Δομικός Λειτουργισμός για Parsons και Merton

Η θεωρία του δομικού λειτουργισμού, ειδικά με την δουλειά των Αμερικανών κοινωνιολόγων Talcott Parsons και Robert Merton, των μαθητών τους και των οπαδών τους, απετέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, από το 1930 ως το 1960, την κυρίαρχη κοινωνιολογική θεώρηση. Μετά όμως από το 1960 άρχισε να μειώνεται δραματικά το ενδιαφέρον για αυτήν την θεωρία, που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει σχεδόν εξαφανισθεί από το προσκήνιο των κοινωνιολογικών μελετών. Εντούτοις, επειδή στον δομικό λειτουργισμό μπορούν να αναζητηθούν οι βάσεις και τα θεωρητικά εργαλεία της κλασικής κοινωνιολογίας της επιστήμης, θα μας απασχολήσει στην παράγραφο αυτή. Εξετάζοντας τον δομικό λειτουργισμό αποσκοπούμε να γνωρίσουμε μια από τις πρώτες σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις της κοινωνιολογίας για την διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ κοινωνίας, οικονομίας, κουλτούρας, επιστήμης και τεχνολογίας.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τον δομικό λειτουργισμό πρέπει αρχικά να τον τοποθετήσουμε στο γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, σε σχέση με άλλες κοινωνιολογικές θεωρίες με τις οποίες συγγενεύει ή αντιμάχεται. Για πολλούς (Ritzer, 1996, σελ. 95-96), ο δομικός λειτουργισμός ανήκει στις θεωρίες της συναίνεσης, οι οποίες έρχονται σ’ αντίθεση με τις θεωρίες της σύγκρουσης. Για τις θεωρίες της συναίνεσης (κι, ειδικότερα, για τον δομικό λειτουργισμό), οι κοινές νόρμες (κανόνες) κι αξίες συγκροτούν τα θεμέλια της κοινωνίας, της οποίας η ανάπτυξη εστιάζεται στην κοινωνική τάξη (ευταξία) μέσω σιωπηλών συμφωνιών, ενώ υποτίθεται ότι η κοινωνική αλλαγή μπορεί να συμβαίνει μόνο μ’ έναν αργό και διατεταγμένο τρόπο. Από την άλλη μεριά, οι θεωρίες της σύγκρουσης τονίζουν την κυριαρχία κάποιων κοινωνικών ομάδων πάνω σε άλλες, βλέπουν την κοινωνική τάξη (ευταξία) να βασίζεται στον χειρισμό και τον έλεγχο των κυριάρχων ομάδων και θεωρούν ότι η κοινωνική αλλαγή συμβαίνει βεβιασμένα κι άτακτα, όταν οι κυριαρχούμενες ομάδες ανατρέπουν τις κυρίαρχες. Η πόλωση αυτή είναι μια διαρκής αντιπαλότητα σ’ όλη την ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας, όπως ως τώρα είδαμε με τις αντιθέσεις μεταξύ Marx και Weber. Περισσότερα για την εφαρμογή των θεωριών της σύγκρουσης στις κοινωνικές μελέτες της επιστήμης θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε σ’ επόμενο κεφάλαιο για τις θεωρίες της κοινωνικής κατασκευής της επιστήμης.

Ο Δομικός Λειτουργισμός του Parsons

Ο κορυφαίος Αμερικανός κοινωνιολόγος Talcott Parsons θεωρείται γενικώς ο θεμελιωτής της προσέγγισης του δομικού λειτουργισμού στη μελέτη των κοινωνικών συστημάτων. Στα έργα του, για την Δομή της Κοινωνικής Δράσης (1949, αρχικά 1937) και το Κοινωνικό Σύστημα (1951), ο Parsons, ακολουθώντας τους Weber και Durkheim, αλλά και σε αντίθεση κι αυτός με τον Marx, βλέπει την κοινωνία από την πλευρά των ιδεών των ανθρώπων και ιδιαίτερα των αξιών και των κανόνων τους. Οι αξίες προέρχονται από τις πεποιθήσεις των ανθρώπων για το πώς πρέπει να είναι ο κόσμος τους και, σαν τέτοιες, επηρεάζουν την δράση των ανθρώπων. Οι κανόνες κι οι νόρμες είναι κοινωνικά αποδεκτές αρχές που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στις επιλογές των δράσεών τους.

Εκείνο όμως που απασχολεί πρωτίστως τον Parsons είναι να αναλύσει πώς οι ατομικές δράσεις, δηλαδή, οι δράσεις ατόμων ανθρώπων, οργανώνονται να αποτελέσουν κοινωνικά συστήματα δράσης, δηλαδή, συστήματα κοινωνικής ή συλλογικής δράσης, με την οποίαν οι άνθρωποι επικοινωνούν ανταλλάσσοντας νοήματα, σύμβολα και πληροφορίες. Την απάντηση ο Parsons την δίνει υιοθετώντας ένα συστημικό και εξελικτικό τρόπο σκέψης. Η ιδέα της κοινωνίας σαν ένα σύστημα, δηλαδή, ένα δίκτυο από διάφορα τμήματα, εξηγεί το “δομικό” μέρος της δομο-λειτουργικής προσέγγισής του. Η αναλογία με ένα βιολογικό σύστημα, δηλαδή, μια εξελικτική θεώρηση, εξηγεί το “λειτουργικό” μέρος. Με την προσέγγιση αυτή, ο Parsons αποσκοπεί να εξηγήσει το πρόβλημα της κοινωνικής τάξης (ευταξίας) και ευστάθειας, δηλαδή, να απαντήσει στα ερωτήματα του πώς κατορθώνει μια κοινωνία να επιβιώνει και να αναπαράγεται, χωρίς να διαλύεται, ισορροπώντας στο περιβάλλον του φυσικού κόσμου και των άλλων κοινωνιών.

Στην ανάλυσή του ο Parsons ξεκινά από ένα βασικό μοντέλο ανθρώπινης δράσης και ορίζει με γενικότητα τους όρους του μοντέλου αυτού. Έτσι, θεωρεί τη “μονάδα δράσης” να περιλαμβάνει αφενός τους παράγοντες της δράσης κι αφετέρου το περιβάλλον, μέσα στο οποίο γίνεται η δράση. Οι παράγοντες της δράσης αποτελούνται από τον άνθρωπο δράστη, τους σκοπούς και τα μέσα. Ο άνθρωπος δράστης (ή φορέα δράσης) είναι το υποκείμενο της δράσης, η οποία όμως γίνεται αφενός για να επιτευχθεί ένα φάσμα σκοπών ή στόχων, που ο δράστης πρέπει να επιλέξει, κι αφετέρου με την βοήθεια διαφορετικών μέσων, με τα οποία οι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν και τα οποία μέσα ο δράστης (πάλι) μπορεί να επιλέξει. Από την άλλη μεριά, το περιβάλλον της δράσης αποτελείται από ένα πλήθος φυσικών και κοινωνικών παραγόντων που περιορίζουν το εύρος των επιλογών. Οι κοινωνικοί παράγοντες του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν τις γενικώς αποδεκτές αξίες και κανόνες (όπως, για παράδειγμα, το νομικό σύστημα της κοινωνίας), καθώς κι οποιεσδήποτε άλλες ιδέες επηρεάζουν την επιλογή σκοπών και μέσων από τον δράστη. Για παράδειγμα, η δράση της εκπαίδευσης γίνεται από δράστες, που είναι οι εκπαιδευόμενοι, με σκοπούς που στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στη μόρφωση, με μέσα που συσχετίζονται με το είδος του σχολείου ή του εκπαιδευτικού προγράμματος, και σε ένα περιβάλλον, που αφενός έχει μια συγκεκριμένη φυσική υπόσταση (οι αίθουσες διδασκαλίας) κι αφετέρου περιορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες (εκπαιδευτικό σύστημα και νομοθεσία).

Στη συνέχεια, ο Parsons διαιρεί το σύστημα της γενικής μονάδας δράσης σε τέσσερα (υπο)συστήματα σύμφωνα με τέσσερις λειτουργικές προαπαιτήσεις. Πριν πούμε ποιες είναι αυτές οι γενικές λειτουργικές προαπαιτήσεις και δούμε ποια είναι τα τέσσερα τμήματα της γενικής μονάδας δράσης, χρειάζεται να τονίσουμε ότι οι ίδιες αυτές οι προαπαιτήσεις εφαρμόζονται για να υποδιαιρέσουν σε τέσσερα υποσυστήματα το κάθε ένα από τα αρχικά συστήματα, που αποτελούν τη μονάδα δράσης. Αλλά και στη συνέχεια, πάλι με τον ίδιο τρόπο, κάθε υποσύστημα που προκύπτει ο Parsons το υποδιαιρεί σε τέσσερα τμήματα σύμφωνα με τις ίδιες λειτουργικές προαπαιτήσεις. Έτσι, ο Parsons σχηματίζει μια φαινομενικά ατέλειωτη ιεραρχία συστημάτων, που ο Craib προσομοιάζει με ένα “σύστημα αρχειοθέτησης” (Craib, 1992, σελ. 37-67).

Ας πούμε λοιπόν πρώτα ποιες είναι οι τόσο σημαντικές τέσσερις γενικές λειτουργικές προαπαιτήσεις, που κάθε σύστημα στην ιεραρχία του Parsons πρέπει να ικανοποιεί για να επιβιώσει κι οι οποίες προαπαιτήσεις δημιουργούν κάθε φορά τέσσερα ειδικότερα υποσυστήματα, που αναπτύσσονται για να εξειδικευθούν στην ικανοποίηση κάθε μιας από τις προαπαιτήσεις αυτές:

  1. Προσαρμογή: Κάθε σύστημα πρέπει να προσαρμόζεται στο περιβάλλον του.
  2. Επίτευξη Σκοπών: Κάθε σύστημα πρέπει να έχει τα μέσα για να επιτύχει την ικανοποίηση των σκοπών του.
  3. ΕνσωμάτωσηΟλοκλήρωση) των Μερών: Κάθε σύστημα πρέπει να συντηρεί κάποιο συντονισμό των μερών του και να αναπτύσσει τρόπους αντιμετώπισης των οποιωνδήποτε αποκλίσεων.
  4. Διατήρηση Προτύπου: Κάθε σύστημα πρέπει να διατηρείται σε κάποια κατάσταση ισορροπίας.

Όπως είδαμε στην κορυφή της ιεραρχίας του για τα ζωντανά συστήματα, ο Parsons βάζει το σύστημα της γενικής ανθρώπινης δράσης ή, όπως το ονομάζει, της μονάδας δράσης. Σύμφωνα με τις παραπάνω προαπαιτήσεις, το σύστημα της ανθρώπινης δράσης, για να λειτουργήσει, πρέπει να υποδιαιρεθεί στα εξής επιμέρους συστήματα (κάθε ένα από τα οποία αντιστοιχεί σε μια από τις λειτουργικές προαπαιτήσεις, με τη σειρά που παρατέθηκαν):

  1. Ο Βιολογικός Οργανισμός, που είναι ο βιολογικός φορέας της σύνδεσης μεταξύ του φυσικού κόσμου και των νοημάτων (αξίες, κανόνες κλπ.) που περιέχονται στην δράση.
  2. Η Προσωπικότητα, που κοινωνικά σχηματίζεται με την εσωτερίκευση των πολιτιστικών αξιών και των κοινωνικών κανόνων κι, έτσι, γίνεται το κύριο εργαλείο για την επίτευξη των σκοπών της ανθρώπινης δράσης.
  3. Η Κοινωνία, σαν το σύνολο των σχέσεων και ρόλων, που διέπονται από κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν ποιες δράσεις είναι επιτρεπτές και ποιες όχι.
  4. Η Κουλτούρα, που περιλαμβάνει τις πιο γενικές ιδέες, τα ιδανικά και τις αξίες των ανθρώπων, καθώς αυτά αφενός συγκεκριμενοποιούνται με τους κοινωνικούς κανόνες έκφρασης και συμπεριφοράς κι αφετέρου εσωτερικεύονται στην προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου.

Εφαρμόζοντας πάλι τις λειτουργικές προαπαιτήσεις στο σύστημα της κοινωνίας, αυτό υποδιαιρείται στα εξής επιμέρους υποσυστήματα (με τη σειρά των προαπαιτήσεων):

  1. Η Οικονομία, σαν σύνδεσμος μεταξύ της κοινωνικής οργάνωσης και του φυσικού κόσμου.
  2. Η Πολιτική, που περιλαμβάνει όλες τις μορφές λήψης αποφάσεων και κινητοποίησης μέσων.
  3. Η Κοινότητα, σαν σύνολο θεσμών κοινωνικού ελέγχου και διατήρησης της κοινωνικής συνοχής μέσω του νομικού συστήματος ή των ατύπων κανόνων συμπεριφοράς.
  4. Οι Θεσμοθετημένες Πολιτιστικές Δομές (όπως σχολεία και εκκλησίες), με τις οποίες τα άτομα εκπαιδεύονται και καλλιεργούνται στις πολιτιστικές αξίες και τους κοινωνικούς κανόνες.

Τέλος, το υποσύστημα της οικονομίας υποδιαιρείται στα εξής επιμέρους υποσυστήματα, πάλι με την εφαρμογή των παραπάνω λειτουργικών προαπαιτήσεων (με την ίδια σειρά): 1. Παραγωγή. 2. Οικονομικές Πράξεις. 3. Οργάνωση. 4. Καπιταλιστική (ή άλλη) Συνείδηση.

Η ιεραρχία των συστημάτων του Parsons δεν είναι αυθαίρετη. Σε κάθε επίπεδο, για τον Parsons, τα διάφορα συστήματα συσχετίζονται με την ανταλλαγή συμβολικής πληροφορίας. Στο κοινωνικό σύστημα, για παράδειγμα, το χρήμα είναι το σύμβολο της οικονομίας, η εξουσία το σύμβολο της πολιτικής, η επιρροή το σύμβολο της κοινότητας κι η υποχρέωση το σύμβολο των πολιτιστικών δομών. Ανταλλάσσοντας τους συμβολικούς του πόρους, κάθε υποσύστημα κρατείται σε ισορροπία με τα άλλα και διαφυλάσσει την δική του ταυτότητα, δηλαδή, τα σύνορά του. Καθόσον όμως η έννοια των συμβολικών ανταλλαγών είναι δανεισμένη από την κυβερνητική, αυτές γίνονται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις μέσα στην ιεραρχία των συστημάτων σύμφωνα με το περιεχόμενό τους σε πληροφορία ή ενέργεια. Τα συστήματα των κατωτέρων επιπέδων (για παράδειγμα, του βιολογικού οργανισμού και της προσωπικότητας για το σύστημα δράσης) είναι ψηλά ως προς την ενέργεια κι, έτσι, παρέχουν τις απαραίτητες συνθήκες στα συστήματα των ανωτέρων επιπέδων. Και τα συστήματα των ανωτέρων επιπέδων (αντιστοίχως, της κοινωνίας και της κουλτούρας) είναι ψηλά ως προς την πληροφορία κι, άρα, ελέγχουν τα συστήματα των κατωτέρων επιπέδων.

Ο Δομικός Λειτουργισμός του Merton

Ο μαθητής στο Harvard του Parsons, Robert Merton έγινε γνωστός στην κοινωνιολογία με τις συνεισφορές του στον δομικό λειτουργισμό. Σ’ αυτές αφενός άσκησε κάποια κριτική σε ορισμένες από τις πιο αβάσιμες πλευρές του δομικού λειτουργισμού κι αφετέρου τον επεξεργάσθηκε περαιτέρω ώστε να αποκτήσει μια μεγαλύτερη πρακτική χρησιμότητα (ιδίως σε θέματα κοινωνιολογίας της επιστήμης, που θα δούμε στην επόμενη παράγραφο). Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε αναλυτικά τις ιδιαίτερες συνεισφορές του Merton στον δομικό λειτουργισμό, ακολουθώντας, για το σκοπό αυτό, τις σχετικές παρατηρήσεις του Ritzer (1996, σελ. 111-115).

Παρότι κι οι δυο τους συνδέονται με τον δομικό λειτουργισμό, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των Parsons και Merton. Για παράδειγμα, ενώ ο Parsons ελκόταν από μεγαλόπνοες καθολικές θεωρίες, ο Merton αρεσκόταν σε πιο περιορισμένες ειδικές θεωρίες, “μέσου εύρους” στην ιεραρχία των συστημάτων του Parsons. Επιπλέον, ο Merton (και κάποιοι από τους δικούς του μαθητές, όπως ο Alvin Gouldner) ήταν πιο κοντά στο Μαρξισμό σε σχέση με τον Parsons κι, έτσι, κάποιοι εκτιμούν ότι ο Merton έστρεψε πολιτικά τον δομικό λειτουργισμό προς τα αριστερά (Ritzer, 1996, σελ. 111).

Ο Merton άσκησε κριτική σε αυτά που θεωρούσε να είναι τα τρία βασικά αξιώματα του λειτουργισμού (ιδίως όπως αυτά αναπτύχθηκαν από ανθρωπολόγους λειτουργιστές σαν τον Malinowski και τον Radcliffe-Brown). Το πρώτο είναι το αξίωμα της λειτουργικής ενότητας της κοινωνίας, κατά το οποίο όλες οι τυποποιημένες κοινωνικές και πολιτιστικές πεποιθήσεις και πρακτικές είναι λειτουργικές για την κοινωνία σαν σύνολο αλλά και για τα άτομα ως μέλη της κοινωνίας. Το αξίωμα αυτό συνεπάγεται ότι τα διάφορα τμήματα του κοινωνικού συστήματος πρέπει να είναι στενά ενσωματωμένα (ολοκληρωμένα) και συντονισμένα μεταξύ τους, κάτι που ο Merton μπόρεσε να το επαληθεύσει μόνο για μικρές πρωτόγονες κοινωνίες αλλά δεν παραδεχόταν ότι υποχρεωτικά ίσχυε για μεγαλύτερες πολυπλοκότερες κοινωνίες.

Σύμφωνα με το δεύτερο αξίωμα του καθολικού λειτουργισμού, όλες οι τυποποιημένες κοινωνικές και πολιτιστικές μορφές και δομές έχουν θετικές λειτουργίες. Αυτό ο Merton δεν το δεχόταν να συμβαίνει πάντοτε κι έβλεπε να υπάρχουν δομές, έθιμα, ιδέες, πεποιθήσεις κλπ. με αρνητικές λειτουργίες (όπως, πχ., ο φανατικός εθνικισμός).

Το τρίτο αξίωμα του επιτακτικώς απαραιτήτου (indispensability) αναφέρεται στην απαίτηση όπως όλες οι τυποποιημένες πλευρές της κοινωνίας, όχι μόνο πρέπει να έχουν θετικές λειτουργίες, αλλά επιπλέον πρέπει να αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τμήματα του λειτουργικού συνόλου. Οπότε, το αξίωμα αυτό συνεπαγόταν πως όλες οι κοινωνικές δομές και λειτουργίες, και μόνο αυτές, είναι λειτουργικά αναγκαίες για την κοινωνία. Αντίθετα ο Merton πίστευε ότι μπορούν να υπάρξουν στην κοινωνία διάφορες δομικές και λειτουργικές εναλλακτικές λύσεις.

Γενικώς, η αντίθεση του Merton στα λειτουργικά αυτά αξιώματα βασιζόταν στο γεγονός ότι αυτά αποτελούν γενικούς κι αφηρημένους θεωρητικούς ισχυρισμούς, που δεν είναι εμπειρικά δοκιμασμένοι. Με το παράδειγμα της δικής του εμπειρικής λειτουργικής ανάλυσης, ο Merton πρότεινε μια διαφορετική θεμελίωση της σύνθεσης θεωρίας κι εμπειρικής έρευνας.

Εξ αρχής ο Merton διασαφήνισε ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο της δομο-λειτουργικής ανάλυσης: οτιδήποτε “εκπροσωπεί ένα τυποποιημένο (δηλαδή, διαμορφωμένο κι επαναλαμβανόμενο) στοιχείο” (Merton, 1968, σελ. 104). Σ’ αυτά συμπεριλάμβανε “κοινωνικούς ρόλους, θεσμικά μορφώματα, κοινωνικές διαδικασίες, πολιτιστικά μορφώματα, πολιτιστικά διαμορφωμένες συγκινήσεις, κοινωνικές νόρμες, οργάνωση ομάδων, κοινωνική δομή, μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου κλπ.” (σελ. 104).

Οι αρχικές δομο-λειτουργικές αναλύσεις έτειναν να εστιάζονται αποκλειστικά στις λειτουργίες μιας κοινωνικής δομής ή θεσμού σε σχέση με κάποια άλλη, συγχέοντας τα υποκειμενικά κίνητρα των ατόμων με τις λειτουργίες δομών ή θεσμών. Αντίθετα, για τον Merton, το ενδιαφέρον δεν θα έπρεπε να είναι στα κίνητρα των ατόμων αλλά στις κοινωνικές λειτουργίες, που ορίζονται ως “εκείνες οι παρατηρούμενες συνέπειες, οι οποίες συντελούν στην προσαρμογή ή ρύθμιση ενός δεδομένου συστήματος” (σελ. 105). Αλλά ο Merton παρατηρούσε πως υπήρχε κάποια σαφής ιδεολογική προτίμηση, όταν κανείς επικεντρώνεται μόνο στην προσαρμογή, αφού τότε οι συνέπειες είναι πάντα θετικές. Από την άλλη μεριά, σίγουρα κάποιο κοινωνικό γεγονός μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για κάποιο άλλο. Για αυτό, για να διορθώσει την παράλειψη αυτή του πρώιμου δομο-λειτουργισμού, ο Merton ανέπτυξε την ιδέα της δυσλειτουργίας, σύμφωνα με την οποίαν οι δομές κι οι θεσμοί μπορούν να έχουν κι αρνητικές επιπτώσεις, πέρα από τη συμβολή τους για την διατήρηση της συνοχής του κοινωνικού συστήματος. Για παράδειγμα, ο θεσμός της δουλείας στο Νότο των ΗΠΑ, παρά τις σαφώς θετικές συνέπειες για τους λευκούς, όπως φθηνό εργατικό δυναμικό, ενίσχυση της οικονομίας του βαμβακιού, ανώτερη κοινωνική θέση, είχε και δυσλειτουργίες, όπως η εξάρτηση από μια αγροτική οικονομία κι, επομένως, η καθυστέρηση βιομηχανοποίησης.

Ο Merton χρησιμοποίησε επίσης την ιδέα των μη λειτουργιών, που τις όριζε ως συνέπειες που είναι απλώς άσχετες προς το θεωρούμενο κοινωνικό σύστημα. Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται κοινωνικές μορφές, “επιβιώσεις” του παρελθόντος, που ενώ μπορεί παλαιότερα να είχαν θετικές ή αρνητικές συνέπειες, τώρα δεν έχουν καμιά σημαντική επίδραση. Ένα παράδειγμα, με το οποίο κάποιοι ίσως διαφωνήσουν, είναι το Γυναικείο Χριστιανικό Κίνημα Εγκράτειας (στις ΗΠΑ).

Για τη σύγκριση των θετικών λειτουργιών και δυσλειτουργιών ο Merton επεξεργάσθηκε την έννοια του καθαρού ισοζυγίου. Επειδή όμως τα θέματα αυτά είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα κι επιδέχονται υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις, η χρησιμότητα της έννοιας αυτής απορρέει από τον τρόπο που προσανατολίζει τον κοινωνιολόγο στο ερώτημα της σχετικής σημασίας. Για να αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα, ο Merton πρόσθεσε την ιδέα ότι πρέπει να υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα λειτουργικής ανάλυσης, που διαφοροποιούνται ως προς την οργάνωση, τον θεσμό ή την ομάδα στην ανάλυση μιας κοινωνικής δομής.

Ακόμη ο Merton εισήγαγε τις έννοιες της έκδηλης και της λανθάνουσας λειτουργίας. Με απλά λόγια, έκδηλες λειτουργίες είναι οι αποσκοπούμενες, οι εκούσιες, ενώ λανθάνουσες λειτουργίες είναι οι μη αποσκοπούμενες, οι ακούσιες. Για παράδειγμα, η έκδηλη λειτουργία της δουλείας ήταν η αύξηση της οικονομικής παραγωγικότητας στον αμερικάνικο Νότο, ενώ η λανθάνουσα λειτουργία της ήταν η δημιουργία μιας μεγάλης υποβαθμισμένης κοινωνικής τάξης, που χρησίμευε για την ανύψωση της κοινωνικής θέσης των λευκών του Νότου, είτε πλουσίων ή φτωχών. Με την ιδέα αυτή συσχετίζεται μια άλλη σημαντική έννοια που εισήγαγε ο Merton, η έννοια των απρόβλεπτων συνεπειών. Γενικώς, οι δράσεις έχουν συνέπειες, που μπορεί να είναι είτε αποσκοπούμενες, όταν οι δράστες συνειδητά τις επιδιώκουν, ή μη αποσκοπούμενες, όταν προκύπτουν ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δραστών. Μάλιστα, για πολλούς, το “ξεσκέπασμα” των τελευταίων αποτελεί την ουσία της κοινωνιολογικής έρευνας (Berger, 1963).

Για τον Merton οι απρόβλεπτες συνέπειες δεν ταυτίζονται με τις λανθάνουσες λειτουργίες αλλά οι λανθάνουσες λειτουργίες αποτελούν απλώς έναν τύπο απρόβλεπτης συνέπειας. Πέρα από αυτές, υπάρχουν άλλοι δυο τύποι απρόβλεπτων συνεπειών: “Εκείνες που είναι δυσλειτουργικές για ένα καθορισμένο σύστημα και σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται οι λανθάνουσες δυσλειτουργίες” και “εκείνες που είναι άσχετες προς το σύστημα και που δεν το επηρεάζουν ούτε λειτουργικά ούτε δυσλειτουργικά ... οι μη λειτουργικές συνέπειες” (σελ. 105).

Διευκρινίζοντας περισσότερο τη λειτουργική θεωρία, ο Merton παρατήρησε ότι μια δυσλειτουργία μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει, μολονότι είναι προβληματική σαν τέτοια. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμη και στη σημερινή κοινωνία κάποιες κοινωνικές διακρίσεις, εναντίον γυναικών, φυλών ή μειονοτήτων, οι οποίες, ενώ μπορεί κανείς να πει ότι είναι λειτουργικές για αυτούς που τις ασκούν, συνολικά είναι δυσλειτουργικές για όλους, αν λάβουμε υπόψη και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα αυτών που τις εφαρμόζουν.

Επιπλέον, ο Merton υποστήριζε ότι δεν είναι όλες οι δομές απαραίτητες για τη λειτουργία του κοινωνικού συστήματος κι ορισμένες μπορούν να απαλειφθούν. Έτσι, ο Merton προσέδιδε μια προοδευτική χροιά στον δομο-λειτουργισμό, ανοίγοντας τον δρόμο για την κοινωνική αλλαγή κι ανανέωση με το ξεπέρασμα των άχρηστων δομών.

Θα ολοκληρώσουμε τη συζήτηση για τον δομο-λειτουργισμό αναφερόμενοι στην ανάλυση του Merton (1968) για τη σχέση μεταξύ κουλτούρας, δομής και ανομίας. Ο Merton ορίζει την κουλτούρα σαν “εκείνο το οργανωμένο σύνολο των κανονιστικών αξιών που διέπουν την κοινή συμπεριφορά των μελών μιας καθορισμένης ομάδας ή κοινωνίας” και την κοινωνική δομή σαν “εκείνο το οργανωμένο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, με τις οποίες διαφορετικά εμπλέκονται τα μέλη της ομάδας ή κοινωνίας” (σελ. 216). Η ανομία (έννοια που εισήγαγε στην κοινωνιολογία ο Durkheim) εμφανίζεται, για τον Merton, “όταν υπάρχει ένας οξύς διαχωρισμός μεταξύ των πολιτιστικών νορμών και σκοπών και των κοινωνικά δομημένων ικανοτήτων των μελών της ομάδας να δράσουν σύμφωνα μ’ αυτές” (σελ. 216). Κάτι τέτοιο γίνεται, όταν λόγω της θέσης τους στην κοινωνική δομή κάποιοι δεν μπορούν να δράσουν σύμφωνα με τις επιταγές των κανονιστικών δομών. Ή, διαφορετικά ειπωμένο, όταν η κουλτούρα υπαγορεύει έναν τύπο συμπεριφοράς, που η κοινωνική δομή αποτρέπει να συμβεί. Για παράδειγμα, στην Αμερικάνικη κοινωνία η κουλτούρα θέτει μεγάλη έμφαση στην υλική επιτυχία, την οποίαν πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να επιτύχουν λόγω της κοινωνικής θέσης τους. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, λέγεται ότι υπάρχει η κατάσταση της ανομίας, η οποία συνεπάγεται μια τάση προς αποκλίνουσες συμπεριφορές, που παίρνουν τις μορφές εναλλακτικών, μη αποδεκτών και μερικές φορές παρανόμων μέσων πραγματοποίησης της οικονομικής επιτυχίας. Με αυτήν την έννοια, έβλεπε ο Merton να αναπτύσσεται η δυσλειτουργία της ανομίας, όταν οι διαχωρισμοί μεταξύ κουλτούρας και δομής οδηγούν σε κοινωνικές αποκλίσεις.