεις τους με καλά
λόγια, μεταφορικά ή αναλογικά. Μια αναλογία είναι
μια εφεύρεση που φέρνει τον δημιουργό της από
τους γνωστούς εφευρέτες στους άγνωστους. Οι
εφευρέτες συχνά αναπτύσσουν ένα ιδιαίτερο
μηχανισμό ή διαδικασία την οποία μετά
διατυπώνουν ως μια αφηρημένη αντίληψη, πιθανά
ορατή, η οποία εν συνεχεία γίνεται μια υπερβολικά
γενική λύση. Έτσι προετοιμασμένος ο εφευρέτης
γίνεται η λύση που ψάχνει για ένα πρόβλημα. Αυτές
όμως οι ενδείξεις μόνο βασανίζουν. Ιστορικοί και
κοινωνιολόγοι της τεχνολογίας (θα) πρέπει να
ενωθούν με τους ψυχολόγους προς εξερεύνηση του
ρόλου της δημιουργίας ->12.
Εξερεύνησις
του ρόλου της δημιουργίας.
Ανάπτυξη
Οι ριζοσπαστικές εφευρέσεις , αν αναπτυχθούν
επιτυχώς , μεσουρανούν στα τεχνολογικά
συστήματα. Ένας εφευρέτης μπορεί να είναι
υπεύθυνος για τις περισσότερες ή ακόμα για όλες
τις εφευρέσεις που γίνονται τα άμεσα αιτία
δημιουργίας ενός τεχνολογικού συστήματος. Ο
ίδιος εφευρέτης ίσως να κατευθύνει την ανάπτυξη
των εφευρέσεων έως ότου αυτές καταλήξουν σε
καινοτομία ή ένα νέο τεχνολογικό σύστημα σε
εφαρμογή. Αν ένας εφευρέτης αποδειχθεί υπεύθυνος
για το μεγαλύτερο μέρος των ριζοσπαστικών
εφευρέσεων και της ανάπτυξης αυτών , τότε αυτός ή
αυτή αξίζει πλήρως την ονομασία / τον ορισμό
επαγγελματίας εφευρέτης.
Ανάπτυξη είναι η φάση στην οποία η
κοινωνική δόμηση της τεχνολογίας γίνεται
ξεκάθαρη. Κατά την μετατροπή της εφεύρεσης σε
καινοτομία οι επαγγελματίες / εφευρέτες και οι
συνεργάτες τους ενσωματώνουν στην εφεύρεσή τους
οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά
χαρακτηριστικά, που χρειάζεται για επιβίωση στον
καταναλωτικό κόσμο. Η εφεύρεση αλλάζει από μια
σχετικά απλή ιδέα, μπορεί να λειτουργήσει σε ένα
περιβάλλον όχι περισσότερο πολύπλοκο από ότι
μπορεί να κατασκευαστεί στο μυαλό των εφευρετών,
σε ένα σύστημα που μπορεί να λειτουργήσει σε ένα
περιβάλλον που διέπεται από ποικίλους
παράγοντες και δυνάμεις. Με σκοπό να το καταφέρει
αυτό, ο επαγγελματίας εφευρέτης κατασκευάζει
πειραματικά ή δοκιμάζει περιβάλλοντα τα οποία
διαδοχικά γίνονται πιο πολύπλοκα και μοιάζουν
περισσότερο στον καταναλωτικό κόσμο, όπου το
σύστημα θα αντιμετωπιστεί ως καινοτομία. Ο Elmer
Sperry, για παράδειγμα, έχοντας γράψει ή που έχουν
γραφτεί γι΄αυτόν οι εξισώσεις της σύλληψης της
ιδέας του για ένα αντισταθμιστή κυλιώμενου
πλαισίου, έδωσε υλιστική μορφή σ’ αυτή την ιδία
με το μοντέλο ενός κυλιώμενου πλοίου που
αποτελούνταν από ένα απλό μαθηματικό εκκρεμές
και ένα εργαστηριακό γυροσκόπιο.Στο επόμενο βήμα
ξανασχεδίασε την εφεύρεση, φτιάχνοντάς την
πολυπλοκότερη, και πειραμετίστηκε μ’ αυτή σε ένα
περιβάλλον που ενσωματώνονταν περισσότερες
μεταβλητές αντιστάσεις πλοίου και θάλασσας από
αυτές που το απλό εκκρεμές μπορούσε να
περιέχει.Με τον καιρό το μοντέλο έφτασε ένα
επίπεδο πολυπλοκότητας, το οποίο κατά τη γνώμη
του Sperry, του επέτρεπε να προσαρμοστεί στις
μεταβλητές του καταναλωτικού κόσμου.Δοκίμασε
τον αντισταθμιστή πλοίου σε ένα αντιτορπιλικό
που του παραχωρήθηκε από το Αμερικανικό Ναυτικό.
Οι δοκιμές των εφευρέσεων ως μαθηματικές
φόρμουλες και σαν μοντέλα που
αποσυναρμολογούνταν σε επιστημονικές
αφαιρέσεις, επιτρέπει μικρές επενδύσεις και
ασήμαντες αποτυχίες, πριν το πολυδάπανο
επιχείρημα μιας ολοκληρωμένης σε κλίμακα
δοκιμασίας και η τελική σκοπιμότητα επιχειρηθεί.
Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα
ανεξάρτητων επαγγελματιών – εφευρετών που
παρείχαν στις εφευρέσεις τους οικονομικά,
πολιτικά και άλλα χαρακτηριστικά που
χρειάζονταν για να διασωθούν. Ο Edison έχοντας
συναίσθηση της τιμής του φωτισμού από καύση
φωταερίου, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το σχέδιό του
για ένα ανταγωνιστικό σύστημα ηλεκτροφωτισμού.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 στην Αγγλία, ο Lucien
Gaulard και ο John Gibbs, εφηύραν ένα μετασχηματιστή με
φυσικά χαρακτηριστικά τα οποία επέτρεπαν στον
ακροδέκτη διαφοράς δυναμικού του μετασχηματιστή
να μεταβάλλεται όπως απαιτούνταν από το νόμο
Ηλεκτροφωτισμού το 1882 (Hughes 1983 p.p. 34-38 , 89-90).Οι
αδερφοί Wright με προσοχή έλαβαν υπόψη τους την
ψυχολογία και τη φυσιολογία των πιλότων που θα
έπρεπε να διατηρήσουν τη σταθερότητα του
ιπτάμενου αντικειμένου τους. Σύμφωνα με τον David
Noble τα ψηφιακά συστήματα μηχανοκίνητων εργαλείων
είχαν εμφυσήσει σε αυτούς τα ενδιαφέροντα της
διοικητικής τάξης (Noble 1979).
Επειδή νέα προβλήματα
εμφανίστηκαν, καθώς το σύστημα είναι προικισμένο
με ποικίλα χαρακτηριστικά, οι ριζοσπαστικοί
επαγγελματίες/εφευρέτες συνέχιζαν να
εφευρίσκουν κατά την περίοδο ανάπτυξης. Επειδή
προβλήματα προέκυψαν από την
συστηματικοποιημένη σχέση με τα συστατικά μέρη
του συστήματος που εφευρίσκονταν, η επιλογή
προβλημάτων κατά τη διαδικασία ανάπτυξης
γίνεται ευκολότερη. Εάν, για παράδειγμα, κατά τη
διάρκεια της ανάπτυξης ο εφευρέτης
διαφοροποιήσει τα χαρακτηριστικά ενός
συστατικού μέρους, τότε τα χαρακτηριστικά των
υπόλοιπων αλληλοσχετιζόμενων συστατικών μερών
συνήθως πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα. Αυτή
η εναρμόνιση των χαρακτηριστικών των συστατικών
μερών κατά την ανάπτυξη συχνά καταλήγει σε
εφευρέσεις που γίνονται πατέντες. Μια ολόκληρη
οικογένεια από πατέντες μερικές φορές συνοδεύει
την ανάπτυξη ενός πολύπλοκου συστήματος.
Ένας μεγάλος οργανισμός που
εφευρίσκει ,και αναπτύσσει ένα σύστημα ίσως να
αναθέτει υπομελέτες και προβλήματα σε
διαφορετικούς τύπους προβλημάτων. Όταν η εταιρία
Westinghouse ανέπτυξε το πολυφασικό σύστημα
μεταβίβασης ηλεκτρικής ισχύος, του Testa, τον
χρησιμοποίησε ως σύμβουλο, αλλά τελικώς ήταν ένα
ταλαντούχο γκρουπ μηχανικών της Westinghouse που έθεσε
το σύστημα σε εφαρμογή (Passer 1953 p.p. 276-282).Οι φυσικοί
επιστήμονες, ιδίως οι ακαδημαϊκοί, αποδείχθηκαν
πιο ικανοί στην εφεύρεση σε σχέση με τους
μηχανικούς, οι οποίοι συχνά επιδείκνυαν μια
προτίμηση και ικανότητα για ανάπτυξη. Μέχρι και
τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο οι ακαδημαϊκοί φυσικοί
επιστήμονες ήταν σχετικά ελεύθεροι από
περιορισμούς οργανώσεων και κατά τη διάρκεια του
2ου παγκοσμίου πολέμου αυτή η ψυχική διάθεση
επιβίωσε, ακόμα και σε τόσο μεγάλα τεχνικά
προγράμματα όπως το Εργαστήριο Ακτινοβολίας στο
Κέιμπριτζ και Μασαχουσέτης, το εργαστήριο
εκτόξευσης του Μανχάταν στο Σικάγο υπό τον Arthur
Compton και το εργαστήριο στο Λος Άλαμος υπό τον Robert
Oppenheimer.Ως το τέλος του 19ου αιώνα οι μηχανικοί
είχαν συνεργαστεί με μεγάλες βιομηχανικές
εταιρίες ή στην περίπτωση των ακαδημαϊκών
μηχανικών, είχαν την πρόθεση να στραφούν στον
βιομηχανικό τομέα για τον προσδιορισμό των
ερευνητικών προβλημάτων (Noble 1977 p.p. 33-49).
Οι σχέσεις ανάμεσα στους
μηχανικούς και στους επιστήμονες και ανάμεσα
στην τεχνολογία και την επιστήμη προκαλούσαν για
πολύ καιρό το ενδιαφέρον των ιστορικών και
ειδικά των ιστορικών της επιστήμης. Από την
πλευρά των συστημάτων οι διαφορές τείνουν να
φθίνουν. Υπάρχουν αμέτρητες υποθέσεις ανθρώπων
τυπικά εκπαιδευμένων στην επιστήμη και
πρόθυμους να βάλουν στις μεθόδους τους την
ταμπέλα επιστημονικές, εμβυθιζόμενοι πλήρως
στην εφεύρεση και την ανάπτυξη της τεχνολογίας ->13.
Μηχανικοί και εφευρέτες επίσημα εκπαιδευμένοι
σε προγράμματα μελέτης με την ονομασία επιστήμη
δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση και τις
μεθόδους που απαιτούνταν. Άτομα αφοσιωμένα
συναισθηματικά και πνευματικά στην επίλυση
προβλημάτων, που συσχετίστηκαν με τη δημιουργία
και ανάπτυξη συστημάτων μεθόδων σπάνια δίνουν
σημασία σε πειθαρχικά περιοριστικά μέσα, εκτός
και αν αναλάμβανε τη διοίκηση η γραφειοκρατία.
Καινοτομία/Νεοτερισμός
Η καινοτομία ξεκάθαρα αποκαλύπτει πολύπλοκα
τεχνολογικά συστήματα. Ο επαγγελματίας
εφευρέτης, μαζί με τους συνεργαζόμενους
μηχανικούς, βιομηχανικούς επιστήμονες και
άλλους εφευρέτες που βοηθούν να βάλουν σε
λειτουργία το προϊόν, συχνά συνδυάζει τα
εφευρεμένα και ανεπτυγμένα φυσικά συστατικά
μέρη σε ένα πολύπλοκο σύστημα που αποτελείται
από κατασκευαστή και ευκολίες υπηρεσιών. Από την
άλλη πλευρά, ο επαγγελματίας εφευρέτης μερικές
φορές παρέχει εξειδίκευση καθιστώντας τις
καθιερωμένες φίρμες ικανές να κατασκευάσουν το
προϊόν ή να παράσχουν υπηρεσίες, παρά να ιδρύσει
μια καινούργια εταιρία. Πολλοί όμως από τους
ανεξάρτητους επαγγελματίες των τελευταίων
χρόνων του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα
ίδρυσαν τις δικές τους βιομηχανίες, πωλήσεις και
ευκολίες υπηρεσιών επειδή, σε περίπτωση
ριζοσπαστικών εφευρέσεων, οι καθιερωμένοι
βιομήχανοι ήταν συχνά διστακτικοί να παράσχουν
τα νέα μηχανήματα, διαδικασίες και οργανωτικές
κινήσεις που χρειάζονταν για την κατασκευή
εμπορευμάτων. Ανεξάρτητοι επαγγελματίες
εφευρέτες διάλεξαν να αφοσιωθούν στη βιομηχανία
επειδή ήθελαν να εισάγουν μια κατασκευαστική
διαδικασία στον ίδιο βαθμό με το προϊόν. Εάν, από
την άλλη πλευρά, η εφεύρεση ήταν μια συντηρητική,
στην ουσία, μια βελτίωση σε ένα απερχόμενο
σύστημα, ο βιομήχανος/κατασκευαστής που
κατευθύνει αυτό το σύστημα συχνά θα ενδιαφερόταν
να κατασκευάσει αυτή την εφεύρεση.
Ο George Eastman, για παράδειγμα,
συγκεντρώθηκε στην εφεύρεση και την εξέλιξη
μηχανήματος για εξαρτήματα φωτογραφιών που
είχαν εφεύρει αυτός και ο συνεργάτης του William Hall
Walker.Ο Eastman, ενώ ανέπτυσσε ένα σύστημα στέγνωσης
πλακών, αποκόμισε μια πατέντα στα 1880 για ένα
μηχάνημα που συνεχιζόμενα επικάλυπτε γυάλινες
πλάκες με γαλάκτωμα ζελατίνης. Με τον Walker, o Eastman
μετά στράφηκε προς την εφεύρεση ενός
φωτογραφικού φιλμ και ενός συστήματος
περιστρεφόμενου στηρίγματος για να
αντικαταστήσει αυτό που χρειαζόταν τις γυάλινες
πλάκες. Αργότερα ο Eastman συγκεντρώθηκε στη
σχεδίαση μηχανημάτων παραγωγής ενώ ο Walker
κατεύθυνε την προσοχή του στην εφεύρεση και την
ανάπτυξη καμερών. Στο τέλος του 1884 οι δυο τους
είχαν αναπτύξει, μαζί με το μηχανισμό υποβάθρου
και το φιλμ, το μηχάνημα παραγωγής. Ο Eastman
αφιέρωσε επίσης τα εφευρετικά του ταλέντα στο
μηχάνημα παραγωγής για την ανάπτυξη της μεθόδου
Kodak για ερασιτεχνική φωτογράφηση (Jenkins 1975).
Ο Edison (ο εφευρέτης του ηλεκτρικού
λαμπτήρος) επίσης αποτελεί
κλασσικό παράδειγμα επαγγελματία εφευρέτη, που
κατεύθυνε την παραγωγή ενός πολύπλοκου
συστήματος παραγωγής και αξιοποίησης /
εκμεταλλεύσεις. Ο Edison είχε τη βοήθεια και άλλων
εφευρετών, διευθυντών και μεγαλοεπενδυτών που
συνεργάστηκαν μαζί του, αλλά αυτός περισσότερο
από κάθε άλλον ασκούσε έλεγχο στο περίπλοκο
επιχείρημα. Ο οργανωτικός χάρτης του 1882 των
εταιριών που ιδρύθηκαν από τον Edison σκιαγραφεί το
πολύπλοκο τεχνολογικό σύστημα. Ανάμεσα στις
εταιρίες του Edison ήταν η Εταιρία Ηλεκτροφωτισμού,
που σχηματίστηκε για να χρηματοδότηση τον Edison
για την εφεύρεση, την πατέντα και την εξέλιξη του
συστήματος ηλεκτρικού φωτισμού και την
νομιμοποίησή του, την Εταιρία Ηλεκτρικού
Φωτισμού του Edison στη Νέα Υόρκη, την πρώτη από τις
αστικές κοινωφελείς εταιρίες ηλεκτροφωτισμού
του Edison. Η εταιρία Μηχανικές Εργασίες Edison
ιδρύθηκε για την κατασκευή των δυναμό
καλυπτόμενη οικονομικά από τις πατέντες του Edison.
Η εταιρία κατασκευής Ηλεκτρικής Λυχνίας
εγκαθιδρύθηκε από τον Edison για την κατασκευή των
υπόγειων αγωγών για το σύστημά του, και το
Εργοστάσιο Λαμπτήρων (Jones 1940 p.41).Όταν ο Edison
επιχείρησε την εφεύρεση ενός συστήματος
φωτισμού με πυράκτωση μάλλον δύσκολα θα μπορούσε
να είχε προβλέψει την πολυπλοκότητα της τελικής
επιχείρησης.
Κατασκευαστές συστημάτων, όπως ο
Eastman και ο Edison αγωνίστηκαν για να αυξήσουν το
μέγεθος του συστήματος υπό τον έλεγχό τους και να
μειώσουν το μέγεθος του περιβάλλοντος που δεν
είναι υπό τον έλεγχό τους. Στην περίπτωση του
συστήματος του Edison στην περίοδο της καινοτομίας,
οι κοινωφελείς εταιρίες, οι κύριοι χρήστες του
εξοπλισμού που έγινε πατέντα από την Εταιρία
Ηλεκτροφωτισμού του Edison και κατασκευάστηκε από
την συνεργασία όλων των εταιριών του Edison,
ενσωματώθηκαν μέσα στον οργανισμό. Το ίδιο
γκρουπ εφευρετών που κατείχαν την κύριας
εταιρίας μετοχών στις πατέντες κατείχαν και την
Εταιρία Ηλεκτρικού Φωτισμού του Edison στην Νέα
Υόρκη, την πρώτη από τις αστικές κοινωφελείς
εταιρίες του Edison.Οι ιδιόκτητες των εταιριών του
Edison δέχτηκαν το πλεόνασμα από άλλες κοινωφελείς
εταιρίες ως αντάλλαγμα για εξοπλισμό και ως εκ
τούτου χτίζοντας μια αυτοκρατορία του Edison από
αστικές κοινωφελείς εταιρίες παραγωγής
ηλεκτρισμού, ποικιλόμορφης ιδιοκτησίας και
ελέγχου. Παρόμοιες τακτικές ακολουθήθηκαν
αργότερα από μεγάλους βιομηχάνους στη Γερμανία.
Η απορρόφηση των εργοστασίων προσφοράς και
ζήτησης οργάνωσης είχαν ως βασικό σκοπό να
εξαλείψουν την εσωτερική/εξωτερική διχοτόμηση
των συστημάτων, μια διχοτόμηση που αποφεύχθηκε
από τον Michael Callon στην ανάλυσή του για δίκτυα
δράσης (actor).
Με το που λάβει χώρα η καινοτομία οι
επαγγελματίες εφευρέτες τείνουν να φθίνουν από
το εστιασμένο σημείο δραστηριότητας. Μερικοί
ίσως παραμείνουν σε μια πετυχημένη εταιρία που
σχηματίστηκε με βάση τις πατέντες τους, αλλά
συνήθως δεν γίνονται οι επαγγελματίες
διευθυντές της επιχείρησης.O Glihu Thomson (1853-1937) ένας
διακεκριμένος και σημαντικός αμερικάνος
εφευρέτης, ο οποίος κατείχε 696 ευρεσιτεχνίες για
πάνω από πέντε δεκαετίες, έγινε επικεφαλής
ερευνών για την Εταιρία Thomson-Houston, μια βιομηχανία
παραγωγής ηλεκτρισμού που ιδρύθηκε με βάση τις
ευρεσιτεχνίες του. Κατόπιν, εργάστηκε ως βασικός
ερευνητής και εφευρέτης για την εταιρία General Electric
του Edison. Η άποψη του Thomson παρέμεινε ίδια με αυτή
ενός εφευρέτη και οι αντιθέσεις μεταξύ αυτής και
των απόψεων των επαγγελματιών -διευθυντών που
ανέλαβαν την διοίκηση της General Electric έγινε
ξεκάθαρη. Διπλωματικές διαπραγματεύσεις από την
πλευρά των διευθυντών, όπως του Charles A. Coffin, από
τους πρώτους επικεφαλείς στην G.E. συμφιλίωσε το
εργαστήριο με την κεντρική διοίκηση (Carlson 1983).Ο
επαγγελματίας διευθυντής
(κάποιες εταιρίες έβαλαν στο πόστο του διευθυντή
/ διοικητή έναν επιστήμονα-εφευρέτη, ο οποίος ενώ
ήταν επαΐων στο αντικείμενό του, αποδείχθηκε ότι
υστερούσε σε θέματα διοίκησης-διαχείρισης, με
αποτέλεσμα τη σταδιακή χρεοκοπία-πτώχευση της
εταιρίας) μετά την
καινοτομία, σταδιακά εκτόπισε τον εφευρέτη ως
τον ανταποκρινόμενο τα κυριότερα προβλήματα /
αντιξοότητες (ανεστραμμένες προεξέχουσες γωνίες
Α.Π.Γ.) και τον επιλυτή κρίσιμων προβλημάτων που
σχετίστηκαν μαζί τους.
Μετάδοση
Τεχνολογίας
Η μετάδοση της τεχνολογίας μπορεί να συμβεί
οποιαδήποτε στιγμή καθ' όλη τη διάρκεια της
ιστορίας ενός τεχνολογικού συστήματος. Η
μετάδοση αμέσως μετά την καινοτομία, πιθανώς πιο
ξεκάθαρα, αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες απόψεις
μετάδοσης, επειδή το τεχνολογικό σύστημα δεν
είναι φορτωμένο με επιπρόσθετες πολυπλοκότητες
που αυξάνονται με το χρόνο και την ορμητικότητα.
Επειδή συνήθως ένα σύστημα έχει ενσωματώσει σ’
αυτό χαρακτηριστικά που προσαρμόστηκαν για να
επιβιώσει σε δεδομένο χρόνο και τόπο, πολύπτυχες
δυσκολίες συχνά αναδύονται κατά τη μεταφορά σε
διαφορετικό χρόνο ή σε ένα διαφορετικό
περιβάλλον. Επειδή συνήθως ένα σύστημα
χρειάζεται προσαρμογή στα χαρακτηριστικά ενός
διαφορετικού χρόνου ή τόπου, οι απόψεις σχετικά
με τη μετάδοση και την προσαρμογή είναι
συνδεδεμένες. εκτός από την προσαρμογή, οι
ιστορικοί που αναλύουν τη μετάδοση έχουν τονίσει
τις μεθόδους μετάδοσης ->14.
Οι απόψεις για τη μετάδοση μπορούν
να εκτεθούν από επεισόδια επιλεγμένα από ην
πρώιμη ιστορία του μετασχηματιστή. Όπως
σημειώθηκε, ο Lucien Gaulard και ο John Gibbs παρουσίασαν ένα
μετασχηματιστή με χαρακτηριστικά που τον
προσάρμοσαν στην Βρετανική Νομοθεσία για την
ηλεκτροφώτιση. Οργάνωσαν αρκετά τεστ και μόνιμες
εγκαταστάσεις του μετασχηματιστή τους στις
αρχές της δεκαετίας του 1880.Στα 1884 ο Otto Titus Blathy και
ο Charles Zipernowski, δύο έμπειροι μηχανικοί από τους Gamz
and Company, το εξέχων Ουγγαρέζικο εργοστάσιο
παραγωγής ηλεκτρισμού, είδαν τον μετασχηματιστή
σε έκθεση στο Τορίνο της Ιταλίας. Το
ξανασχεδίασαν για ένα σύστημα Ganz και για τις
Ουγγρικές, υπό τις οποίες η ηλεκτρική νομοθεσία
δεν απαιτούσε τα πολύπλοκα χαρακτηριστικά που
ενσωματώθηκαν στη συσκευή του Gaulard και του Gibbs. Ο
μετασχηματιστής που δημιουργήθηκε έχει
αναγνωριστεί ως ο πρώτος πρακτικός και εμπορικός
μετασχηματιστής του κόσμου (Halacsy and Von Fuchs 1961 p
121).Αλλά μια τέτοια αναγνώριση είναι
παραπλανητική, επειδή ο μετασχηματιστής ήταν
πρακτικός για την Ουγγαρία, όχι για όλον τον
κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η Εταιρία Westinghouse
επίσης έμαθε για τον μετασχηματιστή των Gaulard-Gibbs,
απέκτησε τα δικαιώματα στην πατέντα και την
προσάρμοσε στις αμερικανικές συνθήκες. Η Westinghouse
προσέλαβε τον William Stanley, έναν ανεξάρτητο εφευρέτη,
για να αναπτύξει ένα σύστημα μετασχηματιστή
μεταβίβασης, έχοντας ως πρότυπο την συσκευή των
Gaulard-Gibbs. Εν συνεχεία, το μηχανικό προσωπικό στην
Westinghouse έδωσε στο σύστημα ένα αμερικάνικο στυλ
παίρνοντας ως προϋπόθεση μια μεγάλη αγορά και
προσαρμόζοντας τον μετασχηματιστή και τις
διαδικασίες, για να κατασκευαστεί για μαζική
παραγωγή (Hughes 1983 p.p. 98-105).
Η περίπτωση του μετασχηματιστή των
Gaulard-Gibbs αποκαλύπτει την νομοθεσία και την αγορά
ως σημαντικούς παράγοντες στην μετάδοση και την
προσαρμογή, αλλά υπάρχουν και άλλοι εμπλεκόμενοι
παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων γεωγραφικών και
κοινωνικών (Lindqvist 1984 p.p. 291-307).Η υπόθεση των Gaulard-Gibbs
περιλαμβάνει ένα φυσικό αντικείμενο που
μεταδίδεται και προσαρμόζεται. Όταν ένα
τεχνολογικό σύστημα μεταδίδεται, μεταδίδονται
επίσης και τα οργανωτικά συστατικά μέρη.
Υπάρχουν αναρίθμητες υποθέσεις μετάδοσης,
επιτυχημένες και αποτυχημένες, εταιριών και
προϊόντων, οπότε είτε ο παράγοντας της μετάδοσης
είναι εφευρέτης, ένας μηχανικός, ένας διευθυντής
ή κάποιος άλλος επαγγελματίας εξαρτάται από τα
συστατικά μέρη που μεταδίδονται και τη φάση
ανάπτυξης του τεχνολογικού συστήματος.
Τεχνολογικό
Ύφος / Στυλ
Η εξερεύνηση του θέματος της μετάδοσης της
τεχνολογίας εύκολα οδηγεί στο ερώτημα του ύφους,
μιας και η προσαρμογή είναι μια ανταπόκριση σε
διαφορετικά περιβάλλοντα και η προσαρμογή σε
περιβάλλον μεσουρανεί με χαρακτηριστικό τρόπο.
Ιστορικοί της Αρχιτεκτονικής και της τέχνης
είχαν από πολύ πριν που χρησιμοποιούσαν την
έννοια της τεχνοτροπίας. Όταν ο Heinrich Wolffin το 1915
έγραψε σχετικά με το πρόβλημα της ανάπτυξης του
ύφους στην τέχνη, δεν δίστασε να προσφέρει ύφος
στην τέχνη και αρχιτεκτονική σε προσωπικό και
εθνικό χαρακτήρα. Η αντίληψη του ύφους μπορεί,
από την άλλη πλευρά, να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από
εθνικό και φυλετικό χαρακτήρα ή το πνεύμα των
καιρών. Οι ιστορικοί της τέχνης και της
αρχιτεκτονικής τώρα χρησιμοποιούν την έννοια
του ύφους με επιφυλακτικότητα, γιατί ‘το ύφος
είναι σαν ένα ουράνιο τόξο…Μπορούμε μόνο να το
δούμε ενώ κοντοστεκόμαστε ανάμεσα στον ήλιο και
τη βροχή και εξαφανίζεται όταν πηγαίνουμε στο
μέρος όπου νομίζαμε ότι το είδαμε’ (Kubler 1962 p 129).
Ιστορικοί και κοινωνιολόγοι της
τεχνολογίας μπορούν, ωστόσο, να χρησιμοποιήσουν
την έννοια του ύφους προς όφελος γιατί, σ’
αντίθεση με τους ιστορικούς της τέχνης, δεν είναι
επιβαρημένοι από παλαιές καθιερωμένες και
άκαμπτες απόψεις ύφους, όπως εκείνες της
Αναγέννησης και της εποχής Μπαρόκ που μπορούν να
συνεχίσουν την ικανότητα αντίληψης της
διάκρισης. Οι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι
μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ύφος για να
υπονοήσουν ότι οι κατασκευαστές συστημάτων, όπως
οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες, έχουν
δημιουργικό γεωγραφικό εύρος. Επιπλέον, η
αντίληψη του στυλ συμφωνεί με αυτή της
κοινωνικής δόμησης της τεχνολογίας. Δεν υπάρχει
καλύτερος τρόπος να ζωγραφίσεις την Παρθένο,
ούτε υπάρχει άλλος τρόπος να σχεδιάσεις ένα
δυναμό. Οι άπειροι μηχανισμοί και οι άσχετοι (μη
ειδικοί) σφάλλουν με το να υποθέτουν ότι υπάρχει
ένα ιδεώδες δυναμό, προς το οποίο σχέδιο η
κοινότητα Whiggishly ψάχνει στα τυφλά. Η τεχνολογία
πρέπει να είναι κατάλληλη για τον χρόνο και τον
τόπο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι
μικρή και όμορφη ->15.
Οι παράγοντες που διαμορφώνουν το
ύφος είναι πολυάριθμοι και το αντίστροφο. Μετά
την τραυματική περίοδο της επανάστασης των
Μπολσεβίκων το 1917 και κατά την διάρκεια των
συνταρακτικών αρχών της νέας κατάστασης, οι
Σοβιετικοί χρειάζονταν τη μεγαλύτερη και τη
γρηγορότερη τεχνολογία, όχι για οικονομικούς
λόγους, αλλά για με σκοπό να κερδίσουν κύρος για
το στράτευμα (Bailes 1976).Μετά που συνέκρινε την
γυροσκοπική πυξίδα που εφεύρε με αυτές της
Γερμανίας, οElmer Sperry αποφάσισε ότι η δική του ήταν
πιο πρακτική επειδή οι Γερμανοί επεδίωκαν
αόριστα δεδομένα απόδοσης και όχι λειτουργικές
απαιτήσεις. Η παρατήρησή του ήταν ένα σχόλιο πάνω
στην τεχνοτροπία. Ο Charles Merz, ο βρετανός
αρχιμηχανικός που σχεδίαζε τοπικό σύστημα
παραγωγής ενέργειας σ’ ολόκληρο τον κόσμο, είπε
το 1909 ότι ‘το πρόβλημα τροφοδότησης σε
οποιαδήποτε περιφέρεια… κυβερνάται εντελώς από
τις τοπικές συνθήκες’ (Merz 1908 π 4).
Η αντίληψη του στυλ που εφαρμόστηκε
στην τεχνολογία αντιτίθεται στη λανθασμένη
αντίληψη, που θέλει ην τεχνολογία να είναι απλά
εφαρμοσμένη επιστήμη και οικονομικά ένα δόγμα
διδαγμένο μόλις μια δεκαετία πριν ή κάπου τόσο
στις μηχανικές σχολές. Οι νόμοι του Ohm και του Joule
και οι συντελεστές εισαγωγής δεδομένων και το
κόστος παραγωγής των συγκροτημάτων δεν είναι
επαρκής εξήγηση για τον σχηματισμό της
τεχνολογίας. Οι έννοιες και των δύο, της
κοινωνικής διαμόρφωσης της τεχνολογίας και της
τεχνολογικής τεχνοτροπίας, βοηθούν τον ιστορικό
και τον κοινωνιολόγο, και ίσως τον ελεύθερο
επαγγελματία, να αποφύγουν αναλύσεις
υπεραπλουστεύσεως της τεχνολογίας.
Η ανάπτυξη του ύφους επίσης
διευκολύνει την συγγραφή συγκρινόμενης
ιστορίας. Ο ιστορικός μπορεί να ψάξει για μια
εξήγηση για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά μιας
συγκεκριμένης τεχνολογίας, όπως της ηλεκτρικής
ενέργειας, σε διαφορετικές περιοχές. Το πρόβλημα
γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον σ’ αυτόν τον αιώνα
όταν διεθνή συνολικά άμεσα προϊόντα της
τεχνολογίας είναι διαθέσιμα στους σχεδιαστές
της περιφερειακής τεχνολογίας εξαιτίας της
παγκόσμιας κυκλοφορίας των ευρεσιτεχνιών,
παγκόσμιας κυκλοφορίας τεχνικής και
επιστημονικής λογοτεχνίας, παγκόσμιου εμπορίου
σε τεχνολογικά προϊόντα και υπηρεσίες, της
μετανάστευσης των ειδικών, τις μεταδοτικές
συμφωνίες της τεχνολογίας και άλλων τρόπων
ανταλλαγής γνώσης και τεχνουργημάτων. Έχοντας
παρατηρήσει την ύπαρξη μιας παγκόσμιας
τεχνολογικής κοινοπραξίας και έχοντας
παραδεχτεί ότι η μηχανική επιστήμη επιτρέπει σε
νόμους να εκτεθούν και σε εξισώσεις που
περιγράφουν ένα ιδανικό να γραφτούν, ή πολύ
δυσκολονόητο ηλεκτρικό σύστημα φτιαγμένο από
ηλεκτροκινητικές δυνάμεις, αντιστάσεις,
πυκνωτές και επαγωγές, οι οποίες είναι
παγκοσμίως θεμελιωμένες και ανεπηρέαστες από το
χρόνο, τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με το
συναρπαστικό πρόβλημα : Γιατί τα συστήματα
παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και ενέργειας
διαφέρουν σε χαρακτηριστικά κατά καιρούς, από
περιοχή σε περιοχή, ακόμα και από έθνος σε έθνος.
Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα’
αυτόν τον αιώνα αποκλίσεων στην τεχνολογική
τεχνοτροπία. Ένας χάρτης, του 1920, παροχής
ηλεκτρισμού στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο
και το Σικάγο αποκαλύπτει αξιοσημείωτη
διαφοροποίηση από πόλη σε πόλη στο μέγεθος,
αριθμό και τοποθεσία των εργοστασίων παραγωγής
ηλεκτρικής ισχύος (Hughes 1983 p.p. 16).Η εντυπωσιακή
διαφοροποίηση δεν είναι η ποσότητα παραγωγής
ηλεκτρισμού και ενέργειας που παράγεται (η
απόδοση με ποσοτικούς όρους αναλογίας) αλλά ο
τρόπος με τον οποίο παράγεται, μεταδίδεται και
διανέμεται (με το να συγκεντρώνει την προσοχή του
στο ποσοτικό, ο οικονομικός ιστορικός συχνά
χάνει τις διαφοροποιήσεις στην τεχνοτροπία).Το
Βερολίνο κατείχε σχεδόν μισή δωδεκάδα μεγάλων
εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ισχύος, ενώ το
Λονδίνο είχε περισσότερα από πενήντα μικρά. Η
λονδρέζικη τεχνοτροπία από πολυάριθμα μικρά
εργοστάσια ισχύος και του Βερολίνου των αρκετών
μεγάλων εργοστασίων συνεχίστηκε για δεκαετίες.
Το Λονδίνο, πρέπει να τονισθεί, δεν ήταν
τεχνολογικά υπανάπτυκτο. Στο Λονδίνο και το
Βερολίνο ρυθμιστική νομοθεσία που εξέφρασε
θεμελιώδεις πολιτικές αξίες κρατάει την
κυριότερη εξήγηση για τα αντιπαραβαλλόμενα στυλ.
Οι Λονδρέζοι προστάτευαν την παραδοσιακή
εξουσία της τοπικής κυβέρνησης με το να δίνει
στις αστικές αυτοδιοικούμενες περιοχές την
εξουσία να ρυθμίζουν την παραγωγή ηλεκτρικού
φωτός και ενέργειας και οι Βερολινέζοι
ενδυνάμωναν την συγκεντρωμένη εξουσία με το να
μεταβιβάζουν ρυθμιστική εξουσία στην πόλη του
Βερολίνου (Hughes 1983 p.p. 175-200, 227-261).
Η φυσική γεωγραφία, ένας άλλος
παράγοντας, επίσης διαμορφώνει το τεχνολογικό
ύφος. Επειδή οι περιοχές, όπως παραδοσιακά
ορίζονται, είναι κατά βάση γεωγραφικές και
επειδή η γεωγραφία επηρεάζει τόσο βαθιά την
τεχνολογία, η αντίληψη της περιφερειακής
τεχνολογικής τεχνοτροπίας μπορεί να
αναγνωριστεί με μεγαλύτερη ευκολία από την
εθνική. Όταν όμως η ρυθμιστική νομοθεσία βρίσκει
εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο οι περιφερειακές
τεχνοτροπίες τείνουν να συγχωνευτούν στις
εθνικές.
Πριν το 1926, και από το Εθνικό
Ηλεκτρικό Δίκτυο Ισχύος (Η.Δ.Ι.) στην Μεγάλη
Βρετανία, για παράδειγμα, υπήρχαν διακριτικά
περιφερειακά στυλ συστημάτων ενέργειας στο
Λονδίνο σε αντίθεση με την Β.Α. ακτή, αλλά το Η.Δ.Ι.
προκάλεσε ένα πιο εθνικό ύφος καθώς η νομοθεσία
υπερίσχυσε των άλλων παραγόντων που επηρέαζαν
την τεχνοτροπία.
Περιφερειακές και Εθνικές
ιστορικές εμπειρίες επίσης διαμορφώνουν το
τεχνολογικό ύφος. Κατά τη διάρκεια του Β’
Παγκοσμίου Πολέμου, μια έλλειψη σε χαλκό στη
Γερμανία προκάλεσε την εγκατάσταση μεγαλύτερων
και λιγότερο ηλεκτρικών γεννητριών από τους
σχεδιαστές των εργοστασίων παραγωγής
ηλεκτρισμού για να κάνουν οικονομία στον χαλκό.
Αυτή η επιμορφωτική εμπειρία, ή το επίκτητο
σχεδιαστικό ύφος, συνεχίστηκε και μετά τον
πόλεμο, παρόλο που η κρίσιμη περίοδος έλλειψης
χαλκού είχε περάσει. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο
Πόλεμο η συνθήκη των Βερσαλλιών στέρησε την
Γερμανία από περιοχές παραγωγής ανθρακίτη και
απαίτησε την εξαγωγή του λιγνίτη ως αποζημίωση,
με αποτέλεσμα οι σχεδιαστές συστημάτων
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας να στρέφονται
όλο και περισσότερο στον ασφαλτούχο άνθρακα, ένα
χαρακτηριστικό, το οποίο επίσης συνεχίστηκε και
μετά που οι τεχνικές ήταν γνώριμες. Μόνο η
ιστορία μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά το
περιφερειακό ύφος της περιοχής των εργοστασίων
παραγωγής ενέργειας του Ρούρου και της Κολονίας
με την, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου,
εξάρτηση στο λιγνίτη και μεγάλων ενεργειακών
μονάδων (Hughes 1983 p.p. 423-424).
Το τεχνολογικό ύφος είναι μια
αντίληψη εφαρμόσιμη και σε άλλες τεχνολογίες
εκτός της παραγωγής ηλεκτρικού φωτισμού και
ισχύος, και χρήσιμο και σε άλλους επαγγελματίες
εκτός των ιστορικών. Ο Louis Hunter επισήμανε
καταπληκτικές αντιθέσεις μεταξύ όλων των
ποταμόπλοιων των ποταμών Hudson και Mississippy (Hunter 1949).Ο
Eda Kranakis έχει γράψει για το γαλλικό ‘ακαδημαϊκό
ύφος’ της μηχανικής (Kranakis 1982 p.p. 8-9) και ο Edwin Layton
έχει συγκρίνει τις αμερικάνικες και τις γαλλικές
προσεγγίσεις στο σχεδιασμό του υδροστρόβιλου
στον 19ο αιώνα (Layton 1978).Στην δεκαετία του 1950 το
αμερικανικό κοινό εξοικειώθηκε με τις
διαφοροποιήσεις στα Αμερικάνικα και τα
Ευρωπαϊκά Στυλ των αυτοκινήτων, ακόμα και με τα
Σοβιετικά και τα Αμερικάνικα διαστημικά οχήματα
διαφοροποιημένων σχεδίων ->16.
Προσφάτως ο Mary Kaldor αναγνώρισε μια τεχνοτροπία
εποχής Μπαρόκ της στρατιωτικής τεχνολογίας στον
20ο αιώνα (Kaldor 1981).Έχοντας γνώση του πλούτου /
αφθονίας και της πολυπλοκότητας της αντίληψης
του ύφους και την πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί
για να αντεπιτεθεί στις προσεγγίσεις των
υπεραπλουστευτών στο μηχανικό σχεδιασμό, ο Hans
Dieter Hellige προώθησε την εισαγωγή μαθημάτων
τεχνοτροπίας στην εκπαίδευση των μηχανισμών
(Hellige 1984 p.p. 281-283).
Ανάπτυξη,
Ανταγωνισμός και Συνένωση
Η Τεχνολογία σήμερα κινείται σε δύο επίπεδα.
Αφενός μεν, όπως έχουμε σχολιάσει και πιο πριν,
αποσκοπεί στη βελτίωση ενός προϊόντος, αφετέρου
δε, διατηρώντας το υπάρχων τεχνολογικό επίπεδο,
διευρύνει τις δυνατότητές του.
Οι ιστορικοί της
τεχνολογίας περιγράφουν την ανάπτυξη των
μεγάλων συστημάτων, αλλά σπάνια εξερευνούν σε
βάθος τις αιτίες που την προκαλούν. Εξηγήσεις που
χρησιμοποιούν τέτοιες έννοιες, όπως οικονομίες
ανιούσας σειράς αξιών και τέτοια κίνητρα όπως
σκληρός αγώνας για προσωπική δύναμη και αύξηση
της οργανωτικότητας μπορούν να καλύπτουν τις
αντιλογίες. Εάν με τις οικονομίες ανιούσες
σειρές αξιών κάποιος εννοεί την εξοικονόμηση σε
υλικό και θερμική ενέργεια, που προέρχεται από τη
χρήση μεγαλύτερων κοντέινερς, όπως δεξαμενές,
λέβητες και κλίβανους, τότε η οικονομία μπορεί να
χαθεί, αν το μεγαλύτερο κοντέινερ δεν
χρησιμοποιηθεί πλήρως ως προς τη χωρητικότητά
του. Εάν κάποιος με την οικονομία ανιούσας σειράς
αξιών απλά αναφέρεται στον αριθμό των μονάδων
που παράγονται ή χρησιμοποιούνται, τότε η
απόδοση του εργοστασίου ή του οργανισμού και η
εξάπλωση της παραγωγής με τον καιρό δεν
λαμβάνονται υπόψη και η οικονομία δεν είναι
επαρκώς μετρημένη. Για παράδειγμα, ένα
εργοστάσιο παραγωγής ισχύος, που αυξάνει την
ισχύ για να παράγει δύο φορές περισσότερες
κιλοβατώρες το μήνα, θα αύξανε και το κόστος της
μονάδας αν το αυξανόμενο φορτίο συγκεντρώνονταν
κατά τη διάρκεια μερικών ωρών αιχμής την ημέρα.
Αν ένας μεγαλύτερος οργανισμός θεωρηθεί ότι
αποφέρει μεγαλύτερη επιρροή και έλεγχο για τους
διευθυντές, τότε η ευδιάκριτη δυνατότητα του να
χαθεί η ατομική πρωτοβουλία στη ρουτίνα της
γραφειοκρατίας αγνοείται. Καιρό πριν, ο Leo Tolstoy
στο Πόλεμος και Ειρήνη επιχειρηματολόγησε,
λέγοντας ότι η υπερβολική ορμητικότητα του
τεράστιου γαλλικού στρατού και η ιδέα του
πανίσχυρου και νικηφόρου αυτοκράτορα έδωσε στον
Ναπολέων, κατά την εισβολή στη Ρωσία, λιγότερη
ελευθερία δράσης από τον κοινό πεζό στρατιώτη. Οι
μικρές εταιρίες και οι στρατιώτες δεν έχουν
τέτοιες πιθανότητες ώστε να καταπνίξουν την
πρωτοβουλία.
Μερικοί σχεδιαστές τεχνολογικών
συστημάτων έλαβαν υπόψη τους αυτές τις
αντιπαραθέσεις. Οι σχεδιαστές των εργοστασίων
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αποφασίζουν είτε
να χτίσουν ένα μεγάλο εργοστάσιο ή να
κατασκευάσουν έναν αριθμό μικρότερων σε ένα
περιορισμένο χρόνο. Η τελευταία επιλογή συχνά
συνδυάζει την αυξανόμενη απόδοση με το
αυξανόμενο φορτίο. Οι διευθυντές και οι
διαχειριστές της κοινωφελούς εταιρίας επίσης
διαχειρίζονται το φορτίο ώστε να αποφεύγει ώρες
υψηλής αιχμής και ώρες χαμηλής αιχμής στην
απόδοση, που υποδηλώνει μη χρησιμοποιημένη
χωρητικότητα. Στο παρελθόν οι διευθυντές μικρών
εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρισμού, συχνά
πολεμούσαν την απορρόφηση των συστημάτων τους
από μεγαλύτερους τους , επειδή πρόβλεπαν ότι σε
μια μεγαλύτερη οργάνωση, η γραφειοκρατία θα
μείωνε την άσκηση της εξουσίας. Τα μικρά,
τεχνολογικά προηγμένα και αποδοτικά εργοστάσια
ηλεκτρικής ενέργειας και οι κοινωφελείς
εταιρείες που άνθισαν στο Λονδίνο περίπου από το
1900 με την υλοποίηση του Εθνικού Ηλεκτρικού
Δικτύου Ισχύος μετά το 1926 δίνουν στοιχεία ότι
μεγάλης κλίμακας απόδοσης και οργανωτικού
μεγέθους δεν αποτελούν την απαραίτητη
προϋπόθεση για κέρδος και προσωπική δύναμη (Hughes
1983 p.p.259-360).Οι περισσότεροι από τους κυριότερους
διευθυντές των μικρών και κοινωφελών εταιριών,
που απορροφήθηκαν από μεγαλύτερες, προορίζονταν
για να παίξουν δευτερεύοντες ρόλους στις
γραφειοκρατικές παύσεις της μεσαίας
διαχείρισης.
Ακόμη στα μοντέρνα βιομηχανικά
έθνη, τα τεχνολογικά συστήματα τείνουν να
εξαπλωθούν, όπως φαίνεται από τον ηλεκτρισμό, το
ραδιόφωνο, τα όπλα, την παραγωγή αυτοκινήτων και
άλλα συστήματα. Μια βασική εξήγηση για αυτήν την
ανάπτυξη, και μια σπανίως υπογραμμισμένη από
τεχνολογικούς, οικονομικούς ή επιχειρηματικών
ιστορικών, είναι η πορεία για μεγαλύτερη
ποικιλία και παράγοντες φορτίου, και μια καλή
οικονομική μίξη. Αυτό ειδικά είναι αλήθεια στα
συστήματα του 20ου αιώνα, στα οποία οι λογιστές
προσέχουν ιδιαίτερα και οι διευθυντές
ενημερώνονται σχετικά με τους τόκους πάνω στην
αρχική επένδυση. Ο συντελεστής φορτίου, μια
έννοια που τώρα εφαρμόζεται σε πολλά συστήματα
έχει τις ρίζες της στην κοινωφελή βιομηχανία
παραγωγής ηλεκτρισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο
συντελεστής φορτίου είναι η αναλογία της κατά
μέσου όρου παραγωγής προς την μέγιστη παραγωγή
κατά την διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου.
Καλύτερα προσδιορισμένο από ένα γράφημα ή
καμπύλη, ο συντελεστής φορτίου καθορίζει την
απόδοση μιας ηλεκτρικής γεννήτριας, ενός
εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή ένα
σύστημα ωφελιμότητας σε μια περίοδο 24 ωρών. Η
καμπύλη συνήθως φανερώνει μια κοιλάδα πολύ νωρίς
το πρωί, πριν την ώρα έγερσης και μια αιχμή νωρίς
το βράδυ, στις επιχειρήσεις και στις βιομηχανίες
χρησιμοποιούν ενέργεια, οι ιδιοκτήτες σπιτιών
ανάβουν τα φώτα και οι εργαζόμενοι που
ταξιδεύουν αυξάνοντας την χρήση τους σε
ηλεκτρικά μέσα μεταφοράς. Δείχνοντας γραφικά την
μέγιστη χωρητικότητα της ηλεκτρικής γεννήτριας
του εργοστασίου ή της κοινωφελούς εταιρείας(η
οποία πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την
υψηλότερη αιχμή)και καθορίζοντας την καμπύλη
φορτίου και τις κορυφές και τις κοιλάδες,
αποκαλύπτουν απόλυτα την εκμετάλλευση της
χωρητικότητας. Επειδή πολλά τεχνολογικά
συστήματα που χρησιμοποιούν τώρα την ιδέα είναι
χρηματοδοτούμενα από κεφάλαια, η καμπύλη του
φορτίου που ενδεικνύει τον συντελεστή φορτίου ή
η ωφελιμότητα της επένδυσης και το σχετισμένο
κόστος μονάδας, είναι μια πιο βάσιμη ένδειξη
ανταπόδοσης κέρδους στην επένδυση.
Ο συντελεστής φορτίου δεν οδηγεί
απαραίτητα σε ανάπτυξη. Ένα μικρό τεχνολογικό
σύστημα μπορεί να έχει ένα υψηλό συντελεστή
φορτίου, για παράδειγμα αν το φορτίο ή η αγορά,
για να παράγουν είναι διαφοροποιημένα. Το φορτίο
ενός συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται
επιθυμητά διαφοροποιημένο αν οι καταναλωτές
κατά άτομο επιλέξουν διαφορετικές ώρες αιχμής,
μερικοί αργά το βράδυ, μερικοί πολύ νωρίς το πρωί
και ούτω καθεξής. Όταν δεν τίθεται τέτοιο θέμα, οι
διευθυντές ενός τεχνολογικού συστήματος
προσπαθούν να επεκτείνουν το σύστημα με σκοπό να
αποκτήσουν ένα πιο επιθυμητό φορτίο ή
διαφοροποίηση. Το φορτίο μπορεί επίσης να
διαχειριστεί από διαφορετική κοστολόγηση για να
αυξήσει τις κοιλάδες και να χαμηλώσει τις
κορυφές. Σε γενικές γραμμές, η επέκταση σε μια
μεγαλύτερη γεωγραφικά περιοχή με διαφορετικά
βιομηχανικά, αναφερόμενα σε κατοίκηση και
μεταφορικά φορτία, παρέχει αυξημένη
διαφοροποίηση και την ευκαιρία να διαχειριστεί
το φορτίο για να βελτιώσει τον συντελεστή
φορτίου. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα η
εξάπλωση για διαφοροποίηση και διαχείριση για
έναν υψηλό συντελεστή φορτίου αποτέλεσαν τις
κύριες αιτίες για ανάπτυξη στην βιομηχανία
παραγωγής ηλεκτρικής ωφελιμότητας. Ο
συντελεστής φορτίου είναι, πιθανά, η κύρια
εξήγηση για την ανάπτυξη των επιτακτικά
κεφαλαιούχων τεχνολογικών συστημάτων στις
καπιταλιστικές και συμφεροντολογικές κοινωνίες ->17.
Οι διευθυντές των συστημάτων
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας επίσης ψάχνουν
μια βελτιωμένη οικονομική μίξη. Αυτό έχει σαν
αποτέλεσμα, για παράδειγμα, την αλληλοσύνδεση
ενός εργοστασίου ηλεκτρικής ενέργειας
τοποθετημένο σε πεδιάδες κοντό σε ανθρακωρυχεία
με ένα άλλο σε απομακρυσμένα ψηλά βουνά. Η
Rheinisch-Westfalisches Elektrizitδtwerk, μια κοινωφελής εταιρία
στην κοιλάδα του Ρούρου της Γερμανίας,
επεκτάθηκε στην δεκαετία του 1920 εκατοντάδες
μίλια μέχρις ότου το σύστημα πλησίασε τις Άλπεις
στα νότια. Τότε, μετά που έλιωσαν τα χιόνια την
άνοιξη, τράβηξε χαμηλού κόστους υδροηλεκτρική
ενέργεια από τις Άλπεις, και στις άλλες περιόδους
από τα λιγότερο οικονομικά εργοστάσια παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας με λιγνίτη στον Ρούρο. Η
παραγωγή των περιφερειακών εργοστασίων
μπορούσαν επίσης να αναμειχθούν, το λιγότερο
ικανό να μεταφέρει τα φορτία αιχμής στο σύστημα
και τα πιο οικονομικά μια σταθερή βάση φορτίου. Η
πνευματική έλξη-η εκλεπτυσμένη άποψη της
"επίλυσης της σπαζοκεφαλιάς"- ότι ο
συντελεστής φορτίου, οικονομική μίξη, και
διαχείρισης φορτίου, είχε, για τους
αρχιμηχανικούς των ταχέως εξαπλωθέντων
συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας, γίνει
κατανοητή.(Όχι όμως και για
κανέναν άλλο). Για εκείνους
που απασχολούνταν με την παραδοσιακή
δραστηριότητα για απόκτηση εξουσίας και κέρδους,
ο εκλεπτυσμένος τρόπος επίλυσης του προβλήματος
συνδέθηκε με τα όλο και μεγαλύτερα κέρδη,
κατάκτηση της αγοράς και αύξηση της οργάνωσης.
Καθώς τα συστήματα μεγάλωναν, άλλου
είδους προβλήματα εκδηλώθηκαν, μερικά από τα
οποία μπορούν να ονομαστούν "ανεστραμμένες
προεξέχουσες γωνίες". Οι παραδοσιακές
εφευρέσεις επίλυσαν αυτά τα προβλήματα, ενώ οι
ριζοσπαστικές επέφεραν την δημιουργία των
συστημάτων. Μια προεξέχουσα γωνία είναι η
προεξοχή ενός γεωμετρικού σχεδίου, μια γραμμή
μάχης ή ένα επεκτεινόμενο καιρικό μέτωπο. Καθώς
τα τεχνολογικά συστήματα εξαπλώνονται, οι
"ανάποδες προεξέχουσες γωνίες"
αναπτύσσονται. Οι ανάποδες προεξέχουσες γωνίες
(ΑΠΓ) είναι συστατικά μέρη ενός συστήματος που
είτε έμειναν πίσω είτε αποσυντονίστηκαν με τα
υπόλοιπα. Επειδή αυτό υπονοεί ανόμοια και
περίπλοκη αλλαγή, αυτή η αλληγορία είναι πιο
κατάλληλη για συστήματα παρά για μια άκαμπτη
παραστατική έννοια μιας δυσχέρειας παραγωγής. Οι
ανεστραμμένες προεξέχουσες γωνίες είναι
συγκρίσιμες με άλλες έννοιες που
χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν εκείνα τα
συστατικά μέρη σε ένα επεκτεινόμενο σύστημα, που
χρειάζεται προσοχή, όπως αντίσταση, περιορισμοί
δυναμικού, ανερχόμενη τριβή και επιδρούσα
ικανότητα. Σε ένα ηλεκτρικό σύστημα οι μηχανικοί
ίσως να αλλάξουν τα χαρακτηριστικά μιας
ηλεκτρικής γεννήτριας για να βελτιώσουν την
απόδοση της. Τότε κάποιο άλλο συστατικό μέρος μες
στο σύστημα, όπως ο κινητήρας, ίσως χρειαστεί να
αλλάξει τα χαρακτηριστικά του, αντίσταση, τάση ή
ποσότητα ρεύματος, έτσι ώστε να λειτουργήσει πιο
ομαλά με τον κινητήρα. Μέχρις ότου γίνει αυτό ο
κινητήρας παραμένει μια ανεστραμμένη
προεξέχουσα γωνία. Σε ένα σύστημα παραγωγής, μια
παραγωγική μονάδα ίσως να αύξανε την απόδοση της
και έτσι έπρεπε να τροποποιηθούν και όλα τα
υπόλοιπα συστατικά μέρη του συστήματος, για να
συνεισφέρουν ικανοποιητικά στην συνολική
απόδοση του συστήματος. Μέχρι τα καθυστερημένα
συστατικά μπόρεσαν να αλλάξουν, συχνά μέσω
κάποιας εφεύρεσης, είναι ανεστραμμένες
προεξέχουσες γωνίες. Κατά την διάρκεια της
Βρετανικής Βιομηχανικής Επανάστασης,
παρατηρητές διαπίστωσαν τέτοιες ελλείψεις
ισορροπίας στην υφαντουργική βιομηχανία ανάμεσα
στην ύφανση και κλωστική του νήματος και οι
εφευρέτες ανταποκρίθηκαν στις δυσκολίες αυτές
με εφευρέσεις που αύξησαν την απόδοση στα αργά
συστατικά μέρη καθώς και σε όλο γενικά το
σύστημα. Σε ένα ολοκληρωμένο, περίπλοκο
τεχνολογικό σύστημα η ανάγκη για οργάνωση ίσως
να σημαίνει συχνά μια ανεστραμμένη προεξέχουσα
γωνία. Στην δεκαετία του 1920 οι επαγγελματίες
διευθυντές είδαν την ανάγκη για μια οργανωτική
φόρμα που θα μπορούσε να ασκήσει έλεγχο στην
κατασκευή, στην διαχείριση και στην
χρηματοδότηση των οριζοντίως και καθέτως
ενοποιημένων κοινωφελών εταιρειών. Η εφεύρεση
μιας κατάλληλης φόρμας-εταιρείας που έχει το
μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών, διόρθωσε την
ανεστραμμένη προεξέχουσα γωνία(ΑΠΓ).
Επαγγελματίες και οργανισμοί
ασκώντας έλεγχο σε επεκτεινόμενα συστήματα,
καταγράφουν την εμφάνιση των Α.Π.Γ. και μερικές
φορές την προσδιορίζουν με τεχνικές
κοστολόγησης. Έχοντας προσδιορίσει τις Α.Π.Γ., ο
οργανισμός αναθέτει στο μηχανικό προσωπικό της ή
στο επιστημονικό εργαστήριο ερευνών να
επιληφθούν της κατάστασης, κατά βάση αν είναι
κάποια κατάσταση που να συμπεριλαμβάνει μηχανές,
εξαρτήματα, διαδικασίες και την θεωρία και την
οργανωμένη γνώση που τις περιγράφει και τις
εξηγεί. Το προσωπικό του εργαστηρίου έχει τις
κοινότητες εκείνες των επαγγελματιών τεχνολόγων
που κατέχουν τις παραδόσεις σχετικής πρακτικής.
Οι κοινωνίες των εφευρετών συγκεντρώνονται σε
τοποθεσίες όπου υπάρχουν ανεστραμμένες
προεξέχουσες γωνίες, γιατί ένας αριθμός εταιριών
σε μια βιομηχανία ίσως να δοκιμάσει τις (Α.Π.Γ.)
περίπου την ίδια στιγμή. Οι εφευρέτες τότε είναι
μηχανικοί είτε βιομηχανικοί επιστήμονες,
προσδιορίζουν την (Α.Π.Γ.) ως ένα σύνολο κρίσιμων
προβλημάτων, τα οποία όταν λυθούν θα την
διορθώσουν. Οι ανεστραμμένες προεξέχουσες
γωνίες εμφανίζονται, συχνά ξαφνικά. Ο
προσδιορισμός και η επίλυση κρίσιμων
προβλημάτων είναι μια εθελοντική δραστηριότητα.
Αν η ανεστραμμένη προεξέχουσα γωνία είναι
οργανωτικής ή οικονομικής φύσης, τότε τα άτομα ή
οι κοινότητες των επαγγελματιών που επιτίθενται
στο πρόβλημα ίσως να είναι επαγγελματίες
διαχειριστές ή μεγαλοεπενδυτές που βγαίνουν
μπροστά με τις εφευρετικές λύσεις τους. Σε καθένα
στάδιο της ανάπτυξης του συστήματος ,η
ανεστραμμένη προεξέχουσα γωνία, εκμαιεύει την
εμφάνιση μιας συνέχειας κατάλληλων τύπων
επίλυσης προβλημάτων, εφευρέτες, μηχανικούς,
διευθυντές, μεγαλοεπενδυτές και άτομα με
εμπειρία στα νομοθετικά και στα δικηγορικά
θέματα(Hughes 1983 p.p.14-17).
Τα βιομηχανικά επιστημονικά
εργαστήρια ερευνών, τα οποία αναπτύχθηκαν
ραγδαία στο πρώτο τέταρτο αυτού του αιώνα,
αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην
παραδοσιακή εφεύρεση. Τα εργαστήρια μετέτρεψαν
την εφεύρεση σε ρουτίνα. Ο χημικός Carl Duisberg,ένας
διευθυντής της Bayer πριν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο
χαρακτήρισε καταλλήλως τις εφευρέσεις των
βιομηχανικών επιστημονικών εργαστηρίων ως
(Etablissements-Erfindungen) όπως "von Gedankenblitz keine Spur"
(κανένα ίχνος σπίθας ιδιοφυίας).Δυστυχώς για την
κατανόηση της τεχνολογικής αλλαγής, τα τμήματα
των δημοσίων σχέσεων και οι αυτο-προαχθέντες
βιομηχανικοί επιστήμονες έπεισαν το κοινό, τους
διευθυντές και τους ιδιοκτήτες ότι τα
βιομηχανικά επιστημονικά εργαστήρια είχαν
αναλάβει την εφεύρεση από ανεξάρτητους
εφευρέτες, επειδή οι ανεξάρτητοι ήταν λιγότερο
αποτελεσματικοί. Σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο
δείχνει, εν αντιθέσει, ότι οι ριζοσπαστικές
εφευρέσεις σε δυσανάλογο αριθμό ακόμα
προέρχονταν από τους ανεξάρτητους ->18. Ένα
προσανατολισμένο για αποστολές εργαστήριο,
δεσμευμένο σε ένα συνεταιρισμό ή σε πρακτορείο
της κυβέρνησης με κεκτημένα συμφέροντα, σε ένα
αναπτυσσόμενο σύστημα, το φροντίζει με
συντηρητικές βελτιώσεις ή με εφευρέσεις που
είναι οι ανταποκρίσεις στις ανεστραμμένες
προεξέχουσες γωνίες.
Το από νωρίς πρόβλημα των επιλογών
των πρωτοποριακών βιομηχανικών επιστημονικών
εργαστηρίων υποδηλώνει αυτήν την άκαμπτη
δέσμευση στις συντηρητικές εφευρέσεις και την
σχετική αδιαφορία στις ριζοσπαστικές. Μετά που ο
Τηλεφωνικός Οργανισμός του Βell στο 1907 συνένωσε
τις ερευνητικές δραστηριότητες του με την Δυτική
Εταιρεία Ηλεκτρισμού και την Αμερικανική
Τηλεφωνική και Τηλεγραφική, το επιστημονικό
προσωπικό της και οι μηχανικοί συγκεντρώθηκαν
στις ανεστραμμένες προεξέχουσες γωνίες που
προέκυψαν από την απόφαση να κτιστεί μια
διηπειρωτική τηλεφωνική γραμμή. Μείωση ή απώλεια
ενέργειας αποδείχτηκαν ως σημαντικές
ανεστραμμένες προεξέχουσες γωνίες. Η εφεύρεση
του πηνίου φορτίσεως περιόρισε την μείωση
ενέργειας. Μέχρι το 1911 η εισαγωγή των βελτιωμένων
επαναληπτών για τις γραμμές μεταβίβασης, έγινε
ένα σημαντικό πρόβλημα το προσωπικό έρευνας και
ανάπτυξης ->19. Οι Α.Π.Γ. στα
συστήματα παραγωγής ηλεκτροφωτισμού και
παραγωγής ενέργειας δέχτηκαν επίθεση για την
επίλυση τους από μηχανικούς και επιστήμονες στο
εργαστήριο ερευνών της General Electric,περίπου την ίδια
περίοδο με την ίδρυση της στα 1900
συμπεριλαμβάνοντας νήματα ηλεκτρικής λυχνίας
και χώρους με αέρια χαμηλής πίεσης για λυχνίες
πυρακτώσεως και βελτιώσεις στις λάμπες ατμών
υδραργύρου. Ακόμα και ο Irving Langmuir,ένας εξέχων
επιστήμονας της General Electric που του είχε δοθεί
εξαιρετικά μεγάλη ελευθερία στην επιλογή των
προβλημάτων για έρευνα, δεν παραμέλησε μεγάλα
πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν από
την εταιρεία της General Electric,καθώς εξάπλωνε τις
παραγωγικές γραμμές της. Ο Willis R.Whitney, διευθυντής
επιστημονικού εργαστηρίου, επεδίωξε την
πολιτική της "ανταπόκρισης στις ανάγκες της
επιχείρησης"(Wise 198,p429).
Όταν μια αντεστραμμένη προεξέχουσα
γωνία δεν μπορεί να διορθωθεί μέσα στο
περιβάλλον ενός υπάρχοντος συστήματος, το
πρόβλημα γίνεται ριζοσπαστικό, την λύση του
οποίου ίσως να προκαλέσει ένα νέο ανταγωνιστικό
σύστημα. Ο Εdward Constant (‘σταθερός’
όσο και το όνομά του) έχει
δώσει ένα παράδειγμα της εμφάνισης ενός νέου
συστήματος ,έξω από ένα ήδη καθιερωμένο, στο
οποίο μια "πιθανή ανωμαλία" ήταν
αναγνωρίσιμη. Ο Constant ισχυρίζεται ότι πιθανές
ανωμαλίες συμβαίνουν όταν οι υποθέσεις που
προκύπτουν από την επιστήμη ενδεικνύουν ότι
"υπό μερικές μελλοντικές συνθήκες το
συμβατικό σύστημα θα αποτύχει(ή θα λειτουργήσει
ανεπαρκώς) (κάτι τέτοιο
φαίνεται να είναι λογικό διαισθητικά) ή ότι ένα ριζοσπαστικά διαφορετικό
σύστημα θα κάνει μια πολύ καλύτερη
δουλειά"(Constant 1980,p15).Αυτό,
όμως, ούτε εξασφαλίζεται ούτε είναι σίγουρο ότι
θα γίνει. Μια πιθανή
ανωμαλία μοιάζει με μια υποτιθέμενη
ανεστραμμένη προεξέχουσα γωνία, αλλά ο Constant
σωστά υπογραμμίζει τον ρόλο της επιστήμης στο να
την αναγνωρίσει. Μια ιδιαιτέρως πιθανή ανωμαλία
παρουσιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920,όταν
καινούριες επιστημονικές γνώσεις από την
αεροδυναμική ενέδειξαν ότι το συμβατικό πιστόνι
του συστήματος της μηχανικής προπέλας δεν θα
λειτουργούσε για να φτάσει κοντά στην ταχύτητα
του ήχου 741 m/h. Oι εφευρέτες Frank Whittle, Hans Von Ohain, Hebert
Wagner και Helmut Schelp ανταποκρίθηκαν φτιάχνοντας τον
στροβιλοφόρο κινητήρα αερίων, οι τρεις πρώτοι,
δουλεύοντας ως ανεξάρτητοι, όταν συνέλαβαν την
ιδέα του νέου κινητήρα (Constant 1980,pp194-207,242).
O Edison και άλλοι που ασκούσαν έλεγχο
για την ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτροφωτισμού
με συνεχές ρεύμα στις αρχές της δεκαετίας του
1880,απέτυχαν να λύσουν το πρόβλημα της
ανεστραμμένης προεξέχουσας γωνίας και είδαν
άλλους εφευρέτες και μηχανικούς να
ανταποκρίνονται σ' αυτό, με ριζοσπαστικές
εφευρέσεις που εγκαινίασαν το σύστημα
εναλλασσόμενου ρεύματος. Τότε ακολούθησε μια
"μάχη των συστημάτων" μεταξύ των δύο, που
αποκορυφώθηκε στην δεκαετία του 1890,όχι με νικητή
και ηττημένο, αλλά με την εφεύρεση μηχανισμών που
έκαναν δυνατή την αλληλοσύνδεση των δύο
συστημάτων. Αυτά τα σετ γεννητριών αυτοκινήτου,
μετασχηματιστών και περιστροφικού μεταλλακτήρα
που αλληλοσυνδέουν ετερογενή ->20 φορτία, όπως
λάμπες πυρακτώσεως, λάμπες τόξου, επαγωγικό
ηλεκτροκινητήρα, κινητήρες συνεχούς ρεύματος
για τρόλεϊ ή τραμ σε ένα παγκόσμιο σύστημα ->21
τροφοδοτούμενο από μερικές τυποποιημένες
πολυφασικές ηλεκτρικές γεννήτριες και που
συνδέονταν από γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσης. Ο
σχεδιασμός και η εγκατάσταση των παγκόσμιων
συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας στην δεκαετία
του 1890 είναι συγκρίσιμος στην παρουσίαση από την
ΑΤ&Τ μια δεκαετία περίπου αργότερα, ενός
παγκόσμιου τηλεφωνικού δικτύου και είναι
παρόμοιο με το πρόσφατο σχέδιο από σχεδιαστές
κομπιούτερ μεγάλων αλληλοσυνδέσεων για
διαφορετικά συστήματα. Αυτές οι φυσικές
συνδέσεις ήταν συνοδευόμενες από τις
οργανωτικές συνδέσεις των κοινωφελών οργανισμών
και των εργοστασίων που είχαν φροντίσει τα
ανταγωνιζόμενα συστήματα. Η εταιρεία Thomson-Houston µε
το σύστημα εναλλασσόμενου ρεύματος ->22, συγχωνεύτηκε με
την εταιρία Edison General Electric με το σύστημα του
συνεχούς ρεύματος.
Η συνένωση των συστημάτων
ηλεκτροφωτισμού και παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας έλαβε χώρα σε ολόκληρο τον βιομηχανικό
κόσμο μέχρι και την μεσοπολεμική περίοδο, όταν
δύο μεγάλες ηλεκτροβιομηχανίες στις Η.Π.Α.(General
Electric και Westing house) και δύο στην Γερμανία (Allgemeine
Elektrizitδtsgesellschaft και Siemens ) κυριάρχησαν στην
παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Κατά τον ίδιο
τρόπο, μεγάλες περιφερειακές εταιρείες κοινής
ωφέλειας επικράτησαν στην ηλεκτροδότηση.
Περίπου την ίδια εποχή η ευρεία βιομηχανική
τυποποίηση των τεχνικών μεταλλικών συσκευών
δημιούργησε για παράδειγμα σταθερές τάσεις,
συχνότητες και χαρακτηριστικά εξαρτημάτων.
Ορμή
Τα τεχνολογικά συστήματα, ακόμα και μετά από την
παρατεταμένη ανάπτυξη και συνένωση, δεν γίνονταν
αυτόνομα αποκτούν ορμή. Έχουν ένα σύνολο
τεχνολογικών και οργανωτικών συστατικών μερών
κατέχουν κατεύθυνση ή στόχους και εκθέτουν ένα
ποσοστό ανάπτυξης που υποδηλώνει ταχύτητα. Ένα
υψηλό επίπεδο ορμής συχνά προκαλεί τους
παρατηρητές να υποθέσουν ότι ένα τεχνολογικό
σύστημα έχει γίνει αυτόνομο ->23. Τα πλήρως
ανεπτυγμένα συστήματα έχουν μια ποιότητα που
είναι ανάλογη ,επομένως ,στην αδράνεια της
κίνησης. Το μεγάλο σύνολο ενός τεχνολογικού
συστήματος παρουσιάζεται ειδικά από οργανισμούς
και ανθρώπους δεσμευμένους από ποικίλα
συμφέροντα προς το σύστημα. Κατασκευαστικές
εταιρίες, κοινό και ιδιωτικά εργοστάσια,
βιομηχανία και κυβερνητικά εργαστήρια ερευνών,
κτηματομεσιτικές εταιρίες και τράπεζες, τομείς
τεχνικών και επιστημονικών κοινωνιών, τμήματα σε
εκπαιδευτικά ιδρύματα και νομοθετικά σώματα
συμβάλλουν πολύ στην ορμή των μοντέρνων
συστημάτων ηλεκτροφωτισμού και παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας. Εφευρέτες, μηχανικοί,
επιστήμονες, διευθυντές, ιδιοκτήτες, επενδυτές,
κεφαλαιούχοι, δημοτικοί υπάλληλοι και οι
πολιτικοί συχνά έχουν κεκτημένα δικαιώματα στην
ανάπτυξη και την αντοχή ενός οργανισμού.
Επαγγελματικές ικανότητες, ιδιαίτεροι
μηχανικοί, διατηρώντας μια παράδοση στην
τεχνολογική εξάσκηση, αποφεύγουν την μείωση του
κέρδους με το να προάγουν έναν οργανισμό στον
οποίο έχουν μερίδιο(Constant,αυτός ο τόμος).Τα
πλέγματα Actor,καθώς ορίστηκαν από τον Michael Callon,
προσθέτουν στην ορμή του συστήματος (Callon, Αυτός ο
τόμος).Απόψεις σχετισμένες με την ορμή
περιλαμβάνουν κεκτημένα δικαιώματα, πάγια
ενεργητικά και υποτιμήσεις κόστους.
Η αντοχή των φυσικών συστατικών
μερών και της γνώσης σε ένα σύστημα δείχνει την
αντίληψη της τροχιάς, μια φυσική αλληγορία
παρόμοια της ροπής ->24. Μοντέρνοι
κεφαλαιοκρατούμενοι οργανισμοί κατέχουν ένα
μεγάλο αριθμό από ανθεκτικά φυσικά συστατικά
μέρη. Απολύοντας εργάτες σε οργανισμούς
εξαρτώμενους από εργατικό δυναμικό, μειώνεται η
ορμή, αλλά οργανισμοί που εξαρτώνται από τα
κεφάλαια δεν μπορούν να αποφύγουν τις πληρωμές
κεφαλαίων και των τόκων για τα μηχανήματα και τις
διαδικασίες. Ανθεκτικά φυσικά συστατικά μέρη
προβάλλουν στο μέλλον τα κοινωνικά δομημένα
χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν στο παρελθόν
όταν σχεδιάζονταν. Αυτό είναι ανάλογο με την
εμμονή των επίκτητων χαρακτηριστικών σε ένα
περιβάλλον που αλλάζει ->25.
Η ορμή των μη εξουσιοδοτημένων και
εξαρτωμένων από τα κεφάλαια συστατικών μερών,
μερικώς εξηγεί την επιβίωση του συνεχούς
ρεύματος μετά την "μάχη των συστημάτων",
παρά την νίκη του ανταγωνιστικού εναλλασσόμενου
ρεύματος. Η επιβίωση των υψηλής θερμοκρασίας,
υψηλής πίεσης, καταλυτικής υδρογόνωσης
συστατικών μερών στην Γερμανική Χημική Εταιρία
του Badische Anilin-und Soda-Fabric(BASF) περίπου από το 1920 ως το
1940,προσφέρει και ένα άλλο παράδειγμα ορμής και
τροχιάς(Hughes 1969).Στην περίπτωση της ΒΑSF ,ο πυρήνας
των μηχανικών και των επιστημόνων που είχαν
γνώσεις πάνω στην διαδικασία της υδρογόνωσης,
μέσα από τον σχεδιασμό εξοπλισμού
αζωτοδέσμευσης κατά την διάρκεια του Α'
Παγκοσμίου Πολέμου, εν συνεχεία παρέταξαν τις
γνώσεις τους και τον εξοπλισμό για μια παρασκευή
της μεθυλικής αλκοόλης κατά την διάρκεια της
περιόδου Weimar και της συνθετικής βενζίνης κατά
την δεκαετία του Εθνικού Σοσιαλισμού.
Από το 1910 ως το 1930 σχεδιαστές
συστημάτων συνείσφεραν στην ορμή των συστημάτων
ηλεκτροφωτισμού και παραγωγής ηλεκτρικού
ρεύματος στην βιομηχανοποιημένη δύση.
Συνδυάζοντας πολύπλοκες εμπειρίες και ικανότητα
ειδικά στην μηχανική, την δημοσιονομία, την
διαχείριση και την πολιτική ο Hugo Stinnes, ο
μεγαλοβιομήχανος του Ρούρου, οι Emile και Walther Von
Ratheman οι επερχόμενοι διευθυντές των Γερμανικών
Εταιριών General Electric(AEG) και Oscar Von Miller,ο οποίος
βοήθησε στην δημιουργία της Bayerwerk,την εταιρία
κοινής ωφέλειας της Βαυαρίας, σχεδίασαν μεγάλες
γερμανικές οργανώσεις.O Walter Von Ratheman, ο οποίος ήταν
ιδιαίτερα συνεπαρμένος από την αισθητική του
σχεδιασμού συστημάτων, είπε ενθαρρυντικά το 1909
ότι:"300 άνδρες, όλοι μεταξύ τους[ένας από τους
οποίους ήταν και αυτός]ελέγχουν την οικονομική
μοίρα της ηπείρου"(Kessler1969,p.121). Στα 1907 ο
οργανισμός του ΑΕG ήταν "αναμφισβήτητα ο
μεγαλύτερος ευρωπαϊκός συνδυασμός βιομηχανικών
μονάδων κάτω από ένα συγκεντρωτικό έλεγχο και με
μια κεντρική οργάνωση". Στην Μεγάλη Βρετανία ο
μηχανικός σύμβουλος Charles Merz προέδρευσε στην
ανάπτυξη του μεγαλύτερου δικτύου ηλεκτρικής
παροχής της χώρας, την Βορειοανατολική Εταιρεία
Ηλεκτρισμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Samuel Insull
της εταιρείας κοινής ωφέλειας Middle West, o S. Z. Mitchell
της Electric Bond and Share,μια κεφαλαιούχα εταιρία κοινής
ωφέλειας που συνεργάστηκε με την General Electric,και οι
Charles Stone και Edwin Webster της Stone & Webster κατατάσσονται
μεταξύ των πρωτοποριακών σχεδιαστών οργανώσεων.
Η οργάνωση των Stones και Webster έγινε
ένα υποδειγματικό σύστημα. Μόλις αποφοίτησαν από
το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης το
1880,ίδρυσαν μια μικρή συμβουλευτική εταιρία για
να δίνει συμβουλές σε αγοραστές ηλεκτρικών
γεννητριών, κινητήρων και άλλου εξοπλισμού.
Ξέροντας πως οι δυο νεαροί άνδρες ήταν ειδικοί
στον σχεδιασμό εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας και χειρισμό κοινωφελών εταιριών ,ο J. P.
Morgan,ο τραπεζικός επενδυτής τους ζήτησε να τον
συμβουλεύσουν σχετικά με την διάθεση ενός
μεγάλου αριθμού από σχεδόν χρεοκοπημένα
εργοστάσια για τα οποία είχε επενδυτικό
ενδιαφέρον. Από την μελέτη τους οι Stone και Webster
αναγνώρισαν βασικά και ευρέως ανάστροφες
προεξέχουσες γωνίες σ' όλη την βιομηχανία κοινής
ωφέλειας και έγιναν ειδικοί στο να τις ρυθμίζουν.
Συνειδητοποιώντας ότι τα λεφτά που επενδύονταν
με σύνεση σε εργοστάσια των οποίων τα προβλήματα
είχαν σωστά διαγνωστεί, συχνά επέφεραν
εκπληκτική βελτίωση, οι Stone και Webster περίπου το 1910
προσφέρθηκαν ολιστικά να χρηματοδοτήσουν, να
κατασκευάσουν και να διευθύνουν κοινωφελείς
εταιρίες. Ως αποτέλεσμα ,ένα συγκρότημα
οικονομικά, τεχνικά και διαχειριστικά
αλληλοσχετιζόμενες κοινωφελείς εταιρίες των Stone
και Webster,μερικές ακόμα και φυσικά
αλληλοσυνδεδεμένες με γραμμές μεταβίβασης
,λειτουργούσαν σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων
Πολιτειών (όπως η Καλιφόρνια,
το Τέξας και η Φλόριντα).
Στην δεκαετία του 1920 οι Stone & Webster σχημάτισαν μια
κεφαλαιούχα εταιρεία για να καθιερώσουν
στενότερους οικονομικούς και διαχειριστικούς
δεσμούς μέσα στον οργανισμό΄ οι άλλες
περιελάμβαναν βιομηχανίες παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας που κατασκεύαζαν εξοπλισμό για τις
κοινωφελείς εταιρίες. Άλλες καθιέρωσαν δεσμούς
μέσα από μακροπρόθεσμες κατασκευαστικές σχέσεις
,αλληλοσυνδεόμενα συμβούλια διευθυντών και
αγοράς αποθεμάτων με κατασκευαστικές και
μεταφορικές εταιρίες που ήταν μεγάλοι
καταναλωτές ηλεκτρισμού. Στην Γερμανία η τοπική
κυβέρνηση μερικές φορές μοιράζονταν την
ιδιοκτησία των κοινωφελών εταιριών με ιδιώτες
επενδυτές. Με το να συμμετάσχει στο σύστημα αυτό,
επομένως, η τοπική κυβέρνηση έγινε και ρυθμιστής
και ιδιοκτήτης.Μπορούμε να
θεωρήσουμε την ενέργεια αυτή των Γερμανών ως
πρωτοποριακή και ως προάγγελο των σημερινών
εξελίξεων (ιδιωτικοποιήσεις, μείωση του ποσοστού
συνεισφοράς του δημοσίου τομέα, κ.ά.).
Τέτοια μαμούθ, μεγάλης ορμής
συστήματα δεν περιορίζονταν στο πεδίο μόνο των
κοινωφελών εταιριών παραγωγής ηλεκτρισμού. Το
σύστημα παραγωγής αυτοκινήτων που δημιουργήθηκε
από τον Henry Ford και τους συνεργάτες του, μας
παρέχει ένα κλασικό παράδειγμα συστήματος
μεγάλης ορμής. Συντονισμένοι για να εξασφαλίσουν
ομαλή ροή, από ακατέργαστο υλικό σε τελειωμένο
αμάξωμα έτοιμο προς πώληση, αλληλοσυνδεόμενες
γραμμές παραγωγής, εργοστάσια επεξεργασίας,
παραγωγοί ακατέργαστου υλικού, μεταφορά και
κατάλληλος χειρισμός των δικτύων, κτιριακές
εγκαταστάσεις έρευνας και ανάπτυξης και
διανομείς και διακινητές(χρηματιστές)έφτιαξαν
σταδιακά τον οργανισμό Ford.Αλληλοσύνδεση της
παραγωγής και διανομή σε συστήματα με μεγάλη ροή
η παραγωγή επίσης έλαβε χώρα και στην χημική
βιομηχανία στις αρχές αυτού του αιώνα ->26.
Τα συστήματα μεγάλης ορμής των
χρόνων του μεσοπολέμου έδωσαν μια εικόνα
αυτόνομης τεχνολογίας. Επειδή μια εσωτερική
δυναμική φαινόταν να οδηγεί την πορεία ανάπτυξης
τους, ικανοποιούσαν τους διευθυντές που εύχονταν
να μειώσουν την αβεβαιότητα και τους μηχανικούς
που χρειάζονταν να οργανώσουν και να σχεδιάσουν
σύστημα αυξανόμενης απόδοσης. Μετά το 1900,για
παράδειγμα, η αυξανόμενη κατανάλωση ηλεκτρισμού
μπορούσε να προβλεφθεί με σιγουριά στο 6% ετησίως.
Τέτοιου είδους συστήματα φάνηκαν να μοιάζουν με
κάποια που δεν ήταν υποκείμενα στην επιρροή από
εξωτερικούς παράγοντες ή από το περιβάλλον τους.
Αυτά τα συστήματα μείωναν τις δυνάμεις του
περιβάλλοντος που δεν είχαν ακόμα απορροφηθεί
από αυτά. Υποκείμενοι στις εξουσίες της
κτηματομεσιτίας, της διαφήμισης και της
χρηματικής επιρροής του συστήματος, εκείνοι που
έλεγχαν τις δυνάμεις στο περιβάλλον
συναγωνίστηκαν με τις αξίες και τους
αντικειμενικούς στόχους και σκοπούς του
συστήματος. Οι εικόνες αυτονομίας αποδείχτηκαν
απατηλές. Κατά την διάρκεια και αμέσως μετά τον Α'
Παγκόσμιο Πόλεμο, για παράδειγμα, η γραμμή
ανάπτυξης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων
ενέργειας στην Αγγλία άλλαξαν αισθητά. Πριν τον
πόλεμο τα βρετανικά συστήματα ήταν ασυνήθιστα
μικρά συγκρινόμενα με εκείνα στις Ηνωμένες
Πολιτείες και στην Βιομηχανική Γερμανία. Οι
χειριστές των κοινωφελών εταιριών παραγωγής
ηλεκτρικού ρεύματος αποκαλούσαν το βρετανικό
σύστημα υπανάπτυκτο. Στην πραγματικότητα, το
βρετανικό στυλ συνδυαζόταν πολύ ωραία με τις
εξέχουσες βρετανικές πολιτικές αξίες και με την
ρυθμιστική νομοθεσία που τις εξέφραζε.
Παραδοσιακά οι Βρετανοί έδωσαν μεγάλη αξία στην
εξουσία της τοπικής κυβέρνησης, ειδικά στο
Λονδίνο, και τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας ήταν δεσμευμένα μέσα στα περιοριστικά
όρια των μικρών πολιτικών δικαιοδοσιών ->27. Ο Α' Παγκόσμιος
Πόλεμος ιδιαίτερα και η όλο και περισσότερο
εμφανής απώλεια βιομηχανικής υπεροχής, γενικά
προκάλεσαν την αμφισβήτηση των προ καιρού
καθιερωμένων πολιτικών και οικονομικών αξιών
στην Μεγάλη Βρετανία. Κατά την διάρκεια του
πολέμου, το κοινοβούλιο παραμέρισε τις
ευαισθησίες της τοπικής κυβέρνησης και πίεσε
προς την αλληλοσύνδεση των μικρών ηλεκτρικών
συγκροτημάτων για να επιτύχει υψηλότερους
συντελεστές φορτίου και να διαχειριστεί
επιμελώς και με φειδώ τις σπάνιες μορφές πλούτου.
Με την νίκη, τα αντισταθμιστικά μέτρα που είχαν
παρθεί τον καιρό του πολέμου θα μπορούσαν να
είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά άτομα επιρροής
διερωτήθηκαν κατά πόσο η αποδοτικότητα που
επιτεύχθηκε κατά την διάρκεια του πολέμου, δεν
αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για βιομηχανική
ανάπτυξη στα χρόνια ειρήνης. Ως αποτέλεσμα το 1926
δόθηκε μεγαλύτερη προτεραιότητα στην
τεχνολογική αλλαγή στα συστήματα ηλεκτρικής
ενέργειας παρά παράδοση στην τοπική κυβέρνηση.
Το κοινοβούλιο θέσπισε νομοθεσία που
δημιούργησε την πρώτη Εθνική Εθνοσύνδεση ή
αλλιώς το ηλεκτρικό δίκτυο ισχύος. Οι πολιτικές
δυνάμεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν περισσότερο
για να ασκήσουν πίεση παρά για να εναρμονιστούν
με το εσωτερικό δυναμικό του συστήματος.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι
διευθυντές των κοινωφελών εταιριών, ειδικά στις
Ηνωμένες Πολιτείες, λανθασμένα υπέθεσαν ότι οι
πυρηνικοί αντιδραστήρες θα μπορούσαν εύκολα να
ενσωματωθούν με το πρότυπο της ανάπτυξης
συστήματος. Αντιθέτως η πυρηνική ενέργεια
επέφερε ανεστραμμένες προεξέχουσες γωνίες που
δεν διορθώνονταν εύκολα. Από τον Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο αλλαγές, όπως η προμήθεια πετρελαίου, η
αύξηση των ομάδων προστασίας περιβάλλοντος και η
μειωμένη αποτελεσματικότητα της αύξησης της
απόδοσης των τεχνικών μηχανημάτων για εξοπλισμό
παραγωγής, είχαν όλα προκαλέσει τις υποθέσεις,
των διευθυντών των εργοστασίων, παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας ορμής και τροχιάς.
Η ιστορία έχει
αποδείξει ότι μετά το πέρας ενός πολέμου
δημιουργούνται από τη μια μεγάλες τάσεις για
ανάπτυξη, σαν συνέπεια της κρίσης στο διάστημα
του πολέμου, και από την άλλη ο κίνδυνος αυτή η
αλματώδης αύξηση να οδηγήσει σε fatal errors (ο
αγγλικός όρος αποδίδει ακριβώς το νόημα) ή ακόμη
και στη δημιουργία εστιών εκμετάλλευσης,
χειρότερων αυτών του πολέμου είναι ορατός όσο
ποτέ άλλοτε.
Αυτά τα παραδείγματα, στα οποία η
ορμή των συστημάτων διακόπηκε, υπενθυμίζει στους
ιστορικούς και στους κοινωνιολόγους να
χρησιμοποιούν τέτοιες έννοιες και πρότυπα
εξελισσομένων συστημάτων σαν βοηθούς ικανούς
για λύση αλλά χωρίς κρίση, και διαχειριστές
συστημάτων για να τους χρησιμοποιήσει με προσοχή
σαν προφητικά πρότυπα. Η ορμή, παρόλα αυτά,
παραμένει μια πιο χρήσιμη ιδέα από τη αυτονομία.
Η ορμή δεν αντιπαλεύει το δόγμα της κοινωνικής
δόμησης της τεχνολογίας, και δεν υποστηρίζει την
λανθασμένη άποψη του τεχνολογικού
ντετερμινισμού. Η αλληγορία περικλείει και
δομικούς παράγοντες, και τυχαία γεγονότα.
Επίλογος
Αυτό το κεφάλαιο ασχολήθηκε με τύπους
αναπτυσσόμενων ή εξελισσόμενων συστημάτων.
Αναρίθμητα άλλα τεχνολογικά συστήματα στην
ιστορία έχουν φτάσει σε μια βαθμίδα στασιμότητας
και μετά μπήκαν σε μια περίοδο ύφεσης ->28. Στον 19ο αιώνα για
παράδειγμα, τα συστήματα αγωγών και
αεριοφωτισμού μπήκαν σε φάση στασιμότητας και
μετά μπήκαν σε μια περίοδο πτώσης. Οι ιστορικοί
και οι κοινωνιολόγοι που ασχολούνται με την
τεχνολογία πρέπει επίσης να ερευνήσουν για
τρόπους και ιδέες που να μπορούν να εφαρμοστούν
σε αυτές τις απόψεις της ιστορίας των
τεχνολογικών συστημάτων.
Σημειώσεις-Παρατηρήσεις
Το επιστημονικό κέντρο
(Wissenschaftszentrum, Βερολίνο) και επιστημονικό κολλέγιο
(Wissenschaftskolleg) στο Βερολίνο, παρείχαν την
υποστήριξη για την ετοιμασία αυτού του
κεφαλαίου, το οποίο είναι μέρος μιας μακρόχρονης
μελέτης των τεχνολογικών αλλαγών.
- Στον ιστορικό που
έχει να αντιμετωπίσει μια χαώδη πολυπλοκότητα, η
έννοια του τεχνολογικού συστήματος που
χρησιμοποιήθηκε σε αυτό το δοκίμιο, είναι
λιγότερο ελκυστική αλλά και πιο χρήσιμη από τις
έννοιες (τις σχετικές με τα συστήματα) που
χρησιμοποιούνται από τους μηχανικούς και από
πολλούς κοινωνιολόγους. Μερικές εργασίες πάνω
στα συστήματα, όπως ορίζονται από μηχανικούς,
επιστήμονες και κοινωνιολόγους είναι οι
εργασίες του Ropohl (1979), του von Bertalanffy (1968) και του Parsons
(1968). Για περαιτέρω αναφορές στην εκτεταμένη
λογοτεχνία των συστημάτων, ο αναγνώστης θα
πρέπει να ανατρέψει στις βιβλιογραφίες του Ropohl
και του Bertalanffy. Ανάμεσα από τους ιστορικούς, ο
Bertrand Gille χρησιμοποίησε ρητώς την προσέγγιση των
συστημάτων και την εφάρμοσε στην ιστορία της
τεχνολογίας. Δείτε, επί τη ευκαιρία, το βιβλίο του
‘Histoire des techniques’ (Ιστορία των τεχνικών).
- Ο όρος
‘τεχνικός’ που χρησιμοποιείται σ’ αυτό το
κεφάλαιο, αναφέρεται στα φυσικά συστατικά
στοιχεία ενός τεχνολογικού συστήματος.
- Ένα ορυχείο άνθρακα
είναι ανάλογο με τον άνεμο στο πορτογαλικό
δίκτυο του John Law, γι’ αυτό και οι άνεμοι
προσαρμόζονται από πανιά έτσι ώστε να
χρησιμοποιηθούν στο σύστημα. Δείτε τα σχετικά με
τον Law.
- Τα
περισσότερα παραδείγματα συστημάτων που
αναπτύχθηκαν σε τούτο το δοκίμιο έχουν παρθεί
από το βιβλίο μου ‘Networks of Power’ (1983). Για την σχέση
μεταξύ επενδυτικών οργανισμών και
κατασκευαστών, δείτε επί τη ευκαιρία τις σελίδες
180-181, 387-403 από αυτό το βιβλίο.
- Είμαι
ευγνώμων στον Charles Perrow του πανεπιστημίου Yale που
με προφύλαξε από το να αποδεχτώ την θεωρία
συμπτώσεων για την οργάνωση, που σημαίνει ότι μια
οργάνωση απλά λαμβάνει υπόψη το πρότυπο του
υλικού (hardware), ή τα φυσικά συνθετικά, σε ένα
σύστημα. Ο Perrow συνεισέφερε στην αποσαφήνιση
άλλων σημείων αυτού του δοκιμίου.
- Σε αντίθεση
με τον Alfred D. Chandler Jr. (1966, σελίδες 15-19), ο οποίος
τοποθετεί τις τεχνολογικές (τεχνικές) αλλαγές ως
μέρος μιας συνάφειας, συμπεριλαμβάνοντας
πληθυσμό και εισόδημα, εντός της οποίας
συνάφειας μια οργάνωση αναπτύσσει στρατηγική
και δομή, εξέλαβα τις τεχνικές αλλαγές σαν μέρος
ενός τεχνολογικού συστήματος
συμπεριλαμβάνοντας οργανώσεις. Ακολουθώντας την
τεχνολογική ονοματολογία, θα μπορούσε κάποιος να
πει ότι σε ένα τεχνολογικό σύστημα η οργανωτική
μορφή ακολουθεί την τεχνολογική λειτουργία, αλλά
επίσης ότι η τεχνική λειτουργία ακολουθεί την
οργανωτική μορφή.
- Ο
κατασκευαστής, η AEG (Allgemeine Elektrizitδts-Gesselschaft) και η
δημόσια υπηρεσία BEW (Berliner Elekrtizitδts-Werke) συνδέθηκαν
με ιδιοκτησία (κυριότητα) και συνεργάστηκαν
συστηματικά στον σχεδιασμό και την λειτουργία
των συσκευών (Hughes 1983, σελίδες 175-200).
- Για ένα
εκτεταμένο σετ από ιστορίες περιπτώσεων, που
υποστηρίζουν την φάση και την συχνότητα του
παρασκευαστή συστημάτων που σας προτείνεται,
δείτε το ‘Networks of Power’ (1983).
- Οι
υπάρχουσες εταιρίες τηλεφώνων και τηλεγράφων,
έπαιξαν ένα πολύ μικρό ρόλο στην πρόσφατη
ιστορία του ασυρμάτου. Οι υπάρχοντες
παρασκευαστές πυξίδων δεν ανέλαβαν την
γυροσκοπική πυξίδα. Όπως και οι υπάρχοντες
κατασκευαστές αεροσκαφών παρείχαν μικρή
υποστήριξη για τις πρόσφατες έντονες
δραστηριότητες των τούρμποτζετ.
- Ο Anthony είπε στον
Sperry ότι υπήρχε μια ανάγκη για μια αυτομάτως
ρυθμιζόμενη constant-current (σταθερή τρέχουσα)
γεννήτρια.
- Δείτε π.χ., το
βιβλίο του Arieti (1976) και την πρόσθετη βιβλιογραφία.
- Ο Arthur Koestler
παρέχει ευφάνταστες διοράσεις στο ‘Η Πράξη της
Δημιουργίας (The Act of Creation, 1964)’. Ο Arieti (1976) επίσης
μας παρακινεί.
- Δείτε
π.χ., τα βιβλία των Hoddeson (1981), Wise (1980), και Hughes (1976).
Για μια ανάλυση θέσεων από την εφημερίδα ‘Technology
and Culture’, δείτε (το βιβλίο) του Staudenmaier (1985, σσ. 83-120).
- Μια
έκδοση του Technikgeschichte (Ιστορία της Τεχνικής, 1983,
κεφ. 50 νουμ.3) με άρθρα των Ulrich Troitzsch, Wolfhard Weber, Rainer
Fremdling, Lars Scholl, Ulrich Wengenroth, Wolfgang Mock και Hans-Joachim Braun, που
έγραψε συχνά για μεταβίβαση, έχει συμπεριληφθεί
και στο ‘Technologietransfer im 19. Und 20. Jahrhundert’ (Μεταβίβαση
τεχνολογίας στον 19ο και 20ο αιώνα).
- Συγκρίνετε
την έννοια του τεχνολογικού πλαισίου (frame) που
προτείνει ο Bijker.
- Είμαι
υποχρεωμένος στον Edward Constant για πληροφορίες
σχετικές με το στυλ των αυτοκινήτων, καθώς και
στον Alex Roland για πληροφορίες σχετικές με την
σύγκριση του ύφους (στυλ) της διαστημικής
τεχνολογίας της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ.
- Για μια
περαιτέρω συζήτηση των παραγόντων φορτίου (και
ποικιλίας), δείτε Hughes (1983, σσ. 216-222). Ο Alfred Chandler
επιγράφει μια παρόμοια, αλλά λιγότερο γραφική
έννοια, που αναφέρεται στις κατασκευαστικές και
χημικές βιομηχανίες. Την έννοια throughput (1977 σσ. 241).
- Ο Jewkes et al. (1969)
συζητά με πειστικό τρόπο την υπόθεση των
ανεξαρτήτων στο παρελθόν και το παρόν.
- Για
περισσότερα σχετικά με την εφεύρεση
(συντηρητική) και την επέκταση του τηλεφωνικού
συστήματος, δείτε Hodderson (1981).
- Για τις
ετερογενείς οντότητες και μηχανικούς, δείτε Law.
- Είμαι
υποχρεωμένος στον Robert Belfield για την έννοια του
σύμπαντος συστήματος, την οποία συνάντησε στις
σημειώσεις του Charles Scott του πανεπιστημίου Syracuse.
- Για την ‘μάχη
των συστημάτων’, δείτε Hughes (1983, σσ. 106-135). Επίσης
δείτε και τον Bijker.
- Ο Longton Winner (1977)
ανέλυσε το ερώτημα για το αν η τεχνολογία είναι ή
όχι αυτόνομη. Για μια σοβαρή συζήτηση των
ερωτημάτων της αυτονομίας και του τεχνολογικού
ντετερμινισμού, δείτε την εισαγωγή στο βιβλίο
των McKenzie και Najcman (1985, σσ. 4-15).
- Για
συζήτηση για την τροχιά βολής, δείτε Van den Belt και
Rip.
- Ο Edward Constant εξερεύνησε
και εξήγησε τις κοινότητες των εξασκουμένων.
Δείτε π.χ. το κεφάλαιό του.
- Ο Hounshell (1984) μας
παρείχε μια πρόσφατη μελέτη των συστημάτων
παραγωγής (ιδίως της Ford). Ο Chandler (1977) αναλύει και
περιγράφει την ολοκλήρωση παραγωγής και τις
ευκολίες διανομής σε διάφορες βιομηχανίες, μαζί
και της χημικής βιομηχανίας.
- Για
μια εκτεταμένη έκθεση για την κατάσταση χρήσης
ηλεκτρικού στην Μεγάλη Βρετανία πριν και μετά
τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, δείτε Hughes (1983, σσ.
227-261, 319-323, 350-362).
- Είμαι
υποχρεωμένος στον Richard Hirsch του Virginia Polytechnic Institute
and State University που μου επέστησε την προσοχή στην
στάση στις χρήσεις του ηλεκτρικού πριν τον 2ο
Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Hirsch εξερευνά την έννοια στο
ανέκδοτο χειρόγραφό του: ‘Myths, Managers, and Megawatts:
Technological Stasis and Transformation in the Electric Power Industry’.
Πίσω στη σελίδα του μαθήματος