Σταμάτης Θεοδώρου [1703]

Χρήστος Ξυθάλης [1747]

Αριστοτέλης Σδρόλιας [1765]

Κασσιανή Αγγελοπούλου [1807]

Περικλής Μπόμπορης [1739]

Εργασία

Για το Μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάϊος 1999

 

 

 

ΕΜΠΕΙΡΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

H.M. Collins

 

H Τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και τα βλαστάρια της ενδιαφέρουν περισσότερο από το κανονικό τους ιστόρικους και τους κοινωνιολόγους της τεχνολογίας. Μοιάζει σα να είναι τα θεμέλια μιάς από τις τεχνολογίες κλειδιά προς τα τέλη του 20ού αιώνα και αυτή είναι μια δικαίωση, αρκετή για μια θεωρητικά πληροφορημένη απόδειξη της ανάπτυξής της.

Επιπλέον όμως η ΤΝ έχει εσωτερικές σχέσεις με τις τεχνολογικές μελέτες επειδή οι μηχανές γνώστεςμπορούν να θεωρηθούν σαν μέσα αποθήκευσης και μετάδοσης για τεχνολογικές γνώσεις , ο τρόπος που λειτουργούν πρέπει να ενδιαφέρει εκείνους που ενδιαφέρονται για την φύση της τεχνολογικής κουλτουρας ή την μετάδοση της τεχνολογίας .Οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι, τουλαχιστον εκείνοι που ασκούν την τέχνη τους για να ερευνήσουν τιν τρόπο με τον οποίο η γνώση προέρχεται, αλλάζει, εξαπλώνεται και αναπτύσεται, θα έπρεπε να αδημονούν να εξετάσουν τι μπορούν να διδαχτούν χρησιμοποιώντας την ΤΝ σαν όργανο – είδος πειραματικής έρευνας – για να εξερευνήσουν την φύση της ίδιας της γνώσης.

Υπάρχει και μια άλλη εσωτερική σχέση. Οσα η ιστορία της τεχνολογίας και η κοινωνιολογία της γνώσης μπορεί να μάθει κοιτώντας την ΤΝ, αυτά με την σειρά τους μπορουν να ρίξουν φώς στις πιθανότητες, όρια και επικοδομητικές διόδους για την ανάπτυξη των μηχανών γνώσεων”. H αυτόεπιβληθείσα αξιολογηθείσα ουδετερότητα είναι λιγότερο εύκολη για τον αναλυτή να διατηρήσει στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης παρά, σε άλλες περιοχές της επιστήμης επειδή και η ΤΝ και οι πρόσφατες άλλες επιστήμες μοιράζονται το ίδιο θέμα : την γνώση. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρήματα ολόκληρου του ερευνητικού προγράμματος των μελετών της μοντέρνας επιστήμης καθώς και συγκεκριμένες εξετάσεις της ΤΝ , εχουν περιπλοκές για αυτό το οποίο οι ερευνητές της ΤΝ προσπαθούν να κάνουν, ενώ για την περισσότερη επιστήμη και τεχνολογία ο επισκέπτης από επιστημονικές μελέτες μπορεί να είναι απλός παρατηρητής, σε αυτή την περίπτωση αυτός ή αυτή είναι επίσης και έμπειρος και ειδικός γνώσεων. Ετσι τα ευρήματά μου πρέπει να συνεισφέρουν όχι μόνο στην τεκμηρίωση αλλά και και στον τύπο της αναπτυσσόμενης σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στις μηχανές. Αυτό τότε δεν είναι ένα έμμεσο χαρτί, αυτό δεν είναι κάν μια σχετική επιχείρηση όσον αφορά το θέμα της ΤΝ. Είναι μια προσπάθεια να αναπτύξουν τις εσωτερικές σχέσεις της ΤΝ και της επιστήμης της γνώσης.

 

 

 

Αλγοριθμικά και ενπολιτισμικά μοντέλα της γνώσης.

Για να καταλάβουμε την σπουδαιότητα των μελετών της επιστήμης και της τεχνολογίας για την ΤΝ, δίνω μια σχηματική περιγραφή των υπαρχόντων συζητήσεων πάνω στο αν ή όχι η τεχνητή νοημοσύνη είναι δυνατή ( για ιστορικό σκετς της συζήτησης βλέπε Turkle (1984)). Με απλοποιημένους τρόπους , το κλειδί για τις αντίθετες απόψεις είναι οι προτιμήσεις για την μία άποψη ή την άλλη μιάς διχοτόμησης - αυτό που εγώ ονομάζω αλγοριθμική ενπολιτισμική διχοτόμηση. Περιγράφω την συζήτηση με αυτούς τους όρους επειδή η διχοτόμηση βρίσκετε κάτω από ένα αριθμό άλλων συζητήσεων οι οποίες είναι πιο γνωστές σε κοινωνιολόγους και επείδη η διχοτόμηση χρησιμοποιείται αργότερα για ανάλυση των στοιχείων της γνώσης.

Για τον κοινωνικό επιστήμονα η διχοτόμηση πρωτοσυναντήθηκε στην διακριση του Max Weber (1949) ανάμεσα σε εξηγήσεις που είναι περιστασιακά επαρκείςκαι εξηγήσεις που είναι επαρκείς στο επίπεδο της ένοιας. Του Weber ο ανεπιτυχής αγώνας να συμβιβάσει αυτές τις προσεγγίσεις με την μελέτη της κοινωνικής ζωής έχει αφήσει το κληροδότημά του στον συναγωνισμό στην κοινωνιολογία ανάμεσα στις μεθόδους verstehende (υποστηριζόμενο επίσης από το φινομενολογικό σχολείο) και συνολικές στατιστικές προσεγγίσεις. Μέθοδοι έρευνας όπως η χρήση των ερωτηματολόγιων και άλλες τεχνικές για συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με κοινότητες βρίσκονται, μπορεί ναι πεί κάποιος, με την υπόθεση ότι ενδιαφέρουσα και και χρήσιμη γνώση μπορεί να μεταδοθεί σε μέλη της κοινωνίας και ο ερευνητής ομοίως σε διακριτά κομμάτια ικανά να γραφτούν, ταξινομηθούν και να μετρηθούν. Αυτό μπορεί να ονομάζεται το αλγοριθμικό μοντέλο της κοινωνιολογικής έρευνας. Αφ’ ετερον η ιδέα της κατανόησης συνεπάγεται ότι το μέσο της μετάδοσης ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και από τα μέλη στον κοινωνικό επιστήμονα γίνεται με πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση. Όταν αυτή η αλληλεπίδραση είναι βαθιά και εκτεταμένη ονομάζεται συμμετέχουσα παρατήρηση ή ακριβέστερα συμμετέχουσα κατανόηση (Collins 1984). Αυτή η μέθοδος ταιριάζει με μια κουλτούρα – ή επιδεξιότητα – όπως το μοντέλο της γνώσης στο οποίο η κοινωνικοποίηση, όχι προφορική, λογίζεται σαν τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης.

Κάποιος μπορεί να πεί ότι η διχοτόμηση επίσης υποστηρίζει κοινές υπεραπλοποιημένες ιδέες για τη διαφορά ανάμεσα στην επιστήμε και την τεχνολογία. Ετσι έχει προταθεί ότι η επιστημονική γνώση είναι γνώση για κλειστά συστήματα ενώ το υπόλοιπο της ζωής γίνεται στα ανοιχτά συστήματα (Bhaskar 1975). Αν και το εργαστήριο είναι οπωσδήποτε το κλέιστο σύστημα, όπως πολλές μελέτες έχουνε δείξει ( για παράδειγμα οι μελέτες στο Collins 1981a ) η διάκριση ανάμεσα σε κλειστά και ανοιχτά συστήματα είναι χρησιμη επεισή πληροφορεί την καθημερινή μας σκέψη. Γενικά νομίζουμε ότι οι επιστημονικές θεωρίες και συσκευές ενεργούν στην προβλεπόμενη μόδα που υπάρχει στα κλειστά συστήματα. Εάν πλέον δεν σκεφτόμαστε ολόκληρο το σύμπαν σαν ένα ρολόι, ακόμα σκεφτόμαστε τα κατανοητά και ελεγχόμενα υποσυστήματα μέσα σε αυτό μ’αυτόν τον τρόπο. Για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο συγχρονη ορολογία, σκεφτόμαστε επιστημονικές θεωρίες και τις αντίστοιχες συσκευές Σα να υπάρχουν σε ένα κλειστό κόσμο όπως εκείνον του προγράμματος ενός ξηφιακού υπολογιστή: εδώ κάθε υπολειπόμενη απροβλεπτικότητα είναι ένα θέμα πολυπλοκότητας ή μη διείσδησης μάλλον παρά στοιχειώδη απροσδιόριστη κατάσταση ή απρόβλεπτες περιβαντολογικές επεμβάσεις. Αφ’ ετερου το σχέδιο των χειροτεχνημάτων είναι για χρηση ανοιχτού συστήματος και δεν είναι ακριβής επιστήμη. Επιπλέον στις επίσημες θεωρίες, οι αρχές του σχεδίου βρίσκονται σε παραδοσιακούς τρόπους εφαρμογής πραγμάτων – σε επιδεξιότητες και σε σώματα κρυφής –υπονοούμενης γνώσης που δεν μπορει να αρθρωθεί πλήρως ( Polanyi 1967 ; Collins 1974).

Υπάρχει επίσης και μια αντιστοιχία μεταξύ αυτής της διχοτόμησης και της παραδοσιακής αντίληψης του κατάλληλου τρόπου επικοινωνίας της γνώσης ανάμεσα σε επιστήμονες και ανάμεσα σε τεχνικούς ή χειροτέχνες. Υποστηρίζεται συχνά ότι η επιστημονική γνώση μπορεί κατάλληλα να μεταδοθεί μεσω καναλιών πληροφόρησης , όπως τα επιστημονικά περιοδικά, διότι ότι χρειάζεται να γίνει γνωστό μπορεί να συμπεριληφθεί σε ένα σετ διακριτών πληροφοριών και λογικών οδηγιών. Πάλι αυτός είναι ο αλγοριθμικός τρόπος επικοινωνίας . Η μετάδοση όμως της τεχνογνωσίας , αντιθέτως, είναι θέμα απόκτησης επιδεξιότητας. Ενας μαθητευόμενος υποτίθεται ότι είναι το απαραίτητο πρελούδιο στην μετάδοση έμπειρης γνώσης. Αυτή η διαδικασία βρίσκεται στον ενπολιτισμικό τρόπο.

 

 

Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η παραδοσιακή προσεγγιση στην τεχνητή νοημοσύνη η οποία στοχεύει να δημιουργήσει ένα τρόπο σκέψης από ένα σχετικά περιορισμένο αριθμό αρχών, μπορεί ναι ειπωθεί ότι αντανακλά ένα σχέδιο σκέψης που χαρακτηρίζεται από τον αλγοριθμικό τρόπο γνώσης μάθησης και επικοινωνίας. Λειτουργεί από αρχές όπως ακριβώς και η Ευκλιδεία γεωμετρία λειτουργεί κάτω από αξιώματα. Επομένως συχνά ονομάζεται από πάνω προς τα κάτω” TN. Στις προτεινόμενες θεωρίες αυτής της προσέγγισης, οι δυσκολίες που έχουν συναντηθεί στην κατασκευή μηχανών που να ενεργούν σαν άνθρωποι, φαίνεται να είναι θέμα χρόνου και πολυπλοκότητας. Ο ανθρώπινος νούς θεωρείται ένας πολύ πολύπλοκος και μάλλον ακατάστατος υπολογιστής . Κατανοώντας τον εγκέφαλο και κατασκευάζοντας ένα τύπο υπολογιστη από αυτόν είναι μαλλον όμοια προβλήματα. Οι τρέχουσες ικανότητες των υπολογιστων αποκαλύπτουν τις μακροπρόθεσμες δυνατότητές τους. Στο να παίζουν σκάκι, να βοηθούν μεταφραστες να αναγνωρίζουν ένα σετ από προφορικές λέξεις και μερικά σχέδια οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήδη ένεργουν έξυπνα ακομα και αν το επίπεδο της ικανότητας τους είναι χαμηλό. Το ότι είναι αρκετά καλοί στο σκάκι και σε άλλους τομείς αυτό κάνει τους ισχυρισμούς για μικρή ικανότητα ακομα πιο αμφίβολους (Turkle 1984).

Από την άλλη μεριά το ενπολιτισμικό μοντέλο συχνά πληροφορεί εκείνους που πιστεύουν ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές δεν θα μπορέσουνε ποτέ να ενεργήσουνε σαν άνθρωποι, ή, εάν ποτέείναι πολύ μεγάλη λέξη, αυτό που έχει γίνει μέχρι τώρα δεν κάνει τον δρόμο για γνήσια τεχνητή νοημοσύνη καθόλου προβλέψιμη. Για παράδειγμα η ικανότητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή να παίξει καλό σκάκι όσο ανθρωππομορφικά μας κάνει να νιώθουμε, θεωρείται θεμα της ανωτερότητας με τους αριθμούς (δηλαδή την ικανότητα να εκτιμά πολλες κινήσεις εκ των προτέρων). Αν και οποιοσδήποτε ηλεκτρονικός υπολογιστής που παίζει σκάκι πρέπει να περιορίσει την έρευνά του (το ψάξιμο) χρησιμοποιώντας ευρετικούς αλγορίθμους (κανονισμοί του αντίχειρα) και αν και οι οι ιδιοι οι ευρετικοί (αλγόριθμοι) έχουν αναπτυχθεί μελετώντας το ανθρώπινο παίξιμο (και είναι επομένως λογικοί ή από πάνω προς τα κάτω” o ηλεκτρονικός υπολογιστής γνωρίζει πάρα πολύ λιγα για να μπορέσει αν υπολογίσει κινήσεις όπως ο ανθρώπινος παίχτης και επομένως νικά τους ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορεί να κοιτάζει μακρύτερα μπροστά μέσα στην σχετικά ανειδίκευτη στρατηγική του. Από αυτή την άποψη η ικανότητα για σκάκι του ηλεκτρονικού υπολογιστή φροντίζει κάποια ανάλυση λίγο πιο αξιόλογη από την ικανότητα ενός υπολογιστή τσέπης για να ξεπεράσει τον ιδιοκτήτη του. Σε κάθε περίπτωση το σκάκι γίνεται με καθορισμένο αριθμό καμματιών με καθορισμένες κινήσεις πάνω σε πίνακα με καθορισμένο σχέδι. Αν και υπάρχει τεράστιος αριθμός πιθανών θέσεων, ένα παιχνίδι σκάκι είναι ένα αρχέτυπο κλειστό σύστημα στο οποίο η ένοια και το περιεχόμενο δεν είναι φανερά προβλήματα. Ακόμα μεγαλύτερης σπουδαιότητας από την ενπολιτισμική άποψη είναι το γεγονός ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι σχεδόν ολικές αποτυχίες όταν πρόκειται για εργασίες ανοιχτών συστημάτων τα οποία οι ανθρωποι βρίσκουν ασήμαντα όπως το διαβασμα, γραφικός χαρακτήρας και κατανόηση του προφορικού λόγου. Αυτό φαίνεται να έχει να κανει κατά πολύ με την κατανόηση του κοινωνικού περιεχομένου.

Οι αισιόδοξοι που πιστεύουν στην αλγοριθμική προσέγγιση νομίζουν ότι αν και τα μελλοντικά προγράμματα της ΤΝ μπορεί ναι είναι πολύπλοκα, περα από την κατανόησή μας, η βασική λογική θα είναι παρολα αυτά η γνωστή λογική των μαθηματικών και (η κανονική εκδοχή ) της επιστήμης . Μέθοδοι θα αναπτυχθούν για τον προγραμματισμό έννοιας και περιεχομένου που δεν θα είναι διαφορετικό, βασικα, από αυτό που έχουμε τώρα.Η άλλη πλευρά της διχοτόμησης παρουσιάζεται κάλλιστα από τον φαινομενολόγο Hubert Dreyfus στο βιβλίο του Τι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές δεν μπορούνε να κάνουν (1979)”. O Dreyfus γράφει : Η νοημοσύνη απαιτεί κατανόηση και η κατανόηση απαιτει να δώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το φόντο της κοινής λογικής που οι ενήλικες άνθρωποι έχουν, με την αρετή ότι έχουν σώματα, αλληλεπιδρούν επιδέξια με τον υλικό κόσμο και εκπαιδέυονται σε ένα πολιτισμό.

Αυτό που ξέρω σχετικά με τις πολιτιστικές πρακτικές οι οποίες και καθιστούνε ικανό να αναγνωρίζω και να ενεργώ σε συγκεκριμένες καταστάσεις έχει αποκτηθεί σταδιακά μέσω εκπαίδευσης στην οποία κανείς δεν έκανε ποτέ η μπόρεσε να κάνει σαφές αυτό που μάθαινε.

Από αυτήν την άποψη το σχέδιο να αναπαράγει αν θρώπινες ικανότητες τυποποιόντας τες θεωρητικά είναι καταδικασμένο επειδή οι άνθρωποι οι ίδιοι φαίνονται να έχουν ικανότητες οι οποίες υπερβαίνουνε κάθε κατανοήσιμες αντιπροσωπεύσεις. Καθώς ο Dreyfus λέει, για να πετύχουνε οι ερευνητές της ΤΝ θα έπρεπε να λύσουν προβλήματα που έχουν μπερδέψει φιλοσόφους για χιλιάδες χρόνια.

 

Έμπειρα συστήματα.

Εχω μιλήσει για την τεχνητή νοημοσύνη και τα παρακλάδια της, άλλα η από πάνω προς τα κάτω” TN παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον σαν εργαλείο στην μελέτη της γνώσεως επειδη αυτό είναι πολύ φιλόδοξο και μη ρεαλίστικό. Αυτό αναγνωρίζεται συνεχώς ακομα και στην κοινότητα της ΤΝ, όποπυ έχει βρεθεί ότι η μόνη υποσχόμενη οδός μπροστά δεν είναι περισσότερη ανάλυση της ανθρώπινης δράσης άλλα το να δίνεις στα μηχανήματα περισσότερα γεγονότα για το περιβάλλον τους και περισσότερους κανόνες του αντίχειραγια να λύνεις πολύπλοκα προβλήματα. Αυτή η τάση έχει φτάσει σε μια καινουργια υψηλή προσέγγιση στην ΤΝ με την ανάπτυξη του από κάτω προς τα πάνω” γνωστό σαν έμπειρα συστήματα, ή έξυπνα συστήματα βασισμένα στην γνώση (IKBS). Aυτή η ιδέα φαίνεται, βασικά, πιο πιθανή να οδηγήσει σε μηχανήματα γεμάτα γνώσεις τα οποία δεν θα είναι μόνο εμπορικά χρήσιμα αλλά επίσης σαν όργανα για την ερεύνηση της τεχνολογικής κουλτούρας.

Η ιδέα ενός έμπειρου συστήματος είναι ότι αντίνα προσπαθούμε να δημιουργήσουμε νοημοσύνη φτιάχνοντας μοντέλα από την αρχή ( ετσι ώστε κάθε φορά που το μηχάνημα χρησιμοποιεί το δικό του μυαλόφτιάχνει ένα καινούργιο συμπέρασμα) ένα σώμα γνώσεων αποσπάται από έναν έμπειρο και αποθηκεύεται και μετά το μηχάνημα απλά αναφέρεται στην αποθήκη για το ποια θα ήτανε οι απάντηση του έμπειρου σε ένα πρόβήμα. Υπάρχει λίγη από την συμπερασματική προσεγγιση δομής μοντέλου σ’αυτό: Είναι πραγματικά ουσιαστικό. Ο σχεδιατής των έμπειρων συστημάτων σεμνά σέχεται ότι δεν γνωρίζουμε πολλα σχετικά με αυτά που γνωρίζουμε. Αυτός ή αυτή απλά προσπαθεί να αναπαράγει αυτά στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, έτσι ώστε να ξανακληθούν με τρόπο που να βοηθήσει τον άπειρο.

Λέγεται ότι οι μηχανικοί γνώσηςόπως οι σχεδιαστές έμπειρων συστημάτων ονομάζουν τους εαυτούς τους, έχουν γράψει συστήματα που μπορούν να αντικαταστήσουν τους έμπειρους σε μερικές περιοχές. Η ιατρική διάγνωση είναι μια περιοχή στην οποία έχει γίνει πολλή δουλειά και λέγεται ότι ο βαθμός επιτυχίας σε περισσότερες από 90% σωστές διαγνώσεις έχει αποκτηθεί σε περιορισμένες (στενες) ειδικεύσεις. Υπάρχει επίσης η γνωστή περίπτωση στην οποία ένα συστημα υποτιθεται ότι έχει κάνει μια κύρια ( ορυκτολογική ) αναγνώριση. Σε αυτή όμως την έρευνα δεν έχω κατά νου κανένα υπαρχον σύστημα ή συστήματα: Δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο πόσο καλά τα τρέχοντα συστήματα δουλεύουν από την στιγμή που η ευγλωτία έχει αφαιρεθεί (βλέπε Dreyfus (1985) για μια πρόσφατη αμφίβολη εκτίμηση).

Οσο προτόγονα και αν είναι τα υπάρχοντα συστήματα, αυτά ακομα διμιουργούν ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Για παράδειγμα: τι είδους πράγματα μπορούν οι έμπειροι να μάθουν από ένα μηχάνημα και τι δεν μπορούν; Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το ανθρώπινο μυαλό και να κωδικοποιηθεί; Και φυσικά ποια είναι η πιθανότητά τους σαν αντικαταστάτες των έμπειρων; Αυτή η τεέυταία ερώτηση είναι της ίδιας στιγμής με εκείνες που αφορούν τη φύση της ανθρώπινης γνώσης και εκείνων που ενδιαφέρονται για την επιτυχία της καινουργιας τενολογίας στην δουλειά. Στο New Scientist (Σεπτεμβρης 26, 1985 τευχος) ένα μικρό αρθρο έχει τίτλο : Οι μαθητευόμενοι χάνουν από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (σελ 34). Το άρθρο ισχυρίχεται ότι τα έμπειρα συστήματα χρησιμοποιούνται για να συλλάβουν την ανθρώπινη εμπειρία και οι μαθητευόμενοι αντικαθιστούνται. Το άρθρο καταλήγει ότι η ηχηρή εκτίμηση της χρήσης των έμπειρων συστημάτων σε τέτοιο ρόλο απαιτείται, ένα συμπέρασμα με το οποίο δεν μπορώ παρα να συμφωνήσω.

 

 

Στοιχεία της Έμπειρης γνώσης.

Για να αρχίσουμε να απαντάμε σε ερςτήσεις πρέπει να αρχίσουμε να ξεκαθαρίσουμε την κούλτουρα μέχρι ένα ορισμένο σημείο – να την βγάλουμε από το μαύρο κουτί χωρίς να ασχοληθούμε με ασήμαντες πληροφορίες. Μπορούμε να αρχίσουμε σκεπτόμενοι τα έμπειρα συστήματα σαν δεσμούς στις αλυσίδες της επικοινωνίας. Μπορουμε να τα θεωρήσουμε σαν μεσολαβητές ανάμεσα στους έμπειρους της γνώσης και τους τελικούς χρήστες, ετσι:

Ειδικός à Εμπειρο Σύστημα à Τελικός χρήστης.

Αν και ένας μηχανικός γνώσης συχνά μεσολαβεί ανάμεσα στον ειδικό και στο σύστημα, μπορούμε να σκεφτούμε βασικά, μια διαδικασία δύο μέτρων – βημάτων (όπως αντιπροσωπεύεται στο (*)).

Η αφελή μετάφραση του (*) είναι αριστερά προς τα δεξιαακολουθόντας τα βέλη. Ο ειδικός βάζει την γνώση μέσα στο σύστημα και το σύστημα την περνά στον τελικό χρήστη. Για παράδειγμα, οι ιατρικοι ειδικοί βάζουν την γνώση τους μέσα στο ειδικό σύστημα το οποίο μπορούν να το συμβουλευτούν με λιγότερες γνώσεις. Οι τελικοί χρήστες πρέπει να παρέχουν κάποιες απαραίτητες πληροφορίες όπως λεπτομέριες των συμπτωμάτων των ασθενών, σφυγμό και πίεση του αίματος, άλλα είναι το σύστημα εκείνο που χρησιμοποιεί την γνώση του για να παρέχει την διάγνωση. Η απλή από τα αριστερά προς τα δεξιά μετάφραση. όμως αγνοεί σημαντικές φιλοσοφικές και κοινονιολογικές ιδέες που έχουν να κάνουν με την συνεισφορά του δέκτη σε μια αλυσίδα επικοινωνίας. Εκτός και αν ο τελικός χρήστης μπορέσει να μεταφράσει τα ειδικά σύμβολα που το ειδικό σύστημα χρησιμοποιεί γι ανα δώσει τις συμβουλές του τίποτα χρήσιμο δεν μπορεί να μετατεθεί (Oldman and Ducker 1984; Suckman, προσωπική επικοινωνία, 1984 Collins et al. 1986). Όταν αυτή η αρχή επεκταθεί στα όριά της, φυσικά, ο τελικός χρήστης γίνεται τόσο ειδικός όσο ο αρχικός ειδικός στην αριστερή άκρη της αλυσίδας, και τότε το σύστημα έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σαν αποθήκη για κομμάτια πληροφοριών. Ολη η μετάφραση και η ειδίκευση έχει τοποθετηθεί στο δεξί ακρο και το μυστήριο της μηχανής σαν αποθήκευση της κουλτούρας λύνεται. Οι κρίσιμες ερωτήσεις, τότε, είναι ερωτήσεις για το σημείο μεχρι το οποίο το ειδικό – έμπειρο σύστημα μπορούσε κυρίως να αποθηκεύσει γνώσεις κάποιου είδους οι οποίες θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες στον ανειδίκευτο τελικό χρήστη. Για παράδειγμα, το σημείο στο οποίο θα μπορουσε να ενεργήσει σαν κύριος σε ένα μαθητευόμενο.

Αυτό είναι επίσης το σημείο στο οποίο θα μπορούσε να αντικαταστήσει έμπειρα άτομα στη διαδικασία της ενδοκουλτούρας όπως υπόσχεται το άρθρο στο New Scientist.

Αγνοώντας τις πρώτες αρχές και αρχίζοντας από τις συναντήσεις που οι επιστήμονες και των ειδικών συστημάτων οι κατασκευαστές έχουν με την ανθρώπινη γνώση, εμείς μπορούμε να πούμε ότι αυτό που πρέπει να μεταφερθεί όταν ένας μη έμπειρος μετατρέπεται σε έμπειρο, εξαντλείται από τις τέσσερις ακόλουθες κατηγορίες:

  1. Γεγονότα και επίσημοι κανόνες
  2. Ευρετικές ικανότητες
  3. Χειρονακτικές και αντίληψης επιδεξιότητες, και
  4. Επιδεξιότητες κουλτούρας.

Χρησιμοποιώ τον όρο γεγονότασε ένα πιο κοινής λογικής τρόπο, αλλά ο όρος “Heuristics” (ευρετικός) παίρνεται από την φιλοσοφία των ειδικών συστημάτων. Αυτή η φιλολογία αποκαλύπτει μια γρηγορα αυξανόμενη ποικιλία τυπολογίας γνώσεων ( για παράδειγμα βλέπε Welbank 1983) άλλα το σχεδόν παγκόσμιο χαρακτηριστικό είναι η ένταση στην διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πραγματικές πληροφορίες και στους ανεπίσημους κανόνες του αντίχειρα ή ευρετικούς – Ηeuristics”. Επειδή τα ευρετικά σπάνια γράφονται και επειδή ο μηχανισμός γνώσεως πρέπει να αποσπάσει αυτά από τον ειδικό με οδυνηρό τρόπο, αυτά θεωρούνται ουσιαστικά διαφορετικά από τα έτοιμα κωδικοποιημένα γεγονότα και παίρνονται μόνα τους για να εξαντλήσουν τις ανεπίσημες απόψεις από το τι είναι γνωστό. Από την άποψη της αργοριθμικής/ενπολιτισμικής διχοτόμησης , όμως, τα ευρετικά συνδέονται στενά με γεγονότα και επίσημους κανόνες επειδή μπορούν να προφερθούν καθαρά. Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή που οι υπάρχοντες διχοτομίες αγνοούν είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε επεξηγηματικούς κανόνες και γεγονότα και μη επεξηγηματικού υπονοούμενου στοιχείου της γνώσης. Στην τετραπλή ταξινόμηση που ακολουθεί οι δύο πρώτες κατηγορίες ελκύουν τον αργοριθμικό τρόπο σκέψης ενώ οι δύο δεύτερες τον εν πολιτισμικό τρόπο.

Γεγονότα και Τυπικοί κανόνες

Τα γεγονότα και οι τυπικοί κανόνες περιλαμβάνουν γεγονότα κάποιου είδους τα οποία εύκολα μεταφέρονται γραπτώς στην ίδια πολιτιστική υφήλιο, για παράδειγμα, τα σημεία τήξης ειδικών χημικών, την ποικιλία μεγεθών και σχημάτων των ηλεκτροδίων ενός laser, ή τον τύπο των bacilli που συνδέονται με την διφθέριτιδα. Τα είδη του κανόνα που έχω κατά νού σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνουν τον νόμο του Ωhm και τον νόμο του Boyle και calculus και λοιπά. Πάλι αυτά βγάζουνε νόημα μονο μέσα σε ορισμένα πολιτιστικά κείμενα.

Ευρετικά

Τα Ευρετικά (Heuristics) αποτελούνται από επεξηγηματικούς κανόνες του αντιχειρασυνεχή, στανταρ εξάσκηση κ.λ.π. Φυσιολογικά δεν βρίσκονται σε γραπτές πηγές επειδή η επιστημονική φιλολογία έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει τις περισσότερο σημασιολογικές πληροφορίες. Δεν υπάρχει βασικά τιποτα που να σταματά τα ευρετικά από το να γραφούν όμως. Τα Ευρετικά βρίσκονται, για παράδειγμα, στα εγχειρίδια προπονητών στα σπόρ και μερικές φορες στις διατριβές για Ph.D. Μηχανικοί – γνώστες ενδιαφέρονται να ξεσκεπάσουνε τα ευρετικά που οι έμπειροι χρησιμοποιούν έτσι ώστε να μπορέσουνε να κωδικοποιηθούν στα ειδικά συστήματα. Παράδειγμα των ευρετικών είναι: “Πάντα ξεκίνα την τήξη , ψύχοντας πάνω από το υποτιθέμενο σημείο τήξης”.”Οι ανοχές στον σχεδιασμό τον ΤΕΑ laser ηλεκτροδίων είναι τέτοιες που το ακριβές σχήμα των ηλεκτροδίων είναι απίθανο να είναι υπεύθυνο για την αποτυχία των laser”. Εάν ένα σφουγαράκι καθαρισμού λαιμού περιέχει bacilli σε σχήμα καλαμιού και υποπτεύονται ότι ο ασθενής έχει διφθερίτιδα, τότε τα καλάμια είναι σίγουρα βακτιρίδια bacilli διφθερίτιδας.

 

Χειριζόμενες με το χέρι και αντίληψης επιδεξιότητες.

Περιλαμβάνουν τετοια πράγματα όπως την ικανότητα να αναγνωρίζουν την παρουσία σχημάτων που προτείνουν την ύπαρξη κρυστάλλων μεσα σε ένα αλλοιώς μη διαφοροποιημένο σβώλο συμπαγούς υλικού, την ικανότητα να ξεχωρίζουν τους διαφορετικούς ήχους που μπορούν να γίνουν μέσα σε μια πρωτότυπη ΤΕΑ-laser κοιλότητα και την ικανότητα να παίρνουν το σφουγγαρακι καθαρισμού του λαιμού και να βλέπουν σχετικά σχήματα κάτω από το μικροσκόπιο. Φυσικά επειδή το να αναγνωρίζουν πράγματα είναι μια διαδικασία γεμάτη θεωρίες δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουν αυτές τις ικανότητες από τις πολιτιστικές δεξιοτεχνίες.

ΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ

Η ιδέα του Michael Polanyi υπονοούμενης γνώσης παρέχει το σύνδεσμο μεταξύ χειρονακτικών ικανοτήτων και των ικανοτήτων που εγώ καλώ μορφωτικές. Το πολύ γνωστό παράδειγμα του Polanyi της υπονοούμενης γνώσης είναι η επιτηδειότητα που συσχετίζεται με το ποδήλατο.Η τυπική δυναμική της ισορροπίας πάνω σε ποδήλατο δεν περιλαμβάνει τους κανόνες οδήγησης. Ο καβαλάρης μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα για το κέντρο βάρους και τις γυροσκοπικές δυνάμεις, αλλά παρ’όλα αυτά μπορεί ακόμα να οδηγήσει ποδήλατο, ενώ ο πιο ειδικευμένος μηχανικός ποδηλάτων μπορεί να μην είναι σε θέση να το κάνει. Ο καβαλάρης μπορεί να οδηγήσει ποδήλατο χωρίς να ξέρει να περιγράψει το πως. Πράγματι, υπερβολική αυτοπεποίθηση τείνει να γίνει αντιπαραγωγική. Οι ίδιες υπονοούμενες ιδιότητες ταιριάζουν εξ’ίσου με μη φυσικές μορφωτικές ικανότητες, όπως η αναγνώριση συγκεκριμένων αντικειμένων σε ένα «θορυβώδες» περιβάλλον.

Οι μορφωτικές ικανότητες περιλαμβάνουν δυνατότητες που απαιτούνται για να καταλάβει κανείς και να χρησιμοποιήσει γεγονότα, κανόνες και κρίσεις. Με αυτό εννοώ την ικανότητα να διαβάζει και να κατανοεί πληροφορίες και συμβουλές, αλλά όχι μόνο αυτό. Η πνευματική ικανότητα, όπως την προορίζω, περιλαμβάνει αυτό που καθιστά ικανό, ας πούμε, έναν Άγγλο ή έναν Αμερικανό αλλά όχι έναν αγγλόφωνο Κινέζο ιθαγενή να συνεχίσει κατάλληλα τη σειρά 2,4,6,8 σε 10,12,14,16 σε μια περίπτωση και κατάλληλα σε «Αυτόν που εκτιμάμε» σε μια άλλου είδους περίπτωση. Ο τρόπος με τον οποίο το καταφέρνουμε αυτό, όπως λέει ο Dreyfus, δε μπορεί να γίνει σαφής παρά με τιμωρία οπισθοδρόμισης.

«Κοινωνικοποίηση» μπορεί να είναι μια καλύτερη περιγραφή από τις μορφωτικές ικανότητες, αλλά η ακριβής χροιά σχετίζεται με φαινομενολογικές ιδέες όπως «δεδομένη πραγματικότητα» (Schutz 1962, 1964) ή «φυσική συμπεριφορά» ή όροι του Wittgenstein όπως «τρόπος ζωής» (Wittgenstein 1953, Winch 1958, Bloor 1983). Είναι δύσκολο να ασπαστεί κανείς την αντίληψη ότι υπάρχει μια κρυμμένη συνιστώσα στις επιστημονικές, πνευματικές και θεωρητικές δυνατότητες. Γι’αυτό το λόγο χρησιμοποιώ τον όρο «μορφωτική ικανότητα» για να δώσω έμφαση στη σχέση μεταξύ χειρονακτικής και αντιληπτικής ικανότητας, με σεβασμό στο ότι έχουμε ήδη δεχτεί ότι υπάρχει ένα ανεξήγητο συνθετικό.

 

 

 

 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΣ ΤΗΣ

 

Τα 4 συνθετικά της γνώσης που περιγράφηκαν δεν είναι σταθερά . Κάποιες φορές ,φαίνεται πως, ένα στοιχείο γνώσης που ανήκει κάποια στιγμή σε κάποια κατηγορία, βρίσκεται να ανήκει κάποια άλλη στιγμή σε μια διαφορετική κατηγορία. Ίσως η πιο σωστή κίνηση αυτού του είδους είναι όταν γνώση μετακινείται από το άκριτο κουτί στο κουτί γεγονός/κανόνας. Αυτό είναι ένα από τα πολλά πράγματα που συμβαίνουν καθώς η επιστήμη εξελίσσεται και οι εμπειρικοί κανόνες κατασκευής και μηχανικής γίνονται θεωρητικοί- κινούμενοι από την προσωπική ικανότητα του τεχνίτη σε μέρος δημοσίως διαθέσιμης επιστήμης. Φυσικά πρέπει να ληφθεί υπ’όψην ότι μελέτες της επιστήμης έχουν δείξει πόσο η δεξιοτεχνία απαιτείται ακόμα για να χειριστεί κανείς τα όργανα της υποτιθέμενης δημοσίως διαθέσιμης επιστήμης και πόσο ενδεχομένως ανοιχτή σε μεταστροφή είναι αυτή η μετακίνηση από ιδιωτική σε δημόσια γνώση (Collins & Pinch 1982). Υπάρχουν πάντα δύο τρόποι να πριγραφεί αυτό το είδος της αλλαγής στην κατάσταση της γνώσης. Ο ένας τρόπος είναι η γλώσσα της επιστημονικής ανακάληψης, της τεχνολογικής ανάπτυξης και του προιόντος της θεωρίας και ο άλλος τρόπος είναι στη γλώσσα μοντέρνων (σύγχρονων) επιστημονικών σπουδών. Έτσι η διαδικασία θα μπορούσε να περιγραφεί σε σχέση με την αποτυποποίηση των επιστημονικών περιγραφών (Latour&Woolgar 1979) που έχουν σαν αποτέλεσμα, τοπικά-ιδιωτικά γεγονότα να φαίνοντα σαν απλά ατομικές αναπαραστάσεις παγκοσμίως δημόσια διαθέσιμα επιστημονικά φαινόμενα (Collins 1985). Εκτός από ορισμένα σημεία, σ’αυτό το κεφάλαιο χρησιμοποιώ τη γλώσσα της επιστημονικής ανάπτυξης, αν και οι συνήθως υποτεθείς επιστημολογικές σημασίες αυτής της γλώσσας δεν είναι με κανένα τρόπο μια απαραίτητη συνέπεια.

Μερικές φορές, η γνώση κινείται με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή που περιγράφηκε προηγουμένως. Ίσως ένας εμπειρικός κανόνας έχει χρησιμοποιηθεί ή εφευρεθεί, γιατί η θεμελιώδης θεωρία είναι πολύ περίπλοκη για πρακτική εφαρμόγή. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της ανάπτυξης των κρυσταλλικών ημιαγωγών, τιμές για την ακριβή πίεση που επιτυγχάνεται μέσα σε αμπούλες που χρησιμοποιούνται για να περιέχουν το διάλυμα θα μπορούσαν, κατ’αρχήν, να έχουν ανακαλύφθεί- είναι μέσα στους σκοπούς της σύγχρονης επιστήμης- αλλά εμπειρικοί κανόνες βασισμένοι στην πιέση των ατμών αερίων των στοιχείων του μείγματος συνδυάστηκαν με «λαική γνώση» της δύναμης των τυπικών αμπούλων στην εξάσκηση της τέχνης (βλ.Collins 1986).

Πάλι, στην περίπτωση του λέιζερ, την οποία παρακολούθησα στενά, ο εργολάβος Dr. Robert Harrison, ξεκίνησε με κάποιες «θεωρητικά αντλούμενες» τιμές για τις επιτρεπτές αντοχές στην απόσταση μεταξύ των εκκρηκτικών καλωδίων και των παράλλληλς βάσης ηλεκτρωδίων. Οι αντοχές, σύμφονα με τις πληροφορίες του, ήταν τόσο απαιτητικές που απαιτούνταν προσεκτικές μετρήσεις. Παρ’όλα αυτά, αργότερα ανακάλυψε ότι μια γρήγορη ματιά στο σχηματισμό, για να σιγουρευτεί ότι ο αγωγός που κρατούσε τα καλώδια ήταν σχεδόν «επίπεδος», ήταν αρκετή. Και στα δύο αυτά παραδείγματα, γνώση είτε ενδεχομένως είτε πραγματικά ευρισκόμενη στην κατηγορία 1, κατέληξε σε άκριτη λύση, κάτι που ανήκει στην κατηγορία 2.

Θα ήταν χρήσιμο να αναπαραστήσουμε διαγραμματικά αυτές τις μετακινήσεις της γνώσης (Εικόνα 1). Οι δύο κινήσεις που έχουν συζητηθεί μέχρι τώρα μοιάζουν με τα Α και Β στο διάγραμμα .

Ένα άλλο είδος μετατροπής λαμβάνει χώρα όταν μηχανήματα και όργανα χρησιμοποιούνται για να μετατρέψουν μια χειρονακτική και αντιληπτική ικανότητα σε κάτι πολύ πιο κοντινό σε ένα γεγονός (D στην Εικόνα 1).

 

Για παράδειγμα, η μέτρηση της θερμοκρασίας σε μια διαδικασία κατασκευής χάλυβα μπορεί να αλλάξει από μια έμπειρη εκτίμηση του χρώματος σε απλό διάβασμα των ενδείξεων ενός μετρητή. Αυτό είναι ακόμα αντιληπτική ικανότητα αλλά τόσο ευρέως κατανεμημένη που η άποψη επιδεξιότητάς της είναι αόρατη εκτός αν υπόκειται σε ηθελημένη-επισταμένη προσοχή. Στην περίπτωση ανάπτυξης του κρυστάλλου, η εξακρίβωση της ύπαρξης ικανοποιητικών κρυστάλλων μέσα στο στερεοποιημένο μείγμα, παραδοσιακά καθορισμένη από έμπειρη παρατήρηση, θα μπορούσε να «αυτοματοποιηθεί» με τη χρήση της διάταξης μικροανάλυσης ηλεκτρονίου. (Αυτή η τεχνική μπορεί να αποφασίσει τις αναλογίες των στοιχείων σε τοπικές περιοχές της παγωμένης μάζας. Αν οι αναλογίες ανταποκρίνονται ακριβώς στη δομή του επιθημητού κρυστάλλου, τότε κρυσταλλικό υλικό πρέπει σχεδόν σίγουρα να υπάρχει σ’αυτό το σημείο.) Στην περίπτωση του λέιζερ, στην οποία ο Harrison έγινε ειδήμονας μελετώντας λεπτομερώς τι συνέβαινε στην κοιλότητα εκκένωσης προσπαθώντας να ακούσει σφυρίγματα ή κρότους, μπορούμε να φανταστούμε μια μηχανή φτιαγμένη για να αναλύει το φάσμα των ήχων και να παράγει μια αυτόματη διάγνωση.

Τέτοιες μετατροπές αισθητήριων ικανοτήτων σε πιο έναρθρες κατηγορίες είνια ζωτικές για τις περιοχές της αυτοματοποίησης και της ρομποτικής. Για άλλη μια φορά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την έκταση στην οποία η πρακτική επιδεξιότητα έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι πάντα εύκολα αντικαθιστούμενη από συσκευές αυτοματοποιημένης μέτρησης.

Σε ότι αφορά τους κλάδους της Τεχνητής Νοημοσύνης και IKBS και τα μεγάλα προβλήματα στην επιστήμη της γνώσης, η κρίσιμη αλλαγή είναι από την κατηγορία των πνευματικών ικανοτήτων σε μια απότις εξηγητέες κατηγορίες. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η top-down Τεχνητή Νοημοσύνη εξαρτάται από τη μεταστροφή τέτοιας γνώσης ολικά στην κατηγορία γεγονότων και κανόνων (πορείες C και A στην Εικόνα 1) ενώ τα έμπειρα συστήματα εξαρτώνται μόνο από τη μεταστροφή τους μέχρι την κατηγορία των άκριτων λύσεων (πορεία C μόνη). Γιαυτό τα έμπειρα συστήματα είνια τόσο ενδιαφέροντα για τον κοινωνικό επιστήμονα. Η επιτυχία τους δεν εξαρτάται από την ανακάλυψη των συμπερασματικών κανόνων της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά μόνο από την απόδοση των περιεχομένων και των μηχανισμών της αναμφίβολης κουλτούρας-ο ακριβής στόχος της ερμηνευτικής κοινωνιολογίας και ιστορίας.

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΝΟΟΥΜΕΝΗ ΣΤΗ ΣΑΦΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Συνεχίζοντας με την πραγματική, εμπειρική προσέγγιση, τώρα κοιτάζω ένα παράδειγμα γνώσης που μεταφέρθηκε από την κατηγορία των πνευματικών ικανοτήτων, στην κατηγορία των γεγονότων και κανόνων στη δεκαετία του `70. Είναι ένα πα΄ρδειγμα παρμένο από την ανάπτυξη του ΤΕΑ λέιζερ (Collins 1974, 1985- Collins & Harrison 1975).

Όταν ο Harrison, ο επιστήμονας των λέιζερ με τον οποίο συνεργάστηκα, πρώτος καταπιάστηκε με την κατασκευή του ΤΕΑ λέιζερ, ήξερε ότι οι μονωτές από τους κορυφαίους πυκνωτές στα κορυφαία ηλεκτρώδια, έπρεπε να είναι κοντοί. Καταλήγουμε στο ότι δεν ερμήνευσε αυτή τη γνώση κατάλληλα, και συνεπώς το λέιζερ του είχε κοντούς κορυφαίους μονωτές, όπως το κατάλαβε, που όμως ήταν πολύ μακρείς για να επιτρέψουν στη συσκευή να λειτουργήσει. Τελικά, ανακάλυψε ότι για να κάνει τη γραμμική διάσταση των μονωτών ναυπολογιστεί σαν «κοντή» στην κοινωνία της κατασκευής τοων ΤΕΑ λέιζερ, οι κορυφαίοι πυκνωτές έπρεπε να συγκεντρωθούν σε μια αντεστραμένη θέση, σε ένα δυνατό και πολύπλοκο ατσάλινο πλαίσιο, έτσι ώστε τα τερματικά τους να βρίσκονται κοντά στα κορυφαία ηλεκτρώδια. Αργότερα, καθώς αυτή η άποψη σχεδιασμού του λέιζερ κατέληξε να θεωρείται σαν ένα στοιχείο «ηλεκτρονικών», βλέποντάς το ποσοτικά, έγινε κατανοητό ότι η «επαγωγή» αυτών των μονωτών ήταν η κρίσιμη μεταβλητή και ότι οι μονωτές πρέπει να είναι 8 ίντσες ή και μικρότεροι σε μήκος.

Η γνώση για το μήκος του μονωτή μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει ενδεχομένως ή στην πραγματικότητα σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες, σε διαφορετικούς τόπους και χρονικές στιγμές. Στην πρώτη περίπτωση ο Harrison γνώριζε τη λεκτική διατύπωση «κράτα τους κορυφαίους μονωτές κοντούς», αλλά δεν είχε την απαιτούμενη σιωπηρή γνώση να ερμηνεύσει τη σημασία του «κοντός». Αργότερα, απόκτησε γνώση για τη σημασία του «κοντός», δηλ. «κοντός» δε σήμαινε «μικρότερος από ένα μίλι» (σημειώστε ότι όλοι ξέρουμε αρκετά για την κουλτούρα του λέιζερ και του ηλεκτρισμού για να καταλάβουμε την αστεία πλευρά του γεγονότος), ούτε σήμαινε « μικρότερος από μια γιάρδα». Σήμαινε «ουσιαστικά μικρότερος από 1 πόδι». Μεταξύ διαφορετικών περιβαλλόντων, όλες αυτές είναι πιθανές ερμηνε.ιες του «κοντός», αλλά μόνο η τελευταία είνια η σωστή στην κοινωνία των λέιζερ. Τελικά ο Harrison έμαθε την έννοια «κοντός», σε ότι αφορά το ΤΕΑ λέιζερ. Μπορούμε να περιγράψουμε τη γνώση του για το μήκος των κορυφαίων μονωτών σαν να ανήκε στην κατηγορία των άκριτων λύσεων- κατηγορία

2.

Μπορούμε ακόμη να φανταστούμε ένα προηγούμενο στάδιο (από το οποίο στην πραγματικότητα ο Harrison δεν είχε περάσει) στο οποίο οι μαθητευόμενοι κατασκευαστές λέηζερ,αντιγράφοντας το σχέδιο του δασκάλου τους,παραδοσιακά αντιστρέφουν τους πυκνωτές της κορυφής και τους τοποθετούν πάνω σ'ένα ανθεκτικό ατσάλινο πλαίσιο,και επομένως έχουν μονωτές με το κατάλληλο μήκος επειδή έτσι είχαν κάνει όταν μάθαιναν.Τέτοιοι μαθητευόμενοι δεν χρειάζεται να ξέρουν τίποτα για το μήκος των μονωτών.Δεν χρειάζεται καν να είναι μια έννοια ανάμεσα στις άλλες έννοιες που τους χρειάζονται γαι να φτιάξουν λέηζερ.Παρ'όλα αυτά υπάρχει η εντύπωση οτι γι'αυτούς που μπορούν να μιμηθούν τις δεξιότητες του δασκάλου τους ικανοποιητικά θα μπορούσαμε να πούμε οτι έχουν επαρκή γνώση για το μήκος του μονωτή προκειμένου να φτιάξουν ένα λέηζερ.Σημειώστε πως θα τους ήταν εντελώς αδύνατο να εξηγήσουν ο,τι ήξεραν για το μήκος των μονωτών-φανερά κατηγορία 4 (με στοιχεία από την κατηγορία 3).Αργότερα όταν το μήκος του μονωτή έγινε έναρθρο π.χ. "αντέστρεψε τους πυκνωτές έτσι ώστε να βεβαιωθείς οτι ο μονωτής της κορυφής είναι αρκετά κοντός" θα μετακινούνταν στην κατηγορία 2.

Στο μετέπειτα στάδιο,όταν το ζήτημα του μήκους των μονωτών πέρασε στο λεξιλόγιο και την <<κουλτούρα>> των ηλεκτρονικών ,η γνώση τυποποιήθηκε και θεωρητικοποιήθηκε.Σ'αυτό το τελικό στάδιο,όπου ήταν γνωστό οτι το μήκος των μονωτών πρέπει να είναι μικρότερο από 8 ίντσες,η γνώση ανήκε στην κατηγορία "γεγονότα-κανόνες",μετακινούμενη από την κατηγορία 2 στην κατηγορία 1.

Αυτές οι μεταθέσεις κατηγορίας είναι πολύπλοκες.Περιλαμβάνουν μεταθέσεις περιβάλλοντος,ατομικές πολιτισμικές προσαρμογές και αλλαγές στο "πολιτισμικό περιβάλλον" καθώς και αλλγές στον τρόπο που η γνώση τυποποιείται.Το οτι ο Harrison έμαθε να ερμηνεύει το "κοντός" και έτσι απέκτησε την ευρετική γνώση,περιέλαβε εκ μέρους του μια πολιτισμική προσαρμογή:Έπρεπε να αφομοιώσει την ερμηνεία που έδινε στη λέξη "κοντός" το περιβάλλον της βιομηχανίας λέηζερ.Η μετάθεση από τον ευρετικό στον τυπικό κανόνα επίσης παριλάμβανε μεταθέσεις περιβάλλοντος:στο περιβάλλον των ηλεκτρονικών.Επιπλέον μπορούμε να πούμε οτι ο ¨κανόνας των 8 ιντσών" ανήκει μόνο στην κατηγορία 1 επειδή οι δεξιότητες μέτρησης είναι ευρέως διαδεδομένες στο πολιτισμικό περιβάλλον μας.Αν φτιάχναμε το λέηζερ σε μια πιο "πρωτόγονη κοινωνία" ο κανόνας θα έπρεπε να βρίσκεται στο διάγραμμα,στην καλύτερη περίπτωση,κάτω από την κατηγορία 1.

Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει πρέπει να θυμηθούμε οτι η έννοια της τεχνικής και επιστημονικής εξέλιξηςδεν είναι ο μόνος τρόπος για να περιγράψουμε τα είδη των αλλαγών που είδαμε.Θα μπορούσε να πει κανείς οτι είναι σημαντικό να θυμηθούμε τη σχετικιστική άποψη της δεξιότητας.Έτσι λέμε οτι η ανάγνωση μιας ένδειξης σε ένα καντράν ή η μέτρηση του μήκους ενός μονωτή απαιτεί "λιγότερη δεξιότητα" απ'ότι χρειαζόταν πριν(εννοώντας είτε οτι οι δεξιότητες του να μετράμε έχουν γίνει περισσότερο διαδεδομένες είτε οτι τα σύγχρονα όργανα μέτρησης,σε σύγκριση με τα παλιότερα,χρησιμοποιούν δεξιότητες που είναι ήδη πολύ πιο ευρέως διαδεδομένες)επειδή δε θεωρούμε τις πολύ διαδεδομένες δεξιότητες ως δεξιότητες.Για παράδειγμα η πληκτρολόγηση και η οδήγηση κάποτε θεωρούνταν εσωτερικές δεξιότητες αλλά όχι πια.Αυτό δεν έχει τόσο σχέση με το τι αλλαγές έγιναν στο τι πρέπει να κάνει κανείς για να πληκτρολογήσει ή να οδηγήσει όσο με την ευρεία διάδοση αυτών των ικανοτήτων.Ειρωνικά,ένα από τα ποτελέσματα της έρευνας πάνω στην ΤΝ είναι η ανακάλυψη οτι μερικές πολύ διαδεδομένες ικανότητες,όπως η ομιλία,η γραφή και η κοινωνική

αλληλεπίδραση,είναι δύσκολο να εξηγηθούν και οτι τα πράγματα που νομίζουμε οτι χαρακτηρίζουν τους έξυπνους ανθρώπους,όπως η γρήγορη εκτέλεση μαθηματικών πράξεων ή το καλό παίξιμο σκακιού,είναι σχετικά εύκολο να συμπεριληφθούν σε τύπους.Αυτό εξηγεί γιατί δε μπορούμε να σκεφτούμε την ανάπτυξη μηχνών με ικανότητα γνώσης χωρίς να σκεφτούμε το πώς θα χρησιμοποιηθούν ,τον τρόπο με τον οποίο θα εισαχθούνστο πολιτισμικό περιβάλλον. Μια μηχανή που μπορεί να αλληλεπιδράσει αρκετά ικανοποιητικά σε ένα κοινωνικό σκηνικό μπορεί να είναι απαράδεκτη σε ένα άλλο.

Τώρα προσπαθήστε να φανταστείτε τον Harrison να φτιάχνει το λέηζέρ του με τη βοήθεια ενός έμπειρου συτήματος.Αν το σύστημα είχε σχεδιαστεί στο φανταστικό στάδιο του δασκάλου-μαθητευόμενου ,δεν θα υπήρχε σε αυτό τίποτε σχετικό με το μήκος του μονωτή,όσο επίμονος και αν ήταν ο μηχανικός της γνώσης που το έφτιαξε,διότι η γνώση για το μήκος του μονωτή δεν ήταν συνειδητά γνωστή και επομένως δεν μπορούσε να επεξηγηθεί.Δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερο λόγος να υποθέσει κανείς οτι οι αντεστραμμένοι πυκνωτές θα έπρεπε να περιληφθούν στους ευρετικούς κανόνες του συστήματος γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί από τον καθένα ως τίποτα παραπάνω από ένα παραδοσιακό τμήμα του σχεδίου,μια διακοσμητική σκέψη.Τα περισσότερα λέηζερ που θα φτιάχνονταν από σωστά εκπαιδευμένους μαθητές θα δούλευαν,όμως η κρίσιμη σημασία του μήκους του μονωτή θα παρέμενε μη αναγνωρισμένη.Ένα τέτοιο έμπειρο σύστημα θα δούλευε μόνο εκεί όπου θα υπήρχε ήδη μια σημαντική παράδοση στην κατασκευή λέηζερ στην κοινότητα.Αν παρ'όλα αυτά το σύστημα φτιαχνόταν σ'ένα κατοπινό στάδιο ,ας πούμε όταν περίπου ο Harrison άρχιζε την κατασκευή,τότε θα περιλάμβανε μια οδηγία για τη διατήρηση του μικρού μήκους των μονωτών της κορυφής,όμως αυτή η ηδηγία θα ήταν χρησιμοποιήσιμη μόνον από κάποιον που θα ήταν αρκετά ειδικός για να ξέρει πώς να ερμηνεύσει τον κανόνα στο περιβάλλον της κατασκευής λέηζερ.Είναι απαραίτητη η πολιτισμική επάρκεια,σε μικρότερο όμως βαθμό απ'οτι απαιτούνταν στην προηγούμενη περίπτωση.Αργότερα,όταν ανακαλύφθηκε οτι τα ηλεκτρονικά ήταν το σχετικό περιβάλλον,ο κανόνας έγινε λιγότερο διφορούμενος (για το συγκεκριμένο σχέδιο λέηζερ).Η οδηγία "το μήκος του μονωτή πρέπει να είναι λιγότερο από 8 ίντσες" επέτρεψε σε περισσότερους χρήστες με λιγότερο εξειδικευμένες δεξιότητες να επιτύχουν.Για να το θέσουμε αλλιώς,ο κανόνας βασίζεται σε πολύ πιο διαδεδομένη πολιτισμική επάρκεια.Το νόημα του "8 ίντσες" είναι σαφές για τα περισσότερα μέλη των Δυτικών κοινωνιών.Αυτό που ονομάζουμε βασική τεχνική εκπαίδευση είναι πολιτισμική προσαρμογή αυτού του είδους.

Πολιτισμικές Δεξιότητες σαν Μη Επεξηγημένοι Κανόνες

 

Προηγουμένως είδαμε πως ένα κομμάτι γνώσης μετακινείται από μια μη επεξηγημένη σε μια επεξηγημένη κατηγορία γνώσης.Στο τέλος της σειράς των πραγματικών και φανταστικών μετασχηματισμών ,η γνώση ήταν σταθερά στην κατηγορία "γεγονότα-κανόνες",για την οποία λέμε οτι θα μπορούσε να γίνει κατανοητή με αναφορά σε ευρέως διαδεδομένη πολιτισμική επάρκεια.Έτσι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από αυτούς που θα ονομάζαμε τελικοί χρήστες χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες,σκεπτόμενοι οτι ο χωρίς δεξιότητες χρήστης είναι παρ'όλα αυτά πολιτισμικά επαρκής για να καταλάβει αρκετά πράγματα,όπως τα χειρόγραφα και η φυσική γλώσσα,τα οποία είναι πολύ πέρα από τις ικανότητες κάθε σημερινού υπολογιστή.

Το μοντέλο που ανέπτυξα μέχρι τώρα μας βοηθά να καταλάβουμε δυο πράγματα:Τις άμεσες δυνατότητες και τους περιορισμούς των έμπειρων συστημάτων.Χρησιμοποιώντας το μοντέλο μπορούμε να δούμε οτι η επιτυχία των σημερινών έμπειρων συστημάτων βασίζεται σε περισσότερα πράγματα από την εξυπνάδα των κατασκευαστών υπολογιστών και των προγραμματιστών,και την επιμονή και την γνησιότητα των μηχανικών της γνώσης καθώς αυτοί αποσπούν γνώσεις από τους ειδικούς.Εξαρτάται από τη φύση της δεξιότητας που κωδικοποιείται στο σύστημα (αν αυτή είναι ήδη πολύ δομημένη και με καλό θεωρητικό υπόβαθρο τότε λίγα προβλήματα ερμηνείας θα προκύψουν) και εξαρτάται από τις εξελίξεις στην κατανόηση μέσα στην επιστήμη και πάνω στις δεξιότητες του τελικού χρήστη και στις αλλαγές του πολιτισμικού περιβάλλοντος όπως π.χ. οταν σχετικές πολιτισμικές δεξιότητες γίνονται πιο ευρέως διαδεδομένες.Το μοντέλο όμως παρουσιάζει και έαν παράδοξο.

Από τη μια μεριά φαίνεται αδύνατο να επεξηγήσει κανείς πολιτισμικές δεξιότητες επειδή,όπως τονίζουν οι φαινομενολόγοι,αυτό οδηγεί σε μια ατελείωτη οπισθοδρόμηση:κάθε εξήγηση απαιτεί μια νέα επεξήγηση συνεχώς,μέχρι να φτάσουμε στα θεμέλια του κοινού πολιτισμού που παρέχει νόημα.Χωρίς κοινό πολιτισμό,οι επεξηγήσεις συνεχίζονται επ'άπειρον.Από την άλλη πλευρά,έχουμε κοινό τμήμα πολιτισμού και επομένως μπορούμε να μάθουμε,και όπως είδαμε,η ποσότητα που μπορούμε να επεξηγήσουμε φαίνεται να μεγαλώνει σε μέγεθος.Επίπλέον η επεξήγηση συγκεκριμένων απόψεων της πολιτισμικής μας επάρκειας είναι μια κοινή εμπειρία.Όταν αλληλεπιδρούμε με αυτούς που είναι κοντά μας πολιτισμικά επικοινωνούμε με λίγα επεξηγηματικά σχόλια και αυτά μεταφέρουν νόημα επειδή έχουμε πολλά κοινά στο περιβάλλον.Αλλά καθώς η πολιτισμική και η περιβαλλοντική απόσταση μεγαλώνει ανάμεσα στους επικοινωνούντες η ενδεχόμενη ασάφεια όλο και πιο πολλών μυνημάτων γίνεται φανερή,και πιο πολλά χρειάζεται να επεξηγηθούν και μπορούν να επεξηγηθούν.Οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν αυτό το γεγονός όταν μελετούν πολιτισμικές εξαρθρώσεις.Σε τέτοιες περιπτώσεις ιθαγενείς πιέζονται να εναρθρώσουν (επεξηγήσουν) όψεις τις ζωής τους τις οποίες είχαν δεχθεί ως δεδομένες.Έτσι, παρ'όλο που οι πολιτισμικές δεξιότητες,όπως οι χειροκίνητες και οι αντιληπτικές δεξιότητες,έχουν συστατικά που δεν μπορούν να επεξηγηθούν,μερικά πράγματα μπορούν να εναρθρωθούν αν η αναγκαιότητα γι'αυτο μας επιβληθεί.Ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι τόσο αδιαπέραστος όσο όλα αυτά.

Περίληψη και Συμπεράσματα

Σ’αυτό το κεφάλαιο πρότεινα ότι οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι της τεχνολογίας μπορούν να χρησιμοποιούν τα έμπειρα συστήματα σαν πειραματική εργαλεία έρευνας στη φύση της γνώσης μελετώντας τις προσπάθειες των «γνωστικών» μηχανικών να καταστήσουν τον πολιτισμό ορατό.Επίσης ανέπτυξα, και διευκρίνισα, ότι ο τρόπος που μπορούμε να μάθουμε για τις δυνατότητες αυτών των μηχανημάτων είναι κοιτώντας τα μέσα από το πρίσμα της φιλοσοφίας και της νέας κοινωνιολογίας της γνώσης.Για να είμαστε τελεολογικοί μ’αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το γεγονός αυτό είναι μία από τις επιδιώξεις της κοινωνιολογίας της γνώσης και τους σχετιζόμενους μ’αυτή περιορισμούς.

Υποστήριξα ότι μια μηχανή δεν γίνεται κατανοητή αποξενωμένη από τον χρήστη της αλλά και από το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει.Ο ρόλος του χρήστη είναι να εισάγει το «μέρος του παγόβουνου»,αυτό της πολιτισμικής γνώσης που δεν γίνεται να προγραμματιστεί.Η πρόοδος στο IKBS θα έρθει με το «δέσιμο» μιας μεγαλύτερης περιοχής στη βάση του «παγόβουνου», και αυτό θα επιτρέψει σε όλο και λιγότερο καταρτισμένους χρήστες να χρησιμοποιούν τα συστήματα.Όμως ο ρόλος των χρηστών δεν θα παραβλεφθεί ποτέ, και όταν αναφέρομαι σε μη-καταρτισμένους χρήστες, εννοώ μόνο αυτούς των οποίων τα προσόντα είναι πλατιά κατανεμημένα.Η ταχύτητα και η εξάπλωση εκεί που η ανάγκη για εσωτερικά προσόντα του χρήστη μειώνεται είναι ένα θέμα για πιο επισταμένη έρευνα.Μόνο όταν οι ειδικοί και οι χρήστες προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν συστήματα για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους γύρω από θέματα πάνω στα οποία έχουν λίγα πολιτισμικά κοινά, τότε το μείζον πρόβλημα του ΑΙ, η αναμφίβολη αναπαράσταση μιας αόριστα διακλαδιζόμενης ορθολογιστικής ανθρώπινης γνώσης, αρχίζει να διαφαίνεται.Εν τω μεταξεί, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο «γνωστικός» μηχανικός είναι πιο βολικά και έχουν βατές λύσεις που βασίζονται στις δυνατότητες του χρήστη.

Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα –η κωδικοποίηση της πολιτισμικής γνώσης και η μετάδοσή της σε κάτι που δε δύναται να έχει τέτοιου είδους γνώση- είναι ήδη μέσα στο πεδίο μελέτης των κοινωνιολόγων και των ανθρωπολόγων.Το νόημα της συμμετοχικής παρατήρησης (κατανόησης) είναι να μεταφέρεις πολιτιστικές ικανότητες σ’έναν παρατηρητή που είναι αρχικά έξω από όλα αυτά.Σ’αυτό είναι συνηθισμένοι οι κοινωνιολόγοι.Το πρόβλημα της αναπαράστασης αυτών των ικανοτήτων με έναν λιγότερο πολιτισμικά ακριβή τρόπο είναι ακριβώς το πρόβλημα μιας επιτυχημένης συμμετοχής που τότε προσπαθεί να μεταδώσει τη νέα διορατικότητα στο άπειρο επαγγελματικό αναγνωστικό κοινό της ερευνητικής εφημερίδας.Ο βαθμός στον οποίο ό,τι είναι εννοούμενο και πολιτισμικό μπορεί να γίνεται ρητά είναι μέρος και πακέτο του ίδιου προβλήματος.Η συμμετοχική παρατήρηση –αυτό το ευκολότερο των μεθοδολογιών της κοινωνικής επιστήμης- θα μπορούσε περιέργως να είναι άμεσης συνάφειας με τη γένεση των «γνωστικών» μηχανικών.



Σημειώσεις

Η εμπειρική άποψη αυτής της έρευνας στηρίχθηκε από το Συμβούλιο Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας με τις χρηματοδοτήσεις HR3453/1 και CO8250002.

Είμαι ευγνώμων στους Ed Constant, Bryn Jones, Arie Rip, Trevor Pinch, Richard Velleman, Jay Gershunny, Andrew Kerslake και σ’έναν ανώνυμο αξιολογητή για την ενθάρρυνση και τα χρήσιμα σχόλια.

1. Δεν μπορούμε να πούμε ότι από μια συμμετρική και σχεσιακή σκοπιά δεν μπορούν να γίνουν ενδιαφέρουσες δουλειές πάνω στην Τ.Ν.Για παράδειγμα, ο Woolgal(σ’αυτόν τον τόμο) εξετάζει τον τρόπο που οι αποδόσεις της ευφυΐας παραχωρούνται ή κατακρατούνται από τις μηχανές χωρίς σκέψη, εάν τέτοιες αποφάσεις είναι λογικές.Παρ’όλα αυτά, μια συντηριτική αντίδραση θα μπορούσε να κρύψει τη σημασία μιας τέτοιας έρευνας για την αποτίμηση των προϊόντων της έρευνας πάνω στην Τ.Ν.

Σε μια ενδιαφέρουσα εργασία τους οι Fuhrman και Oehler(1986) συζητούν το νόημα της αντίδρασης αυτής.Συμπαιρένουν ότι μια εργασία μπορεί να θεωρηθεί αντιδραστική εν μέρει, υποστηρίζοντας ότι είναι κάτι τέτοιο, για παράδειγμα, προσθέτοντας σε μια πρόταση τις γραμμές:

“Αυτό εφαρμόζεται και σε μένα, επίσης”.Αυτό υποδηλώνει ότι η μεγάλη τάση για αντιδραστικότητα μπορεί να οδηγήσει σε λάθος τοποθέτηση.

2. Ένα σημαντικό στοιχείο της μοντέρνας Κοινωνιολογίας και της Επιστημονικής γνώσης, που έχει τις φιλοσοφικές του ρίζες στις επόμενες εργασίες από τον Wittgenstein (για παράδειγμα 1953, Collins 1974,1975 και Blool 1983), είναι που δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής δουλειάς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που μπορέι να σκεφτεί κανείς σαν πνευματικές ή θεωρητικές δραστηριότητες, θεωρείται καλύτερα σαν μια δραστηριότητα που χρειάζεται προσόντα.Αυτό πάει μαζί με τον επαναπροσδιορισμό της εργαστηριακής δραστηριότητας στο μοντέλο ανοιχτού συστήματος.

3. Χάνοντας συνεχώς από έναν μικρό υπολογιστή για σκάκι, δεν έχω καμιά ψευδαίσθηση γύρω από τη διαφάνεια των μηχανικών απόψεων για τις έξυπνες μηχανές.

4. Η αντίληψή μας για το λόγο και ό,τι αυτό συνεπάγεται είναι μόνο σχεδόν μη προβληματική.Η Εθνομεθοδολογία δείχνει την ποιότητα της “διόρθωσης” που πρέπει να κάνουμε ακόμα και σε μια κανονική αλληλεπίδραση.Παρ’όλα αυτά είναι προφανές ότι η αντίληψή μου για την Αγγλική γλώσσα χρειάζεται περισσότερα για να εξηγηθεί απ’ό,τι μεθόδους διόρθωσης όταν συγκρίνεται μετην αντίληψή μου για την Κινέζικη γλώσσα γλώσσα.Δεν μπορώ να βρω τρόπο να το εκφράσω αυτό μέσα από το εθνομεθοδολογικό λεξιλόγιο.

5. Η από πάνω προς τα κάτω έκδοση έχει χρησιμοποιηθεί πολύ από ψυχολόγους που αισθάνονται ότι τα υπολογιστικά μοντέλα προσφέρουν μια δοκιμή για τις θεωρίες της λειτουργίας του εγκεφάλου.Δείτε, για παράδειγμα, Boden(1981).

6. Για ένα πρόχειρο απολογισμό έμπειρων συστημάτων, δείτε Feigenbaum και Mc Corduck(1984). Για ορισμό, δείτε Hayward(1984).

Οι παραδοσιακές υλοποιήσεις Τ.Ν. με μεθόδους top-down άρχισαν να φαίνονται σαν IKBS εφόσον έγινε αντιληπτό ότι ένα πρόγραμμα Τ.Ν.απαιτεί μεγάλο όγκο γενικών γνώσεων γύρω από τον κόσμο έτσι ώστε να αρχίσει να ταξινομεί την έννοια των πραγμάτων όπως ένας άνθρωπος.Η top-down Τ.Ν. και IKBS είναι στην πραγματικότητα οι αντίθετοι πόλοι μιας συνεχούς σειράς ανταλλαγών μεταξύ θεωρίας και γνώσης.Η top-down Τ.Ν. τονίζει τις θεωρίες της γνώσης:τα έμπειρα συστήματα τονίζουν διακριτά τμήματα γνώσης.Και οι δύο προσεγγίσεις χρησιμοποιούν η μία στοιχεία της άλλης, ωστόσο.

7. Γι’αυτό αναφέρομαι μόνο στην ιδέα των έμπειρων συστημάτων.

8. Επιλέγω αυτές τις επεξηγήσεις των τύπων της γνώσης για τους παρακάτω λόγους:Το παράδειγμα με τα μείγματα της Χημείας αναφέρεται στα προβλήματα της κωδικοποίησης των εννοούμενων προσόντων που είναι εμπλεκόμενα σε ένα ημιαγώγιμο κρύσταλλο που μεγαλώνει σ’ένα έμπειρο σύστημα (Δείτε Collins 1986).Το παράδειγμα με τα ΤΕΑ laser σε μια παλιότερη δουλειά μου μεταφοράς υπονοούμενης γνώσης και αναλύεται εκτενέστερα σε παρακάτω τμήματα αυτού του κεφαλαίου.Το παράδειγμα με τη Διφθερίτιδα αναφέρεται στο βιβλίο του L.Fleck “Genesis….Fact”(1979[1935]).

9. Δείτε Jones(1984).Δείτε επίσης Latour και Woolgar (1979), που έχουν μια τάση να χειρίζονται μηχανισμούς με έναν υπερβολικά αφηρημένο τρόπο.

10. Χρησιμοποιώντας τα λόγια ενός ρεαλιστή, η “προοδευτική” περιγραφική γλώσσα σ’αυτό το κεφάλαιο δεν κάνει περισσότερα από το να χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες συμβάσεις από την εώς τώρα δουλειά στην Κοινωνιολογία της γνώσης.Σε μια τέτοια ρεαλιστική δουλειά η γλώσσα χρησιμοποιείται για να περιγράψει πτυχές της γνώσης που δεν εξετάζονται συσχετιστικά.Μια εναλλακτική θεραπεία, ας πούμε, του κανόνα κτισίματος του οχτάιντσου laser είναι βέβαια πιθανή και μπορεί να βρεθεί στην άλλη δουλειά πάνω στο ΤΕΑ laser.

11. Αλλού (Collins 1985) έχω περιγράψει το παιχνίδι του “Αδέξιου μαθητή”, το οποίο είναι μια συσκευή προς τα έξω τη φύση και τα όρια του κατά πόσο μπορούν να εξηγηθούν απλοί κανόνες.

12. Για παράδειγμα, περιοχές όπου υπάρχει φυσιολογικά αμφισβήτηση στην επιστήμη και σε άλλες πολιτισμικές δραστηριότητες έχουν χρησιμοποιηθεί ως καρποφόρα μέρη για την κοινωνιολογική έρευνα.Τα πρώιμα πειράματα του Garfinkel(1967) μπορούν να μεταφραστούν με τον ακόλουθο τρόπο: η σκόπιμη διατάραξη των κοινωνικών ρυθμίσεων αναγκάζει τους ηθοποιούς να είναι ενσυνείδητοι γύρω από τον τρόπο με τον οποίο διατηρείται η συνηθισμένη τάξη.

13. Η ιδέα της γνώσης όπως συντάχθηκε από ένα μεγάλο αριθμό κανόνων είναι, βέβαια, ευχάριστο στο Μηχανικό της Γνώσης.Για παράδειγμα ο Hayes-Roth(1985) προτείνει ότι “ένα εμπορικά πρακτικό σύστημα θα μπορούσε να απαιτεί γύρω στους 50 κανόνες”,ότι “η εμπειρία σ’ένα επάγγελμα απαιτεί γύρω στους 10.000 κανόνες” και ότι “τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας είναι περίπου στους 100.000 κανόνες”.Με το παρόν καθεστώς της τέχνης των έμπειρων συστημάτων, 100.000 είναι πρακτικά τόσο μακριά όσο ο αποτελεσματικά άπειρος αριθμός που προτείνω ότι περιλαμβάνεται η ανθρώπινη ικανότητα.Η πρόβλεψη μου θα ήταν ότι, όσο οι μηχανές γίνονται όλο και πιο ισχυρές και εάν η μηχανή των 100.000 κανόνων γίνει μια πιθανότητα, τότε είτε η ανθρώπινη εμπειρία θα πάψει να θεωρείται σαν μια συλλογή από κανόνες ή ο αριθμός των κανόνων που υποστηρίζω ότι είναι το ανθρώπινο όριο θα αυξηθεί δραματικά έτσι ώστε να παραμείνει πολύ πάνω από τον ορίζοντα.

Κάτι που δεν ακολουθείται από την έκδοση μου του μοντέλου είναι αναπόφευκτη επιτυχία του δυνατού προγράμματος έρευνας πάνω στην Τ.Ν, και ούτε ακόμη γρήγορες βελτιώσεις.Αν το δυνατό πρόγραμμα απαιτεί μια αόριστη και με ανοιχτό τέλος συλλογή κανόνων για να αναπαραστήσει την ανθρώπινη νόηση, τότε η πλήρης επιτυχία, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει, δεν είναι περισσότερο εφικτό απ’ό,τι το ταξίδι με την ταχύτητα του φωτός.Η γρήγορη βελτίωση ίσως να μην είναι ούτε και αυτή πιθανή.Εάν ο αριθμός των νέων κανόνων που χρειάζεται για κάθε “μοναδιαία αύξηση” στην πολιτισμική ικανότητα μεγαλώνει εκθετικά και με ρυθμό γρηγορότερο απ’ό,τι οι βελτιώσεις στην υπολογιστική ισχύ των Computer, τότε μια “μικρή” πρόοδος θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη να πραγματοποιηθεί.Για να θέσουμε αυτό περισσότερο σε όρους της σύγχρονης εμπειρίας στην Τ.Ν, το να πάμε από τις ειδικές εφαρμογές πάνω σ’ενα πεδίο ορισμού σε περισσότερο γενικές ικανότητες είναι πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από το να αναπτυχθεί ικανότητα σε πολλά ειδικά πεδία.Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από ένα άθροισμα των εμπειριών που προέρχονται από τα διάφορα πεδία όπου λειτουργεί.

14. Αυτή η άποψη φαίνεται να αντιφάσκει με την αντίληψη του Popper(1972) για ένα τρίτο κόσμο αντικειμενικής γνώσης.Ο Popper φαίνεται να πιστεύει ότι αυτός ο τρίτος κόσμος υπάρχει, σε βιβλιοθήκες κ.ο.κ, σε τέτοια μορφή που, ακόμη κι αν ο ανθρώπινος πολιτισμός καταστρεφόταν, η γνώση θα επιζούσε.Η γνώση είναι ανεξάρτητη από τους ανθρώπους.Αλλά το επιχείρημά μου δείχνει ότι τέτοια σύνολα συμβόλων θα έχαναν το νόημα τους συνεκτεινόμενα με την καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού.Η βάση του παγόβουνου θα επιβιώσει μόνο μεταδίδοντάς την από γενιά σε γενιά και μόνο εάν υπάρχει συνέχεια στην κοινωνική ζωή.Γι’αυτό τα τυπωμένα σύμβολα θα έχαναν όλη τη σημασία τους αν ο ανθρώπινος πολιτισμός καταστρεφόταν.Η ύπαρξη λοιπόν ενός υποτιθέμενου τρίτου κόσμου, είναι οργανικά σχετιζόμενη με την ύπαρξη και συνέχεια του ανθρώπινου πολιτισμού.

Όταν οι απόψεις γίνονταν γι’αυτήν την γνώση πεθάνουν (για παράδειγμα, όταν οι τεχνικές επιδεξιότητες χάνονται), δεν μπορούν να “ξανααποκαλυφθούν” από γραπτά κείμενα χωρίς να “ξανααποκαλυφθούν” στην πράξη.Ένα γραπτό κείμενο μπορεί να οδηγήσει στη διαδικασία της “ξαναανακάλυψης”, αλλά αυτό είναι σε θέση να το κάνει μόνο γιατί υπάρχει αρκετή συνέχεια στη γνώση που επιτρέπει στις γραπτές λέξεις να έχουν νόημα.Αυτό το μέρος της βάσης του παγόβουνου που υποστηρίζει την εσωτερική επιδεξιότητα πρέπει να κατασκευαστεί εκ νέου.

15. Νομίζω ότι θα ήταν σωστό να πούμε ότι η κοινωνιολογία της γνώσης έχει συγκεντρωθεί περισσότερο στο δρόμο Α του σχήματος 1, αλλά δείτε τον Gooding(1986) για ένα άλλο τρόπο να βλέπεις προσπάθειες να μετακινηθεί η γνώση από τις κατηγορίες 3 και 4 στις κατηγορίες 1 και 2.(Στο άρθρο του Gooding το θέμα είναι οι επιστημονικές και πειραματικές επιδεξιότητες του Michael Faraday.

16. Με ενδιαφέρον, ο Hayes-Roth (1985) προτείνει ότι ένας χρήσιμος κανόνας γι’αυτούς που χτίζουν έμπειρα συστήματα είναι: “Αναζητήστε προβλήματα που οι ειδικοί μπορούν να λύσουν μέσω τηλεφωνικών επικοινωνιών”.Δεδομένης της ανάλυσης εδώ, κάποιος μπορεί να καταλάβει γιατί αυτός είναι ένας ικανός κανόνας: διαβεβαιώνει ότι η λύση του προβλήματος μπορεί να εκφραστεί με λέξεις.

Μπορεί να είναι ενδιαφέρον για τους ερευνητές στις “γνωστικές” επιστήμες ότι η εργασία του Collins et al.(1986) βρήκε έτοιμο ακροατήριο στην τεχνική κοινότητα.Στην πραγματικότητα, η εργασία μοιράστηκε το βραβείο για την τεχνική αξία στην ετήσια διάσκεψη έμπειρων συστημάτων της Βρεττανικής Υπολογιστικής Κοινότητας το 1985, Έμπειρα Συστήματα 85.Εύχομαι ότι αυτό θα ενθαρρύνει τους επιστήμονες της γνώσης να προσπαθούν να μιλούν πιο συχνά στο τεχνικό ακροατήριο.

17. Πράγματι αυτή η συνήθεια για τεχνολογικές σπουδές είναι κάπως παρόμοια με τη δουλειά πάνω στον αυτοματισμό που έγινε από τον Jones (1984), τους Jones και Wood(1985),και των Manwaring και Wood(1985).Για παράδειγμα, αυτοί οι ερευνητές ασχολήθηκαν με τα όρια και τη σημασία του deskilling στο μέρος της εργασίας ενώ γίνονται προσπάθειες να αντικατασταθούν οι επιδέξιοι χειριστές μηχανημάτων από μηχανικά εργαλεία ελεγχόμενα από αριθμούς και ανεπτυγμένους υπολογιστές.Οι Jones και Wood, συγκεκριμένα, έχουν χρησιμοποιήσει ιδέες παρόμοιες με εκείνες που συζητήθηκαν εδώ για να υποστηρίξουν ότι οι πιθανότητες για την αντικατάσταση των επιδεξιοτήτων των χειριστών των μηχανημάτων είναι περιορισμένες.


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος