Μανώλης Χριστοδουλάκης [1785]

Σταύρος Αθανασόπουλος [1810]

Θόδωρος Πιτένης [1758]

Χαράλαμπος Δημητριάδης [1792]

Φώτης Μπούσγος [1812]

Μυροφόρα Αντωνουδιού [1794]

Εργασία

Για το μάθημα

Κοινωνικές και Νομικές Πλευρές της Τεχνολογίας

http://hyperion.math.upatras.gr/courses/soctech

Μάιος 1999

 

 

 

HACKING ΚΑΙ ΙΟΙ

Tom Forester & Perry Morrison

 

Στις 27 Απριλίου του 1987, τηλεθεατές της καλωδιακής τηλεόρασης Home Box Office (HBO) στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν μάρτυρες ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος, που κατά καιρούς χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη πράξη τρομοκρατίας υψηλής τεχνολογίας ή το πιο εκτενώς παρακολουθηθέν κομμάτι ηλεκτρονικού γκράφιτι στον κόσμο. Εκείνο το βράδυ, οι παρατηρητές της δορυφορικής εκπομπής The Falcon and the Snowman του HBO είδαν τις οθόνες τους να μαυρίζουν και το ακόλουθο μήνυμα να εμφανίζεται:

Good Evening HBO from Captain Midnight. $12.95 a month?

No way!

(Show-time/Movie Channel, Beware!).

Το μήνυμα αυτό κράτησε για περίπου τέσσερα λεπτά. Αντιπροσώπευε μια διαμαρτυρία κατά της απόφασης του HBO να κωδικοποιήσει το δορυφορικό του σήμα έτσι ώστε οι κάτοχοι δορυφορικών κεραιών να αναγκαστούν να αγοράσουν ή να νοικιάσουν αποκωδικοποιητές για να μπορούν να βλέπουν τα προγράμματα του HBO. Πιο ενδεικτικά –και με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο– αυτό διευκρίνισε την τρωτότητα των δορυφόρων και άλλων επικοινωνιακών υπηρεσιών σε κακόβουλες παρεμβολές.

Η αναζήτηση και η σύλληψη του Captain Midnight πήρε αρκετούς μήνες και χρειάστηκε και αρκετή τύχη. Οι ανακριτές αρχικά υποστήριζαν ότι ο Captain είχε χρησιμοποιήσει κάποιες εμπορικές εγκαταστάσεις δορυφορικών υπηρεσιών για να παρεμβάλει το εκπεμπόμενο σήμα του HBO, αλλά με τρόμο ανακάλυψαν ότι υπήρχαν περίπου 2,000 τέτοιες εγκαταστάσεις. Ευτυχώς για αυτούς, μόνο ένας πολύ μικρότερος αριθμός (580) χρησιμοποιούσε το είδος της γεννήτριας χαρακτήρων που χρησιμοποίησε ο Captain Midnight για να δημιουργήσει το μήνυμα του, και από αυτές μόνο 12 ήταν διαθέσιμες εκείνο το βράδυ για σκοπούς παρεμβολής. Τα αρχεία έδειξαν ότι όλες αυτές είχαν αναμιχθεί σε νόμιμες δραστηριότητες.

Το αδιέξοδο σε αυτή την υπόθεση ξεπεράστηκε μόνο όταν ένας τουρίστας από το Wisconsin έτυχε να ακούσει κάποιον να μιλά για την κακόγουστη φάρσα του Captain Midnight καθώς χρησιμοποιούσε ένα δημόσιο τηλέφωνο στη Florida. Ο τουρίστας ανάφερε τον αριθμό της άδειας κυκλοφορίας του ανθρώπου αυτού, και η πληροφορία αυτή οδήγησε τελικά την αστυνομία στον ένοχο –John MacDougall, έναν πωλητή δορυφορικών κεραιών, μηχανικό ηλεκτρονικών και υπάλληλο μερικής απασχόλησης στις εγκαταστάσεις δορυφορικών υπηρεσιών Central Florida Teleport στην Ocala. Στη συνέχεια ο MacDougall κατηγορήθηκε ότι εξέπεμπε χωρίς άδεια και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο αστυνομική επιτήρηση και πρόστιμο $5,000.

Ωστόσο, από τότε που έγινε το επεισόδιο με τον Captain Midnight, αρκετά άλλα περιστατικά πειρατείας παρεμβολής βίντεο έχουν συμβεί, συμπεριλαμβανομένου ενός περιστατικού το Νοέμβριο του1987 στο οποίο το σήμα του WGN-TV (κανάλι 9 στο Σικάγο) υπερκαλύφθηκε για περίπου 15 δευτερόλεπτα. Το ίδιο βράδυ, το σήμα του WTTW (κανάλι 11 στο Σικάγο) επίσης υπερκαλύφθηκε από ένα σήμα των 90 δευτερολέπτων, αυτή τη φορά από κάποιον που εμφανιζόμενος ως Max Headroom κτυπούσε ζωηρά τα εκτεθειμένα οπίσθιά του με μια μυγοσκοτώστρα. Αυτά τα επεισόδια είχαν ως αποτέλεσμα το αμερικάνικο κογκρέσο να περάσει νόμο που να θεωρεί τη δορυφορική υποκλοπή κακούργημα και ο πρώτος που συνελήφθη και δικάστηκε βάσει αυτής της νομοθεσίας ήταν ο Thomas M. Haynie, υπάλληλος του Christian Broadcasting Network, ο οποίος το 1987 εμφάνισε ένα θρησκευτικό μήνυμα στο κανάλι Playboy.

Εν τούτοις η πιο σημαντική πτυχή της πράξης του Captain Midnight και άλλων παρόμοιων περιστατικών δεν είναι άμεσα εμφανείς. Ο MacDougall προκάλεσε μια ελαφριά ενόχληση σε ένα μεγάλο αριθμό τηλεθεατών και πιθανώς, στη χειρότερη περίπτωση, αρκετή αμηχανία στην HBO. Παρ’ όλα αυτά το γεγονός ότι αυτό το άτομο μπόρεσε να εκπέμψει ένα συγκεκριμένο μήνυμα σε χιλιάδες σπίτια και να θέσει υπό τον έλεγχο του ένα πολύπλοκο δορυφορικό σύστημα εξέθεσε έναν πολύ πιο σημαντικό κίνδυνο. Τι θα γινόταν αν, αντί να είναι ένας θυμωμένος πωλητής δορυφορικών κεραιών, ο MacDougall ήταν ένας διεθνής τρομοκράτης και αντί να διακόψει μια ταινία, είχε αρχίσει να μπλοκάρει τα τηλέφωνα, καθώς και τις επικοινωνίες δεδομένων ενός αριθμού δορυφόρων; Επιπλέον, ξέρουμε ότι οι δορυφόροι διευθύνονται από το έδαφος χρησιμοποιώντας ραδιοσήματα για τον έλεγχο της λειτουργίας των μικρών τους μηχανών για ελιγμούς. Τι θα γινόταν αν ο MacDougall ή κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε αυτά τα ραδιοσήματα για να μετακινήσει τον δορυφόρο σε μια αλλοιωμένη τροχιά ή προκαλούσε την είσοδο του σε τροχιά ενός άλλου δορυφόρου –ίσως ενός σοβιετικού– πολλοί εκ των οποίων μεταφέρουν μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες ως πηγή ενέργειας;

Ακόμα χειρότερα, αν ο MacDougall ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας τροχαίας μιας πόλης, μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του στα υπολογιστικά συστήματα και στον έλεγχο της κυκλοφορίας για να μπερδέψει εντελώς τα φανάρια της πόλης σε κάποια ώρα αιχμής της κυκλοφορίας; Δεν χρειάζεται αρκετή φαντασία για να σκεφτεί κανένας τις συνέπειες μιας τέτοιας πράξης για μια πόλη, ας πούμε, στο μέγεθος του Λος Αντζελες. Όχι μόνο το κυκλοφοριακό μπέρδεμα θα έπαιρνε μέρες να ξεμπλέξει, αλλά και οι υπηρεσίες εκτάκτου ανάγκης (αστυνομία, πυροσβεστική, ασθενοφόρα, κλπ) θα εξουδετερώνονταν. Η συντήρηση υπονόμων, φωτισμού, ηλεκτρισμού και τηλεφώνων πιθανότατα θα είχε σταματήσει και αναπόφευκτα θα είχαμε μοιραία δυστυχήματα και ένα τεράστιο λογαριασμό ασφαλειών προερχόμενο από τα εκατοντάδες ερείπια ή τα καταστραμμένα αυτοκίνητα και τους τραυματισμένους ή αρρώστους ανθρώπους. Κυρίως, οι υπηρεσίες ασφάλειας θα πιέζονταν σκληρά για να συμφωνήσουν με οποιαδήποτε επιπλέον τρομοκρατική ενέργεια όπως ένας εκβιασμός ή κατάληψη των εγκαταστάσεων της υδατοπρομήθειας της πόλης.

Αυτού του είδους οι υποθέσεις διατυπώθηκαν σε μια πρόσφατη αναφορά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. National Academy of Sciences), η οποία δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν “αξιοσημείωτα τυχερές” με τα δίκτυα υπολογιστών τους και ότι κλέφτες ή τρομοκράτες με προχωρημένες τεχνικές γνώσεις θα μπορούσαν να υπονομεύσουν μερικά από τα πιο κρίσιμα υπολογιστικά συστήματα της χώρας. Σύμφωνα με την αναφορά, αυτά περιελάμβαναν δίκτυα τηλεπικοινωνιών, συστήματα ελέγχου της αεροπορίας, και οικονομικά συστήματα.

 

Τι είναι το Hacking;

Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, περιστατικά όπως η κακόγουστη φάρσα στον HBO αναφέρονται ως “hacking”. Εν τούτοις, αυτός ο όρος δεν είναι εύκολο να διευκρινιστεί, ούτε είναι πρόσφατο φαινόμενο. Σύμφωνα με συγγραφείς όπως ο Steven Levy, συγγραφέας του Hackers: Heroes of the Computer Revolution (New York: Doubleday, 1985), οι πρώτοι hackers ήταν φοιτητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (Massachusetts Institute of Technology – MIT) στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Αυτοί οι hackers εξειδικεύτηκαν στο να κατασκευάζουν λεπτομερή σχέδια τηλεφωνικών κυκλωμάτων και στο να ανιχνεύουν τα κυκλώματα και τους διακόπτες ρύθμισης του συστήματος μετάδοσης του δικτύου του ΜΙΤ. Στη συνέχεια ήρθαν τα τηλεφωνικά “phreaks” - ένα λογοπαίγνιο με τις λέξεις freak (φρικιό), phone (τηλέφωνο) και free (τζάμπα). Το phreaking στην αρχή ήταν απλώς ένας τρόπος να περνάς την ώρα σου: Ο σκοπός του δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από τον χειρισμό του τηλεφωνικού συστήματος της Bell στις ΗΠΑ, όπου ζούσαν οι περισσότεροι phreakers, για να κάνουν δωρεάν υπεραστικά τηλεφωνήματα. Οι περισσότεροι από τους πρώτους phreakers ήταν τυφλά παιδιά. Ήταν μια φυσική ενασχόληση για στερημένους από την όραση και πιθανώς και μοναχικούς νεαρούς. Το phreaking ήταν επίσης και κάτι στο οποίο μπορούσαν να γίνουν καλοί: Δεν χρειάζεται να βλέπεις για να το κάνεις, το μόνο που σου χρειάζεται είναι η ακοή και ενδεχομένως και ένα ταλέντο στα ηλεκτρονικά [CLM92]. O διάσημος Captain Crunch (John T. Draper) ανακάλυψε ότι ένα δημητριακό πρωινού γεύματος με το ίδιο όνομα περιείχε μία σφυρίχτρα που παρήγαγε έναν τόνο ταυτόσημο με αυτόν που χρησιμοποιούσε το τηλεφωνικό δίκτυο των Ηνωμένων Πολιτειών για πρόσβαση σε δωρεάν τηλεφωνικές υπηρεσίες. Οι δυνατότητες του μικρού αυτού παιχνιδιού λέγεται ότι αποκαλύφθηκαν τυχαία. Το παιχνίδι αυτό έβγαζε τον ήχο ενός ψηλού ΛΑ, που βρισκόταν πολύ κοντά στον τόνο των 2600 κύκλων που χρησιμοποιούσε η Bell για τις υπεραστικές της γραμμές. Πιτσιρίκια που έκαναν επίδειξη του νέου τους παιχνιδιού στη γιαγιά στην άλλη άκρη της γραμμής ανακάλυπταν συχνά ότι το τηλέφωνο έκλεινε. Η Bell χρειάστηκε πολύ καιρό για να ανακαλύψει την αιτία ή το πρόβλημα [CLM92]. Βασικά, αντί να το αποκαλύψουν δημοσίως, ο Draper και άλλα πολυμήχανα άτομα ανέπτυξαν τα “blueboxes”, γεννήτριες ηλεκτρονικών τόνων που θα μπορούσαν να αναπαράγουν ολόκληρη την σειρά τόνων που χρησιμοποιούσε το τηλεφωνικό δίκτυο των Ηνωμένων Πολιτειών στο σύστημα δρομολόγησης τηλεφωνημάτων του. Με τέτοιες συσκευές, ήταν δυνατό να τηλεφωνήσεις οπουδήποτε στον κόσμο δωρεάν. Αλλά, δυστυχώς, πολλοί “blueboxers” ακόμα και ο ίδιος ο πολυμήχανος Captain Crunch κατηγορήθηκαν για διάφορα παραπτώματα και απέλαβαν αρκετούς περιορισμούς στη φυλακή. Σύμφωνα με την Bell Telephone η πρώτη περίπτωση κλοπής σε υπεραστικό τηλεφώνημα με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής εντοπίστηκε στα 1961, αφού ένας διευθυντής σε κάποιο τοπικό γραφείο στο Νοτιοδυτικό υποκατάστημα της εταιρίας παρατήρησε κάποιες ασυνήθιστα μεγάλες σε διάρκεια κλήσεις σε κάποιον εκτός περιοχής αριθμό. Τα τηλεφωνήματα γίνονταν από ένα στούντιο στο Washington State College. Όταν οι τεχνικοί της Bell πήγαν για να ελέγξουν, βρήκαν εκεί αυτό που αργότερα περιέγραψαν σαν ‘‘μια περίεργη συσκευή πάνω σε ένα μπλε μεταλλικό σασί’’ συνδεδεμένο με το τηλέφωνο. Του έδωσαν άμεσα το παρατσούκλι ‘‘μπλε κουτί’’. Το χρώμα της συσκευής ήταν τυχαίο, αλλά το όνομα ‘‘κόλλησε’’. Ο σκοπός της περίεργης αυτής συσκευής ήταν να επιτρέπει στους χρήστες να κάνουν υπεραστικά τηλεφωνήματα χωρίς χρέωση [CLM92].

Σύμφωνα με τον Levy, το hacking έτσι όπως το καταλαβαίνουμε –δηλαδή, περιλαμβάνοντας τη χρήση υπολογιστών– άρχισε να αναδύεται μόνο με την ανάπτυξη συστημάτων διαμοιραζόμενου χρόνου. Το hacking τότε εξαπλώθηκε γρήγορα μόλις τα VDTs επέτρεψαν στους χρήστες να αλληλεπιδρούν απευθείας με ένα μηχάνημα αντί μέσω του απόμακρου μηχανισμού μαζικής επεξεργασίας βασιζόμενου σε κάρτες. Εν τούτοις, ακόμα και τότε, το hacking αναφερόταν σε ένα πολύ πιο ευπρεπές σύνολο ενεργειών απ’ ότι οι εγκληματικές ενέργειες που περιγράφονται από τον όρο σήμερα. To hacking, όπως και το phreaking, οφείλεται σε απλή περιέργεια σχετικά με το τι είναι αυτό που κάνει το σύστημα να λειτουργεί. Οι hackers πολύ συχνά ενδιαφέρονται περισσότερο να ‘‘μπουν’’ σε ένα υπολογιστή μόνο για να δουν αν μπορούν να το κάνουν κι όχι για να διαβάσουν πραγματικά τα δεδομένα που μπορεί να βρουν, όπως ακριβώς οι phreakers ενδιαφέρονταν τελικά πολύ περισσότερο για την ίδια την τηλεφωνική εταιρία, παρά για το να κάνουν τηλεφωνήματα χωρίς χρέωση. Η περιέργεια που προκαλούσε τους phreakers είναι η ίδια με αυτή που κινητοποιεί τους hackers. Τα δύο γκρουπ ενώθηκαν σε μια ενιαία, υψηλής τεχνολογίας υποκουλτούρα [CLM92]. Το hacking ήταν μια εκλεκτή τέχνη ασκούμενη από μικρές ομάδες από εξαιρετικά χαρισματικά άτομα. Δημιούργησε το δικό του σύνολο από λαϊκούς ήρωες, τεράστιους συναγωνισμούς, εκκεντρικότητες, και τελετουργίες. Αλλά, πάνω απ’ όλα, αυτό το πρώτο είδος hacking ήταν σχεδόν πνευματική πρόκληση και όχι κακόβουλη καταστροφή. Ο Levy περιγράφει αυτή την περίοδο σαν ένα είδος χρυσής εποχής για το hacking, το οποίο έλαβε χώρα κυρίως σε δύο μεγάλα sites –στο MIT και στο πανεπιστήμιο του Stanford στην California. Για τους περισσότερους hackers σ’ αυτή την περίοδο, το κύριο ενδιαφέρον τους ήταν η κατανόηση των εσωτερικών μηχανισμών ενός συστήματος μέχρι και το τελευταίο τσιπ και την τελευταία γραμμή του λειτουργικού συστήματος. Το λογισμικό το οποίο έγραψαν ήταν για δημόσια εμφάνιση, χρήση, και περαιτέρω ανάπτυξη και ήταν η κύρια πηγή τους για αυτό-εκτίμηση, πρόκληση και κοινωνικοποίηση.

Κατά την άποψη του Levy, όλα αυτά ξεκίνησαν να αλλάζουν μόλις τεράστια εμπορικά συμφέροντα εμφανίστηκαν στην βιομηχανία λογισμικού και έκαμψε το νομικό και εμπορικό τους σθένος. Ξαφνικά, το λογισμικό δεν ήταν για δημόσια χρήση ή βελτιστοποίηση. Είχε γίνει ιδιοκτησία αυτών που πλήρωσαν για να γραφτεί (και οι οποίοι δεν εκτιμούσαν πάντα τις μη εξουσιοδοτημένες διορθώσεις), και μόλις έγινε αυτό, η χρυσή εποχή έφτασε σ’ ένα τέλος. Η πνευματική πρόκληση δεν ήταν αρκετή. Επομένως, σε κάποιο βαθμό ο Levy έμμεσα κατηγορεί την εμπορευματοποίηση του λογισμικού για την εμφάνιση του hacking στην εγκληματική μορφή του. Έχοντας εισαχθεί στην αψιμαχία του εμπορικού κόσμου, οι καλύτεροι και οι λαμπρότεροι ίσως έχουν γίνει έξω φρενών με αυτό το διαφορετικό σύνολο ηθικών αξιών –ένα σύνολο το οποίο έχει αυξηθεί και έχει γίνει περισσότερο απειλητικό ανάμεσα στο τωρινό σύνολο hackers. Έτσι, οπλισμένοι με αυτές τις διαφορετικές ηθικές αξίες και στόχους και ενδυναμωμένοι από την ανάπτυξη των πανεθνικών δικτύων υπολογιστών (το ARPANET ήταν το πρώτο από αυτά), οι hackers ξεκίνησαν να ξεφεύγουν από τους περιορισμούς των τοπικών τους μηχανημάτων και να εξαπλώνουν τα ενδιαφέροντα τους πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών, χρησιμοποιώντας ακόμα και διασυνδέσεις με διεθνή δίκτυα για να κερδίσουν πρόσβαση σε συστήματα στην άλλη άκρη της γης.

 

Πίσω από τα ερείπια: Η Επανεμφάνιση του Phone Hacking

Ο “phone phreak” (phreak για συντομία) είναι ένα συγκεκριμένο είδος hacker. Phreak είναι κάποιος που παρουσιάζει τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά του hacker, αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο για τα τηλεφωνικά συστήματα και τα συστήματα που υποστηρίζουν τη λειτουργία τους. Επιπροσθέτως, τα περισσότερα μηχανήματα στο δίκτυο, είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους μέσω των κοινών τηλεφωνικών γραμμών. Ένας ταλαντούχος phreak είναι μια απειλή όχι μόνο στο τηλεφωνικό σύστημα, αλλά και στα υπολογιστικά δίκτυα που υποστηρίζονται από αυτό [THR92].

Τον Οκτώβριο του 1971 το περιοδικό Esquire διαλάλησε την τρέλα των phreakers σε ένα άρθρο του Ron Rosenbaum με τίτλο “Τα μυστικά του Μικρού Μπλε Κουτιού”. Αυτή ήταν και η πρώτη αναφορά σχετικά με το phreaking σε ένα έντυπο ευρείας κυκλοφορίας και παραμένει ακόμα και τώρα το μόνο άρθρο με το οποίο μπορούν να ανιχνευθούν οι ρίζες του κινήματος. Ήταν αδιαμφισβήτητα ο πρωταρχικός λόγος που έγινε δημοφιλές το κίνημα [CLM92].

Τα τελευταία χρόνια, η εμφάνιση του τηλεφωνικού δικτύου με υπολογιστικά συστήματα και ιδιωτικά PABXs (Το PBX είναι ένα χειριζόμενο από τον πελάτη, εκσυγχρονισμένο τηλεφωνικό σύστημα που παρέχει τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές τηλεφωνικές επικοινωνίες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι η μονάδα απομακρυσμένης πρόσβασης, που έχει σχεδιαστεί για να επιτρέπει στους νόμιμους χρήστες να καλούν μακριά από το γραφείο, συχνά σε κάποιο αριθμό 1-800 και να χρησιμοποιούν μια υπεραστική γραμμή μετά από την εισαγωγή ενός μικρού κώδικα στο τηλεφωνικό καντράν. Το κόστος ενός υπεραστικού που γίνεται με αυτό τον τρόπο χρεώνεται στην εταιρία που διαθέτει το PBX. Οι λιγότερο νόμιμοι χρήστες – οι hackers με άλλα λόγια – αποκτούν πρόσβαση στη μονάδα απομακρυσμένης πρόσβασης μαντεύοντας τους κωδικούς. Αυτό γίνεται συνήθως καλώντας το σύστημα και δοκιμάζοντας διαφορετικές διαδοχές αριθμών στο καντράν, μέχρι να βρεθεί ένας κώδικας. Αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρα, αλλά οι hackers είναι υπομονετική ράτσα [CLM92]) εφοδίασαν τους hackers με ευκολότερους και, κατά κάποιο τρόπο, περισσότερο δελεαστικούς στόχους. Το να έχεις πρόσβαση στα μηνύματα των τηλεφωνητών των ανθρώπων, να ανακατευθύνεις τα τηλεφωνήματα, και γενικά το να συγχέεις αυτά τα συστήματα γίνεται όλο και πιο συνηθισμένο.

  • Η πηγή της έμπνευσης για την πρώτη γενιά των phreakers λέγεται ότι ήταν ένας άνθρωπος ονόματι Mark Bernay (αν και αυτό δεν ήταν το πραγματικό του όνομα). Ο Bernay χαρακτηρίστηκε στο άρθρο του Rosenbaum ένα είδος ηλεκτρονικού με τον Μαγεμένο Αυλό που ταξίδευε, πάνω-κάτω στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ, κολλώντας αυτοκόλλητα σε τηλεφωνικούς θαλάμους, προσκαλώντας τους πάντες να μοιραστούν μαζί του την ανακάλυψη σχετικά με τα μυστήρια της “ανακύκλωσης σε ζευγάρια” -ενός μηχανισμού που επέτρεπε στους χρήστες να κάνουν τηλεφωνήματα χωρίς χρέωση (μεταξύ των εκατομμυρίων συνδέσεων και τοπικών υπηρεσιών του δικτύου που αποτελούσαν εκείνες τις ημέρες την Bell υπήρχαν κάποιοι αριθμοί για δοκιμές, που χρησιμοποιούνταν από τους τεχνικούς για να ελέγχουν τις δικτυώσεις μεταξύ περιοχών. Αυτοί οι αριθμοί ήταν συχνά σε διαδοχικά ζευγάρια, ας πούμε (213)---9001 και (213)---9002, και ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ώστε κάποιος που έκανε μια κλήση σε έναν από αυτούς τους αριθμούς ανακυκλωνόταν αυτόματα στον άλλο εξ ου και το όνομα ανακύκλωση σε ζευγάρια.) [CLM92].
  • Από τον Απρίλιο του 1990 το τηλεφωνικό κέντρο του Palomar Hospital κατά διαστήματα μπλόκαρε, ακόμα και αποσυνδέθηκε, από ένα άτομο οπλισμένο με ένα κοινό touch-tone τηλέφωνο. Ο υποτιθέμενος παραβάτης, Rick Ivkovich, έκανε τους χειριστές (operators) να βάλουν τα κλάματα καθώς μπλόκαρε τα τηλεφωνήματα από και προς το νοσοκομείο και συνέδεσε τους χειριστές του νοσοκομείου με εξωτερικές γραμμές, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών επειγόντων περιστατικών 911 και την κρατική φυλακή.
  • Το 1991 δέκα φοιτητές από το πανεπιστήμιο του Kent, στην Αγγλία, παραδέχθηκαν στο δικαστήριο ότι έκαναν τηλεφωνήματα αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων από έξι μη παραποιημένους τηλεφωνικούς θαλάμους.

  • H Lynne Doucette και μία ομάδα από δεκαεπτάχρονους “τεχνίτες” στην εισβολή σε συστήματα υπεξαίρεσαν από τις τηλεφωνικές εταιρίες των Ηνωμένων Πολιτειών περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια δολάρια χρησιμοποιώντας άλλων ανθρώπων πιστωτικές κάρτες και κωδικούς πρόσβασης. Η Leslie Lynne Doucette περιγράφηκε κάποτε σαν ο ‘‘θηλυκός συμμορίτης’’ του υπόκοσμου των υπολογιστών. Στα τριάντα της ήταν αρκετά πιο ηλικιωμένη από τους 150 περίπου έφηβους που είχε μαζέψει στον κύκλο επιρροής της. Σαν γυναίκα, έχει τη διάκριση μιας από τις δύο ή τρεις μόνο γυναίκες hackers που έχουν εντοπιστεί ποτέ από τις αρχές. Στις 17 Αυγούστου του 1990 η Doucette στην ηλικία των 36 ετών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 27 μηνών από ένα δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου του Σικάγο. Ήταν μια από τις σκληρότερες ποινές που επιβλήθηκαν ποτέ σε hacker στις Η.Π.Α. [CLM92]. Περίπου την ίδια περίοδο, άλλη μια επίθεση έγινε, σε μια υπηρεσία, η οποία ανακατεύθυνε τα τηλεφωνήματα από το τηλεφωνικό τους κέντρο σε μια ερωτική τηλεφωνική γραμμή της Νέας Υόρκης.

  • Ο Joe Engressia ήταν ένας phreaker που σφύριζε… Ήταν τυφλός και λεγόταν γι’ αυτόν ότι γεννήθηκε με άψογο τόνο στο σφύριγμά του. Σαν παιδί είχε ενθουσιαστεί με τα τηλέφωνα: Του άρεσε να παίρνει τηλέφωνο σε αριθμούς εκτός λειτουργίας σε όλη τη χώρα και να ακούει επί ώρες την ηχογράφηση που έλεγε “ο αριθμός που καλέσατε δεν λειτουργεί”. Ο Joe έγινε διάσημος το 1971, όταν ο Ron Rosenbaum απαρίθμησε τις ικανότητές του στο phreaking στο άρθρο του Esquire. Αλλά το όνομά του είχε ακουστεί δημοσίως για πρώτη φορά πριν από δύο χρόνια, όταν τον ανακάλυψαν να σφυρίζει στο ακουστικό ενός τηλεφωνικού θαλάμου στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Florida. Ο Joe είκοσι χρονών και φοιτητής Πανεπιστημίου πλέον, είχε τελειοποιήσει τις ικανότητες και τις γνώσεις του στις πολυσυχνότητες, και, με άριστη ακρίβεια, μπορούσε απλά να σφυρίξει τον τόνο των 2600 κύκλων στη γραμμή και μετά να σφυρίξει τον αριθμό που ήθελε να καλέσει. Η τοπική τηλεφωνική εταιρία, αποφασισμένη να πατάξει το phreaking, είχε δημοσιοποιήσει την περίπτωση και το Πανεπιστήμιο είχε αποβάλλει τον Joe. Αργότερα, συνειδητοποιώντας ότι ήταν υπερβολικά γνωστός στις τοπικές αρχές για να συνεχίσει, ο Joe μετακόμισε από τη Florida στο Memphis. Εκεί τον βρήκε ο Rosenbaum [CLM92].

Οι τηλεφωνικές εταιρίες των Ηνωμένων Πολιτειών απαντούν σ’ αυτές τις απειλές τηλεφωνικού hacking και υπεξαίρεσης πιστωτικών καρτών παρακολουθώντας τα υπερατλαντικά τηλεφωνήματα για ύποπτα δείγματα, όπως εκτεταμένη χρησιμοποίηση τηλεφωνημάτων σε ασυνήθιστους προορισμούς. Αν οι πελάτες συμφωνούν να πληρώνουν γι’ αυτές τις υπηρεσίες, οι τηλεφωνικές εταιρίες τοποθετούν όρια στην υπευθυνότητα τους στην περίπτωση που ανακαλυφθεί κάποια κατάχρηση.

Στους μεγάλους χαμένους στην κλοπή PABX περιλαμβάνονται οι New York City Human Resources Administration ($704,000), Proctor and Gamble ($300,000), Suitomo Bank ($97,000), Philadelphia Newspapers ($90,000), Tennessee Valley Authority ($65,000), και Christian Broadcasting Network ($40,000).

Εντούτοις, ακόμα και σήμερα, ο όρος “hacking” έχει ένα μεγάλο εύρος εννοιών. Για μερικούς, το να κάνεις hacking είναι να αναγκάσεις ένα πρόγραμμα να δουλέψει, γενικά παράνομα. Για άλλους, το hacking είναι ένα έξυπνο (γενικά μικρό) πρόγραμμα ή τροποποίηση προγράμματος που επιδεικνύει ασυνήθιστη καλή γνώση μιας γλώσσας προγραμματισμού ή ενός λειτουργικού συστήματος. Απ’ την άλλη μεριά, οποιαδήποτε έξυπνη παραποίηση μπορεί να ονομαστεί hack. Για παράδειγμα, η διάσημη διαφημιστική κάρτα “switcheroo” στο ποδοσφαιράκι Rose Bowl του 1961 συχνά αναφέρεται σαν ένα σπουδαίο hack. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ιοί των υπολογιστών (ένα θέμα που θα απευθυνθούμε εν συντομία) μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα συγκεκριμένο είδος κακόβουλου και καταστρεπτικού hack. Πολλοί περισσότεροι από εμάς, όμως, τείνουν να συσχετίσουν τον όρο σχεδόν αποκλειστικά με προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν το τηλεφωνικό δίκτυο για να κερδίσουν μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε υπολογιστικά συστήματα και τα δεδομένα τους (μερικοί προτιμούν να το αποκαλούν αυτό cracking). Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και άλλοι που εμπλέκουν τους εαυτούς τους με συμπεριφορές όπως αυτές που περιγράψαμε βλέπουν το hacking απλά σαν έναν εθισμό στους υπολογιστές. Αυτοί που υποφέρουν από την ασθένεια θεωρούνται ότι είναι κοινωνικά ανάρμοστοι και ανίκανοι να σχηματίσουν μία ευγενή ομάδα δια μέσου οποιουδήποτε άλλου μέσου εκτός από αυτό που παρέχεται από το απόμακρο περιβάλλον και την αφηρημένη έννοια της χρήσης των υπολογιστών.

Στο βιβλίο τους The Hacker's Dictionary, οι συγγραφείς Guy Steele και άλλοι, έχει περιγράψει τουλάχιστο 7 διαφορετικούς ορισμούς του hacker:

  1. Ένα άτομο που απολαμβάνει να μαθαίνει τις λεπτομέρειες των υπολογιστικών συστημάτων και πώς να διευρύνει τις δυνατότητες τους, σε αντίθεση με τους περισσότερους χρήστες υπολογιστών, που προτιμούν να μαθαίνουν τις ελάχιστες απαιτούμενες πληροφορίες.
  2. Κάποιος που προγραμματίζει με ενθουσιασμό ή απολαμβάνει να προγραμματίζει αντί απλώς να ασχολείται θεωρητικά με τον προγραμματισμό.
  3. Ένα άτομο ικανό να εκτιμήσει τις αξίες του hack.
  4. Ένα άτομο το οποίο είναι καλό στο να προγραμματίζει γρήγορα.
  5. Ένας εμπειρογνώμων σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ή κάποιος που συχνά εργάζεται χρησιμοποιώντας το ή δουλεύοντας πάνω σε αυτό.
  6. Ένας εμπειρογνώμων οποιουδήποτε είδους.
  7. Ένας μοχθηρός περίεργος ανακατωσούρης που προσπαθεί να ανακαλύψει πληροφορίες με το να ανακατεύεται τριγύρω. Για παράδειγμα, ένας password hacker είναι κάποιος ο οποίος προσπαθεί, πιθανώς παραπλανητικά ή με παράνομα μέσα, να ανακαλύψει τα passwords (κωδικούς πρόσβασης) υπολογιστών άλλων ανθρώπων. Ένας network hacker είναι κάποιος ο οποίος προσπαθεί να μάθει για το δίκτυο υπολογιστών (πιθανώς για να το βελτιώσει ή πιθανώς για να επέμβει) .

Είναι πέραν της βλέψης αυτού του βιβλίου να παρέχει μια εξαντλητική λίστα με ορισμούς για το hacking και τις σχετιζόμενες με αυτό συμπεριφορές. Καθώς προσπαθούμε κυρίως να απευθυνθούμε σε αυτά τα θέματα που πιο ξεκάθαρα αναφέρονται στην ηθική, αυτό μπορεί να περιλαμβάνει κάλυψη γεγονότων σε όλες τις προαναφερθείσες κατηγορίες. Γι' αυτό το λόγο, για τους σκοπούς μας, το hacking είναι οποιαδήποτε δραστηριότητα που έχει σχέση με τους υπολογιστές η οποία δεν έχει την έγκριση ή τη συγκατάθεση του εργοδότη ή του ιδιοκτήτη του συστήματος ή του δικτύου. Πρέπει να το ξεχωρίσουμε, ωστόσο, από την πειρατεία του λoγισμικού και τα υπολογιστικά εγκλήματα, όπου το πρωτεύον θέμα είναι το δικαίωμα κατοχής πληροφορίας και η χρήση των υπολογιστικών συστημάτων για να διαπράξεις αυτό που, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, απλά θα θεωρούταν ως χρηματική κλοπή ή απάτη. Με κάποια επέκταση, αυτός ο ορισμός είναι περισσότερο διευρυμένος και πολύ επεκταμένος. Παρ’ όλα αυτά, ένας τέτοιος ορισμός μας παρέχει ένα μεγάλο αριθμό υποθέσεων και γεγονότων τα οποία βρίσκονται στην καρδιά των ηθικών θεμάτων της πληροφορικής.

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης των hacker. Σύμφωνα με τον Stephen Levy οι απόψεις τους είναι ως εξής:

Μια άλλη άποψη είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Eric S. Richmond, σύμφωνα με την οποία:

Και οι δύο αυτές ηθικές αρχές είναι εκτενώς, αλλά όχι από όλους, αποδεκτές μεταξύ των hackers.

 

Γιατί οι Hackers κάνουν hacking;

Υπάρχουν πιθανόν τόσες πολλές απαντήσεις στην ερώτηση γιατί οι hackers κάνουν hacking, όσες είναι και οι διαφορετικές μορφές hacking. Οπωσδήποτε, ένας αριθμός από διανοητικές προκλήσεις μπορεί να έχει σχέση. Όπως λύνοντας ένα περίπλοκο σταυρόλεξο, το να μαντεύεις passwords και να επινοείς τρόπους παράκαμψης της προστασίας των αρχείων, παρουσιάζει ενδιαφέροντα προβλήματα που μερικά άτομα θα αφιέρωναν μεγάλα χρονικά διαστήματα για να τα λύσουν. Σε άλλες περιπτώσεις, το hacking περιλαμβάνει πράξεις εκδίκησης, συνήθως από έναν δυσαρεστημένο υπάλληλο εναντίον ενός προηγούμενου εργοδότη. Για άλλους, το hacking αντιπροσωπεύει ένα τρόπο ζωής που στηρίζεται πάνω στην κοινωνική ανεπάρκεια, ανάμεσα σε διάφορα διανοητικώς ικανά άτομα –το επονομαζόμενο σύνδρομο των computer nerd– το οποίο επηρεάζει κυρίως τους αρσενικούς εφήβους, μεταξύ των ηλικιών δεκατέσσερα και δεκαέξι. Αυτά τα άτομα είναι συνήθως αυτοδίδακτα, απολαμβάνουν διανοητικά παιχνίδια, δεν είναι σεξουαλικά ενεργά και πιθανώς ακόμη και να παραμελούν την προσωπική τους υγιεινή. Μάλιστα, μια περίπτωση “ψύχωσης με τον υπολογιστή” έχει ήδη αναφερθεί στην Κοπεγχάγη της Δανίας. Προφανώς, ο αναφερόμενος νεαρός γοητεύτηκε από τον υπολογιστή του τόσο πολύ ώστε του ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει τον πραγματικό κόσμο από τα υπολογιστικά προγράμματα· μιλούσε σε γλώσσα προγραμματισμού όταν εκτελούσε συνηθισμένες καθημερινές δουλειές.

Για ψυχολόγους σαν τον Sherry Turkle του MIT, οι hackers είναι άτομα τα οποία χρησιμοποιούν τους υπολογιστές σαν αντικαταστάτες των ανθρώπων, γιατί οι υπολογιστές δεν απαιτούν την αμοιβαιότητα και την πολυπλοκότητα την οποία οι ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν. Αλλοι ερευνητές στο πανεπιστήμιο Carnegie-Mellon, έχουν προβάλλει στοιχεία τα οποία εν μέρει υποστηρίζουν την εξής άποψη: Η Sara Kiesler και οι συνεργάτες της έχουν ερευνήσει την κοινωνική ψυχολογία της επικοινωνίας με παρεμβολή υπολογιστή και ανακάλυψαν ότι αυτό το μέσο αφαιρεί τον ρόλο της κοινωνικής θέσης (όπως το να κάθεται στην “κεφαλή” του τραπεζιού), “γλώσσα σώματος” (γέρσιμο κεφαλιού, κατσούφιασμα κτλ.) και προβάλλει ένα είδος κοινωνικής ανωνυμίας το οποίο αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι λαμβάνουν αποφάσεις σε ομάδες. Οι έρευνές τους στο να γίνεται σύσκεψη μέσω υπολογιστών και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία έδειξε ότι οι ομαδικές συζητήσεις για λήψη αποφάσεων χρησιμοποιώντας αυτό το μέσο, εξέθεσε περισσότερη ίση συμμετοχή και μεγαλύτερη κάλυψη θεμάτων.

Όμως, παρά αυτό το πλεονέκτημα, το περιορισμένο εύρος της οθόνης ενός υπολογιστή (δηλ. η έλλειψη της ανατροφοδότησης στη μορφή της γλώσσας σώματος κτλ.), συχνά έχουν προκαλέσει τους χρήστες να αναζητήσουν αντικαταστάτες για τους φυσικούς υπαινιγμούς. Για παράδειγμα, στην απουσία οποιουδήποτε άλλου (μη προφορικού) μηχανισμού για να μεταφέρουν τα συναισθήματά τους, οι χρήστες της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας συχνά αντικαθιστούν απεικονίσεις των προσώπων τους για να αναπαραστήσουν το πώς αισθάνονται ή πώς πρέπει να μεταφραστούν τα μηνύματά τους. Οι επόμενοι χαρακτήρες πληκτρολογίου συχνά χρησιμοποιούνται για να αναπαραστήσουν ένα χαμόγελο, ένα κλείσιμο του ματιού και ένα λυπημένο πρόσωπο αντίστοιχα (Δείτε τα από το πλάι) :

÷ :-) ÷ ;-) ÷ :-(

Επομένως, το είδος της επικοινωνίας την οποία απαιτούν οι υπολογιστές, ακόμη κι όταν επικοινωνούν με άλλες ανθρώπινες υπάρξεις, μπορεί να είναι ελκυστικό σ’ αυτούς που αισθάνονται λιγότερο ανταγωνιστικοί στις πρόσωπο με πρόσωπο επαφές, όπου η μορφή της φωνής, της εμφάνισης, της ιδιομορφίας και του λεξιλογίου είναι αναμιγμένες με πολύπλοκους τρόπους. Αυτοί, που είναι λιγότερο ικανοί στο να ασχολούνται μ’ αυτές τις πηγές πληροφοριών επομένως μπορεί να καταφύγουν σε περισσότερο χειροπιαστά και ανώνυμα είδη αλληλοεπίδρασης με μία μηχανή, ενώ εκείνοι που είναι περιορισμένοι από αυτούς τους τρόπους επικοινωνίας προσπαθούν να τους επεκτείνουν έτσι ώστε να ενσωματώσουν περισσότερα φυσικά χαρακτηριστικά επικοινωνίας όταν συναλλάσσονται εξ αποστάσεως με άλλες ανθρώπινες υπάρξεις.

Σε αντίθεση μ’ αυτό, άλλοι σχολιαστές, όπως ο καθηγητής Marvin Minsky του MIT, έχουν ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο σχετικά με τους hackers: είναι απλά άνθρωποι με μια ιδιαίτερη έμμονη ιδέα η οποία δεν διαφέρει καθόλου από το παλιό στυλ “ράδιο-ερασιτεχνών” ή από αυτούς που είναι επιρρεπείς σε συγκεκριμένα σπορ, χόμπι, αυτοκίνητα ή οποιοδήποτε δημοφιλές είδος γοητείας.

Ακόμη, αυτή η τελευταία άποψη αγνοεί μια πολύ σημαντική διαφορά ανάμεσα, ας πούμε, στον εθισμό των σπορ της τηλεόρασης και τον εθισμό των υπολογιστών, ιδιαίτερα αν η δεύτερη παίρνει μια κακόβουλη μορφή. Το μέγεθος της καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει ο θαυμαστής των σπορ της τηλεόρασης είναι σχεδόν ελάχιστο, ενώ το hacking στις πιο κακόβουλες μορφές του διατηρεί την πιθανότητα να προκαλέσει μαζική καταστροφή και πιθανώς ακόμη και απώλεια ζωής. Τα υποθετικά σενάρια που παρουσιάστηκαν στην εισαγωγή αυτού του κεφαλαίου περιγράφουν μερικές αρκετά πραγματοποιήσιμες εφαρμογές από κακόβουλο hacking. Όντως, η δύναμη που επενδύουμε σε συστήματα υπολογιστών τους κάνει κάτι περισσότερο από συμβατικά συστήματα. Αυτή η ικανότητα, συνδεδεμένη με την απόμακρη και αφηρημένη φύση της πληροφορικής, προβάλλει τη δυνατότητα σε άτομα να προκαλέσουν μαζική καταστροφή με μικρή κατανόηση της φρικαλεότητας των πράξεών τους, επειδή οι συνέπειες δεν επιστρέφουν στους δράστες με κανένα σημαντικό τρόπο –και ειδικά με κανένα τρόπο που να δίνει έμφαση στον ανθρώπινο πόνο.

Αν και αυτό το γεγονός μπορεί να αντικρούει τα λαϊκά στερεότυπα σχετικά με τους hackers, κατά πολύ το μεγαλύτερο ποσοστό hacking περιλαμβάνει πολύ μικρές διανοητικές προκλήσεις ή μεγάλη διανοητική ικανότητα. Συγκεκριμένα, μερικές εισχωρήσεις στο σύστημα ή hacks εμφανίζουν απίστευτη ευφυία. Αλλά, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το hacking στηρίζεται σε μερικές βασικές αρχές: υπερβολική αποφασιστικότητα από μέρους του hacker και εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο σφάλμα. Για παράδειγμα, όταν αντιμετωπίζεται ένα καινούριο σύστημα στο οποίο δεν έχει εισχωρήσει ακόμη κανένας, ο πιο κοινός τρόπος επίθεσης είναι το να μαντεύονται τα passwords, γιατί υπάρχει μια απίστευτη έλλειψη στην ποικιλία των ειδών των passwords που επιλέγουν οι χρήστες.

Επιπρόσθετα, πολλά συστήματα έχουν λογαριασμούς επισκεπτών που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επίδειξης τους και αυτοί συνήθως έχουν το όνομα εισόδου “guest” με την ίδια λέξη να χρησιμοποιείται επίσης και σαν password. Για να ενισχύσουν τις πιθανότητες διείσδυσης τους στο σύστημα, οι hackers συχνά θα εξετάζουν τους κάδους απορριμμάτων των υπολογιστικών κέντρων ψάχνοντας για ίχνη από passwords, ή μπορεί να παρακολουθήσουν την έκθεση υπολογιστών ελπίζοντας να παρακολουθήσουν το χέρι κάποιου που μπαίνει σε απομακρυσμένο σύστημα. Οι λεπτομέρειες της επιτυχούς ή μερικώς επιτυχούς εισόδου είναι συχνά εγγεγραμμένες σε πίνακες ανακοινώσεων υπολογιστή (ηλεκτρονικοί πίνακες ανακοινώσεων για αποστολή και κυκλοφορία πληροφοριών), (Ένα board – ή BBS (Bulletin Board System, ηλεκτρονικός πίνακας ανακοινώσεων) – είναι απλά ένας υπολογιστής που τρέχει κάποιο ειδικό πρόγραμμα και είναι συνδεδεμένος με ένα modem (συσκευή που συνδέει έναν υπολογιστή με μία τηλεφωνική γραμμή). Οι boards γενικά ανήκουν σε ένα άτομο που είναι και ο χειριστής, που γίνεται system operator και ελέγχει την πρόσβαση. Μπορεί να υπάρχουν εκατοντάδες από αυτούς αυτή τη στιγμή – η πλειοψηφία βρίσκεται στη Βόρειο Αμερική – και έρχονται και φεύγουν, όπως συμβαίνει εξάλλου και με την εγκυρότητά τους για την κοινωνία των hackers. Σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή μπορούν να υπάρχουν μόνο δύο ή τρεις ‘‘καυτοί’’ πίνακες, που προσελκύουν τους κορυφαίους hackers. Η απόκτηση πρόσβασης σε έναν απ’ αυτούς τους πίνακες είναι ένα σύμβολο αποδοχής στον υπόκοσμο των υπολογιστών, ένα σημάδι σεβασμού. Το να ανήκεις σε ένα συγκεκριμένο BBS σημαίνει ότι ανήκεις στην ομάδα που το χρησιμοποιεί. Σημαίνει ότι γίνεσαι μέρος αυτού που ένας εισαγγελέας στην Αμερική αποκάλεσε “μια συμμορία υψηλής τεχνολογίας” [CLM92]) και αυτή η πληροφορία επιτρέπει σε άλλους hackers την περαιτέρω είσοδό τους στο σύστημα ή να συνεργαστούν στην εξάντληση των πιθανών μηχανισμών για μη εξουσιοδοτημένη είσοδο.

Οι περισσότεροι hackers χρησιμοποιούν μόνο ένα μικρό σύνολο εξαρτημάτων: Γενικά ένα modem, έναν προσωπικό υπολογιστή (PC) και διάφορα λογισμικά επικοινωνίας. Το modem μετατρέπει ψηφιακούς τόνους από τον υπολογιστή σε αναλογικά (συνεχή) σήματα του είδους το οποίο χρησιμοποιεί το τηλεφωνικό δίκτυο. Όταν μπει στο τηλεφωνικό δίκτυο, το PC είναι ικανό να επικοινωνεί με σχεδόν κάθε μηχανή που έχει μία γραμμή dial-in (που δέχεται τηλεφωνικές κλήσεις)–αυτό σημαίνει μια τηλεφωνική γραμμή που έχει επίσης ένα modem συνδεδεμένο σ’ αυτή. Όταν το modem του hacker έχει συνδεθεί με το modem της μηχανής-στόχου, και οι δύο συσκευές θα μετατρέψουν τα αναλογικά τηλεφωνικά σήματα πίσω σε ψηφιακά και θα επιτρέψουν στην επικοινωνία να προχωρήσει. Γενικά, το λογισμικό επικοινωνιών που χρησιμοποιεί ο hacker προβάλλει υψηλής ποιότητας εξομοίωση σε μια μεγάλη κλίμακα δημοφιλών τύπων τερματικών (όπως DEC’s, VT52, ή VT100), και μερικές φορές τέτοια πακέτα έχουν ένα αριθμό ενσωματωμένων χαρακτηριστικών που βοηθούν τον hacker.

Για παράδειγμα, μερικά πακέτα επικοινωνιών καλούν, αυτόματα, τηλεφωνικά νούμερα μέσα σε ένα συγκεκριμένο αριθμητικό εύρος. Έτσι, όσο οι hackers κοιμούνται, βλέπουν τηλεόραση ή οτιδήποτε άλλο, οι υπολογιστές τους μπορούν να στοχεύσουν μια συγκεκριμένη περιοχή ή προάστιο (όπου μια μεγάλη υπολογιστική εγκατάσταση πιστεύεται ότι υπάρχει) καλώντας όλα τα νούμερα σ’ εκείνη την περιοχή μέχρι να αναγνωριστεί ένας υπολογιστής. Αναμφίβολα ένας μεγάλος αριθμός αυτών των κλήσεων θα απαντηθεί από ανθρώπους ή πανομοιότυπες μηχανές αλλά κάθε τόσο ο ήχος μεταφοράς από το modem ενός υπολογιστή θα αναγνωρίζεται και ο hacker μπορεί αργότερα να ξεκινήσει δουλειά αποκτώντας πρόσβαση σ’ αυτό το σύστημα. Επιπλέον, αν οι κλήσεις χρεώνονται σ’ ένα κλεμμένο αριθμό κάποιας πιστωτικής κάρτας ή σ’ ένα τηλεφωνικό λογαριασμό (τέτοιοι αριθμοί κυκλοφορούν ελεύθερα σε πολλούς πίνακες ανακοινώσεων των hacker) ο hacker μπορεί να πραγματοποιήσει χιλιάδες κλήσεις χωρίς κανένα προσωπικό κόστος.

Πάρα ταύτα, εκτός από το να μαντεύει passwords, υπάρχουν πολύ λίγοι τρόποι με τους οποίους ένας hacker μπορεί να εισχωρήσει σ’ ένα σύστημα εξωτερικά –αν και τα στερεότυπα passwords τα οποία πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν, συχνά μεγιστοποιούν τις πιθανότητες ενός hacker να ανακαλύψει ένα νόμιμο όνομα χρήστη και συνδυασμό passwords. Παρά αυτές τις εύνοιες της τύχης, οι περισσότερες εισχωρήσεις στα συστήματα είναι υποκινούμενες από κάποιου είδους εσωτερική βοήθεια.

Για παράδειγμα, μια κοινή παγίδα στα πανεπιστημιακά εργαστήρια πληροφορικής είναι να αφήνεται το τερματικό ανοιχτό, περιμένοντας για κάποιον απρόσεκτο χρήστη να μπει στο σύστημα. Σε μερικές περιπτώσεις, το τερματικό μπορεί ακόμη να εκτελεί ένα πρόγραμμα από τον προηγούμενο χρήστη, το οποίο θα εξομοιώνει μια διαδικασία εισόδου, έτσι ώστε να “συλλάβει” το όνομα εισαγωγής και το password του χρήστη. Στη συνέχεια, η διαδικασία εισαγωγής θα διακοπεί με το σύνηθες μήνυμα αποτυχίας και φυσιολογικά τέτοιοι χρήστες θα υποθέσουν ότι έκαναν ένα λάθος όταν πληκτρολογούσαν το password τους και θα προσπαθήσουν ξανά. Δυστυχώς γι’ αυτούς τους χρήστες, αν και το τερματικό εμφανίζεται αδρανές, το πρόγραμμα που ήδη τρέχει θα έχει συλλάβει τις λεπτομέρειες εισαγωγής τους και μετά θα κλείσει, έτσι ώστε να εμφανίζεται η αληθινή διαδικασία εισαγωγής στο σύστημα. Με δοθείσα την ομοιότητα αυτής της σειράς των γεγονότων με πολύ κοινά λάθη εισαγωγής (καθένας σε κάποιο στάδιο κάνει λάθη στην εισαγωγή) και με δοθέν κάποιο ποσό αφέλειας, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απίθανο πολλοί χρήστες να υποψιαστούν καν ότι έχουν εξαπατηθεί. Αργότερα, χρησιμοποιώντας παράνομα αποκτημένο login (όνομα χρήστη) και password, ο hacker μπορεί να εισέλθει στο σύστημα, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα και προγράμματα του νόμιμου χρήστη.

Όντως, κάποια εσωτερική γνώση ή μερική πρόσβαση έχει αποδειχτεί ότι είναι ένα σημαντικό μέρος από τις πιο θεαματικές εισβολές οι οποίες έχουν εμφανιστεί στα πρόσφατα χρόνια. Για παράδειγμα, το 1986 μια σειρά από εισβολές εμφανίστηκαν στο πανεπιστήμιο του Stanford στην Καλιφόρνια. Αυτές είχαν καταστεί δυνατές από κάποια χαρακτηριστικά του λειτουργικού συστήματος UNIX (ένα από τα πιο δημοφιλή λειτουργικά συστήματα στην ακαδημαϊκή πληροφορική) όπως και από τη χαλαρότητα των προγραμματιστών συστημάτων που διαχειρίζονται αυτά τα συστήματα. Η αδυναμία που περιλαμβάνεται στα χαρακτηριστικά του δικτύου από κάποιες εκδόσεις του UNIX και το γεγονός ότι αυτό το λειτουργικό σύστημα θα επιτρέπει συχνά στους χρήστες να μπαίνουν χρησιμοποιώντας ένα λογαριασμό επισκέπτη (συνήθως με το ίδιο password, “guest”). Έχοντας μπει στο πρώτο σύστημα, οι hackers ήταν ικανοί να υποδυθούν άλλους χρήστες (πάλι, γνωρίζοντας μερικές από τις κλασικές αδυναμίες του UNIX) και να κερδίζουν πρόσβαση σε άλλες μηχανές μέσα στο δίκτυο όπου αυτοί οι ίδιοι χρήστες είχαν πρόσβαση. Το καλύτερα δημοσιοποιημένο hack πραγματοποιήθηκε από τον Mathias Speer το 1988, κατά τo οποίo διείσδυσε σε δεκάδες υπολογιστών και δίκτυα σ’ όλο τον κόσμο και επίσης χρησιμοποίησε πολλές από αυτές τις τεχνικές ώστε να περνά από μηχανή σε μηχανή και από δίκτυο σε δίκτυο.

Σε άλλες περιπτώσεις, ανεπάρκειες και αδυναμίες στο σύστημα και το δίκτυο μπορούν κάποιες φορές να εκμεταλλευθούν ώστε να επιτευχθεί πρόσβαση. Υπάρχουν δύο είδη αδυναμίας στην ασφάλεια των συστημάτων: λάθη στη ρύθμιση του συστήματος και bugs στην ασφάλεια. Εξακολουθεί να υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα λάθη στη ρύθμιση του συστήματος. Τα λάθη αυτά παρουσιάζονται όταν το σύστημα ρυθμίζεται με τέτοιο τρόπο που επιτρέπεται ανεπιθύμητη έκθεση του συστήματος. Τότε, σύμφωνα με αυτή την ρύθμιση, το σύστημα τίθεται σε κίνδυνο ακόμα και από νόμιμες πράξεις. Ένα παράδειγμα αυτού θα ήταν αν ένα σύστημα “εξάγει” ένα σύστημα αρχείων προς τα έξω (το κάνει διαθέσιμο σε όλα τα άλλα συστήματα στο δίκτυο), τότε οποιοδήποτε άλλο μηχάνημα μπορεί να έχει πλήρη πρόσβαση σε αυτό το σύστημα αρχείων. Τα bug στην ασφάλεια του συστήματος εμφανίζονται όταν αναπάντεχες ενέργειες επιτρέπονται στο σύστημα μέσω μιας “τρύπας” σε κάποια εφαρμογή. Ένα παράδειγμα αυτού θα ήταν το να στείλεις μια πολύ μεγάλη ακολουθία χαρακτήρων (μέσω πληκτρολογίου) σε ένα πρόγραμμα “κλειδώματος” της οθόνης, κάνοντας έτσι το πρόγραμμα να “κρεμάσει” και άρα το σύστημα να γίνει μη προσβάσιμο [ΤΗR92]. Ένα παράδειγμα ανεπάρκειας του συστήματος είναι όταν ένας επίμονος hacker μερικές φορές μπορεί να αρπάξει μια γραμμή με νόμιμα προνόμια αφότου ο νόμιμος χρήστης έχει αποχωρήσει. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν η διαδικασία αποχώρησης δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, έτσι ώστε η γραμμή την οποία ο νόμιμος χρήστης έχει εγκαταλείψει, δεν έχει ακόμα κλείσει. Εάν συμβαίνει ο hacker να μπει στο σύστημα μέσα σε αυτά τα λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου, είναι μερικές φορές πιθανό να αρπάξει τη γραμμή και να δουλέψει στη θέση του νόμιμου χρήστη, ο οποίος ετοιμάζεται να αποχωρήσει από το τερματικό.

Ένας άλλος τρόπος για να κερδίσεις μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση είναι η δικτυακή εξαπάτηση (network spoofing). Σ’ αυτή ένα σύστημα παρουσιάζει τον εαυτό του στο δίκτυο σαν να ήταν ένα διαφορετικό σύστημα (το σύστημα Α προσποιείται το σύστημα Β στέλνοντας την διεύθυνση του Β αντί την δική του). Ο λόγος που το κάνει αυτό είναι ότι τα συστήματα τείνουν να λειτουργούν μέσα σε μια ομάδα από άλλα συστήματα “εμπιστοσύνης”. Η εμπιστοσύνη δεν είναι πάντα αμοιβαία, δηλ. το ότι το σύστημα Α εμπιστεύεται το σύστημα Β, δεν σημαίνει ότι και το σύστημα Β εμπιστεύεται το σύστημα Α. Αυτή η εμπιστοσύνη συνεπάγεται ότι ο administrator του εμπιστευόμενου συστήματος εκτελεί τη δουλειά του κανονικά και διατηρεί ένα καλό επίπεδο ασφάλειας για το σύστημα του. Το network spoofing εμφανίζεται με τον επόμενο τρόπο: αν το σύστημα Α εμπιστεύεται το σύστημα Β και το σύστημα C χρησιμοποιεί τη διεύθυνση του Β, τότε το σύστημα C μπορεί να κερδίσει πρόσβαση στο σύστημα Α, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα του επιτρεπόταν [THR92].

Για αυτούς που ενδιαφέρονται για περισσότερες λεπτομέρειες για τις τεχνικές που οι hacker χρησιμοποιούν, ένας ιδιαιτέρως ξεκάθαρος και περιεκτικός οδηγός μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο του Hugo Cornwall, Hacker’s Handbook III (Century, London, 1988). O Cornwall όχι μόνο προσφέρει μια διατηρημένη ιστορία του hacking στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά επίσης περιγράφει τις αρχές της ψηφιακής επικοινωνίας, της ραδιοφωνικής μετάδοσης και της ροής δεδομένων. Αλλο ένα βιβλίο το οποίο είχε πιο πλατιά επίδραση ήταν του Bill Landreth, Out of the Inner Circle (Microsoft Press, Bellevue, WA, 1985). O Landreth ήταν μια μορφή κλειδί στο θρυλικό γκρουπ των hackers που ήταν γνωστό ως Inner Circle. Μερικά άρθρα του τύπου έχουν αναφέρει την εξαφάνιση του Landreth, εν μέσω φημών ότι σκόπευε να αυτοκτονήσει στα εικοστά δεύτερα γενέθλιά του και φοβόταν ότι κάποιοι άλλοι από το Inner Circle ετοιμάζονταν να πάρουν εκδίκηση από τον Landreth γιατί δήθεν έσπασε τον κώδικα σιωπής τους.

 

Hackers: Εγκληματίες ή μοντέρνοι Ρομπέν των Δασών;

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τείνουν να πραγματοποιήσουν δημοσιογραφικό κιτρινισμό για το hacking ενώ το καταδίκαζαν ολοκληρωτικά. Αλλά υπάρχουν κι άλλες απόψεις: για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις η παραβίαση συστημάτων μπορεί να παρέχει περισσότερο αποτελεσματική ασφάλεια στο μέλλον, έτσι ώστε άλλοι (πιθανώς λιγότερο καλής προθέσεως hackers) να εμποδίζονται από το να προκαλέσουν πραγματική ζημιά. Μια καλή απόδειξη αυτού είναι η διείσδυση στο σύστημα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της British Telecom το 1984 από τους Steven Gold και Robert Schifreen, οι οποίοι άφησαν ένα αναιδές μήνυμα στον λογαριασμό του δούκα του Εδιμβούργου. Αυτό το γεγονός προσέλκυσε τεράστια δημοσιότητα και οδήγησε κατευθείαν σε βελτιωμένες συνθήκες ασφαλείας για όλο το σύστημα του Prestel. Γι’ αυτό, ο Gold και ο Schifreen ήταν υπερβολικά αγανακτισμένοι που τους συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν εγκληματίες και η συμπεριφορά τους δείχνει για άλλη μια φορά την διαφωνία μεταξύ του τι ο νόμος θεωρεί ως εγκληματική συμπεριφορά και πώς οι hackers αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους. Αν και ο Gold και ο Schifreen καταδικάστηκαν για πράξη παραποίησης και τους καταβλήθηκε πρόστιμο 2.350 λιρών, η έφεσή τους οδήγησε στην ακύρωση των κατηγοριών. Το επιχείρημα ήταν ότι αφού οι hackers δεν είχαν προκαλέσει καμία καταστροφή και δεν είχαν εξαπατήσει κανένα, δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν ως ένοχοι για οποιοδήποτε αδίκημα. Αυτό έγινε γνωστό σαν υπόθεση “Gold και Schifreen” και ήταν η πρώτη απόπειρα της βρετανικής δικαιοσύνης να δικάσει για computer hacking [CLM92].

Πιο πρόσφατα, η, βασισμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, National Westminster Bank και η εμπορική τράπεζα S.G. Warburg συναντήθηκαν με έναν αριθμό hackers για να συζητήσουν τους διακανονισμούς για να ελέγξουν, αυτοί οι επιδέξιοι στους υπολογιστές, το σύστημα ασφαλείας των τραπεζών. Χρησιμοποιώντας την αμερικάνικη ιδέα μιας “tiger team” –βάζοντας hackers μέσα σε ελεγχόμενο περιβάλλον και έχοντας ως αντίπαλο το υπάρχον σύστημα ασφαλείας– οι τράπεζες ήλπιζαν να αναγνωρίσουν την αδυναμία τους και επίσης να κερδίσουν εσωτερικές πληροφορίες από τους hackers για το τι συνέβαινε στην κοινωνία του hacking και από πού μπορούν να έρθουν πιθανές απειλές.

Μπορεί να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας εάν, για το καλό της ισορροπίας, μια αληθινά δημοκρατική κοινωνία πρέπει να κατέχει τον πυρήνα των τεχνικά χαρισματικών αλλά ανυπάκουων ανθρώπων. Δεδομένου ότι όλο και περισσότερες πληροφορίες για άτομα είναι τώρα αποθηκευμένες στους υπολογιστές, συχνά χωρίς να το γνωρίζουν ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, δεν είναι καθησυχαστικό ότι μερικοί πολίτες είναι ικανοί να διεισδύσουν σ’ αυτές τις βάσεις δεδομένων για να βρουν τι συμβαίνει; Έτσι, μπορεί να αποδειχτεί ότι οι hackers αντιπροσωπεύουν ένα τρόπο κατά τον οποίο μπορούμε να βοηθήσουμε στο να αποφευχθεί η δημιουργία μιας πιο συγκεντρωτικής, ακόμη και δικτατορικής, κυβέρνησης. Αυτό είναι ένα σενάριο το οποίο οι hackers πραγματικά υποστηρίζουν. Όντως, τώρα ξέρουμε ότι την στιγμή της καταστροφής στο Chernobyl, hackers από την West German Chaos Computer Club απελευθέρωσαν περισσότερες πληροφορίες στο κοινό για τις εξελίξεις απ’ ότι η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας. Όλες αυτές οι πληροφορίες αποκτήθηκαν με παράνομες εισβολές που έγιναν σε υπολογιστικές εγκαταστάσεις της κυβέρνησης.

Δοθέντων αυτών των γεγονότων και της πιθανότητας οι τρομοκρατικές ενέργειες να γίνουν ολοένα και πιο σύνθετες, ίσως μπορούμε να δούμε τους hackers σαν μια πηγή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντιμετωπίζει τέτοιες δραστηριότητες και να βελτιώνει τους ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς ασφαλείας μας. Ως ένα βαθμό αυτή η αξιοποίηση ήδη συντελείται: στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταδικασμένοι hackers συχνά προσεγγίζονται από υπηρεσίες ασφάλειας και πληροφοριών με προσφορές για να συνεργαστούν μαζί τους με αντάλλαγμα την μείωση ή ακόμα και την κατάργηση των ποινών τους. Αλλοι hackers έχουν χρησιμοποιήσει τη φήμη τους για να ιδρύσουν εταιρείες ασφάλειας υπολογιστών και να στρέψουν τις κρυφά αποκτημένες γνώσεις τους προς το όφελος των εμπορικών και δημόσιων ιδρυμάτων.

Ίσως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι σε μια δίκαιη και ανοιχτή κοινωνία υπάρχει μια ένταση μεταξύ των δυνατοτήτων της κυβέρνησης και των δυνατοτήτων ξεχωριστών ατόμων και ομάδων ενδιαφερόμενων πολιτών. Όπως και ο θεωρητικός των επικοινωνιών Harrold Innes σημείωσε τη δεκαετία του 1930, όσον αφορά τον έλεγχο πληροφορίας, υπάρχει ένας σταθερός ανταγωνισμός μεταξύ συγκεντρωτικών και αποκεντρωτικών δυνάμεων. Είναι φανερό ότι η ολική συγκεντροποίηση πληροφοριών παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα για τα δικαιώματα των ατόμων και για τη σωστή συμπεριφορά μιας δημοκρατικής κυβέρνησης.

Από την άλλη μεριά, πλήρης αποκέντρωση των πηγών πληροφορίας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ανεπάρκειας, ακόμα και στην άρνηση υπηρεσιών ή αποκλίσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται από την κυβέρνηση. Για όσο χρονικό διάστημα αυτή η ένταση παραμένει και όσο τα πράγματα δεν γίνονται ασταθή, μπορούμε να παραμένουμε δικαιολογημένα σίγουροι, ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε και οι κυβερνήσεις που εκλέγουμε είναι αρκετά αποτελεσματικές και δίκαιες. Ίσως, με την άφιξη των ψηφιακών υπολογιστών και τηλεπικοινωνιών, το hacking αναπαριστά μια επέκταση αυτού του ανταγωνισμού σε ένα διαφορετικό πεδίο.

Ομολογουμένως, το hacking έχει τη δυνατότητα να προκαλεί τεράστιες βλάβες εκμεταλλευόμενο πόρους που έχουν τρομακτική δύναμη. Ακόμη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν άλλοι, εξίσου δυνατοί –και πολύ παλιότεροι– τρόποι με τους οποίους παρόμοιες δυνάμεις μπορούν να εξαπολυθούν. Διαρροές στον τύπο, κατασκοπία κάθε είδους, και υψηλής ποιότητας δημοσιογραφικές έρευνες (σαν αυτές που αποκάλυψαν τις υποθέσεις Watergate και Iran-Contra) έχουν τη δύναμη να σπάσουν τον κυβερνητικό έλεγχο στη ροή των πληροφοριών προς την κοινή γνώμη, και μπορούν ακόμα και να καταστρέψουν επιχειρήσεις ή κυβερνήσεις που εμφανίζονται να είναι ένοχες για μη ηθικές ή εγκληματικές ενέργειες.

Ίσως, επομένως, αυτό που κάνει τη δημοκρατία τόσο ξεχωριστή είναι η ικανότητα της να ανέχεται ανθρώπους κάθε είδους, με διαφορετική εθνική καταγωγή, πολιτισμικά πιστεύω, και θρησκείες, καθώς επίσης και αυτούς με εντελώς διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Απομένει να δούμε αν το hacking σε όλες τις μορφές του θα εκδιωχθεί σαν ποινικό αδίκημα στις περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες ή αν κάποιες μορφές του θα γίνουν δεκτές. Από ηθικής πλευράς, το να τεθεί εκτός νόμου το hacking είναι ισοδύναμο με το να ποινικοποιηθεί η δημοσιογραφική έρευνα επειδή δημοσιογράφοι έχει γίνει γνωστό ότι δωροδόκησαν αξιωματούχους ή απέκτησαν πληροφορίες παράνομα; Όπως πάντα, μια ισορροπία πρέπει να κρατηθεί μεταξύ των ηθικών δυσκολιών που σχετίζονται με δραστηριότητες όπως η δημοσιογραφική έρευνα και το hacking και του μεγαλύτερου δυνατού κοινού καλού που ίσως (ίσως και όχι) πηγάζει από αυτές. Μερικοί hackers κινούνται σύμφωνα με ένα σωστό κώδικα. Ένας από τους αγαπημένους τόπους των hackers στην Αμερική είναι το TRW, το εθνικό πιστωτικό σύστημα, που διαθέτει πληροφορίες για τα οικονομικά 80 εκατομμυρίων περίπου Αμερικανών και στα μέσα της δεκαετίας του 80 η διείσδυση στο TRW θεωρούνταν τόσο απλή που καταντούσε σχεδόν ρουτίνα. Ένας hacker που ονομαζόταν Michael Synergy κάποτε διείσδυσε στην οργάνωση για να ρίξει μια ματιά στα αρχεία του τότε προέδρου Ronald Reagan. Βρήκε τα αρχεία εύκολα και ανακάλυψε και άλλες 63 αιτήσεις για τα πιστωτικά αρχεία του προέδρου, όλες εκείνη την ημέρα και όλες από απίθανες πηγές. Ο Synergy επίσης βρήκε κάτι ακόμη πιο περίεργο – μια ομάδα περίπου 700 ανθρώπων που όλοι φαινόταν να έχουν την ίδια συγκεκριμένη πιστωτική κάρτα. Οι πιστωτικές τους ιστορίες ήταν περίεργες και για τον Synergy όλοι φαινόταν να έχουν εμφανιστεί από το πουθενά, σαν ‘‘να μην είχαν καθόλου προηγούμενη εμπειρία’’. Τότε του ήρθε η ιδέα ότι σχεδόν σίγουρα έβλεπε την πιστωτική ιστορία – και τα ονόματα και τις διευθύνσεις – ανθρώπων που βρίσκονταν στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων της κυβέρνησης των ΗΠΑ, που σκοπό είχε την προστασία βασικών μαρτύρων σε σημαντικές υποθέσεις, που τις περισσότερες φορές αφορούσαν το οργανωμένο έγκλημα ή το εμπόριο ναρκωτικών. Οι μάρτυρες και οι οικογένειές τους αποκτούσαν νέα ταυτότητα και νέα ζωή σε αντάλλαγμα για την κατάθεση τους. Ο Synergy, σαν καλός πολίτης, ειδοποίησε το FBI για την πιθανή δυνατότητα απώλειας της ασφάλειας του προγράμματος προστασίας μαρτύρων. Αυτή ήταν η ηθική hacker [CLM92].

Βέβαια, για να ολοκληρωθεί η αναλογία, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ένα μεγάλο μέρος της δημοσιογραφίας είναι μοχθηρό ψάχνοντας για σκάνδαλα που μπορούν να καταστρέψουν μια κυβέρνηση ή μια εταιρεία πολύ περισσότερο από ότι μπορούν μερικά απλά είδη hacking. Από την άλλη πλευρά, χρειαζόμαστε και αυτούς που ψάχνουν για σκάνδαλα: ο τύπος είναι ο κυριότερος θεσμός στον οποίο οι περισσότερες δημοκρατίες βασίζονται για να εξασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι ενημερώνονται και ότι οι πολίτες είναι γνώστες του τι γίνεται στο όνομα τους.

 

Τα πειθαρχικά μέτρα κατά των Hacker

Αν κάποια τάση είναι ορατή στον κόσμο του hacking –εκτός από την αυξανόμενη συχνότητά του– τότε αυτή δείχνει να περικλείει τη δημιουργία σκληρότερων ποινών για το hacking και ένα στενότερο νομικό πλαίσιο κατατάσσοντας το hacking σαν εγκληματική συμπεριφορά. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο εισήγαγε το νομοθετικό πλαίσιο Computer Misuse Act (Παράνομη Χρήση Υπολογιστών) και προσδιόρισε τρία νέα αδικήματα:

1. Μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση: είσοδος σε ένα υπολογιστικό σύστημα γνωρίζοντας ότι αυτή δεν επιτρέπεται (έξι μήνες φυλάκιση)

2. Μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση με αποτέλεσμα ακόμα σοβαρότερο αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και πέντε ετών.

3. Μη εξουσιοδοτημένη τροποποίηση σε υλικό υπολογιστή (ιοί, trojan horses, εσκεμμένες καταστροφές σε αρχεία κτλ.) τιμωρείται με μέχρι και πέντε χρόνια φυλάκιση.

Το πρώτο άτομο που φυλακίστηκε κάτω από αυτή τη νομοθεσία ήταν ο Nicholas Whiteley (ο επονομαζόμενος Mad Hacker). Ο Whiteley, τότε ένας εικοσιενός ετών computer operator καταδικάστηκε σε τετράμηνη φυλάκιση με οχτάμηνη αναστολή.

Στις Η.Π.Α μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80, σχεδόν όλες οι πολιτείες είχαν ποινικοποιήσει την “κλοπή μέσω αναζήτησης” - δηλαδή τη διείσδυση σε υπολογιστές για να δεις τι υπάρχει εκεί. Ο πρώτος ομοσπονδιακός νόμος για παρανομίες με χρήση υπολογιστών ψηφίστηκε το 1986 [CLM92].

Αλλού, παρόμοιες κλήσεις για επιβολή πειθαρχικών μέτρων για hacking έχουν δει τα φώτα της δημοσιότητας από εμπλεκόμενους επαγγελματίες υπολογιστών ή θύματα hacking δραστηριοτήτων, και ο αριθμός των διώξεων και καταδικαστικών αποφάσεων εμφανίζεται να βρίσκεται σε άνοδο. Στην Πενσυλβανία, δύο άντρες κατηγορήθηκαν για κλοπή υπηρεσιών, παράνομη χρήση υπολογιστών, και εγκληματική συνομωσία στη χρήση υπολογιστικών εγκαταστάσεων πανεπιστημίου. Στην Αυστραλία, τρεις άντρες είναι επί του παρόντος υπό έρευνα για το ρόλο τους στην εισβολή στους υπολογιστές της NASA, στο ινστιτούτο Smithsonian, στο πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και σε πανεπιστήμια των Η.Π.Α και της Ευρώπης. Σαν μέρος των hacking δραστηριοτήτων τους, τα άτομα αυτά εισχώρησαν στον υπολογιστή του Clifford Stoll, του αστρονόμου του πανεπιστημίου του Harvard, ο οποίος έπαιξε ρόλο κλειδί στον εντοπισμό ενός γκρουπ από Γερμανούς hackers που έψαχναν για άκρως απόρρητα δεδομένα και αρχεία. Ο Stoll δημοσίευσε μια περιγραφή αυτής της έρευνας στο βιβλίο του The Cuckoo’s Egg, και οι Αυστραλοί άφησαν φανερά ένα μήνυμα για τον Stoll: “Τώρα ο κούκος έχει αυγό στο πρόσωπό του”. Εν τούτοις, οι συνέπειες για τους κατηγορούμενους hackers θα μπορούσαν να είναι πολύ σοβαρές. Για παράνομη χρήση των υπολογιστών της κυβέρνησης της Αυστραλίας μόνο, αντιμετωπίζουν πιθανή καταδίκη σε δέκα χρόνια φυλάκιση.

Τον Ιούλιο του 1992 ομοσπονδιακοί πράκτορες των Η.Π.Α μήνυσαν πέντε μέλη ενός group, από computer crackers, γνωστού ως Master of Disaster (MOD). Τα μέλη της συμμορίας –που αυτοαποκαλούνται Phiber Optic, Corrupt, Outlaw, Acid Phreak και Scorpion– συνελήφθησαν για έντεκα κατηγορίες συμπεριλαμβανομένων συνομωσία, σειρά από απάτες, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε υπολογιστές, μη εξουσιοδοτημένη κατοχή συσκευών πρόσβασης και διακοπή ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Εν συντομία, οι κατηγορίες υποστήριζαν ότι η συμμορία αυτή διέκοψε τη λειτουργία υπολογιστών ρύθμισης τηλεφωνικών γραμμών αρκετών συστημάτων του Bell και ασχολήθηκε με phone phreaking και επεμβάσεις σε ξένους υπολογιστές. Έχει ειπωθεί ότι οι κατηγορούμενοι πέτυχαν πρόσβαση στους υπολογιστές της Bell Tymenet και εμπόδισαν την επικοινωνία δεδομένων σε ένα δίκτυο ιδιοκτησίας της Bank of America. Επίσης, λέγεται ότι η συμμορία πέτυχε πρόσβαση σε υπηρεσίες πληροφόρησης πιστωτικών συναλλαγών όπως η TRW, Trans Union και η Information America.

Η συνεργασία μεταξύ hacker φαίνεται ανεπηρέαστη από την απόσταση. Σε μια αξιοσημείωτη υπόθεση, ένας δεκαοχτάχρονος Ισραηλινός και ένας εικοσιτετράχρονος άντρας από το Κολοράντο εισχώρησαν στους υπολογιστές της NASA και του Τμήματος Αμυνας των Η.Π.Α κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου (Desert Storm) στον πόλεμο του Κόλπου. Ακόμα μεγαλύτερου ενδιαφέροντος από την απόσταση ήταν η πολυπλοκότητα του phone phreaking εξοπλισμού του Ισραηλινού έφηβου όπως επίσης και η διαπίστωση της εμπλοκής του σε ένα διεθνές κύκλωμα πλαστογράφησης πιστωτικών καρτών.

Στα μέσα του 1991 η Scotland Yard ανακοίνωσε ότι είχε σπάσει το παγκοσμίως ευρύτερο (έναν όρο που τον άφησαν ακαθόριστο) κύκλωμα hacking σε υπολογιστές. O Karl Strickland ένας δεκαοχτάχρονος προγραμματιστής υπολογιστών από το Λίβερπουλ, o Neil Woods εικοσιτριών ετών και άνεργος, και ο Paul Bedworth ένας δεκαεφτάχρονος φοιτητής από το Yorkshire, κατηγορήθηκαν υπό το νομοθετικό πλαίσιο Computer Misuse Act για αδικήματα σε τουλάχιστον εννιά χώρες που περιλάμβαναν διεξαγωγή οικονομικά καταστρεπτικών τροποποιήσεων σε υπολογιστές στα πανεπιστήμια των Edinburgh, Lancaster, Bath, London και Oxford. Η Scotland Yard αποκάλυψε ότι στην όλη έρευνα πήραν μέρος οκτώ αστυνομικές δυνάμεις και μια ομάδα επίβλεψης από την British Telecom και ότι κόστισε σε Βρετανικές και Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εκατομμύρια λίρες.

Αλλά ίσως η καθαρότερη ένδειξη μιας καινούριας σκληρής προσέγγισης του hacking εμφανίστηκε το 1990 όταν πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας των Η.Π.Α διεξήγαγαν μια εθνική έρευνα κατά εγκλημάτων που σχετίζονται με υπολογιστές γνωστή ως επιχείρηση Sundevil. Σε αυτή την επιχείρηση πήραν μέρος 150 πράκτορες ταυτόχρονα εκτελώντας 28 εντάλματα έρευνας σε 16 πολίτες των Η.Π.Α και προχωρώντας στην κατάσχεση 42 συστημάτων υπολογιστών, περιλαμβανομένων 23.000 σκληρών δίσκων. Ωστόσο από τα μέσα του 1991 έγινε φανερό ότι η όλη επιχείρηση είχε καταλήξει σε μόνο μια μήνυση σαν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού έλλειψης αποδείξεων και έλλειψης γνώσης της υψηλής τεχνολογίας που χρειάζονταν οι αξιωματούχοι που επέβαλλαν το νόμο για να καταφέρουν να βρουν στοιχεία κατηγορίας. Δύο από τα πιο γνωστά θύματα της επιχείρησης Sundevil ήταν οι Craig Neiford και Steve Jackson της εταιρείας Steve Jackson Games, και οι δύο εκ των οποίων είχαν συστήματα και προϊόντα σχετιζόμενα με υπολογιστές που κατασχέθηκαν από τη μυστική υπηρεσία, σαν αποτέλεσμα διαφόρων κατηγοριών που περιλάμβαναν σειρά από απάτες: απάτες με υπολογιστές και διαπολιτειακή μεταφορά κλεμμένης ιδιοκτησίας. Τελικά ο Neidorf δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, παρόλο που αναγκάστηκε να πληρώσει 100.000 δολάρια που ήταν το κόστος για να δημιουργήσει την υπεράσπισή του.

Δύο ακόμα άτομα που καταδικάστηκαν για παρόμοιες ενέργειες είναι οι Ed Cummings και Kevin Mitnick. Ο Ed Cummings φυλακίστηκε την άνοιξη του 1994 και είναι το πρώτο άτομο που καταδικάστηκε σε φυλάκιση για κάτι τόσο αβλαβές όπως η συσκευή που παράγει τηλεφωνικούς τόνους που κατασκεύασε. Ο Ed Cummings κατηγορήθηκε επίσης για κατοχή ενός υπολογιστή και του κατάλληλου λογισμικού που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την τροποποίηση ενός κινητού τηλεφώνου. Ο Mitnick συνελήφθη στα τέλη του 1988 [CLM92]. Ο Kevin Mitnick καταδικάστηκε σε 8 μήνες φυλάκιση για διαφόρων ειδών εγκλήματα όπως το ότι έκανε hacking με σκοπό να πουλήσει κρυφά αρχεία και το ότι έκλεβε (phreaking) τηλεφωνικές υπηρεσίες μεγάλης απόστασης. Πολλοί ομοσπονδιακοί δικαστές αρνήθηκαν την απελευθέρωση του με εγγύηση, λέγοντας ότι δεν υπήρχε τρόπος να προστατευθεί η κοινωνία αν απελευθερωνόταν. Επίσης του αρνήθηκαν την πρόσβαση σε τηλέφωνο ενώ ήταν στη φυλακή, από φόβο ότι θα μπορούσε να είχε προγραμματίσει από πριν έναν υπολογιστή να ενεργοποιηθεί, καταστρέφοντας προγράμματα με τηλεχειρισμό [CLM92].

Ακόμα όμως, σε αντίθεση με τις αυξανόμενες απαιτήσεις που χρειάζονται για να οδηγηθούν hacker στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ένας αριθμός σχολιαστών υποστηρίζουν ότι αυτές οι προσπάθειες επιβολής του νόμου είναι λανθασμένες. Η απειλή από τους hackers, λένε, είναι παραφουσκωμένη και η κύρια απειλή για τις εγκαταστάσεις υπολογιστών παραμένει όπως ήταν πάντα –όχι από τους εξωτερικούς εισβολείς αλλά εσωτερικά από τους ίδιους τους υπαλλήλους. Ο κοινωνιολόγος Richard Hollinger ισχυρίζεται ότι οι hackers είναι απλώς ο ευκολότερος στόχος: απομονωμένες προσωπικότητες κατά τεραστίων εταιρικών και κυβερνητικών συμφερόντων που οδηγούν σε ένα δικαστικό σύστημα που του είναι δύσκολο να αντιληφθεί το παράπτωμα, πόσο μάλλον να κάνει κριτική σε αυτό. Ακόμη, αντιμέτωποι με την ανάγκη να δείξουν ότι κάνουν κάτι ενάντια στο ρεύμα που λέγεται “εγκλήματα σχετιζόμενα με υπολογιστές”, οι υπεύθυνοι επιβολής του νόμου βρίσκουν τους hackers εύκολους, high-profile στόχους αν συγκριθούν με τους κρυφούς, συχνά απαλλαγμένους, ή πληρωμένους εγκληματίες υπολογιστών.

Worms, Trojan Horses and Bombs

Νέοι όροι έχουν εισαχθεί στην ορολογία των υπολογιστών, πολλοί από τους οποίους είναι δανεισμένοι από άλλα πεδία και πολλοί από αυτούς με καταστροφικές σημασίες. Οι παρακάτω ορισμοί ίσως βοηθήσουν τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ μερικών από αυτούς τους όρους.

Trojan Horse (Δούρειος Ίππος): Είναι ένα πρόγραμμα που επιτρέπει πρόσβαση σε ένα ήδη –διασπασμένο σύστημα– για παράδειγμα, δημιουργώντας ένα νέο λογαριασμό που έχει τα προνόμια ενός υπερ-χρήστη (διαχειριστή συστήματος). Αυτή η τακτική βοηθά να αποφευχθεί η υπερφόρτωση του λογαριασμού του διαχειριστή του συστήματος (superuser) που μπορεί να γίνει φανερή από τα στατιστικά του συστήματος. Επίσης μπορεί να αναφέρεται και σε ένα πρόγραμμα που συγκεντρώνει τα login και τα password από νόμιμους χρήστες έτσι ώστε αυτοί που ήδη έχουν διασπάσει ένα σύστημα να μπορούν να μπουν σε αυτό μέσα από μια μεγαλύτερη ποικιλία λογαριασμών. Μερικές φορές συγχέεται με τον όρο ‘trap door’ το οποίο είναι γενικά μια μυστική είσοδος που οι σχεδιαστές υπολογιστικών συστημάτων δημιουργούν στα συστήματα τους για να μπορούν όταν έχουν φύγει από αυτά να ξαναποκτήσουν πρόσβαση οποιαδήποτε στιγμή χωρίς να φοβούνται μήπως και γίνουν αντιληπτοί. Η αρχή του Trojan Horse βασίζεται πάνω στην επιτυχή διείσδυση και δημιουργία εναλλακτικών μονοπατιών εισόδου.

Logic Bomb or Time Bomb (Λογική ή ωρολογιακή βόμβα): Ένα πρόγραμμα που είναι φτιαγμένο να δρα όταν έχει εντοπιστεί μια συγκεκριμένη ακολουθία γεγονότων ή αφότου έχει περάσει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, μια δημοφιλής μορφή μιας logic bomb, παρακολουθεί τα εκτελέσιμα αρχεία και προκαλεί βλάβες στο σύστημα (όπως διαγραφές σκληρών δίσκων ή αλλοίωση προγραμμάτων κλειδιών) μόλις η εργασία του προγραμματιστή έχει ολοκληρωθεί. Μια απλή παραλλαγή του προηγούμενου είναι ένας ιός logic bomb –ένας ιός ο οποίος ξεκινά να αναπαράγεται και καταστρέφει ένα σύστημα μόλις ενεργοποιηθεί από το πέρασμα ενός χρονικού διαστήματος, από ένα σύνολο από προ-προγραμματισμένες συνθήκες οι οποίες εμφανίζονται, ή από έναν έλεγχο εξ αποστάσεως που χρησιμοποιεί το κατάλληλο password.

Virus (ιός): Ένα πρόγραμμα, που αναπαράγει τον εαυτό του, το οποίο προκαλεί βλάβες –συνήθως διαγράφει το σκληρό δίσκο ή αποσυνθέτει αρχεία– και προσβάλλει άλλα προγράμματα, δισκέτες, ή σκληρούς δίσκους αντιγράφοντας τον εαυτό του σε αυτά (ιδιαίτερα σε τμήματα του λειτουργικού συστήματος ή boot sectors ενός δίσκου). Οι ιοί χρησιμοποιούν μια ποικιλία από στρατηγικές για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους. Μερικοί είναι αβλαβείς, και εν μέρει πληροφορούν τους χρήστες ότι τα συστήματά τους είναι μολυσμένα χωρίς να καταστρέφουν τμήματα του συστήματος τους. Οι περισσότεροι δεν είναι άκακοι, και η αναγνώριση των δημιουργών τους μπορεί να είναι ουσιαστικά αδύνατη, παρόλο που μερικοί είναι αρκετά προετοιμασμένοι να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους.

Vaccine ή Disinfectant ή Antivirus (αντιβιοτικό): Ένα πρόγραμμα που ψάχνει για ιούς και ειδοποιεί τον χρήστη ότι μια μορφή ιού έχει εντοπιστεί στο σύστημα. Μερικά είναι γενικού σκοπού προγράμματα που ψάχνουν για ένα μεγάλο σύνολο ιών, ενώ άλλα είναι περισσότερο περιορισμένα και είναι ικανά μόνο να αναγνωρίζουν ένα ιδιαίτερο τύπο ιού. Μερικά είναι ικανά να εξαφανίζουν τον ιό, αλλά υπάρχουν σχετικά λίγα τέτοια προγράμματα Αλλες μορφές προστασίας από ιούς περιλαμβάνουν απομόνωση του μολυσμένου συστήματος(-των), χρήση μη εγγράψιμων συστημάτων δίσκων έτσι ώστε οι ιοί να μην μπορούν να αντιγράψουν τον εαυτό τους εκεί, και υποβολή σε δοκιμή άγνωστου λογισμικού (ιδιαίτερα κοινής χρήσης λογισμικό “κατεβασμένο” από διάφορα site στο δίκτυο), σε ένα ελάχιστο, απομονωμένο σύστημα.

Worm : Ένα πρόγραμμα που αναπαράγει τον εαυτό του και προσβάλλει αδρανής σταθμούς εργασίας ή τερματικά σε ένα δίκτυο. Τα πρώτα worms ήταν εξερευνητικά προγράμματα που περιέγραφαν την ίδια τη βασική ιδέα τους, και που γενικά δεν ήταν καταστροφικά, παρόλο που συχνά αναπαρήγαγαν τον εαυτό τους μέχρι το σημείο όπου ένα δίκτυο θα κρεμούσε (σταματούσε η λειτουργία του). Το πιο πρόσφατο φαινόμενο χρησιμοποιήθηκε σαν μια καλή βάση για το βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, Shockwave Rider του John Brunner (Ballantine, New York, 1975). Τα worms τείνουν να βρίσκονται στη μνήμη και δεν είναι μόνιμα, ενώ οι ιοί τείνουν να υπάρχουν στο δίσκο όπου είναι μόνιμοι μέχρι να καταπολεμηθούν. Επιπρόσθετα, τα worms είναι προσανατολισμένα να χτυπούν δίκτυα, με τμήματα του worm να βρίσκονται σε διαφορετικά μηχανήματα και να είναι ενήμερα της ύπαρξης άλλων τμημάτων σε άλλους κόμβους του δικτύου. Τα worms ενεργά επιζητούν τα αδρανή μηχανήματα και υποχωρούν όταν ο φόρτος της μηχανής αυξάνει. Οι ιοί (προς το παρόν) δεν έχουν καμία από αυτές τις δυνατότητες.

Tempest : Ένας όρος που αναφέρεται στις ηλεκτρονικές εκπομπές που οι υπολογιστές παράγουν καθώς δουλεύουν. Με τον κατάλληλο εξοπλισμό, αυτά τα μηνύματα μπορούν να παρακολουθηθούν, να αποθηκευθούν και να αναλυθούν βοηθώντας έτσι στην ανακάλυψη του τι κάνει ο υπολογιστής κάποια στιγμή. Όπως θα ήταν αναμενόμενο οι περισσότερες εταιρείες ασφάλειας υπολογιστών σε όλο τον κόσμο ενδιαφέρονται για αυτό το μηχανισμό, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί μηχανισμός κανενός γνωστού hack. Ποιος ξέρει όμως τι επιφυλάσσει το μέλλον;

 

Η εισβολή των ιών

Οι σημερινοί ιοί είναι σχεδιασμένοι να επιτίθενται σε ένα είδος πλατφόρμας (single platform). Με τον όρο single platform ορίζουμε τον συνδυασμό του hardware με το πιο σύνηθες λειτουργικό σύστημα για αυτό το hardware. Για παράδειγμα, ένας ιός μπορεί να ονομάζεται IBM-PC ιός, που αναφέρεται στο hardware, ή DOS ιός, που αναφέρεται στο λειτουργικό σύστημα. Επίσης, οι ιοί χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: research ή “in the wild”. Research ιός είναι αυτός που γράφτηκε για ερευνητικούς ή σπουδαστικούς σκοπούς και δεν έχει διανεμηθεί σχεδόν καθόλου στο κοινό. Από την άλλη, οι ιοί που έχουν γίνει γνωστοί στο κοινό ονομάζονται “in the wild”. [THR92]

Οι ιοί λογισμικού είναι το πιο πρόσφατο φαινόμενο υπολογιστών που έχει γίνει ευρέως γνωστό. Σπάνια περνά μια μέρα χωρίς αναφορές σε νέους ιούς ή χτυπήματα από επιθέσεις ιών που έχουν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή δεδομένων και το σταμάτημα λειτουργίας δικτύων. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί ιοί στις εξής πλατφόρμες: Apple II, IBM PC, Macintosh, Atari, Amiga. [THR92]

Εντούτοις, η βασική ιδέα ενός ιού δεν είναι εντελώς καινούργια. Ο προάγγελός του –το worm– δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 80, όταν οι επιστήμονες υπολογιστών John Shoch και Jon Hupp εφεύραν ένα πρόγραμμα που θα διαδιδόταν από μηχανή σε μηχανή, καταλαμβάνοντας σταθερά τους αδρανής πόρους του δικτύου του κέντρου έρευνας Xerox Palo Alto. Αυτά τα πρώτα worms ήταν σαφώς αβλαβή και παρουσιάζονταν μόνο την νύχτα όπου η κίνηση στο δίκτυο ήταν ελάχιστη και τα μηχανήματα ήταν απίθανο να χρησιμοποιούνται σε οποιαδήποτε περίπτωση. Οποιαδήποτε μοχθηρία είχαν αυτά τα προγράμματα τύπου worm αποδίδεται στην τάση τους να καταναλώνουν πόρους –κυρίως μνήμη– μέχρι ένα σύστημα ή δίκτυο να καταρρεύσει. Παρ’ όλα αυτά, οι ελιγμοί σχεδόν ποτέ δεν προκάλεσαν οποιαδήποτε μόνιμη καταστροφή. Για να απαλλάξει κάποιος ένα μηχάνημα ή ένα δίκτυο από ένα wοrm, το μόνο που έχει να κάνει είναι να επανεκκινήσει το μηχάνημα ή το δίκτυο.

Τα worms παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά ως ενδεχόμενη απειλή για την ασφάλεια των υπολογιστών όταν το Christmas Tree Exec επιτέθηκε στα IBM mainframe τον Δεκέμβριο του 1987. To worm αυτό σταμάτησε τη λειτουργία του δικτύου, παγκοσμίου εύρους, της IBM και του BITNET. Το Christmas Tree Exec δεν ήταν ακριβώς worm αλλά ένα trojan horse με ένα μηχανισμό αναπαραγωγής. Ο χρήστης λάμβανε μέσω e-mail μια χριστουγεννιάτικη κάρτα που περιελάμβανε εκτελέσιμο (REXX) κώδικα. Αν εκτελούνταν, το πρόγραμμα υποτίθεται ότι σχεδίαζε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στην οθόνη. Αυτό δεν ήταν όλη η αλήθεια, αλλά έστελνε επίσης ένα αντίγραφο σε όσους ήταν γραμμένοι στην λίστα διευθύνσεων του χρήστη. [DEN90].

Το Internet Worm ήταν ένα πραγματικό worm. Παρουσιάστηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1988. Επιτέθηκε σε Sun και DEC συστήματα UNIX συνδεδεμένα στο δίκτυο (συμπεριλάμβανε δύο σετ από δυαδικά αρχεία, ένα για το κάθε σύστημα). Εκμεταλλεύτηκε το TCP/IP πρωτόκολλο, πρωτόκολλα επιπέδου κοινών εφαρμογών, bugs του λειτουργικού συστήματος, και διάφορα ελαττώματα του συστήματος διαχείρισης για να διαδοθεί. Διάφορα προβλήματα με την διαχείριση των worms είχαν σαν αποτέλεσμα την εξαιρετικά χαμηλή απόδοση των συστημάτων και την άρνηση δικτυακών υπηρεσιών [SPA89].

Η αντίληψη και ανάπτυξη των ιών είχε μια μεγαλύτερη περίοδο αναγέννησης. Αλλοι προάγγελοι των ιών περιλάμβαναν έναν αριθμό πειραματικών παιχνιδιών υπολογιστή, συμπεριλαμβανομένου και του παιχνιδιού που ήταν γνωστό σαν Core Wars. Αυτό το παιχνίδι λειτουργεί θέτοντας ένα τμήμα της μνήμης (το οποίο τις πρώτες μέρες της χρήσης των υπολογιστών ονομαζόταν συχνά core, δηλ. πυρήνας) σαν πεδίο μάχης για τα προγράμματα έτσι ώστε αυτά να συναγωνίζονται για κάποια περιοχή (μνήμης) και να προσπαθούν να καταστρέψουν το ένα το άλλο. Για να καταλάβουμε πως δουλεύει το Core Wars και τη σχέση του με την έννοια του ιού, πρέπει να καταλάβουμε κάποια πράγματα για τη δομή και τη φύση της μνήμης ενός υπολογιστή καθώς και τα ίδια τα Core Wars.

Πρώτα απ’ όλα, η μνήμη ενός υπολογιστή μπορεί να θεωρηθεί σαν μια σειρά από θυρίδες ή κουτιά στα οποία μπορεί να τοποθετηθεί μία εντολή, μερικά δεδομένα, ή μία άλλη διεύθυνση μνήμης. Τα επόμενα σχήματα παριστάνουν μια τυπική “μάχη” του Core Wars:

Τα γράμματα Α και Β προσδιορίζουν τη θέση των δύο “μαχόμενων”. Τα περιεχόμενα της θέσης 2 στο προηγούμενο σχήμα προσδιορίζουν μία εντολή κώδικα μηχανής την οποία ένα Core Wars αποκαλεί IMP. Η διεύθυνση 5 περιέχει επίσης ένα IMP πρόγραμμα –τον εχθρό του πρώτου IMP. (Υπάρχουν πολλά προγράμματα του Core Wars. Το IMP είναι το πιο απλό, αλλά και ένα από τα πιο ισχυρά). Η “μάχη” ξεκινάει ως εξής: είναι η σειρά του IMP του Α και το πρόγραμμα του εκτελείται. MV01 (το IMP πρόγραμμα) σημαίνει “μετακίνησε τα περιεχόμενα της διεύθυνσης που βρίσκεται μηδέν θέσεις μακριά (δηλαδή, της παρούσας διεύθυνσης, διεύθυνση 2) σε μια διεύθυνση που βρίσκεται 1 θέση μακριά (δηλαδή, στην διεύθυνση 3). Βασικά αυτή η εντολή αντιγράφει τα περιεχόμενα της διεύθυνσης 2 (το IMP πρόγραμμα) στην διεύθυνση 3. Με άλλα λόγια, το IMP Α αντέγραψε τον εαυτό του.

Όταν γίνει αυτό και είναι η σειρά του IMP του Β, το IMP του Α έχει αντιγράψει τον εαυτό του στην διεύθυνση 3 και το IMP του Β μετακινείται στη διεύθυνση 4 (εκτελώντας το δικό του πρόγραμμα). Αυτή η κατάσταση παριστάνεται παρακάτω:

Όταν είναι η σειρά του IMP του Α ξανά, ήδη καταλαμβάνει τη διεύθυνση 3 (καθώς επίσης και την προηγούμενη της), ενώ το IMP του Β καταλαμβάνει τις διευθύνσεις 4 και 5. Όταν έρθει η σειρά του IMP του Α για δεύτερη φορά (το οποίο δεν χρειάζεται να δείξουμε εδώ), αντιγράφει τον εαυτό του στη διεύθυνση 4 (και πάλι εκτελώντας την εντολή MV01) στην οποία βρίσκεται το τρέχον IMP του Β. Επομένως, διαγράφοντας το IMP του Β, το IMP του Α κέρδισε αυτή τη μάχη.

Ο τρόπος λειτουργίας των Core Wars προγραμμάτων (και “μαχών”) δεν είναι τόσο απλός. Πολλά από τα πιο πολύπλοκα προγράμματα έχουν τη δυνατότητα να διορθώνουν τους εαυτούς τους, να επανατοποθετούν τους εαυτούς τους στη μνήμη (δηλ., να αποφεύγουν εχθρικά προγράμματα), και μπορούν ακόμα και να ανιχνεύσουν το “πλησίασμα” άλλων προγραμμάτων έχοντας “φρουρούς”. Το πιο σημαντικό, όμως, σχετικά με το Core Wars και φυσικά με όλο αυτό το είδος παιχνιδιών, όπως τα παιχνίδια LIFE και Wa-Tor (δύο παιχνίδια που επιδεικνύουν την εξέλιξη των “τύπων ζωής” σ’ ένα περιβάλλον κατασκευασμένο από υπολογιστές), είναι η κοινή τους έννοια για αναπαραγωγή σ’ ένα σύστημα βασισμένο σε υπολογιστή.

Αυτή η ιδέα του να αναπαραγάγει ένα σύστημα τον εαυτό του ξεκίνησε να γοητεύει πολλούς ανθρώπους και, συγκεκριμένα, η ιδέα ότι ένα πρόγραμμα θα μπορούσε να επεκτείνει τον εαυτό του παρά τους περιορισμούς ενός απλού μηχανήματος ή δικτύου προκάλεσε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον. Οι δημιουργοί της έννοιας των ιών ήταν ο Fred Cohen και ο Len Adleman (ο οποίος είχε την ιδέα του όρου ιός – virus). Σ’ ένα συνέδριο για την ασφάλεια των υπολογιστών με σπόνσορα την Διεθνή Ομοσπονδία Επεξεργασίας Πληροφοριών (International Federation of Information Processing – IFIP) το 1984, ανακοίνωσαν δημόσια τα αποτελέσματα μιας σειράς πειραμάτων που διεξήγαγαν χρησιμοποιώντας ιούς για να μολύνουν μια σειρά από διαφορετικά δίκτυα και host machines. Αν και τότε θεωρείτο ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γράψεις έναν ιό για συστήματα πολλών χρηστών, ο Fred Cohen χρειάστηκε μόνο 8 ώρες εργασίας για να φτιάξει έναν ιό που μπορούσε να εισχωρήσει σε ένα UNIX σύστημα [HOF90]. Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους για τους οποίους οι ιοί δεν παρατηρούνται σε συστήματα πολλών χρηστών είναι ότι οι διαχειριστές τέτοιων συστημάτων συνήθως ανταλλάσσουν πηγαίο κώδικα αντί για εκτελέσιμα αρχεία. Συνήθως είναι προσεκτικοί με τα copyrighted προγράμματα, οπότε ανταλλάσσουν προγράμματα που αναπτύσσουν οι ίδιοι ή κοινής χρήσης προγράμματα. Είναι πιο βολικό για αυτούς να ανταλλάζουν πηγαίο κώδικα, εφόσον οι διαφορές στην αρχιτεκτονική του hardware εμποδίζει τη συναλλαγή εκτελέσιμων αρχείων [THR92]. Τα πειράματα τους έδειξαν πόσο εύκολα απομονωμένα μηχανήματα και ακόμα και ολόκληρα δίκτυα μπορούσαν να υποκύψουν σε απλά είδη ιών. Στην πραγματικότητα τα πειράματα τους ήταν τόσο επιτυχή ώστε συχνά τους απαγορεύθηκε από τους διαχειριστές των διαφόρων συστημάτων να φέρουν σε πέρας ακόμα περισσότερα πειράματα. Εν τούτοις, παρά τις δημόσιες προειδοποιήσεις για την μελλοντική απειλή από τους software ιούς, η πρώτη επιδημία από ιούς εξέπληξε πολλούς από τον κόσμο των υπολογιστών.

Κατά πολύ ο πιο προφανής (και κοινός) τρόπος για να μολύνεις με ιό ένα σύστημα είναι να προσθέσεις έναν ιό σε γνήσια προγράμματα έτσι ώστε να μπορεί να μεταφερθεί σε μέσα αποθήκευσης όπως ταινίες (tapes), δισκέτες, και σκληρούς δίσκους. Επιπλέον, ένας ιός μπορεί να μεταφερθεί μέσω των links στο δίκτυο και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Για όσο διάστημα ο ιός είτε εμφανίζεται να είναι ένα γνήσιο πρόγραμμα είτε έχει τη δυνατότητα να προσκολλήσει τον εαυτό του σε γνήσια προγράμματα (όπως το λειτουργικό σύστημα), η εξάπλωση του σε άλλα συστήματα χρηστών και χωρών είναι σχεδόν εγγυημένη. Θα έπρεπε να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αν και οι περισσότερες από τις πιο πρόσφατες συλλογές ιών είναι μοχθηρά καταστροφικές, ένας αριθμός ιών έχει παρουσιαστεί οι οποίοι είναι σχεδόν αβλαβείς. Αυτοί συνήθως πληροφορούν το χρήστη ότι ο ιός καταλαμβάνει μερικά byte στο δίσκο. Οι πιο κοινοί ιοί σβήνουν όλα τα περιεχόμενα του σκληρού δίσκου ενός χρήστη ή αλλάζουν προγράμματα και δεδομένα σε βαθμό που να είναι ανεπανόρθωτα κατεστραμμένα και εντελώς άχρηστα.

Ίσως η πιο εκτενώς αναφερθείσα επίθεση από ιό εμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1987, όπου ένας μεγάλος αριθμός χρηστών μικροϋπολογιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισε να αναφέρει προβλήματα με τους δίσκους δεδομένων τους. Μια γρήγορη επιθεώρηση των volume labels αυτών των δίσκων (ένα volume label είναι ένα προσδιορισμένο από το χρήστη όνομα για τον δίσκο – όπως “cash flow figures”) έδειξε ότι όλοι είχαν το ίδιο volume label: “© Brain”. Γι’ αυτούς τους λόγους, αυτός ο ιός αναφέρεται συχνά σαν Brain virus ή σαν Pakistani Brain virus λόγω της Πακιστανικής καταγωγής του συγγραφέα, η οποία παρουσιάζεται αν ο boot sector του δίσκου ελεγχθεί. Αν και αυτός ο ιός προκάλεσε κάποια απώλεια, έγιναν σύντομα διαδικασίες που απομάκρυναν αποτελεσματικά τον ιό. Αυτές περιελάμβαναν χρήση μόνο δίσκων συστήματος οι οποίοι ήταν write-protected έτσι ώστε ο ιός δεν μπορούσε να αντιγράψει τον εαυτό του από ένα δίσκο συστήματος σε έναν άλλο, καθώς επίσης και προγράμματα που αναγνώριζαν ένα μολυσμένο δίσκο και έγραφαν ξανά τον boot sector έτσι ώστε να καταστραφεί ο ιός.

Λίγο πριν την Ημέρα των Ευχαριστιών το 1987, ένας ακόμα ιός ανακαλύφθηκε στο Lehigh University στην Bethlehem, Pasadena (και γι’ αυτό ονομάζεται Lehigh virus). Αυτός ο ιός εμφανίστηκε να είναι ιδιαίτερα μοχθηρός αφού κατέστρεφε ολοκληρωτικά τα περιεχόμενα ενός δίσκου εφόσον ο δίσκος είχε αντιγραφεί 4 φορές. Αντίθετα με τον ιό Brain, που εξαπλωνόταν όταν ένας μολυσμένος δίσκος αντιγραφόταν εξ ολοκλήρου, ήταν πολύ πιο ισχυρός και έξυπνος. Εφόσον είχε μολύνει κάποιο δίσκο, ο ιός έλεγχε και όλους τους υπόλοιπους δίσκους που υπήρχαν στο μηχάνημα. Αν ήταν bootable (δηλ., αν είχαν πάνω τους ένα αντίγραφο του λειτουργικού συστήματος), τότε ο ιός έλεγχε αν ο δίσκος ήταν ήδη μολυσμένος. Αν δεν ήταν, ο ιός αντέγραφε τον εαυτό του στον καινούριο δίσκο. Ευτυχώς, τα ίδια είδη μέτρων που ήταν αποτελεσματικά κατά του ιού Brain ήταν επίσης αποτελεσματικά κατά του ιού Lehigh, και τώρα φαίνεται να έχει καταπολεμηθεί.

Και σε ακόμα ένα περιστατικό, τα ισραηλινά PCs έδειχναν σημάδια μόλυνσης από ιό τον Δεκέμβριο του 1987, όπου προγράμματα που είχαν τρέξει χιλιάδες φορές χωρίς πρόβλημα ξαφνικά έγιναν πολύ μεγάλα για να χωρέσουν στη διαθέσιμη μνήμη. Αυτός ο ιός, ο οποίος αποσυναρμολογήθηκε από επιστήμονες υπολογιστών στο Hebrew University της Ιερουσαλήμ, παρουσίασε έναν κατά κάποιο τρόπο διαφορετικό τρόπο λειτουργίας. Εμφανιζόταν να δουλεύει αντιγράφοντας τον εαυτό του στη μνήμη και μετά προσκολλώντας τον εαυτό του σε οποιοδήποτε πρόγραμμα που ο χρήστης ίσως ακολούθως εκτελούσε. Ο συγγραφέας αυτού του ιού υπήρξε επίσης αρκετά έξυπνος ώστε να προγραμματίσει τον ιό να παρουσιάζει διαφορετικά αποτελέσματα μετά από μερικούς μήνες (σχεδόν ένα είδος time bomb). Το 1988 ο ιός θα περίμενε 30 λεπτά μετά την εκκίνηση του μηχανήματος, μετά θα μείωνε την ταχύτητα του μηχανήματος κατά έναν παράγοντα γύρω στο 5, και κομμάτια της οθόνης θα μετατοπίζονταν ανεξέλεγκτα. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, ήταν ότι αν η ημερομηνία ήταν Παρασκευή και 13 (οποιαδήποτε Παρασκευή και 13 μετά το 1987), οποιοδήποτε πρόγραμμα εκτελούνταν διαγραφόταν από το δίσκο. Σύντομα ανακαλύφθηκε ότι ο ιός είχε εξαπλωθεί σε μεγάλο βαθμό στις περιοχές και της Ιερουσαλήμ και της Χάιφα, με μια εκτιμώμενη μόλυνση μεταξύ 10.000 και 20.000 δίσκων. Αλλά, για άλλη μία φορά, γράφτηκε λογισμικό κατά των ιών για να αναγνωρίζει μολυσμένα αρχεία και να σκοτώνει τον ιό, ενώ άλλο ένα πρόγραμμα γράφτηκε για να δρα σαν φρουρός, προειδοποιώντας τους χρήστες αν είχε γίνει μια προσπάθεια να μολυνθούν οι δίσκοι τους.

Στον ελληνικό χώρο το 1987 ένας νέος ιός εμφανίστηκε. Είχε δημιουργηθεί από το ελληνικό περιοδικό υπολογιστών Pixel που είχε προσφέρει αμοιβή σε έναν προγραμματιστή ονομαζόμενο Νίκο Νασούφη, για να γράψει έναν. Το περιοδικό δημοσίευσε τον ιό σαν μια λίστα εντολών της γλώσσας BASIC στο τεύχος του Απριλίου του 1987. Οι αναγνώστες που πληκτρολογούσαν τις εντολές βρίσκονταν με έναν πλήρως λειτουργικό ιό στους υπολογιστές τους. Δεν έκανε και πολλά εκτός από το να αναπαράγεται, αλλά κατά καιρούς εμφάνιζε ένα μήνυμα γραμμένο στα αγγλικά στην οθόνη του υπολογιστή: “Program sick error. Call doctor or buy Pixel for cure description”. Τρεις μήνες αργότερα το Pixel δημοσίευσε οδηγίες για την εξόντωσή του [CLM92].

To 1989 εμφανίστηκε ο πρώτος κρυπτογραφημένος ιός με το όνομα 1260. Επίσης, το ίδιο έτος πρωτοεμφανίστηκαν και οι Stealth ιοί οι οποίοι χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές για να αποφεύγουν την ανίχνευση. Σ’ αυτή την ομάδα ιών ανήκουν και οι Zero Bug, Dark Avenger and Frodo (4096 or 4K). Το 1990 παρουσιάστηκαν αυτό-τροποποιούμενοι ιοί όπως ο ιός Whale. Το 1991 έφερε τον ιό GP1 ο οποίος είναι “network-sensitive” και προσπαθεί να κλέψει password του Novel Netware. [THR92]

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 εκατοντάδες ιοί δημιουργήθηκαν και προκάλεσαν ποικίλου μεγέθους καταστροφές σε όλο τον κόσμο. Το 1990 αναφέρθηκε ακόμη ότι το 10 % των υπολογιστών της Κίνας είχαν μολυνθεί από μόνο 3 είδη ιών. Τώρα ο διεθνώς αναγνωρισμένος ειδικός σχετικά με ιούς John McAfee έχει υπολογίσει τον αριθμό των διαφορετικών ιών σε περισσότερους από 1.200, με 10 μέχρι 15 καινούρια είδη να ανακαλύπτονται κάθε εβδομάδα. Και ίσως οι χειρότεροι παραβάτες είναι πρώην προγραμματιστές του Ανατολικού Μπλοκ. Μερικοί Ρώσοι ειδικοί υπολογίζουν ότι υπάρχουν 300 - 400 Ρώσικα μόνο είδη. Πολλοί από αυτούς τους ιούς είναι παραλλαγές ενός θέματος με την έννοια ότι βασίζονται σε καλά κατανοημένες τεχνικές για να μεταδίδουν τους εαυτούς τους και να μολύνουν συστήματα. Ωστόσο, νέες τεχνικές κατά των ιών αναπτύσσονται συνεχώς, και η βιομηχανία ανάπτυξης vaccines γίνεται όλο και πιο προσοδοφόρα κάθε χρόνο καθώς τα προϊόντα λογισμικού τους επιχειρούν να διασφαλίσουν τα συστήματα από την πιο μεγάλης κλίμακας απώλεια δεδομένων μέχρι τα ενοχλητικά ρεφρέν του Barry Manilow. Ναι, ο ιός του Barry Manilow παίζει ασταμάτητα τα “Mandy” και “Copacabana” εναλλάξ!

Δυστυχώς, δεν είναι όλα τα αυτόνομα αναπαραγόμενα προγράμματα τόσο αβλαβή. Τον Νοέμβριο του 1988, ένας εικοσιτριάχρονος φοιτητής της επιστήμης υπολογιστών στο Cornell University, ο Robert Morris, επινόησε ένα εξελιγμένο πρόγραμμα το οποίο παρέλυσε τη σύνδεση με το δίκτυο των ΜΙΤ, RAND Corporation, NASA’s Ames Research Center, και άλλων αμερικάνικων πανεπιστημίων. Αυτός ο ιός λέγεται ότι εξαπλώθηκε σε 6000 μηχανήματα πριν ανιχνευθεί. Τον Ιούνιο του 1989 ο Morris αποβλήθηκε από το κολέγιο αφού θεωρήθηκε ένοχος για την παραβίαση του κώδικα του πανεπιστημίου ακαδημαϊκής ακεραιότητας. Το FBI έκανε επίσης μια εξάμηνη έρευνα γι’ αυτή την αξιοσημείωτη επίθεση από ιό, και ο Morris αργότερα χρεώθηκε, υπό την Computer Fraud and Abuse Act το 1986, την μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε υπολογιστές της κυβέρνησης. Βασικά, ο Morris, καταδικάστηκε σε 400 ώρες εξυπηρέτησης της πολιτείας και επίσης πλήρωσε αποζημίωση 10.000$. Όμως παρά την τιμωρία του Morris, και άλλοι φοιτητές του Cornell από τότε έχουν κατηγορηθεί για πρόκληση ζημιάς με χρήση ιών υπολογιστών. Για παράδειγμα, τον Φεβρουάριο του 1992 οι δευτεροετείς φοιτητές David Blumental και Mark Pilgrim κατηγορήθηκαν για την εμφύτευση μολυσμένων παιχνιδιών σε αρχείο δημόσιου υπολογιστή του πανεπιστημίου του Stanford.

Γύρω στο 1989 άρχισε και η Βουλγαρία να παίζει εξέχων ρόλο στους ιούς. Ένας μεγάλος αριθμός από ιούς δημιουργήθηκαν στη Βουλγαρία, πράγμα το οποίο μπορεί να εκπλήξει μερικούς. Κάποτε ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας ήθελε η χώρα του να γίνει πρωτοπόρος στην τεχνολογία. Προώθησε την έρευνα για το hardware των υπολογιστών και χρησιμοποίησε την επιρροή του για να πετύχει την πρόοδο που επιθυμούσε. Κάτι τέτοιο θα εξαντλούσε οικονομικούς πόρους. Οι επιστήμονες των υπολογιστών άρχισαν να ερευνούν το λογισμικό για να επαναστατήσουν ενάντια στην παράλογη απόφαση. Οι ειδικοί πάνω σε τέτοια θέματα, όπως ο Dark Avenger, άρχισαν να γράφουν ιούς. Αυτός όχι μόνο βάζει το ψευδώνυμό του στους ιούς του, αλλά επίσης αναφέρει και το που γράφτηκαν – Σόφια πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Οι ιοί του Dark Avenger άρχισαν να διεισδύουν στη δύση το 1989. Είναι όλοι ιδιαίτερα επιδημικοί και καταστροφικοί. Του αποδίδονται οι ιοί Eddie, Number of the Beast, Nomenklatura – που επιτέθηκε στη βιβλιοθήκη της βρετανικής βουλής κι άλλοι. Από το 1988 η “βουλγαρική βιομηχανία ιών” έχει παράγει περίπου 200 νέους ιούς [CLM92]. Ίσως κανένας αναρωτηθεί για το ηθικό κίνητρο πίσω από μια τέτοια ενέργεια. Ίσως επειδή ακριβώς αυτό το γεγονός ότι η Βουλγαρία δεν είχε καθόλου software. Ενώ τα εργοστάσια συνέχιζαν να κατασκευάζουν προσωπικούς υπολογιστές, η βασικότερη ανάγκη, τα προγράμματα που θα τους έκαναν να λειτουργούν, προέρχονταν αποκλειστικά από πειρατικά αντίγραφα. Έτσι οι Βούλγαροι άρχισαν να αντιγράφουν δυτικά προγράμματα, παραβιάζοντας τις μεθόδους προστασίας αντιγραφής που τους εμπόδιζαν, και αποκτούσαν όλο και περισσότερες ικανότητες στο hacking – με την κλασική έννοια της λέξης. Μπορούσαν να βρουν προγραμματιστικές λύσεις για κάθε πρόβλημα. Έμαθαν όλες τις λεπτομέρειες και τα κρυφά σημεία των λειτουργικών συστημάτων της IBM και της Apple. Έγιναν ικανότατοι τεχνικοί υπολογιστών, καθώς προσπαθούσαν να διατηρήσουν τους αναξιόπιστους και κακής κατασκευής υπολογιστές τους σε λειτουργία. Με λίγα λόγια, αποκτούσαν όλες εκείνες τις ικανότητες που χρειαζόταν κάποιος για να γίνει πρώτης τάξεως συγγραφέας ιών [CLM92]. Οι ιοί εξαπλώθηκαν επίσης στον κόσμο των υπολογιστών όταν εμφανίστηκαν οι “πίνακες ανακοινώσεων” δικτύου για ανταλλαγή ιών. Σ’ αυτούς τους πίνακες, οι συγγραφείς των ιών μπορούσαν να ανταλλάξουν ιδέες και τεχνικές. Μέσω αυτών των μεθόδων οι ιοί έχουν καταφέρει να επηρεάσουν τη ζωή των ανθρώπων, όσο αφορά τους υπολογιστές, με την παρουσία τους.

Μιλώντας εννοιολογικά, είναι πιθανό για ιούς και worms να πετύχουν πολύ πιο πολύπλοκη διάρρηξη από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, και είναι σχεδόν σίγουρο ότι η επόμενη γενιά ιών λογισμικού θα παρουσιάσει ένα κβαντικό πήδημα σε ευφυία και καταστροφικότητα. Για παράδειγμα, είναι ίσως δυνατό να αναπτυχθεί ένας ιός που να προσβάλλει μόνο έναν συγκεκριμένο χρήστη σ’ ένα συγκεκριμένο δίκτυο. Με άλλα λόγια, με δεδομένη την επαρκή τεχνική εμπειρία, αντί για να προσβάλλει όλους τους χρήστες, ο ιός θα μπορούσε να περιμένει μέχρι ένα συγκεκριμένο user ID να εκτελέσει ένα μολυσμένο πρόγραμμα. Τότε ο ιός θα μπορούσε να αντιγράφει τον εαυτό του στην περιοχή δίσκου αυτού του χρήστη και να αρχίσει την καταστροφή.

Εναλλακτικά, οι ιοί μπορεί να έχουν ένα εύρος συνεπειών τις οποίες επιτελούν σε ένα τυχαίο χρονοδιάγραμμα, όπως η επιβράδυνση ενός συστήματος, η διαγραφή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, το θάμπωμα της οθόνης (το οποίο σχεδόν πάντα αποδίδεται σε πρόβλημα hardware), και η κρυπτογράφηση αρχείων με ένα τυχαία επιλεγμένο κλειδί κρυπτογράφησης (αυτό θα απέτρεπε αποτελεσματικά την πρόσβαση των χρηστών στα δικά τους αρχεία μέχρι την εύρεση του κλειδιού – μια σχεδόν απίθανη διαδικασία). Τέτοιες στρατηγικές θα καθυστερούσαν την αναγνώριση μιας μόλυνσης από ιό για ένα μεγάλο διάστημα, αφού το σύνολο των συμπτωμάτων θα ήταν μεγάλο και εξαιρετικά μεταβαλλόμενο.

Τουλάχιστον ένας πρόσφατος ιός φαίνεται να χρησιμοποιεί μια τέτοια στρατηγική. Ο ιός Twelve Nasty Tricks παράγει έναν τυχαίο αριθμό για να προσδιορίσει ποια από τις 12 διαφορετικές ενέργειες να κάνει. Το ρεπερτόριο του περιλαμβάνει ένα low-level format του σκληρού δίσκου ενός PC, αντιστρέφοντας τους κεφαλαίους και μικρούς χαρακτήρες στην έξοδο εκτύπωσης, αφαιρώντας τους χαρακτήρες τέλους γραμμής από τους εκτυπωτές, σβήνοντας την οθόνη, και επηρεάζοντας το ρολόι του υπολογιστή.

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι εμπορικά διανεμημένο λογισμικό έχει μολυνθεί από ιούς. Σε μία περίπτωση που είδε το φως της δημοσιότητας, ο εκδοτικός οίκος Aldus διένειμε αρκετές χιλιάδες συσκευασμένους δίσκους οι οποίοι είχαν μολυνθεί από τον ιό Peace. Το ενδιαφέρον που δημιουργήθηκε από την άφιξη των όλο και πιο πολύπλοκων και πανίσχυρων ιών παρακίνησε μερικά διακεκριμένα μέλη της κοινότητας των υπολογιστών να απαιτήσουν τον εφοδιασμό των καινούριων υπολογιστών με προστασία κατά των ιών (και στο software και στο hardware) σαν στάνταρ χαρακτηριστικό.

Η επόμενη γενιά ιών θα είναι προφανώς πολύ πιο επιλεκτική, όχι μόνο όσο αφορά το σε ποιον δρουν και τι ενέργειες εκτελούν, αλλά και στους αντικειμενικούς στόχους τους. Αυτή η πρόβλεψη γεννά έναν αριθμό ενδιαφερουσών ερωτήσεων και υποθετικών σεναρίων. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι ιοί να χρησιμοποιηθούν για κατασκοπευτικούς σκοπούς, όχι μόνο διεισδύοντας στα μηχανήματα ενός εχθρού και σβήνοντας τα αρχεία τους αλλά και μαζεύοντας πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να ταχυδρομηθούν (ηλεκτρονικά) ή τελικά να μαζευτούν σαν εκδόσεις του ιού πίσω στους συγγραφείς του ιού; Θα μπορούσαν οι ιοί να γίνουν άλλη μια πλευρά των δυνατοτήτων του στρατού με τον ίδιο τρόπο που είναι τώρα η έρευνα για την κρυπτογραφία; (Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας έχει αναφερθεί σε αυτό το θέμα. Softwar: La Guerre Douce από τους γάλλους συγγραφείς Thierry Breton και Denis Beneich περιγράφει αυτό το σενάριο στις μέρες πριν το Glasnost). Με δεδομένη την αξιοσημείωτη ταχύτητα με την οποία φαίνεται να εξαπλώνονται οι καινούριοι ιοί σε όλο τον κόσμο, η ενδεχόμενη χρήση τους σαν όπλο δεν θα έπρεπε να υποτιμηθεί.

Ένας τέτοιος συλλογισμός φαίνεται να έχει μερικά θεμέλια από αναφορές προερχόμενες από τον πόλεμο του Κόλπου. Αναφερόμενος σε ένα νέο βιβλίο, Triumph without Victory: of the Persian Gulf War, U.S. News and World Report ο συγγραφέας Philip R. Karn ισχυρίστηκε ότι κατάσκοποι τοποθέτησαν ιό σε ένα από τα μικροτσίπ που χρησιμοποιούνται σε ένα μοντέλο εκτυπωτή και το μετέφεραν στην Βαγδάτη μέσω Αμμάν –προφανώς με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Αλλες αναφορές δείχνουν ότι ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών ενδιαφέρεται πολύ για τις δυνατότητες των ιών των υπολογιστών και έχει μάλιστα χορηγήσει μία προκαταρκτική μελέτη πενήντα χιλιάδων δολαρίων σε μία εταιρία γνωστή σαν Software and Electrical Engineering.

Κάποιες άλλες πρόσφατες εξελίξεις επίσης υπαινίσσονται ότι ο πόλεμος των ιών δεν είναι μόνο συλλογισμός. Ήδη, η αναλογία ενός υπολογιστικού συστήματος σαν οργανισμού και ενός ιού σαν μόλυνση έχει επεκταθεί στην ανάπτυξη προγραμμάτων που σκοτώνουν ιούς τα οποία ονομάζονται vaccines. Αυτά τα προγράμματα κοιτάνε για ίχνη ιών και ειδοποιούν τους χρήστες ότι τα συστήματα τους έχουν μολυνθεί. Μερικά από τα καλύτερα vaccines βρίσκουν τον ιό και τον σκοτώνουν διορθώνοντας τα μολυσμένα αρχεία. Επιπλέον, ακριβώς όπως θα περιμέναμε να εξαλειφθεί ένας ιός στους ανθρώπους με τη χρήση διαδικασιών απομόνωσης, όταν έχουμε να κάνουμε με μολυσμένα συστήματα αυτές οι διαδικασίες δουλεύουν εξ ίσου καλά.

Ένα από τα πρώτα anti-virus προγράμματα για υπολογιστές τύπου IBM-PC ήταν η εργασία ενός προγραμματιστή που δρούσε στη Νέα Υόρκη, του Ross Greenberg. Είπε ότι παρακολουθούσε την απειλή των ιών να πλησιάζει επί χρόνια. Το πρόγραμμά του έφερε τον τίτλο “Flu Shot”(αντίδοτο γρίπης) [CLM92].

Τα “Scanners” και τα “Disinfectors”, τα πιο δημοφιλή είδη antivirus, βασίζονται στην πολύ καλή γνώση του κώδικα των ιών. Τα “scanners” ψάχνουν για “signature strings” (δηλ. για συγκεκριμένα strings που χαρακτηρίζουν τον κώδικα του ιού) ή χρησιμοποιούν αλγοριθμικές μεθόδους ανίχνευσης για να αναγνωρίσουν γνωστούς ιούς. Τα “Disinfectors” βασίζονται σε υπαρκτές πληροφορίες, που αφορούν το μέγεθος ενός ιού και το είδος της τροποποίησης, για να επαναφέρουν τα περιεχόμενα ενός μολυσμένου αρχείου [THR92].

Αλλά για πολλές επιθέσεις ιών η μόνη λύση –υπό τον όρο ότι ένα vaccine δεν φέρνει αποτελέσματα– είναι το άδειασμα του σκληρού δίσκου καθώς επίσης και οποιωνδήποτε άλλων μέσων (ταινίες, δισκέτες) που μπορεί να έχουν έρθει σε επαφή με τους ιούς (σχεδόν όπως burning linen και άλλα πιθανώς μολυσμένα αντικείμενα). Στη συνέχεια, καθαρά αντίγραφα του συστήματος και εφεδρικοί δίσκοι (backup disks) ξαναφορτώνονται στο σκληρό δίσκο. Μέχρι να γίνει αυτό, ο υπολογιστής δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για κανένα άλλο σκοπό και η ανταλλαγή μέσων αποθήκευσης είναι εξαιρετικά ανόητη.

Εν τούτοις ίσως ο καλύτερος τρόπος άμυνας κατά των ιών είναι να τους επιτρέπεται πολύ πιο δύσκολα να γράφονται. Μερικοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι ο τρόπος για να γίνει αυτό είναι να τοποθετηθεί το λειτουργικό σύστημα σε έναν δίσκο ανάγνωσης-μόνο ή σε μία ROM (μνήμη ανάγνωσης-μόνο που αποτελείται από chips, τα οποία δεν μπορούν να μετατραπούν και επομένως να μολυνθούν). Αλλες διαδικασίες περιλαμβάνουν την εκτέλεση ελέγχων ισοτιμίας στο λογισμικό (βασικά ένας αριθμητικός υπολογισμός, όπως μία πρόσθεση, σε ένα αρχείο· αν ο υπολογισμός αποφέρει το σωστό αποτέλεσμα, είναι απίθανο το αρχείο να έχει τροποποιηθείφτιάχνοντας κάθε αντίγραφο ενός λειτουργικού συστήματος διαφορετικό στη φυσική του διάταξη (δηλαδή την μορφή της αποθήκευσης του στο δίσκοκαι οποτεδήποτε κάποιος χρησιμοποιεί έναν δίσκο για πρώτη φορά, να σιγουρεύεται πρώτα ότι το λειτουργικό σύστημα στον δίσκο ταιριάζει με αυτό που είναι στη μνήμη.

Εξαιτίας του ρίσκου ότι οι επιθέσεις των ιών στοχεύουν στην γνώση του ενεργητικού μεγάλων εταιριών και συνεταιρισμών, και εξαιτίας της έλλειψης εμπειρίας σχετικά με την αντιμετώπιση τους, ένας αριθμός από εταιρίες ασφάλειας και συμβουλευτικές εταιρίες έχουν εμφανιστεί για να εκμεταλλευθούν αυτήν την προσοδοφόρα κατάσταση. Επιπλέον, η ανάπτυξη hardware μορφής ιών έχει αυξήσει τη ζήτηση τέτοιων εταιριών, ιδίως μετά την ανακάλυψη της συσκευής που είναι γνωστή σαν Big Red. Αυτό το μικρό ηλεκτρονικό μηχάνημα εγκαθίσταται κρυφά σε μια υπολογιστική εγκατάσταση από έναν εσωτερικό ή εμπορικό σαμποτέρ. Όπως οι software ιοί, αυτή η συσκευή είναι παρασιτική στο ότι διασυνδέεται με το λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή και μετατρέπει τα κρυπτογραφημένα αρχεία σε “αόρατα” που μπορούν να ελεγχθούν εύκολα από άλλους χρήστες, αν ξέρουν που βρίσκονται τα αρχεία και τι να ψάξουν. Τουλάχιστο πενήντα Big Reds έχουν βρεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, και στην Αυστραλία σε τραπεζικά και χειρισμού-συναλλαγών συστήματα.

Δυστυχώς, όπως στις διεισδύσεις σε συστήματα και στα υπολογιστικά εγκλήματα, είναι συχνά δύσκολο να συλλέξεις δεδομένα για τα επεισόδια των επιθέσεων από ιούς επειδή αυτά ίσως έχουν σημαντικές συνέπειες στις κοινές τιμές και στην σιγουριά των επενδυτών. Ωστόσο, μια πρόσφατη έρευνα εξακοσίων εταιριών και κυβερνητικών αντιπροσωπειών των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά αποκάλυψε ότι το 63 τις εκατό από αυτές υπέφερε από έναν τουλάχιστο ιό το 1991, εν συγκρίσει με μόνο το 25 τις εκατό το 1990. Επιπροσθέτως, το 40 τις εκατό αυτών των ιδρυμάτων είχε τουλάχιστον ένα περιστατικό με ιούς τους τελευταίους μήνες του 1991, με τα δίκτυα να είναι η πιο κοινή μορφή διάδοσης. Αλλες ανεξάρτητες έρευνες από τους Coopers & Lybrand Deloitte υπαινίσσονται ότι από τις 500 κορυφαίες εταιρίες του Ηνωμένου Βασιλείου, το 24 τις εκατό υπέφερε από μία επίθεση από ιό στα τελευταία τρία χρόνια. Το εθνικό πρακτορείο ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών αποκάλυψε ότι τα δύο-τρίτα των εταιριών που ερεύνησαν έχει αναφέρει τουλάχιστο έναν ιό στους υπολογιστές τους και ότι το 10 τις εκατό από τις 600 κυβερνητικές αντιπροσωπείες και επιχειρήσεις που κατέγραψε, δέχθηκε επίθεση επαρκή για να κλείσει είκοσι-πέντε ή περισσότερους υπολογιστές.

Αλλά ίσως ακόμα πιο ανησυχητική είναι η επίδραση που μπορεί να έχουν οι ιοί σε μεγάλα, εξαιρετικά πολύπλοκα, και ενδεχομένως επικίνδυνα συστήματα, όπως αυτά που διαχειρίζονται συστήματα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, υδροηλεκτρικά φράγματα, και πυρηνικά εργοστάσια. Ήδη τουλάχιστον ένα εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας έχει προσβληθεί από την εισαγωγή ενός ιού υπολογιστή. Στις αρχές του 1992 ένας υπάλληλος του εργοστασίου ατομικής ενέργειας στην Ignalia, Lithuania, μόλυνε το σύστημα του με την ελπίδα ότι θα πληρωνόταν γενναιόδωρα για να επισκευάσει τη ζημιά. Σαν αποτέλεσμα αυτού του συμβάντος, σταμάτησε η λειτουργία και των δύο αντιδραστήρων και η κυβέρνηση της Σουηδίας ανακοίνωσε ότι θα πλήρωνε για να διορθωθούν τα είκοσι “μικρά προβλήματα” που παρουσιάστηκαν.

Αλλες ενδεχομένως απειλητικές για τη ζωή επιθέσεις από ιούς περιλαμβάνουν τη μόλυνση τριών νοσοκομείων του Michigan που καθυστέρησαν τη διάγνωση των ασθενών και απείλησαν με απώλεια δεδομένων και ακόμα και μπέρδεμα των εγγραφών των ασθενών. Και όπως κάθε ισχυρή τεχνολογία, οι ιοί έχουν χρησιμοποιηθεί από τους διανοητικά ανισόρροπους για να προκαλέσουν πελώρια ζημιά. Ίσως η πιο σοβαρή περίπτωση περιλαμβάνει τον Dr. Joseph Popp, έναν ερευνητή του AIDS, που είχε δουλέψει στην Αφρική για δέκα χρόνια, ο οποίος διένειμε 20.000 μολυσμένες δισκέτες υπολογιστή με την ετικέτα “Πληροφορίες για το AIDS” σε οργανισμούς τους οποίους αποκόμισε από μία mailing list σχετικά με το AIDS. Ο Popp ήταν ο πρώτος άνθρωπος που εκδόθηκε ποτέ για έγκλημα με υπολογιστή και ο πρώτος που πέρασε δίκη στην Αγγλία για τη συγγραφή κάποιου επικίνδυνου προγράμματος [CLM92]. Δυστυχώς, η διανοητική κατάσταση του Popp επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε του ήταν αδύνατο να δικαστεί για τα παραπτώματα του. Αυτά και άλλα περιστατικά παρουσίασαν την ανάγκη για προληπτικά μέτρα και για υψηλής ανταπόκρισης ομάδες επείγουσας ανάγκης οι οποίες μπορούν να δράσουν γρήγορα για να περιορίσουν την προερχόμενη από ιό καταστροφή που προκλήθηκε σε ευαίσθητα συστήματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η πρωτοβουλία του τμήματος άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. Defense Department) στη δημιουργία Ομάδων Ανταπόκρισης Επειγόντων περιστατικών Υπολογιστών (Computer Emergency Response Teams – CERTs) για την καταπολέμηση ιών και άλλων απειλών κατά της ασφάλειας των υπολογιστών.

 

Ηθικά Θέματα Προερχόμενα από το Hacking

Μερικές από τις ηθικές δυσκολίες συσχετιζόμενες με το hacking και τους ιούς είναι ήδη αρκετά γνωστές, ενώ άλλες, περισσότερο υποθετικές, δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί στο προσκήνιο. Αναγνωρίζοντας την αξία του hacking ή της διείσδυσης σε κάποιο σύστημα, η νομική θέση στις διάφορες χώρες είναι μπερδεμένη και μερικές φορές αντιφατική. Αλλά τα κεντρικά θέματα που σχετίζονται με hacking παραμένουν σχεδόν παγκόσμια.

Όταν ένας hacker αποκτά πρόσβαση σε ένα σύστημα και ψάχνει στα αρχεία μιας εταιρείας χωρίς να μεταβάλλει τίποτα, τι ζημιά έχει προκληθεί; Έκλεψε ο hacker απλά ηλεκτρισμό αξίας λίγων δραχμών; Στην πραγματικότητα, αν ο hacker πληροφορήσει την εταιρεία για τις χαλαρές διαδικασίες ασφάλειας της, προκαλεί αυτός ή αυτή ένα δημόσιο όφελος εκτελώντας μία εξυπηρέτηση για την οποία θα έπρεπε διαφορετικά να πληρώσει η εταιρεία; Σε μερικές χώρες, όπως ο Καναδάς, δεν είναι παράπτωμα να μπεις σε κάποιου το σπίτι, να ρίξεις μια ματιά, και να φύγεις, εφόσον τίποτα δεν έχει πειραχθεί ή καταστραφεί. Μπορεί ο “περίπατος” ενός hacker να θεωρηθεί υπό παρόμοιους όρους;

Δυστυχώς, η νομική βάση που εφαρμόζεται για εισβολή σε κάποιο σύστημα συσχετίζεται με τα μαύρα χρόνια των πραγματικών κλειδαριών και πορτών και των φυσικών μορφών πληροφορίας όπως τα σχέδια και τα συμβόλαια. Εξ ίσου, ο νόμος όπως εφαρμόζεται στην παραβίαση και την εισβολή –καταστροφή φυσικών κλειδαριών– και η κλοπή πληροφοριών σε μορφή χαρτιού είναι ένας ανεπαρκής παραλληλισμός όταν εφαρμόζεται σε ηλεκτρονικές κλειδαριές που προβάλλουν τα modem και τα συστήματα password και οι αρκετά ευμετάβλητες μορφές πληροφορίας που παρουσιάζουν τα αρχεία υπολογιστών. Μετά απ’ όλα αυτά, όταν κάποιος εισβάλλει σε ένα σύστημα, τίποτα δεν έχει παραβιαστεί: γι’ αυτό το λόγο, δεν υπάρχει προφανής σκοπός για πρόκληση ζημιάς. Όταν ένα αρχείο έχει ανοιχθεί ή επιλεκτικά διαβαστεί, τι έχει κλαπεί; Οι πληροφορίες είναι ακόμα εκεί. Και αν συμβεί κάποιος να δοκιμάσει μερικά προγράμματα ενόσω “τριγυρνάει” σε ένα σύστημα, είναι αυτό σχεδόν παρόμοιο με το να δεις κάποιου το ποδήλατο, να κάνεις μια βόλτα με αυτό για λίγο, και να το επιστρέψεις πίσω; Και πάλι, τι ζημιά προκλήθηκε, τι έγκλημα διαπράχθηκε; Κατά την άποψη πολλών hacker, μόνο με την πιο επιπόλαια έννοια θα μπορούσε αυτό το είδος χρήσης να θεωρηθεί παράνομο.

Απ’ την άλλη μεριά, όπου λαμβάνει χώρα κακόβουλη καταστροφή πληροφορίας (όπως η καταστροφή των εγγραφών των ασθενών σ’ ένα σύστημα διαχείρισης υγείας), τότε είναι ξεκάθαρο ότι ένα είδος εγκληματικής ενέργειας έχει παρουσιαστεί. Το πρόβλημα βρίσκεται στην εξακρίβωση του μεγέθους της καταστροφής και το βαθμό στον οποίο η ενέργεια ήταν προμελετημένη. Δυστυχώς, σε ένα πολύπλοκο και ίσως ελάχιστα κατανοητό υπολογιστικό σύστημα, είναι αρκετά εύκολο να προκληθεί ακούσια καταστροφή, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξακριβωθεί ο βαθμός στον οποίο η ενέργεια ήταν κακόβουλα προσχεδιασμένη. Επιπροσθέτως, για εκείνους οι οποίοι χρησιμοποιούν για πρώτη φορά ένα σύστημα, είναι δύσκολο να αποτιμήσουν τις συνέπειες μερικών ενεργειών ή το βαθμό στον οποίο μπορεί μια σειρά εντολών να μεταβάλλει τη λειτουργικότητα ενός συστήματος. Είναι αυτό ένα παράδειγμα άγνοιας του νόμου και είναι εξ ίσου απαράδεκτο σαν υπεράσπιση;

Ίσως αυτό που είναι βασικό στην ηθική διαφωνία που αναφέρεται στην συμπεριφορά ενός hacker είναι οι διαφορετικές αντιλήψεις των συστημάτων από τους ιδιοκτήτες τους και από τους επίδοξους hacker. Για τους ιδιοκτήτες συστημάτων, το σύστημα είναι η ιδιοκτησία τους (όπως υποδηλώνεται στα πλαίσια του νόμου) –φυσικών, με υλική υπόσταση συλλογών από κεντρικούς επεξεργαστές και disk drives– που αγόρασαν, πλήρωσαν και συντηρούν για τη χρήση από εξουσιοδοτημένα άτομα για να φέρουν σε πέρας εξουσιοδοτημένες λειτουργίες προς όφελος της εταιρίας. Οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο άτομο ή ακόμα και ένα εξουσιοδοτημένο άτομο που χρησιμοποιεί το σύστημα για μη εξουσιοδοτημένους σκοπούς είναι επομένως ένοχος για κάποιου είδους παράνομη χρήση –μια εγκληματική ενέργεια στα μάτια των ιδιοκτητών. Για τους hacker, όμως, ένα σύστημα είναι μια πηγή πληροφοριών στο τέλος μίας τηλεφωνικής γραμμής. Είναι κάτι ενδιαφέρον, ένα εργαλείο που μπορούν να δανειστούν για λίγο και μετά να το επιστρέψουν, πιθανώς χωρίς να γίνει καμία ζημιά και χωρίς να το μάθει κανένας.

Μπαίνουμε σε ένα διαφορετικό πεδίο, όμως, όταν αντιμετωπίζουμε ενέργειες κλοπής και εκ προθέσεως καταστροφής. Είναι ξεκάθαρο ότι η κλοπή αριθμών πιστωτικών καρτών και η κυκλοφορία τους σε άλλους hacker είναι εγκληματικές ενέργειες, όπως είναι και η χρήση τους για επίτευξη δωρεάν τηλεφωνημάτων ή για αγορά άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Η καταστροφή πληροφοριών ή η σκόπιμη αλλαγή τους σ’ ένα υπολογιστικό σύστημα μπορεί να θεωρηθεί υπό τους ίδιους όρους. Εν τούτοις, για να επιστρέψουμε σ’ αυτό που αναφέραμε νωρίτερα, θα έπρεπε να θεωρήσουμε το ψάξιμο σε ένα σύστημα σαν εγκληματική ενέργεια; Ίσως η απάντηση εξαρτάται από τη φύση των πληροφοριών και από το σε ποιον ανήκουν. Αναμφισβήτητα, οι χειριστές μιας στρατιωτικής εγκατάστασης θα καταδίωκαν μέχρι τέλους οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, ακόμα και αν το σύστημα αφορούσε τον έλεγχο των πλυντηρίων του στρατού. Η κυβέρνηση και ο στρατός έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες πληροφορίες αν πιστεύουν ότι αυτό είναι βασικό για την άμυνα ή για το επακόλουθο καλό της κυβέρνησης. Εν τούτοις, είναι η υπηρεσία πλυντηρίων βασική για την εθνική ασφάλεια ή το καλό της κυβέρνησης; Για ακόμα μία φορά, αντιμετωπίζουμε ένα πολύ συνηθισμένο δίλημμα: ποιος είναι ο κάτοχος αυτής της πληροφορίας και ποιος θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε αυτήν; Η ειρωνεία είναι ότι οι ενέργειες των hackers οδηγούν σε μια κατάσταση που μπορεί να γίνει κρίσιμη. Οι υπεύθυνοι ασφαλείας έχουν μια σαφή υποχρέωση να προστατεύουν τα συστήματά τους από την ηλεκτρονική διείσδυση μη εξουσιοδοτημένων χρηστών. Καθώς οι hackers γίνονται ικανότεροι, ο κλοιός ασφαλείας σφίγγει, απειλώντας αυτή την ίδια την ‘‘ελευθερία της πληροφορίας’’ που υποτίθεται ότι προασπίζουν οι hackers, στην αγνή μορφή της δηλωθείσας φιλοσοφίας τους [CLM92].

Στον ιδιωτικό τομέα, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, τι δικαιώματα έχει μια εταιρεία να κρατάει προσωπικές πληροφορίες και τι δικαιώματα έχει να αρνείται σε διάφορα άτομα την πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες; Για παράδειγμα, μερικές εμπορικές υπηρεσίες έχουν πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων που περιέχουν πληροφορίες πιστωτικών συναλλαγών εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Οι χορηγοί αυτών των βάσεων δεδομένων έχουν συλλέξει αυτές τις πληροφορίες από ένα μεγάλο εύρος πηγών και τις έχουν οργανώσει έτσι ώστε να σχηματίζουν μία ιστορία και μια αποτίμηση της αξιοπιστίας μας σαν οφειλέτες. Ποιος έδωσε το δικαίωμα σε αυτές τις εταιρίες να συλλέγουν τέτοιες πληροφορίες; Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να τις πουλάνε (πράγμα το οποίο κάνουν, μαζί με υπογεγραμμένες λίστες, ονόματα, και διευθύνσεις); Τι όρια υπάρχουν στην κοινωνική σπουδαιότητα αυτών των πληροφοριών για την ποιότητα της ζωής μας; Τι δικαιώματα θα έπρεπε να έχουμε για να βεβαιωθούμε ότι οι προσωπικές μας πληροφορίες είναι σωστές; Ας υποθέσουμε ότι ένας hacker διεισδύει σε ένα σύστημα για να διορθώσει τις ανακριβείς εγγραφές αυτών που δεν τους επιτράπηκε να διορθώσουν τα λανθασμένα δεδομένα. Ποια από αυτές τις οντότητες –ο ιδιοκτήτης της βάσης δεδομένων ή ο hacker– έχουν διαπράξει το μεγαλύτερο ηθικό λάθος; Ή είναι και οι δύο εξ ίσου ένοχοι;

Ίσως το τελευταίο θέμα είναι αυτό σχετικά με την ιδιοκτησία πληροφοριών: Δεν θα έπρεπε πληροφορίες για εμένα να ανήκουν σε εμένα; Ή θα έπρεπε εγώ, σαν χειριστής της βάσης δεδομένων, να είμαι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε πληροφορίας για την οποία πλήρωσα για να την μαζέψω και να την αποθηκεύσω; Απ’ την άλλη μεριά δεδομένου ότι η αποθήκευση πληροφοριών επικρατεί παντού και η λειτουργικότητα της μοντέρνας κοινωνίας μας βασίζεται σε αποθήκευση δεδομένων με χρήση υπολογιστών, έχει το κοινό το δικαίωμα να απαιτεί απόλυτη ασφάλεια σ’ αυτά τα συστήματα; Τέλος, θα έπρεπε μερικοί hackers να θεωρηθούν οι ανεπίσημοι δημοσιογράφοι μας για έρευνα –ανακαλύπτοντας ποιος κρατάει τι πληροφορίες για ποιον και με τι σκοπό, ελέγχοντας αν οι συνεταιρισμοί υπακούουν στους νόμους προστασίας των δεδομένων, και ξεσκεπάζοντας στυγερές εξαπατήσεις τις οποίες η κυβέρνηση δεν μπορεί, ή δεν θα, τερματίσει;

Πολλοί οργανισμοί στην μοντέρνα κοινωνία διεκδικούν να κατέχουν τα δικαιώματα για τη συλλογή και διατήρηση πληροφοριών και την χρήση τους με τη μορφή συστημάτων πληροφοριών βασισμένων σε υπολογιστή. Επιπλέον, εκτός από τους κινδύνους της συγκέντρωσης της δύναμης και του κύρους της κυβέρνησης, η συγκέντρωση πληροφοριών σε ισχυρά υπολογιστικά συστήματα αυξάνει την επιρροή τους στο να μετατρέψουν την κοινωνία μας, και στη συνέχεια, να κάνουν εμάς περισσότερο εξαρτημένους από αυτούς, και έτσι να αυξήσουν την επιρροή τους περισσότερο. Εν τούτοις, όπως με τους συνεταιρισμούς και τα ιδρύματα, οι hackers αντιδρούν, διεκδικούν επίσης ιδιαίτερα δικαιώματα όσον αφορά την πρόσβαση και την κατοχή πληροφοριών.

Η νέα τεχνολογία απαιτεί νέους τρόπους προσέγγισης. Οι αντιδράσεις των αρχών στον υπόκοσμο των υπολογιστών δείχνουν μια εξάρτηση σε πεπαλαιωμένες ιδέες. Το hacking γίνεται παραβίαση και διείσδυση. Τα παιχνίδια όπου οι χρήστες υποδύονται κάποιο ρόλο γίνονται συνωμοσίες. Η εξερεύνηση γίνεται κατασκοπία. Η πεπαλαιωμένη ορολογία εξαφανίζει τον διαχωρισμό μεταξύ ‘‘κακών’’ και ‘‘καλών’’ hackers. Και υπάρχει πραγματικά μια διαφορά μεταξύ τους. Η κοινωνία μπορεί να ανεχτεί κάποιες δραστηριότητες του υποκόσμου των υπολογιστών. Οι hackers είναι ως επί το πλείστον εξερευνητές, που παρακινούνται από περιέργεια και δίψα για μάθηση. Αναπόφευκτα, θα διεισδύσουν σε υπολογιστές και μπορεί να προκαλέσουν μικροζημιές ή να απορροφήσουν τον χρόνο κάποιου συστήματος και πιθανότατα θα εξαπατήσουν κατά κάποιο τρόπο το σύστημα τηλεπικοινωνιών στη προσπάθειά τους αυτή. Αλλά οι σκοποί τους, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι κακοί. Από την άλλη πλευρά, οι σκοτεινές τέχνες της συγγραφής ιών και του hacking για κλοπή χρημάτων είναι αδικαιολόγητες. Οι συγγραφείς ιών είναι ηλεκτρονικοί βάνδαλοι. Οι hackers που κλέβουν είναι υψηλής τεχνολογίας ληστές. Η διαφορά μεταξύ του καλού του κακού συγχέεται συχνά. Ο διαχωρισμός βασίζεται στο κίνητρο: Οι κακόβουλοι ή εγκληματίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους απλά έξυπνους ή περίεργους [CLM92].

Για πολλούς σχολιαστές, αυτά τα θέματα θα έπρεπε να λυθούν στον νομικό τομέα εξακριβώνοντας τα δικαιώματα και τις ευθύνες των κατόχων πληροφοριών και τη νομική κατάσταση των πληροφοριών και των συστημάτων πληροφοριών. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση ίσως να είναι πολύ περιορισμένη. Οι ενέργειες των hacker μπορούν να αποτραπούν όχι μόνο με σκληρή νομοθεσία αλλά και κάνοντας τα συστήματα ασφαλή πρώτα απ’ όλα. Αυτό σημαίνει, κάνοντας τα ασφαλή στη σχεδίαση τους, στην τεχνολογική υλοποίηση τους, και στις διαδικασίες και τεχνικές που χρησιμοποιούνται κατά τη χρήση τους. Και, διαδοχικά, αυτή η προστασία συνεπάγεται επίσης ότι στους υπαλλήλους και τους διαχειριστές των συστημάτων πρέπει να καλλιεργήσουμε ένα αίσθημα ευθύνης όσο αφορά την ασφάλεια.

Υπάρχει ένας σημαντικός ρόλος της ηθικής μόρφωσης σε καθαρά μη ηθικές πρακτικές και σε περιοχές ηθικής σύγκρουσης. Δυστυχώς, η δυσκολονόητη φύση των υπολογιστών συχνά απομακρύνει από τις πραγματικές συνέπειες, και αυτό που φαίνεται σε μερικούς να είναι αθώα ενέργεια, μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά αν πάει στραβά. Αυξάνοντας την ευαισθησία των καθηγητών και φοιτητών της πληροφορικής για τις ηθικές συνέπειες της συμπεριφοράς τους, το ποσοστό του hacking ίσως μειωθεί. Αυτή η τρίπλευρη προσέγγιση αναθεώρησης των υπαρχόντων νόμων, η δημιουργία και η χρήση περισσότερο ασφαλών συστημάτων, και η ευαισθητοποίηση των ατόμων σε ηθικά θέματα έχουν συνηγορήσει σε πιο πρόσφατα συγγράμματα από τον Peter Denning και άλλες αυθεντίες. Ακόμα και αντιπρόσωποι της IBM έχουν μιλήσει για τους περιορισμούς των τεχνικών μέτρων κατά του hacking και των ιών και υπαινίχθησαν ότι το μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσε να επιτευχθεί απλά πείθοντας τους ανθρώπους ότι οι υψηλής πιστότητας εφευρέσεις είναι λάθος.

 

Βιβλιογραφία

  1. [THR92] Threat Assessment of Malicious Code and Human Threats, Lawrence E. Bassham and W. Timothy Polk, National Institute of Standards and Technology, Computer Security Division, October 1992.
  2. [HOF90] Lance Hoffman. Rogue Programs: Viruses, Worms, and Trojan Horses, Van Norstrand Reinhold, 1990.
  3. [DEN90] Peter Denning. Computers Under Attack: Intruders, Worms, and Viruses. ACM Press, 1990.
  4. [SPA89] Eugene Spafford. The internet worm program: An analysis. Computer Communication Review, 19(1), January 1989.
  5. [CLM92] Approaching Zero: Data Crime and the Computer Underworld, Paul Mungo, Bryan Clough, 1992

 

Πίσω στη σελίδα του μαθήματος