Αντρέας Ράζος [95158]
Σωτηρία Μαλεφάκη [95109]
Γιάννης Κοκορέτσας [95087]
Μάρκος Καραγιάννης [95075]
Τάσος Αστυφίδης [2765]
Γιώργος Χρυσανθόπουλος [95253]
Εργασία
Για το Μάθημα
Επιστήμη-Τεχνολογία-Κοινωνία
http://hyperion.math.upatras.gr/courses/sts
Μάϊος 1999

PRICE
ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΕΟΙΣΤΗΜΟΝΕΣ

Κατά την ανάλυσή μας για την ανάπτυξη της επιστήμης έχουμε φτάσει σε ένα βασικό επίπεδο κατανόησης της ομαλής ,εκθετικής αύξησης και κατανομής του ταλέντου και της παραγωγικότητας. Ας στρέψουμε ,λοιπόν , την προσοχή μας και στο “αποκλίνον” ,δηλαδή σε εκείνα τα πράγματα που δεν ακολουθούν τον κανόνα. Αναμφίβολα, εκείνο που εκτρέπει πιο πολύ από τη “νομιμότητα” σε αυτόν τον αιώνα της Μεγάλης Επιστήμης είναι τα χρήματα. Τα οικονομικά της επιστήμης φαίνονται αρκετά ακανόνιστα και εφόσον δεσπόζουν στις περισσότερες κοινωνικοπολιτικές συνέπειες, η ανάλυσή μας πρέπει να αρχίσει από εδώ.

Αν η πολυπλοκότητα της επιστήμης μπορούσε να διανεμηθεί κατά τον ίδιο τρόπο με την παραγωγικότητα ή την αρτιότητα και τις επιδόσεις της ,δε θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Επιπλέον, αν η κατά κεφαλήν δαπάνη για την υποστήριξη των επιστημόνων ήταν συνεχής , θα έπρεπε να ξοδεύαμε μόνο αναλόγως με τον αριθμό τους, έτσι ώστε τα χρήματα που κοστίζουν να διπλασιάζονται κάθε 10 με 15 χρόνια. Αλλά στην πραγματικότητα οι δαπάνες μας, υπολογισμένες σε σταθερά δολάρια, διπλασιάζονται κάθε 5 ½ χρόνια, έτσι ώστε το κόστος για κάθε επιστήμονα να φαίνεται ότι διπλασιάζεται κάθε 10 χρόνια. Με άλλα λόγια, οι δαπάνες για την επιστήμη αυξάνονται κατά το τετράγωνο του αριθμού των επιστημόνων.

Εφόσον γνωρίζουμε ότι σε γενικά πλαίσια ο αριθμός των μέσων επιστημόνων αυξάνεται με το τετράγωνο αυτών που είναι πιο αποδοτικοί σε αυτό το φοβερό σε κόστος συμπέρασμα ότι οι δαπάνες για την έρευνα αυξάνουν κατά τον αριθμό των “καλών” επιστημόνων εις την τετάρτη. Έχει ήδη υπολογισθεί ότι οι ΗΠΑ ίσως να κατέχουν αρκετή ικανότητα να πολλαπλασιάσουν το πλήθος των διακεκριμένων επιστημόνων κατά ένα παράγοντα του 5. Ας είμαστε συντηρητικοί κι ας οραματιστούμε ένα μέλλον ,κατά το οποίο τριπλασιάζονται μόνο. Μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο αρκετό καιρό πριν το 2000. Μέχρι τότε , με βάση την αρχή που μόλις διατυπώσαμε , οι δαπάνες μας θα έχουν πολλαπλασιαστεί κατά 81 φορές κι αυτό θα ήταν περισσότερο από το διπλάσιο ολόκληρου του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος).

Φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι πραγματοποιείται τέτοια αύξηση στις δαπάνες για την επιστήμη. Εθνικές έρευνες έδειξαν ότι οι δαπάνες ανάπτυξης ήταν περίπου 3 δις δολάρια το 1950 και 13 δις δολάρια το 1960 , περισσότερο από το 2πλάσιο κάθε 5 χρόνια .Το 15% της ετήσιας αύξησης πρέπει να αντιπαραταχθεί ενάντια στην αύξηση του ΑΕΠ μόνο κατά 3 ½ % το χρόνο. Με τον παρόντα ρυθμό η επιστήμη θα αποτελεί το 10% του ΑΕΠ μέχρι το 1973. Βρίσκεται ήδη γύρω στο 2 με 3% αναλόγως τον ορισμό.

Ας είμαστε αισιόδοξοι κι ας υποθέσουμε ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα συνεχιστεί χωρίς μείωση του ανθρώπινου δυναμικού που θα εμποδίζουν την αύξηση στον αριθμό των διπλωματούχων επιστημόνων κι ας επιστρέψουμε στο ερώτημα για το αν το κόστος κατά επιστήμονα θα πρέπει επίσης να αυξηθεί. Τα δεδομένα από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες , που τώρα υποστηρίζουν τόσο πολύ την έρευνα, υποδηλώνουν καθαρά ότι οι δαπάνες για κάθε επιστημονική εργασία αυξάνονται ραγδαία. Οι αριθμοί του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας για το μέσο όρο δαπανών κατά εργασία είναι $9,649 το 1950 και $18,584 το 1960, σχεδόν οι 2πλάσιες. Ο Johnson και ο Milton ερεύνησαν τα αρχεία μιας πλατειάς υπό έρευνα περιοχής σχετικά με τη βιομηχανία , τα πανεπιστήμια και τους οργανισμούς της κυβέρνησης και βρήκαν ότι σε μια δεκαετία ,παρόλο που το συνολικό κόστος αυξήθηκε 4 ½ φορές το αποτέλεσμα των ερευνών και της ανάπτυξης δεν ήταν παρά μόνο 2πλάσιο.

Βασικά, παρουσιάζεται ότι όσο περισσότερη έρευνα γίνεται εφικτή, η συνηθισμένη μας και αναμενόμενη αύξηση εξακολουθεί να είναι επιθυμητή, αλλά περισσότερο δύσκολα πραγματοποιείται. Το αποτέλεσμα είναι ότι προσφέρουμε όλο και περισσότερα κίνητρα αυξάνοντας τους μισθούς, παρέχοντας περισσότερη βοήθεια και δίνοντας στους ερευνητές καλύτερα εργαλεία για τη δουλειά τους. Αυτή είναι η κατά βάση νομική κατάσταση του Fechner που έχει ήδη περιγραφεί, το αποτέλεσμα ανάλογο με το λογάριθμο του κινήτρου. Παρόλα αυτά, είναι προφανώς απαραίτητο να καταναλώνουμε μονάδες οικονομικής σταθερότητας περίπου 2 φορές πιο γρήγορα από τις μονάδες επιστημονικής εγκυρότητας.

Μπορούμε, λοιπόν, να διερωτηθούμε γιατί το κατά κεφαλήν κόστος της έρευνας με όρους ΑΕΠ φαίνεται να έχει παραμείνει σταθερό σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας περίπου μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μόνο μέχρι εκείνη τη στιγμή συμβάδισε με τις νέες περιστάσεις μιας αύξησης που συμπορεύεται με την αύξηση του επιστημονικού εργατικού δυναμικού .

Ας αναφέρουμε ,ως ερμηνεία μάλλον παρά ως απάντηση, την πρόταση ότι αυτές είναι οι πληροφορίες για τον κυβερνοχώρο που τώρα προσπαθεί να επιβραδύνει την επιστήμη και να τη φτάσει σε ένα μέγιστο σημείο. Αυτή, εμείς ισχυριζόμαστε ότι είναι η κύρια αιτία της παρούσας λογισμικής παρά εκθετικής καμπύλης. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ “Μεγάλης” και “Μικρής” Επιστήμης. Δεν μπορούμε, όμως, να ανακαλύψουμε την αιτία μέχρι να κοιτάξουμε βαθύτερα στον κόσμο , παράλληλα με τις εθνικές καταστάσεις, και την κινητοποίηση του επιστήμονα.

Ας ερευνήσουμε πρώτα την κατάσταση σε όλο τον κόσμο αναλογιζόμενοι όλες τις ξεχωριστές χώρες και τους ποικίλους τομείς επιστήμης που περιέχουν. Για μια πρώτη προσέγγιση αυτά είναι ομαλά κατανεμημένα, όπως το μέγεθος των πόλεων μιας χώρας κατεβαίνοντας από τις λίγες μεγάλες στις περισσότερες μικρές. Υπάρχει κι εκεί ομοιόμορφη εκθετική αύξηση όπως ακριβώς και στις πόλεις. Έτσι και στην κατατακτήρια λίστα του μεγέθους των πόλεων, όπως την παρακολουθούμε να εξελίσσεται μέσα στην ιστορία, η σειρά έχει αλλάξει ελάχιστα, παρόλο που η κατανομή παραμένει σταθερή. Κατά την πάροδο των ετών παρατηρείται μια αλλαγή, κατά την οποία μερικές χώρες μένουν εναλλάξ πίσω από άλλες. Είναι μια αργή διαδικασία παρόλο που η πραγμάτωσή της ,όπως στο παράδειγμα του Sputnick μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στην ομοιομορφία.

Κατά τη διάρκεια του αιώνα μας η επιστήμη σε όλο τον κόσμο έχει διαφοροποιήσει τους ορίζοντες της σχεδόν συστηματικά. Παρατηρείστε τα σχήματα που δείχνουν τη συνεισφορά διαφόρων χωρών στην παραγωγή επιστημονικών εγγράφων που αναλύονται στη “Χημική Σύνοψη” (Chemical Abstracts, Σχήμα 20) . Στη μία άκρη η παλιά και σταθερή επιστημονική κουλτούρα του British Commonwealth έχει παραμείνει αισθητά συνεχής , ενώ αυτή της Γαλλίας έχει υποστεί μια ελαφριά αλλά σταθερή μείωση. Στην άλλη άκρη η ΕΣΣΔ, η Ιαπωνία και όλες οι ελάχιστα επιστημονικά καταρτισμένες χώρες, έχουν θεαματικά βελτιώσει τη θέση τους στον κόσμο από περίπου 10% στην αρχή του αιώνα σε 50% την παρούσα στιγμή. Ενδιάμεσα, κι έχοντας συμπιεστεί από αυτήν την επέκταση, βρίσκονται τα δύο μεγάλα χημικά έθνη, η Γερμανία και οι ΗΠΑ. Η συνεισφορά και των δύο έχει μειωθεί από 60% σε 35%, με τις ΗΠΑ προφανώς να απορροφούν ένα μεγάλο τμήμα του Γερμανικού μεριδίου, κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων, και τη Γερμανία να έχει συρρικνωθεί στο 1/5 του αρχικού της μεγέθους.

Συνολικά, εκτός από τα κέρδη των πολέμων από τη Γερμανία, οι ΗΠΑ κατά προσέγγιση έχουν διατηρήσει την αρχική τους θέση. Ίσως έχουν καλύψει και τις απώλειες της Γαλλίας. Σημειώνουμε ότι αυτό δεν περιλαμβάνει την σταθερή εκθετική αύξηση στην παγκόσμια αναλογία του διπλασιασμού κάθε 10 χρόνια. Το θεαματικό σε αυτό δεν είναι ότι οι ΗΠΑ ή κάθε άλλη χώρα έχει τη δυνατότητα να διατηρεί αυτό το ποσοστό και να κρατά τη θέση της σταθερή, αλλά το ότι αναντίρρητα η ΕΣΣΔ, η Ιαπωνία και οι μικρές επιστημονικά χώρες, έχουν καταφέρει σε αυτόν τον αιώνα να υπερβούν αυτή την αναλογία τόσο, ώστε να έχουν αναπτυχθεί από τη μειοψηφία σχεδόν στην κύρια πλειοψηφία. Μαζί φαίνονται να έχουν ξεπεταχτεί στην επιστημονική σκηνή κατά μία αναλογία που υπερβαίνει το κανονικό ποσοστό της επιστημονικής ανάπτυξης κατά 6%, κάθε χρόνο. Συμπερασματικά, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την εκπληκτική μείωση στην παραδοσιακή ικανότητα των μεγάλων εθνών να σχηματίσουν μια δική τους επιστημονική πλειοψηφία. Αντιμετωπίζουν μία ,κατά Παρέτο, κατανομή από μικρότερες χώρες, των οποίων ο συνολικός όγκος πρόκειται σύντομα να ξεπεράσει αυτών των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ.

Η Ιαπωνία, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ έχουν όλες παρούσες δαπάνες της τάξης του 2-3% του ΑΕΠ τους. Πως είναι δυνατόν η συγκριτική τους παραγωγή να μεταβάλλεται αργά αλλά σταθερά; Η πιθανότερη εξήγηση φαίνεται να είναι η σταθερή αύξηση στο κόστος της επιστήμης, καθώς η κοινωνία διαποτίζεται


Σχήμα 20. Ποσοστά της συνολικά παγκόσμιας παραγωγής δημοσιεύσεων

από αυτήν την πράξη. Μια συμπληρωματική συνέπεια είναι ότι φαίνεται φτηνότερο κι ευκολότερο από ότι συνήθως να ωθήσεις την επιστήμη σε αλματώδη ανάπτυξη στο “κενό των υπανάπτυκτων χωρών.

Η παρούσα μεγάλη δραστηριότητα να μεταφερθεί η επιστήμη και η τεχνολογία στα μικρά έθνη, καθιστά αξιόλογο για εμάς να κοιτάξουμε προσεχτικά τη σύλληψη και τη γέννηση ενός καινούριου επιστημονικού και τεχνολογικού πολιτισμού . Πρέπει με προσοχή να διαχωρίσουμε τον τύπο της επιστημονικής ανάπτυξης που μας απασχολεί,. την εμφάνιση μιας χώρας συγγενική με όλες τις άλλες, από την κανονική ραγδαία αλλαγή, κατά την οποία όλες οι χώρες λαμβάνουν μέρος ανάλογα με την τάξη τους.

Οι περισσότερες χώρες μερικώς διατηρούν την ίδια θέση στην ιεραρχία , παραπονούμενες πικρόχολα, όπως η Alice, καθώς έχουν υποχρεωθεί να τρέξουν τόσο γρήγορα για να μείνουν στην ίδια θέση. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Zuckerman Comitee στην Αγγλία , πάνω στο επιστημονικό εργατικό δυναμικό είναι κάπως έτσι: Όταν μια χώρα αποφασίσει ότι μπορεί οικονομικά να αφήσει την επιστήμη να αναπτυχθεί μόνο κατά το επίπεδο της εθνικής οικονομικής επέκτασης και ότι η προσφορά και ζήτηση του επιστημονικού εργατικού δυναμικού μπορεί να τείνει σε εξίσωση, τότε αυτό είναι ισοδύναμο με την καταστροφική αποχώρηση από τον επιστημονικό αγώνα. Και αυτός είναι ο αγώνας κατά τον οποίο η Βρετανία αποστερήσα μεγάλων πηγών μετάλλων ή γεωργικών προϊόντων, θα έπρεπε να πασχίζει περισσότερο από κάθε άλλη χώρα.

Εφόσον φαίνεται ότι μια σταθεροποίηση της επιστήμης, η οποία τείνει να κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, πώς συμβαίνει περιστασιακά πάμπτωχοι να εξελίσσονται σε επιστήμονες εκατομμυριούχους; Σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό η ιστορία έχει εξασφαλίσει την ολοκληρωμένη αλληλουχία των βημάτων, με τα οποία ένα έθνος αιφνιδιαστικά ανερχόμενο μπορούσε να αναπτυχθεί περισσότερο δυνατά από τον υπόλοιπο επιστημονικό κόσμο. Μια ανάλυση των δεδομένων της Ιαπωνίας μπορεί να θεωρηθεί ως πρότυπο (Σχήμα 21). Το 1869 στην αρχή της εποχής Meiji ca 1868, η Ιαπωνία διέκοψε τις σχέσεις της με την παράδοση και προκάλεσε την εισαγωγή της Δυτικής επιστήμης, όπως λέγονταν τότε τα Δυτικά προϊόντα.

Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, τα ίχνη της προόδου μιας μόνο επιστήμης της Φυσικής. Το πρώτο βήμα ήταν η εισαγωγή αλλοδαπών επιστημόνων διδασκάλων από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη .Βρετανία , καθώς και η εξώθηση Ιαπώνων φοιτητών σε ξένα πανεπιστήμια για ανώτερη εκπαίδευση. Το αιφνίδιο κύμα της δυτικής επιστήμης χτύπησε τη χώρα απότομα και προκάλεσε αύξηση στον επιστημονικό πληθυσμό της Ιαπωνίας από 1 σε 15 μόνο σε 6 χρόνια. Κατά το 1880 το κύμα αυτό άρχισε να εξασθενεί στην αρχή ραγδαία, καθώς οι αλλοδαποί επέστρεψαν στα σπίτια τους , και στη συνέχεια με βραδύτερους ρυθμούς , καθώς οι εκπαιδευμένοι στο εξωτερικό


Σχήμα 21. Ο αριθμός των εκπαιδευόμενων φυσικών στην Ιαπωνία ως συνάρτηση του χρόνου

μαθητές και δάσκαλοι αποχώρησαν από το προσκήνιο ή πέθαναν έτσι ώστε το κύμα να έχει τελειώσει μέχρι το 1918. Αλλά το 1880, όταν η εισαγόμενη καμπύλη βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της ένα νέο κύμα ανερχόταν ραγδαία : η πρώτη γενιά Ιαπώνων φοιτητών εκπαιδευμένοι από τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς και τις αρχές τους.

H πρώτη γενιά φοιτητών ήταν μια μικρή ομάδα . Υπήρχαν 10 το1880 και ο αριθμός τους ποτέ δεν ξεπέρασε τους 22, επιτυγχάνοντας μια σταθερή ισορροπία ανάμεσα στην εκπαίδευση και τη θνητότητα. Αργότερα κατά τον Α παγκόσμιο πόλεμο αρχίζουν να μειώνονται αξιοπρόσεχτα στον αριθμό , οι τελευταίοι απεβίωσαν το 1928.

Η δεύτερη γενιά φοιτητών, εκείνοι που εκπαιδεύονταν από Ιάπωνες στην Ιαπωνία, άρχισε το 1884και άνθησε από 60 αποφοίτους το 1900. Σύντομα η ανάπτυξη σταθεροποιήθηκε στο γνωστό εκθετικό σχήμα, διπλασιαζόμενη κάθε 10 χρόνια. Η ανάπτυξη, συνεχίστηκε χωρίς σοβαρή διακοπή ή διακύμανση και οδήγησε μέσα από τον τελευταίο πόλεμο το επίπεδο της φυσικής στην Ιαπωνία.

Το συνολικό αποτέλεσμα του αιφνιδιαστικού κύματος και του παλμού των φοιτητών της πρώτης γενιάς είναι η έναρξη της εκθετικής αύξησης. Η τελική καμπύλη αυτής της ανάπτυξης , όπως προβάλλεται στο σχήμα, λειτουργεί σχεδόν ακριβώς σαν να είχε προέλθει από το αποκορύφωμα του πρώτου αυτού κύματος, σαν να είχε δηλαδή αρχίσει από 12 φυσικούς το 1881. Ας σημειώσουμε, παρόλα αυτά, ότι η ανάπτυξη δεν άρχισε αμέσως. Υπήρξε μια καθυστέρηση 20 περίπου ετών την ώρα που ετοιμαζόταν η δεύτερη γενιά. Αξιοσημείωτο είναι ότι σταθερότητα εδραιώθηκε μόνο με τη “σοδειά” των εξολοκλήρου εκπαιδευμένων στην πατρίδα φυσικών. Η εικόνα, όμως, δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένη. Έχουμε παραβλέψει το πολύ σημαντικό γεγονός ότι η βασική και μέση εκπαίδευση αντιμετώπιζαν παρόμοια κρίση την ίδια περίπου χρονική περίοδο. Παραλείψαμε το κρίσιμο σημείο ότι η μεγαλύτερη από όλες δυσκολία ήταν να αποφασιστεί η γλώσσα της διδασκαλίας. Πριν τη δεύτερη γενιά δεν μπορούσε πιθανότατα η γλώσσα αυτή να είναι η Ιαπωνική. Εξάλλου κάτι τέτοιο δε μπορούσε να συμβεί πριν συνταχθούν νέο λεξιλόγιο και λεξικά.

Παρά τις απλοποιήσεις, μπορούμε να έχουμε τη βασική χρονική κλίμακα και τα σχήματα των διαφοροποιημένων εξισώσεων του επιστημονικού εργατικού δυναμικού σε μια υπανάπτυκτη χώρα, και έχουμε ελάχιστους λόγους να αμφισβητήσουμε ότι η περίπτωση αυτή είναι τυπική. Το πιο σημαντικό η καθυστέρηση ταυτόχρονα με την αναμονή μιας καινούργιας γενιάς και το κατοπινό φορτσάρισμα που είναι γρηγορότερο από την επόμενη εκθετική αύξηση. Ένα ακόμα παράδειγμα σαν τα ώριμα μήλα που πέφτουν εύκολα από το δέντρο. Τα μήλα εδώ δεν είναι ανακαλύψεις αλλά εν δυνάμει λαμπροί φυσικοί σε μια χώρα που δεν έχει φυσικούς. Αυτή η όψη είναι το αντίθετο άκρο μιας πολύ αναπτυγμένης επιστημονικά χώρας.

Η έκρηξη της επιστήμης μπορεί, λοιπόν, να είναι πολύ γρηγορότερη σε μια υπανάπτυκτη χώρα, αν έχουν γίνει σοβαρές προσπάθειες, παρά σε μια χώρα όπου η επιστήμη έχει εδραιωθεί. Στην περίπτωση των μεγαλύτερων μαζών πληθυσμού στον κόσμο η διαδικασία είναι μερικώς γνωστή και γίνεται μάλλον αιτία για σοβαρή ανησυχία.

Η έκρηξη στο “κενό” είναι βασικά ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ , έχοντας αρχίσει την επιστημονική τους επανάσταση πολύ αργότερα από την Ευρώπη, ήταν σε θέση να τη φτάσουν και να την ξεπεράσουν. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο η ΕΣΣΔ , αρχίζοντας πολύ αργότερα από τις ΗΠΑ ,έχει καταφέρει να επεκταθεί σ΄ ένα μεγαλύτερο εκθετικό επίπεδο, ίσως σε διπλασιασμό κάθε 7 χρόνια παρά κάθε 10. Παρομοίως τώρα που η Κίνα ανέρχεται επιστημονικά, όπως μπορεί κανείς να πει από το γεγονός ότι σήμερα μεταφράζουμε καθημερινά τον κύριο τύπο της ,όπως συνηθίζαμε να κάνουμε με το Ρωσικό για αρκετά χρόνια , μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα φτάσει σε ισότητα με τις άλλες χώρες μέσα στην επόμενη ή μεθεπόμενη δεκαετία. Ο Κινέζικος επιστημονικός πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε 3 χρόνια.

Έτσι για τα μεγάλα τμήματα του γήινου πληθυσμού έχουμε ένα είδος φυλής που μειονεκτεί. Όσο πιο αργά μια χώρα αρχίσει την αποφασιστική της πορεία να δημιουργεί σύγχρονη επιστήμη , τόσο πιο γρήγορα μπορεί να αναπτυχθεί. Κάποιος μπορεί συνεπώς να υποθέσει ότι μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα δούμε ένα σχετικά κοντινό τέλος σε μια φυλή που έχει επιβιώσει για αρκετούς αιώνες. Οι γηραιότερες επιστημονικά χώρες θα έρθουν απαραίτητα στην ώριμη κατάσταση του κορεσμού και οι καινούργιοι επιστημονικά πληθυσμοί της Κίνας, της Ινδίας , της Αφρικής και άλλων χωρών θα φτάσουν ταυτόχρονα στην γραμμή του τερματισμού.

Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι αυτή η διαδικασία είναι ιστορικά αναπόφευκτη και ότι πρέπει συνεπώς να διατηρήσουμε μια κατάσταση ισορροπίας και να μη πανικοβληθούμε κατά τη διάρκεια των επόμενων κυμάτων της –σαν του Sputnik—επιστημονικής προόδου από χώρες που θεωρούνταν προηγουμένως ως δευτέρας κλάσεως στην υψηλή επιστήμη και τεχνολογία.

Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, την καμπύλη κατανομής για την συχνότητα εμφάνισης της επιστημονικής ιδιοφυΐας σε μια χώρα. Παρόλο που δεν έχουμε αντικειμενική μονάδα μέτρησης για την εν δυνάμει ιδιοφυΐα σε μια υπανάπτυκτη χώρα, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι θα κλιμακωνόταν με τον ίδιο τρόπο ,όπως και στις αναπτυγμένες χώρες, με σχετικά λίγες μεγάλες ιδιοφυΐες κι ένα αριθμό πιο μέτριες που όλο και θα αυξάνονταν , καθώς θα επιτυγχανόταν το κατώτερο επίπεδο ικανοτήτων. Όπως έχουμε δει το γενικό αποτέλεσμα της αύξησης του ολικού επιστημονικού πληθυσμού είναι να πολλαπλασιάζονται οι μέτριες ιδιοφυΐες γρηγορότερα από τις μεγάλες που κυριαρχούν στο προσκήνιο και παράγουν τη μισή από όλη την επιστημονική πρόοδο.

Όσο η χώρα παραμένει σχετικά υπανάπτυκτη ο αριθμός των επιστημόνων θα είναι τόσο μικρός για να χρειάζεται κατηγοριοποίηση σε ομάδες και ελίτ, καθώς ολόκληρο το “σώμα” αποτελείται από την αφρόκρεμα που έχει αναδυθεί στη κορυφή. Καθώς η χώρα αναπτύσσεται, αρχίζει η κατηγοριοποίηση σε ομάδες μέσα σε επιστημονικές πόλεις , παράλληλα με την ελάττωση της σχετικής επιστροφής της πρώτης τάξεως επιστημόνων. Συμπερασματικά, αναλώνεται όλο και περισσότερο από την άλλη άκρη της ουράς της καμπύλης κατανομής, ώστε να υπάρχει η τάση για κατανάλωση ενός μεγαλύτερου τμήματος της ουράς, για να πλησιάσουν οι επιστήμονες που ανήκουν σε αυτό το σημείο το μέσο όρο της αποδοτικότητας τους.

Πρέπει να δοθεί έμφαση στο ότι εμείς δεν λέμε πως υπάρχει κάποια μείωση των ελάχιστων δεδομένων για να είναι κανείς επιστήμονας . Απλώς φαίνεται ότι η προσπάθεια να αποκτηθούν περισσότεροι επιστήμονες αυξάνει τον αριθμό στα κατώτερα επίπεδα σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στα ανώτερα . Έτσι, παρόλο που ο αριθμός των διανοουμένων μπορεί πάντα να αυξηθεί , αυτό γίνεται με το κόστος στο μέσο όρο του επιπέδου . Από τη φύση της αυτή η διαδικασία συνεπάγεται ότι σε κάποιο στάδιο ανάμεσα στην υπανάπτυξη και την υψηλή ανάπτυξη το ζητούμενο είναι να αφαιρεθεί η κρέμα. Η κοινωνία αρχίζει να εναντιώνεται στη φυσική κατανομή της ιδιοφυΐας. Προφανώς είναι αναπόφευκτο ότι αυξημένα κίνητρα κι ευκαιρίες συντελούν σε μια μικρότερη και λιγότερο πλούσια “σοδειά” επιστημόνων, μολονότι μια επαρκής αύξηση των κορυφαίων ανθρώπων θα έκανε τη διεργασία να αξίζει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η θέση μας είναι ότι η λογισμική μείωση από αιώνες εκθετικής αύξησης λαμβάνει χώρα επειδή εμείς δεν προσφέρουμε κατάλληλες πληροφορίες. Σε ένα ορισμένο επίπεδο, μπορεί να μην αξίζει άλλο να θυσιαστούν τόσα πολλά για να αυξηθούν τα κίνητρα και οι ευκαιρίες, όταν το μόνο αποτέλεσμα είναι μια συνολική μείωση. Είναι δύσκολο να υποστηριχτεί αυτή η θέση , καθώς μπορεί εύκολα να λεχθεί ότι όσο μπορεί να παραχθούν πρώτης τάξεως επιστήμονες και όσο αυτοί μπορούν να συνεχίσουν την πρώτης τάξεως δουλειά,, είναι πάντα αξιόλογο να επενδύονται προσπάθεια και χρήματα. Αυτό , μάλλον αγνοεί τους γενικούς μηχανισμούς κάθε προσέγγισης λογισμικής σταθερότητας. Οι δυνάμεις ανάπτυξης αποστερημένες από την τακτική τους λεία αρχίζουν να εφαρμόζονται αλλού και το αποτέλεσμα είναι ένα πλήθος νέων προβλημάτων. Στο επιστημονικό εργατικό δυναμικό, αν αρχίσουμε να ξύνουμε το πάτο του βαρελιού αυτό φαίνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ο πιο προφανής είναι μάλλον μια αναστάτωση στην παραδοσιακή κι εθνική ισορροπία μεταξύ χωρών και τομέων. Η παράδοση βασίστηκε στη φυσική ιεραρχία της ανάπτυξης σε ποικίλες περιοχές , η νέα θέση , αντίθετα, βασίζεται κατά μέγιστο μέρος στην ιεραρχία των δυνάμεων που έχουν σχέση με λογισμικούς περιορισμούς.

Στο πεδίο της επιστημονικής δραστηριότητας , όπου υπήρχε κάποτε μια φυσική διαφοροποίηση μεταξύ των ανθρώπων σε ποικίλα θέματα ανάλογα με τις προτιμήσεις τους και την ιδιομορφία των ευκαιριών και της έμπνευσης, η κοινωνία προσφέρει ποικίλα κίνητρα και ευκολίες σχεδιασμένες να προσελκύουν τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες περιοχές. Έτσι , ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης αρχίζει να υπακούει αυτές τις διαφορετικές δυνάμεις και η κατανομή αλλάζει τόσο αποτελεσματικά σαν να υπήρχε μια σταθερή προσφορά και μια ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση. Υπάρχει , λοιπόν, η ισοδυναμία μιας περιορισμένης προσφοράς ανθρώπων ανώτερης ευφυΐας, ώστε να υπάρχει αυξημένος ανταγωνισμός για να διασφαλίζει την μεγάλη συγκέντρωση τέτοιου είδους ευφυΐας στο μέσο της μειωνόμενης πυκνότητας της.

Έτσι, σε αυτή την ανταγωνιστική κατάσταση, τομείς υψηλών κινήτρων κερδίζουν έναντι χαμηλών με ένα τρόπο που παρεκκλίνει από την παράδοση . Στις ΗΠΑ και την Αγγλία σήμερα, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς τέτοιο ανταγωνισμό ανάμεσα σε λαμπρά θέματα που συνεπαίρνουν τους ανθρώπους και σε αδιάφορα που δεν το καταφέρνουν αυτό. Υπάρχει μια προφανής απομάκρυνση από την αναμενόμενη τάξη της ανάπτυξης αποφοίτων εκπαιδευμένων στην ιατρική , τη μηχανολογία ,και τα παιδαγωγικά που μπορεί να αποδοθεί στην εμμονή τους στη φυσική , τα μαθηματικά και την αστρονομία .

Παρομοίως, στην παγκόσμια σκηνή εμφανίζεται η τάση οι επιστήμονες να αφήνουν τις χώρες που υπάρχουν ελάχιστα μόνο κίνητρα και ευκαιρίες για να παραχθεί εργατικό δυναμικό , και να μετακομίζουν σε τόπους όπου για να γίνει η δουλειά πρέπει να είναι εξαιρετικά ελκυστική, κυρίως στις ΗΠΑ . Η πολυεθνικότητα της επιστήμης κάνει προφανώς τέτοιες κινήσεις πιο πιθανές για τους επιστήμονες παρά για άλλες τάξεις ανθρώπων . Έτσι, οι χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και της Ευρώπης παραπονούνται πικρόχολα για την απώλεια του πολυτάλαντου εργατικού δυναμικού τους μέσω της μετανάστευσης,. και υποφέρουμε από τις συνέπειες από μια ροή από περιοχές με ελλείψεις σε περιοχές με πλούτη και από την κρυσταλλοποίηση των αποθεμάτων του κόσμου του μητρικού λικέρ του επιστημονικού εργατικού δυναμικού που προκαλεί αυτό το εργατικό δυναμικό να μαζεύεται στα ήδη κορεσμένα κέντρα

Ακριβώς η ίδια διαδικασία λαμβάνει χώρα ανάμεσα στους επιστημονικούς κλάδους, όπως ανάμεσα στις χώρες. Ας το αναλύσουμε λίγο παραπέρα με όρους της δομής που έχουμε ήδη βρει, η σχηματοποίηση μικρών, αφανών κολεγίων 100 περίπου ανθρώπων διακεκριμένων σε κάθε κύριο τομέα. Καθώς μια τέτοια ομάδα αναπτύσσεται σε συγκροτημένο σώμα, αυξάνοντας την αποδοτικότητα και ικανότητα να συντονίζουν της δραστηριότητες ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων και των εργασιών τους, ώστε η δύναμη της ομάδας να μοιάζει να αυξάνεται ακόμα πιο γρήγορα από το μέγεθος της. Σίγουρα, όπως έχουμε δει, οι δαπάνες της θα αυξάνονται κατά το τετράγωνο του μεγέθους της. Έτσι, έχουμε ένα φαινόμενο θετικής εισόδου. Όσο πιο δυναμική, γίνεται μια τέτοια ομάδα, τόσο περισσότερη δύναμη μπορεί να αποκτήσει. Σ’ αυτόν που φαίνεται να έχει δοθεί, και αυτομάτως συνεπάγεται την στέρηση αυτού που δεν του έχει δοθεί.

Κατά βάθος το κίνητρο που ωθεί τους Τούρκους, Γιουγκοσλάβους, Καναδούς και Βραζιλιάνους επιστήμονες να μεταναστεύουν στις ΗΠΑ είναι το ίδιο με εκείνο που ωθεί τους εν δυνάμει σπουδαστές της ιατρικής να δοκιμάσουν για ένα Ph.D. (Διδακτορικό) στην φυσική. Οι χώρες της “Μεγάλης Επιστήμης, καθώς και τα θέματα της πρέπει να πρόσφεραν επιπρόσθετο κίνητρο για να διατηρήσουν κανονική αύξηση και κάνοντας αυτό τείναν να αντιδράσουν ενάντια στην Μικρή Επιστήμη και τις μικρές Χώρες.

Αυτό είναι όσο μακριά μπορεί η παρούσα μαθηματική ανάλυση να μας πάει αλλά σπάνια ξεκινάει να δημιουργεί τα πιο σημαντικά προβλήματα του αιώνα της Μεγάλης Επιστήμης. Πρέπει μετά να διερωτηθούμε για τους επιστημονικούς κλάδους της Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας για την εξήγηση της περίεργης δύναμης κίνητρων κι ευκαιριών κατά την μεγάλη πρόοδο της επιστήμης. Έχοντας ήδη επισημάνει ότι το κίνητρο των επιστημόνων και ο ρόλος των επιστημονικών δημοσιεύσεων εμφανίζεται να έχει αλλαχτεί από την ανάδυση των αφανών κολεγίων, πρέπει να το διερευνήσουμε από προσεχτικότερα.

Αν είναι να υπάρχουν περισσότεροι επιστήμονες που πέφτουν απ’ το δέντρο σαν ώριμα μήλα, πρόθυμα να επιδιώξουν τον αφιερωμένο τους στόχο σε κάθε περίσταση, τα κίνητρα είναι απαραίτητα. Κατά τη διάρκεια των προηγουμένων δεκαετιών στις ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, και λιγότερο στον υπόλοιπο κόσμο, υπήρχε μια έντονη αύξηση στο κοινωνικό κύρος του επιστήμονα. Εφόσον ήταν απαραίτητος, εφόσον άρχιζε κάποιος ανταγωνισμός, υπήρχε μια αυτόματη αύξηση των γενικών μισθών και των κονδυλίων για την έρευνα και των ευκολιών υπαγορευμένων από το πρεστίζ και τη μόδα της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή τη στιγμή δε διαφωνούμε για το αν ή όχι τα αποτελέσματα δικαιώνουν το οικονομικά, κοινωνικό ή πολιτικό αδιέξοδο. Επαρκεί να σημειώσουμε ότι κάθε αύξηση στο πρεστίζ, παράγει μια αναμφίβολα αποζημίωση σε αυξημένα αποτελέσματα, αλλά επίσης κι ένα αυξημένο ανταγωνισμό που υψώνει το ενδιαφέρον για τον επόμενο γύρο.

Εφόσον έχουμε αναλάβει να πληρώνουμε τους επιστήμονες ανάλογα με την αξία τους ή τη ζήτηση για τις υπηρεσίες τους, αντί να τους δίνουμε όπως σε άλλες αφοσιωμένες ομάδες, απλώς μια ευκαιρία να επιβιώσουν, δε φαίνεται δρόμος επιστροφής. Φαίνεται προφανές ότι οι επιστήμονες που απολάμβαναν το ακριβό και κατάλληλο βραβείο τέτοιας αναγνώρισης δεν είναι το ίδιο είδος επιστημόνων με εκείνους που έζησαν το παλιό καθεστώς στο οποίο η κοινωνία τους προκαλούσε να υπάρχουν.

Το θέμα δεν θα ήταν τόσο ενοχλητικό αν ο μόνος τρόπος για να είναι κάποιος επιστήμονας ήταν να είναι προικισμένος με τα κατάλληλα ταλέντα. Μπορούμε να πούμε ότι αν οι άνθρωποι γίνονται Ραδιοαστρονόμοι όχι από τυχαίες καταστάσεις ή επειδή παρασύρθηκαν μέσα στο χορό, αλλά επειδή αυτό θα ήταν ότι μπορούσαν να κάνουν καλύτερα. Από τις σύγχρονες σπουδές δημιουργικής ικανότητας στα επιστημονικά πεδία εμφανίζεται ότι οι γενικοί και βέβαιοι τύποι ευφυίας έχουν εκπληκτικά λίγα να κάνουν με την επίπτωση της μεγάλης κατάκτησης. Στην καλύτερη περίπτωση είναι βέβαιο ότι δε χρειάζεται παρά ελάχιστο, αλλά μέσα σ’ αυτή τη δυσμένεια η πιθανότητα να γίνει κανείς επιστήμονας μιας μεγάλης ανακάλυψης φαίνεται σχεδόν τυχαία. Μια σημειωμένη ποιότητα είναι ένα βέβαιο χάρισμα που θα ορίσουμε ανορθοδοξία, την κυριότητα να δημιουργεί συνειρμό των ιδεών, να πραγματώνεις το απροσδόκητο. Ο επιστήμονας τείνει να είναι ο άνθρωπος που κάνοντας το τεστ με το συνειρμό των λέξεων, ανταποκρίνεται στο μαύρο, όχι με το άσπρο αλλά με το “χαβιάρι”. Τέτοια παρανοϊκά χαρακτηριστικά είναι άφθονα στο παράξενα εσωτερικό επιστημονικό χιούμορ του Lewis Carroll, και σε χιλιάδες φυλλάδια και σημειώματα στα δελτία ανακοινωθέν των εργαστηρίων.

Σημειώνουμε, παρεμπιπτόντως, ότι η αντίδραση σ’ αυτή την ανορθοδοξία είναι αυτό που παράγει την επίσης χαρακτηριστική αντικειμενικότητα και το συντηρητισμό του καλού επιστήμονα, την αντίδραση που παρουσιάζει μπροστά στην ανακάλυψη και τους τρελούς συνειρμούς που βρίσκει ο ίδιος και άλλοι, το συναίσθημα ότι ο άλλος άνθρωπος πρέπει να έχει λάθος. Έχει πιαστεί σε μια βίαιη αλληλεπίδραση μιας παθιασμένα ελεύθερης δημιουργίας από τη μια μεριά, και αντικειμενικής προσοχής από την άλλη. Σύμφωνα με τον Mac Kinnon, ο πολύ δημιουργικός επιστήμονας θα μπορούσε να οριστεί ως το σπάνιο άτομο που μπορεί να βιώσει τη έντονη τάση της θεωρίας και της αισθητικής, το περπάτημα σε τεντωμένο σκοινί μεταξύ ομορφιάς και αλήθειας. Ίσως απαιτεί ένα περίεργα σταθερό παρανοϊκό γνώρισμα, το οποίο πραγματώνεται όταν κάποιος γίνεται επιστήμονας.

Η Μεγάλη επιστήμη τείνει να συγκρατήσει κάποιες εκφράσεις ανορθοδοξίας. Η ανάδυση της δουλειάς με συνεργασία και των αφανών κολεγίων, η διάταξη άψογων ανέσεων, όλα δουλεύουν προς ένα συγκεκριμένο σκοπό στην έρευνα. Φαίνεται ότι εξασκούν πίεση να κρατήσουν την πρόοδο της επιστήμης κατευθυνόμενη προς εκείνες τις άκρες για τις οποίες η ομάδα και η εργασία έχει δημιουργηθεί .

Αυτό είναι ένα παλιό επιχείρημα ενάντια στο σχεδιασμό της έρευνας και προκαλεί την ανταπόκριση ότι πρέπει να είμαστε προσεχτικοί να δίνουμε σε κάθε άνθρωπο αυτό που του αξίζει, να του επιτρέπουμε να ακολουθεί το μονοπάτι οπουδήποτε κι αν οδηγεί. Αλλά δεν υπάρχει δρόμος να βεβαιώσουμε ότι ο άνθρωπος θα κινητοποιηθεί να ακολουθήσει το μονοπάτι όταν το πρεστίζ και το κύρος βασίζονται στην αναγνώριση από την ομάδα.

Όταν το πρεστίζ και το κύρος του ατόμου είναι επαρκή ή όταν για κάποιο άλλο λόγο ολόκληρη η ομάδα μπορεί να κινητοποιηθεί να ακολουθήσει, δημιουργεί ένα επίτευγμα, ένα γνωστό τώρα τύπο φαινομένου που φέρει αρκετό επιπρόσθετο κύρος μαζί του. Παρόλο που υπάρχει συνεπώς κάποια ομαδική ενθάρρυνση από την έκθεση της ανορθοδοξίας, μπορεί κάλλιστα να είναι αυτό που εφαρμόζει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και ότι μπορεί να σπαταλούμε ανορθόδοξα σε άλλες κατευθύνσεις. Ίσως να υπάρχει ανάγκη για μια δραστική προσπάθεια να εξασφαλιστική επάρκεια υποστήριξης για την έρευνα, χωρίς αντικείμενο, τα κονδύλια χωρίς εργασία, μέσα για σπουδές και κύρος χωρίς υποχρέωση να συνδράμουν σε ένα συγκεκριμένο στόχο, το είδος της κατάστασης που είναι σήμερα μεροληπτικά εξασφαλισμένη από ινστιτούτα για ανώτερες σπουδές και μέσω υψηλού κύρους έρευνα.

Επιστρέφοντας τώρα στο ερώτημα για το αν η ανταμοιβή από τη Μεγάλη Επιστήμη παράγει ένα είδος επιστημόνων διαφορετικών από αυτών της μικρής επιστήμης, ας κοιτάξουμε τα χαρακτηριστικά που σημειώνονται από όλους εκείνους που έχουν αναζητήσει κανονικότητες ανάμεσα σε ομάδες διαπρεπών επιστημόνων . Ο Galton, ένας από τους πρώτους ερευνητές σημείωσε ότι περισσότεροι από τους μισούς αυτής της ομάδας των διακεκριμένων επιστημόνων, ήταν το μεγαλύτερο ή το μοναδικό παιδί στις οικογένειες τους και αυτή η προοπτική πολύ περισσότερο από το μέσο όρο, έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε διάφορες έρευνες. Ο Galton σημείωσε επίσης ότι μια ασυνήθιστα υψηλή αναλογία ατόμων από την έρευνα του, ήταν πολύ συνδεδεμένοι με τον ένα γονιό, πολύ συχνότερα τη μητέρα.

Επιπροσθέτως έχει έκτοτε σημειωθεί ότι αρκετοί από αυτούς τους λαμπρούς επιστήμονες έχασαν τον ένα γονιό στη νιότη τους ( πριν την ηλικία των δέκα) και έτσι προσκολλήθηκαν αρκετά στον άλλο. Το ιστορικό των περιπτώσεων δείχνει ότι οι επιστήμονες συχνά είναι μοναχικά παιδιά που το βρίσκουν ευκολότερο να συνδεθούν με πράγματα παρά με ανθρώπους. Με λίγα λόγια, αρκετά παράξενα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας μοιάζει να εφαρμόζουν σ’ αυτούς που γίνονται επιστήμονες.

Προτείνω πως όλα αυτά χαρακτηριστικά αρμόζουν σε ανθρώπους που διέπρεψαν την εποχή της Μικρής επιστήμης, καθώς και ότι δεν έχουμε ακόμα αρκετή ιδέα από οποιαδήποτε νέα χαρακτηριστικά έχουν προκληθεί από τις αλλαγές των νέων συνθηκών της Μεγάλης Επιστήμης. Αρκετά από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που βρήκαμε προηγουμένως, φαίνονται επακόλουθα της υπόθεσης ότι αρκετοί επιστήμονες που έχουν στραφεί στο επάγγελμά τους για συναισθηματική ικανοποίηση που αλλιώς τους έλειπε. Αν αυτό αληθεύει είναι μόνο μια μερική εξήγηση, μπορεί να διαπιστωθεί πόσο καταστροφικά μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αλλαγής συναισθηματικής επιβράβευσης της επιστημονικής ζωής. Αν οι επιστήμονες ήταν στο σύνολό τους, σχετικά φυσιολογικοί άνθρωποι, ίσως λίγο πιο ευφυής από τους άλλους ή έστω πιο ευφυής σε μερικούς τομείς δε θα ήταν τόσο δύσκολο. Αλλά εφόσον παρουσιάζεται ότι οι επιστήμονες είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στους τρόπους που επιτυγχάνουν ικανοποίηση και στα πολύ προσωπικά γνωρίσματα που τους έχουν ωθήσει να γίνουν επιστήμονες, πρέπει να ερευνηθεί προσεχτικά οτιδήποτε ανακατεύει και αλλάζει αυτά τα συστήματα επιβράβευσης. Οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή θα κάνει τους Μεγάλους Επιστήμονες ανθρώπους διαφορετικού ταμπεραμέντου και προσωπικότητας από εκείνη που έχουμε συνηθίσει ως παραδοσιακή ανάμεσα στους Μικρούς επιστήμονες.

Η νέα φάση της επιστήμης φαίνεται να έχει αλλάξει την διαδικασία επιβράβευσης κατά δύο διαφορετικούς τρόπους. Αφενός, έχουμε εισαγάγει το βραβείο του γενικού κύρους και οικονομικού αντικρίσματος, όπου υπήρχε σε μικρότερο βαθμό πριν και αφετέρου, έχουμε παροτρύνει τον επιστήμονα να αναζητεί την επιδοκιμασία των ομότιμών του, κατά ένα διαφορετικό τρόπο. Ο άνθρωπος των εξισώσεων του Μaxwell ήταν κάτι διαφορετικό από αυτόν του εμβολίου του Salk. Παρόλο που σύμφωνα με το μύθο ο επιστήμονας υποτίθεται ότι είναι αιωνίας υποκινούμενος μόνο από έμφυτη περιέργεια για το πως λειτουργούν τα πράγματα και τι μπορούν να κάνουν, υπάρχει σήμερα ένας διαφορετικός κοινωνικός μηχανισμός, δια του οποίου ο άνθρωπος οδηγείται να αισθανθεί την προσωπικές του εμπνεύσεις και ανεξαρτησία αναγνωρισμένη από άλλους ανθρώπους σαν να έχει θριαμβεύσει πάνω στη μυστικότητα της φύσεως.

Αν αυτό είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αληθινό είναι σαφές ότι σε λιγότερο διαστρωματωμένες περιοχές τα αφανή κολέγια και όλες οι κατώτερες ομάδες παρέχουν κύρος και τα μέσα για να ζήσει κανείς μια καλή ζωή. Η ενασκούμενη δύναμη και όσο περισσότερη δύναμη έχει κάποιος σε μια τέτοια ομάδα, τόσο ευκολότερα μπορεί να επιλέγει τους καλύτερους φοιτητές, να τραβά τα μεγαλύτερα κονδύλια, την αιτία της ύπαρξης των μεγαλύτερων ερευνών. Τέτοια δύναμη δεν εκπροσωπεί κάποιον εγωκεντρικό πόθο από την πλευρά του επιστήμονα. Η κοινωνία υποστηρίζει αυτή τη δομή και πληρώνει, γι αυτήν όλο και περισσότερα, καθώς τα αποτελέσματα της δουλειάς του επιστήμονα είναι ζωτικά για τη δύναμη, την ασφάλεια και το όφελος του κοινωνικού συνόλου. Με οτιδήποτε αναφέρθηκε να βασίζεται σ’ αυτόν, από την ελευθερία στρατιωτικής επιδρομής μέχρι την ελευθερία από τις αρρώστιες, ο επιστήμονας κινεί τα νήματα ολόκληρης της πολιτείας.

Εύχομαι να μην είναι πολύ δραματικό να συγκρίνουμε την παρούσα θέση της επιστημονικής ηγεσίας με εκείνη που υπήρχε σε άλλες χώρες, καθώς και σε αυτή τη χώρα σε άλλες εποχές, ανάμεσα στις ομάδες που συνήθιζαν να ελέγχουν τα μέσα του μέλλοντος. Περιστασιακά, η στρατιωτική δύναμη έχει υπερισχύσει, και κατόπιν οι στρατηγοί κατείχαν τον έλεγχο, πίσω από κάθε εξέγερση του παλατιού ή Υπουργικό Συμβούλιο. Κάπου αλλού η κινητήριος δύναμη της πολιτείας και της εκπλήρωσης των αποφάσεων ήταν τα οικονομικά και ο έλεγχος του κεφαλαίου. Σε μια νομοθετική διακυβέρνηση το ζωτικό μέρος κατέχουν άνδρες νομικής εκπαίδευσης. Σε μια δημοκρατία είμαστε εξοικειωμένοι να βρίσκουμε την ηγεσία σε ανθρώπους που προέρχονται από όλους τους τομείς που είναι κρίσιμη για το πεπρωμένο του Κόσμου.

Μέχρι πρόσφατα, ο επιστήμονας, καθώς έπαιζε ένα χρήσιμο ρόλο στα θέματα της πολιτείας, ήταν ένα παθητικό όργανο που το συμβουλεύονται σαν λεξικό, να παρουσιάζει μετά από εντολή τη σωστή απάντηση. Αρκετοί επιστήμονες και μη θα πιστεύουν ότι είναι επιθυμητό να διατηρείται μπροστά σε όλες τις δυσκολίες την πρόταση ότι οι επιστήμονες θα έπρεπε να είναι προς χρήση και όχι στην κορυφή. Χωρίς να αμφισβητείται η ηθική της περίπτωσης, μπορεί να υποδείξει κανείς ότι οι θετικές πληροφορίες διευθύνοντας τη δύναμη των επιστημόνων εργάζεται ενάντια σε κάθε τέτοια πρόταση το αυξημένο κύρος των επιστημόνων και των επιστημονικών εργασιών τους κάνει επιπλέον ζωτικούς για την πολιτεία και την θέτει διαρκώς σε θέση να τοποθετεί τεχνικές αποφάσεις σε τεχνικά χέρια.

Παρόλα αυτά, επιχειρηματολογώ όχι τόσο πολύ για την ανάληψη του ελέγχου από επιστήμονες πάνω σε θέματα της τεχνικής του ελέγχου από επιστήμονες πάνω σε θέματα της τεχνικής του επιδεξιότητας, αλλά περισσότερο η νέα τους τάση να αναδυθούν στο πολιτικό προσκήνιο ως αντιπρόσωποι μιας ομάδας ανθρώπων που κινούν τα νήματα του πολιτισμού μας πρόκειται να ενθαρρυνθεί. Σε μια κορεσμένη οικονομία της επιστήμης είναι προφανές ότι η κατάλληλη παράταξη πόρων γίνεται πολύ πιο σημαντική από τις δαπανηρές προσπάθειες για την αύξησή τους.

Στη Μεγ. Βρετανία και στις ΗΠΑ πολύ λίγοι από τους γερουσιαστές, τα μέλη του Κοινοβουλίου και τους ενεργούς πολιτικούς - λιγότερο από 3% στην πραγματικότητα - είχαν εκπαιδευθεί στην επιστήμη ή την τεχνολογία. Ανάμεσα στους βοηθούς του Ανώτατου Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, ο αριθμός υπερβαίνει το 25%, και παρόλο που ο μηχανισμός της κυβέρνησης τους είναι πολύ διαφορετικός από της δικής μας, το εκλαμβάνω ως ένδειξη του τρόπου που απλώνεται το δικό μας μέλλον.

Τον παλιό καιρό της μικρής επιστήμης υπήρχε μια τρομερή αντίδραση ενάντια στην πολιτική δράση από τους επιστήμονες. Ήταν σαν μοναχικοί λύκοι: εκτιμούσαν την ανεξαρτησία τους. Στο σύνολό τους, τους αρέσουν τα πράγματα, αλλά δεν ήταν τόσο καλοί με τους ανθρώπους. Η αποζημίωσή τους ήταν η επιδοκιμασία των συναδέλφων τους και δεν υποτίθεται ότι έπρεπε να ποθούν είτε οποιοδήποτε είδος θαυμασμού από τον άνθρωπο του δρόμου ή κοινωνικό κύρος μέσα στην κοινωνία. Είτε τους αρέσει είτε όχι, έχουν αποκτήσει σήμερα αυτό το κύρος, καθώς και έναν αυξανόμενο δείκτη ευημερίας. Έχουν αποκτήσει τη συνηθισμένη εμπειρία. Όταν είδα πρώτη φορά τον κωμικό χαρακτήρα του Superman που έμοιαζε κάποτε τόσο πολύ με αμερικανό ποδοσφαιριστή να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μου με πυρηνικό φυσικό, ένοιωσα ότι ξανάρχιζε το παλιό παιχνίδι και ότι ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να είναι πρώην επιστήμονας.

Αυτή είναι η πιστωτική πλευρά του καταλόγου που εξισορροπεί μερικές από τις άλλες, όχι τόσο καλές, αλλαγές που έχουν ήδη σημειωθεί στην πρώτη γενιά του καινούργιου ύφους Μεγάλης Επιστήμης. Ο επιστήμονες γίνεται δεκτός από την κοινωνία και πρέπει να επωμιστούν την ευθύνη του σε αυτό με ένα τρόπο. Η σχετικά εγωιστική, ελεύθερη επέκταση από εκθετικά αυξανόμενη προσωπική κυριότητα επιστημονικών ανακαλύψεων πρέπει να μετριασθούν όταν κανείς βρίσκεται σε λογισμική κατάσταση αγωνίζοντας να φτάσει εκεί πριν από κάποιον άλλον δεν είναι μια αφάνταστα ανεύθυνη πράξη.

Πρέπει σίγουρα να θεωρηθεί θέμα αρχής ότι μια χώρα που έχει φτάσει σε πλήρη υπολογιστική ωριμότητα, διαποτισμένη με την επιστήμη πρέπει να προσπαθεί να συμπεριφέρεται με ωριμότητα και σοφία. Πρέπει να δίνει οδηγίες στις νεότερες χώρες που αναπτύσσονται γύρω της και σταδιακά περνούν σε επιστημονική ανωτερότητα.

Ένα από τα πράγματα που συμβαίνουν είναι η ωρίμανση μιας σίγουρα υπεύθυνης συμπεριφοράς μεταξύ των επιστημόνων ανάλογα με αυτό που, σχεδόν προϊστορικά χρόνια, παρότρυναν τους επιστήμονες προς την ιδέα του Ιπποκρατικού Όρκου. Αντιθέτως με το δημόσιο αίσθημα, αυτό συνέβη όχι επειδή οι γιατροί ήταν ασυνήθιστα αφιερωμένοι ή πνευματώδης άνθρωποι, αλλά επειδή όλοι καθίστατο τόσο εύκολα υπεύθυνοι από τους πελάτες τους για δηλητηρίαση ή κατάχρηση εξουσίας. Ο επιστήμονας έχει δυσκολότερες ώρες φτάνοντας σ’ αυτό, καθώς ο πελάτης του είναι συνήθης η πολιτεία παρά κάποιο άτομο. Η ενοχή του φαίνεται μπροστά στα μάτια του Κόσμου παρά σ’ αυτά ενός ατόμου. Αναφέρομαι εδώ όχι μόνο σε τέτοια θέματα, όπως οι πυρηνικές δοκιμές και η διαρροή ραδιενεργούς σκόνης, αλλά επίσης σε ένα γενικό ερώτημα, τι υπηρεσία προσφέρει η επιστήμη για το κοινό όφελος και για τη βελτίωση της υψηλότερης κατανόησης του ανθρώπου. Τα αφανή κολέγια και οι ομάδες έχουν τώρα τη δύναμη να εγκαταλείπουν τους δηλητηριαστές και ανεπιτυχείς και να τους αποσύρουν από τον προστατευτικό πέπλο της αδιαφορίας που άρμοζε στις μέρες της Μικρής Επιστήμης.

Είναι εγκαρδιωτικό να ανακαλύπτει ότι γενικά, παρά διάφορα πολυδημοσιευμένα παραδείγματα, το παγκόσμιο σώμα επιστημόνων έχει υπάρξει αξιοσημείωτα ομόφωνο σε πολιτικούς υπολογισμούς κατά τη διάρκεια πρόσφατων ετών, και συνεπές στην δημόσια δράση την εποχή της Μεγάλης Επιστήμης. Η πρόσφατη ανάλυση του Robert Gilpin αυτής της συνέπειας πραγματοποιεί ένα πολύ ελπιδοφόρο ντοκουμέντο.

Οι επιστήμονες ελάχιστα έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι κρατούν στα χέρια τους ένα μεγάλο ποσό δύναμης από το οποίο έχουν πολύ λίγο χρησιμοποιήσει. Οι σειρές παλαιότερων επιστημόνων και διαχειριστών της επιστήμης έχουν τώρα ανέρθει στο σημείο όπου πιστεύω δεν είναι πολύ πριν μερικοί από τους καλούς αρχίσουν να εισέλθουν στην πολιτική σχετικά βίαια. Χρειαζόμαστε τέτοιους ανθρώπους στην εθνική αλλά και τη διεθνή σκηνή. Τους χρειαζόμαστε για την εσωτερική αναδόμηση ολόκληρης της κοινωνικής διάρθρωσης της επιστήμης, καθώς και για τα εξωτερικά προβλήματα της επιστήμης στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Ελπίδα μου είναι σ’ αυτές τις διαλέξεις, πέρα από την δική μου περηφάνια και προκατάληψη κατά την μετάφραση των δεδομένων, να έχω καταφέρει να δείξω ότι ολόκληρες σειρές δυσφοριών και δυσκολιών του επιστημονικού εργατικού δυναμικού και της φιλολογίας του είναι τμήμα μιας απλής διαδικασίας, κατά την οποία τελικά βρίσκουμε μια αλλαγή της κατάστασης της επιστήμης την προτίμηση της οποίας δεν έχουμε δει για 300 χρόνια. Η νέα κατάσταση της επιστημονικής ωριμότητας θα εκραγεί πάνω μας μέσα στα επόμενα χρόνια και μπορεί να δημιουργήσει ή να καταστρέψει τον πολιτισμό μας, να μας οδηγήσουν στην ωριμότητα ή να μας καταστρέψουν. Εν τω μεταξύ πρέπει να αγωνιστούμε να είμαστε έτοιμοι με κάποια γενική κατανόηση της ανάπτυξης της επιστήμης.

και πρέπει να ψάξουμε για σημαντική ανάληψη δύναμης από υπεύθυνους επιστήμονες, υπεύθυνους εντός της οργάνωσης του δημοκρατικού ελέγχου και με καλύτερη γνώση πως να στήσουν το σπίτι της σε τάξη περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, από οποιαδήποτε άλλη εποχή.


Πίσω στη σελίδα του μαθήματος