1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ VIRTUAL ΚΑΙ Η ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Στην ελληνική μετάφραση, από τον Ευτύχιο Π. Φικιώρη, του “Λεξικού της Φιλοσοφίας” του Andrè Lalande (Φικιώρης, 1955), το “virtual” αποδίδεται με την (νεοελληνικής προέλευσης) λέξη “δυνητικός.” Πιο συγκεκριμένα, γράφει το λεξικό αυτό:

Γενικά είναι “δυνητικό” - “virtualis” - αυτό που υπάρχει μόνον “δυνάμει” και όχι πραγματικά. [Πιο μπροστά το “(εν) δυνάμει” -“in potentia”- ορίζεται σαν “η ιδιότητα αυτού που μπορεί να παραχθεί μόνο του ή να παραχθεί, αλλά που τώρα δεν είναι πραγματοποιημένο.”] Αλλά αυτό (δηλαδή, το να υπάρχει μόνον δυνάμει και όχι πραγματικά) μπορεί να εννοηθεί με δύο τρόπους: (Α) Με την αδύνατη σημασία. Αυτό που είναι απλά πιθανό για ένα ορισμένο υποκείμενο. (...) Αυτή η εκδοχή είναι σπάνια. (...) (Β) Με την ισχυρή σημασία. Αυτό που ήδη είναι προκαθορισμένο, αν και δεν φαίνεται εξωτερικά, και που περιέχει όλους τους ουσιώδεις όρους για την πραγμάτωσή του. (...) Το “δυνητικά” έχει συχνά αυτή τη σημασία μέσα στην κοινή γλώσσα. (Φικιώρης, 1955, σελ. 443-444 και 434)

Είναι γεγονός ότι η επιστήμη της πληροφορικής δεν έχει ακολουθήσει μια παλαιά παράδοση στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, σύμφωνα με την οποία πολλές φορές χρησιμοποιούνται για τους νεοεισαγόμενους όρους (τουλάχιστον) ρίζες ελληνικής προέλευσης. Με αποτέλεσμα, να υπάρχει συχνά το πρόβλημα της ακριβούς απόδοσης στα ελληνικά όρων της πληροφορικής με αγγλική κυρίως προέλευση. Δυστυχώς, πολλές φορές δεν δίνονται οι καταλληλότερες λύσεις, κάτι που αναπόφευκτα προξενεί κάποια σύγχυση σ’ αυτούς που θέλουν σοβαρά να ασχοληθούν με τα αντίστοιχα θέματα και να γράψουν στα ελληνικά τα πορίσματα των μελετών τους.

Το αγγλικό λεξικό Webster προσδιορίζει την έννοια αυτού του “δυνητικού” - “virtual” ως εξής: “Virtual: being in essence or effect but not in fact.” Με άλλα λόγια και σε μια κάπως ελεύθερη μετάφραση, το λεξικό Webster λέει πως “κάτι είναι “δυνητικό,” όταν ουσιαστικώς υπάρχει και ισχύει, αλλά δεν είναι (πραγματικό) γεγονός.” Αφού λοιπόν οποιαδήποτε προσομοίωση από την φύση της “μιμείται” ένα πραγματικό αντικείμενο ή γεγονός, μ’ αυτή την έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι η εμπειρία της “δυνητικής πραγματικότητας,” που στηρίζεται στα τεχνητά “εφφέ” των γραφικών του υπολογιστή, δημιουργεί ένα περιβάλλον, που μπορεί να περιγραφεί με δύο αντίθετες έννοιες του πραγματικού: Το περιβάλλον της δυνητικής πραγματικότητας αφενός είναι πραγματικό, με την έννοια ότι υπάρχει και ισχύει, και αφετέρου δεν είναι πραγματικό, με την έννοια ότι αποτελεί μια προσομοίωση του πραγματικού! Λόγω του οξύμωρου αυτού χαρακτήρα του όρου “δυνητική πραγματικότητα,” δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον βλέπουν με μεγάλο σκεπτικισμό και προτιμούν να μιλούν για “συνθετική εμπειρία” ή “συνθετικό περιβάλλον” ή “τεχνολογία προσομοίωσης” ή “τεχνητή πραγματικότητα” ή και απλώς “κυβερνοχώρο.” Εν πάσει περιπτώσει όμως, ο όρος “Virtual Reality” (που εδώ τον αποδίδουμε ως “δυνητική πραγματικότητα”) έχει επικρατήσει σχεδόν καθολικά, γεγονός προς το οποίο πιθανόν να συνέβαλαν και οι προτιμήσεις των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Αν πάντως θέλαμε να αναζητήσουμε την βαθύτερη έννοια της λέξης “δυνητικό” (“virtual”), θα έπρεπε να κάναμε μια ιστορική αναδρομή, για να βλέπαμε πότε και πώς χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η λέξη αυτή. Φαίνεται λοιπόν πως η πρώτη χρήση της λέξης “virtual” έγινε στη μεσαιωνική φιλοσοφία. Πιο συγκεκριμένα, αποδίδεται (Heim, 1993) στον φιλόσοφο του μεσαίωνα John Duns Scotus (Ιωάννη Δούντσιο Σκώτο) (1266;-1308) η καθιέρωση των δύο σχετικών λατινικών λέξεων, του επιθέτου “virtualis” και του επιρρήματος “virtualiter.” Η πρόθεση του Duns Scotus ήταν να συμβιβάσει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ αφενός της ενιαίας ουσίας κάποιου πράγματος ή όντος κι αφετέρου των εμπειρικών ιδιοτήτων του. Έτσι, για να υποστηρίξει ότι οι διαφορετικές εμπειρικές ιδιότητες κάποιου όντος ή πράγματος περιλαμβάνονται κι αυτές στην ίδια την έννοιά του και επειδή ήθελε να αποκλείσει την τυπική αναγωγή (αφού τότε ταυτιζόμενες με την ουσία δεν θα μπορούσαν να είναι ιδιότητες), έπρεπε να επινοήσει μια ξεχωριστή λογική κατηγορία ύπαρξης των εμπειρικών ιδιοτήτων, αυτήν που την προσδιόριζε με το επίρρημα “virualiter” (“virtually”). Φυσικά, μια τέτοια σχολαστική τοποθέτηση βασίζεται στην οντολογική παραδοχή της σταθερής ταυτότητας των πραγμάτων, που είναι ανεξάρτητη από τους εμπειρικούς προσδιορισμούς των ιδιοτήτων (χαρακτηριστική θέση για την φιλοσοφία εκείνης της εποχής). Εκείνο όμως που έχει για μας σήμερα ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι ο φιλοσοφικός στοχασμός του Duns Scotus μας προτρέπει να δούμε την πραγματικότητα μ’ έναν γενικότερο τρόπο, ενσωματώνοντας σ’ αυτήν και μια σειρά από συνθήκες ύπαρξης, που δεν είναι ακριβώς πραγματικές, αλλά είναι απλώς δυνατές σαν τέτοιες, είναι, δηλαδή, δυνητικές (virtual).

Παρακινούμενοι από την προηγούμενη συζήτηση για τις φιλοσοφικές ρίζες του δυνητικού (virtual), θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία της σύγχρονης τεχνολογίας της “δυνητικής πραγματικότητας.” Σύμφωνα μ’ αυτήν, το περιβάλλον της δυνητικής πραγματικότητας, δεν είναι παρά η εμπειρική μαρτυρία κάποιων από τις δυνατότητες της καθολικής πραγματικότητας, έτσι όπως οι δυνατότητες αυτές εκκολάπτονται από την τεχνολογία της πληροφορικής. Έχει λοιπόν δίκαιο ο Benjamin Woolley να λέει:

Η λέξη “virtual” υπήρξε και παραμένει να είναι μια πολύ μεγαλοπρεπής λέξη, σκανδαλωδώς υποτιμημένη, ένα τεράστιο δοχείο σημαντικής κενότητας, που περιμένει να του χυθεί το νόημα. Η πληροφορική έχει δώσει λίγο από αυτό το νόημα, αρχικά κάποιο εντελώς μετριόφρον νόημα, που όμως όλο προέρχεται από την αρχική χρήση της σαν το επίθετο της “virtue,” από τον καιρό που η “virtue” (αρετή, δύναμη) είχε την έννοια της δύναμης του Θεού. Οι απόηχοι όμως αυτής της αρχικής έννοιας επιβιώνουν στις ζωηρές αξιώσεις των “δυνητικών ρεαλιστών” (“virtual realists”) να έχουν την δύναμη της δημιουργίας των δικών τους κόσμων. Επιπλέον, ταιριάζει η λέξη να απηχεί κάποιο μέγεθος θεϊκού νοήματος, διότι η έννοια της πληροφορικής του “δυνητικού” είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα θέμα μόνο και μόνο τεχνολογίας. Σημαίνει κάτι που στοχεύει προς την επιστημονική καρδιά της πραγματικότητας. (Woolley, 1992, σελ. 60)

Πέρα όμως από την Φιλοσοφία, ίσως να άξιζε να κάναμε κάποιες παρατηρήσεις για την πλούσια ιστορία των χρήσεων του όρου “δυνητικός” (“virtual”) και στις Επιστήμες. Χρησιμοποιήθηκε λοιπόν στην Οπτική στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα για την περιγραφή του διαθλωμένου ή ανακλωμένου ειδώλου ενός αντικειμένου. Αργότερα τον δέκατο ένατο αιώνα, μελετάται στη μηχανική η “δυνητική ταχύτητα,” η “δυνητική ορμή,” το “δυνητικό έργο” των κινούμενων σωμάτων. Πιο πρόσφατα, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται και στην φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων για την περιγραφή κάποιων υποατομικών σωματιδίων, που εμφανίζονται τόσο φευγαλέα ώστε δεν μπορούν να ανιχνευθούν. Από τον Αύγουστο του 1972, που η IBM εισήγαγε την “δυνητική μνήμη” (“virtual memory”) στα καινούργια τότε συστήματα 370/158 και 370/168, ο όρος αυτός άρχισε να εισάγεται και στην Πληροφορική. Στο Λεξικό της Πληροφορικής του Alan Freedman αναφέρονται 17 όροι που περιέχουν το “virtual” (Freedman, 1993), όπως μεταξύ άλλων, “Virtual 8086 Mode,” “virtual circuit,” “virtual machine,” “virtual memory,” “virtual monitor,” κλπ. Στο λεξικό αυτό το επίθετο “virtual” προσδιορίζεται σαν “ένα προσομοιωμένο ή ιδεατό περιβάλλον, που συνεπώς αναφέρεται σχεδόν στα πάντα.”

Σ’ αντίθεση όμως από όλη αυτή την πλούσια φιλοσοφική σηματοδότηση και την παράδοση στις επιστήμες της απόδοσης στα ελληνικά του “virtual” σαν “δυνητικό,” συχνά στην δεκαετία του 1990 το “virtual” φέρεται να αποδίδεται σαν “εικονικό.” Το πρόβλημα με την “εικονική πραγματικότητα” είναι ότι η “virtual reality” δεν είναι καμιά προσποιητή ή φτιαχτή ή πλαστή πραγματικότητα (ούτε φυσικά μια τεχνολογία που περιορίζεται μόνο στην αναπαράσταση της “εικόνας”). Όπως κι ο virtual war” δεν είναι ο προσποιητός κι αναίμακτος πόλεμος των “εικονικών αερομαχιών” (ούτε φυσικά το “virtual sex” έχει ο,τιδήποτε κοινό με το εικονικό” του “εικονικού γάμου”). Εντελώς αντίθετα, στη σύγχρονη εκδοχή του, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τις τρέχουσες χρήσεις των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, το “δυνητικό” (“virtual”) έχει καταλήξει να αντιστοιχεί σε μια κατάσταση του πραγματικού, που διαμεσολαβείται από τις τεχνολογίες αυτές μέσω πληροφοριακών υπολογισμών και προσομοιώσεων, ελέγχου από απόσταση κι αλληλεπίδρασης ανθρώπου μηχανής (υπολογιστικού συστήματος). Για αυτό, το “δυνητικό” (“virtual”) δεν είναι καθόλου “εικονικό,” όπως δεν ήσαν καθόλου “εικονικοί” οι βομβαρδισμοί του Ιράκ και της Σερβίας.